Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Prediction of Doomsday in 2012 contradicts the New Testament, the Russian Church says.

Moscow, March 31, Interfax - The prediction of the end of the world in 2012 has nothing to do with Christianity, Vladimir Legoyda, the head of the Synodal Information Department of the Moscow Patriarchate, said.

"According to the Christian worldview, any person who states the date of Doomsday puts on a great deal," Vladimir Legoyda said in an interview to Govorit Moskva radio station.

He explained that such statement was "outside the evangelical logic" because according to the Holy Writ, "of that day or that hour no one has knowledge, not even the angels in heaven, or the Son, but the Father." (Mark 13:32)

Legoyda reminded that many people "repeatedly predicted the end of the world on different days," and those who wish to understand the Church's attitude to such prophesies should read the New Testament more carefully.

ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΥΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥΣ ΤΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ



ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ.

video

ΠΕΡΙ ΑΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ.
20-03-2011

video

ΠΕΡΙ ΞΕΝΙΤΙΑΣ
27-03-2011

video

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

video

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.


To Λαγονήσι έγινε τάφος για τους πρώτους ιεραπόστολους

Κατά την διάρκεια ανασκαφών σε απομεινάρια εκκλησίας που έγιναν στο παγκοσμίως γνωστό Λαγονήσι της περιοχής Αλικαρνασσού -στο οποίο πας περπατώντας από την Μύνδο- βγήκαν στο φως κρανία στα οποία ήταν καρφωμένα καρφιά.

Αλικαρνασσός-Με βάση τις διαπιστώσεις του επικεφαλής των ανασκαφών καθηγητή αρχαιολογίας Μουσταφά Σαχίν, τα κρανία είναι του 3 μ.Χ. αιώνα, ανήκαν σε ιεραπόστολους 40-45 ετών, ενώ έλειπαν τα σώματα.

Στα πλαίσια των ανασκαφών με την ονομασία ¨Ανασκαφές Σωτηρίας της αρχαίας πόλης της Μύνδου¨ που γίνονται υπό την προεδρία του καθηγητή Μουσταφά Σαχίν και από τον εκπρόσωπο του υπουργείου πολιτισμού Νετσμί Ερόλ, βρέθηκαν στο Λαγονήσι 8 κρανία με καρφιά στο κεφάλι τους, τα οποία μεταφέρθηκαν για έρευνα στο τμήμα αρχαιολογίας του Μπούρντουρ με συμμετοχή ανθρωπολόγων.

ΦΡΙΚΗ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Ο καθηγητής Μουσταφά Σαχίν ξεδίπλωσε την θηριωδία , όπως αυτή αποκαλύφθηκε από τα κρανία που βρέθηκαν ανάμεσα σε απομεινάρια εκκλησίας στο Λαγονήσι. Ο καθηγητής δήλωσε τα εξής : ¨Τα κρανία είναι της Ύστερης Αρχαίας Περιόδου, ανήκουν σε άτομα που πιάστηκαν αιχμάλωτοι και σκοτώθηκαν με καρφιά στο κεφάλι, ακολούθως αποκόπηκαν από τα σώματα τους και κατά πάσα πιθανότητα αφού επιδείχτηκαν στον κόσμο προς παραδειγματισμό, θάφτηκαν. Πρόκειται για μια πρακτική σκληρότητας και φρίκης που εφαρμόστηκε κατά την ρωμαϊκή εποχή σε βάρος αυτών που προσπαθούσαν να διαδώσουν τον χριστιανισμό¨

http://tourkikanea.gr/2011/03/26/mindos/


KAΝΩN ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΜΗΤΕΡΑ HMΩN ΜΑΡΙΑΝ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΙΑΝ


ΤΗ Α’ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ως και τη
ΤΗ Ε’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

KAΝΩN ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΜΗΤΕΡΑ HMΩN
ΜΑΡΙΑΝ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΙΑΝ

Η μνήμη αυτής τελείται τη Α’ Απριλίου και τη Ε Κυριακή των Νηστειών

Ευλογήσαντος του Ιερέως, λέγομεν το Κύριε εισάκουσον,
Θεός Κύριος, ως συνήθως, και το εξής

Ήχος δ´. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Απαμαυρώσασα συντόνω ασκήσει του παναλάστορος, οσία Μαρία, το πρόσωπον ανέδραμες συνείναι Χριστώ εν τοις θείοις δώμασι και Αυτόν ικετεύειν δούναι τοις ικέταις σου ειρηναίον τον βίον και νοσημάτων τάραχον δεινόν ημών κοπάσαι, Αιγύπτου οσφράδιον.
Δόξα.Το αυτό .
Και Νυν.
Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου• σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Είτα ο Ν' Ψαλμός

και ο Κανών, ου η ακροστιχίς•
Μετανοίας δείξόν μοι τρίβους, Μαρία. Χ. Μ.

Ήχος πλ. δ´.
Ωδή α´. Υγρὰν διοδεύσας.
Μαρία οσία, Χριστού λαμπάς πυρφόρε, εικόνας των παθών μου εκ της εμής ψυχής ταις απαύστοις σου πρεσβείαις προς ον ηγάπησας τάχος εξάλειψον.

Εν κόλποις, Μαρία, του Αβραάμ σκηνώσασα χάριν εύρες Κύριον δυσωπείν, υπέρ ικετών σου των ποθούντων, ευαρεστήσαι Αυτώ έργοις πρέπουσι.

Τον βίον μου, οίμοι, εν ηδοναίς ασώτως ο τάλας δαπανήσας νυν εκζητώ, οσία Μαρία, τας ευχάς σου, ίνα σωθώ προς τον μόνον Φιλάνθρωπον.
Θεοτοκίον.
Απόκρουσον πάσας τας προσβολάς εχθρού του βεβήλου προσευχαίς σου ταις ρυπτικαίς, Αγνή, προς ον έτεκες αφράστως, και ζοφερών περιστάσεων ρύσαί με.

Ωδή γ´. Ουρανίας αψίδος.
Νυν προσπίπτω σοι, Μήτερ, αναβοών• πρόφθασον, Αιγυπτίων εύχος, Μαρία, και ανακούφισον εκ κατωδύνων παθών τον σε προφρόνως υμνούντα ως ερήμου ίασμον άγαν ηδύπνευστον.

Ολοτρόπως θελχθείσα τω του Χριστού έρωτι και του Παρακλήτου ρωσθείσα σθένει κατήσχυνας, Μαρία, τον δυσμενή, ου και ημάς αποκρούσαι τους πιστούς αξίωσον βέλη τα πύρινα.

Ιορδάνου, Μαρία, τοις ιεροίς νάμασι βίου αποπλύνασα ρύπον άφθορον ένδυμα περιεβλήθης λαμπρόν της σωστικής μετανοίας γενομένη πρέσβειρα πάντων προς Κύριον.
Θεοτοκίον.
Ασυγχύτως, Παρθένε, ο του παντός αίτιος εξ αγνών αιμάτων σου σώμα, Δέσποινα, βρότειον λαβών το γένος ημών εκ της αρχαίας κατάρας έσωσε και έδειξε κόσμου σε σώτειραν.

Διάσωσον εξ επηρείας του δαίμονος σους ικέτας, μετανοίας πυρσέ λαμπρέ, Μαρία πανεύφημε, τους σπεύδοντας πόθω ταις σαις πρεσβείαις.

Επίβλεψον εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις

και το Κάθισμα.
Ήχος β´. Πρεσβεία θερμή.
Μαρία σεπτή, Αιγύπτου θείον βλάστημα, ερήμου φωστήρ του Ιορδάνου πάμφωτε, μετανοίας πύλας μοι σωτηρίους τάχος υπάνοιξον και τω Σωτήρι πρέσβευε Χριστώ διδόναι εμών πταισμάτων άφεσιν.

Ωδή δ´. Εισακήκοα Κύριε.
Σκοτισθείσαν τοις πάθεσι την ψυχήν μου, δέομαι, φωταγώγησον ταις ακτίσι των καμάτων σου των υπερφυών, Μαρία ένδοξε.

Δακρυβρέκτους αγώνάς σου τους εν τη ερήμω ιδών ο Κύριος σε, Μαρία, εκραταίωσε και της μετανοίας βάθρον έδειξεν.

Εγκρατείας κατέταμες ξίφει της σαρκός σου, ορέξεις πάνσεπτε, η σαρκός ημών σκιρτήματα σαις λιταίς, Μαρία, καταστέλλουσα.
Θεοτοκίον.
Ιλασμός, Μητροπάρθενε, γένους των μερόπων και απολύτρωσις πέλεις• όθεν δυσωπούμεν σε• εκ φθοράς τους δούλους σου ανάγαγε.

Ωδή ε´. Φώτισον ημάς.
Ξένωσον τον νουν του ικέτου σου συγχύσεως κοσμικής, Μαρία, μήτερ θαυμαστή, ξενοτρόπως εν ερήμω η ασκήσασα.

Όλη καθαρά τω Νυμφίω σου ανέδραμες υπαντήσαι. Ω πρεσβεύεις εκτενώς υπέρ πάντων, ω Μαρία, των τιμώντων σε.

Νέκρωσον ημών αμαρτάδας και διέγειρον προς απάθειαν, Μαρία, τους πιστώς ως ζωής σε ανυμνούντας θείας μέτοχον.
Θεοτοκίον.
Μήτερ του Θεού παναμώμητε, ορμήματα των παθών μου καταπράϋνον ταχύ, και τον νουν μου προς εγρήγορσιν ανάστησον.

Ωδή ς´. Την δέησιν εκχεώ
Ουράνιον πολιτείαν, ένδοξε, κτησαμένη ευσεβείας, Μαρία, φωστήρ γεγένησαι και εποπτεύειν κατηξιώθης τον θρόνον του Κτίσαντος, προς Ον και πάντας τους πιστώς σε, οσία, γεραίροντας έλκυσον.

Ικέτευε τον Χριστόν γενέσθαι με κοινωνόν της ουρανών Βασιλείας, η των αχράντων Αυτού Μυστηρίων εκ των χειρών κοινωνήσασα, εύφημε, του θεοφόρου Ζωσιμά πριν αν ζην εκμετρήσης, πανεύφημε.

Τα ύδατα Ιορδάνου, πάνσοφε, διεπέρασας αβρόχως και ήλθες τω ιερώ Ζωσιμά υπαντήσαι και ιστορήσαι αυτώ την σην βίωσιν, Μαρία, πάντων των δεινώς τρυχομένων χαρά και αντίληψις.
Θεοτοκίον.
Ρανίδας μου των δακρύων, δέομαι, παναμώμητε, απόσμηξον, Κόρη, τω μανδηλίω θερμών πρεσβειών σου προς της χαράς αενάου τον Κύριον ομίχλην λύπης απ ἐμοῦ ζοφεράς απελαύνουσα τάχιστα.

Διάσωσον εξ επηρείας του δαίμονος σους ικέτας, μετανοίας πυρσέ λαμπρέ, Μαρία πανεύφημε, τους σπεύδοντας πόθω ταις σαις πρεσβείαις.

Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ ἐσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Κοντάκιον.
Ήχος δ´. Τοις των αιμάτων σου.
Η δαπανήσασα βίον το πρότερον ταις αμαρτίαις, Χριστού νύμφη πάγκαλος λαμπροίς κατορθώμασιν ύστερον, Μαρία, ώφθης• διο χάριν είληφας πρεσβεύειν υπέρ των τιμώντων σε.

Προκείμενον.
Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεήσεώς μου.

Στιχ. Καυχήσονται όσιοι εν δόξη και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον.
(Κεφ. κε´ 1 - 13 ).
Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην• Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών δέκα παρθένοις....
Ζήτει τω Σαββάτω δεκάτω εβδόμω Ματθαίου.
Δόξα. Ταις της Σης Οσίας πρεσβείαις, Ελεήμον
Και νυν. Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον.

Προσόμοιον.
Ήχος πλ. β´. Ολην αποθέμενοι.
Στιχ. Ελεήμον, ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου εξάλειψον το ανόμημά μου.
Πόνοις χαλινώσασα ασκητικοίς της σαρκός σου φοβερά σκιρτήματα της ψυχής σου φρόνημα το αδάμαστον άπασιν έδειξας τοις πιστοίς, Μαρία, Ιορδάνου ενδιαίτημα, οσίων καύχημα και ασκητριών εγκαλλώπισμα• διο και ταις πρεσβείαις σου πάθη καταστέλλειν χαμαίζηλα σε των ανυμνούντων και πόθω γεραιρόντων την σεπτήν και πανσεβάσμιον μνήμην σου, ουρανόθεν είληφας.

Σώσον ο Θεός τον λαόν σου.

