Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Θαυμαστά γεγονότα με τον Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟ



Κάποια φορά, ένας νέος Ιερέας πού πολύ ευλαβείτο τον Γέροντα Αμβρόσιο, όπως και τη Γερόντισσα Παρθενία, τον πήρε και επισκέ­φθηκαν το Μοναστήρι του Όσιου Λουκά στο Στίρι Βοιωτίας. Αφού ευ­χαριστήθηκαν το προσκύνημα, ξεκίνησαν χαρούμενοι να επιστρέψουν στο Μοναστήρι του Δαδιού, ανεβαίνοντας πάλι στο βουνό ψηλά, με την προοπτική να κατεβούν στη Δαύλεια.
Στα ενδιάμεσα της διαδρομής τους σταμάτησε ένας γέροντας πολύ καλά ντυμένος και σεβάσμιος:
Με συγχωρείτε πάρα πολύ, μπορείτε να με πάρετε ως τη Δαύλεια; τους ρώτησε, Γέροντα, τί λέτε, να τον πάρω; ρώτησε σιγά ό ιερέας τον Γέροντα. Μα, βέβαια, συμφώνησε αυτός.
Μπήκε μέσα ό άνθρωπος, κάθισε σεμνά στο πίσω κάθισμα και ξεκίνη­σαν. Στο μισό περίπου της διαδρομής, πριν φτάσουν μέχρι κάτω, ρώτη­σε ό Γέροντας τον ξένο:
Δεν μου λες, γεροντάκι, έχεις ανέβει ποτέ εσύ τα βουνά εδώ πάνω;
Πώς, βεβαίως, τα έχω επισκεφθεί, του απάντησε ό άλλος.και αυτός ήταν όλος ό διάλογος.
Όταν έφτασαν στο σημείο πού τους ζήτησε, ό ξένος άνοιξε την πόρ­τα, γύρισε και τους είπε:
-Να είναι ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας!Κι έφυγε.
Λίγο πιο κάτω, στράφηκε παραξενεμένος ό νέος ιερέας και είπε:
Γέροντα, να σε ρωτήσω κάτι;Άλλα εκείνος τον κοιτούσε. Δεν κατάλαβες τίποτα;
-Τί να καταλάβω, Γέροντα; Το μόνο πού μπορώ να σου πω είναι ότι ή μάνα μου, όταν έφευγα από το νησί για να σπουδάσω, πέταγε νερό στην έξοδο μου και έλεγε: «Καλό ταξίδι! Ή Παναγιά μαζί σου!» και άλ­λες ευχές. Άλλα αυτή τη ρήση, «Ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας», μόνο από πνευματικό μπορείς να την ακούσεις. Δεν το έχω ξανακούσει, και αυτό με παραξένεψε.
Ά, βρε, δεν εννοούσε μόνο το ταξίδι πού θα πάμε, αλλά όλη τη δια­δρομή, όλη μέρα, όλο το ταξίδι θα είναι ευλογημένο, όπου και να πάμε. Γέροντα, ναι, αλλά ποιος μπορεί να δώσει μια τέτοια ευχή; και μη μου πεις τί υποψιάζομαι...
ναι, παιδί μου, ό Άγιος Λουκάς είναι, πού πήρε τη μορφή αυτή, για να μην τρομάξεις. Ευχαριστήθηκε με την επίσκεψη μας και ήρθε να μας το δείξει εδώ.
Άλλα όταν έφτασαν στο Μοναστήρι, τον Ιερέα τον περίμενε μία ακό­μη έκπληξη. Μόλις τον είδε ή Γερόντισσα Παρθενία, τον ρώτησε μ' εκείνη την παράξενη φωνή πού απέκτησε μετά την ασθένεια της:
-Τί έπαθες, μωρέ; Είδες τίποτα; Μήπως είδες τον Άγιο Λουκά και σε συνόδευε;
Ή πόρτα στο κελάρι του Μοναστηρίου κάποια στιγμή δεν άνοιγε. Το μεγάλο κλειδί δεν γύριζε στην κλειδαριά, κι έτσι οι μοναχές δεν μπο­ρούσαν να μπουν μέσα για ένα απόγευμα. Την άλλη μέρα το πρωί, ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα ξαναπροσπάθησε, αλλά πάλι δίχως απο­τέλεσμα. Όποτε πήρε το κλειδί, ανέβηκε στο κελί του και ζήτησε να το σταυρώσει. Εκείνος το πήρε στα χέρια του με φυσικότητα, προσευχήθη­κε για λίγο σιωπηλά, το σταύρωσε και το έδωσε πίσω. Πήγαινε ν' ανοίξεις! είπε με βεβαιότητα. Ό άνθρωπος έβαλε μετάνοια εκ νέου και κατέβηκε. Με το πού γύρισε το κλειδί, ή κλειδαριά άνοιξε αμέσως. Ωστόσο, όταν λίγο μετά την άλλαξαν και έβαλαν καινούρια, διαπίστωσαν πώς όλα ήταν σπασμένα μέ­σα της και λογικά δεν μπορούσε να λειτουργεί.
Ό Γέροντας είχε το χάρισμα να βρίσκει νερό στο έδαφος, και μάλιστα να γνωρίζει το βάθος στο όποιο είναι και την ποιότητα του - έκανε με τα χείλη και τη γλώσσα σαν να το γευόταν και σου έλεγε τη γεύση του. Είχε πει πώς του είχε μεταδώσει αυτή την ικανότητα ο Γέροντας Πορφύριος ακουμπώντας τον στον ώμο. Κι αυτό το πετύχαινε είτε περπατώ­ντας σ' ένα συγκεκριμένο μέρος και απλώνοντας προς το έδαφος το χέρι του, πού έτρεμε ολόκληρο ανεξέλεγκτα και με μεγάλη δύναμη λες και είχε εξαρθρωθεί, είτε τοποθετώντας την παλάμη του πάνω σ' ένα χάρτη ή και σ' ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα.
Επίσης, μπορούσε να βρίσκει σε ποιο μέρος είχε πολλά ψάρια. Έτσι, όταν μερικοί από τη Θεσσαλονίκη του πήγαν κάποτε ένα χάρτη, πέρασε από πάνω το χέρι του και στα σημεία οπού τρεμόπαιζε τους αποκάλυ­ψε ότι ήταν ψαρότοποι. Οι άνθρωποι διαπίστωσαν αργότερα ότι όλες οι περιοχές πού έδειξε ήταν γεμάτες, αλλά και προστατευόμενες από την ελληνική πολιτεία, οπότε απαγορεύεται το ψάρεμα. Τους φανέρωσε όχι μόνο για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά και για τα νησιά του Αιγαίου όλα.
Ακόμη, είχε και το χάρισμα να βρίσκει τις ασθένειες κάποιου, όταν ήταν δίπλα του, αφού μόλις περνούσε ψηλά από το σώμα του ανθρώ­που σαν μαγνητική τομογραφία το χέρι του, αυτό σταματούσε εκεί πού ο άλλος έπασχε, ενώ συγχρόνως παλλόταν ανάλογα με την ασθένεια και τη σοβαρότητα της, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση.
Ένα πνευματικό του παιδί από την Αμφίκλεια θέλησε κάποτε ν' αλλά­ξει το αυτοκίνητο πού είχε, ένα ΝΙΣΣΑΝ παλαιάς τεχνολογίας, και να πά­ρει ένα καινούριο. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και αποφάσισε να πάει στη Λαμία μαζί με την οικογένεια του, να κάνουν και τα ψώνια τους. Σκέφτηκε όμως πρώτα ν' ανεβεί στο Μοναστήρι, να πάρει την ευχή του Γέροντα, και μετά να κάνουν το ταξίδι (65 χιλιόμετρα είναι το Δαδί από τη Λα­μία). Τότε άκουσε τον Γέροντα να του λέει:
- Τι να σε κάνω; Πρέπει να θυμάσαι αυτή τη μέρα.
Ό άνθρωπος δεν κατάλαβε. Έβαλε την οικογένεια του στο αυτοκίνη­το, πήγαν στη Λαμία, παράγγειλαν το καινούριο όχημα, ψώνισαν και επέστρεψαν. Άλλα τότε, όταν προσπάθησε να παρκάρει στη συνηθισμέ­νη του θέση στο σπίτι, διαπίστωσε έκπληκτος πώς ο Ιμάντας του αυτο­κινήτου ήταν κομμένος και πεταμένος στο έδαφος. Δηλαδή, είχε κάνει τη διαδρομή των 65 χιλιομέτρων χωρίς αυτόν. Τούτος ο εξωτερικός Ιμάντας (κίνησης δυναμό και αντλίας νερού) εάν κοπεί, τότε δεν γυρίζει ούτε ή αντλία ούτε το δυναμό, με αποτέλεσμα να σηκώνει θερμοκρασία, αφού δεν γυρίζει ή αντλία νερού, και να μην έχει ενέργεια ή μπαταρία. Όποτε πήγε σ' ένα γνωστό του μηχανικό αυτοκινήτων και ανέφερε το γεγονός. Ό μηχανικός του μίλησε «συνωμοτικά»:
-Μην το πεις σε άλλους, γιατί θα σε κοροϊδέψουν. Αυτό δεν γίνεταιούτε με θαύμα.
Παρ' όλα αυτά, εκείνος ρώτησε ακόμη δύο ειδικούς στα αυτοκίνητα. Και εκείνοι, όταν άκουσαν το περιστατικό, δεν το πίστεψαν. Αυτός όμως πού έζησε το θαυμαστό και ή οικογένεια του γνώριζαν.
Τον χειμώνα του 1996 επισκέφθηκαν τον Γέροντα στην Αθήνα μια μη­τέρα με την τρίχρονη κόρη της. Ό παππούς πήρε το κορίτσι στην αγκα­λιά του και άρχισε να του λέει αργά και καθαρά το Θεοτόκε Παρθένε. Μόλις τελείωσε, ζήτησε να το πουν μαζί. Το παιδί, κοιτώντας τον στα μάτια, άρχισε να το επαναλαμβάνει μετά από κάθε φράση του. Όταν τελείωσαν, της ζήτησε να το πει μόνη. Και ή μικρή, πού καλά-καλά δεν μιλούσε, το απήγγειλε όλο δυνατά και καθαρά χωρίς διακοπή.
Υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων, πού βεβαιώνουν ότι ο Γέροντας μπορούσε να παρίσταται σωματικά σε δύο μέρη συγχρόνως ή ότι μπο­ρούσε να μετακινείται στον χώρο δίχως να επηρεάζεται από τα καιρικά φαινόμενα, όπως να πηγαίνει από ένα μέρος σε άλλο με βροχή και απροστάτευτος, αλλά να φθάνει στον προορισμό του εντελώς στεγνός.
Στο μετόχι της Αθήνας ήταν μια μέρα ο Γέροντας, ή Γερόντισσα Παρθενία, ή αδελφή Γαλήνη (νυν Γερόντισσα) και άλλοι τέσσερις λαϊκοί, τρεις γυναίκες και ένας άνδρας. Οι οικοδεσπότες, που ήταν πάντοτε πο­λύ φιλόξενοι, προσκάλεσαν επιμόνως τους επισκέπτες να φανέ. Είχαν λίγο κοτόπουλο και χόρτα, τα όποια όμως δεν έφταναν παρά για δύο, το πολύ τρία άτομα. Έστρωσαν το τραπέζι.
- Ευλόγησον, Γέροντα, είπε ή Γερόντισσα Παρθενία.
Εκείνος ευλόγησε κι έπειτα ή μοναχή μοίρασε το φαγητό. Ήταν πεντανόστιμο. Όλοι έφαγαν και όλοι χόρτασαν.
Ένα παρόμοιο με το προηγούμενο συμβάν έγινε πιο παλιά, γύρω στο1970-71. Ήταν Πάσχα και στο Μοναστήρι υπήρχε πολύς κόσμος. Για φαγητό είχαν μόνο ένα αρνί και πατάτες. Άλλα οι υπηρέτες της Μονής και των ανθρώπων δεν ανησυχούσαν. Ό Γέροντας Αμβρόσιος ευλόγη­σε την τράπεζα, έτσι το φαγητό έφτασε για όλους και περίσσεψε.
Όταν τον Οκτώβριο του 1999 είχαν φέρει την εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, μία γυναίκα προσπάθησε δύο φορές να πάει να την προσκυνήσει, όμως στάθηκε αδύνατον. Ό κόσμος ήταν πολύς και θα χρειαζόταν ώρες να το καταφέρει. Λόγω σωματικής αδυναμίας, δεν το μπόρεσε. Τηλεφώνησε στον Γέ­ροντα και εκείνος την προέτρεψε να μη χάσει την ευκαιρία:
- Να ξαναπάς, παιδί μου. Να, μία ώρα θα χρειαστείς να περιμένειςστη σειρά. Να πας τώρα. Είναι μεγάλη ευλογία.
Εκείνη, από υπακοή, το ξαναπροσπάθησε. Διαπίστωσε πώς ο κόσμος ήταν εξίσου πολύς, σχηματίζοντας ουρά χιλιομέτρων. Και πήγε, και περίμενε, και σε μία ώρα ακριβώς βρισκόταν μπροστά στην Εικόνα, αλλά και στο Τίμιο Ξύλο πού είχε βγει απ' την Ί. Μ. Βατοπεδίου. Προσκύνη­σε με μεγάλη ευλάβεια, όμως δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πώς έγινε και ο χρόνος μειώθηκε τόσο μπροστά στη μεγάλη επιθυμία της.
Μια Κυριακή του Θωμά (πιθανόν το 1998), με έκπληξη ή αδελφή Νεκταρία διαπίστωσε πώς το ακάνθινο στεφάνι πού είχαν τοποθετήσει στο κεφάλι του Κυρίου είχε ανθίσει. Ήταν ξεραμένο και το είχαν ήδη χρησιμοποιήσει τις δύο προηγούμενες χρονιές. Τώρα είχε βγάλει μικρά κόκκι­να και πράσινα ανθάκια. Πήγε στη Γερόντισσα Παρθενία.
- Γερόντισσα, επάνω στον Εσταυρωμένο υπάρχουν λουλουδάκια,την πληροφόρησε.
Το είδε και ο Γέροντας. Ό όποιος, επειδή δεν του άρεσε η κοσμοσυρ­ροή στο Μοναστήρι και ή προσέγγιση του θείου μόνο από τα θαυμα­στά και τα υπερφυσικά, είπε στις αδελφές:
- Δείτε το, πιστέψτε, είναι θαύμα, αλλά μην το πείτε. Δεν θέλω να έρχονται στο Μοναστήρι γι' αυτό. Να το κρατήσουμε για εμάς. Το στεφάνι έμεινε ανθισμένο για 20 μέρες περίπου.
Μια φορά, ο Γέροντας βρισκόταν με άλλους σ' ένα ιδιωτικό αυτοκίνη­το και πήγαιναν προς την περιοχή του Διονύσου. Ανέβαιναν για προ­σκύνημα σε κάποιο Μοναστήρι, όταν σε μια στροφή κατέβαινε με Ιλιγ­γιώδη ταχύτητα από την αντίθετη πλευρά ένα αυτοκίνητο, το όποιο κα­τευθυνόταν προς αυτούς. Ό Γέροντας μόλις πού πρόλαβε να πει «Πανάγια, βοήθα μας!» και κάτι σαν τεράστιο χέρι τους σήκωσε όλους μαζί με το αυτοκίνητο και τους έβαλε πάλι στην άσφαλτο, σώζοντας τους από βέβαιο τρακάρισμα, από το όποιο κανείς δεν ξέρει ποιος θα ζούσε και πώς.
Τον Μάιο του 2005 ένα ζευγάρι πού πολύ αγαπούσε τον Γέροντα πήγαιναν προς το Μοναστήρι. Ή γυναίκα του έφερνε από τα Ιεροσό­λυμα ένα σταυρό, τον όποιο της είχαν δώσει Άγιοταφίτες. Ό σύζυγος της όμως οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και στην Εθνική Οδό, στο Ύψος της Θήβας, κινδύνεψαν σοβαρότατα. Το αυτοκίνητο τους βρισκόταν ανάμεσα σε δύο νταλίκες, όταν ο άνδρας ήταν έτοιμος να προσπεράσει. Άλλα εκείνη την ώρα ανασηκώ­θηκε το καπό, ακούστηκε ένας θόρυβος σαν έκρηξη, ράγισε το παρμπρίζ και βούλιαξε ο ουρανός του αυτοκινήτου. Ξαφνικά, δεν έβλεπε μπροστά του σχεδόν τίποτα. Ή γυναίκα κραύγασε «Παναγία μου!» και, χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν δεξιά. Πίσω τους ακριβώς είδαν ένα όχημα οδικής βοήθειας, λες και τους περίμενε. Στην καφετέρια πού ήταν κοντά, οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησαν τους είπαν πώς «είχαν άγιο».
Τηλεφώνησαν στο Μοναστήρι, για να πουν το γεγονός και να μην τους περιμένουν γρήγορα. Άκουσαν τότε τη μοναχή να τους λέει:
- Ά, γι' αυτό ο Γέροντας ήταν ανήσυχος και έλεγε: «Τρέξε, Κύριε!Τρέξε, Κύριε!».
Όταν έφτιαξαν το αμάξι, πήγαν στο Μοναστήρι και διηγήθηκαν με λεπτομέρειες όσα πέρασαν. Ό Γέροντας είπε:
- Πρόσεξε Τι θα σου πω. Όταν ξεκινάς να πηγαίνεις κάπου, θα σταυ­ρώνεις το τιμόνι 3 φορές και θα λες: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Δεν θα παθαίνετε τίποτα. Άκου Τι έγι­νε. Την ώρα πού συνέβη αυτό, εγώ το είδα. Και είδα την Υπεραγία Θεο­τόκο να φεύγει απ' το Μοναστήρι, να πιάνει το τιμόνι και αυτός να σκάει. Δεν την είδες εσύ την Υπεραγία Θεοτόκο;
Ζούσε ακόμη ή Γερόντισσα Παρθενία, όταν ρώτησε κάποιος τον Γέ­ροντα σχετικά με τον φοβερό πόνο πού είχε στο μάτι:
- Γέροντα, Τι να κάνουμε με το μάτι σου;
- Παιδί μου, του απάντησε εκείνος, ξέχασε το. Δεν θα φύγει αυτός ο πόνος και οι γιατροί δεν πρόκειται να βρουν ποτέ Τι έχω.
- Γιατί, παππούλη;
- Γιατί παρακάλεσα εγώ τον Κύριο να μου δώσει αυτόν τον πόνο.Του είπα: «Κύριε, εσύ τόσα έκανες για μένα. Δώσε μου έναν πόνο ανυ­πόφορο, να υποφέρω κι εγώ για Σένα, για χάρη Σου». Και μου είπε ο Κύριος: «θα τον αντέξεις αυτόν τον πόνο πού θα σου δώσω;». Του είπα: «Εάν με βοηθήσεις, για την αγάπη Σου θα τον αντέξω». Και από εκείνη τη στιγμή μου ήρθε ο
πόνος αυτός..
Λίγο μετά την κοίμηση του αγαπημένου φίλου του, του μακαριστού Επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου, μία γυναίκα πού τους αγαπούσε πολύ και τους ευλαβείτο, ανέβηκε στη Μονή Δαδιού. Ήταν έγκυος στον 5ο μήνα και ήθελε τη συμβουλή του σχετικά με μια θερα­πεία πού της είχε συστήσει ο γιατρός. Ό Γέροντας ήταν άρρωστος και κλινήρης. Της είπε:
- Εγώ θα φύγω για το νοσοκομείο σήμερα. Εσύ θα μείνεις έως το βράδυ, για να διαβάσεις.
- Καλά, Γέροντα, απάντησε αυτή, χωρίς να καταλαβαίνει,
Και κατέβηκε στην κουζίνα, για ν' ασχοληθεί με κάτι. Πέρασε αρκετή ώρα. Ξαφνικά, τον αισθάνθηκε ολοζώντανο δίπλα της να της λέει:
- Ανέβα επάνω, να με χαιρετίσεις. Φεύγω.
Ή γυναίκα δεν έδωσε σημασία, γιατί νόμισε ότι είναι πειρασμικό, και συνέχισε να καθαρίζει χόρτα. Όμως σε λίγο τον άκουσε ξανά:
- Παιδί μου, δεν ακούς; Ανέβα να με χαιρετίσεις.
Εκείνη έκανε πάλι να μη δώσει σημασία, όμως την τρίτη φορά ή φωνή του στ' αυτιά της ήταν επιτακτική: - Ανέβα επάνω τώρα!
Τότε έσπευσε να τον συναντήσει. Είχε έρθει το ασθενοφόρο, τον είχαν βάλει στο φορείο και μόλις τον έβγαζαν από το κελί. Καθώς την είδε, την τράβηξε από το χέρι και τη ρώτησε:
- Τι θέλεις; - Τίποτα, Γέροντα. - Τι θέλεις; επανέλαβε γνωρίζοντας τον λόγο πού ήθελε πολύ να τον δει. Τα πνευματικά του παιδιά τα πρόσεχε και τα φρόντιζε, αλλά ήθελε και να εκφράζεται το αίτημα.
- Ξέρεις, μου είπε ο γιατρός να κάνω μια συγκεκριμένη θεραπεία,αλλά εγώ φοβάμαι, απάντησε τότε αύτη.
- Θα κάνεις ότι σου είπε ο γιατρός, της είπε και φεύγοντας την ευλό­γησε.
Πράγματι, έτσι έγινε. Ή γυναίκα ακολούθησε τη θεραπεία του για­τρού, αυτή ήταν επιτυχημένη, και τώρα χαίρεται στην αγκαλιά της τον μικρό της γιο.
Ένας νέος άντρας έζησε την ακόλουθη συγκλονιστική εμπειρία: Ό Γέ­ροντας ήταν βαριά άρρωστος, κοιμόταν και δεν υπήρχε ή δυνατότητα να τον δει, γιατί ήταν πολύ κουρασμένος, με αποτέλεσμα να μην τον ακούσει. Αυτός όμως, όπως είπε, είχε την «ανθρώπινη και εγωιστική ανάγκη» να πάρει την ευλογία του. Βγήκε λοιπόν από το Μοναστήρι, πήγε από την πλευρά του δρόμου πού ήταν το παράθυρο του κελιού του κλειστό και άρχισε να προσεύχεται μες στο κρύο.
Ξαφνικά, άρχισαν να βγαίνουν ζεστές φωτεινές σφαίρες στο μέγεθος μπάλας του τένις από το παράθυρο του κελιού του, οι όποιες τον γέμι­ζαν ενέργεια και ζεστασιά. Ένα πούλμαν με προσκυνητές, σταματημένο πιο πάνω, έμειναν άναυδοι κοιτώντας το ανεξήγητο αυτό γεγονός. Μό­λις συνήλθε από την εμπειρία και τους είδε, έφυγε συγκλονισμένος γρή­γορα και διακριτικά, για να μην πάρει διαστάσεις το θέμα. "Όλο αυτό κράτησε περίπου δύο λεπτά.

