Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

O χειρουργός Βαλέριϊ Τσεκάνοβ για τα μυστικά της ζωής και του θανάτου





Ο Τσεκάνοβ Βαλέριϊ του Σεργκέϊ είναι διδάκτωρ Ιατρικών Επιστημών, καθηγητής, καρδιοχειρουργός. Άνθρωποι του επαγγέλματός του κάθε μέρα έρχονται αντιμέτωποι με τα μυστικά ζωής και θανάτου και γίνονται μάρτυρες της Πρόνοιας του Θεού για τους ασθενείς τους.

Ήμουν πολύ μακριά από την πίστη στον Θεό

Το επάγγελμα του χειρούργου, από τη μια, πιο πολύ από όλα τα επαγγέλματα, οδηγεί στην πίστη στον Θεό, από την άλλη, ωστόσο, μέχρι να γίνει αυτό περνάει πρώτα από τη διαδικασία μιας ενεργού απιστίας. Πρώτα από όλα, δε διδάσκουν μια τόσο υλιστική αντίληψη για τον άνθρωπο, στους άλλους φοιτητές όσο στους φοιτητές της ιατρικής. Όχι πως τους το διδάσκουν σκόπιμα. Αλλά, όλη η δομή πρώτα της θεωρητικής και ύστερα της πρακτικής εφαρμοσμένης ιατρικής και χειρουργικής έχει ως αποτέλεσμα να πείθει τον μελλοντικό γιατρό ότι δεν υπάρχει Πρόνοια του Θεού ούτε στην δημιουργία του ανθρώπου ούτε στη ζωή του.

Όταν κάποιος για πολλά χρόνια στο ιατρικό πανεπιστήμιο διαθέτει πολύ χρόνο στο ανατομείο δίπλα σε πτώματα, όταν μελετάει εμβρυολογία και παρατηρεί πώς από τα δύο αόρατα κύτταρα δημιουργείται ο πιο σύνθετος οργανισμός, οδηγείται εύκολα στην πίστη ότι όλο αυτό είναι υπόθεση των νόμων της φύσης. Αλλά, σε καμία περίπτωση ότι αυτό συμβαίνει με Θεία εντολή. Ως φοιτητής της ιατρικής ήμουν πολύ μακριά από την πίστη στον Θεό.

Μπήκα στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο του Ιαροσλάβλ το 1957. Τώρα ονομάζεται Ιατρική Ακαδημία. Στο πρώτο έτος η σπουδή μας διήρκησε περίπου ένα μήνα και μετά μας έστειλαν για ένα μήνα σε κολχόζ για συγκομιδή πατάτας. Πώς ήταν δυνατόν με τη βοήθεια των μαθητών και των φοιτητών (γιατί και στο σχολείο πηγαίναμε για γεωργικές εργασίες) να σχεδιάζουν την ανάπτυξη της γεωργίας, αυτό είναι ένα επτασφράγιστο μυστικό. Θέλω να πω όμως κάτι άλλο.

Στα κολχόζ εμείς πηγαίναμε στη διάρκεια όλων των σπουδών μας στο πανεπιστήμιο, και οι προβλεπόμενες για κάθε αντικείμενο ώρες διδασκαλίας μειώνονταν. Έτσι, έκαναν στην περίπτωση της χειρουργικής, της παθολογίας και με άλλα κλινικά αντικείμενα. Αλλά δε συνέβαινε το ίδιο με τα αντικείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου, τα οποία ίσως και να μπορούσαν να μειωθούν. Αλλά που να βρίσκονταν ένας θαρραλέος που να το προτείνει. Μπορεί όμως ένας γιατρός να γίνει πραγματικά ειδικός χωρίς τις καλές γνώσεις της ιστορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης;

Η απάντηση είναι απλή και εξόφθαλμη: χωρίς τη γνώση της χειρουργικής μπορείς να χειρουργείς ενώ χωρίς να γνωρίζεις τις ακριβείς ημερομηνίες των Συνεδρίων του Κομμουνιστικού Κόμματος όχι. Καθώς για τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό, την ιστορία του ΚΚΣΕ, τον επιστημονικό κομμουνισμό και τον επιστημονικό αθεϊσμό διέθεταν τον ίδιο αριθμό ωρών όσες είχαμε και για τα τρία θεμέλια της ιατρικής: την παθολογία, τη χειρουργική και τη γυναικολογία- μαιευτική. Για τι μας ετοίμαζαν άραγε;

Βέβαια, όλες τις πολιτικές επιστήμες, εγώ τις μελετούσα το ίδιο σχολαστικά όπως και τα υπόλοιπα. Δεν έκανα απουσίες και δε συμμετείχα σε διαδηλώσεις. Αντίθετα με τους δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες των φοιτητών ούτε μπορώ να καυχηθώ ούτε να υπερηφανευτώ ότι σ αυτά τα αντικείμενα είχα χαμηλό βαθμό (εις ένδειξη διαμαρτυρίας προς το σοβιετικό καθεστώς). Ήμουν νέος και πίστευα ό,τι μας δίδασκαν.
Η πρώτη εμπειρία

Μελετούσα την ανατομία με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και τα θυμόμουν όλα πολύ εύκολα. Σύντομα, στον επιστημονικό όμιλο άρχισα να κάνω την πρώτη μου επιστημονική εργασία. Το να κάνεις διατομή νεύρου με όλες τις διακλαδώσεις του ήταν αρκετά δύσκολο, αλλά το έμαθα και απέκτησα καλές πρακτικές συνήθειες για το μέλλον.

Σιγά-σιγά συνηθίζαμε τα νεκροτομεία, τη θέα των σορών ή και μερών τους σε φορμόλη. Κάποιοι στα πρώτα μαθήματα λιποθυμούσαν. Δύο-τρείς φοιτητές δεν μπόρεσαν να αντέξουν σε αυτά τα ανατομικά μαθήματα και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το πανεπιστήμιο. Ιδιαίτερη πολυτέλεια θεωρούνταν να φέρεις κρανίο στο σπίτι και απροσδόκητα να το δείξεις στους δικούς σου. Τους βοηθούς και τους καθηγητές του Τμήματος, που μπορούσαν να τσιμπούν στα γρήγορα ένα σάντουιτς μέσα στο ανατομείο, τους κοιτούσαμε με θαυμασμό και ονειρευόμασταν ότι και εμείς κάποτε θα είμαστε σαν αυτούς.

Για κάποιο λόγο θυμάμαι καλά τα φοιτητικά εστιατόρια. Τα χρήματα πάντα ήταν λίγα: η υποτροφία ήταν μόλις 22 ρούβλια. Βέβαια, ο αρχικός μισθός ενός γιατρού εκείνα τα χρόνια πάλι δεν ήταν πολύ υψηλός: 72 ρούβλια. Αλλά σε όλα τα εστιατόρια στα τραπέζια είχαν άφθονο δωρεάν μαύρο ψωμί. Αν είχες 10 καπίκια για τσάι με ζάχαρη, μπορούσες να φας αρκετά ικανοποιητικά.

