Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΟΤΑΝ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ





ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΟΤΑΝ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ


Σας στέλνω αυτή την επιστολή διότι είμαι συγκλονισμένος από κάποιο γεγονός που μου συνέβη συμμετέχοντας στην Θεια Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφόθεου.
Δεν υπάρχουν λόγια για να εκφράσεις τι πραγματικά αισθάνεσαι όταν για πρώτη φορά στην ζωή σου βλέπεις αυτή την Θεια Μυσταγωγία. Η εκκλησία είναι το θυσιαστήριο είναι ακριβώς το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Στην λειτουργία αυτή βλέπεις πια ήταν η συμπεριφορά των πρώτων χριστιανών και των αγίων Αποστόλων . Βλέπεις την δύναμη που έπαιρναν οι χριστιανοί για να μαρτυρήσουν. Το μεγαλείο της ευχής για την αδελφοσύνη μεταξύ των πιστών το φίλημα όλων προς τους Ιερείς πριν την αναίμακτη Θυσία είναι πέρα από κάθε βιωματική εμπειρία πίστης που μπορεί να έχει κάποιος.

Καταλαβαίνεις την αγάπη των ανθρώπων την συγχωρητικότητα τον καρδιακό πόνο προς τον άλλο. Στην μέση-της λειτουργίας όλοι οι πιστοί περνούν μπροστά από την Αγία τράπεζα όπου Αγία Τράπεζα είναι έξω στην μέση του ναού και βλέπεις όλοι την διαδικασία που γίνεται για να φτάσουμε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

Αισθάνεσαι μέσα στην καρδιά σου την αγάπη του Θεού προς εσένα που σου έδωσε το Δώρο να γίνεις ορθόδοξος χριστιανός και την οντολογική σημασία της αγάπης προς τον πλησίον.

Τι να πει κανείς με τις ευχές που μεγαλόφωνα προφέρει ο Ιερεάς. Τι βάθος θεολογίας. Τι ομορφιά ψυχής τι δύναμη πνεύματος όπου συνδυάζονται όλα μαζί Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Προσευχές που είναι σίγουρα φωτισμός του Άγιο Πνεύμα σε εκείνη την εποχή της απόλυτης ειδωλολατρίας της σαρκολατρείας της πολυθεΐας αναφέρονται σε ένα Τριαδικό Θεό που είναι γεμάτος από αγάπη και δύναμη σοφίας. Εκπληκτική η καθοδήγηση του Αγίου πνεύματος εκείνη την εποχή έτσι απλά καταλαβαίνεις ότι όλα είναι αλήθεια διότι άνθρωπο σαρκικοί ουδέποτε θα μπορούσαν να σκεφτούν τέτοιες ευχές. Μεγαλείο Θειου Πνεύματος.

Και ο τρόπος της Θείας Κοινωνίας σε κάνουν και κλαις μέσα στην ψυχή σου. Όπου πρώτα κοινωνείς τον Αγιον Άρτο και κατόπιν το Αίμα του Κυρίου. Ιερείς και λαϊκοί και γυναίκες και μικρά παιδιά όλοι με την σειρά για να γίνουν όλοι ΙΝΑ ΕΝ ΩΣΙ. Ολοι ενωμένοι μαζί. Χωρίς έχθρες Χωρίς εγωισμούς Χωρίς  υποκρισίες.
Νιώθεις και Αισθάνεσαι ότι πλέον ήρθε η Βασιλεία του Θεού. Την ζεις είναι εδώ μπροστά σου γύρω σου μέσα σου.

Όχι κάπου αλλού όχι στο υπέρ πέραν αλλά εδώ μπροστά σου . Την βλέπεις, όλοι ενωμένοι δια ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ . Η ευχή του ιερέα που λέει ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΗΜΩΝ δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για να καταλάβεις το Δώρο του Χριστού προς εσένα προσωπικά αλλά και στην ανθρωπότητα. Σε αυτήν την Θεια Λειτουργία χρόνος δεν υπάρχει ζει από εδώ την αιωνιότητα την χορό την αγάπη τον φωτισμό την ζωή μαζί με τον Θεό.

Τι Δώρο είναι για εμάς τους ορθόδοξους η Θεια Λειτουργία σε εμάς τους ανάξιους δούλους του. Τι πρόσφορα να ζεις τους ψαλμούς μετά τις προφητείες τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο όλα με την σειρά με τάξη με αγάπη προσπαθώντας να κατανόησης το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο.
Δέος σε πιάνει Νιώθεις τόσο λίγο τόσο φτωχός καταλαβαίνεις την αρρώστια του εγωισμού μέσα σου που σε οδηγεί στο σκότος του εαυτό σου. Στην απιστία σου την αφροσύνη αυτή του πνεύματος νομίζοντας ότι μπορείς τελικά να τα βάλεις με τον Θεό.
Όταν συμμετέχεις σε αυτή την Θεια Μυσταγωγία σκέφτεσαι μέσα σου ότι είσαι τόσο μικρός και τόσο αστείος και μοιάζει σαν κάποιον που κάθεται μπροστά στην μεγαλειότητα του Θεού έχει τα χέρια σταυρωτά το κοιτά με ύφος αλαζονικό γεμάτο υπερηφάνεια και κουνά κοροϊδευτικά το κεφάλι του .

Τώρα για πρώτη φορά στα 50 χρόνια της ζωής  μου κατάλαβα τι σημαίνει η αμαρτία της υπερηφάνεια. Τρομερό αμάρτημα του πνεύματος. Μπορεί να περάσεις όλοι σου την ζωή και να μη το καταλάβεις ποτέ . Να ζεις πάντα στο σκότος μακριά από το φως του Χριστού.

Ακούγοντας τις συγκλονιστικές αυτές ευχές και βλέποντας τους Ιερείς μπροστά σου να τεμαχίσουν τον άγιο άρτο και να τον μοιράζουν στους πιστούς νομίζεις ότι είσαι στον πρώτο μυστικό δείπνο του Κυρίου. Σκέφτεσαι αυτόματα τους άλλους χριστιανούς τις άλλες ομολογίες τους προτεστάντες τους ευαγγελικούς κλπ τι χάνουν.

Γιατί δεν κατάφεραν να βρουν την πηγή της πίστης στην ορθόδοξη πίστη. Να δουν τι εστί κοινωνία προσώπων  με τον Χριστό μαζί.

Πόσο πονά η καρδιά μου που δεν έχουν γευτεί μια τέτοια υπέροχη εμπειρία που δεν άκουσαν το Μνήσθητί μου Κύριε όλους τους ασκητές πατέρες πατριάρχες αγίους αυτοκράτορες εκείνου του καιρού.

Πόσο καίγεται και πονά η ψυχή μου που δεν μπόρεσα ποτέ να τους μεταδώσει με την ζωή μου αυτό το μεγάλο μήνυμα της αγάπης που απορρέει μέσα από την Θεία Λειτουργία.

Που δεν άκουσαν το Μνήσθητί Κύριε όλων αυτών των ανθρώπων που υποφέρουν που είναι φτωχοί που είναι εξόριστοι φυλακισμένοι αδικημένοι κλπ. Διαπιστώνεις το μεγαλείο της οικουμενικής Θειας λειτουργίας που τα περιλαμβάνει όλα και για πάντα μέσα. στην μνήμη του Θεού. Έτσι και αλλιώς όλοι οι υπόλοιποι θα φύγουμε δεν έχει σημασία αν τους θυμόμαστε εμείς. Ο Θεός έχει σημασία να τους θυμάται.

Εκεί στον ασπασμό της αδελφοσύνης σκέφτεσαι αυτούς τους αδελφούς σου τους μουσουλμάνους που τινάζονται με εκρηκτικά σκοτώνοντας την ψυχή τους και τις ζωές των  άλλων.

Τα πολλά τελευταία γεγονότα της Σύριας με τους αποκεφαλισμούς και τον ζόφο και σκότος που έχουν στην ψυχούλα σου. Και διερωτάσαι πως το κάνουν αυτό πως το αντέχουν να στρέφονται με τόσο μίσος εναντίον του αλλού ανθρώπινου προσώπου που τελικά ο άλλος είναι παρηγοριά και μόνο η παρουσία του.

Έχουν σκεφτεί ποτέ ότι στον Αδη υπάρχει σκότος και μοναξιά. Τόπος απαρηγόρητος.
Τι ομορφιά στο άγγιγμα του αλλού τι ομορφιά υπάρχει στο ανθρώπινο πρόσωπο. Έχεις κατάθλιψη βγαίνεις έξω βλέπεις ανθρώπους να περπατούν και το γεγονός αυτό και μόνο σε παρηγορεί. Ελπίδα υπάρχει. Πόσο σκότος υπάρχει στην υπερηφάνεια του νου που έχει την δύναμη να αφαίρεση την ζωή του αλλού.

Τι ομορφιά υπάρχει όταν ο ιερέας εκτός από όλα τα άλλα ραντίζει με τον αγιασμό όλους και όλα μέσα στο εκκλησίασμα λέγοντας μεγαλόφωνος ψαλμούς του Δαβίδ.
Πιστοί δύναμη πίστης πολύ για φαντάσου μετά από την αρχαία αυτή θεια λειτουργία να βγαίνεις έξω και να συλλαμβάνεσαι και να μαρτυρείς. Τότε που μια θεια λειτουργία μπορούσε να σου στοιχίζει την ίδια σου την ζωή. Γεμάτη Ιησού Χριστό μέσα στην ψυχή τους είχαν την δύναμη και το θάρρος να μαρτυρήσουν την αλήθεια. Πώς ο Θεός είναι αγάπη και μόνο αγάπη. Που δίνεις το οίνο το σίτο το νερό και τα μετατρέπει σε ουράνιο άρτο σε αθάνατη ζωή.


Εύχομαι ολόψυχα όλοι οι χριστιανοί με λίγη η πολύ πιστοί να επιδιώξουν να ζήσουν μια συμμετοχή τους στην Θεια Λειτουργία του άγιου Αδελφόθεου Αμήν.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΗΛΙΑΣ.Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΑΔΙΖΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ!!




Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΗΛΙΑΣ Ο ΔΑΝΤΗΣ

Τα τελευταία έτη έζει στην περιοχή Φλωρίνης, χρηματίσας και γραμματεύς στην Κοινότητα Κλαδορράχης, ό μπάρμπα-Ηλίας ό Δάντης. Ήταν πραγματικός φιλόσοφος. 

Ομοίαζε με τον Διογένη τον φιλόσοφο. Είχε μελετήσει πολλούς Έλληνες και Λατίνους φιλοσόφους. Μέσα σ' ένα κονσερβοκούτι έβαζε το από ελεημοσύνη φαγητό του. Έκανε τον σαλό, αλλά δεν ήταν τρελός. Με ένα ραβδί καμπουριαστός, συγκύπτων προς την γη, βάδιζε ανάποδα, προς τα οπίσω!! Δύο βήματα οπίσω, ένα βήμα εμπρός!

— Γιατί το κάνεις αυτό μπάρμπα-Ηλία, τον ερώτησε κάποτε, ό Σεβασμιότατος Φλωρίνης, Αυγουστίνος.

-Διότι θέλω να σβήσω και τα βήματα μου από τον κόσμο αυτόν απήντησε.

Φορούσε μία παλαιά χλαίνη, κοιμόταν σ' ένα καλυβάκι, έξω από το όποιο είχε γράψει: Όχυρόν αγωνίας.