Ωδή ζ´. Παίδες Εβραίων.
Ίσχυσας ανδρικώς παλαίσαι παριδούσα της σης φύσεως το χαύνον κατά του πονηρού, Μαρία, και βραβεία λαβείν της άνω κλήσεως, φως λαμπρόν εσκοτισμένων.

Βίου σου τας ατασθαλίας, θεοφρούρητε, απέλασον, Μαρία, η αχλύν των παθών διώξασα δυνάμει της χάριτος και Άγγελος επί γης λαμπρός οφθείσα.

Όντως ψυχής σου το εδραίον απεθαύμασεν ο Ζωσιμάς, Μαρία, ο γνωστόν εις ημάς ποιήσας τον σον βίον τον θαυμαστόν, αρχέτυπον ψυχοτρόφου μετανοίας.
Θεοτοκίον.
Ύμνους προσάγω σοι απαύστως, τη μητρί του Λυτρωτού μου και Θεού μου ικετεύων πιστώς• ειρήνην δώρησαί μοι κατ ἄμφω και ομόνοιαν, Μητροπάρθενε Μαρία.

Ωδή η´. Τον Βασιλέα.
Σταυρόν τον θείον, ον εν Σιών ημποδίσθης θαυμαστώς προσκυνήσαι προστάτην έσχες είτα, μήτερ Μαρία, εν ερήμω.

Μαρία, κούφως τω ποταμώ Ιορδάνη χάριν εύρες πολλήν επιβαίνειν και αεί πρεσβεύειν υπέρ των σε υμνούντων.

Αγιωσύνης αδιατάρακτε στύλε, καθαγίασον πάντας, Μαρία, σε υμνολογούντας ως βάθρον μετανοίας.
Θεοτοκίον.
Ρερυπωμένον τη κοινωνία του σκότους αποκάθαρον, Θεογεννήτορ, και προς του Υιού σου οδήγησόν με φέγγος.

Ωδή θ´. Κυρίως Θεοτόκον.
Ιλύος αμαρτίας κάθαρον δυσώδους, κεκαθαρμένη Μαρία, σους πρόσφυγας ταις προς Θεόν σου πρεσβείαις, Αιγύπτου σέμνωμα.

Ακοίμητον λαμπάδα θείας μετανοίας κατέγνωμεν σε, Μαρία• διόπερ σε ανευφημούντες πρεσβείας τας σας αιτούμεθα.

Χριστού μυροδοχείον εύχρηστον, Μαρία, την δυσωδίαν παθών μου εξάλειψον και προς λειμώνας αρρήτου οσμής με ίθυνον.
Θεοτοκίον.
Μανίας, Θεοτόκε, του εχθρού συντήρει ημάς ατρώτους εξ ύψους παρέχουσα, δεδοξασμένη, απαύστως την ευλογίαν σου.

Το• Αξιόν εστι και τα Παρόντα Μεγαλυνάρια.
Χαίροις, μετανοίας υπογραμμός, χαίροις, απαθείας και νηστείας τερπνός λειμών, χαίροις, Ιορδάνου ερήμου όρνις θεία, Μαρία, Αιγυπτίων κύδος περίλαμπρον.

Την μεμεστωμένην ταις ηδοναίς της πορνείας πρώτον μελωδήσωμεν εκτενώς, την φανείσαν είτα πυξίον μετανοίας, Μαρίαν, και Κυρίου νύμφην πανένδοξον.

Την παθών κηλίσι και ηδονών βεβορβορωμένην, την καθάρασαν εαυτήν ύδατι νηστείας και θείας μετανοίας, Μαρίαν την οσίαν εγκωμιάσωμεν.

Της Αιγύπτου εύχος περιφανές, χεύμασι δακρύων και ιδρώτων σου ταις ροαίς χθόνα της ερήμου κατήρδευσας, Μαρία, και μετανοίας άνθη εύοσμα ήνθησας.

Είδε και εθαύμασε Ζωσιμάς ο θεόφρων, μήτερ, σην ισάγγελον βιοτήν και την σοι οικούσαν, Μαρία, θείαν χάριν, δι ἧς κατηξιώθης βλέπειν τα μέλλοντα.

Παύσον ικεσίαις σου προς Θεόν τας επαναστάσεις του σαρκίου τας ζοφεράς και τον νουν, Μαρία, ειρήνευσον των πίστει υμνούντων ως οσίων σε υποτύπωσιν.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι πάντες, μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Το τρισάγιον
και το Απολυτίκιον.
Ήχος α´. Της ερήμου πολίτης.
Τον ποδήρη χιτώνα της ψυχής σου τον γέμοντα ρύπου βδελυρού τοις δακρύων οχετοίς σου απέπλυνας, Μαρία, ενδιαίτημα σεπτόν ερήμου, και αυτόν επιμελώς μετανοίας μαργαρίταις και προσευχής σαπφείροις κατεκόσμησας• Δόξα τω σε κρατύναντι Χριστώ, δόξα τω σε σωφρονήσαντι, δόξα τω δωρουμένω δια σου ημίν τα κρείττονα.
Έτερον.
Ήχος πλ. α´. Τον συνάναρχον Λόγον.
Τον ρυπώδη ψυχής σου αποκαθάρασα χιτώνα ρείθροις δακρύων της μετανοίας στολήν ενεδύθης θεία χάριτι περίλαμπρον και Βασιλείας ουρανών ηξιώθης, θαυμαστή Μαρία, Αιγύπτου θρέμμα, ης και ημάς απολαύσαι τους σε τιμώντας καταξίωσον.

Εκτενής και Απόλυσις,
μεθ ἣν ψάλλομεν το εξής:
Ήχος β ´. Οτε εκ του ξύλου.
Δέχου τας αιτήσεις ευμενώς των σοι προστρεχόντων, Μαρία, και δίδου πάσιν αεί τοις πιστώς προφέρουσι σον θείον όνομα ευλογίαν ως έχουσα πολλήν παρρησίαν προς Χριστόν τον Κύριον, Όνπερ λυπήσασα πρώτον αμαρτίαις ποικίλαις είτα κατεφαίδρυνας πόνοις τοις ασκητικοίς σου και τοις δάκρυσι.

Ήχος πλ. δ´
Δεσποινα, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Ήχος β´
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Δίστιχον
Μετανοίας βάθρον ανάδειξον, Μαρία, Χαραλάμπη πρεσβείας σας εκζητούντα.


ΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΙ ΟΙΚΟΙ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΜΗΤΕΡΑ HMΩN
ΜΑΡΙΑΝ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΙΑΝ

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ´. Τη Υπερμάχω.
Της μετανοίας οχετοίς σαυτήν αρδεύσασα και ψυχοκτόνους του εχθρού ορμάς ξηράνασα, συνεργεία θεία έρημον Ιορδάνου τη ασκήσει σου, Μαρία, καθηγίασας και τοις ρείθροις των δακρύων σου επίανας• όθεν κράζομεν• Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Οι Οίκοι.
Άγγελος μετανοίας ήνοιξέ σοι τας πύλας ναού ο σοι ποτε θύρας κλείων (εκ γ´)
και Αγγέλων σεμνήν βιοτήν δι εὐχῆς αόκνου διελθείν, πάνσεπτε Μαρία, κατηξίωσεν, ο νυν συν τοις πιστοίς κραυγάζων•
Χαίρε, το κρίνον της μετανοίας• χαίρε, το ρόδον της ερημίας.
Χαίρε, ψυχικής ευσθενείας κυπάρισσος• χαίρε, σωστικής αγωγής βίβλος πάγχρυσος.
Χαίρε, ύψος δυσαντίβλεπτον ουρανίων αρετών• χαίρε, βάθος επιγνώσεως και ασκήσεως κανών.
Χαίρε, ότι γηΐνων απανέστης εμφρόνως• χαίρε, ότι οσίων ώφθης πάντιμον κάλλος.
Χαίρε, τερπνόν Αγγέλων οσφράδιον χαίρε, σεπτόν ερήμου κιννάμωμον.
Χαίρε, Θεού τιμαλφέστατον άγγος• χαίρε, εχθρού το δυσβάστακτον άγχος•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Βλάστημα της Αιγύπτου ευθαλές, εν ερήμω, ην ρέει Ιορδάνης, Μαρία, αρετών γλυκυτάτους καρπούς δι ἀπαύστων πόνων και στερράς ήνεγκας ασκήσεως τω Κτίσαντι, βοώσα συν Αγγέλων δήμοις•
Αλληλούϊα.

Γυναικών θεοφόρων κοσμιότης, Μαρία, Σταυρόν κωλυομένη τον θείον προσκυνήσαι υπό θεϊκού εμποδίου τρόπον βιοτής ήλλαξας και ήλθες εις επίγνωσιν διο σοι εκβοώμεν ταύτα•
Χαίρε, δι' ης ο Χριστός υψώθη• χαίρε, δι' ης ο Σατάν ετρώθη.
Χαίρε, αειρρύτων δακρύων ο χείμαρρος• χαίρε, αστειρεύτων ιδρώτων το πέλαγος.
Χαίρε, μάχαιρα αμφίστομος βιοτής ηδονικής• χαίρε, σκήνωμα πολύτιμον ενεργείας θεϊκής.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Ιορδάνου το εύχος• χαίρε, ότι εδείχθης ασιτείας ο τύπος.
Χαίρε, λαμπάς συντόνου ασκήσεως• χαίρε, η δας της άνω λαμπρότητος.
Χαίρε, νυμφώνος Εδέμ κληρονόμος• χαίρε, λειμώνος τερπνού πεζοπόρος•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Δύναμιν ειληφυία ουρανόθεν ομίχλην πορνείας διεσκέδασας τάχος και προς φως μετανοίας φαιδρόν τους σους πόδας, μήτερ θαυμαστή, ίθυνας και έρημον επέλεξας ως οίκον προσευχής βοώσα•
Αλληλούϊα.

Έδραμες αποπλύναι λογισμών ακαθάρτων και πράξεων ανόμων τον ρύπον ως διψώσα επί τας πηγάς των υδάτων, μήτερ ευκλεές, έλαφος εις έρημον• διόπερ σοι βοώμεν ευχαρίστω γλώσση•
Χαίρε, το τείχος της μετανοίας• χαίρε, ο πύργος της απαθείας.
Χαίρε, βιοτής της αγήρω αρχέτυπον• χαίρε, αγωγής ψυχοτρόφου το έσοπτρον.
Χαίρε, τρόπαιον της φύσεως της θηλείας τιμαλφές• χαίρε, εύμορφον απάνθισμα αρετών ηδυτερπές.
Χαίρε, ότι υπάρχεις των οσίων φαιδρότης• χαίρε, ότι τυγχάνεις εγκρατείας ακρότης.
Χαίρε, κρουνέ βλυστάνων ευσέβειαν• χαίρε, πυρσέ φωτίζων τα σύμπαντα.
Χαίρε, αυγή μυστικής ευωχίας• χαίρε, στακτή μυροβόλος σοφίας•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Ζάλης θανατηφόρου δι' ευχής απηλλάγης αόκνου και συντόνου νηστείας• της σαρκός γαρ νεκρώσας ορμάς τον σον νουν, Μαρία, προς Θεόν τάχιστα επτέρωσας ως εύλαλος Κυρίου αηδών βοώσα•
Αλληλούϊα.

Ήσχυνας του δολίως πολεμούντος σε, μήτερ Μαρία, μισοκάλου το θράσος συντονία καμάτων των σων ασιτίας άκρας και ευχής χάριτι Θεού• διο σοι πλέκομεν της νίκης στέφος εκβοώντες•
Χαίρε, η τρώσις του αρχεκάκου• χαίρε, η πτώσις εχθρού του πλάνου.
Χαίρε, την οφρύν του Σατάν η πατήσασα• χαίρε, την ισχύν του Χριστού η κρατύνασα.
Χαίρε, όμμα το ανύστακτον του Βελίαρ πρσβολαίς• χαίρε, δώμα ενασκήσεως ασιγήτου ευπρεπές.
Χαίρε, ότι ελαύνεις του εχθρού την μανίαν• χαίρε, ότι εκτρέπεις του εχθίστου κακίαν.
Χαίρε, παθών εκλύτων το θέριστρον• χαίρε, ηθών αμέμπτων το έλυτρον.
Χαίρε, ψεκάς του Σωτήρος ειρήνης• χαίρε, ολκάς της ενθέου γαλήνης•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Θεοφόρων γυναίων της ερημου μεγίστη υπήρξες, τρισολβία Μαρία• ολοτρόπως θελχθείσα γαρ συ τω του Κτίστου πάντων και Θεού έρωτι και σθένει θείου Πνεύματος ρωσθείσα ανεβόας πόθω•
Αλληλούϊα.