Τον επισκέφθηκε ένας ιερέας και μία γυναίκα, την οποία ο Γέροντας είχε πολύ βοηθήσει. Μπήκαν στον θάλαμο, αλλά δεν του μίλησαν. Ή γυναί­κα του άφησε μία μικρή εικόνα της Αγίας Παρασκευής πού είχε πάρει μαζί της και ξεκίνησαν να φύγουν αμέσως. Όμως πρόλαβαν να δουν τον Γέροντα, ο όποιος υποτίθεται ότι δεν είχε καμιά επαφή με το περι­βάλλον, να σηκώνει το χέρι του και να τους ευλογεί. βρισκόταν στο νοσοκομείο της Λαμίας και ήταν σε καταστολή.
Στα θαυμαστά γεγονότα, τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός Ότι ο Γέροντας ευωδίαζε. Οι μαρτυρίες γι' αυτό είναι πολλές. Το βε­βαιώνουν οι μοναχές της Μονής, οι όποιες τον ζούσαν στις διάφορες στιγμές του. Αυτό μπορούσε να συμβαίνει ξαφνικά, ακόμη και όταν ήταν νηστικός επί μέρες, είτε στο Μοναστήρι είτε στο νοσοκομείο. Το στόμα του, το σώμα του και ο χώρος γύρω ευωδίαζαν.
Αλλά και με άλλους είχε συμβεί κατ' επανάληψιν. Το ένιωθε ή γυναί­κα πού έραβε τα ράσα του, μόλις τον πλησίαζε να του πάρει μέτρα. Το ένιωσε μια άγνωστη πού τον συνάντησε στον δρόμο κάτω από το μετόχι στην Αθήνα και πήγε να πάρει την ευχή του. Το ένιωθαν πνευματικά παιδιά του πού τον βοηθούσαν ν' αλλάξει τη μουσκεμένη από τον Ιδρώτα φανέλα του, όταν βρισκόταν στα διάφορα νοσοκομεία, όπως όταν ήταν άρρωστος με ειλεό και τον θεράπευσε ο Άγιος Νεκτάριος. Αλλά και όταν κοιμήθηκε, επί όση ώρα ήταν ανοιχτό το στόμα του διαχεόταν από αυτό ευωδιά έντονη, ενώ, τέλος, κάποια από τα προσωπικά του αντικείμενα συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να ευωδιάζουν το ίδιο έντονα.
Εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε δύο περιστατικά πού συνέβησαν στο νοσοκομείο της Λαμίας, σε κάποια από τις τελευταίες νοσηλείες του εκεί. Το ένα άφορα μία καθαρίστρια, ή οποία έμπαινε κάθε τόσο μέσα στον θάλαμο με τη σκούπα και τη σφουγγαρίστρα. Κάποια στιγμή, αφού το έκανε και για δεύτερη μέρα, τη ρώτησε το πνευματικό παιδί πού δια­κονούσε τον Γέροντα αν θέλει κάτι.
-Συγγνώμη πού σας ενοχλώ, απάντησε εκείνη, αλλά έρχομαι εδώγια να αναπνεύσω. Τι μυρωδιά είναι αυτή πού έχει το δωμάτιο; Δεν τηνέχει κανένα άλλο. Έμπαινε μέσα, γιατί μοσχομύριζε ο θάλαμος.
Και το δεύτερο περιστατικό ήταν, όταν το ίδιο πνευματικό παιδί πού τον φρόντιζε τη νύχτα φώναξε κάποια στιγμή ένα νοσοκόμο να βοηθή­σει ν' αλλάξουν τον Γέροντα, ο όποιος ήταν ιδρωμένος. Μόλις έβγαλαν τη φανέλα, του την έδωσε να μυρίσει. Ευωδίαζε.
- Τι κολόνια έχεις βάλει; ρώτησε ο άνθρωπος πού δεν ήξερε.
Του είπε να σκύψει και να μυρίσει τον κατάκοιτο Πατέρα Αμβρόσιο.
- θέλω κι εγώ ν' αγαπήσω τον θεό και τον ψάχνω, αλλά δεν ξέρωπώς να τον βρω, είπε συγκινημένος ο νοσηλευτής.Και άρχισε να πηγαίνει κοντά του τα βράδια. Έπειτα, πολύ σύντομα, το αποφάσισε. Άρχισε να εξομολογείται και να κοινωνά, όταν μάλιστα έφτασε ή ώρα, παρευρέθηκε και στην κηδεία του Γέροντα.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Το διορατικό χάρισμα του Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ


Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορι­σμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέ­πουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο ή πίσω άπ' το βουνό. Και αυτό όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση, Και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη. Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο.
Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυ­ναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε Και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
- Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου! ...
Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι Και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία Και φώ­ναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί Και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του.
Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Άλλα μια μέρα πού τον είχε πάρει να ζητήσει ευχή για τον ίδιο Και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιος είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος;Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυ­ρίου εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, άπ' Αυτόν να ζητάς την ευχή Και την προστασία Και σ' Αυτόν να γονατίζεις Και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, πού, εννοείται, δεν ήξερε τίποτε για το πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος ή για το πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.

Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν Και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέ­ροντα. Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας Και αμφισβη­τώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε άπ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι Και βγήκαν γελού­σαν Και ειρωνεύονταν.
Αυτή απόρησε. Και μπήκε μέσα, να δείτε είχε συμβεί. Ό Γέροντας της είπε:
- Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν Και κούτσουρα έφυγαν.
- Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κα­τά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.

- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Μα περά­σουν;
- Όχι. Μα φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας Και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς,Και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα γαλλικά), έμει­νε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα Και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώ­ρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει.
Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοα­καρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευ­τες στερήσεις Και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ή κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με τη σορό της ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα Και κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της Και συζη­τούσαν για τα βάσανα πού είχε περάσει, όταν ξάφνου ευωδίασε ο τό­πος· χιλιάδες άνθη Και λουλούδια να υπήρχαν, δεν θα μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν Και απόρησαν. Δεν είχαν εξήγηση.
Ανάμεσα σ' εκείνους πού τη συνόδευαν ήταν κι ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα Αμβρόσιου, πού λίγες μέρες μετά πήγε Και του ανέφερε το γεγονός. Του είπε μόνο πώς μια γυναίκα πέθανε Και ευωδίασε ο τόπος. Εκείνος στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Έπειτα μπήκε στο δωμάτιο του, έμεινε για λίγο Και επέστρεψε.
- Αυτή αγίασε, απάντησε. Και ξέρεις τον λόγο; Γιατί ποτέ στη ζωή της δεν παραπονέθηκε. Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο θεός, για να γεμί­σει τον Παράδεισο Και να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;

Ένας γιατρός, μετά από κάποια επίσκεψη του στο Μοναστήρι, όπου είχε ακούσει τον Γέροντα να του λέει πολλά για τη ζωή του, αναρωτιό­ταν αν αυτά ήταν αληθινά ή του τα έλεγε για ευχές. Βγήκε έξω ζαλι­σμένος. Συνάντησε μια μοναχή Και της εξέφρασε ψιθυριστά την αμφι­βολία του:
- Αδελφή, ο Γέροντας τα λέει αυτά προφητικά ή τα λέει για να τα πει;
- Μα, τι είναι αυτά πού ακούω; αναπήδησε ξαφνιασμένη ή μοναχή.
- Συγγνώμη, αλλά καμιά φορά μπαίνει μέσα μας ή αμφιβολία, είπε αυτός Και επέστρεψε σε λίγο να πάρει την ευχή του πριν φύγει.
- Γεια σου, Γέροντα, ήρθα να σε χαιρετίσω Και να φύγω.
- Ποιος είσαι εσύ; τον άκουσε τότε να του λέει.
- τι ποιος είμαι, Γέροντα; Ό γιατρός είμαι, πού μιλάγαμε πριν απόλίγο, είπε ο άνθρωπος Και σκέφτηκε πώς ο παππούς είναι κουρασμένος
ή πώς άρχισε να «πέφτει» Και δεν θυμάται.
- Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; επέμενε ο Γέροντας.
- Να πάρω την ευχή σου.
-Όμως γιατί ήρθες σ' ένα Γέροντα πού τα λέει στην τύχη; είπε κοιτάζον­τας τον κατευθείαν στα μάτια. Μα ξέρεις πώς όσα λέω δεν είναι δικά μου. Αυτός τα λέει. (Και του έδειξε την εικόνα του Κυρίου.) Δεν τα λέω εγώ.

Ό Γέροντας αγαπούσε πολύ τα παιδιά Και λυπόταν, εάν κάποιο πο­νούσε ή υπήρχε περίπτωση να χαθεί.
Έτσι, όταν τον επισκέφθηκε κάπο­τε μια οικογένεια, γύρισε στον 1 2χρονο γιο Και του είπε:
- Καλός είσαι. Πας στην εκκλησία;
- Πάω.
- Εξομολογείσαι;

- Εξομολογούμαι.
- Ά, καλά. 'Αλλά στα μπαράκια μην ξαναπάς. Πώς δεν πάει; επέμενε ο Γέροντας.
- Έχει πάει δύο φορές κι ετοιμάζεται ΝΑ ξαναπάει. Κι όπως στράφηκε προς το παιδί, εκείνο είπε με συστολή:
-Έ... Γέροντα, με πήγαν, εγώ δεν...
- Όποτε άρχισε αυτός να τους νουθετεί Και να λέει για τα νυχτερινά κέντρα πώς είναι ο τόπος ταφής των νέων.
«Εκεί ο διάολος είναι ακρά­τητος Και σκορπά θάνατο», τόνισε χαρακτηριστικά
Κάποια γυναίκα στο Ηράκλειο της Κρήτης εξομολογείτο στον Πνευ­ματικό της Και συχνά του εξέφραζε μια μεγάλη επιθυμία:
- Πώς θα γίνει, πάτερ, ν' αγαπήσω τον πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου; Αυτό είναι δύσκολο πράγμα. Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.
Και εκείνος τη συμβούλευε σχετικά για τον τρόπο πού έπρεπε ν' ακο­λουθήσει, ώστε να φτάσει σ' αυτό το σημείο.
Άλλα μια φορά, πού είχε πάει με τον άντρα της Και τον αδελφό της στο Δαδί, αφού είδαν τον Γέροντα, μίλησαν αρκετά Και ήρθε η ώρα να φύ­γουν, τον άκουσε να την αποχαιρετά, σχεδόν στο αυτί, με τα έξης λόγια:
- Άντε, Και σου εύχομαι ο Θεός να σε βοηθήσει ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου.
Ένα πούλμαν με εκδρομείς κατευθυνόταν προς τις κατασκηνώσεις του Παρνασσού.
Περνώντας από τη Μονή Δαδιού, έκαναν μια σύντομη 3τάση Και εκεί συνάντησαν τον Γέροντα.
Αφού προσκύνησαν την Πα­ναγία, τον πλησίασαν κι εκείνος τους μίλησε.
Επέμενε πολύ στη μετά­νοια, στην εξομολόγηση Και στη θεία Κοινωνία.
Κάποιος όμως άπ' τους επισκέπτες άρχισε να βρίζει τους Ιερείς Και να λέει μεταξύ άλλων:
- Εσείς οι παπάδες πρέπει να εξομολογείστε Και να μετανοείτε, πού κάνετε τόσα.
Αλλά τότε ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος του, χτύπησε τη μαγκούρα που κρατούσε στο έδαφος και του είπε έντονα:
- Εσύ τολμάς να μιλάς έτσι για τους παπάδες, πού πέθανε ο αδελ­φός σου Και αδίκησες την οικογένεια του;
Ό άνθρωπος ταράχτηκε, κοκκίνισε, δεν άνοιξε πάλι το στόμα του Και βγαίνοντας άπ' το Μοναστήρι πήγε στην πηγή με το κρύο νερό πού τρέ­χει Και δροσίζει τους περαστικούς, για να βρέξει το πρόσωπο του Και να συνέλθει.
Στο μεταξύ, ο Γέροντας πλησίασε κάποιον άλλον επισκέπτη, τον αγκάλιασε Και του είπε:
-Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έλα όμως να σου πω κάτι, να το διορ­θώσεις. Και τον πήρε παράμερα Και τον συμβούλεψε.