Φαίνεται ότι είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με την Σολομωνική, αλλά την πέταξε, όταν κάποτε, βαδίζοντας σ' ένα δάσος, του επετέθη μία αρκούδα και σκαρφάλωσε σ' ένα δένδρο για να σωθεί. Εκεί άρχισε να ψάλλει ένα ύμνο στην Παναγία μας:
-Παναγία μου, μία ακτίνα από την Ήλιο σου στείλε μου και φώτισε με.
—Μονολογούν και με οικτίρουν οι άνθρωποι και λένε: «Βρέ τον Δάντη τον τρελό».

Κι εγώ λέγω.
-Θεέ μου τί θα γίνουν τόσοι τρελοί στον κόσμο.

Βλέποντας την μανία του ποδοσφαίρου, των φίλαθλων και των γηπέδων έλεγε:

-Ό Διάβολος μπήκε σ' ένα μπαλόνι (μία μπάλα) και τρέλανε τον κόσμο.

Είχε ένα μαγκαλάκι πού το κουβαλούσε το χειμώνα μαζί του. Ήταν ειρηνικός, προσιτός, πρόσχαρος. Δεν είπε ποτέ κακό λόγο για κανένα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000

Ο ΤΡΟΧΙΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΕΧΑΓΙΑΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ.......



ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ, ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ

Τύπος και υπογραμμός αρετής ανεδείχθη ό εξ Επανομής Θεσσαλονίκης καταγόμενος, τροχιοδρομικός Σταύρος Κεχαγιάς. Έγγενήθη το έτος 1910 και εκοιμήθη σέ ηλικία 82 ετών.
Υπήρξε άνθρωπος μεγίστης πίστεως και πολλής αγάπης. Προ πάντων ήταν ό ειρηνοποιός. Όταν εύρίσκετο εμπρός σέ διαφωνούντες είχε πάντοτε στη γλώσσα του την προσφιλέστατη προτροπή: «ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ παιδιά μου, ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ». Είχε στο τσεπάκι του γιλέκου του μέντες και καραμέλες και κερνούσε τούς διαπληκτιζομένους. Όταν κάποιος τον κακολογούσε, τον άφηνε να ξεθυμάνει και στο τέλος τον κερνούσε μία καραμέλα λέγων: «Μπράβο παιδί μου. Πάρε τώρα μία καραμέλα».
Ποτέ δεν θύμωνε.

Επί κατοχής, όταν ή πείνα θέριζε τούς ανθρώπους, είχε περιθάλψει πολλές οικογένειες. Ή γιαγιά Μαρούδα (ή γυναίκα του) έπλενε τα ρούχα και τα εκκαθάριζε από τις ψείρες. Το σπίτι του παππού Σταύρου ήταν πάντοτε ανοικτό και πάντοτε γεμάτο από φιλοξενουμένους. «Που θα μείνουμε απόψε; Στον Σταύρο και στην Μαρούδα», έλεγαν οι παρεπιδημούνται ξένοι εν Θεσσαλονίκη.

Ή μάνα του είχε πολλά παιδιά. Όλα τα παιδιά τα είχε μάθει να κάνουν διάφορες εργασίες και εργόχειρα. Ούτως πως ό παππούς γνώριζε να μαγειρεύει, να κεντάη, να καθαρίζει το σπίτι.
Ήταν στο έπακρον ταπεινός. Ύπεκλίνετο στον πλέον μικρότερο του. Έβγαζε το καπέλο του στους πάντες, με το δεξί του χέρι και με το αριστερό έκανε σχήμα τιμής και σεβασμού. 

Ευγενέστατος, με μία ανυπόκριτη, αυθόρμητη αγάπη.

Είχε γίνει εγγυητής προκειμένου να σωθεί από την πορνεία μία κοινή γυναίκα. Για να επιβεβαιώνεται ή ηθική της αποκατάσταση πήγαιναν μαζί κατά διαστήματα στο αστυνομικό τμήμα ηθών. Τελικώς αργότερα την υπάνδρευσε και αυτή και το παιδί της. Έπεσκέπτετο πολλά ιδρύματα, ορφανά, φυλακές και ασθενείς. Στην πνευματική του ζωή ήταν επιμελέστατος. Άνθρωπος των Αγίων Μυστηρίων.

Ανελάμβανε να προστατεύση και να σπουδάσει πτωχά, εγκαταλελειμμένα και ορφανά παιδιά. Συχνά πήγαινε στο αρτοποιείο και παντοπωλείο και πλήρωνε το χρέος των πτωχών, χωρίς κανείς να το γνωρίζει, παρά μόνον ό πατήρ ημών ό Ουράνιος «ό βλέπων εν τω κρύπτω και αποδίδων εν τω φανερώ».

Προησθάνθη τον θάνατον του και παρήγγειλε να μη σπαταληθούν χρήματα για στεφάνια κ.λπ. Ξεψύχησε με το «ειρήνη υμίν» και με το «αγαπάτε αλλήλους». Αυτός ήταν ό πάππους ό Σταύρος, ό άνθρωπος της ειρήνης και της αγάπης ό άξιος εργάτης.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000








ΕΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΤΑΒΟΥΛΑΡΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΟΥ.






ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΟΥ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ, 

ΕΥΧΟΜΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΔΙΩΞΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΙΤΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΙΤΕ ΦΥΛΕΤΙΚΑ ΕΙΤΕ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ , Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΑ ΔΙΩΞΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ!

ΕΥΧΟΜΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ , ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΗ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΩ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΩ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΣ ΚΑΙ ΕΥΧΟΜΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟ ΤΑΦΟ ΠΑΡΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ !


ΕΠΙΣΗΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΘΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΔΙΑΚΟΝΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΑΝΑΚΑΙΝΗΣΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΕ ΑΝΑΞΙΟΠΑΘΟΥΝΤΕΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΡΓΟΧΕΙΡΩΝ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΙΝΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΠΟ ΤΟΥΣ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ!

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΑΚΟΜΗ ΝΑ  ΠΡΟΣΘΕΣΩ ΟΤΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΝ ΚΑΙ ΕΠΕΙΝΑΣΑΝ , ΟΙ ΔΕ ΕΚΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΟΥΚ ΕΛΛΑΤΟΘΗΣΟΝΤΕ ΠΑΝΤΩΣ ΑΓΑΘΟΥ! ΜΥΣΤΙΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ , ΑΓΑΠΗ , ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ !

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 2014 !

ΜΕ ΑΓΑΠΗ


ΕΥΧΕΤΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΒΒΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΟΥ


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27 - 12 - 2013


Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΗΜΟΥ ΕΡΓΑΤΗ!!!





ΕΛΕΗΜΩΝ ΚΑΡΔΙΑ



Υπάρχουν και ανάμεσα στους αποδήμους αδελφούς μας Έλληνες απλοί και άπλαστοι άνθρωποι, προζύμι ζωντανό της πίστεως και της αγάπης και της ελπίδος. Γνώρισα αρκετούς.
Θα σταθώ με θαυμασμό και σεβασμό εμπρός σε ένα; Είναι εργάτης απόδημος σε μία βαρειά και ανθυγιεινή βιομηχανία. Και όμως. Νηστεύει ευχαρίστως, προσεύχεται, κάνει γονυκλισίες, αγρυπνεί, στάζει αίμα και ιδρώτα επάνω στον αγώνα της προσευχής τις νύκτες, εμπρός στην ακοίμητη κανδήλα της Παναγίας. 


Το σπουδαιότερο, όμως, είναι άνθρωπος αγάπης. Ανυπόκριτης, πηγαίας, αυθόρμητης αγάπης. Δεν υπάρχει συνάνθρωπος πονεμένος, πού να μην βρει πλησίον του παρηγοριά, βοήθεια, συμπαράσταση, ηθική και υλική.
Κάποτε περίσσευσε φαγητό (ψάρι σούπα) στην οικία του. Ή γυναίκα του ήθελε να το πετάξει. Εκείνος της είπε:


-Όχι γυναίκα, Υπάρχουν άνθρωποι πού πεινούν.
Επήρε το περίσσευμα, το έβαλε σ' ένα δοχείο, επήγε στο προσκυνητάρι του σπιτιού, εμπρός στην εικόνα της Παναγίας μας, το σταύρωσε και είπε:
— Παναγία μου, φανέρωσε μου έναν άνθρωπο πού έχει ανάγκη αυτό το φαγάκι.


«... Και με πρωτοφανή ελπίδα, πάτερ, (μου διηγείτο) κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του σπιτιού μου, με διάθεση να ερευνήσω, πλανώμενος εις τας ρύμας και οδούς της μεγάλης πόλεως μας, να βρω τον ποθούμενο άγνωστο πτωχό, πού θα φανέρωνε ή Θεοτόκος. Ήταν εποχή δριμύτατου χειμώνος. Έξω έριχνε χιόνι. Φυσούσε τρομερά. Είχα μέσα στην ψυχή μου μία ηδονή και χαρά, πού δεν συγκρίνεται με όλες τις ηδονές και χαρές του κόσμου. Δεν πρόλαβα να εξέλθω σχεδόν από την εξώπορτα και τί να ιδώ; Έξω από την πόρτα, καθισμένος πάνω στα σκαλοπάτια, τυλιγμένος, ζαρωμένος, εκτεθειμένος στον πάγο και τον βοριά, ένας γέρος επαίτης, με μία μεγάλη γενειάδα.
-Τί κάνεις εδώ στο κρύο άνθρωπε μου; τον ρώτησα.
-Πεινάω, μου είπε, στα γερμανικά...
-Πάρε, αδελφέ μου, πάρε να φας. Για σένα έφερα αυτό το φαγάκι, του είπα και κάθισα κοντά του, θαυμάζοντας για την άμεση απάντηση του Θεού και της Παναγίας στην αίτηση μου.


Μέχρι να τελείωση το φαγητό του μετακινήθηκα από το σημείο όπου εκείτο για λίγο διάστημα. Όταν επανήλθα είχε γίνει άφαντος! (Δεύτερον θαυμαστό γεγονός για μένα). Κοίταξα δεξιά αριστερά. Δεν τον βρήκα πουθενά.
-Λες να ήταν ό ίδιος ό Χριστός μεταμορφωμένος σέ πτωχόν, πάτερ;...».
Αυτά μου διηγήθηκε το άγαπητόν μου τούτο τέκνον της ξενιτειάς ρωτώντας με και εγώ παραμένω με το ίδιο ερώτημα του μέσα μου: Λες να ήταν ό ίδιος ό Χριστός;




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ.......






Ο ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΓΙΑΚΟΥΜΑΡΟΣ

Την ακόλουθη ιστορία μου διηγήθη ό ευλαβέστατος αείμνηστος Ιερομόναχος Προκόπιος, πού ήταν τυφλός και γηροκομήθηκε στη Ί. Μονή Παρακλήτου:

Υπήρχε ένας άνθρωπος στο νησί Πάρος, απλούς και ταπεινός, ό όποιος ώνομάζετο Ιωάννης Γιακούμαρος και με το παρατσούκλι «Χονδρογιάννης», διότι είχε χονδρά πόδια. Αγαθός άνθρωπος. Περιουσία μεγάλη δεν είχε. Και όσα είχε τα άφησε όλα στις τρεις αδελφές του. Κατήγετο από την περιφέρεια Καμπί - Μάγγανο. Εκοιμήθη το 1918. Αρκετά έτη προ του θανάτου του έμενε ως δόκιμος ή ως υπηρέτης της Μονής. Βοηθούσε στα μετόχια.