Ιορδάνου τοις ρείθροις των του βίου σου ρύπον απέπλυνας, οσία Μαρία, και λαμπράν μετανοίας στολήν ενδυθείσα πάντων προς Θεόν πρέσβειρα εγένου των τιμώντων σε και ύμνοις μελιχροίς βοώντων•
Χαίρε, η ένθους εν τη ασκήσει• χαίρε, η μείζων εν τη συνέσει.
Χαίρε, πολιτείας οσίας λευκάνθεμον• χαίρε, ευσεβείας το θείον τετράδιον.
Χαίρε, σέμνωμα περίδοξον μετανοίας σωστικής• χαίρε, άρωμα ουράνιον εργασίας πρακτικής.
Χαίρε, ότι ελαύνεις λεγεώνα δαιμόνων• χαίρε, ότι δεικνύεις τον σωτήριον δρόμον.
Χαίρε, Χριστού της πίστεως έρεισμα• χαίρε, Αυτού αγάπης θησαύρισμα.
Χαίρε, φθαρτών υπερτέρα απάντων• χαίρε, θημών αιωνίων δραγμάτων•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Κατιδών της ψυχής σου ζήλον όντως τον θείον ο σώφρων Ζωσιμάς κατηγάσθη χάριτός σου, ην εύρες, σεμνή, επιβαίνειν κούφως ποταμού ρεύμασι και πόθω εξιστάμενος Κυρίω ευλαβώς εβόα•
Αλληλούϊα.

Λάμπουσα απαθεία και συνέσει τελεία οσίων τοις χοροίς ηριθμήθης• μετανοίας σου γαρ καθορών ο Δεσπότης τρόπους τη Αυτού χάριτι, Μαρία, σε εσκίασε•
διόπερ ψάλλομεν σοι ταύτα•
Χαίρε, η βίβλος της καρτερίας• χαίρε, το έρνος της ερημίας.
Χαίρε, γυναικών ασκουμένων ακρώρεια• χαίρε, αρετών το θεότευκτον οίκημα.
Χαίρε, φάρε τηλαυγέστατε αγωγής ασκητικής• χαίρε, λύχνε παμφαέστατε ενεργείας θεϊκής.
Χαίρε, ότι σοις τρόποις τοις απλάστοις διδάσκεις• χαίρε, ότι σοις πόνοις προς τελείωσιν ήχθης.
Χαίρε, κανών βιώσεως σώφρονος• χαίρε, εικών αόκνου στερήσεως.
Χαίρε, καρπών ουρανίων η πλήρης• χαίρε, ημών προς Θεόν ἡ μεσίτις•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Μένεα αποπνέων κατά σου ο του σκότους και πάσης φαύλης πράξεως άρχων
επειράτο δαμάσαι ψυχήν την σην θείαν, μήτερ, ην Θεού δύναμις εφύλαττεν αμόλυντον και ήγειρεν σε πόθω ψάλλειν•
Αλληλούϊα.

Νύκτωρ και καθ' ημέραν συν αγέλαις θηρίων σχολάζουσα εν βάθει ερήμου προσευχή και νηστεία πολλή τω Θεώ, Μαρία, αστραπών έμπλεως εφαίνου τελειότητος φωτίζουσα τους σοι βοώντας•
Χαίρε, το σέλας της ασιτίας• χαίρε, το κέρας της μετανοίας.
Χαίρε, λαμπηδὼν της Χριστού αγαπήσεως• χαίρε, αηδών Ιορδάνου γλυκύφθογγος.
Χαίρε, ότι ασκητεύουσα έσχες στέγην ουρανόν• χαίρε, ότι γυμνητεύουσα ενεδύθης τον Χριστόν.
Χαίρε, της αγρυπνίας ευωδέστατος κήπος• χαίρε, μεταμελείας ακλινέστατος στύλος.
Χαίρε, εχθρών βέβηλων ολέτειρα• χαίρε, ψυχών προς Κύριον πρέσβειρα.
Χαίρε πολλών κλονουμένων προστάτις, χαίρε παθών σαρκικών η ολέτις.
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Ξενωθείσα του κόσμου τω Κυρίω των όλων εγνώσθης, τρισευδαίμον Μαρία, τω ισχύσαντι σὲ σθεναρώς τον Σατάν παλαίσαι,τον ψυχής θέλοντα της σης συλήσαι μάργαρον και παύσαι σε βοάν απαύστως•
Αλληλούϊα.

Όλος επλήσθη θάμβους Ζωσιμάς ο θεόπνους, ηνίκα την σην χάριν κατείδε τα εσόμενα βλέπειν καλώς και την σοι οικούσαν του Θεού δύναμιν Μαρία• όθεν χαίρων σοι εβόα μυστικώς τοιαύτα•
Χαίρε, ακρότης της εγκρατείας• χαίρε, σεμνότης της Εκκλησίας.
Χαίρε, η καλώς προορώσα τὰ μέλλοντα• χαίρε, η σαρκός τας ορμάς απορρίψασα.
Χαίρε, έμψυχον προοίμιον της μελλούσης αμοιβής• χαίρε, τίμιον διάδημα ισαγγέλου βιοτής.
Χαίρε ότι δαιμόνων την μανίαν καθείλες• χαίρε, ότι μερόπων τα ηδέα παρείδες.
Χαίρε, στερρόν της νήψεως έρεισμα• χαίρε, λαμπρόν ασκήσεως τείχισμα.
Χαίρε, ναπών ουρανών οδοιπόρος• χαίρε, ημών ὁδηγὸς φωτοφόρος•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Πόνοις σου νυχθημέροις εχαλίνωσας, μήτερ Μαρία, της σαρκός τας ορέξεις και κατέδειξας πάσι πιστοίς, Ιορδάνου κλέος, της ψυχής φρόνημα σης θείας το αδάμαστον, δι' ου πλησθείσα ανεβόας•
Αλληλούϊα.

Ρείθροις των σων δακρύων και απείρων ιδρώτων κατέσβεσας παθών σου την φλόγα και ανήψας ψυχής σου πυρσόν, ον καλώς βαστάζουσα Θεώ έδραμες, Μαρία, ικετεύουσα Αυτόν υπέρ των σοι φωνούντων•
Χαίρε, οσμή Χριστού ευωδίας• χαίρε, ροπή θεϊκής σοφίας.
Χαίρε, η εχθρού τας ορδάς αφανίσασα• χαίρε, η Θεού τους ανθρώπους ευφράνασα.
Χαίρε, κρήνη η καλλίρρυτος ύδωρ βλύσασα ζωής• χαίρε, στάθμη αρρυτίδωτος αρετής ασκητικής.
Χαίρε, ότι λαμπρύνεις τον χορόν των οσίων• χαίρε, ότι υπάρχεις ακτησίας ταμείον.
Χαίρε, ακτίς της θείας χρηστότητος• χαίρε, παγίς του πλάνου αλάστορος.
Χαίρε, αστήρ μετανοίας φωσφόρος• χαίρε, λαμπτήρ απαθείας πυρφόρος•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Στέφανον εκομίσω βιοτής αθανάτου, Μαρία, εκ χειρών του Κυρίου• της ασκήσεως γαρ την οδόν θεαρέστως, μήτερ, αρετών κύαθε, τελέσασα θεώσεως εδρέψω τους καρπούς βοώσα•
Αλληλούϊα.

Των Αγγέλων την θείαν πολιτείαν, Μαρία, ποθήσασα σαυτήν τω Κυρίω ως θυμίαμα ηδυτερπές τω κρατύναντί σε επί γης ήνεγκας• διο σοι πάντες σπεύδομεν αισίαις ταις φωναίς βοήσαι•
Χαίρε, συνέσεως εκμαγείον• χαίρε, της χάριτος σκεύος θείον.
Χαίρε, Ζωσιμά την ψυχήν η ηδύνασα• χαίρε, Μαμωνά την δουλείαν η λύσασα.
Χαίρε, μήτερ αξιάγαστε, Ιορδάνου καλλονή• χαίρε, νύμφη Κτίστου πάγκαλε, των Αγγέλων χαρμονή.
Χαίρε, ότι ζευγνύεις πράξιν και θεωρίαν• χαίρε, ότι ελαύνεις του Σατάν την κακίαν.
Χαίρε, δι' ης η πίστις κρατύνεται• χαίρε, δι' ης φθορά απαμβλύνεται.
Χαίρε, χαράς κοινωνέ της αγήρω• χαίρε, λαμπάς κοινωνίας της άνω•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Ύμνων σε ηδυμόλπων καταστέφομεν κρίνοις τους άθλους σου, οσία Μαρία• επιγνώσεως γαρ αρχηγός και σοφών εδείχθης γυναικών άγαλμα, ασκήσασα ως άσαρκος και πόθω τω Θεώ βοώσα•
Αλληλούϊα.

Φως Χριστού κατιδούσα εν Υψίστοις, Μαρία, το άδυτον εξαίτει τον θείον φωτισμόν τοις τιμώσι λαμπρώς τους τιμίους, μήτερ, επί γης μόχθους σου, ίνα εκθύμως ψάλλωμεν σοι χείλεσιν αμώμοις ταύτα•
Χαίρε, θεάμων των αθεάτων• χαίρε, αρρήτων επόπτις ξένων.
Χαίρε, κοινωνέ της αΰλου λαμπρότητος• χαίρε, φρυκτωρέ της αδύτου φαιδρότητος.
Χαίρε, ότι εκοινώνησας Ζωσιμά εκ των χειρών• χαίρε, ότι κατηγλάϊσας την ομήγυριν πιστών.
Χαίρε, σάλπιγξ αλήκτου ευφροσύνης εν πόλω• χαίρε, φόρμιγξ οσίας βιοτής εν ερήμω.
Χαίρε, πιστών γλυκύτατον ψέλλισμα• χαίρε, ψυχών το ήδιστον μέλισμα.
Χαίρε, Χριστού το θειότατον εύχος• χαίρε, εχθρού το οξύτατον κάρφος•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Χαίρουσα νυν εν δόμοις θεϊκοίς συν Αγγέλων τοις δήμοις και οσίων απάντων τοις χοροίς εκτενώς τω Χριστώ καταπέμψαι πάσι τοις πιστοίς πρέσβευε ελέους πλήθος άμετρον Αυτού τοις εκβοώσι πίστει•
Αλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου των πόνων την πληθύν εν ερήμω υμνούμεν σε, οσία Μαρία• συ γαρ δείξασα ειλικρινή, ευψυχίας βάθρον και βαλβίς νήψεως, μετάνοιαν διέλαμψας ως άστρον τοις βοώσι φαίνον•
Χαίρε, μελώδημα των οσίων• χαίρε, απήχημα των αγίων.
Χαίρε, κιβωτέ ησυχίας πολύτιμε• χαίρε, θησαυρέ σιωπής αδαπάνητε.
Χαίρε, στήλη ακαθαίρετος κοσμικής αποταγής• χαίρε, κρήνη νέκταρ βρύουσα αθανάτου βιοτής.
Χαίρε, θεία σαμβύκη εν Χριστώ μετανοίας• χαίρε, πάγχρυσε θήκη νυχθημέρου νηστείας.
Χαίρε, κιθάρα πίστεως πάντερπνος• χαίρε, κινύρα εύλαλος νήψεως.
Χαίρε, χορού μονοτρόπων ηδύτης• χαίρε, καμού εν κινδύνων η ρύστις•
Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.

Ω Μαρία, πυξίον διαυγές μετανοίας και Κτίστου αγαπήσεως λύχνε, (εκ γ')
την σκοτίαν μου παύσον παθών απαθείας ήμαρ σω πιστώ πρόσφυγι λιταίς σου ανατέλλουσα, ως αν πανευλαβώς κραυγάζω•
Αλληλούϊα.

Και αύθις το Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ'.Τη Υπερμάχω.
Της μετανοίας οχετοίς σαυτήν αρδεύσασα και ψυχοκτόνους του εχθρού ορμάς ξηράνασα, συνεργεία θεία έρημον Ιορδάνου τη ασκήσει σου, Μαρία, καθηγίασας και τοις ρείθροις των δακρύων σου επίανας• όθεν κράζομεν• Χαίροις, Μήτερ ισάγγελε.


Δίστιχον
Χαίρε, βοά σοι Χαραλάμπης, Μαρία, ακηλίδωτον έσοπτρον μετανοίας.