Άραγε γεννιόμαστε για να περιμένουμε απλά το θάνατο;

Από τις πρώτες κιόλας βδομάδες, στις διαλέξεις βιολογίας και οργανικής χημείας, άρχισε να με απασχολεί η σκέψη πως η ύπαρξή μας δεν έχει νόημα: άραγε γεννιόμαστε για να περιμένουμε απλά το θάνατο; Αυτή ήταν η φιλοσοφία του αθεϊσμού. Μας διαπαιδαγωγούσαν μάλιστα ως αθεϊστές. Όσο συνέχιζα τις σπουδές μου στο ιατρικό πανεπιστήμιο, άλλο τόσο πιο πολύπλοκη γινόταν για μένα η έννοια της ολότητας του ανθρώπινου είναι, της ενότητάς του με το πνεύμα.

Με ιδιαίτερη ζέση διάβαζα και ξαναδιάβαζα το ευφυές έργο «Χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» που είχε γράψει ο Άγιος Ιεράρχης Λουκά (Βοϊνο-Ιασενέτσικιϊ), στο διάστημα ανάμεσα στις δύο εξορίες του πίσω από τον Πολικό κύκλο. Ήξερα ότι για αυτό το έργο ο μεγάλος χειρουργός αξιώθηκε να πάρει το Βραβείο Στάλιν, αλλά ούτε που υποψιαζόμουν τότε ότι ταυτόχρονα ήταν και αρχιεπίσκοπος.

Πως βοηθούσαμε τη συγκομιδή στη «χέρσα γη»

Το Σεπτέμβριο του 1958 αντί μαθημάτων εμείς ξεκινήσαμε για χέρσα χωράφια, στο Καζακστάν, στην Περιφέρεια Κουστανάϊ, στην περιοχή Ουζουνκόλ. Πήγαν σχεδόν όλα τα έτη, δεν είμαι σίγουρος μόνο για το τελευταίο, το έκτο έτος. Το τρένο από το Ιαροσλάβλ ήταν γεμάτο με φοιτητές. Είχε δύο δεκάδες περίπου φορτηγά βαγόνια. Είχε μόνο κουκέτες και τίποτα από φαγητό. Μόνο ό,τι είχαμε πάρει μαζί μας. Αλλά αυτές οι δυσκολίες δε μας τρόμαζαν. Εμείς όλοι πιστεύαμε ακράδαντα ότι ήταν μόνο οι συνέπειες του πολέμου που μας εμποδίζουν να ζούμε στον κομμουνιστικό παράδεισο.

Το ταξίδι κράτησε πολύ: τέσσερα εικοσιτετράωρα. Επιτέλους, μας μετέφεραν και μας κατέβασαν σε μια ανοιχτή πεδιάδα, σε κάποιο υποσταθμό. Μετά μας έβαλαν σε φορτηγά αυτοκίνητα και μας πήγαν στη στέπα, όπου μετά από τρείς ώρες μας κατέβασαν ξανά σε μια ανοιχτή πεδιάδα. Ανακαλύψαμε ότι σε ένα από τα φορτηγά είχανε μερικές στρατιωτικές σκηνές, η κάθε μία για 20 άτομα περίπου. Βρέθηκαν και αυτοί που ήξεραν πως να τις στήσουν. Πριν πέσει η νύχτα, τακτοποιήθηκε το θέμα με τις σκηνές, άνοιξε και η υπαίθρια κουζίνα.


Εμείς έπρεπε να βοηθάμε τους χειριστές θεριζοαλωνιστικών μηχανών να μαζεύουν το σιτάρι. Εκείνη την εποχή, κάποιος από τους σοβιετικούς επιστήμονες είχε αποδείξει ότι η συγκομιδή είναι μεγαλύτερη όταν δε μαζεύεις αμέσως το σιτάρι (με το επιχείρημα ότι χάνεται πολύ σιτάρι), και γι’ αυτό πρέπει πρώτα να το αφήνεις τρείς μέρες στο χώμα και μετά να το μαζεύεις. Θυμάμαι μια απερίγραπτη ομορφιά: οι γραμμές του θερισμένου σιταριού έφτιαχναν ευθείες λωρίδες που έφευγαν πίσω στον ορίζοντα. Πέρασαν τρείς μέρες. Δουλεύαμε, πράγματι, πολύ, από αυγή σε αυγή. Κουραζόμασταν. Αλλά μετά, όπως μας έλεγαν οι μηχανικοί, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο. Έπρεπε να μαζέψουμε όλα όσα είχαμε θερίσει σε τρείς μέρες.

Ήταν φανταστικές οι μέρες του Σεπτέμβρη, είχε ζέστη. Εμείς περιμέναμε το δική μας τέταρτη εργάσιμη μέρα, αλλά αυτή δεν ήρθε όπως την περιμέναμε: τη νύχτα χιόνισε, και όλες οι ευθείες γραμμές του σχημάτιζε το θερισμένο σιτάρι πάνω στη γη, βρέθηκαν κάτω από το χιόνι.

Πέρασαν σχεδόν 20 μέρες παραμονής μας στη «χέρσα γη», και έβλεπες παντού χιόνι που δεν έλιωνε. Όλη η συγκομιδή έμενε κάτω από το χιόνι. Και κάποια στιγμή ακούμε στις ειδήσεις ότι η δική μας περιοχή Ουζουνκόλ πληροφορεί τη χώρα ότι όλη η συγκομιδή σιτηρών έγινε νωρίτερα από τις προβλέψεις και ήταν 15% πάνω από πέρσι. Τότε, μάλλον, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε όλες τις κρατικές πληροφορίες.

Φοιτητές πηγαίνουν στην «χέρσα γη»


Κάποια στιγμή, επιτέλους, έλιωσε το χιόνι. Θα μπορούσαμε κανονικά να ξεκινήσουμε τη δουλειά – να αλωνίσουμε δηλαδή το σιτάρι από τις λωρίδες. Μόνο που τώρα δεν ήταν λωρίδες, αλλά ατέλειωτες πράσινες γραμμές σιταριού που φύτρωνε: το σιτάρι μπέρδεψε το φθινόπωρο με την άνοιξη και έτσι καταστράφηκε κάτω από το επόμενο νέο χιόνι που έπεσε. Εμείς πλέον δεν είχαμε κάτι άλλο να κάνουμε, και έχοντας χάσει άσκοπα το χρόνο των σπουδών, επιστρέψαμε στο Ιαροσλάβλ.