Πήγε ο Γέροντας σε κάποιο Μοναστήρι μ' ένα νέο ιερέα, πνευματικό του παιδί, για να προσκυνήσουν.
Στο αρχονταρίκι πού κάθισαν, υπήρχε μία παλιά φωτογραφία μοναχών της Μονής.
Την ώρα πού έπιναν τον καφέ έπιασε τη φωτογραφία και του είπε στο αυτί, δείχνοντας ένα μοναχό από τους 20 περίπου πού εικονίζονταν:
- Τους βλέπεις; Μόνο αυτός σώθηκε.

Ένας άνδρας έκανε στη γυναίκα του για κάποια περίοδο μια ιδιαίτε­ρη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, πού πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθά­νοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο Γέροντας Και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στη γυναίκα του.
- Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.

Το 1990, στη διάρκεια μιας θείας Λειτουργίας ζήτησε από ένα πνευματικό του παιδί πού τον είχε επισκεφθεί στο Μοναστήρι να διαβάσει κατά την ώρα της Προθέσεως τα ονόματα των ανθρώπων, τους οποίους ο συγκεκριμένος νέος (μετέπειτα κληρικός) είχε φέρει να διαβαστούν Και ευλογηθούν - τους γνώριζε προσωπικά, "Άρχισε, λοιπόν, αυτός να τα διαβάζει.
Μόλις όμως έφτασε σε μια οικογένεια πού είχε 4 παιδιά Και περνούσε δυσκολίες, ο Γέροντας, χωρίς κανείς να τον έχει πληροφορήσει σχετικά, είπε ξαφνικά:
- Τώρα εδώ σταματάμε. Αυτός ο πατέρας Και αυτή ή μάνα έχουν με­γάλη ανάγκη. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή. 'Ά, μεγάλη ανάγκη εδώ!
Κάποτε, ένα άλλο πνευματικό του παιδί είχε τα ονόματα πού επρό­κειτο να διαβαστούν γραμμένα σ' ένα χαρτί, ζώντες Και κεκοιμημένους. Όταν βγήκε ο Γέροντας στην Ωραία Πύλη, επειδή δεν έβλεπε καλά, του έδωσε το χαρτί να διαβάσει. Εκείνος ξεκίνησε με τους ζώντες. Όταν όμως τελείωσαν Οι ζώντες, δεν έκανε μια παύση, ώστε να πει ο Ιερέας «έτι δεόμεθα υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών...», αλλά πήγε αμέσως στους κεκοιμημένους.
- Στοπ! του φώναξε τότε ο Γέροντας, πού Και δεν έβλεπε το χαρτί, ώστε να τους ξεχωρίζει, Και δεν γνώριζε κάτι για την κατάσταση του καθενός.
Κι αφού διάβασε τη δέηση υπέρ των κεκοιμημένων, έκανε νόημα στο πνευματικό του παιδί ν' αρχίσει να διαβάζει τα ονόματα τους.

Μια φορά, ένας νέος επιστήμονας έδωσε χρήματα από τον μισθό του, πού μόλις είχε πάρει, σε κάποιον ο όποιος είχε ανάγκη. Δεν είπε πουθε­νά το παραμικρό για την ενέργεια του Και ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί ο Γέροντας, μόλις τον είδε, του είπε:
- Αυτά πού έδωσες ή Παναγία θα στα δώσει πίσω. Ή Παναγία χαί­ρεται Και ότι δίνεις θα στο επιστρέφει. Αυτό να ξέρεις στη ζωή σου.
Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς ποσόν πού είχε προσφέρει ο άνθρω­πος το έλαβε πίσω μετά από δύο μέρες μ' έναν εντελώς αναπάντεχο τρό­πο από ένα «τυχαίο» κέρδος.

Όταν νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», ένα πρωί ή νοσηλεύτρια του έφερε τα φάρμακα του. Όμως εκείνος έβρισκε αφορμή Και καθυστε­ρούσε να τα πάρει. Δεν έδειχνε απροθυμία, αλλά με γλυκό τρόπο το απέφευγε.
Αφού πέρασε μισή ώρα περίπου, έφθασε ή ίδια νοσηλεύτρια σε κατά­σταση πανικού Και ρώτησε το πνευματικό του παιδί, το όποιο βοηθούσε τον Γέροντα, αν πήρε τα χάπια του. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, είπε ανακουφισμένη:
- Ευτυχώς, γιατί ήταν άλλου ασθενούς. Έκανα λάθος Και αυτά πού του είχα φέρει ήταν βαριά φάρμακα. Τους έδωσε τα δικά του, Και αυτή τη φορά ο Γέροντας τα πήρε αμέ­σως, χωρίς να φέρει εμπόδιο
Κάποια φορά, εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, οπού αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρ­μένο Και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα Και Οι πειρα­σμοί» (Κεφ. 12 ' ). Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, του γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να πα­ρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας στα­μάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του Και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:
- Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι' αυτούς τους λόγους.
Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.

Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο όποιος με το πού τον είδε του είπε:
- Την ευχή σου, Γέροντα.
- Εσύ τι κάνεις; τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως Και τον ρώτησεεκείνος.
- Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι Και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.
- Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.
- Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τουςΠατέρες κ.λπ.
- Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστή­ρι, για να σωθείς.
-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.
Όποτε τον πλησίασε Και του είπε κάνοντας την κίνηση με την παλά­μη, βάζοντας την στον λαιμό του:
- Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;
Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν' αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι Και 'ίσα πού μπόρεσε ν' αρθρώσει:
- Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.
Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα Και κά­ποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:
- Ποιος είναι αυτός;
- Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε Και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΔΑΔΙΟΥ
Ό Χριστός είναι εδώ! Γιατί δεν πιστεύεις; Πίστεψε και θα πάνε όλα καλά. Μόνο πίστεψε.
Περίμενε! Μη φοβάσαι! Ή Χάρις του Θεού σε σκεπάζει. Περίμενε! Συγχωράμε τους ανθρώπους, δεν μαλώνουμε μαζί τους.
Να χαίρεστε! Μα αγαπάτε ο ένας τον άλλον! Να συγχωρείστε! Να προσεύχεστε! Να αγαπάτε τον Θεό και την Παναγία, όπως και όλους τους Αγίους μας!
Να ζητάς αγάπη από τον Κύριο. Μέσα στην αγάπη κρύβονται όλες οι αρετές.
Να μην είσαι προσκολλημένος στα γήινα. Να Βλέπεις ψηλά, τον Πα­ράδεισο, κι Εκείνος θα σε περιμένει. και να ξέρεις ότι δεν τα καταφέρ­νουμε μόνοι μας. Ή Χάρις του Κυρίου θα μας βοηθήσει.
Απ' το στόμα πού βγαίνει προσευχή δεν πρέπει να βγαίνει κατάρα. Ή πραγματική ζωή είναι σαν θωρηκτό, πού δεν το προσβάλλει τίποτα.
Έρχονται οι φουρτούνες κι εσύ δεν παθαίνεις τίποτα.
Ενώ το αντίθετο γίνεται, όταν δεν αγωνίζεσαι.
· Ό,τι καλό κάνεις και αγώνα πνευματικό, τον κρατάς στη χούφτα σου και πας επάνω. Δεν στον παίρνει κανείς.
· Τίποτα δεν αφήνει ο Θεός απλήρωτο, ούτε το καλό ούτε το κακό. Και μάλιστα το καλό το πληρώνει πολλαπλάσια.
Εμείς δεν εξουθενώνουμε τους ανθρώπους. Τους βάζουμε ιώδιο στις πληγές.
· Παιδί μου, αν μπορούσαμε να δούμε πόσο μας αγαπάει ο Θεός, πό­σο καλός είναι ο Θεός, θα τρελαινόμασταν.
· (Παραμονή Χριστουγέννων) Σήμερα γεννιέται ο Χριστός, κι άλλοι τραγουδάνε και χορεύουν σε τραπέζια και θυσιάζουν το βρέφος.
· Δεν μπορούμε να είμαστε και με τον Χριστό κα[ με τον πονηρό. Πρέ­πει ν' αποφασίσουμε.
· Τι θέλει ο Κύριος; Αλήθεια, δικαιοσύνη και πίστη. Κι αυτά πού έχει ή καρδιά μας να τα έχουν και τα χείλη μας - όχι άλλα τα χείλη και άλλα ή καρδιά.
· Αν δείτε άνθρωπο ειλικρινή, με αγάπη και πίστη, φιλάτε του τα πό­δια. Να μου τον φέρετε, να σκύψω να του τα φιλήσω κι εγώ.
· Τον βλέπετε αυτόν τον πεύκο απέναντι; Δεν φτάνει πού δεν καρποφο­ρεί, είναι και καμένος. Αυτό το κούτσουρο είμαι εγώ. Μου έδωσε τό­σα χρόνια ο Θεός, και τίποτε δεν έκανα. Σύντομα πεθαίνω και δεν είμαι έτοιμος.
· Αλίμονο από μένα, αν δεν μετανοήσω και δεν κλάψω για τις αμαρτίες μου.
Ερχόσαστε για τον Αμβρόσιο; Όχι! Για την Παναγία να ερχόσαστε και, αν Αυτή το επιτρέψει, θα πάρετε την ευχή κι από εμένα.
· Χρειάζεται μετάνοια, όπως αυτή πού έδειξαν οι Νινευίτες, για ν' αλλάξουν οι βουλές του Κυρίου. Διαφορετικά, έρχονται πολλά δεινά στον κόσμο.
· Να έχεις πίστη δυνατή. Ό Κύριος είναι εδώ, δεν είναι στον Ουρανό. Ή πίστη δίνει σταθερότητα στη ζωή του ανθρώπου. Ό Κύριος μας σώζει καθημερινά, μας βοήθα. Ή ολιγοπιστία είναι αμαρτία.
· Ή Γραφή είναι μία και αιώνια και αληθινή. Δεν μπορούμε να παίρνου­με κομμάτια και να τη χρησιμοποιούμε όπως μας βολεύει. Έχουμε κάνει τον δικό μας Θεό. Κόβουμε και ράβουμε ότι μας συμφέρει.
· Δεν θα κριθούμε από τις πράξεις μας, αλλά από την προαίρεση και το έλεος του Θεού.
· Νομίζουμε ότι αυτή ή ζωή δεν περνάει. Περνάει πάρα πολύ γρήγορα και σημασία έχει που θα βρεθείς μετά.
· Αν είσαι μοιχός, πόρνος, ψεύτης, κλέφτης, πρόστυχος, δεν θα δεις Θεού πρόσωπο.
· Την πορνεία την πληρώνουμε με αίμα ή με μεγάλο πόνο.
· Προσοχή από την πορνεία. Να μη θέλει ο ένας να πάρει τη γυναίκα του άλλου. Να διώχνετε τέτοιους λογισμούς. Όταν ζητάς τη γυναίκα του άλλου, φεύγει ή αγάπη από τη δική σου και έρχεται το διαζύγιο.
· Ό Θεός δεν μας κατηγορεί επειδή πέφτουμε, αλλά επειδή δεν σηκωνόμαστε. Ή ανθρώπινη φύσις, βλέπεις, είναι εύόλισθος.
· Την κοπριά θα την πετάς στα χωράφια, μην την κρατάς μέσα. Μην τη φυλάς για σένα. Να την πετάς στα χωράφια για λίπασμα.
· Να μετανοείτε και να εξομολογείστε, γιατί ή ζωή είναι σύντομη και χωρίς αυτά πάς στην κόλαση.
· Ή μετάνοια είναι δώρο του Θεού. Πρέπει να τη ζητάμε, για να γίνουμε σκεύη εκλογής.
· Άσε τα παλιά. Να τα ξεχάσεις όλα! Από εδώ και πέρα!
· Αυτή ή κοπέλα φαίνεται, δεν έχει ψωμί να φάει, κι εσύ έχεις όλα σου τα αγαθά. Να ανοίξεις την καρδιά σου και να πεις: «Γιατί να τρώω όλο εγώ; Γιατί να μη δίνω και μια δεκάρα σε μια κοπέλα πού πεινάει και βασανίζεται μέσα στη ζωή;». Ακούς; Τον πλησίον, δηλαδή. Γιατί όλοι είμεθα κατά την απόφαση του Χρίστου μας· αδέλφια θα βρε­θούμε εκείνη την ήμερα. Εδώ έχομε διακρίσεις, αλλά εκεί όλοι οι σω­ζόμενοι είναι αδέλφια του Χριστού και θα είναι μια ψυχή, μια καρδιά.
· Τώρα ο Χριστός έχει κατέβει εδώ κάτω, δίπλα σου. Εγώ τον βλέπω.Εσύ δεν τον βλέπεις, γιατί δεν έχεις πίστη. Μου είπε ότι θα σου δώσει αυτά πού θέλεις, αλλά ζητάει για αντάλλαγμα να κάνεις, έστω τρεις φορές τον χρόνο, φιλανθρωπίες σε παιδάκια πού είναι άρρωστα στο νοσοκομείο. Ξέρεις Τι είναι να δίνεις χρήματα για ένα φτωχό παιδάκι πού είναι άρρωστο; Μεγάλο μισθό παίρνεις από τον Θεό.
· Δώστε όσο περισσότερα μπορείτε. Ένα πράγμα πού σώζει τις ψυχές είναι ή ελεημοσύνη. Εσείς κοιτάτε να φτιάχνετε εδώ τα σπίτια. Φτια­χτέ κι ένα σπιτάκι στον Ουρανό, να σας περιμένει...
· Να κάνετε ελεημοσύνες στους γειτόνους και σε όλους πού έχουν ανάγκη. Που είναι ή αγάπη, όταν δεν κάνουμε ελεημοσύνη;
· Από αυτά πού παίρνετε να δίνετε και στους φτωχούς, σ' αυτούς πού δεν έχουν. Όχι να δίνετε από τα περισσεύματα σας ή τις κληρονο­μιές. Αυτό δεν έχει καμιά αξία.
· Δεν είναι καιρός για ξεφαντώματα και πανηγύρια. Να προσπαθείτε να αποθηκεύετε στην ψυχή σας. Να κάνετε ελεημοσύνες και προσευχή.
· Μα μην είστε φιλάργυροι, αλλά φιλεύσπλαχνοι.
· Ή ελεημοσύνη σκεπάζει ένα βουνό αμαρτίες ίσαμε τον Παρνασσό.
· Να ξέρεις κάτι, παιδάκι μου: Τσιγκούνης στην τσέπη, τσιγκούνης και στα αισθήματα.
· Ό θεός δεν επιτρέπει σ' εμάς να βλέπουμε τον κόσμο των αοράτων, γιατί, αν τον βλέπαμε, θα τρελαινόμασταν. Αν βλέπαμε γύρω μας τι υπάρχει και κινείται, θα τρελαινόμασταν.
· Να πάς τώρα στον Θεό; Που θα πας με άδεια βαλίτσα; Πρέπει να γε­μίσεις τη βαλίτσα σου. Αυτόν τον καιρό είναι άδεια. Πώς θα πας στον Κύριο;
· Το πόσο θα ζήσουμε είναι σφραγίδα από την ώρα πού γεννιόμαστε.
· Πολλοί έρχονται εδώ, γιατί πρέπει να έρθουν κι όχι από αγάπη γιατην Παναγία. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός, αλλά αγαπάω την Πανα­γία και τον Χριστό.
· Εγώ δουλεύω για του Κύριο!Ή αγάπη για τον θεό είναι απόλυτη. Για να μας βοηθήσει ο Χριστός, πρέπει κι εμείς να κοπιάσουμε - για να λάβουμε. Όπως ο γεωργός κουράζεται και μετά απολαμβάνει τους καρπούς, έτσι κι ο Χριστός θέλει κόπο, προσευχή και προσοχή.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

A MIRACLE BY ST. NICHOLAS IN KIEV IN THE 1920s



Source: "Pravoslavnaya Russia'" ("Orthodox Russia"'), Issue no. 13, 1997, translated from the original Russian text by G. Sprukst.
It was nearly half a century ago that I first heard of this miracle wrought by St. Nicholas. Never had I chanced to read anything about it in the writings of the Church. T would not want this case of the saintly bishop's help to depart to my grave with me.
During the mid-l94OS (I can not recall the exact date), I had to spend the night in the city of Munich in West Germany. The
city was in ruins after the war, and I would be forced to spend the night outside. Fortunately, there chanced to be a "Good Samaritan" church-house in the city, and I was provided with its address.
There were two of us in the room, myself, and a man unknown to me, some 40-45 years of age. We introduced ourselves, each to the other. I do not remember either his name or his surname—and they probably would not have been "real," anyway. We had to sleep on wooden benches and chairs. So, in order to pass the night more quickly, we fell to talking. I can't remember why, but my roommate, for some reason or other, asked me whether I was acquainted with the miracle of St. Nicholas that took place in Kiev in the 19ZOS. I did not know of it, and he related the follow­ing tale to me:
"In Kiev, at the northern section of the city, there dwelt an elderly widow with her son and daughter. The old woman dearly loved St. Nicholas and, in all cases of difficulty, would go to his church to pray before the image of the saintly bishop, always receiving consolation and the easing of her misfortune. Her son, seemingly a student, became an officer.
The governments of the city changed frequently: Whites, Reds, a Hetman, a Directory, Poles, Germans, etc. All former officers were arrested on the spot, an the old woman's son was among them. His sister rushed about from one "department" of the time to another. She ran her legs off, but achieved noth­ing. But the old woman ran off to St. Nicholas. Long did she pray before his icon; then she returned home, consoled—she was certain that the saintly bishop will help. She sat down to have a cup of tea, while her daughter's hands simply fell to her sides. "O, woe! Her brother had vanished!"
The son returned home at dawn of the following day, famished, beaten, dirty and weary. According to him, a large group of officers under a strong convoy of guards was being led off to Pechersk. This is the hilly section of town, opposite from Podol, by the Kiev-Caves Lavra. There was a large hippodrome there, where horse races were held. Beyond it, there was a grove, and rampart-trenches which had been dug, as a defense against the Swedes. It was in that grove, by the rampart-trenches, that the shootings took place.
They had come up to the hippodrome when, suddenly, some little old man or other stepped out from around a corner. He approached the convoy commandant and asked: 'Where are you taking them?'
The commandant replied, rudely: 'To Dukhonin's H.Q.!' (which meant, in the jargon of the time, 'to be shot'). 'Go away, old man!'
The old man left, but, in doing so, he took the old woman's son by the hand and said: 'Let him go. I know him.'
Neither the commandant nor the escort-guards replied with even so much as a single word, nor did they hinder him. The little old man led the young fellow out around the corner saying, 'Go on home to your mother,' and vanished away somewhere.
The old woman was overjoyed and immediately took off to thank St. Nicholas. The son wanted to do nothing more than to lie down and have a good, long sleep, but his mother took him along with her to the church. He had probably been there on previous occasions, but had been little interested in anything.The little old woman led him up to a huge image of the saintly bishop. The son turned ashen-pale and began to trem­ble. He could only whisper: 'Mother, dear, but that's the very same elder who led me to freedom...' "Wondrous is God in His Saints.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΣΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

Αγοράστε ένα φυσικό κερί από αυτά που πάμε στην εκκλησία για να μπούνε στην Αγία Τράπεζα.