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ
ΤΩ ΜΟΝΩ ΑΛΗΘΙΝΩ ΘΕΩ ΗΜΩΝ

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΓΕΡΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ


Αρχή και τέλος εν τω παρόντι αιώνι

Ό Γέροντας Χερουβείμ ξεκίνησε την πορεία του με το δράμα της δημιουργίας μιας κοινοβιακής Μονής, μικρό αντίγραφο του Αγ. Όρους, εκτός Άγιου Όρους. Από τότε πού αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από τον πολυαγαπημένο του Άθωνα, λόγω των συγκυριών τής κατοχής, και να παραμείνει μονίμως πλέον στον κόσμο, δεν έπαυσε να ζει και να αναπνέει το Άγιον Όρος. Το έφερε ολόκληρο μέσα του, με την χιλιόχρονη ασκητική παράδοση του, το ήθος του και τις αλησμόνητες σύγχρονες αγιορείτικες μορφές. «Βγήκα -μας έλεγε συχνά- ένα παιδί 22 ετών από το Αγιον Όρος. Έπάλαιψα σκληρά με ορατούς και αοράτους εχθρούς και το μόνο πού προσπάθησα ήταν να κρατήσω, σαν μια μεγάλη παρακαταθήκη τα όσα με δίδαξαν οι Γεροντάδες μου». Γι αυτό ακατάπαυστη και αδιάλειπτη ήταν ή αναφορά του σ' αυτούς και πυκνές οι επισκέψεις του στον Όρος, πότε μόνος και πότε μαζί με μας.

Έτσι, αξιώθηκε να θεμελίωση την νέα Μονή του Παρακλήτου το 1963, σε χώρο αγορασμένο με πολλές θυσίες, στην θέση Μετόχι Σκάλας Ωρωπού.

Εκεί εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι μοναχοί και άρχισαν οι μοναχικοί αγώνες και τα παλαίσματα, ωραΐζοντας πνευματικά τον τόπο. Πρώτοι κοινοβίασαν οι δύο πατέρες Δοσίθεος και Έφραίμ. Ύστερα προστέθηκαν και άλλοι. Γύρω στον 1977 προσήλθε και ή μικρά τότε (5-6) συνοδεία του π. Κυρίλλου Μάνθου (τώρα εγκατεστημένη στον Μπουραζέρη Αγιορείτικες. Όρους) και ενσωματώθηκε ήρεμα και φυσικά στον υπόλοιπο μοναχικό σώμα. Έτσι, ό αριθμός των μοναχών έφθασε τούς 25-30.

Τον 'ίδιο χρόνο αναγνωρίζεται ή Μονή, ως «Κοινοβιακή και Κτητορική» και εκλέγεται ό π. Χερουβείμ, ως πρώτος ηγούμενος αυτής. Μέσα στον ίδιο έτος λαμβάνει χώρα και ή ενθρόνισης του. Το γεγονός αυτό πλήρωσε χαράς, όχι μόνον τους αδελφούς αλλά και όλους τους γνωστούς και φίλους της. Ήταν ένα δώρο του Θεού, υστέρα από πολλές δυσκολίες και εμπόδια, από τα όποια ή Συνοδεία ταλαιπωρήθηκε πολύ.

«Ήταν αυτό μια πράξις δικαιοσύνης» ομολόγησε ό παρευρεθείς στην τελετή της ενθρονίσεως, μαζί και με άλλους αδελφούς της Ί. Μονής της Χρυσοπηγής, ηγούμενος αυτής, Αρχιμανδρίτης τότε Καλλίνικος Καρούσος, νύν δε Μητροπολίτης Πειραιώς.

Την ακολουθία της ενθρονίσεως τέλεσε ό μακαριστός Μητροπολίτης Αττικής Δωρόθεος, παρίστατο δε και ό πρ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιάκωβος. Ένα πλήθος κόσμου παρακολουθούσε την ενθρόνιση και έχαιρε και δόξαζε τον Κύριο. Ό Γέρων Χερουβείμ εξεφώνησε εμπνευσμένο ένθρονιστήριο λόγο, τονίσας, μεταξύ άλλων, την άξια πού έχει ή ίδρυσης μιας νέας Μονής με το αγιορείτικο τυπικό, «ου μακράν από τής πρωτευούσης», ώστε και ό σύγχρονος άνθρωπος να μπορεί να γεύεται τούς καρπούς τής αγιορείτικης μοναχικής παραδόσεως... Λόγω του αβάτου δεν επετράπη μεν ή είσοδος στις γυναίκες, μετά όμως την ενθρόνιση, ό Ηγούμενος εξήλθε στην Πύλη τής Μονής, όπου τον περίμενε ένα πλήθος ευλαβών γυναικών, πνευματικών του τέκνων, για να λάβουν την ευλογία του. Ό Γέροντας τούς ευλόγησε και τούς τόνισε την αξία πού έχει στην ζωή μας ή μεγάλη αρετή τής υπομονής!...

Ό Γέρων Χερουβείμ, αναγκάστηκε και ταλαιπωρούμενος από τα προβλήματα τής υγείας του, κρατούσε καλά το τιμόνι τής ηγουμενίας. Υπήρξε ό πρώτος και αναντικατάστατος ηγούμενος, με όραμα και ένθεο ζήλο να οδηγήσει το σκάφος αυτό στον μεγάλο του προορισμό. Πίστευε πολύ στην μεγάλη άξια τής κοινοβιακής ζωής. «Ό Θεός μας χάρισε ένα μεγάλο δώρο! Μας έδωσε το Μοναστήρι! Μας αξίωσε να διαβάζουμε τούς Πατέρας! Μας αξίωσε πολλές φορές το 24ωρο να δοξολογούμε το Πανάγιο Όνομα Του! Μας αξίωσε να ζούμε -να θέλουμε να ζούμε- την ζωή των Πατέρων! Μας έδωσε όλα τα μέσα για μια ολοκληρωμένη πνευματική και αφιερωμένη ζωή!».

Αυτά μας έλεγε συχνά, ευχαριστώντας τον Κύριο! Σκυφτός καθημερινά πάνω σε κάθε ψυχή και κρατώντας την σμίλη στον χέρι, προσπαθούσε με απέραντη αγάπη και πόνο να την κατεργαστεί και να την φθάση «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». (Έφεσ. 4, 13). Κατά το υπόδειγμα των παλαιών αγιορειτών Γερόντων και δη του αυστηρότατου Γέροντος του Γρηγορίου, είχε την χάρι να συνδυάζει άριστα την αυστηρότητα με την επιείκεια και συγκατάβαση. Αυστηρός στην κατ' εξακολούθηση πτώση του αδελφού, εξ αιτίας της αμέλειας και ραθυμίας του- επιεικής και συμπαραστάτης στον αδύνατο και μετανοούντα αγωνιστή. Παρέδωσε στην Αδελφότητα από την αρχή το ήθος και το ύφος των γνησίων αγιορειτών μοναχών, πού είναι σκυμμένοι επάνω στον εαυτό τους, και στον διακόνημά τους, αποφεύγοντας τις «συντυχίες» και «αδολεσχίες» με τούς άλλους και δη τούς κοσμικούς. «Ό μοναχός -μας έλεγε- είναι σαν το ιερό σκεύος της θ. λειτουργίας το αφιερωμένο στην λατρεία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί κανείς να πάρει το άγιο Ποτήριο και να το χρησιμοποίηση για κοινή χρήση, έτσι και τον εαυτό του ό μοναχός δεν μπορεί να τον χρησιμοποιεί για την αμαρτία και τις κοσμικές ενασχολήσεις».

Αγωνιζόταν πολύ για να κρατά σε αυτό το φρόνημα όλους τούς αδελφούς. Δεν ήθελε τις παρεκκλίσεις και τις ιδιορρυθμίες. Τις φοβόταν πολύ! Γιατί -όπως έλεγε- διασπούν την εν Χριστώ ενότητα της Συνοδείας και οδηγούν στην πλάνη την ψυχή. Γι αυτό και όταν παρουσιαζόταν κάτι τέτοιο το κτυπούσε «άμα την γενέσει του», για να μη συνεχιστή και γίνει καθεστώς. Εάν καμιά φορά κάποιος αδελφός αμελούσε να πάει στην ακολουθία, ή έλειπε από την Τράπεζα, χωρίς ευλογία, έλεγε: «αυτό δεν πρέπει να ξαναγίνει». Έδινε απόλυτη άξια στους τρεις άξονας της κοινοβιακής ζωής: τον Ναό, την Τράπεζα και την έξαγόρευσι των λογισμών στον Γέροντα. Επεδίωκε το «ομοθυμαδόν» των πρώτων χριστιανών (Πράξ. 5, 12) σε όλη την εσωτερική και εξωτερική ζωή της Μονής.

Όμως δεν περιφρονούσε την ίδιοπροσωπία και ιδιαιτερότητα του καθενός αδελφού. Τουναντίον, αντιμετώπιζε τα πρόσωπα με απόλυτο σεβασμό τής ελευθερίας τους, ακόμη και τής αδυναμίας τους. Οικονομούσε με τόση σοφία και διάκριση πατερική τα πράγματα, ώστε και ή αυστηρή γραμμή της συνοδείας να διατηρείται, αλλά και άνετα ό καθένας να αισθάνεται. Όταν στις συνάξεις καθόριζε τον γενικό προσανατολισμό της Μονής στα ίχνη των Πατέρων, ήταν σχεδόν απόλυτος, γιατί -όπως έλεγε- αυτά τα δοκιμασμένα θεμέλια έπρεπε να στηριχτεί το παρόν αλλά και το μέλλον της. Όταν όμως αντιμετώπιζε τα προσωπικά προβλήματα και τις δυσκολίες του κάθε μονάχου, παρουσίαζε θαυμαστή ευκαμψία και κατανόηση, πράγμα πού βλέπει κανείς στους μεγάλους Γεροντάδες.

Όταν π.χ. έβλεπε ότι κάποιος μοναχός παρουσίαζε σοβαρή δυσκολία να ξεπεράσει τα όριά του δεν ασκούσε πίεση πάνω του. Τον άφηνε να το θέληση μόνος του, χρησιμοποιώντας το φιλότιμο. Αυτός τον βοηθούσε διασπούν' άλλης οδού... Ήταν διεισδυτικός στα γεγονότα και προπαντός στις ψυχές. Είχε το χάρισμα να σε αντιλαμβάνεται. αμέσους. Έτσι, δεν μπορούσε κανείς να του κρύψει τίποτε. Με μια ματιά καταλάβαινε τον εσωτερικό σου κόσμο. Όταν κανείς τον πλησίαζε έχοντας κάποιο λογισμό εις βάρος του, αυτός τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια και του έδινε να καταλάβει ότι... τα γνωρίζει όλα!! Γι αυτό και πολύ αναπαυόταν κανείς κοντά του. Τον είλκυε με την αγάπη και με το ήρεμό του βλέμμα. Αυτή την ηρεμία δεν την έχανε και όταν σε μάλωνε. Γι αυτό και σύ τον κοίταζες ήρεμα και συμφωνούσες μαζί του για το... μάλωμα.

Ήταν γεννημένος ηγέτης. Από μικρός διακρινόταν ανάμεσα στους πολλούς. Είχε την σοβαρότητα του μεγάλου. Όταν βρισκόταν μεταξύ άλλων, αυθόρμητα προκαλούσε την προσοχή και τον σεβασμό. Έπεβάλλετο από την πρώτη στιγμή. Ή γνώμη του είχε βαρύτητα. Ό λόγος του έπειθε. "Άγγιζε την καρδιά. Σε έβαζε σε σκέψεις, γιατί πάντα είχε να πει κάτι βαθύτερο. Στις Συνάξεις της Συνοδείας ήταν διδακτικότατος. Έβαζε μέσα σου θεμέλια γερά «ως σοφός αρχιτέκτων» (Α' Κορ. 3,10) και κατόπιν πετρούλα-πετρούλα έκτιζε τον καινό άνθρωπο. Ήταν γενναίος! Δεν τον φόβιζαν οι δυσκολίες, τα προβλήματα και οι επιθέσεις ορατών και αοράτων έχθρων. Στητός στον πηδάλιο της «νοητής όλκάδος» της Αδελφότητος, αντιμετώπιζε με ανδρεία και θάρρος τις θύελλες και τις φουρτούνες. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις συνήθιζε να συμβουλεύεται και τούς μεγαλύτερους των αδελφών ή και ολόκληρη την Αδελφότητα, ώστε ή αντιμετωπίσει να γίνεται «ενσωματώθηκε πολλή βουλή».

Ήταν πολύ άνετος στην συνεργασία με τούς άλλους. Δεν αισθανόταν καμιά δυσκολία να συμφωνήσει μαζί τους, αναθεωρούντος ακόμη και την δική του θέση. Εκεί πού ήταν «άτεγκτος» ήταν οι αρχές της μοναχικής ζωής, όπως τις παρέλαβε από τούς Γεροντάδες του, τις όποιες θεωρούσε απαραβίαστες. «Πρέπει -έλεγε- όλοι μας να καταλάβουμε ότι για να σταθεί ή Μονή στα πόδια της και να φέρει τούς καρπούς της, δηλ. να καλλιεργηθούν οι αδελφοί και μετά από την ζωή αύτη να δώσουν το «παρών» ενώπιον του Θεού, πρέπει να εργαστούν όλοι, από τον Ηγούμενο μέχρι τον μικρότερο.