Είχε ό ευλογημένος μεγάλη ευλάβεια προς τον προφήτη Ηλία. Έκτισε τρία εξωκκλήσια, αφιερωμένα στο όνομα του Προφήτου, στην θέση Γουλιανού, στο υψηλό βουνό, στα Μούκινα. Όπου και εάν πήγαινε διηγείτο τον βίο και την πολιτεία του πυρφόρου αγίου. Παρ' όλον πού οι προεστώτες της Μονής δεν τον είχαν σέ μεγάλη υπόληψη, αυτός διεκρίνετο διά την ταπείνωση και καθαρότητα της καρδίας. Ομοίαζε σαν ένα μικρό παιδί.

Κάποια ήμερα, κοντά στη θέση Καμάρες, έναντι της Λογγοβάρδας, όπου υπάρχουν μερικές «κατοικίες», κάθετο σέ μία πεζούλα και κουβέντιαζε με ορισμένες γυναίκες. Διηγείτο «αγιωτικά» για τον προφήτη Ηλία, για την Παναγία. Την ώρα εκείνη τον είδε ένα μοναχός, και συλλογισθείς πονηρά, ανέφερε στον ηγούμενο Ιερόθεο Βοσινιώτη το γεγονός.

Ερχόμενος ό Χονδρογιάννης στο μοναστήρι μετά την δύση του ηλίου βρήκε την Πύλη κλειστή. Τί να κάνη; Ή άπλότης και ή πίστη, πού είχε προς την Θεοτόκον, τον ανάγκασε να καταφυγή στην προσευχή, βέβαιος ότι κάποιος θα άνοιγε την Πύλη. Άρχισε, λοιπόν, να κάνη γονυκλισίες εκεί, εμπρός στην Πύλη, προσευχόμενος:
—«Και Κυρά μου Παναγία, έλεγε, άνοιξε την πόρτα. Και Κυρά μ' Παναγία άνοιξε μου».

Σέ μία στιγμή —ώ του θαύματος!— ή Πύλη ανοίγει αυτομάτως! και ό Χονδρογιάννης εισέρχεται μέσα στη Μονή και χωρίς να τον άντιληφθή ουδείς κατηυθύνθη προς την κέλλα του.
Το πρωί στην Εκκλησία έπαρουσιάσθη σαν κομήτης
στον Όρθρον.
Ό Ηγούμενος επί τη εμφανίσει του απόρησε.
—       Που ήσουν Χονδρογιάννη; Τί έκανες; - τον ερώτησε.
—       Γέροντα μου πήγα εκεί κι εκεί. Έκανα αυτό κι αυτό...
—Καλά, τί δουλειά είχες και συζητούσες με τις γυναίκες;

—Και γέροντα μου έλεγα αγιωτικά λόγια. Και γέροντα μου, συγχώρεσε με, δεν έκανα κανένα κακό. Συγχώρεσε με, και φιλούσε τα χέρια ό απλούς, ό Ίδών θαυμαστά πράγματα και θεάματα Χονδρογιάννης.

Κάποτε συνοδεύοντας ένα επίσημο επισκέπτη της Μονής με το ζώο, τους πρόλαβε ή βροχή στον δρόμο. Ό Χονδρογιάννης έδωσε την ομπρέλα στον επισκέπτη και ό ίδιος βάδιζε αλλά... (τί παράδοξο) χωρίς να βρέχεται! Μέχρι την ώρα πού εισήλθαν στην Πύλη της Μονής.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗ




Τά Χριστούγεννα στήν Πόλη γιορτάζονται ταπεινά. Καί ὅταν λέμε ταπεινά, ἐννοοῦμε τήν ἀφαίρεση τῆς ἐξωτερικῆς λαμπρότητας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ κάλλους. Κάτι, τό μή χριστιανικό περιβάλλον, κάτι, ἡ βαριά κληρονομιά τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ὁδηγοῦν σ᾽ αὐτό τό κατανυκτικό ἦθος.

Ἔτσι θά περνοῦσαν καί τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα γιά τόν κύρ Μανώλη τό λουστραδόρο. Μάστορας στή δουλειά του. Δούλευε μέ μεράκι τά ἔπιπλα, σάν καλλιτέχνης πραγματικός, χωρίς νά βιάζεται καί χωρίς νά λογαριάζει τό κέρδος ἤ τη ζημιά. Ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του ἔπρεπε νά λάμπει «ἡλίου φαεινότερον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Καί προσέθετε:

- Προπάντων, ὅμως, προσοχή στό βάθος τῆς λάμψης, μιᾶς καί εἶναι εὔκολο νά λάμπει ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στό πῶς θά ᾽ρχεται τό φῶς.

Τό «βάθος τῆς λάμψης». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ κύρ Μανώλη. Μπορεῖ καί νά μήν ἦταν ἡ ἰδεολογία μόνο δική του. Μπορεῖ καί νά μετέφερε πάνω του μία χιλιόχρονη παράδοση πού ἔπλασε τό φῶς στό βάθος κι ἄφησε τήν ἐπιφάνεια στό περιθώριο. Ἡ γυναίκα του, βέβαια, ἡ Πολυξένη, διαφωνοῦσε μ᾽ ὅλα αὐτά.

- Τό μεροκάματο δέν βγαίνει μέ φιλοσοφίες, τοῦ ᾽λεγε. Αὐτό πού κάνεις οὔτε ὁ Θεός δέν τό θέλει. Ὁ Πανάγαθος ὅρισε νά κερδίζουμε τό ψωμί μας με τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κι ὄχι με τόν ἱδρῶτα τριῶν προσώπων. Ἐκεῖνος θά τό ᾽θελε ἀλλιῶς γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό σένα.

Ὁ κύρ Μανώλης ὅμως δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Πάνω ἀπό ὅλα ἦταν ἡ λάμψη. Ἀλλά τό παράπονο τῆς Πολυξένης τῆς «πολύπαθης», ὅπως ἔλεγε μόνη της γιά τόν ἑαυτό της, ἦταν κι ἄλλο. Ὁ ἄντρας της, ὁ προκομμένος, εἶχε τό ἐργαστήρι κάτω στό Γαλατά, κοντά στόν Ἅγιο Νικόλαο. Τό σπίτι του βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, στό Σταυροδρόμι. Ἦταν μία ἀπόσταση πού δέν ἐπέτρεπε στην πληθωρική Πολυξένη νά ἐλέγχει τά συμβαίνοντα στό ἐργαστήρι. Καθώς ἦταν ἀνοικτή καρδιά ὁ κύρ Μανώλης, εἶχε πολλές κοινωνικές σχέσεις μέ ἄλλους μαστόρους τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ. Τά κουτσόλεγαν στό ἐργαστήρι του, πού εἶχε γίνει χῶρος συζητήσεων, φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν. Ἦταν σάν ἕνα μικρό καφενεῖο, ὅπου οἱ συζητήσεις γιά τά τρέχοντα θέματα ἦταν στήν ἡμερησία διάταξη. Ποιός ψάλτης εἶπε πιό κατανυκτικά τό δοξαστικό τῆς Κυριακῆς; Ποιός δεσπότης τηροῦσε τό περίφημο πολίτικο τυπικό; Ποιά παράδοση ἔφερε νά ψάλλονται δύο καταβασίες τά Χριστούγεννα; Κι ἄλλα πολλά πού ἔβγαζαν πάντοτε τόν κύρ Μανώλη ἔξω ἀπό τόν ρυθμό τῆς δουλειᾶς του. Ἀναγκαζόνταν, τότε, νά δουλέψει ὡς τά μεσάνυχτα γιά νά προλάβει τό χαμένο χρόνο καί μερικές φορές κοιμόταν καί μέσα στο ἐργαστήρι, ἐπειδή ἦταν δύσκολο νά πάει στό σπίτι του, λόγω τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας. Τότε ἦταν πού ἡ Πολυξένη ἔχανε τ᾽ αὐγά καί τά καλάθια ἀπό τά νεῦρα της. Καί μεροκάμματο δέν ἔβγαινε καί ἄντρα δέν εἶχε. Ἔστηνε στήν πόρτα τόν ἄντρα της λέγοντας:

- Θά σέ ξετινάξουν ὅλοι αὐτοί, στήν ψάθα θά πεθάνεις. Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:

- Μά εἶναι καλά παιδιά καί γιά τό Χριστό μιλᾶμε. Καί μήν ξεχνᾶς πῶς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα τους φῶς, πολύ φῶς. Λίγο νά σταθεῖς μπροστά τους, λίγο νά τούς καλομιλήσεις καί θά βρεθεῖς κατάματα με τό Χριστό. Ἔχουν κι οἱ ἄνθρωποι λάμψη, Πολυξένη μου.

Ἡ Πολυξένη, ὅμως, δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Ἔβλεπε τά παιδιά της, καί τήν ἴδια, νά ζοῦνε φτωχικά. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν δεύτερα.

Ἦταν παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Πολυξένη εἶχε ἀπό τό πρωί δώσει τίς ὁδηγίες καί τά διαγγέλματά της στον ἄνδρα της.

- Τό ἀργότερο στίς ὀκτώ τό βράδυ θά εἶσαι στο σπίτι, οὔτε λεπτό καθυστέρηση. Ὅπως γυρνᾶς ἀπό τό Πέρα, ψώνισέ μου κουκουνάρια γιά τή γαλοπούλα, παστουρμά, σουτζούκι, τυρί, κασέρι, καί δύο κιασέδες γιαούρτι γιά νά νιώσουμε κι ἐμεῖς οἱ φτωχοί τή χρονιάρα μέρα.

Ὁ κύρ Μανώλης ἄκουγε τά διαγγέλματα. Δέν μποροῦσε νά κάνει καί κάτι ἄλλο.

- Κρίμα πού ἡ Πολυξένη δέν εἶχε γίνει συνταγματάρχης, σκεπτόταν, θά εἶχε τήν πιό δυναμική στρατιωτική μονάδα, κρίμα στή γυναίκα, πηγαίνει χαμένη μέ μένα τόν κακομοίρη.

Ἀπαντοῦσε ὅμως σταράτα:

- Ναί Πολυξένη μου, ὅλα θά γίνουν ὅπως θέλεις.

Καί πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως ἤθελε ἡ Πολυξένη. Στίς 8 ἡ ὥρα ὁ κύρ Μανώλης κατηφόριζε τή μεγάλη κατηφόρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Στό βάθος, στό τέλος τοῦ μεγάλου δρόμου, φαινόταν ἤδη τό σπίτι του. Τότε συνέβη τό ἔκτακτο. Ἐκεῖ, σε κάποιο ἀριστερό στενάκι ὑπῆρχε τό μικρό ταβερνάκι τοῦ Φώτη τοῦ Κάβουρα. Κάβουρα τόν ἔλεγαν λόγῳ τῶν ἀργῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες περπατοῦσε. Καλή καί ἄδολη καρδιά ὁ Φώτης, διατηροῦσε αὐτό τό μικρό κατάστημα, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς καί τά κουτσόπιναν τά βραδάκια. Ἐκεῖνο τό βράδυ, λόγῳ τῆς παραμονῆς, πελατεία δέν ὑπῆρχε, μόνο ἕνας, κι ὁ Φώτης πού περιδιάβαινε μέ τή ματιά του τούς διαβάτες τῆς κατηφόρας. Τότε εἶδε τόν κύρ Μανώλη.