Πώς βρέθηκα για πρώτη φορά σε ακολουθία σε εκκλησία

Έχει μείνει στη μνήμη μου χαραγμένο ένα περιστατικό στο Λένινγκραντ: πώς βρέθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε ακολουθία σε εκκλησία. Κάποτε είχα ξεκινήσει για το μουσείο αθεϊσμού, το οποίο στεγάζονταν στον Ιερό Ναό της Παναγίας του Καζάν. Δε ρώτησα κανένα για τη διαδρομή, ώσπου είδα μια όμορφη εκκλησία (και τώρα δεν ξέρω ποια ήταν). Μπήκα μέσα, όντας απόλυτα βέβαιος ότι αυτός ήταν ο Ναός της Παναγίας του Καζάν. Ούτε καν μπορούσα να υποψιαστώ ότι εκείνη τη μέρα γιορτάζονταν η Γέννηση του Χριστού, και ότι σε όλες τις εκκλησίες που επιβίωσαν των κομμουνιστικών επιδρομών τελούνταν ιερή ακολουθία.

Άνοιξα την πόρτα, μπήκα και … δεν κατάλαβα τίποτα. Παντού εικόνες, άνθρωποι. Μύριζε θυμίαμα. Δόξα τω Θεώ, από μικρή ηλικία ήμουν μαθημένος να βγάζω το καπέλο όπου και να έμπαινα. Το έβγαλα και στο Ναό, οπότε δε δέχτηκα παρατηρήσεις. Μετά από λίγο είδα κάτι τελείως απροσδόκητο: πολύ κοντά σε μένα ήταν, όπως μου φάνηκε, πάνω από 20 ιερείς με απίστευτα όμορφη ένδυση. Αλλά ακόμα πιο όμορφοι ήταν οι ίδιοι οι ιερείς: υπέροχα ρώσικα πρόσωπα, πολύ όμορφα, εμπνευσμένα, ήρεμα. Μου φάνηκε τότε ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει πιο όμορφα πρόσωπα.

Και ξαφνικά κατάλαβα ότι βρίσκομαι σε εκκλησία και σε ώρα πραγματικής ακολουθίας. Τώρα θα περίμενε κανείς να ομολογήσω πώς με διαπέρασε μια ακτίδα διαύγασης, και ότι εγώ, φωτισμένος και εμπνευσμένος, έστρεψα την καρδιά μου και την ψυχή μου στον Θεό. Αλλά έγινε εντελώς το αντίθετο: σαν τρελός, σαν ο διάβολος το λιβάνι, πετάχτηκα έξω από την εκκλησία και έτρεχα, μάλλον, κανένα τετράγωνο, μπορεί και δύο. Καταλαβαίνετε ότι στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο μας διαπαιδαγωγούσαν συστηματικά και επίμονα, και εγώ, ως πραγματικό μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας και προϊόν του σοβιετικού καθεστώτος, ήμουν καλός μαθητής.

Νυχτερινές εφημερίες

Την γενική χειρουργική την πέρασα με άριστα, αρκετά περισσότερα από αυτά που προέβλεπε το πρόγραμμα σπουδών. Είχα διαβάσει ό,τι υπήρχε στην πανεπιστημιακή και την περιφερειακή ιατρική βιβλιοθήκη, ήξερα πάρα πολλά χρήσιμα, ακόμα και μη χρήσιμα, είχα γράψει εκατοντάδες σελίδες σημειώσεων. Αλλά το κυριότερο, στο τρίτο έτος, είχα επισήμως τη δυνατότητα να εφημερεύω τις νύχτες στα έκτακτα χειρουργεία και να βοηθάω στις εγχειρήσεις.

Δεν πρόλαβαν να ξεκινήσουν οι νυχτερινές μου εφημερίες, όταν διαπίστωσα ότι οι ασθενείς ενοχλούσαν το προσωπικό που εφημέρευε, ειδικά τις καθαρίστριες, και δεν τις άφηναν να κοιμηθούν ήρεμα, να φάνε ήρεμα, να ξεκουραστούν ήρεμα και να συνεχίζουν τις εξωνοσοκομειακές συζητήσεις. Πολλές καθαρίστριες φώναζαν στους ασθενείς. Έπρεπε να φοβούνται τους χειρουργούς, αλλά δεν τους φοβόταν κανείς. Οι καθαρίστριες όμως και οι νοσηλεύτριες ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ασθενών και των συγγενών τους.

Και εγώ, βεβαίως, βρέθηκα να εξαρτώμαι, πρώτα από όλους, από τις καθαρίστριες. Μα πόσο πολύ τους ενοχλούσα! Χρειαζόταν να βρουν για μένα ένα ντουλαπάκι για να μπορώ να βάζω εκεί τα ρούχα μου, όταν τα άλλαζα. Έπρεπε να βρουν για μένα ένα μέρος όπου θα μπορούσα να ξαπλώνω τη νύχτα, αν δεν υπήρχαν ασθενείς και χειρουργεία. Έπρεπε να μου δώσουν τις φόρμες χειρουργείου. Έπρεπε, εξαιτίας μου, να διακόπτουν αυτό που έκαναν και να μου εξηγούν πού βρίσκεται τί, ειδικά τον πρώτο καιρό. Μα πόσο τρομακτικό ήταν να τους ζητήσεις να κάνουν κάτι (να δώσουν στον ασθενή πάπια, να καθαρίσουν κάτι, να βοηθήσουν να βάλουν τον ασθενή σε φορείο, να τον πάνε στο θάλαμο), όταν συνέβαινε να βλέπω καθαρίστρια ή νοσοκόμα να πίνουν τσάι, να τρώνε ή να συζητάνε…

Η πρώτη εγχείρηση

Ήμουν στο εαρινό εξάμηνο. Αρκετά μεγάλος, και εδώ που τα λέμε, ένιωθα ενήλικας αν και ήμουν 21 ετών. Και είχα όλο και μεγαλύτερη σιγουριά ότι δικός μου προορισμός είναι η χειρουργική. Οι εφημερίες στο περιφερειακό νοσοκομείο γίνονταν όλο και πιο ενδιαφέρουσες, και επιτέλους μου επέτρεψαν για πρώτη φορά να βοηθάω στο χειρουργείο στην αφαίρεση της σκωληκοειδούς απόφυσης. Θυμάμαι και τον γιατρό που χειρουργούσε – Παμπουτής. Τα έκανε όλα κάπως ανάλαφρα, χωρίς να είναι ορατή η προσπάθειά του. Ήταν γεννημένος δάσκαλος: δεν αποθάρρυνε, δε φώναζε. Σα να μην παρατηρούσε τη νευρικότητά μου, την απειρία μου. Υποδείκνυε, καθοδηγούσε διακριτικά, σεβόμενος τη νεανική μου φιλοδοξία.

Όταν για πρώτη φορά άκουσα για τον πνευματικό κόσμο

Στο πέμπτο έτος το πιο μεγάλο ενδιαφέρον για μένα παρουσίαζαν οι λαμπρές διαλέξεις του καθηγητή Σίποβ Ανατόλιϊ του Κωνσταντίνου, μαθητή του ακαδημαϊκού Βισνέβσκιϊ Αλεξάνδρ του Βασίλιϊ, χειρουργού της διάσημης χειρουργικής σχολής του Καζάν.