Κάθε ένα, ο όποιος δεν εργάζεται για την πνευματική ανάπτυξη της Μονής, ή αντιθέτως, με τον τρόπο του, την συμπεριφορά του, την στάση του, παρεμβάλλει εμπόδια στον σκοπό αυτό, το κρίμα και ή αμαρτία της πράξεως και στάσεως αυτής θα τον συνοδεύει και στην άλλη ζωή». Υπήρχαν όμως και προβλήματα πού τα αντιμετώπιζε εντελώς μόνος, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Έτυχαν φορές πού έπεφτε μόνος του στον πέλαγος (ήξερε να κολυμπά χωρίς να πνίγεται) και πάλευε με τα αφρισμένα κύματα, προκειμένου να σώσει κάποιον αδελφός. Πολλές φορές ξαγρύπνησε, έκλαψε, ικέτεψε, ταπεινώθηκε μπροστά στον άλλον «πλένοντας τα πόδια του», όπως ό Κύριος (Ίω. 13,4-5). Στις ώρες αυτές τον βλέπαμε να υποφέρει, να αναστενάζει αλλά και να υπομονή. Πολλές φορές έλεγε σε μένα πού ήμουν μακριά, λόγω τής θέσεώς μου: «έλα κάτω να σε δούμε... να γελάσει λίγο το χειλάκι μας»!...

Και όταν ήλθε, «κρίμασιν οίς οίδε Κύριος», ή ώρα να πιει το κατάπικρο ποτήρι τής συκοφαντίας, το ήπιε «παλικαρίσια» μέχρι τρυγός, ευχαριστώντας τον Θεό. Δεν αποποιήθηκε το «αναλογούν μερίδιον» τής ευθύνης. Ούτε θέλησε να το άντιπροσφέρη σε άλλους. Το θεώρησε ευκαιρία για αυτοκριτική και αναθεώρηση πολλών πραγμάτων! Υπήρξε και εδώ αξιοθαύμαστος! Ωστόσο οι δοκιμασίες, οι θλίψεις και οι κόποι, καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, επιδείνωσαν την κατάσταση τής καρδιάς του. Το νευρικό του σύστημα είχε κλονιστεί σοβαρά και το υψηλό ζάχαρο, πού δεν ήθελε να κατέβει, τον ταλαιπωρούσε. Μερικές φορές παρέμενε στον κρεβάτι απέχοντας κάπου-κάπου από το πρόγραμμα της Μονής.

Τότε το κελλάκι του γινόταν ό τόπος τής συγκεντρώσεως και. του αναβαπτισμού των αδελφών. Όσο ανήμπορος και αναγκάστηκε ένοιωθε, δεν αρνιόταν την πνευματική βοήθειά του σε κανένα. Όταν ένοιωθε καλύτερα έπαιρνε το μπαστουνάκι του και επισκεπτόταν τον κάθε μοναχό στον διακόνημά του. Εκεί δινόταν ή ευκαιρία στον αδελφός να συζήτηση διάφορα θέματα, να ρωτήσει, να έξαγορεύση τούς λογισμούς του και να δεχθή πατρικές νουθεσίες για την πνευματική του κατάρτιση ή και για το διακόνημά του.

Ό Γέροντας εκτός των πολλών πνευματικών γνώσεών του, είχε και γνώσεις πρακτικές, πολύ χρήσιμες στον καθένα. Στον μάγειρο π.χ. υποδείκνυε πώς να μαγειρεύση το φαγητό και με έναν άλλο, καλύτερο τρόπο. Στον κηπουρό εφιστούσε την προσοχή πώς να φυτεύει, να ποτίζει, ή να κλαδεύει τα δένδρα. Σε όλους κάτι είχε να πει. Όλα όμως τα χαιρόταν, βλέποντας την φιλότιμη προσπάθεια του καθενός, χωρίς να παραλείπει να την ενθαρρύνει και με τον πατρικό του έπαινο.

Έτσι κύλησαν τα τελευταία χρόνια τής ζωής του, πού ήταν τα πιο μεστά, αλλά και τα πιο ευεργετικά για όλη την Αδελφότητα. Ή Ιερά Συνοδεία τής Μονής, με την δυναμική και άοκνη επιστασία του, είχε φθάσει σε μια ωριμότητα πολύ ικανοποιητική και όλοι δοξάζαμε τον Κύριο.

Όμως ή μεγάλη καρδιά του Γέροντος, πού κράτησε επάνω της όλο το βάρος τής Συνοδείας, αλλά και του καθενός αδελφού χωριστά, είχε πια κουρασθεί τόσο, πού, αναγκάστηκε δεν ζητείτο ή βοήθεια τής επιστήμης, δεν θα μπορούσε άλλο να ανθέξη. Γι αυτό αποφασίστηκε, κατόπιν και των υποδείξεων των ιατρών, να μεταβεί στην Αγγλία και να υποβληθεί σε εγχείρηση, πού κατά τις προβλέψεις θα μπορούσε, αναγκάστηκε επετύγχανε, να του χαρίσει, συν θεώ, πολλά χρόνια ζωής!

ΒΙΒΛ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΠΗΡΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ. ΑΡΧΙΜ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΤΖΑΝΗ.

ΤΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙΑ ΤΟΝ ΣΚΛΑΒΩΝ. ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΒΑΓΟΝΙΑ.



Το ταξίδι με το Στολύπιν είναι βασανιστικό, με την κλούβα γίνεται ανυπόφορο κι ή μεταγωγική φυλακή σε ξεθεώνει. Το καλύτερο θα ήταν να γλύτωνες από όλα αυτά και να πήγαινες κατευθείαν στο στρατόπεδο, με τα κόκκινα βαγόνια.

Τα κρατικά και τα ατομικά συμφέροντα, όπως συμβαίνει πάντα, συμπίπτουν και εδώ. Γιατί και το κράτος το συμφέρει να στέλνει τους κρατούμενους στο στρατόπεδο με κατευθείαν δρομολόγια, χωρίς να επιβαρύνει τις συγκοινωνιακές αρτηρίες των πόλεων, τους αυτοκινητοδρόμους και το προσωπικό των μεταγωγικών φυλακών. Αυτό το είχαν αντιληφθεί από παλιά στο ΓΚΟΥΛΑΓΚ και χρησιμοποιούσαν τα έξης μέσα: καραβάνια από κόκκινα βαγόνια (από αυτά πού προορίζονται για την μεταφορά ζώων), καραβάνια από μαούνες και, όπου δεν υπάρχουν ούτε ράγιες, ούτε νερό, καραβάνια από πεζούς (γιατί δεν επιτρέπουν βέβαια στους κρατούμενους να χρησιμοποιούν άλογα και καμήλες).

Τα κόκκινα καραβάνια είναι πάντα πιο συμφερτικά, όταν τα δικαστήρια δουλεύουν πολύ γρήγορα ή όταν οι μεταγωγικές φυλακές παραείναι γεμάτες, γιατί μ' αυτά μπορούν να στείλουν μεμιάς μεγάλο αριθμό κρατουμένων. Έτσι έστειλαν εκατομμύρια αγρότες στα 1929 - 31. Έτσι έστειλαν σχεδόν ολόκληρο το Λένινγκραντ μακριά από το Λένινγκραντ. Έτσι αποικίστηκε ή περιοχή του ποταμού Κολύμα στη δεκαετία του 1930. Κάθε μέρα ή πρωτεύουσα τής πατρίδας μας, ή Μόσχα, ξερνούσε μια τέτοια αποστολή με κατεύθυνση τα λιμάνια Σοβιέτσκαγια Γκάβαν και Βάνινο. Κάθε πρωτεύουσα επαρχίας έστελνε τις δικές της κόκκινες αποστολές, μόνο πού αυτό δεν γινόταν καθημερινά. Στα 1941 εκτόπισαν έτσι στο Καζαχστάν την Δημοκρατία των Γερμανών τού Βόλγα, και αυτό συνεχίστηκε και με τις άλλες εθνότητες. Στα 1945 με τέτοιες αποστολές έφεραν πίσω τους άσωτους γιους και τις κόρες τής Ρωσίας από την Γερμανία, από την Τσεχοσλοβακία, από την Αυστρία, δηλαδή έφεραν πίσω όσους βρίσκονταν στα δυτικά μας σύνορα. Έτσι συγκέντρωσαν επίσης στα 1949 στα ειδικά στρατόπεδα τους καταδικασμένους με βάση το άρθρο 58.

Τα Στολύπιν κυκλοφορούν με τα κοινά δρομολόγια των τραίνων, ενώ οι κόκκινες αποστολές κινούνται με ειδική διαταγή, υπογραμμένη από έναν σημαντικό στρατηγό του ΓΚΟΥΛΑΓΚ. Ένα Στολύπιν δεν μπορεί να σταματήσει σ' έναν κενό χώρο, τέρμα τού προορισμού του πρέπει πάντα να είναι ένας σταθμός, έστω και σε μια πολίχνη, όπου να υπάρχει μια στεγασμένη φυλακή προληπτικής κρατήσεως. Το κόκκινο τραίνο όμως μπορεί να σταματήσει σ' ένα κενό χώρο - και εκεί ξεφυτρώνει αμέσως, μέσα από την θάλασσα, από την στέπα ή από την ταϊγκά, ένα καινούργιο νησί τού Αρχιπελάγους.

Δεν μπορεί όμως κάθε κόκκινο βαγόνι να χρησιμοποιηθεί αμέσως για την μεταφορά κρατουμένων, ανυπόφορο δεν έχει πρώτα κατάλληλα προετοιμαστεί. Κι όχι να προετοιμαστεί με την έννοια πού μπορεί να τού δίνη ό αναγνώστης, δηλαδή να καθαριστή από τα κάρβουνα και τον ασβέστη πού μετέφερε πριν παραλάβει ανθρώπους — αυτό δεν γίνεται πάντα. Κι ούτε να προετοιμαστεί με την έννοια τού να φραχτούν οι χαραμάδες του ή να τοποθετηθεί μέσα θερμάστρα, ανυπόφορο είναι χειμώνας. (Όταν κατασκευάστηκε το τμήμα τής σιδηροδρομικής γραμμής από το Κνιόζ - Πογκόστ ως την Ρόπτσα, πριν ακόμα περιληφθή στο γενικό σιδηροδρομικό δίκτυο, άρχισαν αμέσως να το χρησιμοποιούν για να μεταφέρουν κρατουμένους, μέσα σε βαγόνια πού δεν είχαν ούτε θερμάστρες, ούτε κουκέτες.

Οι κρατούμενοι ξάπλωναν τον χειμώνα πάνω στο σκεπασμένο με παγωμένο χιόνι δάπεδο, χωρίς να παίρνουν ζεστό φαγητό, γιατί το τραίνο διατρέχει αυτό το τμήμα σε χρόνο λιγότερο από ένα μερόνυχτο. Ποιος μπορεί να διανοηθή οτι θα περάσει εκεί μέσα, με τις συνθήκες αυτές, 18 - 20 ώρες και θα επιζήσει!) Ή προετοιμασία πού εννοούμε είναι ή ακόλουθη: να εξακριβωθεί ανυπόφορο είναι γερά και σταθερά το δάπεδο, οι τοίχοι και το ταβάνι των βαγονιών και να καλυφτούν με κάγκελα οι φεγγίτες τους να ανοιχτεί στο δάπεδο μια τρύπα για να χρησιμεύει για αποχωρητήριο και να ενισχυθεί ολόγυρα με τσίγκο στερεωμένο με πυκνά καρφιά να κατανεμηθούν στο τραίνο κανονικά και με την πρέπουσα συχνότητα τα βαγόνια με πλατφόρμες (όπου τοποθετούσαν φρουρούς με οπλοπολυβόλα) κι ανυπόφορο δεν υπάρχουν αρκετές πλατφόρμες, να κατασκευαστούν να φτιαχτούν έξοδοι προς την οροφή, να τοποθετηθούν μελετημένα οι προβολείς- να εξασφαλιστεί ή αδιάκοπη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος- να κατασκευαστούν ξύλινα σφυριά με μακριά λαβή- να προστεθεί στο τραίνο ένα επιβατικό βαγόνι και, ανυπόφορο δεν υπάρχει, να εφοδιαστεί με θερμάστρα ένα φορτηγό βαγόνι για τον επικεφαλής της φρουράς, τον αξιωματικό της ασφαλείας για την συνοδεία- να εγκατασταθεί μαγειρείο για την φρουρά, και τους κρατούμενους.

