Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

GEHEIMAUFTRAG KONSTANTINOPEL- ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 1437 - B

video

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

GEHEIMAUFTRAG KONSTANTINOPEL- ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 1437- A

video

DAS ALCE KONSTANTINOPEL- Η ΠΑΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛH

video

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Η «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ

ΆΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ

Με ιδιαίτερη χαρά κυκλοφορούμε την «Πνευματική Διαθήκη» του αγίου Λουκά, πού μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτη και άγνωστη. Την φύλασσε όλ' αυτά τα χρόνια ή εγγονή του αγίου Λουκά, Μαρία Δημητρίεβνα, ή οποία ζει στη Συμφερούπολη και είχε την ιδιαίτερη ευλογία να ζήσει μαζί με τον άγιο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του. Όταν το 1946 ο άγιος Λουκάς ανέλαβε την διαποίμανση της Αρχιεπισκοπής Συμφερουπόλεως και Κρι­μαίας, εγκαταστάθηκε σ' ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Γκοσπιτάλναγια απέναντι από τον Ναό της Αγίας Τριά­δος. Ή μικρή πολυκατοικία είχε και άλλα διαμερίσματα. Ήταν ή περίοδος αμέσως μετά τον πόλεμο και ή συντρι­πτική πλειοψηφία των ανθρώπου σ' όλη την Σοβιετική Ένωση βρισκόταν σε δεινή κατάσταση. Φτώχεια, ανέχεια, πείνα, μάστιζαν τον πληθυσμό. Ό άγιος Λουκάς έκανε τε­ράστιους αγώνες να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων. Δεν ξέχασε όμως και τα συγγενικά του πρόσωπα. Κάποια άπ' αυτά προσκάλεσε στη Συμφερούπολη και εγκατα­στάθηκαν στην ίδια πολυκατοικία, στα διπλανά διαμερί­σματα. 0ι συγγενείς και τα παιδιά τους βοηθούσαν τον άγιο και συμπαραστέκονταν στο έργο του. Οι εμπειρίες από την συναναστροφή με τον άγιο είναι πολλές και οι αναμνήσεις έντονες. Το πρόσωπο πού κυρίως βοηθούσε τον άγιο στο φιλανθρωπικό του έργο ήταν ή ανιψιά του Βέρα Προζορόβκαγια, κόρη του αδελφού του Βλαδίμη­ρου και μητέρα της Μαρίας. Πολλά προσωπικά αντικείμε­να του αγίου Λουκά διαφυλάχθηκαν από την οικογένεια της Βέρας και, όταν δημιουργήθηκε το μουσείο του αγίου στην Ιερά Μονή Άγιας Τριάδας, ή οικογένεια τα παραχώρησε. Ελάχιστα κειμήλια παρέμειναν στην εγγονή του. Ένα απ' αυτά ήταν και ή πνευματική διαθήκη του αγίου πού με πολλή καλοσύνη μας εμπιστεύθηκε ή κ. Μαρία Δημητρίεβνα.
Ή Πνευματική Διαθήκη απευθύνεται στα παιδιά, τα εγ­γόνια και τα δισέγγονα του αγίου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μαζί με τον πατέρα υπέφεραν και τα τέσσερα παιδιά του. Δοκίμασαν την πίκρα της διπλής ορφάνιας και του κατατρεγμού. Θεωρούνταν παιδιά ενός «εχθρού του λάου» και αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Επόμε­νο ήταν να θεωρούν ακατανόητη την απόφαση του πατέρα τους να ιερωθή. Για όλα τα δεινά πού υπέστη ή οικογένεια θεωρούσαν υπεύθυνη την Εκκλησία. και το ερώτημα πού συνεχώς ταλάνιζε τις ψυχές τους, όπως και πολλούς ανθρώπους πού τον γνώρισαν ήταν: Γιατί ένας διάσημος και τόσο πετυχημένος καθηγητής της χειρουργικής πήρε μια τόσο μεγάλη απόφαση να χειροτονηθεί ιερέας και μά­λιστα σε μια περίοδο διωγμού της Εκκλησίας; Πώς ένας δοξασμένος επιστήμονας αφιερώθηκε στην υπηρεσία μιας «ξεπερασμένης υπόθεσης» της θρησκείας ;Τι είχε να κερ­δίσει ο μεγάλος αυτός δεξιοτέχνης της χειρουργικής από την ιεροσύνη;
Σε πολλές επιστολές του ο άγιος προσπαθεί να απολο­γηθεί και να εξηγήσει στα παιδιά του τον λόγο πού αποφά­σισε να πάρει αυτό τον μαρτυρικό δρόμο. Τα παιδιά του δείχνουν να μην τον καταλαβαίνουν. και αυτός ήταν ένας ακόμη σταυρός για τον άγιο Λουκά. Ως τον θάνατο του δεν έπαυε να νουθετεί και, κυρίως, να προσεύχεται για τα παιδιά του, πού είχαν τόσο πολύ επηρεασθεί, όπως και όλη ή γενιά τους, από την αντί θρησκευτική προπαγάνδα.
Είναι συγκινητικό το γράμμα πού απευθύνει στο μεγα­λύτερο γιο του Μιχαήλ, στα μέσα της δεκαετίας του '40.
«Να θυμάσαι, Μιχαήλ, ότι ο μοναχικός μου βίος και ο όρκος πού έδωσα, το αξίωμα μου, ή απόφαση να υπηρετώ τον Κύριο, αποτελούν για μένα το μεγαλύτερο ιερό και
το πρώτιστο καθήκον. Ειλικρινά και εξ όλης της καρδιάς απαρνήθηκα τα εγκόσμια και την ιατρική μου καριέρα, ή οποία, βέβαια, θα μπορούσε να ήταν πολύ επιτυχημένη, αλλά τώρα δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Όλη ή χα­ρά μου και όλη ή ζωή μου είναι να υπηρετώ τον Κύριο, τον όποιο πιστεύω...».
Το καλοκαίρι του 1956 ο άγιος βρίσκεται στην πόλη Αλουστα της Κριμαίας. Έχει χάσει την όραση του. Κον­τεύει να κλείσει τα ογδόντα χρόνια του και νοιώθει πώς οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Αποφασίζει λοιπόν να συντάξει την «Πνευματική Διαθήκη» του προς τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα του. Είναι μια ύστατη προσπάθεια να βοηθήσει τα παιδία του να ξεφύγουν από την μέγγενη του αθεϊσμού, να αντισταθούν στο αντίχρι­στο ρεύμα της εποχής, να ανακαλύψουν την «ύψιστη αλή­θεια» , τον Ιησού Χριστό, τηρώντας τις άγιες εντολές Του και υπηρετώντας τους πονεμένους ανθρώπους, τους «ελα­χίστους αδελφούς» του Ιησού Χριστού.
Έχουμε την αίσθηση ότι ή πνευματική διαθήκη του αγί­ου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη. Απευθύνεται και σε όλους εμάς, τα πνευματικά παιδιά του αγίου Λου­κά, πού τον τιμούμε και τον αγαπούμε.
Ας γίνουμε κι εμείς μιμητές του. και σύμφωνα με την υπόσχεση του θα μας επισκιάζουν οι πρεσβείες και οι προ­σευχές του, τώρα πού βρίσκεται μπροστά στο θρόνο του Θεού και Δημιουργού μας.
Αρχιμ. Νεκτάριος Άγιον Πάσχα 2009
ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΓΙΟΥΣ ΜΟΥ, ΤΗΝ ΚΟΡΗ, ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΣΕΓΓΟΝΑ ΜΟΥ
Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ
Είμαι πλέον 79 χρονών. Ή καρδιά μου εξασθενεί και οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν και είναι ολοφάνερο ότι πλησιάζει ή ώρα της αναχώρησης μου από τούτη τη γη.
Ό Απ. Παύλος άφησε διαθήκη σε όλους τους Χριστια­νούς. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κάγώ Χριστού».
Δεν τολμώ βέβαια να πω προς όλους τους Χριστιανούς, αλλά σε σας, τα παιδιά μου, μπορώ να πω-.
Μιμηθείτε εμέ­να, όπως και εγώ τον Απ. Παύλο.
Ήταν σκληρή και δύσκολη ή ζωή μου, αλλά ουδέποτε προσευχήθηκα στον Θεό να γίνει εύκολη.
Διότι είναι «στενή ή πύλη και τεθλιμμένη ή οδός ή απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7,14).
και ακόμη, «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (ΠΡΑΞ.. 14, 22).
Διαβάστε ακόμη την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. «Τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως τα κακά' νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι» (Λουκ. 16,25).
Για περισσότερα από 25 χρόνια ή ζωή μου ήταν συνυ­φασμένη με την εργασία του αγροτικού χειρουργού και καθηγητή της χειρουργικής και μετά ένδεκα χρόνια διώξε­ων για το όνομα του Χριστού μέσα στις φυλακές και στις σκληρές εξορίες.
Από το 1944 συνδύαζα την επίπονη διακονία του Επι­σκόπου με την θεραπεία των τραυματιών στο Ταμπώφ και μόλις το 1946 ολοκληρώθηκε ή χειρουργική μου δρα­στηριότητα και παρέμεινε μόνον ή Αρχιερατική.
Στον πολύ κόσμο ήταν ακατανόητο πώς μπορούσε ένας μεγάλος χειρουργός, πού τιμήθηκε με το Α ' βραβείο Στάλιν, να αφήσει τη χειρουργική και να γίνει Επίσκοπος. Όμως δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σ' αυτό, γιατί από τα νεανικά μου κι' όλας χρόνια, ο Κύριος με προόρισε για την υπέρτατη μορφή διακονίας σ Αυτόν και τους ανθρώ­πους.
Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, στην τελετή αποφοίτη­σης, έλαβα από τον Διευθυντή του σχολείου το απολυτή­ριο Γυμνασίου, το όποιο το είχε βάλει στο Ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το είχα διαβάσει και πριν, αλλά τώρα, όταν διάβασα εκ νέου τα λόγια του Χριστού απευθυνόμε­να στους Αποστόλους: «ο μεν Θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Ματθ. 9, 37-38), ή καρδιά μου σκίρτησε και αναφώνησα σιωπηλά: «Ώ, Κύριε! Σου λείπουν οι ερ­γάτες;».
Πέρασαν χρόνια. Έγινα διδάκτωρ της Ιατρικής και σκέφθηκα να γράφω το βιβλίο «Δοκίμια για τη χειρουργι­κή των πυογόνων λοιμώξεων». Όταν πήρα την απόφαση αυτή, μου ήρθε στο μυαλό ή εξής περίεργη σκέψη: «Όταν θα ολοκληρωθεί το βιβλίο αυτό, θα το υπογράφει το όνομα ενός επισκόπου». Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προερχόταν αυτή ή σκέψη. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι ήταν μία σκέψη πού μου είχε υποβληθεί από τον Θεό, διότι μετά την πρώτη μου σύλληψη, στο γραφείο του διοικητή των φυλακών, ολοκλήρωσα την πρώτη έκδοση του βιβλίου μου και στο εξώφυλλο έγραφα: «Επί­σκοπος Λουκάς, Δοκίμια για την χειρουργική των πυογό­νων λοιμώξεων».
Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια. Ήμουν στην πρώτη εξο­ρία στη Σιβηρία, στην πόλη Γενισέισκ. Ήρθε τότε εντελώς ξαφνικά να με συναντήσει ένας μοναχός απ 'το Κρασνογιάρσκ. Στην πόλη αυτή όλοι οι Ιερείς είχαν προσχωρήσει στους «νεωτεριστές» και ο πιστός στην κανονική Εκκλη­σία λαός, έστειλε αυτό το μοναχό να χειροτονηθεί Ιερέας, όχι σε μένα στο Γενισέισκ, αλλά στο Μινουσίνσκ σε έναν άλλο ορθόδοξο επίσκοπο. Μία ανεξήγητη όμως δύναμη τον καθοδήγησε σε μένα στο Γενισέισκ, Όταν με αντίκρισε, ξαφνιάστηκε, πάγωσε και βουβάθηκε. Αποδείχθηκε πώς, όταν με είδε, αναγνώρισε, ξεκάθαρα εκείνον τον αρ­χιερέα πού είχε δει σε ένα αξέχαστο όνειρο, να τον χειρο­τονεί ιερέα δέκα χρόνια πριν, ενώ εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν δημογιατρός στην πόλη Περεζλάβλ. Ζαλέσχι. Ό Κύριος ο Θεός με προίκισε με διάφορα ταλέντα. Ταυ­τόχρονα με το Γυμνάσιο, τελείωσα και τη Σχολή Καλών Τεχνών του Κιέβου. Είχα μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική και αποφάσισα να δώσω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη. Στα μισά των εξετάσεων όμως τις εγκατέλειψα, γιατί θεώρησα πώς πρέπει να υπηρετήσω τον Θεό και τους ανθρώπους με έργο πιο ωφέλιμο απ 'ότι ή ζωγραφική. Αν και κείνο το διάστημα είχε ξεκαθαρίσει μέσα μου ή κατεύθυνση της ζωγραφικής δραστηριότητας την οποία θα ακολουθούσα, εάν δεν εγκατέλειπα τη ζω­γραφική: Θα ήταν καθαρά θρησκευτική κατεύθυνση, ή θα ακολουθούσα τα ίχνη των Β. Βασνετσώφ και Νέστεριοφ.