Πρώτη φορά που άκουσα για τον πνευματικό κόσμο ήταν από τον καθηγητή Σίποβ. Αυτό με ταρακούνησε και χαράκτηκε στη μνήμη μου για όλη μου τη ζωή. Σε μία από τις διαλέξεις του που ήταν αφιερωμένη σε ζητήματα εντατικής θεραπείας, μετά από κλινικό θάνατο, ο καθηγητής ανέφερε παράδειγμα με ένα ενδιαφέρον περιστατικό ασθενούς, τον οποίο είχε καταφέρει να τον επαναφέρει δύο ή τρείς φορές, μετά από δύσκολες κοιλιακές επεμβάσεις. Αυτός ο ασθενής, επανερχόμενος στη ζωή για πολλοστή φορά, ζήτησε από τον καθηγητή να μην τον επαναφέρει άλλη φορά: αφού εκεί όπου πήγε μετά τον θάνατο, ήταν πολύ καλύτερα από ό,τι στη γη.

Εμείς, οι φοιτητές, είχαμε εκπλαγεί για να μην πω σοκαριστεί. Αυτή η αναφορά του στο μετά θάνατον κόσμο, αν είχε φτάσει στις Αρχές του Κόμματος, θα μπορούσε να κοστίσει για τον καθηγητή τη θέση του. Το 1962, στη Σοβιετική Ένωση τέτοιες αναφορές δε συγχωρούνταν. Μέχρι τότε ποτέ δεν είχα ακούσει για τον μετά θάνατον κόσμο και δεν είχα διαβάσει τίποτα παρόμοιο, ούτε επιστημονικό, ούτε θρησκευτικό. Και αυτό έμεινε στη μνήμη μου πολύ έντονα.

Διορισμός

Τέλειωσα το Πανεπιστήμιο μια χαρά, ονειρευόμουν να ασχοληθώ με την επιστήμη, είχα μόνο άριστους βαθμούς και πτυχίο με άριστα, αλλά δεν είχα γνωστούς. Κανένας δε μεσολαβούσε για μένα. Και έτσι δεν συμπεριλήφθηκα στον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών που έμειναν στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην κλινική για πρακτική εξάσκηση, ούτε στο σύστημα του Τμήματος Υγείας της πόλης Ιαροσλάβλ (ανάμεσά τους, παρεμπιπτόντως υπήρχαν πολύ μέτριοι φοιτητές). Ένας φίλος μου, που πάντα ήταν πολύ μέτριος φοιτητής και δεν είχε πτυχίο με άριστα, συνέχισε στο μεταπτυχιακό τμήμα. Ένας άλλος πραγματικά πολύ κακός φοιτητής, 35 χρονών, που ήταν γραμματέας της κομμουνιστικής οργάνωσης του Πανεπιστημίου, συνέχισε και αυτός στο μεταπτυχιακό τμήμα.

Εμένα με διόρισαν σε ένα χωριό της Περιφέρειας Βόλογκντα, σε ένα μικροσκοπικό τοπικό νοσοκομείο, και όχι ως χειρουργό, αλλά ως απλό αγροτικό γιατρό, καθώς εκεί δεν υπήρχε ούτε χειρουργική κλινική ούτε χειρουργείο. Το μεγαλύτερο χτύπημα για μένα ήταν ότι για να μπω στο Τμήμα μεταπτυχιακών σπουδών έπρεπε να εργαστώ τουλάχιστον δύο χρόνια ως χειρουργός αλλά όχι ως αγροτικός γιατρός. Οπότε, ο δρόμος προς την πολυπόθητη επιστήμη έκλεινε για μένα για πάντα.

Η φράση του καθηγητή που διαχειριζόταν το διορισμό έμεινε έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου. Μου είπε το εξής: «Λένε ότι εσύ από τους αποφοίτους μας είσαι αστέρι πρώτης γραμμής. Αν είναι αλήθεια, τότε θα λάμψεις και στον ουρανό της Βόλογκντα».

Η πόλη Γκριαζοβέτς

Λοιπόν, πήγα στην πόλη Βόλογκντα. Δεν έφτασα την 1η του Σεπτέμβρη αλλά ένα μήνα νωρίτερα. Ήρθα και αμέσως δήλωσα ότι είμαι έτοιμος να δουλέψω, αρχής γενομένης από την επομένη, αλλά αν αυτό ήταν δυνατόν, στην ειδικότητά μου: ως χειρουργός. Είχα βρεθεί την κατάλληλη στιγμή. Στην πόλη Γκριαζοβέτς, τρείς ώρες μακριά με τρένο από το Ιαροσλάβλ, ήδη δούλευε χωρίς να πάρει καθόλου άδεια για δεύτερη χρονιά νεαρός χειρουργός από την πόλη Αρχάνγκελσκ, ο Ίγκορ Μπελόβ. Ο προϊστάμενος του Τμήματος Υγείας της περιφέρειας τηλεφώνησε στον Μπελόβ και του είπε ότι μπορούσε, επιτέλους, να πάρει άδεια, και με έστειλε για δουλειά στη χειρουργική κλινική του νοσοκομείου της πόλης Γκριαζοβέτς. Οπότε μπορούσα να δουλεύω με την ειδικότητά μου – ως χειρουργός.

Μετά από μερικές ώρες, με ένα μικρό βαλιτσάκι στο χέρι βγήκα από το τρένο στο σταθμό της πόλης και στην πλατεία του σταθμού βλέπω ένα σοβιετικό τζιπάκι με τον ιατρικό κόκκινο σταυρό στην οροφή. Σε αυτό είχαν αφαιρεθεί δύο καθίσματα, και στη θέση τους είχε φτιαχτεί ένα φορείο, στο οποίο μπορούσε κανείς να καθίσει ή να ξαπλώσει. Με αυτό το μεταφορικό μέσο έφτασα στο νοσοκομείο, στη διευθύντρια, μια πολύ ευχάριστη, καλοπροαίρετη και γλυκιά γυναίκα. Αυτή θέλησε αμέσως να με τακτοποιήσει σε διαμέρισμα και μετά να μου δείξει το νοσοκομείο, αλλά με άρπαξε ο Ίγκορ Μπελόβ και σχεδόν τρέχοντας κατευθυνθήκαμε μαζί στο κτίριο της χειρουργικής κλινικής.

Η χειρουργική κλινική ήταν ένα διώροφο ξύλινο κτίριο με σόμπες, με μία αίθουσα για επεμβάσεις, δύο αίθουσες για αλλαγές και δύο πτέρυγες – αντρική και γυναικεία, η κάθε μια με 15 κρεβάτια. Οι ασθενείς ήταν είτε μετά από πρόσφατες επεμβάσεις, είτε με κατάγματα, είτε με εγκαύματα. Μετά από λίγα λεπτά, αφού μου σύστησε τη νοσηλεύτρια χειρουργείου Λεβασόβα Αντωνίνα του Σεργκέϊ, ο Ίγκορ Μπελόβ, συμπαθητικός ξανθός νεαρός, περίπου τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, έφυγε αμέσως, από όσο κατάλαβα, για την πολυπόθητη άδεια.