- Γειά σου, Μανώλη, σπάνια σέ βλέπουμε πιά.

- Ναί, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης, οἱ δουλειές βλέπεις.

- Ἔλα νά τά ποῦμε γιά λίγο μέσα.

Ὁ κύρ Μανώλης κοντοστάθηκε. Ἡ Πολυξένη περίμενε στο σπίτι, ἀλλά κι ἡ πρόσκληση ἦταν πρόκληση. Τό σκέφτηκε. Θά καθόταν δέκα λεπτά καί μετά θά συνέχιζε. Δέκα λεπτά δέν ἦταν τίποτε. Μπῆκαν μέσα καί κάθισαν σέ μία γωνιά, μιλώντας γιά τά Χριστούγεννα. Γιά τήν πρωινή λειτουργία. Γιά τά τροπάρια πού θά εἶχε τό τυπικό καί ἄλλα παρόμοια. Εἶχαν σχεδόν ξεχάσει πώς στό κατάστημα ὑπῆρχε κι ἕνας, ὁ μοναδικός, πελάτης. Τόν θυμήθηκαν ὅταν ξερόβηξε, λίγο, λέγοντας σέ σπασμένα Ἑλληνικά:

Θέλω ἕνα ποτήρι ἀπ᾽ τό γλυκό κρασί. Καί σάν νά ἤθελε νά ἁρπάξει τήν εὐκαιρία εἶπε:

- Αὔριο ἐσεῖς οἱ ρωμηοί, ἔχετε μεγάλη γιορτή.

Οἱ δύο μας φίλοι στάθηκαν ἀμήχανοι, μ᾽ ἕναν τοῦρκο πάντα πρέπει νά εἶσαι κουμπωμένος. Ἐκεῖνος, σαν νά κατάλαβε, εἶπε:

Μέ λένε Τζεμίλ, μεγάλωσα σέ ρωμαίικο μαχαλά καί ξέρω κάτι λίγα ἑλληνικά. Εἶμαι μόνος, χωρίς οἰκογένεια, ξωμάχος τῆς ζωῆς. Σᾶς ρώτησα γιά τή γιορτή σας. Τί γιορτάζετε αὔριο;

Φαινόταν τίμιος καί εἶχε καθαρή ματιά. Ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη. Ὁ κύρ Μανώλης πῆρε θάρρος.

- Νά, πῶς νά στο πῶ, αὔριο γεννήθηκε ἡ ἀγάπη. Ὁ Τζεμίλ σοβάρεψε πολύ.

- Πῶς γεννιέται ἡ ἀγάπη; Ἔχει πρόσωπο;

- Γι᾽ αὐτό γεννήθηκε ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχει πρόσωπο καί θέλει νά μᾶς δεῖ κατά πρόσωπο, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης. Καί συνέχισε:

- Ξέρεις; Ἡ ἀγάπη πού γεννήθηκε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Τζεμίλ ἀντέδρασε.

- Ὁ Θεός οὔτε γεννιέται, οὔτε ἔχει πρόσωπο.

- Φίλε μου Τζεμίλ, εἶπε ὁ κύρ Μανώλης, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἀγάπη, ἐπειδή καταδέχτηκε νά γεννηθεῖ καί νά μᾶς δεῖ στο πρόσωπό μας, μέσα μας, βαθιά μας. Θέλει νά βρεῖ τη λάμψη πού ἔχουμε μέσα μας καί νά τήν κάνει φωτιά.

Ὁ Τζεμίλ σώπασε. Ἄκουγε μέ προσοχή τόν κύρ Μανώλη. Ὁ Μανώλης, ὁ λουστραδόρος, εἶχε γίνει ὁλόκληρος μια φωτιά πού ἔλαμπε. Σώπασαν καί οἱ δύο. Μετά ἀπό ὥρα ψιθύρισε ὁ Τζεμίλ:

Κι ἀφοῦ ὁ Θεός σας εἶναι ἀγάπη ἐσύ πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξεις;

Ὁ Μανώλης μάζεψε τά φρύδια καί εἶπε, ψιθυρίζοντας:

- Νά τ᾽ ἀποδείξω δέν μπορῶ μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἄν χρειαστεῖ νά κάνω μιά θυσία γιά σένα, τότε θά τό καταλάβεις.

Ὁ Τζεμίλ εἶπε φωναχτά:

- Κάνε μια θυσία γιά μένα. Θέλω νά καταλάβω τήν ἀγάπη πού γίνεται ἄνθρωπος ἤ μάλλον νά καταλάβω πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει τήν ἀγάπη;

Ὁ κύρ Μανώλης δέν σκέφτηκε καί πολύ. Οἱ θυσίες δέν προγραμματίζονται, ἔρχονται ξαφνικά, ἀρκεῖ νά τίς ἀξιοποιήσεις. Κάθισε, ἐκεῖ, στό ταβερνάκι, ὅλη τή νύχτα μέ τόν Τζεμίλ. Δέν ἦταν δά καί τόσο δύσκολο. Κάθε μέρα ξενυχτοῦσε γιά νά φτάσει στη «λάμψη τήν ἐσωτέρα», γιά νά βρεῖ τήν κοινωνία μέ τόν ἄλλο.

Ἔτσι πέρασε ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί τράβηξε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο γιά ν᾽ ἀκούσει: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἕνα ἦταν σίγουρο. Ἐκεῖνο τό βράδυ μέσα στό καπηλειό τοῦ Φώτη ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Πάντοτε ἔτσι γεννιέται, στά ταπεινά καί στά μοναχικά. Γεννιέται ἐκεῖ πού ἡ λάμψη δέν εἶναι ἐξωτερική. Ἔτσι γιόρτασαν τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα στην Πόλη. Ἔτσι πάντα τά γιορτάζουν. Μέ τή φωταυγή ἀχτίδα τοῦ ἐσωτέρου φωτός. Καί μετά ἔρχονται πάντα οἱ Ἡρῶδες. Καί στή διήγησή μας αὐτή, τό μαρτύριο γιά τόν κύρ Μανώλη ἦρθε ἀπό τήν Πολυξένη, τήν πολύπαθη καί κουρασμένη, πού ξεχνοῦσε ὅμως νά καταλάβει τή λάμψη πού εἶχε κοντά της, τόν κύρ Μανώλη, ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῆς φανέρωσης τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ.



† π.Κ.Σ.


Πηγή: Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 85, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΕΦΑΝΟ






Γέροντας Σωφρόνιος για τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο



Ζώμεν επί της γης και δεν βλέπομεν τον Θεόν, ουδέ δυνάμεθα να ίδωμεν Αυτόν. Αλλ’ εάν το Πνεύμα το Άγιον έλθη εις την ψυχήν, τότε θα ίδωμεν τον Θεόν, ως είδεν Αυτόν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος. Η ψυχή και ο νους Πνεύματι Αγίω αναγνωρίζουν αμέσως ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Ούτως ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος Πνεύματι Αγίω ανεγνώρισεν εις το μικρόν βρέφος τον Κύριον, και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής δια Πνεύματος Αγίου ωσαύτως εγνώρισε τον Κύριον και υπέδειξεν Αυτόν εις τον λαόν. Άνευ δε Πνεύματος Αγίου ουδείς δύναται να γνωρίση τον Θεόν, και πόσον πολύ αγαπά ημάς. Έστω και αν αναγινώσκωμεν ότι ηγάπησεν ημάς και έπαθεν εξ αγάπης προς ημάς, όμως περί τούτου σκεπτόμεθα μόνον δια του νοός, αλλά δεν εννοούμεν δια της ψυχής, ως πρέπει, την αγάπην του Χριστού. Όταν όμως το Πνεύμα το Άγιον διδάξη ημάς, τότε εναργώς και αισθητώς γνωρίζομεν την αγάπην και γινόμεθα όμοιοι προς τον Κύριον…

Όστις φέρει εντός αυτού το Πνεύμα το Άγιον, έστω και ολίγον, ούτος θλίβεται δι’ όλον τον κόσμον ημέρας και νυκτός, και η καρδία αυτού σπλαγχνίζεται παν κτίσμα του Θεού, ιδιαιτέρως δε εκείνους τους ανθρώπους, οίτινες δεν γνωρίζουν τον Θεόν ή εναντιούνται προς Αυτόν, και ως εκ τούτου πορεύονται εις το πυρ των βασάνων. Υπέρ τούτων ούτος προσεύχεται ημέρας και νυκτός πλείον ή δι’ εαυτόν, όπως πάντες  και γνωρίσουν τον Κύριον.

Ο Κύριος προσηύχετο υπέρ των σταυρωτών Αυτού: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τί ποιούσιν». Ο αρχιδιάκονος Στέφανος προσηύχετο δι’ εκείνους, οίτινες ελιθοβόλουν αυτόν έως θανάτου: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Και ημείς, εάν θέλωμεν να διαφυλάξωμεν την χάριν, οφείλομεν να προσευχώμεθα υπέρ των εχθρών. Εάν δεν σπλαγχνίζησαι τον αμαρτωλόν, όστις θα βασανίζηται εις το πυρ, σημαίνει ότι εντός σου δεν ζη η χάρις του Αγίου Πνεύματος, αλλά πονηρόν πνεύμα, και εν όσω έτι ζης, αγωνίζου δια της μετανοίας να απαλλαγής απ’ αυτού.



Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999.

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Κυριάκος Θ. Νικολάου-Πατραγάς Διδάκτωρ Ισλαμικού Δικαίου ... ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΣΥΡΙΑ ΛΙΒΥΗ ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ ΚΑΙ ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ


Coffee with Sister Vassa Ep.17 (Christmas / Рождество Христово


ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜΙΤΙΣΣΑΣ.


Σύναξη της Παναγίας της Βηθλεεμίτισσας
Εντός της μεγαλοπρεπούς Βασιλικής της του Χριστού Γεννήσεως στη Βηθλεέμ ξεχωρίζει η θαυματουργός εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βηθλεεμίτισσας. Η ιερή εικόνα της Παναγίας Βηθλεεμίτισσας είναι η εφέστιος εικόνα της Βασιλικής της Γεννήσεως του Χριστού στη Βηθλεέμ και βρίσκεται τοποθετημένη σε περίοπτο προσκυνητάριο, στη δεξιά πλευρά της νοτίου εισόδου του αγίου Σπηλαίου της Γεννήσεως.

Η άπειρη στοργή, που ξεχειλίζει από τα μάτια της εικόνας της Παναγίας, και το γαλήνιο βλέμμα της, γλυκαίνουν και ευφραίνουν τις καρδιές των πιστών. Αντίστοιχα ο ρουχισμός της εικόνας της Θεοτόκου, που είναι καλυμμένος με πολυτελή υφάσματα και πολύτιμα πετράδια, προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση.

Σαφή ιστορικά στοιχεία για την προέλευση της εικόνας δεν υπάρχουν. Εικάζεται ότι αυτή προέρχεται από τη Ρωσία και ειδικότερα η ευσεβής παράδοση τη συνδέει με την Αυτοκράτειρα των Ρώσων Αικατερίνη, η οποία επισκεπτόμενη την Αγία Γη και τη Βηθλεέμ, μετά από θαύμα που της επιτέλεσε η Παναγία, χάρισε τα τσαρικά ενδύματα της για να ντυθεί με αυτά η «Δέσποινα του Κόσμου». Σύμφωνα με την παράδοση επίσης παραχώρησε τα κοσμήματά της για να τοποθετηθούν στην ιερή εικόνα, επιτάσσοντας από τότε οι τσαρίνες να μη φορούν πλέον ρουμπίνια (διαμάντια κατ' άλλους), αλλά αυτό να είναι αποκλειστικό προνόμιο της «Βασίλισσας των αγγέλων».