Από τότε με απασχολούσαν πολύ και επίμονα τα δύ­σκολα ζητήματα της θεολογίας. Το βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου ήταν ή έντονα έκδηλη επιθυμία να υπηρε­τώ τον Θεό και τους ανθρώπους, και μόνο χάρη σ' αυτό, παρά την μεγάλη αντιπάθεια μου προς τις φυσικές επιστή­μες, έδωσα εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστη­μίου του Κιέβου και τελείωσα με άριστα
Από το Πανεπιστήμιο κιόλας εκδηλώθηκε το μεγάλο μου ταλέντο του ανατόμου και χειρουργού και οι συμφοι­τητές μου δεν ήθελαν καν να ακούσουν πώς προτίθεμαι να γίνω δημογιατρός. Είχαν αποφασίσει ομόφωνα πώς θα γίνω καθηγητής ανατομίας ή χειρουργικής. Άπ' ότι γνω­ρίζετε, είχαν μαντέψει σωστά το μέλλον μου. Ως δημογιατρός εργάστηκα για δεκατρία χρόνια από 12 έως 14 ώρες την ήμερα. Σκεφτόμουν σοβαρά να εγκα­ταλείψω το δημοτικό νοσοκομείο και να πάω σε απομακρυσμένα χωριά όπου οι δύστυχοι άνθρωποι πεθαίνουν δίχως νάχουν καμιά ιατρική βοήθεια. Ό Κύριος, όμως, είχε αποφασίσει διαφορετικά για μένα. Με έστειλε στην Τασκένδη, όπου ήμουν ένας από τους διοργανωτές του Πανεπιστημίου Μέσης Ασίας και καθηγητής της τοπογρα­φικής ανατομίας και άμεσης χειρουργικής. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 1920.
Στα χρόνια της πλήρους ασυδοσίας των αντιθρησκευτικών διαδηλώσεων και καρνάβαλων, όπου χλεύαζαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, ή καρδιά μου φώναξε: «Δεν μπορώ να σιωπώ».
Στην Τασκένδη γινόταν τότε κληρικολαϊκό συνέδριο. Ήμουν παρών και για κάποιο σημαντικό πρόβλημα είχα κάνει μια ενθουσιώδη ομιλία. Αύτη ή ομιλία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Επίσκοπο Τασκένδης Ιννοκέντιο και στο τέλος του συνεδρίου μου είπε ξαφνικά. «Γιατρέ πρέπει να γίνετε ιερέας».
Ήταν εντελώς απροσδόκητο για μένα, αλλά τα λόγια του Αρχιερέα τα εξέλαβα ως κλήση του Θεού δια των χειλέων του και χωρίς να ταλαντευτώ ούτε ένα λεπτό, απάν­τησα. «Εντάξει, Σεβασμιότατε, αν είναι θέλημα Θεού, να γίνω Ιερέας».
και την επόμενη Κυριακή, εγώ, ο καθηγητής της ιατρι­κής, με ξένο δανεικό ράσο παρουσιάστηκα στον Επίσκο­πο πού στεκόταν στον θρόνο και χειροτονήθηκα υποδιάκονος και κατά την διάρκεια της Θ. Λειτουργίας διάκονος. Μετά από δύο εβδομάδες ήμουν ήδη ιερέας -εφημέριος στον καθεδρικό ναό.
Ένα χρόνο και δυο μήνες πριν από αυτό το μεγάλο γεγονός στη ζωή μου, πέθανε ή σύζυγος μου και μητέρα σας. Ό μικρότερος από σας, ο Βαλεντίνος, ήταν τότε έξι χρονών και ο μεγαλύτερος, ο Μιχαήλ, δεκατεσσάρων.
Μετά από δύο χρόνια και τέσσερις μήνες, ο Κύριος με αξίωσε του μεγάλου αξιώματος του επισκόπου. Ή μεγά­λη θεία πρόνοια για μένα και σας τα παιδιά μου φάνηκε στο ότι ο Κύριος κάλεσε στην αιώνια ζωή τη μητέρα σας, επιτρέποντας ν ' ασθενήσει από καλπάζουσα φυματίωση, κι έτσι μου άνοιξε το δρόμο για τον μοναχισμό και την αρχιερατική διακονία. Όλες τις φροντίδες για σας, τα παιδάκια μου, τις ανέθεσα στον Κύριο και βέβαια, δεν διαψεύστηκα, ελπίζοντας σ` Αυτόν. Για την μέριμνα και ανατροφή σας μου έστειλε μια σχεδόν άγνωστη έως τότε γυναίκα, τη Σοφία Σεργκέεβνα Βελέτσκαγια, ή οποία, στη διάρκεια των φυλακίσεων μου και των τριών εξοριών, με μεγάλη αυταπάρνηση και αγάπη σήκωσε το βαρύ σταυρό των φροντίδων για σας στα χρόνια του λιμού, σας ανέθρε­ψε εξαιρετικά και σας έδωσε σχολική μόρφωση.
Αργότερα όλοι σας, οι τρεις γιοι και ή κόρη μου, με τις φροντίδες και την βοήθεια των αγγέλων προστατών σας, ολοκληρώσατε τις ανώτατες σπουδές σας. Ό Μιχαήλ εδώ και καιρό έχει γίνει καθηγητής, ενώ ο Άλιόσα και ο Βάλια είναι διδάκτορες των Ιατρικών και βιολογικών επιστημών και σε λίγο θα γίνουν επίσης καθηγητές.
Ό Κύριος δέχθηκε όλες τις θυσίες πού του πρόσφερα, και όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πολλά άλλαξε και διόρθωσε. Εγκατέλειψα τη χειρουργική, χάρη του κηρύγματος για τον Ιησού Χριστό. Δεν σκεφτόμουν καν τη δόξα του χει­ρουργού, πού σίγουρα μου ανήκε. Ενώ στον Θεό ή δόξα αυτή ήταν χρήσιμη, σε μεγάλο βαθμό αύξανε την δύναμη και τη σημασία του κηρύγματος μου. Το αναγνωρισμένο και φημισμένο βιβλίο μου «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» το ολοκλήρωσα στην εξορία. όταν ήμουν πια αρχιεπίσκοπος. Για την αποφασιστικότη­τα μου να θυσιάσω τα πάντα προς δόξα Του, ο Κύριος μου έδωσε ένα άλλο μεγάλο τάλαντο, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, και οι εννιά τόμοι των κηρυγμάτων έχουν αναγνωριστεί από την πνευματική ακαδημία της Μόσχας ως «εξαιρετικό φαινόμενο στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και «θησαυρός ερμηνείας της Αγίας Γραφής». Κι εγώ, ο αυτοδίδακτος στη θεολογία εξελέγην μέλος της πνευματικής Ακαδημίας της Μόσχας. Για την Εκκλησία, τα κηρύγματα μου θα έχουν ακόμη μεγαλύτε­ρη σημασία άπ' ότι τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Έκτος απ 'αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, για τα όποια μίλησα παραπάνω και δια των οποίων ο Κύριος χωρίς να γνωρίζω πώς, μυστικά, με οδηγούσε στην Αρχιερατική διακονία, βίωσα πολλές φορές ακόμη την παρουσία του Θεού. Αισθάνθηκα αρκετά και αισθητά την παρουσία κι επικοινωνία με τον Θεό στην πνευματική ζωή και στις προ­σευχές μου.
Όμως, εάν για κάποιον από σας, όλα όσα είπα παρα­πάνω δεν είναι αρκετά (για να πεισθεί), νομίζω πώς ή ενα­σχόληση του με τις φυσικές επιστήμες τόσο τον έχουν μαγέψει, πού δεν θέλει να ακούει αυτά πού έχω ζήσει, στα όσα έχω βιώσει αρκετά αισθητά και αδιαμφισβήτητα. Άλλωστε, θα σας πω, όπως και νάχει, πόσο εκπληκτικά και ξεκάθαρα αποκαλύπτει ο Κύριος ο Θεός το θέλημα Του σε όσους Τον φοβούνται και Τον αγαπούν. Όταν ήμουν στο Λένινγκραντ για εγχείρηση, κατά την τέλεση της παννυχίδας, ο Κύριος με θαυματουργικό τρόπο και συγκλονι­στική δύναμη πού μου προκάλεσε ρίγη τρόμου, μου έδωσε την εντολή: «Ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνιά μου». Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ από ύπουλο διαβολικό πειρασμό, ξέχασα την εντολή αύτη του Θεού. και ο σατα­νάς έβαλε και πάλι στην ψυχή μου την ασυγκράτητη ορμή για τη χειρουργική. Για αυτό και ο Κύριος με τιμώρησε με αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Δύο φορές χειρούρ­γησε το μάτι μου ο καθηγητής Όντιντσώφ, αλλά ανεπιτυ­χώς, γιατί ή τιμωρία έπρεπε να μείνει πάνω μου.
Τη μέρα μετά τη δεύτερη εγχείρηση, όταν ήμουν ξα­πλωμένος με τα μάτια δεμένα, με κυρίευσε και πάλι το πάθος για τη χειρουργική, ενώ ο Κύριος μου έστειλε ένα εκπληκτικό όνειρο: Ήμουν σε μία εκκλησία χωρίς φώτα. Το μόνο φωτισμένο σημείο ήταν το ιερό. Λίγο πιο πέρα απ` το Ιερό υπήρχε ή λάρνακα ενός αγίου. Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχαν βάλει μια σανίδα και είχαν ακουμ­πήσει πάνω ένα γυμνό ανθρώπινο πτώμα. Πίσω και δίπλα στο ιερό, είδα τους φοιτητές και τους γιατρούς να καπνί­ζουν τσιγάρα κι εγώ να τους κάνω μάθημα ανατομίας πάνω στο πτώμα. Ξαφνιάστηκα από ένα κρότο και, όταν γύρισα το κεφάλι μου, είδα ότι είχε πέσει το σκέπασμα από τη λάρνακα του αγίου. Ό άγιος ανακάθισε μέσα στη λάρνακα, γύρισε και με κοίταξε μ ' ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο και επίπληξη. Με τρόμο κατανόησα, τελικά, το τεράστιο βάρος της αμαρτίας μου, την παρακοή μου στην εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού, «ποίμαινε τα πρόβα­τα μου, ποίμαινε τα αρνία μου». Εδώ και δεκαπέντε χρό­νια εκλιπαρώ τον Κύριο Ιησού Χριστό να με συγχωρήσει, επαναφέροντας στην μνήμη μου με σαφήνεια το τρομαχτι­κό μου όνειρο και το σώμα του νεκρού πού κείτονταν στην Αγία Τράπεζα. Πρόσφατα πληροφορήθηκα από τον Θεό πώς ή αμαρτία μου συγχωρήθηκε. Από μέρα σε μέρα, όλο και λιγότερο ξεκάθαρα έβλεπα το πτώμα στην Αγία Τρά­πεζα, ώσπου τελικά εξαφανίστηκε εντελώς.
και τώρα, παιδιά μου, ας περάσω στα τελευταία λόγια των εντολών και διαθηκών μου προς εσάς.
Πιστεύω βαθειά στον Θεό και όλη την ζωή μου την έκτι­σα πάνω στις εντολές Του. και σε σας κληροδοτώ όλη τη ζωή σας να την αφιερώσετε στον Θεό και να χτίζετε όλα και πάντα πάνω στις εντολές του Χριστού.
Για πολύ καιρό και με μεγάλη επιμονή έπλεα κόντρα στο ρεύμα και σε σας τα παιδιά μου κληροδοτώ να πλέετε κόντρα στο ρεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Να απο­στρέφετε το βλέμμα σας και την καρδιά σας από εκείνη τη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, πού επιδιώκει όχι τους υψηλούς στόχους, αλλά εκείνους πού είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν. Να μην προσχωρήσετε σ 'αύτή τη μεγάλη πλειοψηφία πού ζει όχι με το δικό της νου, αλλά με το νου των ηγετών και χτίζει τη ζωή της, όχι με τις Ιερές εντολές του Χριστού, αλλά με τις υποδείξεις εκείνων πού έχουν την εξουσία να καθοδηγούν τους ανθρώπους μόνον εκεί, οπού κατά τη γνώμη τους πρέπει να πηγαίνουν, όχι χάρη της βασιλείας των ουρανών, αλλά για χάρη της επί­τευξης των αγαθών της επίγειας βασιλείας.
Σκοπό της ζωής να θέσετε την επιδίωξη της ύψιστης αλήθειας και να μην παρεκκλίνετε απ` αυτό το δρόμο, αν σας αναγκάσουν να υπηρετήσετε τους σκοπούς της κατώ­τερης αλήθειας, καταπατώντας την ύψιστη αλήθεια του Χριστού.
Να είσαστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφ` όσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα, να τηρείτε πλήρη πίστη ακόμη και στις σκέψεις, στους άντρες και τις γυναίκες σας, όπως τήρησα κι εγώ.
στις επιστημονικές ενασχολήσεις και στο έργο σας πά­νω στη μελέτη των μυστηρίων της φύσης, μην επιδιώκετε τη δόξα για τον εαυτό σας, αλλά μόνο το να ελαφρύνετε τον πόνο των ασθενών και αβοήθητων συνανθρώπων σας.
Να θυμάστε ότι σ' αυτό το έργο εγώ, ο πατέρας σας, αφιέρωσα όλη μου τη ζωή. Μιμηταί μου γίνεσθε. Όπως κι εγώ του Απ. Παύλου και να μην εργάζεστε για την κοι­λιά σας, αλλά πρώτ' απ' όλα και πάνω απ' όλα να φρον­τίζετε εκείνους πού δίχως την βοήθεια σας δεν μπορούν να απελευθερωθούν από τη μέγγενη της ανέχειας και του ψέματος.
Εάν εκπληρώσετε όλα, όσα κληροδοτώ σε σας, θα κατέβει σε σας ή ευλογία του Θεού, σύμφωνα με τα αδιάψευ­στα λόγια του προφητάνακτα Δαβίδ. «Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φο­βούμενους αυτόν, και ή δικαιοσύνη αυτού επί υίοις υιών τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αύτάς» (Ψαλμ. 102).
Γι α αύτη την ευλογία και τη χάρη του θεού πάντα προ­σευχόμουν στη ζωή μου για σας τα παιδιά μου, τα εγγόνια και δισέγγονα μου και, βέβαια, πάντα θα προσεύχομαι στην αιώνια ζωή, όταν Θα σταθώ εμπρός στο βήμα του Θε­ού μου και Θεού σας, Δημιουργού μου και Δημιουργού σας.
και ο καιρός αυτός προφανώς είναι κοντά, γιατί εξα­σθένησαν ή καρδιά μου και οι δυνάμεις μου.