Ο πρώτος μου ασθενής

Δεν πέρασαν 30 λεπτά και στα επείγοντα περιστατικά έφεραν έναν πολύ μεθυσμένο άνδρα, με τραυματικό σοκ και με κομμένο το πόδι από τρένο. Τώρα που το σκέφτομαι, νιώθω δέος: ένα παιδί 23 χρονών, που μόλις ένα μήνα πριν είχε τελειώσει τις σπουδές του, μόνος, χωρίς επόπτη και με ασθενή που είχε ένα πολύ βαρύ τραύμα με ένα ανατριχιαστικό θέαμα με πάρα πολύ αίμα, βρωμιές, σπασμένα κόκκαλα, κουρέλια από μύες και ρούχα. Και κανένας δε με ρώτησε αν ξέρω να ακρωτηριάζω άκρα, αν έχω πιάσει ποτέ στη ζωή μου χειρουργικό μαχαίρι, αν μπορώ να πριονίζω οστά και να ράβω σωστά ένα ακρωτηριασμένο μέλος.

Δεν με ρώτησε ούτε η νοσηλεύτρια του χειρουργείου, και, από όσο κατάλαβα, δεν την ενδιέφερε: αυτή δούλευε ως νοσηλεύτρια χειρουργείου ακόμα και στο μέτωπο του πολέμου. Είχε δει τέτοιους τραυματίες εκατοντάδες και, ίσως, θα μπορούσε να κάνει τον ακρωτηριασμό και χωρίς εμένα. Ήταν εξαιρετικά ψύχραιμη και είχε πολύ αγαθό βλέμμα. Από το πρώτο κιόλας λεπτό στο χειρουργείο με περικύκλωσε με εμπιστοσύνη και καλοσύνη. Και, δόξα τω Θεώ, δεν πήγε χαμένο που από το τρίτο έτος είχα περάσει εκατοντάδες νύχτες, εφημερεύοντας στα επείγοντα χειρουργεία. Όλα έγιναν σωστά και τελείωσαν με ραμμένο το ακρωτηριασμένο μέλος, καθαρά δεμένο με αποστειρωμένες γάζες, όπως και με επινευτικό χαμόγελο της πολύπειρης Αντωνίνας του Σεργκέϊ, που στη στιγμή είχε γίνει η καλή μου βοηθός.

Αναισθησιολόγος θεία Ντούσια

Αλλά υπήρχε και ψυχολογικό τραύμα. Όχι στον ασθενή, αλλά σε μένα τον ίδιο. Πριν από τον ακρωτηριασμό έπρεπε να δώσουμε στον ασθενή αναισθησία με αιθέρα. Δεν είχαμε άλλη μέθοδο εκείνα τα χρόνια. Η αναισθησιολογία εκείνη την εποχή μόλις που αναπτυσσόταν, και ειδικό αναισθησιολόγο στο νοσοκομείο της πόλης Γκριαζοβέτς, βεβαίως, δεν είχαμε.

Τη νάρκωση τη χορηγούσε καθαρίστρια, η θεία Ντούσια, μια γυναίκα 50 ετών περίπου, που ήξερε λίγο να γράφει, να διαβάζει και που δεν ήξερε τίποτα ούτε για αναισθησία, ούτε για τις επιπλοκές και τις επιπτώσεις. Με υπόδειξη του χειρουργού, στην προκειμένη περίπτωση, τη δική μου, έβαζε στο πρόσωπο του ασθενή τη μάσκα Esmarch και έβαζε σταγόνα-σταγόνα τον αιθέρα μέχρι που από τα χέρια του ασθενή (που ήταν δεμένα πολύ δυνατά στις άκρες του τραπεζιού) καταλάβαινα ότι είχε επιτευχθεί η νάρκωση. Ο ασθενής κοιμόταν και θεωρούσαμε ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία. Αν άρχιζε να τεντώνει τους μύες, βάζαμε επιπλέον σταγόνες αιθέρα.

Δεν υπήρχαν καθόλου χειρουργικά γάντια. Τα αποστειρωμένα σεντόνια ήταν σκούρα από ατέλειωτα πλυντήρια και την αποστείρωση. Εξωφρενική οικονομία υλικών για ραψίματα. Έτσι ξεκίνησε η αυτόνομη χειρουργική μου δουλειά με την πολύ έμπειρη νοσηλεύτρια χειρουργείου (η ίδια να είναι και η μοναδική βοηθός στις επεμβάσεις) και την αναισθησιολόγο τη θεία Ντούσια. Ήταν το 1965.

Ούτε ηλεκτροκαρδιογράφημα, ούτε σωστή δοσολογία του αιθέρα. Το σημαντικότερο ήταν να παρακολουθώ έτσι ώστε μετά την εγχείρηση, στη διάρκεια του αναπόφευκτου εμετού, η εμετική μάζα να μην εισρέει στην αναπνευστική οδό. Ο Θεός ελέησε και εμένα και τους ασθενείς μου: όλα ήταν καλά, δεν υπήρχαν επιπλοκές, ούτε λοιμώξεις. Λοιπόν, αυτή η θεία Ντούσια πριν από κάθε εγχείρηση έκανε το σταυρό της. Και αυτή η προσευχή της έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου.

Η ρουτίνα του χειρουργού

Μετά από μερικές ώρες, με πήγαν σε ένα ξύλινο διώροφο κτίριο, σε ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο όπου επρόκειτο να μένω. Κοντά στο νοσοκομείο, κάπου δέκα λεπτά με τα πόδια. Δεν πρόλαβα να ξεπακετάρω τα πράγματά μου, έρχεται να με πάρει το αυτοκίνητο της Άμεσης Βοήθειας, για να πάω στο νοσοκομείο, καθώς είχε εισαχθεί ασθενής με οξεία κοιλία. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, πως κάπως υπερβολικά και αιφνιδιαστικά ακούγονται αυτά μέσα σε μία μέρα. Τελικά όλα σε αυτά τα δύο χρόνια ήταν έτσι: περίπου 2000 επεμβάσεις σε 800 μέρες. Δύο-τρείς εγχειρήσεις κάθε μέρα, βεβαίως, υπολογίζοντας και τις πολύ μικρές. Εκτός από αυτό είχε κατάγματα, εξαρθρώσεις και μικρά τραύματα, τα οποία έπρεπε να ράβω αλλά δεν μπορείς να τα πεις και επεμβάσεις.