Μόνο ύστερα από όλα αυτά μπορούσαν να συνδέσουν τα βαγόνια στον συρμό και να γράψουν επάνω τους : «ειδικός εξοπλισμός» ή «εύθραυστα είδη». (Στο «Έβδομο βαγόνι» ή Έ. Γκίνζμπουργκ περιέγραψε τόσο θαυμάσια ένα τέτοιο τραίνο με κόκκινα βαγόνια, ώστε μάς απαλλάσσει από τον κόπο να μπούμε τώρα σε πολλές λεπτομέρειες).

Μόλις τελείωση ή προετοιμασία τού τραίνου, αρχίζει ή περίπλοκη στρατιωτική επιχείρηση τής επιβίβασης των κρατουμένων στα βαγόνια. Ή επιχείρηση αυτή έχει δύο σημαντικούς, υποχρεωτικούς σκοπούς:

- να κρατηθεί κρυφή ή επιβίβασης από τον κόσμο - να τρομοκρατηθούν οι κρατούμενοι.

Είναι απαραίτητο να κρατηθεί μυστική ή επιβίβασης, γιατί στο κόκκινο τραίνο επιβιβάζονται μεμιάς γύρω στους 1000 ανθρώπους (το τραίνο διαθέτει τουλάχιστον 25 βαγόνια), και όχι μια μικρή ομάδα, όπως γίνεται στο Στολύπιν, πράγμα πού δεν είναι ανάρμοστο να το δη το κοινό. Όλοι ξέρουν βέβαια πώς συλλήψεις γίνονται καθημερινά και όλες τις ώρες, μα κανείς δεν πρέπει να φρίξει βλέποντας τούς συλληφθέντες ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΙ. Στο Όρέλ στα 1938 ήταν σε όλους γνωστό πώς δεν υπήρχε, σε ολόκληρη την πόλη, σπίτι όπου να μην έχει συλληφθεί κάποιος, και κάρα με χωριάτισσες πού έκλαιγαν πλημμύριζαν την πλατεία μπροστά στη φυλακή της πόλης, όπως στον πίνακα τού Σούρικωφ, πού παριστάνει την εκτέλεση των Στρελτσύ (στασιαστές στην εποχή τού Μεγάλου Πέτρου. Σ.τ.Μ.). (Αχ! ποιος θα ζωγραφίσει τώρα για μάς αυτές τις σκηνές; Ας μην ελπίσουμε, δεν είναι της μόδας). Μα δεν πρέπει να δείχνουμε στους σοβιετικούς μας ανθρώπους πώς κάθε μέρα φεύγει ένα τραίνο (όπως γινόταν στο Όρέλ εκείνη την χρονιά).

Και ή νεολαία μας δεν πρέπει να τα βλέπει αυτά, γιατί ή νεολαία είναι το μέλλον μας. Και γι' αυτό μόνο την νύχτα, κάθε νύχτα, για κάμποσους μήνες, στέλνουν από την φυλακή στον σταθμό την μαύρη φάλαγγα των κρατουμένων (οι κλούβες είναι απασχολημένες με καινούργιες συλλήψεις). Βέβαια, οι γυναίκες το παίρνουν χαμπάρι, κάτι μαθαίνουν, και τις νύχτες καταφτάνουν από τα πέρατα τής πόλης, τρυπώνουν κλεφτά στον σταθμό, παραμονεύουν, τρέχουν από βαγόνι σε βαγόνι, σκοντάφτουν πάνω στις ράγιες και στις τραβέρσες και φωνάζουν μπροστά σε κάθε βαγόνι: «Είναι ό τάδε μέσα;» «Είναι εδώ κανείς έτσι κι έτσι;...» Και τρέχουν στο επόμενο βαγόνι, κι εδώ νέες ερωτήσεις:

«Είναι εδώ κανείς έτσι κι έτσι; ...», Και ξάφνου μια κραυγή απαντά από ένα σφραγισμένο βαγόνι: «Εδώ είμαι!» «Ψάξτε παραπέρα, είναι σ' άλλο βαγόνι!» ή «Γυναίκες, ακουστέ με! Ή γυναίκα μου είναι εδώ δίπλα, κοντά στον σταθμό, τρέξτε να της το πείτε!»

Αυτές οι σκηνές, οι ανάξιες για την εποχή μας, αποτελούν μαρτυρία για την κακή οργάνωση της επιβίβασης στα τραίνα. Οι παραλείψεις λαμβάνονται υπάρχουν' όψη, και κάποια νύχτα το τραίνο κυκλώνεται από μιαν αλυσίδα τσοπανόσκυλα πού μουγκρίζουν κι άλυχτανε.

Και στη Μόσχα, από την παλιά μεταγωγική φυλακή τής Σρετένκα (τώρα δεν την θυμούνται πια οι κρατούμενοι), καθώς και από την Κράσναγια Πρέσνια, ή επιβίβασης στα κόκκινα τραίνα γίνεται μόνο νύχτα, αυτό είναι νόμος.

Αφού λοιπόν δεν τους χρειάζεται το περιττό φώς τής μέρας, ή φρουρά χρησιμοποιεί τον ήλιο τής νύχτας: τους προβολείς. Αυτοί είναι πιο βολικοί, γιατί μπορείς να τους κατευθύνεις εκεί πού θέλεις, στο σημείο όπου οι κρατούμενοι, ένας τρομοκρατημένος σωρός, κάθονται στη γη περιμένοντας την διαταγή: «Να σηκωθούν οι επόμενοι πέντε! Τροχάδην στο βαγόνι!» (Μόνο τροχάδην. Για να μην προλάβει να κοιτάξει κανείς γύρω του, να μην προλάβει να σκεφτεί, να τρέξει σαν κυνηγημένος από σκυλιά, και να έχει μόνο τον φόβο μήπως πέση).

Και οι προβολείς φωτίζουν το ανώμαλο δρομάκι όπου τρέχουν, και το ψηλό σκαλοπάτι όπου σκαρφαλώνουν. Οι εχθρικές, φασματικές δέσμες των προβολέων δεν είναι μόνο για να φωτίζουν, μα παίζουν και σπουδαίο ρόλο στον εκφοβισμό των κρατουμένων, όπως και οι βάναυσες φοβέρες, τα χτυπήματα με τους υποκόπανους στους καθυστερημένους, κι ή διαταγή: «Καθίστε χάμω!» (μια φορά, όπως γινόταν στην πλατεία του σταθμού του Όρέλ, φώναζαν την διαταγή: «Γονατιστέ!» και, σαν θεοσεβούμενοι προσκυνητές, χιλιάδες κρατούμενοι έπεφταν στα γόνατα), καθώς και οι απειλές με τα όπλα (τουφέκια ή αυτόματα, ανάλογα με την δεκαετία). Και το κυριότερο: πρέπει να γίνει τέτοια αναστάτωση ώστε να τσακίσει ή βούληση των κρατουμένων, να μην τους περάσει καν από το μυαλό ή ιδέα της απόδρασης, και να αργήσουν όσο το δυνατό να αντιληφτούν το καινούργιο τους πλεονέκτημα: ότι από την πέτρινη φυλακή βρέθηκαν σ' ένα ξύλινο βαγόνι.

Μα για να μπορέσουν να επιβιβάσουν μέσα στη νύχτα μια χιλιάδα ανθρώπους στα βαγόνια, πρέπει να αρχίσουν από το πρωί να τους βγάζουν έξω από τους θαλάμους και να τους ετοιμάζουν για την αποστολή. Και ή φρουρά, όλη την μέρα, τους παραλαμβάνει στη φυλακή, τους κρατάει ώρες πολλές όχι στους θαλάμους, μα στην αυλή, χάμω στη γη, για να μην μπερδευτούν με τούς άλλους φυλακισμένους. Έτσι ή νυχτερινή επιβίβασης στο τραίνο αποτελεί για τούς κρατούμενους το ανακουφιστικό τέρμα μιας ατέλειωτης, εξαντλητικής ημέρας.

Έκτος από τα συνηθισμένα προσκλητήρια, τούς ελέγχους, το κούρεμα, την απολύμανση και το μπάνιο, ή βασική προετοιμασία για την αποστολή είναι ή γενική έρευνα, πού γίνεται όχι από το προσωπικό της φυλακής, αλλά από την φρουρά πού παραλαμβάνει τούς κρατούμενους. Σύμφωνα με τις οδηγίες για τις μεταγωγές με κόκκινα βαγόνια και τούς σκοπούς τής όλης στρατιωτικής επιχείρησης, ή φρουρά πρέπει να κάνη αυτή την έρευνα έτσι, ώστε να μην αφήνει στους κρατούμενους τίποτα πού να τούς διευκολύνει στην απόδραση, να κατάσχει κάθε σουβλερό ή κοφτερό αντικείμενο και κάθε λογής σκόνη (σκόνη για τα δόντια, ζάχαρη, αλάτι, καπνό, τσάι), για να μην στραβώσουν με αυτές τούς φρουρούς, να κατάσχει ακόμα κάθε σχοινί, ή σπάγγο, ζωνάρι ή ότι άλλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για απόδραση ακόμα και κάθε μικρό κορδόνι! (Έτσι κόβουν τα κορδόνια πού συγκρατούν το τεχνητό πόδι ενός αναπήρου και ό σακάτης βάζει το τεχνητό πόδι του κάτω από την μασχάλη και τρέχει κουτσαίνοντας, υποβασταζόμενος από τούς διπλανούς του). Όλα τα άλλα πράγματα, όσα έχουν αξία, καθώς και οι βαλίτσες, πρέπει, σύμφωνα με τις οδηγίες, να συγκεντρωθούν στο ειδικό βαγόνι για τις αποσκευές, για να επιστραφούν στους κατόχους τους στο τέρμα τής διαδρομής.

Μα είναι αδύνατη και δύσκολο να κρατηθεί ή ισχύς των οδηγιών από την Μόσχα πάνω στη φρουρά τής Βολογκντά ή τού Κουιμπίσεφ, ενώ είναι πανίσχυρη ή εξουσία τής φρουράς πάνω στους κρατούμενους. Έτσι εξασφαλίζεται ή επιτυχία τού τρίτου σκοπού τής επιχείρησης:

- να κατασχεθούν δίκαια όλα τα είδη αξίας των εχθρών τού λαού προς όφελος των παιδιών τού λαού.

«Καθίστε χάμω!» «Γονατιστέ!», «Γδυθείτε!» - αυτά τα παραγγέλματα τής φρουράς περιέχουν την βασική εξουσία, με την οποία δεν μπορείς να αντιδικήσεις. Ό γυμνός άνθρωπος χάνει όλη την σιγουριά του, δεν μπορεί να ορθωθεί με περηφάνια, να μιλήσει με τούς ντυμένους σαν ίσος προς ίσο. Αρχίζει ή έρευνα (Κουιμπίσεφ, καλοκαίρι τού 1949). Οι κρατούμενοι προχωρούν γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τα πράγματά τους και τα ρούχα πού έβγαλαν, ενώ γύρω τους στέκονται πλήθος οπλισμένοι στρατιώτες. Όλα δείχνουν πώς δεν πρόκειται να σάς κάνουν μεταγωγή, αλλά να σάς τουφεκίσουν επί τόπου ή να σάς πάνε στον θάλαμο των αερίων - σε μια τέτοια ψυχική κατάσταση ό άνθρωπος παύει να ενδιαφέρεται για τα πράγματά του. Ή φρουρά φέρνεται σκόπιμα με βαναυσότητα, κανείς τους δεν προφέρει λέξη με ανθρώπινη φωνή, γιατί αυτός ακριβώς είναι ό σκοπός τους : να τρομοκρατήσουν και να συντρίψουν.

Οι βαλίτσες ξετινάζονται (τα πράγματα πέφτουν χάμω) και σωριάζονται σε μιαν άκρη. Τσιγαροθήκες, πορτοφόλια και άλλα αξιοθρήνητα «τιμαλφή» των κρατουμένων κατάσχονται και ρίχνονται, ανώνυμα, στο ίδιο βαρέλι (και το γεγονός πώς αυτό δεν είναι χρηματοκιβώτιο,, ούτε σεντούκι, ή κασέλα, μα βαρέλι, ενοχλεί ιδιαίτερα τούς γυμνούς κρατούμενους, αλλά τούς φαίνεται ανώφελο να διαμαρτυρηθούν). Ό γυμνός κρατούμενος το μόνο πού μπορεί να κάνη είναι να μαζέψει από χάμω τα ερευνημένα του κουρέλια και να τα χώση στο σακουλάκι του ή να τα τυλίξει με την κουβέρτα του. Όσο για τις τσόχινες μπότες σου, μπορείς να τις παραδώσεις, άφησέ τις εδώ, γράψε το όνομά σου στον κατάλογο (δεν σού δίνουν απόδειξη παραλαβής, μα εσύ θα γράψεις πώς τις πέταξες στο σωρό!). Και όταν φεύγει από την αυλή της φυλακής και το τελευταίο καμιόνι με τούς κρατούμενους, κατά το σούρουπο, οι κρατούμενοι απολαμβάνουν το θέαμα των φρουρών να ρίχνονται για να αρπάξουν τις καλύτερες πέτσινες βαλίτσες από το σωρό και να διαλέξουν τις ωραιότερες τσιγαροθήκες από το βαρέλι. Ύστερα από αυτούς ρίχνονται στα λάφυρα οι δεσμοφύλακες, και τελευταίοι οι κακοποιοί τής φυλακής.