Άλουστα, 22 Ιουλίου 1956
Ό πατέρας σας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΑΓΜΑΤΑ
Βίντεο για τον Άγιο Λουκά για όσους κατεβάζουν με torrent εδω
και με rapid
εδω
+ ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ
.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

ΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗΣ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ.


video



video

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ ΤΗΝ ΑΘΛΗΦΟΡΟΝ.

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ ΤΗΝ ΑΘΛΗΦΟΡΟΝ.

Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ψαλμός 142
κ ύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου.
Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν.
Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου˙ ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκροὺς αἰῶνος˙ καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμὲ τὸ πνεῦμα μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων.
Διεπέτασα πρὸς Σὲ τάς χεῖρας μου˙ ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι.
Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.
Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.
Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοὶ ἤλπισα.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς Σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.

Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε˙ πρὸς Σὲ κατέφυγον˙ δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Τὸ πνεῦμα Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με.
Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου, ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου˙ ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σου εἰμι.
Ἦχος δ.΄
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον Αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, και έστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Εὐαρεστήσασα Θεῶ, Ἀθληφόρε, καὶ πειρασθεῖσα ὡς χρυσὸς ἐν καμίνῳ, Παρασκευῇ πανένδοξε, βασάνων πειρασμοῖς, θαύματα πηγάζεις νῦν, καὶ νοσήματα παύεις, καὶ τὸν ὑπεράγαθον τοῦ Θεοῦ, Θεὸν Λόγον, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ ἐκδυσωπείς, ὅπως Αὐτοῦ τῶν δωρεῶν ἐπιτύχωμεν.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, τάς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι˙ εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνωνϗ Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρουςϗ Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ Σοῦ˙ Σούς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός 50
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντός.
Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε.
Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι.
Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου, καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσι.
Ρύσαὶ με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τὴν δικαιοσύνην Σου.
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου.
Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν˙ ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον˙ καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄
Ὑγρὰν διοδεύσας.
Ὑμνών σου τὴν μνήμην παρακαλῶ,ἔνδοξε Παρθένε, τῶν πταισμάτων μου τάς σειράς, διάρρηξον τάχος ταῖς πρὸς Κτίστην, τὸν Πανοικτίρμονα πρεσβείαις σου.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Μεγίστη ἡ δύναμις, ἢν Σεμνὴ ἔλαβες ἀξίως, ἐκ Θεοῦ τοῦ θαυματουργείν, ταύτην οὖν χρωμένη ἤδη παῦσον, τὰ πολυχρόνια πάθη μου δέομαι.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Νομίμως ἀθλήσασα ἐπὶ γῆς, Παρασκευὴ Μάρτυς και τὸ στέφος ἐν Οὐρανῷ, σῆς ἀπολαβοῦσα καρτερίας, ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Σωτηρὰ ἱκέτευε.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ὄμματι, Πανάσπιλε, ἐπ’ ἐμοί,ἱλέῳ σου βλέψον, καὶ ἰάτρευσον τὰ δεινά, τοῦ σώματος πάθη καὶ τάς νόσους, ἀποσκοράκισον θείαις πρεσβείαις σου.
ᾨδὴ γ΄. Σῦ εἰ τὸ στερέωμα.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἰσχύι τοῦ πνεύματος τοῦ Παναγίου ἡμὰς ἐλέησον, Παρασκευὴ καὶ νόσων παντοίων, σαῖς λιταῖς ἐλευθέρωσον.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Σῶσον ταῖς πρεσβείαις σου, Παρασκευὴ πανακήρατε πάντας ἡμάς, τοὺς σὲ ἀνυμνούντας, καὶ εὐφήμως γεραίροντας.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Γενοῦ μοι, Πολύαθλε, τῷ τεθλιμμένω προστάτις σύντονος, καὶ ἐκ παθών, καὶ κινδύνων ρύσαι, ταῖς εὐχαῖς σου καὶ θλίψεων.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἐξελοῦ, Πανάχραντε, νόσων δεινῶν με καὶ θλίψεων, τῶν ἀφειδῶς, καταπιεζόντων, τὸν σὸν δοῦλον ἑκάστοτε.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ρώμην δίδου μοι, Πάνσεμνε, κατά τε δαιμόνων καὶ ὀλεθρίων παθῶν, καὶ τὸν σάλον τῶν πταισμάτων μου, ἱεραῖς λιταῖς σου καταπράϋνον.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἀγαπήσασα Κύριον, καὶ στεφάνους δόξῃς κομίσασα, ὑπὲρ πάντων καθικέτευε, τῶν πιστῶς τιμώντων σέ, Πανεύφημε.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἱκεσίαις μου πρόσδεξαι, ὦ Παρασκευὴ Παρθένε πολύαθλε, καὶ παθών μου τὴν σκοτόμαιναν, σοῦ θερμαῖς πρεσβείαις ἀποδίωξον.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ρύσαι κόρη πανάμωμε, ἡ Θεὸν ἀσπόρως κυήσασα, τὸν σὸν δοῦλον κινδυνεύοντα, καταποντισθῆναι με τοῖς πταίσμασιν
Ὠδή ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ὥσπερ σῦ σεμνή, εἰς νυμφῶνα τὸν οὐράνιον,αὐγάζη ταῖς ἐνθέοις μαρμαρυγαῖς, οὕτω σούς δούλους, δόξῃς θείας καταξίωσον.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Σοῦ ἐν τῷ ναῷ, προσελθόντας τοὺς ἱκέτας σου, ὦ Παρασκευὴ ἐλευθέρωσον, ἐκ νοσημάτων,ταῖς εὐχαῖς σου καὶ κακώσεων.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἔρωτι Θεοῦ, τὴν ψυχὴν πλῆξον δέομαι, Παρασκευή, θείαις πρεσβείαις σου, καὶ τῶν παθῶν μου, τὴν ἀχλὺν νῦν ἐξαφάνισον.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάναγνε ἡμεῖς, κεκτημένοι σὲ βοήθειαν, σκέπην καὶ βεβαίαν ἀντίληψιν, παντὸς κινδύνου,διὰ σοῦ ρυσθείημεν.

