Ιστορίες απ' το Άγιον όρος - Ο ασκητής που άκουγε τον Θεό !!
Η ιστορία αφορά έναν από τους πιο «κρυφούς» ασκητές που πέρασαν από τα Καρούλια, τον Γέροντα Στέφανο τον Σέρβο, ο οποίος έζησε για δεκαετίες σε μια σπηλιά που κρεμόταν κυριολεκτικά πάνω από την άβυσσο.
Ο γέροντας είχε να κατέβει στον κόσμο (στα μοναστήρια ή στις Καρυές) πάνω από 15 χρόνια. Ζούσε σε μια σπηλιά τόσο μικρή, που όταν ξάπλωνε, τα πόδια του έβγαιναν έξω από την είσοδο, πάνω από το κενό.
Κάποτε, ένας πεζοπόρος μοναχός, που είχε χάσει το μονοπάτι μέσα στην ομίχλη, είδε μια φιγούρα να κάθεται ακίνητη στην άκρη ενός βράχου. Πλησίασε με χίλιες προφυλάξεις και βρήκε τον Γέροντα να κοιτάζει το πέλαγος.
— «Γέροντα, πώς αντέχετε εδώ;» ρώτησε ο μοναχός. «Δεν έχετε έναν άνθρωπο να ανταλλάξετε μια κουβέντα, δεν έχετε ένα βιβλίο, ούτε καν ένα ραδιόφωνο να μάθετε τι γίνεται στον κόσμο;»
Ο Γέροντας Στέφανος έστρεψε το βλέμμα του, που ήταν καθαρό σαν το νερό της πηγής, και του απάντησε:
«Παιδί μου, ο κόσμος έχει πολύ θόρυβο και λίγη ουσία. Αν είχα ραδιόφωνο, θα άκουγα τα νέα των ανθρώπων. Τώρα που έχω τη σιωπή, ακούω τα νέα του Θεού. Ξέρεις τι μου είπε σήμερα ο άνεμος; Ότι ο Θεός ακόμα ελεεί τη γη, παρόλο που Τον ξεχάσαμε. Αυτή η είδηση μου φτάνει για τα επόμενα δέκα χρόνια.»
Ο μοναχός, βλέποντας τη φτώχεια του, του πρόσφερε ένα αλουμινένιο φλιτζάνι που είχε μαζί του, γιατί ο Γέροντας έπινε νερό από μια λακκούβα στον βράχο που μάζευε τη βροχή.
Ο Γέροντας το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε
σαν να ήταν χρυσάφι και μετά το άφησε πίσω του, μέσα στη σπηλιά.
— «Σε ευχαριστώ», είπε. «Αλλά πρόσεξε τη σκέψη σου. Μόλις μου έδωσες μια περιουσία. Τώρα, κάθε φορά που θα διψάω, θα σκέφτομαι το φλιτζάνι μου. Μέχρι χθες, σκεφτόμουν μόνο τη δίψα μου και τον Θεό που τη σβήνει. Βλέπεις πόσο εύκολα ο άνθρωπος γίνεται δούλος των πραγμάτων;»
Η πιο συγκινητική στιγμή αυτής της ιστορίας είναι το τέλος της. Όταν μετά από χρόνια ο Γέροντας Στέφανος εκοιμήθη, κανείς δεν το έμαθε αμέσως.Λέγεται όμως ότι εκείνη την ημέρα, αν και ήταν βαρύς χειμώνας, οι ψαράδες που περνούσαν με τις βάρκες τους κάτω από τα Καρούλια ένιωσαν μια μυρωδιά από λιβάνι και αγριολούλουδα να κατεβαίνει από τον βράχο.
Όταν κάποιοι μοναχοί ανέβηκαν τελικά στη σπηλιά, βρήκαν τον Γέροντα να κάθεται στη συνηθισμένη του θέση, κοιτάζοντας το Αιγαίο. Το σώμα του ήταν στεγνό και ελαφρύ σαν ξύλο, αλλά το πρόσωπό του είχε ένα χαμόγελο που έλεγε:
«Είδα αυτά που η σιωπή μου υποσχέθηκε».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σας ευχαριστούμε.
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.