Η μνήμη μου δεν έσωσε πολλά από τη ζωή στην πόλη Γκριαζοβέτς. Στην αρχή δεν ήξερα να ανάβω σωστά τη σόμπα. Δεν είχα ποτέ χρόνο να αποθηκεύσω τα κομμένα ξύλα, και στο νοσοκομείο δε σκέφτηκε κανείς να βοηθήσει έναν συνεχώς απασχολημένο χειρουργό. Πολύ συχνά, πριν ανάψω τη σόμπα, μόνος μου πριόνιζα και έκοβα τα ξύλα. Και που κατάφερνα να ανάψω τη σόμπα, στο δωμάτιο ούτως ή άλλως τον πρώτο καιρό είχε κρύο. Ξάπλωνα σε ένα καναπεδάκι και τη νύχτα ξυπνούσα από το κρύο. Δεν έκλεινα το πορτάκι της σόμπας επειδή φοβόμουν μην πνιγώ, οπότε τα ξύλα καίγονταν πολύ γρήγορα και ξανά είχε κρύο.

Έτσι άνοιξε μια σειρά από σχεδόν ολόιδιες ημέρες: εξετάσεις ασθενών, επείγοντα χειρουργεία. Ένιωθα έντονη την επιθυμία να κάνω νέες για μένα προγραμματισμένες επεμβάσεις, καθώς πολλοί ασθενείς εξαιτίας έλλειψης χρόνου ή δυνατότητας αρνούνταν να πάνε στη Βόλογκντα, στο περιφερειακό νοσοκομείο. Έτσι υπήρχε πολλή χειρουργική δουλειά. Οι χειρουργοί που δούλευαν σε επαρχιακά νοσοκομεία της Σοβιετικής Ένωσης, το ξέρουν πολύ καλά. Εκτός από τα επείγοντα χειρουργεία (οξεία κοιλία, ακρωτηριασμένα από τρένο χέρια και πόδια, ανοιχτά κατάγματα, κρανιακά τραύματα), υπήρχαν και περιστατικά με μικρές πληγές ή μεγάλα τραύματα (από μαχαίρι, πυροβολισμούς, δίκρανο, τσεκούρι), εγκαύματα, προχωρημένες πυογόνες λοιμώξεις, κατάγματα, εξαρθρώσεις, όπως και όλα τα περιστατικά επείγουσας χειρουργικής γυναικολογίας (αφού δεν είχαμε χειρουργό-γυναικολόγο) και πολλά άλλα.

Μπορώ να το περιγράψω αλλιώς. Δεν υπήρχε ούτε μία (!) νύχτα που να μην ήρθε η Άμεση Βοήθεια για να με πάρει. Πήγαινα σε κινηματογράφο, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μη με καλέσουν στο νοσοκομείο. Γινόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ξαφνικά σταματούσε η προβολή της ταινίας, άναβαν τα φώτα, στην αίθουσα έμπαινε ο οδηγός της Άμεσης Βοήθειας που καλούσε: «Βαλέριϊ Σεργκέεβιτς, στο νοσοκομείο!» Και ποτέ κανείς δε θύμωνε που σταματούσαν την προβολή της ταινίας.

Ούτε μία φορά δεν πλύθηκα στη σάουνα, όπως ήθελα. Και πάντα, όταν έφευγα από το σπίτι (δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα κινητά τηλέφωνα), στην πόρτα του δωματίου μου έγραφα που είμαι: στον κινηματογράφο, στη σάουνα, στο εστιατόριο, σε επίσκεψη, σε δημόσια υπηρεσία, στο δάσος (ανέφερα και το δρόμο). Και σχεδόν πάντα τέτοιες βόλτες στο δάσος (20-30 μέτρα από το δρόμο) διακόπτονταν με κορναρίσματα του αυτοκινήτου που ερχόταν για μένα.

Είναι χαραγμένοι στη μνήμη μου άτυχοι ασθενείς με πόνους από μέλος «φάντασμα» σε ακρωτηριασμένα άκρα. Τέτοιοι ασθενείς δεν ήταν λίγοι. Κάποιοι είχαν χάσει τα πόδια τους στον πόλεμο. Άλλοι μετά από ατύχημα στις σιδηρογραμμές. Οι χειρουργικοί ακρωτηριασμοί γίνονταν είτε βιαστικά είτε από άπειρα χέρια και το νεύρο δεν το περιποιούνταν σωστά. Με την πάροδο του χρόνου το νεύρο που μεγάλωνε αργά, έφτανε στην ουλή, και οι νευρικές απολήξεις άρχιζαν να τραυματίζονται, επειδή ακουμπούσαν τον ιστό της ουλής. Αυτό προκαλούσε πάντα πολύ δυνατό και ασταμάτητο πόνο τον οποίο μπορούσες να το κατευνάζεις μόνο με ναρκωτικά.

Ναρκωτικά υπήρχαν αλλά κυριαρχούσε η γραμμή που απαιτούσε να μην κάνουμε τους ασθενείς ναρκομανείς. Αυτές οι συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στην επιθυμία μου να κατευνάζω αυτό τον πόνο και στη γραμμή ότι το ποσό των ναρκωτικών που ξοδεύουμε το μήνα δεν πρέπει να υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο, προκαλούσαν σοβαρό τραύμα στο νεανικό μου ιατρικό ψυχισμό. Ιδιαίτερα βαριές ήταν οι αναπόφευκτες συναντήσεις μου με τέτοιους ασθενείς.

Στην επαρχία

Η Γκριαζοβέτς αποδείχτηκε αρκετά βρώμικη πόλη – ήταν μόνο λάσπη. Οι δρόμοι στην επαρχία ήταν ακόμα χειρότεροι. Και ξαφνικά με καλούν σε ένα μακρινό νοσοκομείο δέκα κρεβατιών όπου δεν υπάρχει καθόλου χειρουργείο, και όπου δουλεύει ένας νέος αγροτικός γιατρός που δεν ξέρει χειρουργική, και μια νέα γυναίκα να έχει οξεία κοιλία. Κανένα αυτοκίνητο δεν μπορούσε να φτάσει σε εκείνο το χωριό. Αν ήμασταν τυχεροί, θα βρίσκαμε τρακτέρ, ειδικά για τα τελευταία 3-4 χιλιόμετρα. Η ασθενής τέτοιο δρόμο δε θα μπορούσε να αντέξει. Και αυτό είναι στα μέσα του 20 αιώνα. Ωστόσο έπρεπε να βιαστώ: με οξεία κοιλία δεν αστειεύονται.

Ξεκίνησα αμέσως. Δύο χιλιόμετρα πριν το χωριό το αυτοκίνητό μας σταμάτησε και κόλλησε μέσα στην απροσπέλαστη λάσπη. Αλλά εδώ μας περίμενε (ήμουν με νοσηλεύτρια χειρουργείου) τρακτέρ, με το οποίο και φτάσαμε σε ένα παλαιό ξύλινο σπίτι που είχε μετατραπεί σε τοπικό νοσοκομείο. Αποδείχτηκε ότι η νέα γυναίκα είχε εξωμήτριο με σπάσιμο σάλπιγγας και αιμορραγία στην κοιλιακή χώρα. Έπρεπε να τη χειρουργήσουμε επειγόντως, κάτι που το κάναμε σ ένα απλό δωμάτιο αλλαγών, χωρίς λάμπα χειρουργείου.