ᾨδὴ στ ΄.Ἰλάσθητί μοι Σωτὴρ
Αἱμάτων σου τοῖς κρουνοῖς, Παρασκευὴ ὡς κατέσβεσας, τῆς ἀπιστίας τὸ πῦρ, οὕτω νῦν κατάσβεσον τὴν φλόγαν τῶν νόσων μου, ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, καὶ κινδύνων μὲ ἐξάρπασον.
Ἁγία τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ρεόντων τὸ χαμερπές, Παρασκευὴ πανακήρατε, τὸ ἄστατον καὶ φθαρτόν, παριδεῖν ἀξίωσον σὸν δοῦλον πρεσβείαις σου, καὶ ἀξιωθῆναι, θείας δόξῃς καὶ λαμπρότητος.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἁπάσας τάς κεφαλάς, τῶν ἀνομούντων συντρίβεσθαι, ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν, Θεὸν καθικέτευε,Μάρτυς, τῶν τιμώντων σου, πόθῳ τὴν σὴν κάραν, ἢν ἀπέτεμεν ὁ ἄνομος.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Σῦ οὖσα τὸ καθαρὸν καὶ Ἁγιώτατον τέμενος, Μαρία τοῦ Παντουργού, παρασχού μοι δάκρυα, ψυχὴν καθαρίζοντα, καὶ ἐπάκουσόν μου, τῆς δεήσεώς σου δέομαι. Ἐπίβλεψον μετ’ εὐμενείας Παρασκευὴ Ἀθληφόρε, ἐπὶ τὰ ἐμᾶ δεινὰ πάθη τοῦ σώματος καὶ ἴασιν δώρησαί μοι εὐχαῖς σου.
Ἐπίβλεψον, μετ’ εὐμενείας Παρασκευὴ ἀθληφόρε, πέλουσα τοῖς τῇ σεπτῇ εἰκόνι σου θερμῶς προσπελάζουσιν, ἱκέτευε Χριστὸν τὸν νυμφίον σου, δωρηθῆναι λύσιν τῶν δεινῶν νόσων καὶ θλίψεων καὶ ἁμαρτιῶν πασῶν τὴν συγχώρησιν.

Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

(Μνημονεύομεν ἐκείνους δι΄οὕς ἡ Παράκλησις τελεῖται)
Κοντάκιον. Ἦχος β΄.
Προστάτρια πιστῶν , Παρασκευὴ ἀθληφόρε, πέλουσα τοῖς τῇ σεπτὴ εἰκόνι σου θερμῶς προσπελάζουσιν, ἱκέτευε Χριστὸν τὸν Νυμφίον σου, δωρηθῆναι λύσιν τῶν δεινῶν νόσων καὶ θλίψεων καὶ ἁμαρτιῶν πασῶν τὴν συγχώρησιν.
Προκείμενον. Ἦχος δ.΄
Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἱσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Στίχ. Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον.(ε΄.24-35)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις, οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν, ἥψατο τοῦ ἱματίου Αὐτοῦ. Ἔλεγε γάρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων Αὐτοῦ, σωθήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ, ἔλεγε. Τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ Αὐτοῦ. Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε καὶ λέγεις τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν Αὐτῷ, καὶ εἶπεν Αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ. Θύγατερ ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Ὕπαγε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ταῖς τῆς ἀθληφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἦχος πλ. β΄. Μεταβολή των θλιβομένων.
Μεταβολὴ παντὸς κινδύνου, ἀπαλλαγή νόσου παντοίας ὑπάρχουσα Παρασκευὴ παρθένε, ρύσαι πάντας τῶν δεινῶν, τῆς τῶν ἐναντίων κακουχίας καὶ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπηρείας, ταῖς θείαις σου πρὸς Θεὸν δεήσεσι.
Ὁ Ἱερεὺς.
Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου˙ ἐπίσκεψαι τὸν κόσμον Σου ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ’ ἡμᾶς τὰ ἐλέη Σου τὰ πλούσια˙ πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας˙ δυνάμει τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ˙ προστασίαις τῶν τιμίων, ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων˙ ἱκεσίαις τοῦ Τιμίου ἐνδόξου,Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου˙ τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων˙ τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν καὶ οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας˙ Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν θαυματουργῶν˙ τῶν Ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος καὶ Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου˙ τῶν Ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καὶ Ἐλευθερίου˙ τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ καλλινίκων Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, (τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ), τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, (τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας) καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων, ἱκετεύομέν Σε, μόνε πολυέλεε Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων Σου καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Ὠδὴ ζ΄ Παῖδες Ἑβραίων.
Κάραν πάνσεπτον πάντες, τῆς παρθενομάρτυρος δεῦτε Παρασκευῆς, πιστοὶ ἐν ἐτησίοις, τιμήσωμεν τοῖς ὕμνοις, ὡς πηγὴν ἀνεξάντλητον τῶν ἰαμάτων ἀεὶ καὶ θείων δωρημάτων.
Ἑορτὴν παναισίαν, οἱ πιστοὶ ὀρθοδόξως ἐπιτελέσωμεν, φαιδρῶς Παρασκευῆς νῦν τὴν κάραν προσκυνοῦντες καὶ βοῶντες ἐκ πίστεως, πρόφτασον ρύσαι ἡμᾶς, λυταῖς σου πάσης νόσου.
Ὑπὲρ πᾶσαν οὐσίαν καὶ ὑπὲρ χρυσίον ἡ κάρα σου διαλάμπουσα, παρέχει σωτηρίαν, τοῖς πίστει ἀθληφόρε, πρὸς αὐτὴν καταφεύγουσι καὶ ἰατρεύει ψυχῶν θανατηφόρους νόσους.

Θεοτοκίον.
Ἡ Θεὸν σαρκοφόρον, Παναγία Παρθένε ἀποκυήσασα ἐκ πάντων ἀδοκήτων κινδύνων τὸν λαόν σου καὶ ἐκ νόσων περίσωζε καὶ ἁμαρτίας δεσμόν, τάχυ λιταῖς σου λῦσον.
Ὠδὴ η.΄Τόν βασιλέα.
Στόματι πάντες καὶ καρδία ὑμνοῦμεν, τὴν πανένδοξον μάρτυρα Κυρίου, ὅτι ἀρρωστίας ἐτύχομεν τὴν λύσιν.
Ἐν οὐρανίοις Παρασκευὴ ἀθληφόρε, τοῖς σκηνώμασι χορεύουσα τῶν πίστει, σὲ ὑμνολογούντων μνημόνευε παμμάκαρ.
Ρωσθεῖσα μάρτυς, τῇ ἰσχύι Κυρίου τῶν τυράννων κατήσχυνας τὰ θράση, θραῦσον καὶ νῦν πάντων, δεσμοὺς τυραννουμένων.
Θεοτοκίον.
Ἄχραντε μόνη εὐλογημένη Μαρία, τὰ δυσίατα ἰάτρευσον πάθη, τοῦ οἰκτροῦ σου δούλου, ἵνα σὲ μακαρίζω.
Ὠδὴ θ΄ . Κυρίως Θεοτόκον.
Φλέξον παρανόμων Παρασκευὴ μάρτυς, περὶ τῷ Θείῳ τεχνάσματι ἄθεα. Πιστοὺς δὲ πάντας Θείῳ αὐγάσματι λάμπρυνον.
Ἐμπλέως ἐνθέου λάμψεως γενέσθαι, τὸν σὸν οἰκέτιν νυνὶ καταξίωσον, ταῖς πρὸς τῶν ὅλων Δεσπότην, λιταῖς σου πάνσεμνε.
Ἵνα σὲ δοξάζω Παρασκευὴ πόθῳ, τάς ἀνιάτους μου νόσους θεράπευσον καὶ ταῖς εὐχαῖς σου τελείαν ρώσιν παράσχου μοι.
Ὠδὴ θ΄
Μόνη Θεοτόκε, ὡς Ἁγνὴ καὶ μήτηρ, τῆς ἀκαθάρτου ἰλῦος με κάθαρον, τῶν ἀκαθάρτων μωλώπων καὶ σῶσον Δέσποινα.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, καὶ ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν˙ τὴν ὄντως Θεοτόκον Σὲ μεγαλύνομεν.