Αναμφίβολα, η Παναγία Βηθλεεμίτισσα κατέχει ξεχωριστή θέση στις καρδιές όλων των Ορθοδόξων. Η Θεοτόκος, η κυρία των Αγίων Τόπων, είναι η φιλόστοργη μητέρα, η οποία υπάκουσε στην εντολή του Θεού και έφερε στον κόσμο το Σωτήρα και Λυτρωτή Κύριό μας και ταυτόχρονα είναι η μητέρα όλων μας και πρέσβειρα προς τον Υιό της σε κάθε προσφυγή μας. Είναι ο φύλακας άγγελός μας. Στις δύσκολες στιγμές μας, αυθόρμητα, στρεφόμαστε προς το πρόσωπο, την εικόνα και τη Χάρη της, επικαλούμενοι πάντα εκείνη ως «θερμή προστάτη και βοηθό μας».

ΤΕΜΑΧΙΑ ΤΙΜΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΑΓΩΝ(ΙΤΑΛΙΑ).


RUSSIAN AMERICA: Hidden Sanctuary of the Orthodox World

Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ ΕΡΙΚΑΙΤΗ ΜΑΣ ΕΛΕΓΕ "Συχνά προφέρει αυτή την φράση για τον π. Παΐσιο: "Αυτός μας βλέπει, αλλά εμείς δεν μπορούμε να τον ιδούμε. Διότι είμεθα τυλιγμένοι μέσα στην ομίχλη των παθών μας".





Η ΦΙΛΑΚΟΛΟΥΘΗ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΡΙΑ

Στα Γιάννενα ζει ακόμη μία αγωνίστρια της πνευματικής ζωής: ή Έρικαίτη. Δεν αφήνει ακολουθία, μνήμη αγίου, αγρυπνία. Με ένα ταγάρι στον ώμο, με αγιασμό και βιβλία ή διά Χριστόν σαλή των Ιωαννίνων καθημερινώς θα παρακολούθηση τον όρθρο και τον εσπερινό. Έχασε τον όρθρο και τον εσπερινό; Έχασε την ήμερα. Και μάλιστα ζητάει μετ' επιμονής την ακολουθία του όρθρου ή του εσπερινού να την τελεί ό ιερεύς.

Όταν γίνεται αγρυπνία παρούσα και ή Έρικαίτη. Τελειώνει ή αγρυπνία, αλλά ή φιλακόλουθη ψυχή της δεν αναπαύεται. Μετά την ολονυκτία θα πάει το πρωί σ' ένα άλλον ιερό Ναό. Θα καθίσει στα προπύλαια, κάτω στα σκαλοπάτια και θα περιμένει να άνοιξη ό Ιερός Ναός για να παρακολούθηση και εκεί τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία.

Όταν ζούσε ό αείμνηστος πατήρ Παΐσιος και ασκήτευε στην Ιερά Μονή Στομίου Κονίτσης πήγαινε και εκείνη να λειτουργηθεί. Κάποτε την ακολούθησε μία αρκούδα έως την Πύλη της Μονής. Το ανέφερε στον π. Παΐσιο νομίζοντας ότι επρόκειτο για σκύλον. Εκείνος όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν σκύλος, αλλά αρκούδα. Τόση αρετή έχει ή ψυχή ώστε και τα άγρια ζώα την πλησιάζουν.
Τον π. Παΐσιο τον φιλοξένησε στην οικία της επί τρεις μήνες όταν έκανε εγχείρηση στον πνεύμονα και τον περιποιήθηκε ιδιαιτέρως. Ό π. Παΐσιος έσέβετο πολύ την μητέρα της Έρικαίτης.

Ήταν ελεήμων. Οι δικοί της δεν της επέτρεπαν να δίνει ελεημοσύνη, αλεύρι κ.λπ. 

Ό π. Παΐσιος —κατόπιν συνεννοήσεως— απασχολούσε την μητέρα της Έρικαίτης και ή Έρικαίτη έδινε το αλεύρι στους πτωχούς, οι όποιοι ήρχοντο με τα ζώα τους.
Είχαν οι δικοί της ένα βαρέλι με κρασί. Περνούσε ένας πτωχός και ή Έρικαίτη έτρεξε να πάρει με ένα δοχείον και για να τον προλάβει να μη αναχώρηση ό πτωχός, από την βιασύνη της, άφησε ανοικτή την κάνουλα του βαρελιού. Το κρασί χύθηκε. Τότε οι δικοί της, της κήρυξαν τον πόλεμο.

Από την αγανάκτηση των δικών της αναγκάσθηκε να φύγει. Ήργάσθη εθελοντικά στην παιδόπολη της Κονίτσης, αν και κατήγετο από αρχοντική οικογένεια. Είχε μία «κάπα» μακριά και έβαζε κάτω από την κάπα φαγητά και τρόφιμα και τα έδιδε ελεημοσύνη.

Τα λεωφορεία της γραμμής την γνώριζαν και την έπαιρναν. Ποτέ δεν χρησιμοποιεί μέσον συγκοινωνίας. Κινείται με «Οτοστόπ». Ποτέ δεν φοράει κάλτσες. Θα την δεις να κινείται με ένα ζευγάρι μπότες. Φοράει τα ίδια ρούχα. Ακόμα δεν παίρνει και την συγκοινωνία. «Γιατί να το δώσω το εισιτήριο; Κάποιο παιδάκι θα πεινά», λέει.

Στην Θεία Λειτουργία τον περισσότερο χρόνο είναι γονατιστή.

Αγαπάει ιδιαιτέρως τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ. Είναι κι αυτός σαν κι έμενα: καμπούρης, λέει. Πράγματι, έχει τόσο πολύ καμπουριάσει, πού μετά πολλής βίας ανασηκώνει το κεφάλι της να πάρει τη Θεία Μετάληψη.
Συχνά προφέρει αυτή την φράση για τον π. Παΐσιο: "Αυτός μας βλέπει, αλλά εμείς δεν μπορούμε να τον ιδούμε. Διότι είμεθα τυλιγμένοι μέσα στην ομίχλη των παθών μας».

Στον πόλεμο τους πήραν όμηρους. Την πήραν κι' εκείνη όμηρο. Μαζί της έφερνε αγιασμό, αντίδωρο κ.λπ.

Οι κάτοικοι της Κονίτσης έλεγαν. Έχομεν τρεις τρελούς: Τον Παΐσιο, την Έρικαίτην και ένα Τούρκο τρελό». Αλλά οι δύο πρώτοι ήσαν σαλοί = τρελοί διά Χριστόν.

Ή Έρικαίτη είναι ό άνθρωπος της παρηγοριάς και της προσευχής. Ό άνθρωπος ό ταπεινός, ό όποιος προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Άνθρωπος από εκείνους τούς ανθρώπους, «ων ουκ εστίν άξιος ό κόσμος». Από εκείνους τούς ανθρώπους, οι όποιοι είναι το «άλας της γης», το αλάτι της κοινωνίας.
Είχε πει ότι κατά την εποχή του Αντίχριστου οι άνθρωποι του Θεού θα ζουν σαν «πεταλουδίτσες».

Όταν δούλευε στην παιδόπολη του Ζηρού την ρώτησαν πώς ξυπνούσε το πρωί για να πάει στα παιδιά χωρίς ξυπνητήρι και απαντούσε:

«Άφηνα το παράθυρο ανοικτό και κρύωνα για να ξυπνήσω και να πάω στα παιδάκια».

Σέ όλα τα προσκυνητάρια ανάβει τα καντηλάκια. Όταν έβλεπε ότι τα σπίρτα δεν άναβαν, σταματούσε τα αυτοκίνητα να ζητήσει σπίρτα.

Ταύτα πάντα μου ανέφεραν με σεβασμό πολύν για το ταπεινό πρόσωπον της το ζεύγος Λαγού Γεώργιος και Αλεξάνδρα, καθηγητής και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000



ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ.




Εὑρισκόμεθα ἀγαπητοί μου, μέσα στήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Γιορτάσαμε τά Χριστούγεννα καί συνεχίζουμε ἀκόμη νά γιορτάζουμε. Καλό εἶναι, νά δοῦμε πῶς γιορτάζουμε. Νά κάνουμε ἕναν ἀπολογισμό τῶν πεπραγμένων. Νά σκεφτοῦμε σοβαρά τί κάναμε, ἔτσι ἔπρεπε νά γίνει; 

Χριστούγεννα, μέγιστη τῶν ἑορτῶν. Αὐτό σημαίνει ἀνάλογη θά ἔπρεπε νά εἶναι καί ἡ προετοιμασία μας. 

Ὅλοι οἱ δρόμοι καί οἱ πλατεῖες σέ πόλεις καί χωριά, τά σπίτια παντοῦ στολισμένα. Φωτισμένα τά βράδια κυρίως μέ φωτάκια, πού ἀναβοσβήνουν καί ὀμορφαίνουν τήν ἀτμόσφαιρα. Στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα (παρά τήν οἰκονομική κρίση).

Ὁ κόσμος ἔτρεξε στά μαγαζιά γιά ἀρκετές ἡμέρες, γιά νά ἀγοράσουν τήν γαλοπούλα, τά κρασιά καί ὅ,τι ἄλλο ἀντέχει τό βαλάντιό του γιά τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οἱ νοικοκυρές ὧρες καί μέρες ὁλόκληρες ἑτοιμάζουν φαγητά, γλυκά καί στρώνουν τά σπίτια. Μέ ὑπερηφάνεια καί ἱκανοποίηση θά παρουσιάσουν τίς μαγειρικές τους δημιουργίες. Ὅλοι θά καθήσουν γύρω ἀπό τό τραπέζι τῆς χαρᾶς.

Ὅλοι περιμένουν τίς εὐλογημένες αὐτές μέρες, γιά νά γιορτάσουν καί νά χαροῦν. Θά ἀνταλλάξουν εὐχές, θά εὐχηθοῦν καλά Χριστούγεννα, θά φᾶνε ὑπερβολικά καί ἄμετρα, (μήπως τόν ἄλλο καιρό τρῶμε λιγότερο); Θά μοιράσουν δῶρα καί θά εἶναι ὅλοι εὐχαριστημένοι ἀπό τό πῶς πέρασαν τά Χριστούγεννα.Ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στήν Πατρίδα μας καί στόν πλανήτη ὁλόκληρο γιόρτασαν κι᾿ ἐφέτος μέ τόν τρόπο αὐτό τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι οἱ γιορτές ἀφορμή καί εὐκαιρία γιά περισσότερη διασκέδαση, περισσότερη ἀνάπαυση, περισσότερα ἀγαθά. Ὅμως ἔχουν καί περισσότερη χαρά; 
Ἔχει παρατηρηθεῖ καί τό ἐπισημαίνουν οἱ εἰδικοί, ὅτι μετά τίς γιορτές αὐξάνονται τά περιστατικά κατάθλιψης καί μελαγχολίας, ἀκριβῶς ἐπειδή τά πολλά φῶτα τῆς γιορτῆς μπορεῖ νά τυφλώνουν τά μάτια, ἀλλά αὐτό τό φῶς δέν μπορεῖ νά φωτίσει τήν ψυχή, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νά παραμένει σέ πυκνά σκοτάδια. Τά πολλά φαγητά βαραίνουν τό στομάχι, ἀλλά καταδικάζουν τήν ψυχή σέ ἀσιτία.