Πάρτε καρβουνάκια και λιβάνι και ένα προσευχητάριο από αυτά που σίγουρα έχετε στο σπίτι σας.


Ανάψτε και το καντήλι και ξεκινάμε.
Το βράδυ που όλα είναι πιο ήσυχα γονατίστε μπροστά στο εικονοστάσι σας, ανάψτε το λιβάνι – ανοίξτε λίγο και κανένα παράθυρο για να μπορούν τα καημένα τα δαιμόνια να φύγουν πιο άνετα – ανάψτε το κεράκι σας και κάντε ένα απόδειπνο με Χαιρετισμούς ή την Παράκληση της Κυρίας Θεοτόκου.


Είναι τόσο Όμορφη η Κυρά των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων που πραγματικά οι ψυχές όλων μας μόνο αγάπη και γαλήνη μπορούν να πλημμυρίσουν.

Προς Δόξαν Θεού, αδερφοί μου πρέπει να εργαζόμαστε και αυτήν την αγάπη πρέπει να καλλιεργούμε μεταξύ μας.


ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ......
Στα μοναστήρια, κυρίως του Αγίου Όρους, ορίζεται από την αδερφότητα ένας μοναχός με το ακόλουθο διακόνημα:
Κάθε πρωί πηγαίνει στα κελιά των υπολοίπων αδερφών και τους λέγει:
- Καλημέρα αδερφέ, υπάρχει και ο θάνατος.

«Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά πάντων υμών»

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ


ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΑΜΠΝΤΟΥΛ ΟΓΚΛΙ

«Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν»

………….Μετά την κούρα μου ή υγεία μου χειροτέρεψε και οι πειρασμοί μεγάλωσαν. Ειδικά για τρεις μέρες δέχτηκα σφοδρούς πειρασμούς, για τους οποίους δεν γνώρισα πολλά πράγματα.
Γνώριζα από τα πατερικά κείμενα και από τον πνευματικό μου π. Άνατόλιο ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί και σκέψεις προέρχονται από τους δαίμονες και πολλοί, χωρίς να ξέρουν, νομίζουν ότι είναι δικές τους σκέψεις. Τώρα όμως κατάλαβα από την πείρα μου ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί, όπως της πορνείας, φθόνου, κακίας, βλασφημίας κ.λπ. έρχονται πράγ­ματι στο νου μας από τους δαίμονες και ο νους μας λες και αρχίζει να κάνει διάλογο μαζί τους.
Έτσι οι δαίμονες πολλές φορές γέμιζαν το κελί μου, μου έδειχναν βρώμικες οπτασίες ουρλιάζοντας, βλασφημώντας την Εκκλησία, την Παναγία, τον Χριστό. Άκουγα τις φωνές τους πολύ καθαρά, όπως ακούμε τις φωνές των απλών ανθρώπων, και τους έβλεπα με πραγματικά σώματα. Ό κύριος σκοπός τους ήταν να με αποσπάσουν με κάθε τρόπο από την προ­σευχή μου. Φρίκη και τρόμος γέμιζε τότε την ψυχή μου, επει­δή δεχόμουν τις πιο δυνατές επιδέσεις και πειρασμούς από τους δαίμονες, όταν άρχιζα να προσεύχομαι. οι πειρασμοί και οι δαιμονικές επιδέσεις συνεχίστηκαν όχι μόνον τη νύχτα αλ­λά και την ημέρα.

«Εγώ οράσεις επλήθυνα»

Την Πέμπτη, 13 Μαΐου, γύρω στις τρεις τη νύχτα, άρχισα να διαβάζω τους χαιρετισμούς του αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Ό Κύριος μου έστειλε τέτοια ευλογία, πού είχα πολλά δάκρυα. Όλο το βιβλίο έγινε μούσκεμα από τα δά­κρυα μου. Όταν τελείωσα τον όρθρο, άρχισα να διαβάζω τον 50ό ψαλμό «Ελέησον με ο Θεός...» και μετά το σύμβολο της Πίστεως, Το διάβασα όλο και το τελείωσα με τις λέξεις «προσ­δοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Εκείνη τη στιγμή κάποιο αόρατο χέρι πήρε τα δικά μου χέ­ρια, τα σταύρωσε και το κεφάλι μου περικυκλώθηκε από φωτιά, πού έμοιαζε με το κίτρινο χρώμα του ουράνιου τόξου. Αυ­τή ή φωτιά δεν με έκαιγε, αλλά γέμιζε όλο το σώμα μου με ανείπωτη χαρά, τέτοια χαρά, πού δεν είχα νιώσει ποτέ. Αύτη τη χαρά δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε με καμιά χαρά του κόσμου τούτου. Δεν θυμάμαι μάλιστα πότε και πώς είδα τον εαυτό μου να μεταφέρεται σε κάποια άλλη, Θαυμάσια και πα­νέμορφη περιοχή, σ' ένα τοπίο γεμάτο φως. Δεν έβλεπα σ' αύ­τη την περιοχή τίποτα άπ' όσα έχω δει στη γη. Έβλεπα μόνο μία χωρίς όρια Θάλασσα φωτός.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν δίπλα μου, από την αρι­στερή πλευρά, δυο άνθρωποι. Ό ένας ήταν νέο παλικάρι, ο άλ­λος ήταν γέροντας. Πήρα τότε την πληροφορία ότι ο ένας ή­ταν ο άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος και ο άλλος ή­ταν ο μαθητής του ο άγιος Έπιφάνιος. και οι δυο ήταν αμί­λητοι. Αμέσως είδα μπροστά μου ένα παραπέτασμα χρώμα­τος μπορντό. Κοίταξα ψηλότερα πάνω από το παραπέτασμα και είδα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καθόταν σε θρόνο και ή­ταν ντυμένος με πολύτιμα άμφια, πού έμοιαζαν του αρχιερέως, και στο κεφάλι φορούσε μίτρα. Δεξιά του Κυρίου στεκό­ταν ή Παναγία και αριστερά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, φορώντας ρούχα πού έμοιαζαν με αυτά των εικόνων, Ό άγιος Ιωάννης κρατούσε στο ένα χέρι του το Σταυρό του Κυρίου. Αριστερά και δεξιά του Κυρίου είδα δυο πανέμορφους νέους, πού έλαμπαν από χαρά και κρατούσαν ρομφαίες όλο φως. Ε­κείνη τη στιγμή ή καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά. Κοι­τούσα τον Σωτήρα και ένιωθα αγαλλίαση, μόνο και μόνο πού μπορούσα να βλέπω το πρόσωπο Του. Ό Κύριος φαινόταν στην ηλικία των τριάντα περίπου χρόνων. Έτσι συνειδητοποί­ησα ότι εγώ, ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, ο χειρότερος και από σκύλο, αξιώθηκα από τον Κύριο μια τέτοια φιλανθρωπία, να βρίσκομαι μπροστά στο θρόνο της δόξας Του. Ό Κύριος με κοίταζε με τρυφερότητα, λες και ήθελε να μου δώσει δύναμη. Με το ίδιο βλέμμα με κοιτούσε ή Παναγία και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Άλλα ούτε από τον Κύριο, ούτε από την Παναγία, ούτε από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή αξιώθηκα να ακούσω έστω και μία λέξη.
Ακόμα, είδα μπροστά στον Κύριο Ιησού τον ιερομόναχο της σκήτης μας, τον π. Νικόλαο Λοπάτιν, ο όποιος είχε πε­θάνει από το μεσημέρι της 10ης Μαΐου και δεν τον είχαμε α­κόμη ενταφιάσει, επειδή περιμέναμε να ρθεί ο αδελφός του από τη Μόσχα. Ό π. Νικόλαος έκανε μετάνοιες μπροστά στον Κύριο, μα δεν φορούσε τα μοναχικά ρούχα, αλλά τα ρούχα του δοκίμου. Στα χέρια του κρατούσε το κομποσχοίνι και ή κεφα­λή του ήταν ακάλυπτη. Αν του είπε κάτι ο Κύριος, ή Πανα­γία, ο άγιος Ιωάννης και οι δυο νέοι, δεν πρόσεξα.
Έπειτα κοίταξα δεξιά και είδα πάρα πολλούς ανθρώπους να πλησιάζουν κοντά μου. Καθώς πλησίαζαν, άρχισα ν' ακούω όμορφες, γλυκιές ψαλμωδίες, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρί­σω τις λέξεις και τι ακριβώς έψελναν. Όταν πλησίασαν κοντά μου, μπορούσα να τους δω καλύτερα. Είδα τότε ότι μερικοί φο­ρούσαν άμφια αρχιερέων, ιερέων, μερικοί ήταν μοναχοί, ενώ άλ­λοι κρατούσαν κλαδιά. Είδα και αρκετές γυναίκες με πλού­σια και όμορφα ρούχα. Στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων αναγνώρισα πολλούς αγίους πού ήξερα από τις εικόνες: τον προφήτη Μωυσή, πού κρατούσε στο δεξί χέρι τις εντολές, τον προφήτη Δαβίδ, πού κρατούσε ένα μουσικό όργανο όμοιο με σαντούρι και έπαιξε ωραιότατες μελωδίες. Είδα και το δικό μου άγιο, τον άγιο Νικόλαο.

Μέσα σ' όλους αυτούς αναγνώρισα και μερικούς στάρετς της Οπτινα, πού είχαν ήδη κοιμηθεί, όπως τον Λεωνίδα, τον Μακάριο, τον Αμβρόσιο και μερικούς γέροντες της μονής πού ακόμη ήταν εν ζωή. Όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι του Θεού με κοιτούσαν. και τότε φάνηκε μπροστά μου, ανάμεσα σε μένα και το παραπέτασμα, μια μεγάλη, σκοτεινή και βαθιά άβυσσος, σαν χαράδρα, αλλά το σκοτάδι αυτής της χαράδρας δεν με εμπόδιζε να διακρίνω στο βάθος το βασιλιά του σκότους, έτσι όπως τον ζωγραφίζουν στις εικόνες. Στα χέρια του καθόταν ο Ιούδας, πού κρατούσε ένα σακούλι. Δίπλα του εί­χε τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, πού φορούσε ένα ράσο πρά­σινου χρώματος και πάνω στο κεφάλι του ένα πράσινο τουρμπάνι. Γύρω από το σατανά, ο όποιος ήταν στο κέντρο της α­βύσσου, είδα πάρα πολλούς ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, άνδρες και γυναίκες, αλλά δεν αναγνώρισα κανέναν από τους γνωστούς. και μέσα από την άβυσσο ανέβαιναν σε μένα φω­νές απελπισίας και φρίκης, φωνές πού δεν μπορείς να περι­γράψεις με λόγια...

«Των αθεάτων τα κάλλη»

Αυτό το φρικτό δράμα τελείωσε. Ξαφνικά βρέθηκα σ' έναν άλλο τόπο, πού ήταν γεμάτος φως και έμοιαζε με τον τόπο πού είδα την πρώτη φορά. Τους αγίους Ανδρέα και Επιφάνιο δεν τους είχα πια δίπλα μου. Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ομορφιά υπήρχε σ' αύτή την τοποθεσία. Μια ομορφιά πού δεν περιγράφεται και δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Εάν ε­μείς κάποιες φορές συναντούμε μεγάλη δυσκολία για να περιγράψουμε την ομορφιά της γης και δεν βρίσκουμε λόγια, παίρ­νουμε τότε χρώματα και ήχους και προσπαθούμε να την περιγράψουμε με αυτά τα μέσα. Πώς λοιπόν εγώ ο φτωχός μπο­ρώ να περιγράψω τις ομορφιές του παραδείσου; Είναι εξαιρε­τικά φτωχή ή γλώσσα του ανθρώπου, για να περιγράψει τη θαυ­μάσια αύτη εικόνα.
Είδα εκεί μεγάλα, πανέμορφα δέντρα, γεμάτα καρπούς. Ή­ταν το ένα πλάι στο άλλο σαν δεντροφυτεμένος δρόμος. Δεν μπορούσα να διακρίνω πού τελειώνει αυτός ο δρόμος. Από πάνω τα δέντρα αυτά ένωναν τα κλαδιά τους και δημι­ουργούσαν έναν καταπράσινο θόλο. Ό δρόμος ήταν στρωμέ­νος με κάτι πού έμοιαζε με καθαρό χρυσάφι. Ή γη έλαμπε.
Στα δέντρα ήταν πολλά πουλιά, πού έμοιαζαν λίγο με τα που­λιά των τροπικών χωρών, αλλά ήταν πολύ πιο όμορφα. Το κε­λάηδημα αυτών των πουλιών ήταν πολύ αρμονικό και καμιά μουσική της γης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα αυ­τών των ήχων. Κελαηδούσαν χωρίς λόγια.
Σ1 αυτό το μεγάλο κήπο υπήρχε κι ένας ποταμός. Το νερό ήταν πεντακάθαρο. Στο βάθος, ανάμεσα στα δέντρα, πρόσε­ξα όμορφες μονές. Έμοιαζαν με παλάτια. Θύμιζαν λίγο τα πα­λάτια πού είχα δει στην Κωνσταντινούπολη, μόνο πού αυτές οι μονές ήταν απερίγραπτης ομορφιάς. Το χρώμα των τοίχων ήταν μοβ κι έμοιαζαν με το ρουμπίνι. Ό παράδεισος μου θύμιζε κάπως τη σκήτη μας στην Οπτινα, οπού τα κελιά των μο­ναχών βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και ανάμεσα τους υπάρχουν οπωροφόρα δέντρα. Ποιος έφτιαξε τη σκήτη μας με αυτό το σχέδιο, δεν ξέρω.
Ό παράδεισος ήταν περιτριγυρισμένος από έναν τοίχο. Ε­γώ είδα μόνον τη νότια πλευρά. Στον τοίχο διάβασα τα ονό­ματα των 12 αποστόλων. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Είδα επίσης κι έναν άνθρωπο πού ήταν ντυμένος με λαμπρά ρούχα και καθόταν σ' ένα θρόνο λευκού χρώμα­τος. Ήταν περίπου 60 χρονών, αλλά το πρόσωπο του, παρό­λο πού ήταν άσπρα τα μαλλιά του, ήταν σαν πρόσωπο ενός παλικαριού. Γύρω του ήταν πάρα πολλοί φτωχοί, στους ο­ποίους μοίραζε κάτι. Τότε μία φωνή μου είπε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Έκτος άπ' αυτόν, δεν αξιώθηκα να δω κανέναν άλλον από τους αγίους κατοίκους του παραδείσου.
Στη μέση του παραδείσου είδα τον ζωοποιό Σταυρό με τον εσταυρωμένο Κύριο. Ένα αόρατο χέρι μου έδειξε να προ­σκυνήσω το Σταυρό. Πράγματι γονάτισα μπροστά στο Σταυ­ρό και, καθώς προσκυνούσα, γέμισε ή καρδιά μου από ουρά­νια γλυκύτητα. Σαν μια θερμή φλόγα να γέμισε όλο το σώμα μου .
Ύστερα άπ' αυτό είδα μια μεγάλη μονή, πού έμοιαζε με τις άλλες μονές του παραδείσου, μόνο πού ήταν πολύ πιο ό­μορφη σε σύγκριση με τις άλλες. Ή στέγη έμοιαζε με το σόλο της εκκλησίας και ήταν τόσο ψηλή, πού χανόταν στον ουρανό. Σ' αυτή τη μονή, σ' έναν εξώστη είδα θρόνο περίλαμπρο, οπού καθόταν ή Βασίλισσα των Ουρανών. Γύρω της υπήρχαν πολύ όμορφοι νέοι με λαμπρά, κατάλευκα ρούχα και κρατού­σαν στα χέρια τους αντικείμενα πού έμοιαζαν με σκήπτρα, αλλά δεν ξεχώριζα τι ήταν ακριβώς. Ή Βασίλισσα των Ουρα­νών ήταν ντυμένη με τα ίδια ρούχα πού συνήθως ζωγραφίζε­ται στις εικόνες, μόνον πού ήταν πολύχρωμα. Στο κεφάλι της φορούσε στέμμα βασιλικό. Ή Βασίλισσα των Ουρανών με κοί­ταζε και κάτι μου έλεγε με τρυφερότητα, αλλά δεν αξιώθη­κα ν' ακούσω τα λόγια της.
Έπειτα κι άπ' αύτη την οπτασία αξιώθηκα να δω την Α­γία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι όπως απεικονίζονται στις αγίες εικόνες, δηλαδή τον Πατέρα σαν σεβάσμιο γέροντα, τον Υιό σαν νεότερο άνδρα πού κρατού­σε στο δεξί χέρι τον ζωοποιό Σταυρό και το Αγιον Πνεύμα πού έμοιαζε με περιστέρι. Την οπτασία της Αγίας Τριάδος την είδα στον αέρα. Μου φάνηκε πώς περπατούσα πολύ χρόνο μέσα στον παράδεισο απολαμβάνοντας ομορφιές του παρα­δείσου, πού δεν χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου.
Όταν τελείωσε αυτό το όραμα και ξαναβρέθηκα μόνος στο κελί μου, ευχαρίστησα τον Θεό για αυτή τη μεγάλη παρη­γοριά και χαρά πού αξιώθηκα να δω, εγώ ο μεγάλος αμαρτωλός. Όλη την υπόλοιπη ημέρα ήμουν εκτός εαυτού, από τη μεγάλη χαρά πού γέμιζε την καρδιά μου. Τίποτα δεν μπο­ρούσε να συγκριθεί μ' αυτή τη χαρά πού ένιωθα και πού δεν ξανάζησα στη ζωή μου.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Θαυμαστές φωτογραφίες



Άγιοι και βασιλείς

Οἱ βασιλεῖς οἱ κραταιοὶ καὶ σπουδαῖοι ἔχουν πεθάνει καὶ τὰ ἐπιτεύγματά τους ἔχουν καταστραφεῖ.