Αἴτησαι εἰρήνην παρὰ Θεοῦ, ψυχῶν σωτηρίαν καὶ κινδύνων ἀπαλλαγήν, θεία ἀθληφόρε Παρασκευή, εὐχαῖς σου,τοῖς πίστει εὐφημοῦσι σε καὶ γεραίρουσι.
Πορφυρᾶν ἐξ αἵματος τὴν στολήν, σῦ περικειμένη καὶ τὸ στέμμα ἐν κορυφῇ ἔχουσα ὧ μάρτυς καὶ τὴν τῆς παρθενίας κατέχουσα λαμπάδα ἡμῶν μνημόνευε.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (τρίς)
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου. Γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρύσαι ἡμὰς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία, καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιον. Ήχος α΄.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι Παρασκευὴ ἀθληφόρε. Ὅθεν προχέεις ἰάματα καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος β΄.Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρόν.
Θῦμα τῷ Δεσπότῃ καὶ Θεῷ, ἤχθης καλλιπάρθενε θεῖον καὶ παναμώμητον. Πάσας ὅθεν ηὔφρανας τάς οὐρανίους ἀρχὰς καὶ μακάρων ἀοίδιμε, ψυχὰς διὸ πάντας, πίστει σου δεόμεθα καὶ πόθῳ ζέοντι, ρυσαι ταῖς λιταῖς σου ἐκ νόσων καὶ παντοδαπῶν ἐναντίων, ἡμᾶς τοὺς τιμῶντας σε πανεύφημε.
Ἦχος πλ. δ΄
Δέσποινα πρόσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Ἦχος β΄
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Ἐκ παντοίων κινδύνων τοὺς δούλους σου φύλαττε εὐλογημένη Θεοτόκε, ἵνα Σὲ δοξάζωμεν, τὴν ἐλπίδα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Τῇ πρεσβείᾳ Κύριε πάντων τῶν Ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου, τὴν σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν καὶ ἐλέησον ἡμᾶς ὡς μόνος οἰκτίρμων.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΟΜΙΛΙΑ Γ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΣΤΟΝ Ι. ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ ΣΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΑ. 26-08-20




video

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

ΕΥΘΑΛΗΣ ΒΛΑΣΤΟΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ 3

Δεν γνωρίζω.
Ή προσήλωση του στους κανόνες ήταν παροιμιώδης, αλλά δεν ή­ταν στείρος νομικιστής. Τον διέκρινε ευρύτητα πνεύματος. Είχε τη δυ­νατότητα να σκέπτεται και να αντιμετωπίζει σφαιρικά τα ζητήματα πού είναι δύσκολα και δεν λύνονται με μια μονοκονδυλιά.
- Γέροντα, τον ρώτησε κάποιο πνευματικό του τέκνο, αν ήσασταν Επίσκοπος και αντιμετωπίζατε κάποιο ζήτημα σαν το τάδε τι θα κάνα­τε; Θα τηρούσατε τους κανόνες η θα κάνατε οικονομία;
- Παιδί μου, πρώτον για αυτό δεν δέχθηκα το υψηλό αξίωμα του 'Αρχιερέως, για να μη έχω τέτοιου είδους διλήμματα και δεύτερον σου απαντώ με περίσκεψη ότι δεν γνωρίζω τι θα έκανα Πιθανόν θα έκανα οικονομία πιθανόν όχι. Δεν μπορώ να είμαι στενοκέφαλος και να μιλώ χωρίς να έχω μπροστά μου το αμείλικτο ερώτημα
Στην απάντηση αυτή διακρίνει κανείς τη σύνεση και τη σοφία του ανδρός, αλλά και συγχρόνως και τη διάθεση να μη κατακρίνει τον Επί­σκοπο πού στο δύσκολο ζήτημα επέλεξε τον δρόμο της συγκεκριμένης απόψεως.

Έλεγχος με το αυτοκίνητο.
- Παιδία μου, μας έλεγε συχνά, οι αρχές μου, μου κοστίζουν. Υπάρχουν πρόσωπα πού μου είναι προσφιλή και όμως έχω κόψει κάθε σχέση μαζί τους, διότι παρέβησαν τους κανόνες της Εκκλησίας.
Μετά το εκκλησιαστικό πρόβλημα πού δημιουργήθηκε με την εκδίω­ξη των δώδεκα Μητροπολιτών το 1974 ο Γέροντας έκοψε κάθε σχέση και επαφή με τους καταλαβόντας τις θέσεις των εκδιωχθέντων. Τους θεωρούσε μοιχεπιβάτες και δεν είχε αυτέ συνάντηση μαζί τους. Όταν έπρεπε να παραστεί σε κάποια τελετή γάμου η κηδείας, τότε έκανε μια μεθοδευμένη προσπάθεια, ώστε ούτε καν να συναντήσει κάποιο κληρι­κό αυτής της κατηγορίας. Πήγαινε με το αυτοκίνητο κάποιου πνευματι­κού του τέκνου και έκανε μια βόλτα γύρω από τον ναό και περίμενε να αρχίσει ή ακολουθία Τότε έστελνε κάποια πνευματικό του τέκνο να ελέγξει αν υπάρχει κάποιος από τους εν λόγω αρχιερείς. Στην περίπτω­ση αυτή δεν πήγαινε στην τελετή. Διαφορετικά εισήρχετο στο ναό και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα

Εξωτερική εμφάνιση.
Ή παραδοσιακότητά του ξεκινούσε από την συνειδητή αποδοχή των θέσεων της Ορθόδοξου Εκκλησίας και έφθανε μέχρι τα θέματα ενδύσεως, συμπεριφοράς και κινήσεως.
- Μην κινείτε τα χέρια σας, μας έλεγε, όταν μιλάτε, διότι αυτό είναι χαρακτηριστικό μανιακών ανθρώπων, κατά τους αρχαίους Έλληνες.
- Μην αφήνετε τα γένια σας οι κοσμικοί, διότι αυτό φανερώνει ότι έχετε ψυχική κενότητα και με τον τρόπο αυτό προσπαθείτε να προβληθείτε και να νιώσετε πληρότητα πού δεν υπάρχει στην προσωπικότητα σας.
Ένα από τα πνευματικά του τέκνα, όταν φόρεσε το ράσο για πρώτη φορά, του φάνηκε ότι είχε μεγάλα πτερύγια και έπρεπε πάντοτε να το κρατά με το χέρι του.
- Γέροντα, του είπε, το ράσο είναι δύσκολο να το κυβερνά κανείς αν δεν το κρατά με το χέρι του.
Εκείνος, χωρίς να ειρωνευτεί η να δείξει κάποια δυσαρέσκεια, σηκώθηκε, πήρε το ράσο το δικό του, το φόρεσε και απάντησε με φυσικό­τητα
- Παιδί μου, όλων των παραδοσιακών κληρικών το τιμημένο ράσο αυτές τις διαστάσεις έχει.
Ό τάδε ρασοφόρος γιατί φορά κάτι διαφορετικό;
- Επειδή είναι καλόγερος και πρέπει να έχει άλλη λειτουργικότητα από του Ιερέως. και να ξέρεις ότι το ράσο είναι βαρύ, όχι σαν ρούχο. Ή δυσκολία πού φέρνει το ένδυμα αυτό είναι μόνο το ένα τοις εκατόντου βάρους πού έχει επωμισθεί ο ιερέας.

Θα τον αναζητήσετε.
Στην τραπεζαρία του Γέροντα πού τρώγανε πολλά παιδιά και επιστή­μονες μία μέρα έγινε μια συζήτηση σε έντονο ύφος. Το θέμα ήταν τα λάθη κάποιου κληρικού πού ήταν τότε στην επικαιρότητα
Ή θεία Αλεξάνδρα πήγε στην κουζίνα της και προφασιζόταν ότι εί­χε εργασία Όμως το ύφος και οι εκφράσεις ιών νεαρών συνδαιτυμόνων ήταν πολύ οξείς και έξω από τα δεδομένα της ευπρέπειας. Για μια στιγμή ή ευλογημένη εκείνη γυναίκα δεν άντεξε την κατάκριση, την ιεροκατηγορία αλλά και την υπερβολή των εκφράσεων. Μπήκε μέσα και με ύφος αυστηρό είπε:
- Τόσο μεγάλο κακό έκανε στην Εκκλησία αυτός ο άνθρωπος και μιλάτε έτσι γι' αυτόν; Επειδή νομίζετε ότι θα κάνει αυτή την καινοτο­μία νομίζετε ότι πρέπει να τον περιλούετε με αυτούς τους χαρακτηρι­σμούς;
- Να θυμάστε, συνέχισε, το ζήτημα αυτό. θα έλθει εποχή πού θα τον χάσετε αυτό τον εκλεκτό κληρικό και θα τον αναζητήσετε, θα κλάψε­τε, γιατί θα δείτε τέτοια πράγματα στο διάδοχο του πού θα μετανιώσετε για την επιθετική σας τακτική.
Αυτά είπε σε αυστηρό τόνο και έφυγε πάλι για την κουζίνα της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα πράγματα έγιναν όπως τα προέβλεψε εκεί­νη ή αγία ψυχή. Έκτοτε στην τραπεζαρία του Γέροντα δεν επανήρχοντο θέματα πού θύμιζαν τις κατηγορίες κατά του εκλεκτού κληρικού.

Ιερατική αμφίεση.
Όταν χειροτονήθηκε, συνέβηκε να μην έχει ενιαία στολή από Ιερά άμφια, διότι έγινε κάποιο λάθος, πού οφειλόταν στο γε­γονός ότι ήθελε ή χειροτονία του να γίνει ταπεινά, χωρίς την δημοσιότητα, πού δικαιολογημένα θα είχε το γεγονός στους κύκλους των ευσεβών χριστιανών.
Επειδή ή στολή του ήταν συνδυασμός χρωμάτων, κάποι­ος ιερέας πού φαντάστηκε ότι για λόγους οικονομικούς δεν αγοράστηκε ή πρέπουσα στολή, του υπέδειξε ότι θα μπορούσαν να προβούν σε κάποια ρύθμιση γι' αυτή την αστοχία
- Πάτερ μου, σας ευχαριστώ αλλά δεν είναι οικονομικό το ζήτημαΉ οικονομική επιφάνεια της οικογένειας μου είναι καλή. 'Απλώς προτίμησα κάτι το απλό, πού όμως δεν μου το έφεραν εγκαίρως.
Ένα στοιχείο πού ήθελε να εφαρμόσει στο θέμα της ενδυμασίας είναι ότι ήθελε να έχει μόνο ένα ράσο.
-Άρχισα να το εφαρμόζω, έλεγε αλλά είδα ότι πρακτικώς δεν μπο­ρούσα να το τηρήσω, διότι προέκυπταν ανυπέρβλητα εμπόδια Σε αντιστάθμισμα φρόντιζα να δίδω σε φτωχούς ιερείς πού με επισκέπτονταν κάποιο από τα ράσα μου, ώστε να καλύπτω αυτή την παρατυπία μου.