Ὁ Χριστός, στούς πειρασμούς πού δέχθηκε ἀπό τόν διάβολο στήν ἔρημο, ἀπάντησε μέ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ μόνο μέ ψωμί, μέ ὑλικά πράγματα, ἀλλά κυρίως καί πρό πάντων μέ λόγο Θεοῦ. Ὁ Χριστός δέν ἦρθε στό κόσμο γιά νά τρῶμε καί νά ξημερώνουμε στά κέντρα διασκεδάσεως.

Ὅπως καί τότε, ὅταν γεννήθηκε στήν Βηθλεέμ, λίγοι τόν πῆραν εἴδηση, μά κανείς δέν ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του, γιά νά τόν φιλοξενήσει, καί τοῦ παρεχώρησαν ἕνα σπήλαιο, ἕνα σταῦλο, γιά νά γεννηθεῖ ἀνάμεσα σέ ζῶα, ἔτσι καί τώρα λίγοι ἄνθρωποι ἀνταποκρίνονται στά κτυπήματα τοῦ Κυρίου, πού ζητάει νά στεγασθεῖ στά σπίτια μας, νά φιλοξενηθεῖ μέσα στίς καρδιές μας.

Χτύπησαν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χαρούμενα καί μᾶς κάλεσαν νά πᾶμε νά δοῦμε "ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός". Ὅλους μᾶς κάλεσαν, πολλοί ἄκουσαν, μά λίγοι ὑπάκουσαν καί ἀνταποκρίθηκαν. Ἀπό τούς πολλούς λίγοι πῆγαν στήν Ἐκκλησία, ἕνα μικρό ποσοστό. Καί ἀπό αὐτούς πόσοι καθάρισαν τόν σταῦλο τῆς ψυχῆς τους; ποιοί εὐτρέπισαν τήν φάτνη τῆς καρδιᾶς τους, γιά νά ἀνακλιθεῖ ὁ ἀχώρητος; Δηλαδή ποιοί καί πόσοι προετοιμάσθηκαν πνευματικά μέ νηστεία καί ἐξομολόγηση, ὥστε νά προσέλθουν στό ἅγιο ποτήριο καί νά μεταλάβουν μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης, γιά νά νοιώσουν πραγματικά Χριστούγεννα;

Εἶναι πολύ περίεργο πρᾶγμα: Ὅταν ἕνας γνωστός μας ἔχει γενέθλια, πηγαίνουμε στό σπίτι του, γιά νά τοῦ εὐχηθοῦμε καί νά γιορτάσουμε μαζί του.Ὅταν γιορτάζουμε τά γενέθλια τοῦ Θεοῦ μας, γιατί δέν πᾶμε στό σπίτι του; Μήπως ἐπειδή ἐκεῖ δέν τρῶνε γαλοποῦλες, οὔτε κερνᾶνε κρασί, παρά μόνο μία σταγόνα ἀπό Αἷμα του ἤ ἕνα κομμάτι ἀντίδωρο; 

Δυστυχῶς τά Χριστούγεννα κατάντησαν νά εἶναι εὐκαιρία γιά κρεπάλη καί ὄχι γιά πραγματική λατρεία. Ἄν εἴμασταν εἰδωλολάτραι, τί ἄλλο θά κάμναμε;
Βέβαια κανένα ἀπό τά προηγούμενα δέν εἶναι τόσο κακό. Κακό εἶναι νά μείνουμε μόνο σ᾿ αὐτά καί νά ξεχάσουμε τόν Χριστό. Κακό εἶναι νά κάνουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό καί ἔξω ἀπό τό σπίτι τοῦ Χριστοῦ. Κακό εἶναι νά γιορτάσουμε τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀπομονωμένοι καί ἀποξενωμένοι ἀπό τούς δικούς μας, μακρυά ἀπό τούς ἄλλους συνανθρώπους μας. 

Ἐμεῖς, δόξα τῷ Θεῷ, εἴχαμε καί νά φᾶμε καί νά πιοῦμε. Τόν γείτονά μας, τόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ, πού δέν εἶχε καί στερήθηκε ἀκόμη καί τά πλέον ἀπαραίτητα, τόν σκεφθήκαμε καθόλου; Γιατί δέν τοῦ προσφέραμε κάτι ἀπό τά δικά μας, γιά νά κάνει καί αὐτός Χριστούγεννα; Ἤ γιατί δέν τόν καλέσαμε νά φάει μαζί μας, νά παρακαθήσει στό δικό μας τραπέζι; Ἔτσι θά εὐχαριστούσαμε, ὄχι μόνο τόν φτωχό συνάνθρωπό μας, τόν ἐγκαταλελειμμένο γέροντα, μά κυρίως τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἔτσι γιορτάζουμε τά Χριστούγεννα, αὐτά περιμένει ὁ Χριστός νά κάνουμε.

Ἡ γέννησις τοῦ Θεανθρώπου ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο. Δυστυχῶς ὅμως δέν βρίσκει τήν ἀνάλογη ἀνταπόκριση ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἡ στᾶσις τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στόν Λυτρωτή καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους εἶναι εἴτε ἀδιάφορη, εἴτε ἀκόμη καί ἐχρική.
Ὁ θρῆνος, τά κλάματα καί οἱ στεναγμοί δέν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ἀκόμη καί σήμερα. Ἡ σύγχρονη μητέρα, σάν ἄλλη Ραχήλ, σέ διάφορα σημεῖα τοῦ κόσμου θρηνεῖ γιά τά παιδιά της, πού σφάζονται στά πεδία τῶν μαχῶν, στίς πλατεῖες ἤ στίς ἀγορές τῶν πόλεων, ἀκόμη καί σέ τόπους λατρείας καί προσευχῆς. Ἡ σύγχρονη μητέρα θρηνεῖ γιά τά παιδιά της, ὅταν τά βλέπει νά πεθαίνουν σέ πολλά μέρη τοῦ κόσμου, λόγῳ ἔλλειψης φαγητοῦ ἤ νεροῦ ἤ λόγῳ ἔλλειψης φαρμάκων. Καί δυστυχῶς δέν θρηνεῖ κἄν, ὅταν ἡ ἴδια ἡ σύγχρονη μητέρα, σάν ἄλλος αἱμοσταγής Ἡρώδης κατασφάζει κάθε χρόνο πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μικρῶν ἀθώων παιδιῶν στίς κλινικές καί στά νοσοκομεῖα, πού κατήντησαν σφαγεῖα ἀγγελικῶν ψυχῶν. 

Αὐτό εἶναι τό εἶδος τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας; Ἄν ναί, τότε ὁ πολιτισμός τῆς ζούγκλας εἶναι καλύτερος ἀπό τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό, τόν πολιτισμό πού δημιούργησαν τά "λογικά" ὄντα.
Ἀγαπητοί μου,

Γιορτάζαμε τά Χριστούγεννα μέχρι πρό τινος μέ εὐμάρεια, ἀλλά μέ τόση πείνα καί φτώχεια σήμερα. Γιορτάζουμε τά Χριστούγεννα σέ ἐποχή ὑπερπληθυσμοῦ, ἀλλά μέ τόση μοναξιά. 

Δέν γεννήθηκε ὁ Χριστός κάποια φορά, γιά νά γιορτάζουμε ἐμεῖς τά γενέθλιά του μέ ξεφαντώματα καί διασκεδάσεις. Δέν γεννήθηκε, γιά νά διδάξει κανόνες ἠθικῆς. Τέτοιοι ὑπῆρχαν καί θά ὑπάρχουν. Δέν γεννήθηκε, γιά νά μᾶς κάνει καλούς ἀνθρώπους. Τέτοιοι ὑπῆρχαν καί θά ὑπάρχουν καί δυστυχῶς ἐκτός χριστιανισμοῦ συναντοῦμε καλύτερους ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός γεννήθηκε, γιά νά μᾶς κάνει ἀγγέλους, νά μᾶς ὁδηγήσει στήν θέωση, νά μᾶς κάνει θεούς κατά χάριν. Ἔγινε Ἐκεῖνος ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί. 

Ὁ Χριστός μιά φορά γεννήθηκε μέσα στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, γιά νά γεννιέται καθημερηνά καί πάντοτε μέσα στίς καρδιές μας. Ὁ Χριστός γεννήθηκε, ὄχι ἁπλῶς νά ἀνάβουμε πολύχρωμα φῶτα στούς δρόμους καί στά χριστουγεννιάτικα δέντρα, μά γιά νά ἀκτινοβολοῦμε ἐμεῖς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. 

Ἄς ἀνοίξουμε τό σπίτι μας καί τήν καρδιά μας, γιά νά φιλοξενήσουμε τόν Χριστό., νά τόν κάνουμε ἔνοικό μας. Τότε θά γιορτάζουμε πάντοτε Χριστούγεννα, τότε θά ἔχουμε μόνιμη χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἀμήν.-

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Ι Μ ΒΗΘΛΕΕΜ ΚΟΡΩΠΙΟΥ. 25-12-13. ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Μητρ Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.


ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ. ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ.






Το 1940 ό π.Έλπίδιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε με ζήλο τα διάφορα διακονήματα πού του ανατέθηκαν. Το 1949 προσελήφθη στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και αναχώρησε από την Αγία Γη, ακολουθώντας μία πορεία πνευματικής διακονίας σε πολλούς τόπους και χώρες. Ό Άγιος Φιλούμενος παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα υπηρετώντας ταπεινά για σαράντα πέντε συνεχή χρόνια μέχρι το μαρτυρικό του τέλος.

Ένα χρόνο μετά την αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο ό Άγιος Φιλούμενος, διορίστηκε εργοδηγός στο Πατριαρχείο. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως διάκονος στην Ιερά Λαύρα τού Άγιου Σάββα τού Ηγιασμένου. Εκεί υπηρέτησε από τον Ιούνιο του 1940 μέχρι και τον Σεπτέμβριο τού 1941 και συνδέθηκε πνευματικά με τούς Άγιοσαββαΐτες πατέρες.
Τον Ιανουάριο του 1942 κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα Επιμελητού των Πατριαρχικών Γραφείων, θέση στην όποια υπηρέτησε μέχρι και τον Ιούλιο τού 1944. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στα Πατριαρχικά Γραφεία, την 1η Νοεμβρίου τού 1943, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος επί τού Φρικτού Γολγοθά από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Πέλλης Μεθόδιο.
Ή επόμενη διακονία του ήταν στο Κεντρικό Μαγειρείο, όπου    υπηρέτησε    ως βοηθός φροντιστής μέχρι τον Φεβρουάριο του 1946. Έπειτα διορίστηκε Ηγούμενος στην' Ιερά Μονή των Άγιων Αποστόλων στην Τιβεριάδα και στις 20 Μαρτίου του 1948 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Τον Μάρτιο του 1953 μετατέθηκε στην’ Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Ίόππη, όπου υπηρέτησε ως Ηγούμενος για έξι περίπου χρόνια, μέχρι τον Νοέμβριο του 1959. Για τα επόμενα δύο χρόνια, από τον Νοέμβριο του 1959 μέχρι τον Μάιο του 1961, ό Άγιος υπηρέτησε ως Διευθυντής του Οικοτροφείου της Πατριαρχικής Σχολής. Τα χρόνια αυτά είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και αρκετά από τα παιδιά του Γυμνασίου του Πατριαρχείου.