Ὁ ἐσταυρωμένος ὅμως ζεῖ καὶ βασιλεύει.

Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἅγιοί του Θεοῦ.
Τὸ ὅτι ζοῦν φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τὴ διατήρησή του μέχρι σήμερα. Οἱ βασιλεῖς ζῶντες πέτυχαν ὅτι πέτυχαν.
Ὁ Χριστὸς καὶ ὅταν ζοῦσε ἔκανε θαύματα καὶ νεκρὸς κάνει περισσότερα καὶ νικᾷ τοὺς διῶκτες του καὶ βασιλεύει σ’ ὅλο τὸν κόσμο.
Μετὰ τὸ θάνατο τῶν βασιλέων διασπαστῆκαν τὰ βασίλειά τους καὶ ἔπεσαν σὲ παρακμή.
Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων του ἰσχυροποιεῖται περισσότερο ὁ χριστιανισμός.

Ποῦ εἶναι τὸ μνῆμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου; Ποιὰ μέρα πέθανε, ποιοὶ γιορτάζουν τὸ θάνατό του; Κανεὶς δὲν γνωρίζει καὶ κανεὶς δὲν γιορτάζει.
Ἐνῷ τῶν ἁγίων γνωρίζουμε τὰ μνήματα, φυλάσσουμε τὰ λείψανα, ἔχουμε γι’ αὐτοὺς ὡς λαμπρὰ μαυσωλεῖα τοὺς ναοὺς καὶ ἡ μέρα τῆς θανῆς τοὺς εἶναι πανηγύρι καὶ ὁ σεβασμὸς σ’ αὐτοὺς τεράστιος καὶ ἀνεξάλειπτος.

Οἱ βασιλεῖς πηγαίνουν καὶ προσκυνοῦν τοὺς ἁγίους καὶ ζητοῦν τὶς μεσιτεῖες τους. Ἀκόμη καὶ τοὺς τάφους τοὺς βασιλικούς τους ἔβαλλαν στὰ πρόθυρα τῶν θυρῶν τῶν ναῶν. Καὶ οἱ κτητορικὲς «ἁγιογραφίες» τοὺς εἶναι μόνο στοὺς νάρθηκες τῶν ναῶν ποὺ αὐτοὶ κατασκεύασαν. Ἔτσι μοιάζουν νὰ εἶναι φρουροὶ καὶ θαλαμηπόλοι τῶν ἁγίων.

Ἐν τέλει οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ ἀληθινοὶ βασιλεῖς καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ παραδείσου.

Κι ἂν ἐδῶ στὴ γῆ ὑπερέχουν τόσο, στὸν οὐρανὸ ὑπερέχουν ἀφάνταστα περισσότερο. Καὶ βλέπουμε νὰ ἔχει ἀναστραφεῖ ἡ τάξη· οἱ μὲν βασιλεῖς νὰ ἔχουν περιβληθεῖ τὴν ἀξία δούλων καὶ ὑπηρετῶν ἐνῷ οἱ ὑπήκοοι τὴν ἀξία τῶν βασιλέων ἢ μᾶλλον ἀξία ἀνωτέρα τῶν βασιλέων.
Σύγκρινε τὶς βασιλικὲς αὐλὲς μὲ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων.

Στὶς αὐλὲς τῶν βασιλέων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσεγγίσει ὁ ὁποιοσδήποτε.
Ἐδῶ προσεγγίζουν οἱ πάντες· πλούσιοι καὶ πτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γέροι καὶ νέοι, κύριοι καὶ ὑπηρέτες. Ἐκεῖ ἐπικρατεῖ φόβος, ἐδῶ ἀπερίγραπτη ἱλαρότητα καὶ γλυκύτητα.

Μὰ θὰ μοῦ πεῖ κανεὶς ὑπάρχει μεγαλοπρέπεια στὶς ἐκδηλώσεις τῆς βασιλικῆς αὐλῆς καὶ τὸ θέαμα εἶναι ἐπιβλητικὸ καὶ εὐχάριστο.

Ὁ βασιλεὺς χρυσοστόλιστος καὶ στεφανωμένος μὲ στέμμα γεμάτο ἀπὸ πολύτιμες πέτρες, φορτωμένος παράσημα καὶ διάσημα, πάνω σὲ ἀγέρωχο ἄτι ἢ χρυσοστόλιστη ἅμαξα, νὰ περιτριγυρίζεται ἀπὸ ἄρχοντες, στρατηγούς, χιλίαρχους, ταξίαρχους, φύλαρχους, ὕπαρχους, ποικίλους δορυφόρους. Ναὶ ἀλλὰ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων τὰ πράγματα εἶναι σεβαστότερα καὶ φρικωδέστερα. Ἐδῶ ἀμέσως σκέπτεσαι τὸν οὐράνιο βασιλέα, τὸ στρατόπεδο τῶν ἀγγέλων, τὸ ὑψηλὸ θρόνο, τὴν δόξα τὴν ἀπρόσιτη καὶ ἀπλησίαστη.

Οἱ ἐπίγειοι βασιλεῖς ἔχουν ἐξουσία ἐπὶ τῶν ὑπηκόων τοὺς· οἱ ἅγιοι ἔχουν ἐξουσία ἐπὶ τῶν δαιμόνων. Τοὺς ὑποτάσσουν καὶ τοὺς σκλαβώνουν καὶ ἐλευθερώνουν ὅσους ἔχουν δεθεῖ ἀπὸ τὰ πικρότατα ἐκεῖνα δεσμά.

Οἱ ἅγιοι ποὺ φόρεσαν σώματα ἐπικρατοῦν τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων.

Ἡ σκόνη καὶ τὰ ὀστὰ καὶ τὰ ροῦχα καὶ ἡ σκιὰ καὶ ἡ τέφρα ἀπὸ τὰ σώματά τους, ἂν τοὺς ἔκαψαν, διασκορπίζουν τὶς ἀόρατες ἐκεῖνες φύσεις.

Τί φοβερώτερο καὶ μεγαλοπρεπέστατο ἀπ’ αὐτὸ τὸ θέαμα.

Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἔργα, Ε.Π.Ε. 20,51-57, περιληπτικὴ διασκευὴ

Πότε εορτάζουν οι Μάρτυρες

Οἱ γιορτὲς τῶν μαρτύρων δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὶς μέρες ποὺ γιορτάζουν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάθεση τῶν ἐορταστῶν. Ἐὰν μιμεῖσαι τὸν μάρτυρα, τὸν ζηλεύεις, τὸν ὑμνεῖς καὶ τὸν δοξάζεις καθημερινά, ἔχεις πόθο νὰ μαρτυρήσεις ὅπως αὐτός, τότε χωρὶς νὰ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἐσὺ τὸν γιορτάζεις. Κι ἂν δὲν εἶσαι στὸ ναὸ ἀλλὰ στὸ σπίτι σου, μπορεῖς καὶ μόνος σου χωρὶς γιορτὲς καὶ πανηγύρια, νὰ γιορτάζεις τὸν μάρτυρα. Καὶ τὰ λέω αὐτὰ ὄχι γιὰ νὰ μὴ πηγαίνεις στὸ ναὸ καὶ νὰ μὴ τιμᾷς τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ μάρτυρος, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσεγγίζεις μὲ σωστὴ διάθεση καὶ καθαρὴ συνείδηση καὶ νὰ δείχνεις τὴν ἴδια εὐλάβεια ὄχι μόνο τὶς μέρες τῆς ἑορτῆς τοὺς ἀλλὰ παντοτινά. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ σωστό? εἴτε εἶσαι στὸ ναό, εἴτε εἶσαι ἐκτὸς ναοῦ, νὰ τὸν γιορτάζεις καθημερινά. «Τιμὴ γὰρ μάρτυρος μίμησις μάρτυρος».
Ἐπίσης ἐὰν ἔχεις καθαρὴ συνείδηση καὶ μετέχεις στὸ μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας, ὅταν βρίσκεσαι σὲ λειτουργία, τότε γιορτάζεις τὸν μάρτυρα σωστά. Ἐὰν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ συμμετέχεις τυπικά, ἐπιφανειακά, ἐθιμοτυπικά, στὶς τελετὲς καὶ ὅλη ἡ φροντίδα σου περιορίζεται στὸ νὰ καθαρισθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἐνορίας σου, νὰ στολισθεῖ, νὰ ἔχεις μουσικὴ στὴ λιτανεία, καὶ νὰ γίνει λαμπρὴ δεξίωση τῶν πανηγυριστῶν, τότε δὲν ἑορτάζεις σωστὰ καὶ ὁ Θεὸς «μισεῖ τὴν ἑορτὴ αὐτή».
Λοιπὸν νὰ ἔρθεις στὸν ναό, νὰ πᾷς στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, νὰ συμμετέχεις στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις, ν’ ἀλειφθεῖς μὲ ἔλαιο, ν’ ἀσπασθεῖς τὰ λείψανα, τὸ μύρο ποὺ ὑπάρχει, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάλογη διάθεση καὶ καθαρότητα.

Τί συμβαίνει ὅμως σήμερα;
Ὅταν γιορτάζει ἕνας ναός, οἱ ἱερεῖς προσκαλοῦν τὸν κόσμο νὰ βοηθήσει στὴν καθαριότητα, στὸν στολισμό, στὴν παρασκευὴ γλυκῶν καὶ διαφόρων ἐδεσμάτων γιὰ τὴν ἑορταστικὴ δεξίωση, στὸ νὰ συμμετάσχουν στὶς ἑορταστικὲς καὶ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις. Σπάνια ὅμως τονίζουν τὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ προετοιμασία. Σπάνια νὰ ἐνημερώσουν ὅτι ἡ γιορτὴ τοῦ ἁγίου δὲν εἶναι τόσο τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ φαινόμενο τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων, ὅσο τὸ ἐσωτερικὸ καὶ τὸ κρυπτόμενο τῆς ψυχικῆς προετοιμασίας καὶ διαθέσεως. Πολὺ σπάνια νὰ τολμήσει κάποιος ἱερεὺς μιμούμενος τοὺς προφῆτες νὰ πεῖ? Ἃς καθαρίσουμε πρῶτα καὶ κυρίως τὸν ἑαυτό μας, ἃς μετανοήσουμε γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἃς συμφιλιωθοῦμε μὲ τοὺς ἐχθρούς μας, ἃς γίνει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου ἀφορμὴ γιὰ μία ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς μας καὶ ἂς εἶναι πιὸ λιτὲς καὶ ἁπλὲς οἱ ἑορταστικές μας ἐκδηλώσεις. Μὴ ρίχνουμε ὅλο τὸ βάρος τῆς προετοιμασίας σ’ αὐτές. Αὐτὸ θὰ εὐχαριστήσει περισσότερο τὸν ἅγιο ἀλλὰ καὶ τὸν Θεό.



Πόση εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἕλξη τῶν μαρτύρων! Τραβοῦν κοντὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ πλουσίους, νέους καὶ γέρους, ἀρρώστους καὶ ὑγιεῖς, ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, κυρίους καὶ ὑπηρέτες. Ὅπως ὅταν ἐμφανισθεῖ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, κρύβονται τὰ θηρία στὶς φωλιές τους, ἔτσι ὅταν ἐμφανισθεῖ τὸ φῶς τῆς ζωῆς τῶν μαρτύρων ἐξαφανίζονται τὰ πάθη τῆς ψυχῆς τὰ θηρία αὐτὰ τοῦ Σατανᾶ ποὺ καταδυναστεύουν τὴν προσωπικότητά μας.



Κάνατε τὴ νύχτα μέρα μὲ τὶς προσευχές σας. Μὴ κάνετε τὴ μέρα νύχτα μὲ τὰ πάθη σας. Δὲν ἐμποδίζω τὴν διασκέδαση ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἀπαγορεύω τὸ κρασὶ ἀλλὰ τὴ μέθη. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος στὴ χρήση ἀλλὰ στὴν κατάχρηση. Δὲν ἀποδοκιμάζω τὸ μέτρο ἀλλὰ τὴν ἀμετρία. Ἡ ἡδονὴ βρίσκεται στὸ μέτρο, ἐνῷ ἡ λύπη καὶ ἡ βαριεστιμάρα καὶ ἡ ἀηδία βρίσκεται στὴν ὑπερβολή. Ἡ ἁμαρτία πάντα εἶναι κακὴ ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὴν ἑορτὴ τοῦ μάρτυρος. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τὴν ζωὴ περιφρόνησε ἐσὺ τὰ πάθη. Ἡ ἑορτὴ τῶν μαρτύρων δὲν εἶναι γιὰ ἀνάπαυση ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνῃ ἀθλητὴς καὶ ἀγωνιστῆς σὰν ἐκείνους. Κανένας δὲν διασκεδάζει ὅταν ἔλθει στὸ στάδιο ἢ μπροστὰ στοὺς ἀγῶνες…



Ἦρθε λοιπὸν ἡ γιορτὴ τοῦ μάρτυρα διάβασε τὸ βίο του, μιμήσου τὰ κατορθώματά του, πόθησε τὰ μαρτύριά του, ἀγκάλιασε τὴ σορό του, δέσου στὴ λάρνακα. Ὄχι μόνο τὰ ὀστᾶ τῶν μαρτύρων, ἀλλὰ καὶ οἱ τάφοι τους, καὶ οἱ λάρνακές τους πηγάζουν πολλὴ εὐλογία. Πάρε ἅγιο ἔλαιο καὶ ἄλειψε ὅλο τὸ σῶμα σου, τὴ γλῶσσα, τὰ χείλη, τὸν λαιμό, τὰ μάτια, τ’ αὐτιά, καὶ ποτὲ δὲν θὰ πέσεις στὸ ναυάγιο τῆς ἁμαρτίας.



Τὸ ἀνωτέρω κείμενο εἶναι περιληπτικὴ διασκευὴ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Εἰς μάρτυρας Α΄»Ε.Π.Ε. 36,569.
.

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Τὸ δεύτερο βιβλίο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἡ Ἔξοδος, μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἐνῷ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὶς οἰκογένειές τους κι αὐτὸν τὸν ἴδιο, ὅταν πῆγαν στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὴν παγκόσμιο πεῖνα ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει τότε, ἦταν μόνο ἑβδομήντα πέντε ἄτομα, στὴν ἑπόμενη γενιὰ αὐξήθηκαν καὶ πληθύνθηκαν πάρα πολὺ «καὶ κατίσχυον σφόδρα».
Ἀνέβηκε δὲ στὸ θρόνο τῆς Αἰγύπτου ἄλλος Φαραώ, ποὺ σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν προκάτοχό του ποὺ ἦταν φίλος τῶν Ἰσραηλιτῶν, λόγω τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Ἰωσήφ, αὐτὸς στράφηκε ἐναντίον τους.


Ἐφάρμοσε ἐξοντωτικὰ μέτρα ἐναντίον τους. Παρόλα ὅμως τὰ μέτρα οἱ Ἰσραηλῖτες «ἴσχυον σφόδρα». Τότε ὁ Φαραὼ ἔδωσε ἐντολὴ στὶς μαῖες, ὅταν γενοῦν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἀρσενικὸ μωρό, νὰ τὸ σκοτώνουν. Ἐκεῖνες ὅμως φοβούμενες τὸ Θεὸ δὲν τὸ ἔκαναν, κι ὅταν τὶς κάλεσε σὲ ἀπολογία δικαιολογηθῆκαν, ὅτι οἱ Ἑβραῖες γεννοῦν μόνες τους, προτοῦ προλάβουν νὰ πᾶνε οἱ μαῖες. Τότε ὁ Φαραὼ ἔδωσε ἐντολὴ στὸ λαὸ τοῦ γενικά, μόλις δοῦν μωρὸ ἀρσενικὸ νὰ τὸ ρίχνουν στὸν ποταμὸ Νεῖλο.