Καλόγερος θα το φάει
Έτρωγε γρήγορα χωρίς να προσέχει τι είδους φαγητό παρέθετε ή -θεία Αλεξάνδρα στο πιάτο του. Δεν απολάμβανε το φαγητό του, πού ήταν πάντοτε λιτό, χωρίς καρυκεύματα και χωρίς τερψιλαρύγγια όστρα­κα: Φυσικά μνημονεύσαμε ότι από την παιδική του ηλικία είχε κάνει άρ­ση της κρεοφαγίας και επομένως δεν έδινε στον εαυτό του περιθώριο τροφικών απολαύσεων.
Έτρωγε και συγχρόνως μιλούσε στο τηλέφωνο, Συχνά διέκοπτε το φαγητό και πήγαινε στο γραφείο για να μιλήσει για κάποιο απόρρητο θέμα. Το φαγητό τότε, φυσικά, κρύωνε αλλά αυτό δεν το πρόσεχε κα­θόλου. Δεν επιθυμώ να διευκολύνω τους ζωγράφους, αλλά θα έλεγα ότι μία καλή παράσταση - πίνακας θα ήταν να τον ζωγραφίσουμε ως εξής: Ό Γέροντας κάθεται μπροστά στο τραπέζι με τα πνευματικά του τέκνα .Τα πιάτα όλων έχουν αδειάσει εκτός από το δικό του, πού ήδη έχει κρυώσει. Ανάμεσα στο αυτί και τον ώμο του στηρίζεται το ακου­στικό του τηλεφώνου, το οποίο στηρίζει λίγο και με το αριστερό χέρι. Με το δεξί χέρι κρατάει το πιρούνι ενώ μασουλάει βιαστικά και μιλά στο τηλέφωνο μπουκωμένος. Οι συνδαιτυμόνες του, τα πνευματικά του τέκνα, σκύβουν μεταξύ τους και συνομιλούν ψιθυριστά. Όταν το φαγητό είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και δεν είχε τα χαρα­κτηριστικά ανεκτής υφής, στην όψη ή την γεύση, τότε του λέγαμε:
- Ξέρετε, Γέροντα το φαγητό δεν είναι και τόσο καλό.Δεν πειράζει, καλό είναι. Καλόγερος θα το φάει. Έλεγε με απλότητα

ΤΟ ΤΕΜΠΛΕΟΝ

Και τώρα ας προχωρήσωμεν εις το Τέμπλεον. Αυτό διαχωρίζει το Ιερόν από τον κυρίως Ναόν. Τεμπλεον υπήρχε, ως ελέχθη, Και εις την Σκηνή Και εις τον Ναόν του Σολομώντος, το όποιον ήτο κατασκευασμένο εκ βαρύτιμου υφάσματος Και ελέγετο, όπως είδαμεν «Καταπέτασμα» Και το όποιον κατά την ώρα της σταυρώσεως του Κυρίου εσχί­σθη από άνωθεν έως κάτω.
Αυτό εικονίζε την άρσιν της θείας επικοινωνίας με τον άνθρωπο λόγω της παρακοής των πρωτοπλάστων. Ή τελεσθείσα δηλαδή αμαρτία των έγινε ωσάν ένα διαχωριστικό τείχος το όποιον υπήρχε με­ταξύ Θεού Και άνθρωπου. Και όταν είπε ο Κύριος το «τετέλεσθαι» τότε αυτό το καταπέτασμα του Ναού του Σολομώντος εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω. Και το γεγονός αυτό ήτο ή απόδειξης ότι ή θυσία του Χριστού έσβησε, αφάνισε το μέγα αμάρτημα του Αδάμ. Κατήργησε τον μεσότοιχο των αμαρτιών ημών Και μας συνεφιλίωσε Και πάλιν με τον Πατέρα ποιούντα ημάς Και πάλιν τέκνα Αυτού.
Σήμερον το Τέμπλον δεν εικονίζει το παλαιόν εκείνο καταπέτασμα αλλά απλώς διαχωρίζει το εν τμήμα της Εκκλησίας, το τμήμα της Θριαμβευούσης από το άλλο της Στρατευόμενης. Και μέσον των δύο αυτών τμημάτων παρίστανται Και βοηθούν, Και τους μεν Και τους δε, ή Παναγία Τριάς, ο Σταυρός, ο Κύριος, ή Θεοτόκος, ο Τίμιος Πρόδρομος, ο Άγιος εις τον όποιον τιμάται ο Ναός, οι χοροί των Αγίων Αποστόλων, Αγίων Και Αγγέλων.
Ενώπιον όλων αυτών καίονται κανδήλια τα όποια δηλούν ότι υπάρ­χει έλεος, υπάρχει άφεσης εκ μέρους του Θεού. Και υπάρχει Και ή συ­νεχής πρεσβεία εκ μέρους της Θεοτόκου Και των Αγίων.
Εις το Δεσποτικό, παρ' όλον ότι υπάρχει Και εκεί εικών του Χριστού δεν υπάρχει όμως κανδήλα.
Αυτό σημαίνει ότι εις τον θρόνο του Θεού δεν υπάρχει έλεος, αλλά δικαιοσύνη.
Εις το τέμπλον υπάρχει έλεος Και συγχώρησις. Όταν όμως φύγωμεν Και ευρεθώμεν ενώπιον του Θρόνου του Θεού δεν θα εύρωμεν τότε ούτε έλεος ούτε άφεσιν, αλλά δικαιοσύνην Και κρίσιν, θα εύρωμεν τον Θεόν να αποδίδη δικαιοσύνην. Και ουαί Και αλλοίμονον εις εκείνους οι όποιοι δεν έχουν σχέσιν με το τέμπλον. Με τον Χριστό την Παναγίαν Και τους Αγίους.
Και όταν λέγωμεν σχέσιν με τον Χριστόν, δεν εννοούμε μόνον τάς προσευχάς Και τάς προσκυνήσεις· ναι καλά είναι Και αυτά αλλά εννοούμε την συνεχή ένωσιν με Αυτόν δια του παρεχομένου εις ημάς Σώματος Και Αίματος Αυτού.
Εις το Τέμπλον υπάρχουν συνήθως τρεις πύλαι. Ή μία σημαίνει την συμφιλίωσίν μας με τον Θεό δια της εξομολογήσεως· είναι ή θύρα της μετανοίας. Ή άλλη είναι ή Ωραία Και πανωραία Πύλη, είναι αυτή ή οποία μας ενώνει με τον Χριστόν δια του Πανάχραντου Αυτού Σώματος Και Αίματος, μας αναγεννά μας κάμνει τέκνα του Θεού, μας Θεώνει. Και δια της άλλης θύρας, της οποίας φύλαξ είναι ο μέγας των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, εισερχόμεθα εις την θριαμβεύουσα Εκκλησία εις την Βασιλείαν του Πατρός. Η. αλλοίμονον! εις την κόλασιν. Δηλαδή το Τέμπλον μας διδάσκει το τι έκαμε Και τι κάμνει ο Θεός με την Εκκλησία του δι' ημάς αφ' ενός, Και αφ' ετέρου πώς πρέπει καθημε­ρινώς να πορευόμεθα ίνα σωθώμεν Και να μη ευρεθώμεν αναπολόγη­τοι ενώπιον του Δεσποτικού θρόνου του Θεού, όπου δεν υπάρχει κανδήλι Και έλεος. Εκεί υπάρχει ή το «ευ δούλε αγαθέ» ή το «πορεύου από εμού».
Εις τον τρούλλον (ο οποίος δεσπόζει όλου του Ναού) υπάρχει ή είκών του Κυρίου ή λεγομένη «ο Παντοκράτωρ» ήτοι αυτός πού δεσπόζει, διακρατεί Και διακυβερνά το σύμπαν, ως Κύριος Και Παντοκράτωρ υπάρχων ουρανού Και γης· αλλά Και της ζωής Και του θανά­του. Αυτός εστίν ο Κύριος.
Κάτωθεν του Παντοκράτορας κρεμάται ο πολυέλαιος. Αυτός συμβολίζει την εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία, ή οποία μας φωτίζει Και συμβάλλει από εκεί εις την ιδική μας διόρθωσιν. εις την ιδική μας σωτηρία, δια των πρεσβειών των Αγίων.
Εις το αριστερό μέρος του Ναού υπάρχει ο Άμβων. Εκεί άναγινώσκεται το Ευαγγέλιο υπό του διακόνου, Και από εκεί γίνεται ή ερμηνεία του Ευαγγελίου, δηλαδή το θείον κήρυγμα, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται ή ομιλία υπό των εργατών του Ευαγγελίου Και του Θείου Λόγου.
Ό Άμβων παλαιότερον, τότε όπου γέμιζε ο παράδεισος από Α­γίους, δεν ήτο εις αυτήν την θέσιν αλλά ήτο εις το μέσον των δύο ανα­λογίων Και έναντι της Ωραίας Πύλης. Μεταξύ αυτού Και του Τέμπλου υπήρχε εις χώρος υπερυψωμένου δαπέδου, ο λεγόμενος Σολέας. Εις τον Άμβωνα ανήρχετο ο διάκονος Και αναγίγνωσκε τα Ειρηνικά Και τάς λοιπάς εκφωνήσεις των Ακολουθιών, καθώς Και το Ευαγγέλιο. Από εκεί ωμίλουν. από εκεί ο ιερεύς ανέπεμπε τάς επαμβώνους ευχάς, Και κάτω Και όπισθεν αυτού ανεγιγνώσκοντο αι λεγόμεναι οπισθάμβωνοι ευχαί. Αλλά εκεί ελάμβανε χωράν Και ένα άλλο συγκλονιστικό Και πολύ τολμηρό. Τον παλαιόν καιρόν, τότε όπου οι άνθρωποι επίστευον Και γέμιζε, ως ελέχθη, ο ουρανός Αγίους, τότε εγίνετο το έξής .
Ανήρχετο ο πνευματικός ιερεύς εις τον άμβωνα εν ώρα Θείας Λειτουργίας Και κάτωθεν αυτού γονατιστός ο κάθε πιστός (όστις ήθελε) εξομολογείτο «Εις έπήκοον πάντων» ήτοι τα φώναζε Και ήκουεν όλον το εκκλησίασμα! Μάλιστα!
Ας ελθωμεν ημείς δι' ολίγον εις την θέσιν αυτήν. Ας εφηρμόζετο αυτό σήμερον! Δεν θα πατούσε κανείς εις τον Ναόν. Αυτή ή εξομολόγησης φανερώνει «παλικαριά», φανερώνει μάρτυρας, φανερώνει αγίους. Και δεν έμενε εκεί το πράγμα. Δεν έδιδε τόσον ευκόλως -όπως σήμερα-ο πνευματικός την άφεσιν, αλλά υποχρέωνε τον έξομολογηθέντα να μένη έξω εις το μέρος του Ναού πού λέγεται Νάρθηξ, ή έστω εις τον αμέσως συνεχόμενο χώρον τον λεγόμενον Λιτή. Και εκεί γονατιστός Και προσκλαίων εζήτη από τους αδελφούς, οι όποιοι εισήρχοντο Και εξήρχοντο του Ναού, ίνα πρεσβεύουν εις τον Θεό να ελεήση Και αυτόν. Και παρέμεναν οι προσκλαίοντες εκεί αρκετό καιρόν, έως Και 15 έτη, αναλόγως των αμαρτημάτων των, χωρίς να έχουν το δικαίωμα να μένουν εις τον Ναόν εν ώρα Λειτουργίας.
Ας συγκρίνωμεν Και ημείς τον εαυτόν μας με αυτούς τους πιστούς Και ας ενεργήσωμεν δεόντως. Φυσικά όχι να κάμωμεν τα ίδια. αλλά τουλάχιστον να μας συνεχή κάποιος φόβος της αμαρτίας.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

video

video

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ. ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ.