Είχα και άλλες παρόμοιες κλήσεις. Είχα και περιπτώσεις όπου αναγκαζόμουν να χειρουργώ με φως λάμπας κηροζίνης ή με φώτα τρακτέρ που φώτιζαν στο πρόχειρο χειρουργείο απ’ το παράθυρο.

Τότε ήμουν πολύ απασχολημένος με την ασθενή και δεν πρόσεξα καθόλου την κακοδιατηρημένη παλαιά αριστοκρατική έπαυλη των Μπριαντσανίνοβ – Ποκρόβσκοε. Δε μου είπε κιόλας κανείς ότι εδώ πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο άγιος Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοβ). Και πριν την επανάσταση, και τώρα, μετά από επισκευές συντήρησης διατηρητέου, την έπαυλη των Μπριαντσανίνοβ την ονομάζουν με θαυμασμό «Ρωσικές Βερσαλλίες». Έτσι αναγνωρίζουν το μεγαλείο της αρχιτεκτονικής, την εκλεπτυσμένη κουλτούρα της έπαυλης, την ενότητα της φύσης και της τέχνης στην συγκρότηση ενός εξαίσιου πάρκου. Για πολλά χρόνια ακόμα θα περνάω απ’ έξω από τα θησαυροφυλάκια της ρωσικής πνευματικής και προεπαναστατικής ζωής. Βέβαια, και η χώρα με ιδιαίτερο ζήλο με βοηθούσε σε αυτό, καθώς κατέστρεφαν ό,τι μπορούσαν.

Αυτή η περίοδος της ζωής μου στην πόλη Γκριαζοβέτς δεν ήταν μακρά, αλλά το επαγγελματικό της κομμάτι το θυμάμαι με ευχαρίστηση και υπερηφάνεια. Προσέφερα έργο, βοήθησα ανθρώπους και έσωσα πολλούς. Θα έσωζαν και άλλοι χειρουργοί, αλλά ο Θεός όρισε έτσι ώστε να μην είναι άλλοι.

 «Τα πάντα είναι θέλημα Θεού»

Στην πόλη Γκριαζοβέτς για πρώτη φορά αντιμετώπισα ένα φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί από την πλευρά της επιστήμης ή από τη μεριά ενός αθεϊστή. Είχα μερικά περιστατικά στα οποία είχα απόλυτη βεβαιότητα ότι ο ασθενής είναι να πεθάνει: τα τραύματά του ή η ασθένειά του δεν άφηναν περιθώρια ζωής. Και αυτοί οι ασθενείς που φαίνονταν ότι δεν είχαν καμιά ελπίδα, με κάποιο θαύμα επιβίωναν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω: ποια δύναμη ήρθε και βοήθησε και πώς έμειναν ζωντανοί;

Υπήρχαν και περιπτώσεις εντελώς αντίθετες: ασθενείς με όλες τις ενδείξεις θετικές για επιβίωση, ξαφνικά για άγνωστους λόγους χειροτέρευε η κατάστασή τους. Παρά τις όποιες προσπάθειες η κατάστασή τους δε βελτιωνόταν και τελικά πέθαιναν, αφήνοντάς μας σε πλήρη απορία: γιατί συνέβη αυτό;

Τότε δεν έδινα σημασία σε εκφράσεις που άκουγα όπως: «Τα πάντα είναι θέλημα Θεού». Αλλά καθώς μεγάλωνα και αποκτούσα εμπειρία άρχισα να καταλαβαίνω ότι ασθενείς με την ίδια ασθένεια, διάγνωση, κατάσταση υγείας, και το ίδιο καλά εκτελεσμένη επέμβαση, είχαν διαφορετική εξέλιξη: άλλος ασθενής να επιβιώνει και άλλος να πεθαίνει. Δεν έχεις κάπου να στηριχθείς για να ισχυριστείς: αυτός πέθανε για αυτό το λόγο, και ο άλλος επιβίωσε για εκείνο, εκτός από τον ισχυρισμό: «Τα πάντα είναι θέλημα Θεού».

Όταν λένε «γιατρός απ’ τον Θεό», μου φαίνεται, δεν εννοούν μόνο τις γνώσεις και τις ικανότητες που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Ο «γιατρός απ’ τον Θεό» πολύ συχνά ξέρει τη μελλοντική μοίρα του ασθενούς. Εγώ ήξερα τέτοιους γιατρούς… Για παράδειγμα, ο ακαδημαϊκός Βλαντίμιρ Ιβάνοβιτς Μπουρακόβσκιϊ, καρδιοχειρουργός, ήταν «γιατρός απ’ τον Θεό» όχι μόνο χάρη στην ικανότητά του να χειρουργεί, αλλά και επειδή ήξερε πολλές φορές, πώς θα τελειώσει η εγχείρηση.

Έτσι σιγά-σιγά άρχιζα να επανεξετάζω τον αθεϊσμό μου.

Τους τελευταίους μήνες της παραμονής μου στην πόλη Γκριαζοβέτς στο νοσοκομείο μας ήρθε για μόνιμη εργασία ένας σαραντάχρονος χειρουργός από τη Μόσχα, ο οποίος συνειδητά έψαχνε ήσυχη επαρχιακή πόλη. Κάτι πολύ σοβαρό τον ανάγκασε να αφήσει τη δουλειά του στη Μόσχα για να πάει στην περιφέρεια Βόλογκντα, μαζί με τη γυναίκα του και το παιδί του. Και εγώ άφησα πάνω του τους ασθενείς και πήγα για μεταπτυχιακές σπουδές.


Πώς με δέχτηκαν στο μεταπτυχιακό

Μετά δούλευα στο Ινστιτούτο Βισνέβσκιϊ. Εκείνα τα χρόνια ήταν η καλύτερη χειρουργική σχολή.

Μπήκα στο μεταπτυχιακό με τον εξής τρόπο. Πήγα για συνέντευξη στον αναπληρωτή του Βισνέβσκιϊ σε θέματα επιστήμης, τον καθηγητή Προτοπόποβ Σεργκέϊ του Πάβελ. Ήταν μεγάλος Ρώσος διανοούμενος από αριστοκρατική οικογένεια, ήπιος στη συναναστροφή και πολύ καλός. Αφού μου μίλησε, ακολουθεί ο εξής διάλογος με τον επιστημονικό γραμματέα:


– Πάρτε τα δικαιολογητικά από τον νεαρό που θα δώσει εξετάσεις για το μεταπτυχιακό.

– Δεν μπορούμε να τον δεχτούμε: δεν είναι Μοσχοβίτης.

– Εγώ όμως υπέγραψα την αίτησή του, πως μπορώ να πάρω πίσω το λόγο μου?!