Τότε ἀκριβῶς, κάποια οἰκογένεια, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ φυλὴ Λευί, ἀπέκτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ ἦταν πολὺ ὄμορφο. Τὸ ἔκρυψαν γιὰ τρεῖς μῆνες γιὰ νὰ μὴ τὸ ἀντιληφθοῦν οἱ Αἰγύπτιοι καὶ τὸ πνίξουν. Μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνες, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρατοῦν χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτό, σκέφθηκε ἡ μητέρα τοῦ μωροῦ τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Πῆρε ἕνα πανέρι, τὸ ἔχρισε μὲ ἄσφαλτο καὶ πίσσα γιὰ νὰ εἶναι ἀδιάβροχο καὶ τὸ ἄφησε σ’ ἕνα ἕλος, κοντὰ στὸ μέρος τοῦ ποταμοῦ ποὺ λουζότανε ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, καὶ κατασκόπευε ἡ ἀδελφή του τί θ’ ἀπογίνει. Κατέβηκε ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραὼ νὰ λουσθεῖ μαζὶ μὲ τὶς ὑπηρέτριές της καὶ παρατήρησε τὸ πανέρι ποὺ ἔπλεε. Τὸ πῆρε, τὸ ἄνοιξε, τὸ εἶδε ποὺ ἔκλαιε, τὸ λυπήθηκε καὶ εἶπε· «αὐτὸ τὸ μωρὸ εἶναι ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων». Τότε ἡ ἀδελφή του ποὺ παραμόνευε ἔτρεξε καὶ τῆς εἶπε ὅτι μπορεῖ νὰ τὴ βρεῖ παραμάνα νὰ τὸ θηλάσει. Ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ δέχθηκε κι ἔτσι τὸ μωρὸ γύρισε στὴ μητέρα τοῦ χωρὶς νὰ κινδυνεύει πλέον.


Ὅταν μεγάλωσε τὸ πῆρε ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ στὸ παλάτι, τὸ υἱοθέτησε καὶ τὸ ὀνόμασε Μωυσῆ, ποὺ σημαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ τὸ ἔσωσα.


Ἐκεῖ ὁ Μωυσῆς μορφώθηκε, ἐκπαιδεύθηκε στὴ διοίκηση καὶ ἔγινε δυνατὸς στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα (Πράξ. 7,22). Ὁ Φαραὼ ὁποῖος κυνήγησε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν ἐξοντώσει ἐφαρμόζοντας μέτρα γενοκτονίας εἶναι τύπος τοῦ Ἀντιχρίστου. Προεικονίζει ὅλους τους διῶκτες τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὰ χρόνια της Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὅλους τους διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ μετέπειτα, μέχρι καὶ τὴν ἐμφάνιση τοῦ τελικοῦ Ἀντιχρίστου.


Κι ὅμως ὁ Φαραὼ ποὺ σχεδίασε τὴν ἐξόντωση τῶν Ἑβραίων μὲ ἐξοντωτικὴ καὶ σκληρὴ ἐργασία καὶ ποὺ διέταξε τὸν πνιγμὸ τῶν ἀγοριῶν τους, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, σῴζει τὸν Μωυσῆ, τὸν παίρνει στ’ ἀνάκτορα, ὅπου μεγάλωσε μὲ πλήρη ἀσφάλεια καὶ παρέμεινε γιὰ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, τὸν μορφώνει, τὸν ἐκπαιδεύει στὴ διοίκηση καὶ τὸν προετοιμάζει γιὰ νὰ σώσει… τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιχειροῦσε νὰ καταστρέψει. Καὶ ἐπειδὴ o Μωυσῆς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα στὸ παλάτι γιὰ νὰ διοργανώσει τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Θεὸς κατευθύνει ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ νὰ ζήσει ἄλλα σαράντα χρόνια στὴ μόνωση τῆς ἐρήμου Μαδιὰμ βόσκοντας πρόβατα.


Ἐκεῖ μέσα στὴ σιωπή, στὴν προσευχή, στὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν πλήρη ἐγκατάλειψη καὶ ἀφάνεια, ὁ Μωυσῆς χωρὶς νὰ τὸ περιμένει καὶ ἔχοντας ἀπελπισθεῖ πλήρως γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του, δέχεται ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸ Θεό. Βλέπει ἕνα μυστηριῶδες φαινόμενο. Μία βάτος νὰ φλέγεται καὶ νὰ μὴ κατακαίγεται. Κι ἐνῷ πλησίασε γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ νὰ τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Θεὸς τὸν διάλεξε γιὰ νὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν ἀποστολὴ αὐτή. Πόσο εὐμήχανος εἶναι ὁ Θεός! Πόσο πάνσοφος! Πόσο μυστηριωδῶς κινεῖται καὶ ἑλίσσεται ἡ θεία πρόνοια!
Μέσα ἀπὸ τὴν κακία καὶ τὴ μοχθηρία τῶν ἀνθρώπων, κάτω ἀπὸ τὰ ἀμείλικτα κτυπήματα τοῦ διαβόλου καὶ τῶν συνεργατῶν του, κάτω ἀπὸ τὴν καταπίεση τῶν κατὰ καιροὺς ἀντιχρίστων, ὁ Θεὸς ἑτοιμάζει τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του. Ποιὸς θὰ τὸ πίστευε ὅτι μέσα στὸ παλάτι τοῦ ἀντιχρίστου Φαραὼ θὰ μεγάλωνε ὁ χριστὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε χρισθεῖ γιὰ νὰ σώσει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ; Τί ὀξύμωρο καὶ βλακῶδες ἀλλὰ καὶ ἀπίθανο, ὁ ἐχθρός του Ἰσραὴλ νὰ περιθάλπει καὶ νὰ προστατεύει αὐτὸν ποῦ θ’ ἀνατινάξει τὸ κράτος του; Πόσο συμβολικὸ καὶ διδακτικὸ τὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ καιόμενης βάτου! Φλέγεται καὶ κατακαίγεται ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, στὸ σύνολό του καὶ κατ’ ἄτομο χωριστά, ἀπὸ προβλήματα, θλίψεις, βάσανα, διωγμούς, διαβολικὲς μεθοδεύσεις καὶ ἀνθρώπινες μοχθηρίες καὶ κακίες, ἀπὸ ἀδελφικὰ μαχαιρώματα καὶ ἐχθρότητα τῶν οἰκείων, κι ὅμως δὲν καταναλώνεται καὶ δὲν ἐξαφανίζεται. Ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ φανερώνεται στὴ πλήρη της δόξα, ὅταν περισσεύουν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ διωγμοί.


Κι ὅταν εἴμαστε χίλια τοὶς ἑκατὸ βέβαιοι γιὰ τὴν καταστροφή μας, τότε, ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει καὶ μᾶς σῴζει, ἐνῷ αὐτοὺς ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ μᾶς ἐξοντώσουν τοὺς καταστρέφει. Στὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης βάτου θὰ προστεθεῖ ἀργότερα τὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης καμίνου, ἑνὸς ἄλλου ἀντιχρίστου τοῦ Ναβουχοδονόσορος.


Ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔκανε εἰκόνα χρυσὴ καὶ ζήτησε στὰ ἐγκαίνια τῆς εἰκόνας ὅλοι νὰ πέσουν καὶ νὰ τὴν προσκυνήσουν λατρευτικά. Κι ὅποιος δὲν τὸ ἔκανε θὰ τὸν ἔβαζε μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς νὰ κατακαεῖ.


Οἱ τρεῖς παῖδες ὅμως, Ἀνανίας-Ἀζαρίας- Μισαήλ, ἀψήφησαν τὴν ἐντολὴ καὶ δὲν προσκύνησαν, μ’ ἀποτέλεσμα νὰ ριφθοῦν στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Ἐνῷ ὅμως συνέβη αὐτὸ δὲν ἔπαθαν τίποτα· ἀντίθετα ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸ Θεὸ δροσιζόμενοι.


Οἱ στρατιῶτες ὅμως ποὺ τροφοδοτοῦσαν τὴ φωτιὰ κάηκαν ἐνῷ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι (Δανιήλ, προσευχὴ Ἀζαρίου 22-26). Τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ καὶ μὲ τοὺς διωγμοὺς οἱουδήποτε ἀντιχρίστου.


Οἱ χριστιανοὶ πάντοτε θὰ εἶναι «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι (θὰ βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδο) ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι (δὲν θὰ ἀπελπίζονται), διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι (Β΄ Κόρ. 8-9).

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Γέροντας Γαβριήλ ο Αναχωρητής