video

Η ΝΥΦΗ ΚΑΙ Η ΠΕΘΕΡΑ- Π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

video

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ


Ένα μήνα, περίπου, προ της εκδημία του, ο π. Ιάκωβος μου ενεπιστεύθη, πρωινές ώρες έξω από το καθολικό της Μονής, το έξης σημαντικό περιστατικό-όραμα.
Έξαφνα κ. Δημήτρη μου βρέθηκα ενώπιον Αρχιερέως, ολόφωτου, καθήμενου επί μεγαλόπρεπους θρόνου και δίπλα του, σε χαμηλότερο επίπεδο, καθόταν ο γραμματεύς του. Εγώ καθόμουνα μόνος, μπροστά και χαμηλά, σε εδώλιο, Όπως κάθονται οι κατηγορούμενοι στα δικαστήρια. Τότε ο Αρχιερεύς λέγει στον γραμματέα του: «Διάβασε το βιβλίο του π. Ιακώβου από την αρχή». και ο Γραμματεύς άρχισε να διαβάζει όλες τις πράξεις μου, πού ήταν καταγεγραμμένες στο βι­βλίο αυτό από την παιδική μου ηλικία. Κάποια στιγμή λέγει ο Γραμματεύς στον Αρχιερέα: «Δεν έχει τί­ποτε άλλο ο π. Ιάκωβος». και ο Αρχιερεύς του λέ­γει: «Πώς δεν έχει. Για γύρισε στην σελίδα 264 και διάβασε». Τότε γύρισε στην σελίδα αυτή και διάβασε τα έξης: «Όταν ήταν μικρό παιδί, ηλικίας 7 ετών, στο χωριό του Φαράκλα της Ευβοίας, βρήκε πεταμέ­νο, στο δρόμο, ένα καινούργιο τενεκεδένιο γυαλιστερό κουτάκι φωτοβολίδων του στρατού, το οποίο, επειδή του άρεσε, είπε: «Δεν το πηγαίνω στον καλό ιερέα του χωρίου μας να βάζει μέσα το λιβανάκι της Εκ­κλησίας;» Κάτι πού έκανε. «Εσύ», λέγει ο Άρχιε­ρεύς στον Γραμματέα του αυστηρά, «την θεωρείς ασήμαντη την πράξη αυτή και δεν την αναφέρεις;». Εγώ κ. Δημήτρη μου, πού να θυμάμαι, έπειτα από 60 χρόνια, αυτή την πράξη πού έκανα ως παιδί. Άλλα · να σου πω την αλήθεια, βασάνισα την μνήμη μου και
την θυμήθηκα. Έτσι είχε γίνει ακριβώς.
Ρώτησα, πριν λίγα χρόνια, πανεπιστημιακό καθηγητή-θεολόγο. Τόση αξία είχε ένα τενεκεδένιο κουτάκι, πεταμένο στο δρόμο; και εκείνος μου απήντησε: «Δεν έξετιμήθη από τον Αρχιερέα ή ασήμαντη χρηματική αξία του αντικειμένου, αλλά ή αγαθή προαίρεσις του δωρητού. Ας μην ξεχνάμε το δίλεπτο-κοδράντη της χήρας στο Ευαγγέλιο (Γαζοφυλάκιον)· (Μάρκ. ιβ, 42).
Μετά λίγες ήμερες από την οπτασία, ο π. Ιάκω­βος, το απόγευμα της εορτής των Εισοδίων της Θεο­τόκου (21.11.1991), εξεδήμησεν προς Κύριον, μέσα στο κελλί του, παρουσία πνευματικών του παιδιών, όπως είχε πει σε φίλους του προσκυνητές το πρωί της ημέρας εκείνης.
και μάλιστα, την ώρα πού ο χειροτονηθείς το πρωί στο χωριό Φύλα της Χαλκίδος, από τον τότε Μητρο­πολίτη Χρυσόστομο σε πρεσβύτερο, μοναχός Ιάκωβος εισήρχετο στη Μονή. Έτσι, ένας ιερομόναχος Ιάκω­βος έφευγε και ένας νέος ιερομόναχος Ιάκωβος ήρχετο στη Μονή.
Μετά δύο ημέρες έγινε ή ταφή του π. Ιακώβου στην αυλή του καθολικού, στην ανατολική πλευρά, όπου υπάρχει και ο τάφος του σήμερα, παρουσία χιλιάδων προσκυνητών και πνευματικών του παιδιών. Δύο πράγ­ματα θα μου μείνουν, από τις σκηνές εκείνες, αλησμό­νητα:
α) ο πολύς κόσμος πού κρεμόταν από σκάλες, ταράτσες, παράθυρα, τοίχους, μπαλκόνια κ.λπ.
και β) ή ζωντάνια με την οποία φώναξαν όλοι μαζί, συγχρονισμένα τρεις φορές «Άγιος, Άγιος, Άγιος» την ώρα πού τον κατέβαζαν στον τάφο. Δεν υπήρξε δε ένας από τους παρόντες πού να μην έκλαψε ή δάκρυσε. Τουλά­χιστον γύρω στον τάφο, πού βρισκόμουνα με όλους τους δικαστικούς λειτουργούς, πνευματικά του παιδία.
Δεν είχα την πρόνοια ή την περιέργεια να ρωτήσω τον π. Ιάκωβο: «και ή απόφαση πού έβγαλε ο επί του Θρόνου Καθήμενος Άρχιερεύς, πού προφανώς ήταν ο Κύριος, κριτής ζώντων και νεκρών, ποια ήταν;» Όμως, το πρόσωπο του ήταν ήρεμο, χαρούμενο, φω­τεινό, πού σήμαιναν ότι ή απόφαση ήταν για αυτόν δικαιωματική, μισθαποδοτική και όχι καταδικαστική.

Επί πλέον τα εκ δικαστικών λειτουργών πνευμα­τικά του παιδιά βγάλαμε τα έξης, από το όραμα, δι­δάγματα: α) ο π. Ιάκωβος εκρίθη εν ζωή ακόμη ων, ο Κύριος είπεν «Αμήν, Αμήν λέγω υμίν ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει (όχι εξει) ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται αλλά μετεβέβηκεν (έχει ήδη μεταβεί) εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. ε, 24),
β) για τον καθένα μας τηρείται ίδιον βιβλίο στους ουρανούς, στο οποίο καταγράφονται όλες οι πράξεις μας, από τις πιο σοβα­ρές έως τις πιο απλές και γ) άλλη αξιολόγηση- εκτίμηση των πράξεων μας γίνεται εδώ στη γη (κοσμική) και άλλη στους ουρανούς (πνευματική).

Ή νέα γυναίκα από την Μακεδονία, πού έκλαιγε με λυγμούς.
Είχα, κατ' εξαίρεση, το μεγάλο προνόμιο να επισκέ­πτομαι τον Γέροντα στο κελλί του, οπότε ήθελα. Το κελλί βρισκόταν στην ανατολική πτέρυγα της Μονής και ήταν ένα δωμάτιο τετράγωνο, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό. Ταπεινό, απέριττο, φτωχικό. Ένα κρεβάτι από τέσσερις σανίδες στην ΝΑ γωνία, δύο κουβέρτες απλές, φτωχικές, μια καρέκλα, ένα τζάκι παλαιό χωριάτικο, στο περβάζι του οποίου υπήρχαν χαρτονομίσματα σε μασούρια και ένα χαρτάκι με το όνομα του πτωχού που προοριζόταν. Πολλές εικόνες στους τοίχους, απλές του Κυρίου, της Παναγίας και Αγίων. Κάποτε καθόμαστε στο πάτωμα, στρωμένο με κουρελούδες, ακουμπούσαμε δε στο κρεβάτι, κι ακούγαμε λόγους πνευματικούς.
Μια φορά ήταν εκεί και ή ανιψιά του Μαρία, κόρη της αδελφής του Τασούλας και σύζυγος του πλοιάρχου του Ε.Ν. Θεόδωρου Μ., ευσεβής, ευγενική χριστιανή, με μια οικογένεια τετραμελή, υπόδειγμα ήθους, καλοσύνης και ευγένειας. Χτύπησα την πόρτα, μπήκα και μου λέγει ο Γέροντας «κάθισε μαζί μας κύριε Δημή­τρη μου». Κάθισα κι εγώ κάτω και κάναμε μια από τις ωραιότερες πνευματικές συζητήσεις με τον Γέροντα.
Βγαίνοντας, όμως, από το κελλί του, δεν ξεύρω με­τά πόση ώρα, βλέπω απέναντι στον τοίχο της εκκλησίας, να στέκεται μια ευγενική, νέα γυναίκα, 35 περί­που ετών, ή οποία είχε κάτω το κεφάλι και έκλαιγε με λυγμούς. Την λυπήθηκα, αλλά έκανα να φύγω από διάκριση. Επηρεασμένος, όμως από την σεμνή εμφά­νιση και την μεγάλη συγκίνηση της, την ρώτησα «τι έχετε; μήπως μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;». Κι εκείνη μου απάντησε: «Κύριε, κατάγομαι από την πό­λη .... της Μακεδονίας κι έρχομαι για τρίτη φορά να συναντήσω τον π. Ιάκωβο, επειδή έχω σοβαρό οικογε­νειακό πρόβλημα και θέλω την συμβουλή του. Άλλα οι Πατέρες μου λένε πώς δεν μπορεί να με δεχθεί, επει­δή είναι άρρωστος. και το γεγονός ότι θα γυρίσω στο σπίτι μου άπρακτη, για τρίτη φορά, με σκοτώνει».
Συγκινήθηκα, κι αμέσως επέστρεψα στο κελλί του Γέροντα και του ανέφερα την περίπτωση. Κι ο Γέροντας μου είπε: «Αμέσως νάρθει κ. Δημήτρη μου».
Πήγα και την ειδοποίησα. Ανάσανε, λέγουσα χίλια ευχαριστώ.
Σε λίγο μπήκε στο κελλί του Γέροντα και εξιστόρησε την περίπτωση της. Ήταν παντρεμένη με 3 μικρά παιδιά. Ό σύζυγος της, καλός μέχρι πρότινος, ήταν βιο­τέχνης και είχε οικονομική ευχέρεια. Περνούσαν καλά, αλλά τελευταία «ξελογιάστηκε» με μία μικρή υπάλλη­λο κι άλλαξε συμπεριφορά. Εκνευρισμοί, βρισιές, απου­σίες από το σπίτί, ξενύχτια κ.λπ. Πράγματα πρωτο­φανή. Δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Να υπομένει, να καταφύγει στα Δικαστήρια για διαζύγιο, τι να κάνει; Γιατί και ή υπομονή έχει όρια, έλεγε.
Ό Γέροντας, αφού την άκουσε με υπομονή και προσοχή, της είπε τα έξης: «Άκουσε κυρία Μαρία, έχεις χίλια δίκαια, δυστυχώς είναι φαινόμενο της εποχής μας. Εσύ να παραμείνεις ήρεμη και να κάνεις υπο­μονή. Να μην αλλάξεις συμπεριφορά. Αγάπη, σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Όχι καυγάδες, αντιδικίες, δι­καστήρια. Θα διευρύνουν το χάσμα. Η καλή σου συ­μπεριφορά θα τον προβληματίσει, θα βαρεθεί την μι­κρή και θα γυρίσει στα παιδιά του. Γι' αυτό ηρεμία, υπομονή, αγάπη και προσευχή, να τον φωτίσει ο Θεός. θα προσευχηθώ κι εγώ».