Είχαν 30 υποψήφιους για 6 θέσεις στο μεταπτυχιακό. Πέρασα και τις τρείς εξετάσεις με «άριστα» και με δέχτηκαν.

Ακολούθησαν χρόνια σπουδών και εργασίας. Όλο αυτό για να το περιγράφω χρειάζεται πολλή ώρα. Θα πω μόνο ότι με τα χρόνια έγινα διδάκτωρ των ιατρικών επιστημών, καθηγητής, αναπληρωτής διευθυντής σε θέματα επιστήμης του Ινστιτούτου της Αγγειοκαρδιοχειρουργικής Μπακούλεβ, γενικός γραμματέας της Πανρωσικής Εταιρείας αγγειοκαρδιοχειρουργών. Έδινα διαλέξεις στην Αμερική, στο Μιλουόκι, στο Ινστιτούτο Καρδιάς, σε θέματα χειρουργικής των συγγενών ανωμαλιών της καρδιάς. Έγραψα 650 άρθρα, μονογραφίες, ενημερωτικά δελτία. Ασχολήθηκα με την οργάνωση προγράμματος με αντικείμενο την καρδιομυοπλαστική.

Αλλά αυτό, μάλλον, δεν ενδιαφέρει τους αναγνώστες. Καλύτερα να μιλήσω για τη στιγμή που όταν επιτέλους έγινα πιστός άνθρωπος.

 «Κύριε, βοήθησέ με!»

Στο Ινστιτούτο αγγειοκαρδιοχειρουργικής Μπακούλεβ, εκείνα τα χρόνια, μερικές φορές, κάναμε εγχειρήσεις καρδιάς σε βαρομετρικό θάλαμο. Μπορείς να σταματήσεις την καρδιά για 5-6 λεπτά και μετά να την επαναφέρεις επιτυχώς. Μερικές φορές, όμως, δεν αρκούν αυτά τα λεπτά. Όμως, στις συνθήκες του βαρομετρικού θαλάμου μπορείς να σταματήσεις την καρδιά για 10 λεπτά, επειδή όσο περισσότερη είναι η πίεση, τόσο πιο πολύ οξυγόνο έχει στο αίμα. Άρα, η καρδιά μπορεί περισσότερο χρόνο να μη λειτουργεί με ασφάλεια. Την πρώτη επέμβαση ανοιχτής καρδιάς την έκανα σε συνθήκες του βαρομετρικού θαλάμου.

Για να γίνει εγχείρηση, σε βαρομετρικό θάλαμο ανεβάζουν την πίεση μέχρι τρείς ατμόσφαιρες, και αυτό χρειάζεται μία ώρα. Όλο αυτό το διάστημα η χειρουργική ομάδα βρίσκεται στο βαρομετρικό θάλαμο με τον ασθενή. Μετά από μια ώρα, αρχίζουν την εγχείρηση, και όταν την τελειώνουν, πρέπει να περιμένουν ακόμα μια ώρα, μέχρι που να κατεβάσουν την πίεση στα φυσιολογικά επίπεδα. Μόνο τότε μπορεί να ανοίξει η πόρτα.

Και να που έπρεπε να κάνω την πρώτη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Συνήθως, όταν ένας χειρουργός κάνει για πρώτη φορά κάποια εγχείρηση, έχει δίπλα του έναν έμπειρο γιατρό. Πολύ περισσότερο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όταν έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη καρδιά: μία απρόσεκτη κίνηση μπορεί να προκαλέσει πολλές και βαριές επιπλοκές, που για να τις διορθώσεις μπορείς μόνο με τη βοήθεια μεγάλης χειρουργικής τέχνης. Ο έμπειρος χειρουργός βοηθάει και στην εκπαίδευση του νέου, αλλά και σε περίπτωση ανάγκης, βοηθάει ώστε να αποτρέπει ή να διορθώνει ενδεχόμενα λάθη.

Εμένα τότε για βοήθεια μου έφεραν δύο νέους χειρουργούς, που μόλις είχαν έρθει στο Ινστιτούτο. Ήξερα ότι αν κάνω λάθος, τουλάχιστον για μία ώρα δε θα μπορούσε να έρθει κάποιος για να με βοηθήσει. Από την μια, ήμουν νέος και πολύ υπερήφανος που μου έδιναν τέτοια ευκαιρία, ότι με εμπιστεύονταν ως χειρουργό. Από την άλλη, φοβόμουν πάρα πολύ.

Και τότε πρώτη φορά στη ζωή μου πολύ συνειδητά είπα:

– Κύριε, ελέησον! Κύριε, βοήθησέ με!

Μετά από αυτό, πριν από κάθε εγχείρηση στο βαρομετρικό θάλαμο, άρχισα να προσεύχομαι.

Άνοιξα την καρδιά μου στον Θεό

Φαίνεται, σιγά-σιγά στην ψυχή μου με κάποιο θαυμαστό τρόπο συνδέθηκαν όλα όσα είχα βιώσει: και το διήγημα του καθηγητή Σίποβ για το μετά θάνατον κόσμο, και η προσευχή της θείας Ντούσια, και τα εμπνευσμένα πρόσωπα των ιερέων από τον Ναό του Λένινγκραντ και τα λόγια: «Τα πάντα είναι θέλημα Θεού».

Μετά από τότε που για πρώτη φορά προσευχήθηκα με δική μου απόφαση και επιθυμία, κάτι έγινε μέσα μου. Σαν να είχα ανοίξει, επιτέλους, την καρδιά μου στον Θεό, και Αυτός κυριαρχικά και για πάντα φώλιασε στην ψυχή μου.

Μετά από λίγο καιρό η σύζυγός μου και εγώ βαφτιστήκαμε. Την ώρα της Βάπτισης, και τώρα ντρέπομαι για αυτό, κοιτούσα δεξιά και αριστερά: να δω αν υπάρχουν στο Ναό άνθρωποι που με ξέρουν και που θα μπορούσαν να με καρφώσουν στη δουλειά για αυτό μου το βήμα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ακόμα ζωντανό, και θα μπορούσε άνετα να με απολύσει από τη δουλειά για αυτή μου την απόφαση. Τουλάχιστον, από τη θέση του αναπληρωτή σε θέματα επιστήμης.

Με την επέτειο του ιωβηλαίου της 1000ετίας του Βαπτίσματος των Ρως, το 1988, αρχίζει η αναγέννηση της πίστης στη χώρα μας. Άρχισαν να ανοίγουν, να αποκαθίστανται και να συντηρούνται οι εκκλησίες και τα μοναστήρια. Με τη σύζυγό μου ήδη πολλά χρόνια τώρα τακτικά πηγαίνουμε στην εκκλησία, όπου επιτελώ το διακόνημα του βιβλιοθηκάριου και κάποια άλλα διακονήματα. Αλλά αυτό, όπως λέμε, είναι μια άλλη ιστορία…


Βαλέριϊ Τσεκάνοβ
Το κείμενο ετοίμασε η Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση για το gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.