Βιώματα από το ημερολόγιο του και άλλα θαυμαστά σημεία
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«... Θ' αρχίσω με την αγάπη του Θεού. Ίσως με τις γνώ­σεις σου ή με τις διανοητικές σου ικανότητες να γνωρίζεις για την αγάπη του Θεού περισσότερα από μένα τον ελεεινό. Ας έχει δόξα ο Θεός! Αν όμως ή αγάπη του Θεού έχει μπει στην καρδιά σου, αν σε έχει φωτίσει και σ' έχει μεταμορφώσει, τότε βέβαια καμιά σαρκική σκέψη, κανένας κακός λογισμός δε θα εισχωρήσει στην καρδιά σου. Τίποτα δε θα μπορεί να την Ικανοποιήσει παρά μόνο ή αγάπη του Θεού.
Συχώρεσέ με, αγαπητέ μου, μη νομίσεις πώς θέλω μ' οποιοδήποτε τρόπο να σε πληγώσω. Όχι, σίγουρα όχι. Θα 'θελα μόνο να εξηγήσω σε σένα το στενό μου φίλο και αδελφό εν Χριστώ την αγάπη του Θεού, την αγάπη εκείνη πού εγώ προσωπικά τόσο καιρό τώρα και τόσο επίμονα ζητούσα ν' αποκτήσω και δεν τα κατάφερνα. Οι επιθυμίες μου αυτές ήταν ή αιτία της πνευματικής μου αναγέννησης και κράτησαν πάρα πολύ, περισσότερο από τριάντα χρόνια,
Νομίζω ότι ο πόλεμος με την αμαρτία για την ελπίδα της μελλοντικής ευφροσύνης και της ένωσης μας με τον Κύριο και δημιουργό μας, είναι δύο ειδών. Το ένα είδος είναι ο δικός μου πόλεμος, με τη φύση μου.
Το άλλο είναι ή μάχη του Θεού. Όλα αυτά όμως ήταν μυστήρια και κρυφά πράγματα για μένα, αργό­τερα άρχισα να τα καταλαβαίνω. Έτσι οικονόμησε ή πρόνοια του Θεού. Εξαντλήθηκα στη μάχη με τον εαυτό μου, με τα αγρία πάθη της σάρκας μου. Από τον αγώνα μου αυτόν όμως μου έμεινε μια υψηλότερη κι ευγενέστερη επιθυμία, παρά τις αμαρτωλές τάσεις μου. Ό αγώνας αυτός έδωσε φτερά στην ψυχή μου και κατάλαβα πώς τίποτ' άλλο στον κόσμο παρά μόνο ή επιθυμία αυτή θα μπορούσε να με Ικανοποιήσει στην αναζήτη­ση αυτής της αιώνιας, δημιουργικής δύναμης πού απονέμεται από το Θεό. Κι αυτή είναι ή αγάπη του Θεού. Διψούσα ν' αγαπήσω το Θεό μ' όλη μου την ψυχή. Μα πώς είναι το να αγαπά κανείς; Αν πρόκειται ν' αγαπήσει κάποιος το Θεό πρέπει να 'ναι άξιος για το Θεό. Εγώ όμως έβλεπα πώς όχι μόνο ήμουν αμαρτωλός, αλλά επέμενα στην αμαρτία μου.
Ή επιθυμία μου για ν' αγαπήσω το Θεό αναπτύχθηκε πολύ, έγινε φωτιά, δεν ήξερα όμως πώς ν' αγαπήσω, ώστε να ικανοποιηθεί ή καρδιά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω για να το κατορθώσω αυτό. Προσπάθησα να τηρήσω όλους τους καθιερωμένους τύπους, δηλ. να κάνω πάντα το καλό, να είμαι ελεήμων προς τον πλησίον μου. Αρκετές φορές βρέθηκα να μην έχω καθόλου ρούχα, τα 'χα δώσει όλα στους φτωχούς. Υπόφερα από πείνα και δίψα χωρίς να το μάθει κανένας. Υπόμενα συκοφαντίες χωρίς να ζητήσω εκδί­κηση, αγωνίστηκα ν' αγαπήσω τους εχθρούς μου. και τους αγαπούσα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. Την αγάπη του Θεού όμως δεν την ένιωθα μέσα μου, τα πάθη μου έδειχναν πώς ήμουν τελείως ξένος της θείας αυτής αγάπης. Ό λογισμός αυτός όμως δε μ' εγκατέλειψε ποτέ. Ή καρδιά μου φλεγόταν με μεγαλύτερη ακόμα επιθυμία ν' αγαπήσω το Θεό, αν κι ήμουν ανίκανος να συνειδητοποιήσω το στόχο αυτό. Ένιωθα πώς ή δύναμη της ζωής βρίσκεται στην αγάπη του Θεού. Πώς αυτή ήταν μια δημιουργική και χαρισματική δύναμη. Σκεφτόμουν πώς αν θα μπορούσα ν' αποκτήσω την αγάπη αύτη, όλοι οι δεσμοί με τα πάθη μου θα διαλύονταν αμέσως. Ακόμα και τα ίχνη των παθών μου θα εξαφανίζονταν, θα καταστρέφονταν από τη φωτιά της θείας αγάπης. Ήμουν σίγουρος γι' αυτό τότε. και τώρα μπορώ να βεβαιώσω πώς δε γίνεται αλλιώς. Αυτή είναι ή αλήθεια για την οποία μίλησε ο Χριστός μας. «Ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς... όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ίωάν. η' 32, 37). Δεν μπορούσα να υποφέρω και να περιμένω άλλο. Κάθε λεπτό φώναζα: Πότε θα μ' αξιώσει ο Θεός ν' αποκτήσω αυτή την αγάπη Του; Ό ίδιος είπε, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίωάν. ιε' 5). Κύριε, έλα, κάνε με κατοικητήριό Σου. Δίδαξε με να κάνω το θέλημα Σου. Δίδαξε με να σε αγαπήσω, όπως πρέπει ν' αγαπηθείς. Παντοδύναμε, για σένα δεν είναι δύσκολο ν' ασχοληθείς μαζί μου. Είμαι τόσο ανάξιος, Κύριε, αλλά έστω και για λίγο ας κατοικήσει ή αγάπη Σου μέσα μου, να με ζωογονήσει, για να Σε κατανοήσω και να έρθω να Σε γνωρίσω. Μετά ας φύγεις. Με τη γνώση αυτή θ' αγωνί­ζομαι πάντα κοντά Σου, θα υποφέρω συνειδητά, γνωρίζοντας γιατί υποφέρω και γιατί ζω.
Στο Θεό φάνηκε ευάρεστο ν' αρρωστήσω- κι αρρώστησα. Την αγάπη αύτη όμως δεν την είχα γευτεί ακόμα. Αρρώστη­σα κι όσο κρατούσε ή αρρώστια μου προσευχόμουν με δάκρυα για να κυριαρχήσω στα πάθη μου. Την αγάπη αυτή όμως δεν την είχα. Ήμουν έτοιμος να μετανοήσω κι όχι μια φορά και δυο. Μετανοούσα πάρα πολλές φορές και χαιρόμουν, γιατί έβλεπα πώς έπαυα να είμαι δούλος της αμαρτίας, ή ψυχή μου δεν αναπαυόταν στην αμαρτία, δε χαιρόταν μ' αυτήν. Λογισμοί αμαρτωλοί δεν έβγαιναν από την καρδιά μου, ή μετάνοια μου συνδυαζόταν με δοξολογία στο Θεό. Όσο υπόφερα, τόσο καλύτερα ένιωθα. Είχα σφοδρή επιθυ­μία να κοινωνώ και κοινωνούσα τακτικά. Μετά τη θεία κοινω­νία ή ψυχή μου πετούσε, είχα απόλυτη ελπίδα στο Θεό, ή καρ­διά μου πλημμύριζε από αισθήματα δοξολογίας στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Τότε αποκαλύφθηκε σε μένα τον ελεεινό ή αμέτρητη αγάπη του Θεού για τον κόσμο, για τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Ή αγάπη αυτή άρχισε να μου φανερώνεται και να τη νιώθω σ' όλη μου την ύπαρξη με τέτοια επιθυμία και νοσταλγία για τον Κύριο, πού δεν αισθανόμουν τα βάσανα μου, Δεν μπορούσα πια ν' αποστρέφω τους λογισμούς μου η τα αισθήματα της καρδίας μου από την αγάπη μου προς τον Κύριο. Θυμόμουν όλη την επίγεια ζωή Του, τα θαύματα κι όλα τα έργα πού έκανε στη γη κι αισθανόμουν δέος, ή ψυχή κι ή καρδιά μου ανανεώνονταν ως τα βάθη τους. Ή καρδιά μου ολόκληρη ένιωθε την αγαλλίαση της σωτηρίας. Τίποτα πια δεν μπορούσε να μου προκαλέσει απελπισία και να μ' απογοητεύσει για το έλεος του Θεού. Ό Κύριος ήταν κοντά, ή ψυχή μου ζούσε μαζί Του κι ένιωθε μόνο την απέραντη αγάπη Του.
Κάθε βήμα πού είχε κάνει ο Κύριος στην επίγεια ζωή Του είχε εντυπωθεί στη συνείδηση μου σαν οδηγός για τη σωτηρία μου, για το φωτισμό όλης μου της ύπαρξης. Τα είχε όλα εξαγιάσει για μένα: Τον αέρα πού ανάσαινα, το νερό πού έπινα, ακόμα και το κρεβάτι οπού ήμουν ξαπλωμένος, τον τάφο οπού θα με έβαζαν. Όλα βεβαίωναν τη σιγουριά της σωτηρίας μου, την ανάσταση του φθαρτού μου σώματος, το μακαρισμό μου κοντά στον Κύριο. Κι ένιωθα ακόμα πώς όλα αυτά δε μου τα χάρισε ο Θεός επειδή το άξιζα, αλλά οφείλονταν αποκλειστικά στην απέραντη αγάπη και καλοσύνη του Θεού.
είχα βαθιά την αίσθηση πώς ήμουν αμαρτωλός, ταυτό­χρονα όμως ή ψυχή μου ευφραινόταν πραγματικά. Είχα μια φλογερή ελπίδα στο έλεος του Κυρίου. Από τα μάτια μου έτρε­χαν δάκρυα ευχαριστίας και κατάνυξης. Μου είναι αδύνατο να σου περιγράψω τις εμπειρίες πού ζούσα αυτές τις στιγμές. Δεν ένιωθα την ανάγκη για φαγητό. Όταν μ' επισκέπτονταν άλλοι στενοχωριόμουν. Αισθανόμουν μακάριος, γεμάτος από αγάπη για τον Κύριο. Ήθελα να μπορούσα να παραμείνω αιώνια έτσι, μόνος και να υποφέρω, αρκεί να ήμουν με τον Κύριο, στην πλησμονή της αγάπης Του. » Βλέπεις τι είναι ή αγάπη του Θεού και τι κάνει στην ψυχή του ανθρώπου!
Για χάρη της αγάπης αυτής σε καλώ να γίνεις εραστής του Θεού. Ή αγάπη του Θεού είναι απαραίτητη σε όλους, σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Είναι ο θησαυρός πού δεν μπορεί να σου κλέψει κανένας, μια ακατανίκητη και δημιουργική δύναμη, ή δύναμη της αιώνιας ζωής.
Όταν ο άνθρωπος βάλει μέσα του την αγάπη αυτή θα ζωογονήσει την ψυχή του. Ό εραστής του Θεού δε νοιάζεται για την αγάπη αυτού του κόσμου. Ή εγκόσμια αγάπη έρχεται σε ρήξη με τη θεία αγάπη, είναι έχθρα του Θεού. Σε πολλούς φαί­νεται άδικο αυτό, όμως αύτη είναι ή αλήθεια κι ή δικαιοσύνη του Θεού.
Πώς θα μπορούσε κάποιος πού έχει μέσα του τη θεοχαρίτωτη αύτη αγάπη να σκοτώσει τον άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και νοιάζεται για οτιδήποτε άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και μπορεί να ζηλέψει τα πράγματα του διπλανού του ή να κλέψει ή να τον στερήσει από κάτι; Ότι κατέχει, είναι του Θεού. Το διαχειρίζεται με φόβο Θεού, γιατί του το 'δωσε ο Θεός.
Αγάπη του Θεού είναι ή ζωοποιός δύναμη της ψυχής και της καρδίας του ανθρώπου πού πλάστηκε κατ' εικόνα Του. Μ' αυτήν ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στον παράδεισο. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ή βασιλεία του Θεού έρχεται εν δυνάμει. Ό άνθρω­πος πρέπει ν' αγαπά το Θεό και να ζει κοντά Του, ή ανάσα του πρέπει να συνδέεται με την αγάπη του Θεού. «Ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν, ουδείς ημών αντισχείν ηδύνατο εχθρού πάλαισμα οι νικώντες γαρ ένθεν υψούνται» (Αναβαθμοί, ήχος πλ. β')».
Σαν έλαβε το θείο αυτό χάρισμα, δηλ. την αγάπη του Θεού, ο π. Γαβριήλ δεν μπορούσε πια ν' ακούει, πολύ περισσότερο να προφέρει τ' όνομα «Θεός» απαθώς, με αδιαφορία. Ή καρδιά του είχε ανάψει ολόκληρη. Ή αγάπη του αυτή προς τον Κύριο, το Σωτήρα μας, τον έκανε να κλαίει συνέχεια και να χύνει αβίαστα δάκρυα ευχαριστίας και ευλάβειας. Το γλυκύτατο όνομα του Θεού υπήρχε αδιάλειπτα στο νου και στην καρδιά του και χάριζε ζωή και δύναμη στο ταλαιπωρημένο σώμα του π. Γαβριήλ, πού μόλις μπορούσε ν' ανασάνει. Αυτόν τον καιρό κατέβαλε κάθε προσπάθεια να βρίσκεται μακριά από κόσμο. Κι ή φοβερή αρρώστια του τον βοήθησε πολύ σ' αυτό. Αποσύρθηκε άπ' όλο τον αισθητό κόσμο και περιορίστηκε στον εσωτερικό κόσμο της καρδίας του, όπως τα θαλασσινά πού κρύβονται στα όστρακα τους. Κανένας δεν ξέρει αν το θαλασσινό μέσα στο όστρακο ζει ή όχι. Αυτό όμως συνεχίζει να ζει εκεί, σα να βρίσκεται πίσω από τοίχο. Τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου είναι μυστικά τόσο από τους ανθρώπους όσο κι από τους δαίμονες, αλλιώς κανένας δε θα μπορούσε να σωθεί.
Ό π. Γαβριήλ ήταν κυριαρχημένος από την αγάπη του Θεού και τη ζείδωρη δύναμη της. Έτσι προσπαθούσε να υποτάξει όλη την ύπαρξη του στο Θεό, να φτάσει στην απόλυτη αυταπάρνηση.
«Για πολύ καιρό προσπαθούσα να σπάσω τον εαυτό μου και δεν τα κατάφερνα. Αργότερα τελικά το κατόρθωσα», μας έλεγε αργότερα. Δυστυχώς, έμεινε αδιευκρίνιστο τι ακριβώς «έσπασε» μέσα στην καρδιά του και μετά όλη ή δύναμη της ψυχής του πληρώθηκε από την αγάπη του Θεού και όλα τα εσωτερικά εμπόδια εξαφανίστηκαν. Ό δρόμος της πνευματικής τελείωσης μέσα από τις ζείδωρες ακτίνες της δημιουργικής αυτής αγάπης έγινε ομαλός, ειρηνικός, απόλυτα σαφής. Γενικά όλη ή ζωή του π. Γαβριήλ έγινε απλή, λόγω της πνευματικής του γνώσης και ενόρασης. Δεν υπήρχαν εμπόδια, αμφιβολίες, δισταγμοί, σύγχυση. Ή πίστη του στο Θεό δυνάμωσε, έγινε ασάλευτη. Ή ελπίδα θέριεψε μέσα του και του 'δωσε μια γεύση της μέλλουσας μακα­ριότητας, ιδιαίτερα της ευλογημένης αθανασίας εν Χριστώ, με το Χριστό. Ή ανεκλάλητη κι απερίγραπτη αγάπη του Χριστού διέγειρε την καρδιά και τους λογισμούς του π. Γαβριήλ, τον μετέφερε από τον ορατό κόσμο στον ουράνιο. Σ' αυτό τον βοηθούσαν κι οι διάφορες θαυματουργικές εκδηλώσεις της καλο­σύνης του Θεού. Συχνά, για παράδειγμα, ιδιαίτερα μετά τη θεία κοινωνία, ο π. Γαβριήλ αισθανόταν ένα θαυμάσιο άρωμα. Τότε δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του, φώναζε το διακονητή του και ρωτούσε:
— Σου μυρίζει κάποιο άρωμα;
— Μην το πιστεύεις π. Γαβριήλ. Δεν είσαι καλά... Όχι, δε μου μυρίζει τίποτα, δεν υπάρχει κανένα άρωμα εδώ.
Ό λόγος πού δεν μπορείς να το μυριστείς, είναι γιατί διαβάζεις φτηνά ρομάντζα και σε περιβάλλουν δαιμονικά πνεύ­ματα. Σε περιμένει καταστροφή. Βλασφημείς το Πνεύμα του Θεού με τα φτηνά σου ρομάντζα. Σε παρακαλώ, μη τα διαβά­ζεις άλλο πια!
Το κελί του π. Γαβριήλ βρισκόταν στον κεντρικό διάδρομο πού οδηγεί στο καθολικό του μοναστηρίου. Κι οι αδελφοί στις 4 το πρωί πού πήγαιναν για τον όρθρο σταματούσαν λίγο να επισκεφτούν τον πονεμένο μα πάντα χαρούμενο Γέροντα για να του δώσουν κουράγιο. Ό καλός π. Βησσαρίων πού ηγουμένευε τον επισκεφτόταν σχεδόν κάθε μέρα. Κι άλλοι πατέρες πήγαι­ναν συχνά. Ένας άπ' αυτούς, ο π. Έπιφάνιος, ένιωσε το άρωμα πού ανάδιδε το κελί του, γύρισε αμέσως στο διακονητή του π. Γαβριήλ και του είπε: Ιωσήφ, τι κολόνια έβαλες στο Γέροντα; Θεέ μου, πρέπει να 'ναι πανάκριβο άρωμα! Μυρίζει θεσπέσια!
Αφού έφυγε ο π. Έπιφάνιος ο π. Γαβριήλ γύρισε στο διακονητή του και του είπε:
Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα;
Ό Ιωσήφ έκλαιγε με λυγμούς. Έκανε μια μετάνοια στο κρεβάτι του Γέροντα και του είπε:
Συχώρεσέ με- και κάνε προσευχή για μένα.Σύντομα μπήκε μέσα ένας άλλος ιερομόναχος, ο π. Άβενήρ πού του άρεσαν οι κολόνιες και τις χρησιμοποιούσε. Ένιωσε κι αυτός το περίεργο άρωμα στο κελί του π. Γαβριήλ και ρώτη­σε το
διακονητή του: —Που και πόσο αγόρασες αυτό το εκλεκτό άρωμα;
«Κι εγώ, θυμόταν ο π. Γαβριήλ, ήμουν ξαπλωμένος και πληγωμένος, σαν τον εμπεσόντα στους ληστές. Είχα κοινωνή­σει όμως το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού· επομένως είχα μέσα μου το Πνεύμα το Άγιο. Ήταν φυσικό να νιώσουμε το άρωμα Του. Ό Χριστός, σαν τον καλό Σαμαρείτη της παραβολής, ρίχνει στις πληγές του ανθρώπου πού έπεσε στους ληστές το λάδι και το κρασί της χάρης Του».
Κάποτε ένιωσε το ίδιο αυτό άρωμα κι ο γιατρός Μ.Ι.Φ., πού παλιότερα τον φρόντιζε. Ήταν άνθρωπος πού ποτέ δεν τον είχαν απασχολήσει τα θέματα της πίστης και της σωτηρίας. Για όλα τα θαύματα πού γίνονται στη ζωή είχε και κάποια «φυσική» εξήγηση. Νόμισε κι αυτός πώς ο π. Γαβριήλ είχε χρησιμοποιήσει κάποια ακριβή κολόνια. Ό π. Γαβριήλ του είπε απλά πώς αυτό δεν ήταν άρωμα, αλλά ή ευωδία των Τιμίων Δώρων τα όποια είχε κοινωνήσει μόλις πριν έρθει ο γιατρός.
— Α, αυτό είναι λοιπόν. Σίγουρα θα πρέπει να ήταν εξαι­ρετικό κρασί. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Από που αγοράστη­κε; Θα' θελα κι εγώ ν' αγοράσω λίγο... Πολύ καλό κρασί...Μαγιατί κοινωνείς τόσο συχνά; Φοβάσαι πώς θα πεθάνεις;
— Όχι, δε φοβάμαι το θάνατο· ή μάλλον δεν τον φοβάμαι πια... Γι' αυτό και κοινωνώ.
Ό γιατρός δεν κατάλαβε τα λόγια αυτά για τη θεία κοινω­νία. Συνέχιζε να κάνει τις ίδιες ερωτήσεις: Υπήρξε ο Χριστός; Ήταν ο αληθινός θεός η απλά και μόνο ένας σοφός άνθρωπος; Δεν μπορούσε να εξηγήσει τα θαύματα Του - για παράδειγμα την ανάσταση των νεκρών - με πιο φυσικό τρόπο, όπως κάνουν οι γιατροί πού ξαναζωντανεύουν εκείνους πού έχουν πέσει σε
κώμα;
Στα ερωτήματα αυτά ο π. Γαβριήλ έδινε πάντα τις δικές του απαντήσεις. Του μίλησε για το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, πού είχε πραγματικά πεθάνει κι είχε αρχίσει ν' αποσυντίθεται. Αυτό αφόπλισε το γιατρό πού αναγκάστηκε να ομολογήσει πώς αν το θαύμα αυτό είχε γίνει πραγματικά, θα μπορούσε από μόνο του να πιστοποποιήσει τη θεότητα του Ιησού Χριστού.
— Μιχαήλ Ίγκόροβιτς. Πιστεύεις στην ύπαρξη των πονηρών πνευμάτων, των δαιμόνων; Καλά... το ξέρεις... Πιστεύω πολύ λίγο.
— Σε παρακαλώ: πριν κάνεις οτιδήποτε άλλο εξέτασε με για να διαπιστώσεις αν διανοητικά είμαι φυσιολογικός άνθρω­πος.
Ό γιατρός χαμογέλασε κι είπε πώς βρήκε τον π. Γαβριήλ απόλυτα υγιή, «σώας έχοντα τάς φρένας». Το σώμα Όμως κι ιδιαίτερα ή καρδιά έχουν πολύ μεγάλη αδυναμία.
Ωραία, συνέχισε ο π. Γαβριήλ. Σήμερα στις έξι ή ώρα το βράδυ λοιπόν, ή αναπνοή μου δυσκόλεψε. Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση εμφανίστηκαν μπροστά μου κάποια πονη­ρά πνεύματα, δαίμονες...
Μα αυτό είναι παραίσθηση, διέκοψε ο γιατρός.
Εγώ νομίζω όχι. Ήταν δαίμονες, γιατί με πίεζαν και μου 'λεγαν: «Δεν υπάρχει Θεός- Είσαι δικός μας, θα πεθάνεις».
Όχι, δεν είμαι δικός σας, τους απάντησα, δε θα πεθάνω.Πιστεύω πώς ο Χριστός θα με πάρει κοντά Του. Αυτοί γέλα­σαν: «Χα, χα, χα. Ούτε αυτός ούτε Θεός υπάρχει».
Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε ποιος είναι ο σκοπός σας; τους απάντησα.Εσάς ποιος σας έφτιαξε; "Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε δεν υπάρ­χετε και σεις. Είστε ψεύτες! Είσθε το ψέμα προσωποποιημέ­νο, είστε διάβολοι!!! Φύγετε μακριά από μένα. Εγώ πιστεύω στο Θεό κι αυτός θα με σώσει!» «Χα, χα, χα... Που θα πάς; Θα δούμε. Είσαι αμαρτωλός!», αντέτειναν εκείνοι. «Ναι, απάντη­σα, είμαι αμαρτωλός, εσείς με παρακινείτε. Όμως μετάνιωσα, εξομολογήθηκα στον πνευματικό μου κι οι αμαρτίες μου συχω­ρέθηκαν». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά ή μετάνοια σου δεν ήταν καθαρή. Έφερνες πότε τη μια δικαιολογία και πότε την άλλη για να δικαιολογηθείς στον πνευματικό σου». «Αυτό όμως, επέμεινα, κι αν ήταν έτσι, ήταν από ντροπή. Με τη συναίσθηση ότι ή αμαρτία μου ήταν πολύ μεγάλη ντρεπόμουν.Ή ντροπή αυτή όμως κι ο φόβος προέρχονταν από σας τους δαίμονες πού προσπαθούσατε να με διατηρήσετε θύμα σας και να με καταστρέψετε. και τώρα ήρθατε για να με τρομάξετε. Δε θα τα καταφέρετε όμως. Πιστεύω κι ομολογώ τον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, πού «ήλθε εις τον κόσμον αμαρτω­λούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμόθ. α' 15).