Να τί τράβηξες το τελευταίο εικοσιτετράωρο, ώσπου να φτάσεις στο βαγόνι για την μεταφορά ζώων! Τώρα όμως σκαρφάλωσες πια με ανακούφιση και σφηνώθηκες στις άγκιδωτές σανίδες τής κουκέτας. Μα δεν βρίσκεις ούτε ανακούφιση, ούτε ζεστασιά! Ό κρατούμενος αμπαρώνεται ξανά μέσα σ' έναν κλοιό κρύου και πείνας, δίψας και φόβου, ανάμεσα στους κακοποιούς και στη φρουρά.

Αν στο βαγόνι υπάρχουν κακοποιοί (και δεν τούς βάζουν βέβαια χωριστά στα κόκκινα τραίνα), αυτοί πιάνουν, κατά την παράδοση, τις καλύτερες θέσεις, στις πάνω κουκέτες, κοντά στον φεγγίτη. Αυτά, το καλοκαίρι. Εύκολα μαντεύετε, βέβαια, πού πιάνουν θέση τον χειμώνα: γύρω στη θερμάστρα ασφαλώς, σχηματίζοντας έναν πυκνό κύκλο. Όπως θυμάται ό πρώην κλέφτης Μινάγιεφ σε όλη την διαδρομή από το Βορονέζ ως το Κοτλάς (κάμποσα μερόνυχτα), στα 1949, ενώ έκανε φοβερό κρύο, τούς έδωσαν μόνο τρείς κουβάδες κάρβουνα! Τότε οι κακοποιοί όχι μόνο έπιασαν τις θέσεις γύρω από την θερμάστρα, όχι μόνο έβγαλαν από τούς φ ρ α γ ι έ ρ όλα τα ζεστά ρούχα για να τα φορέσουν αυτοί, αλλά τούς πήραν και τα ποδόπανα, πού τους χρησίμευαν για κάλτσες, και τα τύλιξαν γύρω από τα δικά τους λωποδυτικά πόδια.

Πέθανε εσύ σήμερα, κι εγώ ας πεθάνω αύριο! Ακόμα χειρότερη είναι ή κατάσταση με την τροφή, γιατί όλο το συσσίτιο του βαγονιού το παραλαμβάνουν οι κακοποιοί, οι όποιοι κρατούν για τον εαυτό τους ότι καλύτερο υπάρχει ή ότι χρειάζονται. Ό Λοστσίλιν θυμάται την μεταγωγή του από την Μόσχα στο Περεμπόρι στα 1937. Έ, λοιπόν, σ' αυτά τα τρία μερόνυχτα δεν τους έδωσαν καθόλου ζεστό φαγητό, αλλά μόνο ξηρά τροφή. Οι κακοποιοί κρατούσαν για τον εαυτό τους όλη την ζάχαρη, αλλά μοίραζαν το ψωμί και τις ρέγκες, πράγμα πού έδειχνε πώς δεν πεινούσαν. Όταν υπάρχει ζεστό φαγητό, και οι κακοποιοί αναλαμβάνουν την διανομή, το μοιράζονται μεταξύ τους (συνέβη στη μεταγωγή Κισινιώφ - Πετσόρα, διαρκείας τριών βδομάδων, στα 1945). Επί πλέον, οι κακοποιοί δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα: έναν Έσθονό πού είχε δόντια χρυσά, τον ξάπλωσαν χάμω και τού τα έβγαλαν με την τσιμπίδα τής θερμάστρας.

Οι κρατούμενοι θεωρούσαν το ζεστό φαγητό σαν το πλεονέκτημα των κόκκινων τραίνων: στους απόκεντρους σταθμούς (πού πάλι δεν βλέπει ο κόσμος) τα τραίνα σταματούν για να μοιράσουν στα βαγόνια το κουρκούτι και το πλιγούρι. Μα και το ζεστό φαγητό το δίνουν έτσι, πού σε πιάνει αηδία. Ή (όπως συνέβη στο ίδιο τραίνο τού Κισινιώφ) χύνουν το συσσίτιο μέσα στους ίδιους κουβάδες με τούς όποιους μοιράζουν το κάρβουνο. Δεν έχουν με τί να τούς πλύνουν, γιατί το πόσιμο νερό στο τραίνο είναι μετρημένο. Μεγαλύτερη έλλειψη υπάρχει σε νερό παρά σε φαγητό. Κάνεις λοιπόν να φας το συσσίτιό σου, και τρίζει στα δόντια σου ή καρβουνόσκονη. "Η πάλι, φέρνοντας το κουρκούτι ή το πλιγούρι στο βαγόνι, δεν δίνουν αρκετές καραβάνες - για σαράντα κρατούμενους, οι καραβάνες είναι μόλις εικοσιπέντε, και προστάζουν κι από πάνω: «Γρήγορα, γρήγορα! Έχουμε να ταΐσουμε κι άλλα βαγόνια, κι όχι μόνο το δικό σας!» Και τώρα, πώς τρώνε; Πώς να μοιραστή το φαΐ; Να το μοιράσεις δίκαια στις καραβάνες δεν γίνεται, συνεπώς πρέπει να το μοιράσεις με το μάτι, και να βάλεις από λιγότερο, από φόβο μήπως δεν φτάσεις. (Οι πρώτοι φωνάζουν: «ανακάτευε ανακάτευε λοιπόν!», ενώ οι τελευταίοι σιωπούν, με την ελπίδα πώς στον πάτο θα μείνει το πιο πηχτό).

Οι πρώτοι τρώνε, και οι άλλοι περιμένουν να κάνης γρήγορα, γιατί πεινάνε, και το φαγητό κρυώνει στον κουβά και από' έξω σε πιέζουν να βιαστής: «άντε, τελειώσατε; κοντεύετε;». Τώρα πρέπει να βάλεις στη δεύτερη βάρδια, κι ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο, ούτε πηχτότερο, ούτε ωραιότερο από ότι έβαλες στους πρώτους. Και σού μένει ακόμα να υπολογίσεις σωστά το τελευταίο πού απομένει και να το βάλεις σε μια καραβάνα για δύο ανθρώπους. Και όλη αυτή την ώρα σαράντα άνθρωποι έχουν λιγότερο τον νου τους στο φαΐ, όσο στη διανομή, κι είναι γεμάτοι αγωνία.

Δεν σού παρέχουν θέρμανση, δεν σε προστατεύουν από τούς κακοποιούς, δεν σε ποτίζουν, δεν σε ταΐζουν, μα ούτε να κοιμηθείς δεν σε αφήνουν. Την μέρα οι φρουροί μπορούν να παρακολουθούν ολόκληρο το τραίνο και τον δρόμο πίσω του, μήπως κανείς πηδήσει στο πλάι ή γλιστρήσει κάτω στις ράγιες, την νύχτα όμως παίρνουν αυστηρά μέτρα επαγρύπνησης. Με ξύλινα σφυριά με μακριές λαβές (τυπικό εργαλείο σε ολόκληρο το ΓΚΟΥΛΑΓΚ), την νύχτα, σε κάθε στάση, χτυπούν δυνατά κάθε σανίδα του βαγονιού: μήπως κατάφερε κανείς να την πριόνιση; Μερικές φορές, στις στάσεις, ανοίγει διάπλατα ή πόρτα τού βαγονιού και πέφτει μέσα φώς φαναριών ή ακόμα και ενός προβολέα: «Έλεγχος!» Αυτό σημαίνει: σηκωθείτε μ' ένα πήδημα και να είστε έτοιμοι να τρέξετε όπου θα σάς πουν, προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά.

Οι φρουροί ορμούν μέσα στο βαγόνι με τα σφυριά τους (κι άλλοι με αυτόματα είναι παραταγμένοι έξω σε ημικύκλιο) και φωνάζουν: προς τα αριστερά! Αυτό σημαίνει πώς όσοι βρίσκονται αριστερά πρέπει να μείνουν στις θέσεις τους, ενώ όσοι βρίσκονται δεξιά πρέπει να πηδήσουν αμέσως, σαν -ψύλλοι, προς τα αριστερά, ό ένας πάνω στον άλλο, όπως τύχη. Όποιοι δεν τα καταφέρουν ή ξεχαστούν, τις τρώνε με τα σφυριά στα πλευρά, στη ράχη, για να μάθουν να είναι σβέλτοι! Και τώρα οι φρουροί με τις μπότες τους ποδοπατούν τις άθλιες κουκέτες σας, σκορπίζουν γύρω τα κουρέλια σας, ρίχνουν πάνω σας φώς και χτυπάνε με τα σφυριά. Μήπως έχουν πριονιστή πουθενά οι σανίδες; Όχι. Τότε οι φρουροί στέκονται στη μέση τού βαγονιού κι αρχίζουν να σάς μετρούν βάζοντάς σας να περνάτε μπροστά τους από τα αριστερά στα δεξιά: «Ένα, δύο, τρία!» Θα αρκούσε απλώς να σάς μετρήσουν με τα δάχτυλα, μα τότε δεν θα σάς προκαλούσαν τρόμο, ενώ είναι πιο πειστικό, πιο αλάνθαστο και γρήγορο να συνοδεύουν αυτή την καταμέτρηση με σφυριές στη ράχη, στους ώμους, στα κεφάλια σας, όπου τύχη.

Το μέτρημα τέλειωσε, εντάξει, σαράντα. Δεν απομένει πια παρά να αδειάσουν, να φωτίσουν, και να εξετάσουν με τα σφυριά την αριστερή μεριά του βαγονιού. Τέλειωσε κι αυτό, έφυγαν και το βαγόνι έκλεισε πίσω τους. Τώρα μπορείτε να κοιμηθείτε μέχρι την επομένη στάση. (Είναι περιττό να πούμε πώς ή ανησυχία τής φρουράς δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη, γιατί όσοι ξέρουν τον τρόπο δραπετεύουν. Χτυπούν, λόγου χάρη, με τα σφυριά και βρίσκουν μια μισοπριονισμένη σανίδα από τα κόκκινα βαγόνια. Ή το πρωί, κατά την διανομή του συσσιτίου, βλέπουν ανάμεσα στα αξύριστα πρόσωπα, και κάμποσα ξυρισμένα. Και τότε περικυκλώνουν αμέσως το βαγόνι με τα αυτόματα φωνάζοντας: «Παραδώστε τα μαχαίρια!» Έτσι μια μικροκοκεταρία των κακοποιών και των φίλων τους, πού βαρέθηκαν να είναι αξύριστοι, τούς αναγκάζει να παραδώσουν τα ξυράφια τους).

Εκείνο πού ξεχωρίζει το κόκκινο τραίνο από τα άλλα τραίνα των μεγάλων γραμμών είναι ότι όποιος μπει σ' αυτό, δεν ξέρει ανησυχία θα βγει. Όταν στο Σολικάμσκ ξεφόρτωσαν το κόκκινο τραίνο πού ερχόταν από τις φυλακές τού Λένινγκραντ (στα 1942), όλο το ανάχωμα τής σιδηροδρομικής γραμμής γέμισε πτώματα και λίγοι ήταν αυτοί πού έφτασαν ζωντανοί. Τον χειμώνα του 1944 - 45 και του 1945 -46 στον συνοικισμό Ζελιεζνοντορόζνι (στο Κνιάζ - Πογκόστ), καθώς και σε όλους τούς σημαντικούς σιδηροδρομικούς κόμβους του Βορρά, έφταναν από τα απελευθερωμένα εδάφη — τις χώρες τής Βαλτικής, την Πολωνία, την Γερμανία - τραίνα κρατουμένων πού περιλάμβαναν από ένα ή δύο βαγόνια με πτώματα. Αυτό έδειχνε πώς κατά την διαδρομή φρόντιζαν να βγάζουν τα πτώματα από τα βαγόνια των ζωντανών και να τα βάζουν στις νεκροφόρους. Ωστόσο αυτό δεν γινόταν πάντα. Στον σταθμό τής Σουχομπεζβόντναγια (στρατόπεδο Ούνζ), καμιά φορά όταν μετά την άφιξη του τραίνου άνοιγε ή πόρτα ενός βαγονιού, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι ήταν ζωντανοί και ποιοι πεθαμένοι: όσοι δεν έβγαιναν έξω, σήμαινε πώς ήταν πεθαμένοι.