«Ως νέος είχα τη μεγάλη ευλογία να ταξιδέψω στους Αγίους Τόπους», αναφέρει ό -Κύπριος στην καταγωγή Αρχιεπίσκοπος Κένυας Μακάριος , «με σκοπό να παραμείνω εκεί και να ενταχθώ στους κόλπους της Άγιοταφικής Αδελφότητας. Λόγοι ειδικοί και ίσως το σχέδιο του Θεού δέ μού επέτρεψαν να παραμείνω εκεί για πολύ χρόνο. Όμως στο διάστημα της εκεί παραμονής μου, ίσως βέβαια αυτό να οφειλόταν και στην καταγωγή μου, δημιούργησα μία στενή φιλία με τον τότε άσημο ιερομόναχο Φιλούμενο [...]. Σ' έμενα προσωπικά, ό π. Φιλούμενος είχε δημιουργήσει βαθιά μέσα μου ένα αίσθημα μεγάλου σεβασμού, το όποιο τελικά με οδήγησε μια μέρα να τον σταματήσω και να του συστηθώ. Ή συνάντηση αυτή δεν ήταν τυπική, αλλά κατά βάθος ουσιαστική, γιατί από τη στιγμή εκείνη αισθάνθηκα ότι δέ συνομιλούσα με ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά με κάποιον πού αυτόματα επιβεβαίωνε την αγιότητα. Αντιλήφθηκα ότι είχα μπροστά μου ένα "φίλο Χριστού", και 
θυμήθηκα το προφητικό του Δαβίδ, "Έμοι δέ λίαν έτιμήθησαν οι φίλοι σου, ό Θεός" {Ψαλμ. 138,17)».


Τον Μάιο του 1961, ό Άγιος Φιλούμενος διορίστηκε Ηγούμενος στην’ Ιερά Μονή των Αρχαγγέλων στα Ιεροσόλυμα και τον Φεβρουάριο τού 1962 τυπικάρης  στον Μοναστηριακό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου υπηρέτησε για τρία περίπου χρόνια (μέχρι τον Αύγουστο τού 1965).
Στο διακόνημα τού τυπικάρη υπηρέτησε με πολύ ζήλο και ήταν πολύ αυστηρός όσον άφορα στην εκκλησιαστική τάξη και την τήρηση της. Ή πνευματική άλλωστε ακρίβεια πού τον χαρακτήριζε, αντικατοπτριζόταν σε κάθε διακόνημα πού αναλάμβανε, πολύ δέ περισσότερο στην τέλεση των εκκλησιαστικών ακολουθιών, οι όποιες αποτελούσαν το καθημερινό του εντρύφημα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης Αρίσταρχος: «Γνώρισα τον π. Φιλούμενο κατά τα έτη 1964-1966. Τότε ήμουν μαθητής της Ε' και Στ' τάξης του Γυμνασίου και ταυτόχρονα υπηρετούσα ως νεωκόρος στον Άγιο Κωνσταντίνο Εκεί ήταν τυπικάρης ό π. Φιλούμενος. Και τον θυμόμαστε Τον ζήσαμε. Ήταν άνθρωπος ευσεβής, άνθρωπος μοναχικός, αφιερωμένος, φιλακόλουθος. Άκουγα μάλιστα από τον φίλο του, τον μακαριστό Μητροπολίτη Βόστρων' Υμέναιο, ότι είχε τα εκκλησιαστικά βιβλία και στο σπίτι και διάβαζε εκεί όσες ακολουθίες δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε στην εκκλησία. Αγαπούσε τις ακολουθίες και, ως τυπικάρης πού ήταν, επέμενε πολύ στην ακριβή τέλεση τους. Και θυμάμαι ακόμα πού, όταν κάποιες φορές εμείς βιαζόμασταν στην ανάγνωση τού Ψαλτηρίου ή παραλείπαμε κάτι, αυτός το αντιλαμβανόταν και ερχόταν και μάς έπέπληττε».
«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν τυπικάρης», συμπληρώνει ό Αρχιεπίσκοπος Μαραθώνος Μελίτων, «εμάς, τα παιδιά πού διακονούσαμε στο αναλόγιο, μάς αγαπούσε πολύ. Πηγαίναμε εκεί πρωί-πρωί, για να κανοναρχήσουμε, και αυτός μάς ετοίμαζε τα βιβλία και μάς εξηγούσε το κάθε τί: "Το μικρό βιβλίο το θέλουμε γι' αυτόν τον σκοπό, το μεγάλο για εκείνο..." Μάς έμαθε να κανοναρχούμε και να αγαπούμε το ψαλτήρι. Ήθελε όμως να διαβάζουμε σωστά και μάς παιδαγωγούσε. Έτσι, όταν κάναμε λάθος στην ανάγνωση των εκκλησιαστικών κειμένων, μάς διέκοπτε και μάς έβαζε να ξαναδιαβάσουμε όλο το κείμενο από την αρχή. Δεν είχε βέβαια πνεύμα τιμωρίας, αλλά μάς παίδευε μορφωτικά, όταν χρειαζόταν.


»Μάς έλεγε ακόμα να φροντίζουμε τον Οίκο τού Θεού με επιμέλεια, γιατί αυτή ή φροντίδα είναι μέρος της λατρείας μας προς τον Κύριο. Γι' αυτό και επεδίωκε, ως κανονάρχες πού ήμασταν, να έχουμε υπό την ευθύνη μας την ευπρέπεια τού Μοναστηριακού Ναού των Άγιων Κωνσταντίνου και Ελένης. Δεν έφείδετο κόπου και χρόνου, για να μάς συμβουλεύσει και να μάς καθοδηγήσει στο σωστό. Καταλαβαίναμε ότι μάς αγαπούσε. Ήμασταν τότε μικρά παιδιά και νιώθαμε κοντά του ασφάλεια. Νιώθαμε ότι είχαμε δίπλα μας έναν άνθρωπο πού πάντοτε ήταν έτοιμος να μάς στηρίξει. Πάντοτε είχε κάτι καλό να μάς πει, κάτι καλό να μάς διδάξει. Βέβαια, δεν ήταν μόνο τα λόγια. 
Όλη του ή ζωή ήταν μία συμβουλή για μάς και παράδειγμα προς μίμηση».
Παράλληλα με την ορθή και ακριβή τέλεση των ακολουθιών, ό Άγιος ήθελε να μεταδώσει στα παιδιά την αγάπη για την αρχαία ελληνική γλώσσα, ώστε να μπορούν να κατανοούν τα εκκλησιαστικά κείμενα. 

«Όταν διαβάζαμε την ακολουθία», αναφέρει ό Αρχιεπίσκοπος Γεράσων Θεοφάνης, «και βρίσκαμε κάποια άγνωστη λέξη, για να μας διδάξει, μας ρώταγε: "Ξέρετε τί είναι αυτό;" Και μάς εξηγούσε. Αυτός ήταν και ό καλύτερος τρόπος για να μάθουμε. Πολλές φορές, μάλιστα, μάς έβρισκε κα! μάς ρωτούσε και έκτος της εκκλησίας, γιατί φαίνεται ότι είχε πολλή αγάπη στη γραμματική και το συντακτικό. Ήξερε όλους τούς κανόνες, τις εξαιρέσεις, τα ανώμαλα ρήματα και μάς τα μάθαινε. Είχαμε μαζί του μία απλή και ταπεινή σχέση, ταυτόχρονα όμως τον σεβόμασταν πάρα πολύ».

Μετά την τριετή διακονία του στον Άγιο Κωνσταντίνο, ό Άγιος Φιλούμενος διορίστηκε Ηγούμενος στην’ Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως στη Ραμάλα (Αύγουστος του 1965 - Αύγουστος τού 1967), όπου υπηρέτησε και αργότερα για άλλα τρία χρόνια (Ιανουάριος τού 1976 - Μάιος τού 1979).Έκεΐ είχε ένα ορθόδοξο αραβόφωνο ποίμνιο μερικών χιλιάδων, το όποιο διακόνησε με πατρική αγάπη και πόνο, γι' αυτό και απέκτησε πολύ νωρίς τη φήμη ενός εξαιρετικού ιερομόναχου και πνευματικού. Αν και ή σοβαρότητα και ή σύνεση πού τον χαρακτήριζαν τον έκαναν να φαίνεται κάποτε απρόσιτος, εντούτοις, όσοι τον πλησίαζαν, αμέσως αντιλαμβάνονταν την πηγαία αγάπη, με την όποια περιέβαλλε αδιάκριτα τον κάθε άνθρωπο είτε αυτός άνηκε στο ποίμνιο του είτε όχι. Πολλοί, μάλιστα, τον σέβονταν και τον ευλαβούνταν ως άγιο από τον καιρό πού ήταν ακόμα εν ζωή.

«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν Ηγούμενος στην περιοχή μας, στη Ραμάλα», θυμάται ή Μαριλέν ΟDEH (ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΡΑΜΑΛΑ), «έρχόταν πολύ συχνά στο σπίτι μας, γιατί ή μητέρα μου έψαλλε στην εκκλησία κι έτσι είχαμε καλές σχέσεις με όλους τούς μοναχούς του Πατριαρχείου πού διορίζονταν έδώ. Έχουμε πάρα πολύ καλές αναμνήσεις άπ'αύτόν. 'Ο αδελφός μου, ό Σαμίρ ό όποιος ήταν τότε μικρό παιδάκι -δυόμισι έως τριών ετών-, καθόταν πάντοτε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τού διηγείται βίους άγιων. Γενικά, είχε πολύ καλή επικοινωνία με το ποίμνιο του, αλλά μ' εμάς ήταν σαν να είμαστε μία οικογένεια. 

Όμως, παρόλο πού είχαμε αυτή την άνεση μεταξύ μας, οι επισκέψεις του ήταν πάντοτε «μετρημένες», πνευματικές, ίσως γιατί και ό ίδιος ήταν πάρα πολύ αυστηρός στο πρόγραμμα και τις αρχές του.
»Ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Από τότε φαινόταν ότι είχε κάτι ξεχωριστό. Ξεχώριζε από τούς υπόλοιπους ανθρώπους. Χωρίς να τού μιλάς, ένιωθες κοντά του ειρήνη, σιγουριά, ασφάλεια. Και αυτός καταλάβαινε τί ήθελες, χωρίς να χρειαστεί να τού μιλήσεις, δίνοντας σου μάλιστα πολλές φορές και την απάντηση πού χρειαζόσουν. Όταν μιλούσε, ήταν πάρα πολύ ήρεμος. Και σου μετέδιδε αυτή την ηρεμία. Μιλούσε για τον Χριστό, για την Εκκλησία, για την Ορθοδοξία. 

Από τον καιρό πού ζούσε, νιώθαμε ότι όλα όσα είχαμε διαβάσει για τούς άγιους και τη ζωή τους εκπληρώνονταν σ'αυτόν τον άνθρωπο».
Οι πολλοί πνευματικοί αγώνες τού Αγίου Φιλουμένου, καθώς και ή ανυπόκριτη αγάπη με την όποια περιέβαλλε το ποίμνιο του, προσείλκυαν τούς ανθρώπους, οι όποιοι αισθάνονταν κοντά του παρηγοριά και ανάπαυση. 