Μετά άρχισα να προσεύχομαι και να φωνάζω στον Κύριο: «Κύριε, σώσε με». Οι δαίμονες Όμως εξακολουθούσαν να με πειράζουν. «Χα, ακούς τι λες; τι μπορείς να ελπίζεις πώς θα κερδίσεις, αμαρτωλέ;» Εγώ ξαναπροσευχήθηκα: «Όσιοι του Θεού, βοηθείστε με ν' απαλλαγώ από τις συκοφαντίες και τις επιθέσεις των δαιμόνων». Οι δαίμονες από την άλλη μου φώναζαν: «Όχι, όχι, θα χαθείς!!!» «Όχι, κραύγαζα εγώ. Ακόμα είμαι στο σώμα μου. Μπορώ να μετανοήσω. Δε θα χαθώ». Τότε εκείνοι άρχισαν να μου αποκαλύπτουν όλες τις αμαρτίες μου, ακόμα κι αυτές πού εγώ δεν τις είχα λογαριάσει για αμαρτίες. Μου τις έδειχναν όλες. «Ορίστε, εδώ είναι. τις βλέπεις; Δεν είναι αυτές οι αμαρτίες σου; με κατηγορούσαν συνέχεια οι ακάθαρτοι. Κι οι όσιοί σου ίδιοι με σένα ήτανε. Αμαρτωλοί ήταν κι αυτοί». Σαν άκουσα αυτά τα λόγια σήκω­σα το κεφάλι μου και τους είπα με παρρησία: «τι; Οι άγιοι ήταν αμαρτωλοί σαν και μένα; Αυτοί σώθηκαν. Λοιπόν, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία και για μένα; Είμαι ακόμα στο σώμα μου και μπορώ να μετανοήσω. Όχι, είμαι ζωντανός, υπάρχει σωτηρία για μένα!» Τη στιγμή αύτη νικήθηκαν οι δαίμονες...
Ό γιατρός τα 'χασε, ήρθε σε αμηχανία.
Βέβαια, είπε, αυτό είναι κάπως ασυνήθιστο... Αυτό δεν είναι παραίσθηση.
Αφού έφυγαν οι δαίμονες ο π. Γαβριήλ κάλεσε αμέσως τον πνευματικό του, τον π. Έπιφάνιο. Με τις νωπές εντυπώσεις από τις φοβερές εικόνες του πλήθους των αμαρτιών του, αυτών πού του ήταν γνωστές αλλά κι εκείνων πού του φανέρωσαν οι δαίμο­νες, μετάνιωσε κι εξομολογήθηκε καθαρά. Αργότερα ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς αν δεν είχε πίστη στο Σωτήρα ή αν ή πίστη του είχε κλονιστεί, σίγουρα θα είχε πεθάνει από την απελπισία και το φόβο των δαιμόνων. Ή σταθερή πίστη του στον Κύριο όμως τον προστάτεψε και τον έσωσε. και μόνο πού άκουσαν το όνομα της Παναγίας οι δαίμονες εξαφανίστηκαν τρομαγμένοι, βρίζοντας και βλασφημώντας. Με τη βοήθεια του Θεού συνέρ­γησαν κι αυτοί έστω κι αθέλητα ν' απαλλαγεί ο π. Γαβριήλ από τις αμαρτίες του και να ειρηνέψει, να γίνει ήρεμος και χαρούμε­νος.
Ή εμφάνιση των δαιμόνων έκανε τον π. Γαβριήλ πιο προσεχτικό. Παρατηρούσε πια κάθε λογισμό πού ήταν αντίθετος στη σωτηρία του. Με το φωτισμό πού του έδινε ή αδιάλειπτη προσευχή του και με τη βοήθεια της θείας πρόνοιας έβλεπε καθαρά τις κινήσεις του νου του και τους πονηρούς λογισμούς πού τους θεωρούσε εχθρούς του και τους καταδίωκε στη γένεση τους ακόμα, με το όνομα του Ιησού. Ακόμα και με την προ­σβολή όμως των λογισμών αυτών διέκρινε μια ένδειξη της αδυναμίας του. Έκλαιγε, μετανοούσε πάλι και πάλι ως το θάνατο του. «Ή μετάνοια είναι δώρο Θεού» έλεγε Ταυτόχρονα ή απαίσια όψη των δαιμόνων κι ή τρομερή εντύπωση πού του άφησαν, λειτούργησαν θετικά για τον π. Γαβριήλ. Αναλογιζόταν το θάνατο και το πέρασμα του στην αιωνιότητα, καθώς και τα βάσανα πού 'χε να τραβήξει ή ψυχή από τα τελώνια. Πώς μπορεί να προστατευτεί ο άνθρωπος άπ' αυτά; Πώς μπορεί να λάβει τη βοήθεια του Χριστού, να ενισχυ­θεί από τις μεσιτείες της Βασίλισσας των Ουρανών; Ή Προστασία Της είναι τόσο φοβερή στους δαίμονες! Ό π. Γαβριήλ προσευχόταν και ζητούσε από το Θεό να τον ελεήσει την ώρα του θανάτου. Σαν απάντηση στην προσευχή του άρχισε να νιώ­θει πώς ή πίστη του δυνάμωνε, γέμιζε την ψυχή του με χαρά κι ελπίδα για τη σωτηρία του. Ή αγάπη μπήκε στην καρδιά του, ένιωθε μέσα του μια φλόγα πού δυνάμωνε την προσευχή του κι οδηγούσε όλες τις σκέψεις και τους λογισμούς του προς το Θεό. Δεν είχε ανάγκη πια να προσπαθεί για να μαζεύει το νου και τις σκέψεις του. Ή αγάπη τον οδηγούσε κατευθείαν στο Θεό. Έδινε στα αισθήματα του ανυψωτική τάση, στο νου του δύνα­μη θεωρίας, πού ελεύθερα κι αβίαστα τον οδηγούσαν ν' ανέβει στα ουράνια. «Αργότερα με καταλάμβανε φοβερό δέος», έγραφε ο π. Γαβριήλ.
ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
…………Αυτόν τον καιρό εξακολουθούσε να είναι εξασθενημέ­νος. Συνέχιζε να έχει τρεις τέσσερις προσβολές την ήμερα. Ό φόβος του Θεού όμως λιγόστευε όσο δυνά­μωνε ή ελπίδα στην αγάπη και την καλοσύνη του Θεού. Ό Γέροντας την ένιωθε την αγάπη του Θεού γι' αυτόν, την έβλεπε παντού. και μέσα του ένιωθε τη δική του αγάπη προς το Θεό. Ενώ όμως προετοιμαζόταν για να πεθά­νει, ο π. Γαβριήλ σκέφτηκε πώς ίσως ο θάνατος τον στερήσει από την αγάπη αυτή προς το Θεό. Φοβόταν μήπως ο νους του διασκεδαστεί από τις καινούργιες εντυπώσεις πού δημιουργούνται κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Με την παρρησία πού του έδινε ή αγάπη του για το Θεό λοιπόν άρχισε να ικετεύει το Θεό να του δείξει πώς αναχωρεί ή ψυχή από το σώμα. Κι εκπληρώθηκαν τα λόγια του προφήτη: «Θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ' 19).
Κάποτε ή ψυχή του π. Γαβριήλ ελευθερώθηκε από το σώμα του, πού έμεινε κάτω ακίνητο. «Εγώ, θυμάται ο π. Γαβριήλ, το έβλεπα σαν σώμα ξένο, πού ανήκε σε άλλον, σαν ένα συνηθι­σμένο νεκρό».
Εκείνοι πού βρίσκονταν στο κελί του είπαν: «Ό Γέροντας πέθανε... Πάει πια». Τότε ή αγνή ψυχή του π. Γαβριήλ, προστατευμένη από την πρόνοια του Θεού, δεν είδε τους δαίμονες. Κατά πόσο όμως είδε τους αγγέλους του Θεού δε μας το είπε. Είπε μόνο πώς με την παραμικρή κίνηση της θέλησης, με μια σκέψη, ή ψυχή μεταφερόταν αυτοστιγμεί σε οποίο μέρος ήθελε. Ή ελευθερία της κίνησης δεν εμποδιζόταν από κανένα υλικό εμπόδιο πού υπήρχε στη γη, όπως για παράδειγμα οι τοίχοι του σπιτιού. Όλα αυτά τα εμπόδια έμοιαζαν διάφανα ή ανύπαρκτα, μ' όλο πού διατηρούσαν την εμφάνιση και το σχήμα τους. Ό π. Γαβριήλ δεν ανέφερε που βρισκόταν ή ψυχή του τις στιγμές αυτές. Έκλεισε όμως τη διήγηση του ως εξής:
«Σαν έβλεπα το νεκρό κι άψυχο αυτό σώμα, ή ψυχή μου
λυπόταν το δικό της σώμα. Άρχισα να το αγκαλιάζω για να το ζεστάνω και να το αναστήσω. Φυσούσα μέσα στο στόμα κι εκεί, ανάμεσα από τα χείλη, άκουσα ένα μικρό θόρυβο, σαν ανάσα... και βρέθηκα πάλι να είμαι ένας άνθρωπος με σώμα, ξανά άρρωστος, όπως ήμουν και πριν».
Ή αρρώστια του ολόκληρη ήταν ένα είδος παιδείας στην ευσέβεια, μια θεολογική σχολή, κλίμακα προσευχής και θεω­ρίας. Το σώμα του πονούσε κι έσβηνε, άλλ' ή ψυχή του φλεγό­ταν από αγάπη για το Θεό. Ή δημιουργική αύτη αγάπη ζωοποιούσε το σώμα του, έτρεφε το νου του και τον διατηρούσε ακμαίο και διαυγή.
Ό Κύριος με τ' ανεξιχνίαστα κρίματά Του καταδέχτηκε να έρθει για να συναντήσει μια ψυχή πού διψούσε γι' Αυτόν. Την ανάπαυε με ανεκλάλητες παρηγοριές στην προσευχή, με οράματα, με θεωρία. Τα οράματα εκείνα ήταν απάντηση σ' αυτά πού ζητούσε ο π. Γαβριήλ για να προετοιμαστεί και να περάσει ανεμπόδιστα στην αιωνιότητα. Κάποτε ο π. Γαβριήλ είδε πώς μεταφερόταν εναέρια σ' ένα πανέμορφο κι ηλιόλουστο μέρος, μέρα μεσημέρι. Ένιωθε ζεστά και χαρούμενα. Πλησίασε ένα ψηλό βουνό. Εκεί υπήρχε ένα καταπληκτικό οικοδόμημα πού έμοιαζε να 'ναι φτιαγμένο από πολύχρωμα τζάμια ή από διαφανές κρύσταλλο. Όλο το οικοδόμημα έλαμπε κι άστραφτε στον ήλιο κι αντανακλούσε όλα τα χρώματα της ίριδας. Όσο πλησίαζε, τόσο πιο ευχάρι­στη γινόταν ή ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε πώς ρουφούσε κατά κάποιο τρόπο τον αέρα, για να γεμίσει από αίσθημα υπερκοσμιότητας. Μετά ήρθε σε μια πόλη. Εκεί όλα τα κτίρια γυάλι­ζαν κι άστραφταν επίσης, έμοιαζαν διάφανα κι αντανακλούσαν ιριδισμούς σαν κρύσταλλα. Όλα ήταν θαυμάσια, ωραιότατα. Παντού υπήρχαν πλήθος λουλούδια. Αμέτρητοι και πολλών ειδών φοίνικες γέμιζαν τον τόπο, όσο έβλεπε το μάτι. Εδώ ο π. Γαβριήλ περπατούσε μόνος του, ενώ ήρθε να τον προϋπαντήσει ένας χορός από εκατομμύρια τραγουδιστές. Τραγουδούσαν τόσο γλυκά, τόσο γοητευτικά! Όλοι έμοιαζαν να έχουν την ίδια ηλικία - γύρω στα τριάντα τρία, όχι περισσότερο - κι όλοι φαίνονταν τόσο αγνοί, τόσο λαμπροί! Ό π. Γαβριήλ κρατούσε στα χέρια του μια τσάντα με ασημένια νομίσματα κι ήθελε να τα δώσει στους τραγουδιστές, μα εκείνοι του είπαν:
—Στο σπίτι μας αυτό δε γίνεται.
Μετά κάποιος είπε στον π. Γαβριήλ πώς σύντομα θα 'ρχόταν ο επίσκοπος και θα του έδινε ένα κελί για να το χρησιμο­ποιεί ο ίδιος. Ό επίσκοπος ήρθε πραγματικά κι έδειξε στον π. Γαβριήλ δυο ωραία κελιά.
— Αυτά έχουν ετοιμαστεί για σένα, του είπε.
Την ίδια στιγμή άρχισαν να μαζεύονται μερικοί μεγαλό­σχημοι μοναχοί. Ό πρώτος άπ' αυτούς, πού είχε μέτριο ανάστημα και γκρίζα γένια, ρώτησε τον π. Γαβριήλ:
— Πώς σε λένε, αδελφέ;
— Αμαρτωλό Ιερομόναχο Γαβριήλ.
— Ό Χριστός μαζί μας. Σώσου και προσεύχου. Μεγαλό­σχημος· τόσο νέος;
— Ό αρχιεπίσκοπος συμφώνησε, απάντησε ο π. Γαβριήλ, κι έτσι μου έδωσαν το μεγάλο σχήμα.
- Μάλιστα, είπε ο μεγαλόσχημος μοναχός, ο αρχιεπίσκο­πος σε αγαπάει.
Ό π. Γαβριήλ έβλεπε το Γέροντα αυτό πολύ καθαρά, Όπως βλέπουμε την ημέρα. Μετά τον πλησίασε ένας άλλος μοναχός, μα τον έβλεπε λιγότερο καθαρά. Μετά άλλος κι άλλος. Τους τελευταίους πια τους έβλεπε σα σκιές. Μετά άπ' όλους τους άλλους τον πλησίασε ο οικονόμος και του είπε:
—Ορίστε, δες πώς θα είναι τα κελιά σας. Στο μεταξύ όμως πρέπει να περιμένετε και να μείνετε σ' άλλα κελιά. Γίνε­στε δεκτοί, μα τώρα να πάτε και να ζήσετε. Εδώ θα είναι καλά για σας. Να γράψτε σ' όσους γνωρίζετε. Να τους πληροφορή­σετε γι' αυτά πού είδατε εδώ. Εδώ το όραμα τέλειωσε. Σύντομα επισκέφτηκε τον π. Γαβριήλ ο π. Βησσαρίων. Ό Γέροντας του διηγήθηκε ολόκλη­ρο το δράμα κι ο π. Βησσαρίων, μόλις τ' άκουσε, αποφάσισε να κάνει μια αγρυπνία για το μοναχό Ευθύμιο, Ιδρυτή του μονα­στηρίου των Επτά Λιμνών.
Ό π. Γαβριήλ μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Ανάληψης, κοντά στη λειψανοθήκη του μονάχου Ευθυμίου. Εκεί τον έβαλαν να καθίσει σ' ένα κάθισμα πού του είχαν ετοιμάσει. Στην αγρυπνία παραβρέθηκαν ο π. Βησσαρίων και μερικοί μοναχοί. Μετά την αγρυπνία άρχισε να νιώθει κάπως καλύτε­ρα, Ήταν επιφυλακτικός όμως αν έπρεπε να χαρεί γι' αυτό. Φοβόταν μήπως ξαναμαρτήσει, δεν ήταν σίγουρος για το μέλ­λον, γι' αυτό και δε ζητούσε τίποτα από το Θεό. Ήθελε όλα να γίνουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κι όχι με την προσω­πική του επιθυμία. Αργότερα ο π. Γαβριήλ το σχολίαζε αυτό:
— Ό Κύριος ικανοποιεί όλα τα αιτήματα και τις ευχές εκείνων πού Τον αγαπούν. Γιατί αυτοί ζητούν μόνο αυτό πού Τον ευχαριστεί, δεν μπορούν να επιθυμήσουν κάτι πού δε συμ­φωνεί με το άγιο θέλημα Του.
Ή εντύπωση από το θαύμα πού περιγράψαμε παραπάνω ήταν πραγματικά πολύ δυνατή. Ό ίδιος ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς άρχισε συχνά να συλλογιέται το παραδείσιο αυτό μονα­στήρι, την ομορφιά του. Ή επιθυμία του να βρεθεί εκεί έκαιγε την καρδιά του. Ίσως σαν απάντηση στην επιθυμία του αύτη ο Κύριος τον αξίωσε να δει ένα καινούργιο όράμα, στο όποιο υπήρχε και μια εξήγηση για το άλλο, πώς δηλ. έπρεπε να ζήσει σωματικά εδώ στη γη. Ό π. Γαβριήλ μας περιέγραψε έτσι το δράμα του:
«Είδα το μοναστήρι μας, των Επτά Λιμνών. Ήταν τριγυ­ρισμένο άπ' όλες τις πλευρές, όσο μακριά και ψηλά μπορούσα να δω, από τη γη ως τον ουρανό, από πλήθη κεκοιμημένων. Μου φάνηκε πώς όλοι έκλιναν το κεφάλι τους μπροστά μου, σα να μου ζητούσαν κάτι. Οι όσιοι κι οι δίκαιοι στέκονταν πιο ψηλά από τους άλλους. Μπορώ να πω πώς έπιαναν όλο το μέρος τ' ουρανού. Εκεί στέκονταν κι οι μοναστές πατέρες και πιο ψηλά ακόμα, σε σειρές επίσης, ήταν οι μάρτυρες, άντρες και γυναίκες. Ακόμα ψηλότερα βρίσκονταν οι ιερομάρτυρες, οι ιεράρχες, οι απόστολοι κι οι προφήτες... Στην απώτατη κορυφή ήταν μια πύρινη, αιθέρια, φωτεινή κι απαλή φλόγα, πού τραβούσε την προσοχή όλων. Ένας από τους οσίους ρώτησε: «Λοιπόν, είναι απαραίτητο να πάρουμε μαζί μας τον ιερομόνα­χο Γαβριήλ;» Μετά ακούστηκε μια φωνή από τη σειρά των Ιεραρχών, ή φωνή του αγίου Τύχωνα του Ζαντόνσκ. Τον είδα μάλιστα κι άκουσα τη φωνή του καθαρά να λέει: «Όχι, είναι νωρίς ακόμα. Υποσχέθηκε να προσευχηθεί για τους κεκοιμημένους. Ας τον να προσευχηθεί». Λυπόμουν να εγκαταλείψω αυτό το μεγάλο πλήθος των αγίων, αισθανόμουν όμως ανάξιος να είμαι μαζί τους. Αναγνώρισα πολλούς άπ' αυτούς πού είχαν αναπαυτεί, ακόμα και συγγενείς μου πού είχαν πεθάνει από καιρό και πού τους είχα σχεδόν ξεχάσει. Μετά από το όραμα αυτό έγραψα όλα τα ονόματα τους και προσευχόμουν γι' αυτούς, Όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου. Μετά, κατά το βράδυ, στο ηλιοβασίλεμα, ενώ έβλεπα την πόρτα του χώλ, είδα ένα γέροντα με σχήμα κι από πάνω του, σα για να τον προστα­τέψει, είχε ένα σάβανο. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο Ιερομόναχος Σάββας της Οπτινα, Το πρόσωπο του ήταν λυπημένο, σα να τον είχαν αδικήσει. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πώς είχα ξεχά­σει να γράψω τ' όνομά του στα δίπτυχα μου. Ήταν τρομερό να δω μπροστά μου κάποιον πού είχε κοιμηθεί. Αμέσως τότε προσευχήθηκα: «Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου Σου Σάββα ιερομόναχου, και κατάταξον αυτόν μετά των αγίων Σου». Αμέσως μου έκανε μια υπόκλιση και χάθηκε σαν σύννεφο».