Ήταν τρόμος και θάνατος να ταξιδεύεις χειμώνα, γιατί ή φρουρά, με τις φροντίδες της για την επαγρύπνηση, δεν ήταν σε θέση να κουβαλά κάρβουνο για είκοσι πέντε θερμάστρες. Μα και με ζέστη να ταξίδευες, δεν ήταν καθόλου ευχάριστα, γιατί από τούς τέσσερις μικρούς φεγγίτες οι δύο ήταν κλεισμένοι ερμητικά, ενώ ή σκεπή του βαγονιού έβραζε. Κι όσοι για να κουβαλάνε νερό για χίλιους ανθρώπους, δεν μπορούσαν βέβαια οι φρουροί να κοψομεσιάζονται, αφού τούς φαινόταν βαρύ να κουβαλάνε νερό και για ένα μόνο Στολύπιν.

Καλύτεροι μήνες για την μεταγωγή θεωρούνταν, από τούς κρατούμενους, ό Απρίλης και ό Σεπτέμβριος. Μα και ή καλύτερη εποχή δεν ωφελεί, όταν το τραίνο ταξιδεύεις συνέχεια επί ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ (από το Λένινγκραντ στο Βλαδιβοστόκ, στα 1935). όμως ή μεταγωγή έχει υπολογιστή πώς θα διαρκέσει πολύ μελετηθεί και ή πολιτική διαπαιδαγώγηση των άντρων φρουράς, καθώς και ή πνευματική περίθαλψη των κρατουμένων. Σε κάθε τέτοιο τραίνο, σε ειδικό βαγόνι, ταξιδεύεις ένας «κουμπάρος» - ό αξιωματικός της ασφαλείας. Αυτός ετοιμαστεί εκ των προτέρων για την αποστολή, από τη φυλακή κιόλας, και ή κατανομή των κρατουμένων στα βαγόνια έγινε στην τύχη, αλλά με καταλόγους πού ετοίμασε ό ίδιος. Αυτός ορίζει τον υπεύθυνο κάθε βαγονιού, και τοποθετεί ένα σπιούνο σε κάθε βαγόνι. Στις παρατεταμένες στάσεις, βρίσκει τρόπο να καλή πότε τον ένα και πότε τον άλλο, και να μαθαίνει τί συζητάνε μέσα στο βαγόνι. Μια τέτοια δουλειά είναι ντροπή, μετά το τέρμα του ταξιδιού, να τον αφήσει με άδεια χέρια. Έτσι, κατά την διαδρομή, σού κολλάει στη ράχη μια καινούργια ύποθεσούλα. Κι όταν φτάσεις στον τόπο τού προορισμού σου, αρπάζεις μια καινούργια ποινή.


ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΥΡΟΣ. ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΣΟΛΖΕΝΙΤΣΙΝ.

Η γνώση του Θεού είναι η αιώνια ζωή για μας που ζούμε ακόμα στη γη.


Η γνώση του Θεού στην επίγεια ζωή μας είναι απαρχή και πρόγευση της αιώνιας ζωής. Η γνώση του Θεού είναι η αιώνια ζωή για μας που ζούμε ακόμα στη γη. Πως όμως θα είναι η αιώνια ζωή στη μέλλουσα κατάστασή μας; «... οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α΄Κορ. β΄ 9). Αυτό το αποκάλυψε πνευματικά ο Θεός σ' αυτόν τον κόσμο μόνο σε κείνους που Τον ευαρέστησαν. Η μεγαλύτερη ευφροσύνη όμως στην αιώνια ζωή, στη Βασιλεία των Ουρανών, πρέπει να συνίσταται στη μέγιστη γνώση του Θεού, στη θέα του προσώπου του Θεου. Ο ίδιος ο Κύριος όταν μιλούσε για τα παιδιά είχε πει: «... οι άγγελοι αυτών εν ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ούρανοίς» (Ματθ. ιη' 10).

Η ακόρεστη θέαση του Θεού, η διαρκής ζωή με την παρουσία του Θεού, μέσα σε μιαν ανέκφραστη αγαλλίαση και χαρά, αέναη δοξολογία κι αγάπη, δεν είναι ζωή αγγελική, που αρμόζει και στους αγίους στον άλλο κόσμο; Δεν είναι ζωή με γνώση του Θεού; Όσο ζούμε στον κόσμο αυτόν, στη γη, όπως λέει ο απόστολος, «βλέπομεν δι' εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12). Η γνώση που έχουμε τώρα για το Θεό είναι μερική, τότε όμως θα είναι πλήρης. Επομένως, δεν πρέπει να νομίζουμε πως ένας άνθρωπος γνωρίζει το Θεό όταν φτάνει με τις διεργασίες του νου στο συμπέρασμα πως ο Θεός υπάρχει κατά κάποιο τρόπο και κατοικεί κάπου. Το Θεό γνωρίζει εκείνος που νιώθει μέσα Του αλλά καί γύρω του τη ζείδωρη πνοή Του· αυτός που με την καρδιά, το νου και την ψυχή του αισθάνεται τη μεγαλειώδη και φοβερή παρουσία του μονού αληθινού Θεού στη φύση, μα και στην προσωπική ζωή του.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ - ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ



ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η ΖΩΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΑΣΚΗΤΕΨΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Η ΖΩΗ ΑΣΚΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΓΙΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Δεν συνηθίζω να μετακινούμαι από την μετάνοια μου, γιατί ανάπαυση μου είναι η κέλλα μου. Κάποιες όμως φορές οι υποχρεώσεις μου απαιτούν να το κάνω. Σε μια από αυτές τις ελάχιστες φορές βρέθηκα σε πολυάνθρωπη αδελφότητα. Μετά την ευπροσήγορη υποδοχή των μοναχών, καθίσαμε στο μικρό τους αρχονταρίκι. Ελέχθηκαν πολλά για τα ταξίδια μας στα ανοιχτά πελάγη της μοναχικής ζωής. Μιλήσαμε για ναυτίες, φουρτούνες, καλωσύνες, ακρογιάλια και ακτές. Δόξασα τον καλό μας Θεό, γιατί τα νιάτα είχαν να καταθέσουν περισσότερα από τους προχωρημένους στην ηλικία μοναχούς. Και δεν ήτανε καθόλου αδολεσχίες, αλλά τριβές και προστριβές με τον εαυτό μας, τον διάβολο και τον κόσμο. Καθόλου δεν ξεφύγαμε σε κρίσεις και κατακρίσεις. Τα κατατιθέμενα ήτανε προσωπικά σκαμπανεβάσματα. Ένας πολύ μικρός αδελφός μνημόνευσε ένα σύγχρονο Γεροντικό μιας ξένης αδελφής Εκκλησίας. Κι ο μεγαλύτερος αυτής της καλογερικής συντροφιάς προσέθεσε με πολλή λαχτάρα: «Αν γυρίσουμε στα ελληνικά χωριά μας και πλησιάσουμε τις μάννες και τις γιαγιάδες, τους πατεράδες και τους παππούδες, τόμους πολλούς θα συγγράφουμε με θαυμαστά γεγονότα και αγωνιζόμενες μορφές όταν μάλιστα η προσέγγιση γίνη με πνεύμα μαθητείας και ταπεινώσεως, πολλά έχει να βοηθήση τον κόσμο ένα τέτοιο Γεροντικό».
Αυτός ο μοναχός έγινε για μένα εκείνο το απόβραδο λογχίνος πού κέντησε την πολύπαθη καρδιά μου. Ευτυχώς από μικρό παίδι είχα την έφεση να μαθητεύω στους πονεμένους και τυραννισμένους ανθρώπους και λάτρεις της αγίας μας Εκκλησίας. Άκουγα και κατέγραφα. Έβλεπα και φωτογράφιζα μέσα στης καρδιάς τα φυλλοκάρδια με μελάνι ανεξίτηλο, γιατί ήταν αναμεμειγμένο με δάκρυ και αίμα, και γι' αυτό έμειναν στο μικρό μου μυαλό κειμήλια ιερά. Ποτέ δεν ρώτησα αν αυτά ήταν αλήθεια, γιατί μόνοι τους κάθε φορά προσέθεταν: "Αυτά, παιδί μου, είναι γενονά".
[...]
(από τον πρόλογο του βιβλίου)

ΣυγγραφέαςΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΈκδοσηΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2010

Καιρός ευπρόσδεκτος. Ο αγώνας της μετανοίας με αναφορά στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στους Μοναχούς

Ιερομόναχος Λουκάς Γρηγοριάτος

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, 2011

[...] Ο Κύριος μας εδίδαξε ότι η μετάνοια δεν έχει στατικό χαρακτήρα, αλλά είναι μία δυναμική φορά προς Αυτόν και επιπόθησις αέναος της κοινωνίας με τον Ζώντα Θεόν.
Ο Μοναχός και ο εν τω κόσμω Χριστιανός που ποθεί την τελειότητα, προσέχει να μη υπάρχει το παραμικρό εμπόδιο στην ένωσί του με τον Θεό. Γι' αυτό μετανοεί μετά δακρύων όχι μόνο για σοβαρά αμαρτήματα αλλά και για τα νομιζόμενα ως μικρά και ασήμαντα. Ο θείος έρως, που συνέχει την ψυχή του, τον καθιστά ευαίσθητο σε ό,τι θα μπορούσε να λυπήση τον αγαπώμενο Κύριο.
Η μελέτη που ακολουθεί, μας βοηθεί να εμβαθύνουμε, σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, στο μυστήριο της μετανοίας και μάλιστα κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την οποία η Εκκλησία προβάλλιε ως κατ' εξοχήν περίοδο της μετανοίας.
Το κείμενο αυτό γράφεται για να βοηθήσει πρώτα εμάς τους ελαχίστους Μοναχούς, να προσανατολιζώμεθα συνεχώς προς τον σκοπό της μετανοίας, και του Θεού συνεργούντος να βοηθήσει και κάποιες άλλες φιλόθεες ψυχές.
[...]
(από τον πρόλογο του βιβλίου)

π. Β. Γοντικάκης: "Ο Ευαγγελισμός, μυστήριον κραυγής εν σιωπή"

video

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΚΟΥΡΓΟ ΜΑΡΚΟΥΔΗ 30-03-2011


video

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΒΕΡΚΙΟΣ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

video

ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

Andre Rieu in London playing Sirtaki.

video


Ο Andre Rieu είναι ένας 62χρονος Ολλανδός βιολιστής,

από τα μεγαλύτερα εν ζωή ονόματα μαέστρων κλασικής

μουσικής σήμερα στον κόσμο.

Θεωρείται ο κορυφαίος ερμηνευτής στον κόσμο,

των βάλς των Γιόχαν Στράους (πατέρα & υιού).

Απολαύστε ...


Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

On Despair.


Αnun possessed by a spirit of despair would say over and over again, "I am afraid that I will not be saved." And a wise elder replied to her:

Who could then be saved if monastics cannot? For whom has God created Paradise? We will be saved. We ought to be joyful. We should admit that we are sinners, but also glorify God. To trust in God is like a continuous prayer. Think no evil. Blasphemous thoughts are like airplanes: they fly by, they disturb our tranquillity, and then they are gone. It is up to me to say when I am a sinner—not when the Devil wants me to.


******

The elder also said, "Various people can be comforted near a person who is free from stress."

******

A hermit said:

What guarantees a safe journey to eternity is effort, dig­nity, the sense of being unworthy before God, hope (the spiritual oxygen), consolation, and certainty. Not misery and compelled obedience and forced prayer; not tears and sad­ness—these all come from Satan. Yes, I ought to weep for my sins, but all the while hoping in God's love. But I can­not stand it if I cry because the Devil wants me [to de­spair]. Many times Satan crushes a person with despair and the devil becomes the victor. But this does not happen when one is like a child on his father's arm—trusting. Our trust in God is a ceaseless prayer that brings positive results. Despair comes from the Devil. Don't say, 'Oh, what has happened to me?' but give yourself to God totally and hope in Him.

Our obedience should not be done with misery or be­cause we happen to be monastics. The elder or the eldress is not like the Emperor Diocletian who gives us orders. Rather, we should be grateful to our elders and eldresses because our obedience to them protects us. We thus must not react

to their directions negatively, nor disobey them.

* * *


An elder said:

I have not dealt with many things. I am familiar with some patristic teachings and I keep trying, nonetheless. One thing has become clear to me. There is no bitterness for man. When you face bitter situations spiritually, eventually they become sweet.