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

De Heilige Silouan de Athoniet - voorbeeld van monastiek leven.


video

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ- ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ

video

ΣΤΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΕΛΕΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΚΟΜΜΑ - ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΤΣΑΝΙ ΚΑΙ ΣΑΒΙΝΑ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ.

video

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

video

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Συζήτηση με νεοφώτιστη Κορεάτισσα

Η συζήτηση αυτή έγινε με συνεργάτη του «Οδοιπορικού» στην Ορθόδοξη Ιερά Μονή τής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Καπυόνγκ, 60 χιλμ. βόρεια της Σεούλ:
-Συνεργάτης: Κυρία Ελισάβετ. Άκουσα ότι πριν βαπτιστείτε Ορθόδοξη, ήσαστε Προτεστάντισσα. Πώς αποφασίσατε να γίνετε Ορθόδοξη;
Ελισάβετ.: Και εγώ και ο σύζυγος μου είχαμε γίνει Προτεστάντες πριν πολλά χρόνια και συμμετείχαμε ενεργά στις δραστηριότητες τής Προτεσταντικής Εκκλησίας. Εγώ μάλιστα, επειδή έχω τελειώσει και Προτεσταντικό θεο­λογικό Σεμινάριο, εργαζόμουν στον Κατηχη­τικό Τομέα, στο τμήμα Γυναικών, και έψελνα στην χορωδία. Άλλα και ο σύζυγος μου, πού είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου, είχε εκλεγεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εκκλησίας. Καλά ήταν, αλλά νοιώθαμε ότι κάτι μας έλειπε. Όταν πριν ένα χρόνο, με την ευκαιρία κάποιου γεγονότος βρεθήκαμε στον Ορθόδοξο ναό του άγιου Νικολάου της Σεούλ, νοιώσαμε με τον σύζυγο μου ότι βρή­καμε αυτό ακριβώς πού μας έλειπε, αυτό πού αναζητούσε ή ψυχή μας; την Ορθόδοξη θεία Λατρεία! Από την ήμερα εκείνη δεν ξαναπή­γαμε ούτε μία φορά στην παλιά Προτεσταν­τική Εκκλησία μας. Κάθε Κυριακή, χωρίς να λείψουμε ποτέ, πηγαίναμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Συν.: Καλά, καταλαβαίνατε τι γινόταν στην θεία Λειτουργία;
Έλ.: Βέβαια, στην αρχή αυτά πού βλέπαμε και ακούγαμε ήταν για μας ασυνήθιστα. Άλλα με τον καιρό, με την βοήθεια και των σχετικών βιβλίων, πού ερμηνεύουν την θ. Λειτουργία, και με την Κατήχηση πού παρακολουθού­σαμε, όλο και περισσότερο καταλαβαίναμε τα τελούμενα και, κυριολεκτικά, μας γοήτευε ή θ. Λειτουργία.
Συν.: Ποια σημεία της θ. Λειτουργίας ή τι από αυτά πού βλέπατε και ακούγατε σας συγκίνη­σαν πιο πολύ;
Έλ.: Ή κατανυκτική ατμόσφαιρα της λατρείας και ή ιερότητα του χώρου ήταν κάτι πού δεν το είχαμε ζήσει στην Προτεσταντική Εκκλησία. Επίσης, ή μεγάλη ευλάβεια των λειτουργών. Συγκινούμεθα όταν τους βλέπαμε να προσκυνούν την Αγία Τράπεζα, πως κρατούσαν το Ιερό Ευαγγέλιο, το Άγιο Δισκάριο και το Άγιο Ποτήριο, όταν βλέπαμε τους εκκλησιαζόμενους να υποκλίνονται και να κάνουν τον σταυρό τους ευλαβικά, σαν να είχαν μπροστά τους
τον ίδιο τον Χριστό. Ακόμα, μεγάλη εντύπωση μας έκανε το ότι κάθε φορά πού ο λειτουρ­γός έβγαινε στην Ωραία Πύλη και ευλογούσε, όλο το εκκλησίασμα δεχόταν την ευλογία του με υπόκλιση, αλλά και ο λειτουργός, όποιος και αν ήταν. Επίσκοπος ή ιερέας, υποκλινόταν ταπεινά στο εκκλησίασμα, ευχαριστώντας έτσι τους πιστούς πού ανταπέδιδαν την ευχή.

Συν.: Σαν Προτεστάντες, πού ήσαστε πριν, δεν δυσκολευθήκατε στην προσκύνηση των ιερών εικόνων;
Έλ.: Είναι αλήθεια ότι στην αρχή ένοιωσα παράξενα βλέποντας τους Ορθοδόξους, μπαίνοντας στον ναό, να προσκυνούν τις εικόνες. Όπως γνωρίζετε, οι Προτεστάντες απαγορεύουν την προσκύνηση των εικόνων, επειδή τις θεωρούν είδωλα. Όταν όμως ρωτή­σαμε και μας εξήγησαν το βαθύτερο νόημα των εικόνων, αισθανόμαστε ότι ο Χριστός, ή Παναγία, οι Άγγελοι και οι άγιοι βρίσκον­ται ανάμεσα μας ιδιαίτερα εδώ στον ναό του Μοναστηριού, πού οι τοίχοι, ακόμη και το ταβάνι, είναι όλο εικόνες άγιων. και όταν προσκυνούμε τις εικόνες των αγίων και τα ιερά λείψανα τους, τους παρακαλούμε «πρεσβεύ­σατε και για μάς, να ζούμε κοντά στο θέλημα του Θεού». και έχουμε την αίσθηση ότι είναι κοντά μας ζωντανοί και μας ακούνε. Συν.: Τώρα κάτι άλλο. Αφού ζούσατε τόσο ωραία στην Σεούλ, γιατί αφήσατε το σπίτι σας, τα παιδιά και τα εγγονάκια σας και μετακομί­σατε στο Τσόνγκ-Πυόνγκ, κοντά στο Ορθόδοξο Μοναστήρι;
Έλ.: Δύο είναι οι λόγοι πού ήλθαμε εδώ κοντά. Πρώτον για να έχουμε την ευκαιρία κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, να συμ­μετέχουμε στις ιερές Ακολουθίες, πού στο Μοναστήρι είναι εκτενέστερες, και στις θ. Λει­τουργίες, πού εδώ γίνονται συχνότερα. και δεύτερον, αφού, δόξα τω Θεώ, τα τρία παι­διά μας έχουν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες και δεν μας έχουν πια ανάγκη, για να αφήσουμε κι εμείς τις κοσμικές μέριμνες και να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον ιερό χώρο του Μοναστηριού. 'Έτσι, ο σύζυγος μου, πού έχει ακόμη μεγάλη αντοχή, φροντίζει τους εξωτερικούς χώρους, καθαρίζει τα χιό­νια, μεριμνά για την καθαριότητα του ναού, ενώ εγώ τον βοηθώ στις άλλες φροντίδες της καθημερινής ζωής.
Συν.: Ως Ορθόδοξοι αισθάνεστε ότι και έχει αλλάξει στην πνευματική σας ζωή;
Έλ.: Από την ήμερα της εορτής του άγιου Ιγνατίου του θεοφόρου, πού βαπτισθήκα­με, μετά από μακρά προετοιμασία, και αξι­ωνόμαστε να μετέχουμε στην θεία Κοινωνία, ζούμε την γαλήνη και την αγαλλίαση πού μας δίνει ο πανάγαθος θεός. Είμαστε ευτυχισμένοι, έστω και αν δεν τα ξέρουμε όλα όσα πρέπει να κάνουμε ως Ορθόδοξοι. Με τις πνευματικές συζητήσεις, πού έχουμε κάθε μέρα στο Μονα­στήρι, με τις νηστείες και με την προσευχή προσπαθούμε να καταλαβαίνουμε τι αρέσει στον θεό, ώστε με την Χάρη Του να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα Του.
Συν.: θα θέλατε να πείτε κάτι ακόμη από αυτά πού νοιώθετε ως Ορθόδοξη.
Έλ.: Επιθυμία μου είναι, όσα χρόνια μου χαρίσει ο θεός να ζήσω ακόμη, να αφήσω τον εαυτό μου ταπεινά στα χέρια Του, να οδηγεί Αυτός το βήματα μου και να με αξιώνει να πορεύομαι με υπακοή στον πνευματικό μου. Αισθάνομαι ότι ζώντας έτσι βρίσκομαι στον σωστό δρόμο πού οδηγεί στον τελικό προο­ρισμό μας και νοιώθω σιγουριά και ευτυχία. Μακάρι να με αξίωση ο θεός να εφαρμόζω αυτό πού γράφει ο Απ. Παύλος: «ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ».

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ


video