Όλοι γνώριζαν ότι στο πρόσωπο του θα βρουν τον καλόν ποιμένα τον αληθινό πνευματικό πατέρα, τον γνήσιο μαθητή του Χριστού. Ή Χάρη του Θεού τον συνόδευε παντού και πλησίον του αντιλαμβάνονταν τις ενέργειες της, ακόμη και με μόνη την απλή παρουσία του.
«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν Ηγούμενος στη Ραμάλα», διηγείται ό π. Ίσσα Χούρη, «εγώ ήμουνα στο Μπίρ Εέιτ και δεν είχα ίερωθεί ακόμα. Επειδή ό πατέρας μου ήταν πρωτοψάλτης, γνώριζε όλους τούς ιερείς πού περνούσαν από την περιοχή μας και έτσι είχαμε γνωρίσει και τον Άγιο. Τον θυμάμαι. Ήταν πράος και πάρα πολύ ήρεμος άνθρωπος. Όταν κουβεντιάζαμε, μιλούσε μόνο για πνευματικά θέματα. Του άρεσε πολύ να μιλά για τον Θεό και τούς άγιους, για τον καθημερινό μας αγώνα ως χριστιανοί. Απ' αυτόν είχα μάθει πάρα πολλά, τα όποια με βοήθησαν ως άνθρωπο και ως ιερέα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι συζητήσεις μας μαζί του. Πολλές φορές ή παρουσία του και μόνο μάς παρηγορούσε και κατεύναζε τις θλίψεις και τα προβλήματα μας. Ή αγιότητα πού είχε πληροφορούσε την καρδία μας, ώστε θέλαμε συνέχεια να τον συναντάμε... Να είμαστε κοντά του».
Έκτος από το ποίμνιο του ό Άγιος αγαπούσε πολύ και τούς Αγιοταφίτες πατέρες -ιδιαίτερα τούς μικρότερους-και, όταν τον επισκέπτονταν στη Ραμάλα, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τούς ενισχύσει και να τούς στηρίξει. «Όταν ήταν ή εορτή της Μεταμορφώσεως και πανηγύριζε ή Μονή στη Ραμάλα», θυμάται ό π. Ευσέβιος, «πήγαινε εκεί πέρα πάρα πολύς κόσμος. Και επειδή οι Ηγούμενοι, όταν γιορτάζει ή εκκλησία τους, πάντα κάνουν τραπέζι, το ίδιο έκανε και ό Άγιος Φιλούμενος. Τον θυμάμαι, λοιπόν, αύτη τη μέρα να τρέχει συνεχώς πάνω-κάτω. Ό ίδιος δεν έτρωγε καθόλου, για να μάς εξυπηρετεί. Εμάς, τούς νεότερους διακόνους, μάς αγαπούσε ιδιαίτερα. Ίσως λόγω ηλικίας, πού ήμασταν νεότεροι ίσως επειδή είχαμε πολλές δυσκολίες στα πνευματικά, στα οικονομικά διότι και οικονομικά πολλές φορές μάς βοηθούσε. Έτρεχε, λοιπόν, πάνω-κάτω και έλεγε: 

Έφαγες π. Ευσέβιε; Έφαγες π. Γρηγόριε; Χόρτασες; Τί σού λείπει; Φρούτο έφαγες; Γλυκό έφαγες; Πάρε, πάρε!"
»Καθόμασταν, λοιπόν, εκεί πέρα και τρώγαμε, τραγουδούσαμε τραγούδια εθνικά, αραβικά και ελληνικά και ψάλλαμε. Μάλιστα, βάζαμε και τον π. Φιλούμενο να ψάλλει, γιατί ήταν γνώστης της μουσικής. Τώρα είναι ή σειρά σου, τού λέγαμε, και κάναμε όλοι απόλυτη ησυχία, επειδή ήταν ισχνή ή φωνή του και έπρεπε να ακούγεται. Αυτός έψαλλε και εμείς ίσοκρατούσαμε». «Πιο πολύ μάλιστα», συμπληρώνει ό Αρχιεπίσκοπος Γεράσων Θεοφάνης, «τού άρεσε να ψάλλει τα Κατανυκτικά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τα τροπάρια δηλαδή πού ψάλλουμε στους Κατανυκτικούς Εσπερινούς. Και το παράξενο ήταν ότι, όταν έψαλλε ό Άγιος, δέ θέλαμε να σταματήσει. Αν και ή φωνή του ήταν αδύνατη, εντούτοις μάς μετέδιδε κάτι πάρα πολύ δυνατό. Είχε βέβαια τη γνώση και μπορούσε να αποδώσει πολύ καλά τα μουσικά, αλλά είχε και πολύ μεγάλη ευλάβεια. Έψαλλε έκ ψυχής. Ζούσε την κάθε λέξη των τροπαρίων και αυτό το βίωμα του το μετέδιδε και σ' εμάς τούς νεότερους».


Ανάμεσα στους δύο διορισμούς του στη Ραμάλα, ό Άγιος Φιλούμενος υπηρέτησε για τρία χρόνια στη Μονή του Αββά Θεοδοσίου (Αύγουστος 1967 - Αύγουστος 1970) και για έξι χρόνια στη Μονή τού Προφήτη Ηλία (Αύγουστος 1970 Ιανουάριος 1976). Στον Προφήτη Ηλία τον γνώρισαν Ηγούμενο πολλοί από τούς μαθητές τού Γυμνασίου, επειδή εκεί πήγαιναν πολύ συχνά εκδρομές.


«Ανάμεσα στις εξόδους πού πηγαίναμε κάθε Κυριακή», θυμάται ό π. Ευσέβιος, «πηγαίναμε και στον Προφήτη Ηλία. Θυμάμαι, λοιπόν, τον Άγιο με το γκρίζο αντερί του -τού άρεσε πολύ το χρώμα αυτό-, με το σκουφάκι του το μοναχικό να ανεβοκατεβαίνει τα πολλά σκαλιά τού Προφήτη Ηλία για να μάς εξυπηρετήσει. Και θυμάμαι πού μάς μάζευε εκεί πέρα στη σκιά ενός δένδρου, μάς έβαζε να καθίσουμε και μάς μιλούσε. Μάς έλεγε για τον Πανάγιο Τάφο και για την αγάπη πού πρέπει να έχουμε για τα προσκυνήματα πού υπηρετούμε. Μάς διηγείτο βίους άγιων ή μάς έλεγε αποσπάσματα από τούς Πατέρες της' Εκκλησίας, για τα όποια μάλιστα, όταν μάς ξανάβλεπε, έκανε ερωτήσεις μάς "εξέταζε", για να δει αν τα θυμόμασταν.
»Άλλοτε πάλι, μάς έλεγε συμβουλές δικές του, στηριγμένες σε βίους άγιων. 


Τον θυμάμαι, για παράδειγμα, πού μάς έλεγε συχνά: "Να κάνετε κάθε μέρα προσευχή και, όταν θα γίνετε αργότερα Αγιοταφίτες μοναχοί, να μάθετε τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας από στήθους. Διότι όλοι οι μοναχοί ξέρουν τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας, όπως και το Απόδειπνο και προσεύχονται το βράδυ. Ένα πράγμα να μην ξεχνάτε και ποτέ να μην το παραβιάζετε: Εάν δεν μπορείτε να λέτε την ακολουθία όρθιοι, αν είστε κουρασμένοι ή άρρωστοι, ποτέ να μην την παραλείπετε. Να τη λέτε έστω καθιστοί, έστω στο κρεβάτι". Κάποτε μάς έψελνε εκεί πού ήμασταν μαζεμένοι, γιατί ήθελε να μεταδώσει αυτό το τάλαντο της μουσικής, όπου μπορούσε. Μάς έλεγε: "Αυτό είναι ήχος τάδε• ακούστε πώς πάει..." Και μάς το έψαλλε. Μάλιστα τού άρεσε και ήθελε να μεταφέρει τον ιεροσολυμίτικο τρόπο ψαλσίματος, τις ιδιαιτερότητες τόσο τις λειτουργικές όσο και τις ψαλτικές τού Πατριαρχείου. 

Έπειτα μάς κερνούσε φρούτο, καραμέλες ή ακόμα κα! σοκολάτες ή παγωτό, όταν ήτανε Κυριακή και δεν ήτανε νηστεία, και μετά φεύγαμε».
Ό Άγιος διακονούσε με αγάπη και τούς προσκυνητές, πού μαζεύονταν στη Μονή για τη γιορτή τού Προφήτη Ηλία. Έφθαναν εκεί άνθρωποι από διάφορες πόλεις τού Ισραήλ -κυρίως Άραβες ορθόδοξοι-, για να προσκυνήσουν και να φέρουν τάματα και λαμπάδες. Όλους έτρεχε να τούς δει, να τούς εξυπηρετήσει, φροντίζοντας μάλιστα πέρα από τη φιλοξενία να τούς προσφέρει και λόγο πνευματικό. Οι κοσμικές συζητήσεις δεν τον ενδιέφεραν. Όταν επρόκειτο να μιλήσει για τον Θεό, τότε γινόταν άλλος άνθρωπος. 

Γινόταν ό ποιμήν ό καλός, ό όποιος ανησυχούσε για τα λογικά πρόβατα της ποίμνης του. Ήθελε με κάθε τρόπο να γνωρίσουν και να μάθουν να αγωνίζονται γι' Αυτόν, στον Όποιον πιστεύουν. Κα! ό λόγος του, όπως μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, αποτυπωνόταν στις καρδιές των ανθρώπων, διότι δεν ήταν απλή παράθεση θεωριών, αλλά αντανακλάς-. τα δικά του πνευματικά βιώματα.


«Ό Άγιος Φιλούμενος, αναφέρει η  μοναχή Ευπραξία «ήταν πάρα πολύ ολιγόλογος. Όταν όμως πηγαίναμε στο προσκύνημα πού διακονούσε,  στο πέρας της Θείας Λειτουργίας, πάντοτε έκανε ένα σύντομο και απλό κήρυγμα. Μάς έλεγε, για παράδειγμα, να έχουμε ταπείνωση, να έχουμε αγάπη, να ήμαστε ελεήμονες... "Να λέτε την Ευχή" μάς έλεγε, "και η ευχή  θα τα κανονίσει όλα. Όταν λέτε την Ευχή, μη φοβείστε τίποτα Αλλά κι ό ίδιος ζούσε την Ευχή, ή όποια δεν έλειπε ο από το στόμα του. 


Περπατούσε κα έβλεπες συνεπώς τα Χείλη του να κινούνται. Εμάς, πού ήμασταν μοναχές, μας έλεγε να διαβάζουμε πολύ και κυρίως πατερικά βιβλία, όπως τον Άγιο Έφραίμ τον Σύρο, τον Άγιο Έφραίμ τον Σύρο, την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναιτου, την Αγία Γραφή... Το Ευαγγέλιο, μάς έλεγε, να μη μας λείπει από το χέρι σας. Την Καινή Διαθήκη να τη διάβαζε τε τακτικά».



Μετά τη διακονία του στο Προφήτη Ηλία και τη Ραμάλα, ό Άγιος Φιλούμενος μετατέθηκε, στις 8 Μαΐου τού 1979, στο Φρέαρ του Ιακώβ, όπου υπηρέτησε μέχρι και τον μαρτυρικό του θάνατο, στις 29 Νοεμβρίου τού ίδιου έτους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ.