Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Όταν ό γάμος δεν είναι μυστήριο.


 | Η Ιουλία ήταν μια λεπτή, όμορφη και δυναμική  γυναίκα, τριάντα δύο χρόνων. Έμοιαζε τόσο πολύ με  άγαλμα της Αφροδίτης, πού όταν ήταν στο Πανεπιστήμιο ήτανε πάντοτε επίκεντρο συζητήσεως. Στο Πανεπιστήμιο  ήταν ή καλλίτερη φοιτήτρια και είχε βγει με τα πιο όμορφα  αγόρια. Δεν έκρυβε τις επιθυμίες της. «Εγώ θέλω το καλλίτερο απ' όλα και τίποτε λιγότερο», συνήθιζε να λέει. Οι επιδόσεις της στο Πανεπιστήμιο αποδείκνυαν δύο πράγματα: Πρώτα, ότι είχε την ικανότητα για μάθηση κι' έπειτα, ότι είχε όρεξη για δουλειά. Ή Ιουλία ήθελε να  πάρει το πτυχίο της με άριστα και αν ήταν ανάγκη να  αποστηθίσει ασήμαντες πληροφορίες για να το καταφέρει, θα το έκανε. Τελικά, αποφοίτησε αριστούχος και παντρεύτηκε την πρώτη εβδομάδα μετά την αποφοίτηση της.

Ό Γιώργος δεν ήταν «ό γόης» της παρέας, αλλά ήταν έξυπνος, αθλητικός και αρκετά φιλόδοξος. Είχε αποκτήσει ένα πτυχίο  Ανωτάτης  Εμπορικής. Σε σχέση με την Ιουλία όμως, ό Γιώργος δεν ήταν τόσο ανταγωνιστικός ούτε . τόσο δυναμικός, αλλά και οι δύο τους βασικά ήθελαν τα ίδια πράγματα από τη ζωή: δύο παιδιά, ένα καλό αυτοκίνητο, ένα μεγάλο σπίτι και ένα αξιοπρεπές επάγγελμα. Ό Γιώργος ήταν αποφασισμένος να δουλέψει όπου χρειαζόταν για να επιτύχει αυτά τα πράγματα και ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή όσο έπαιρνε απ' αυτή αυτά πού ήθελε.
Ό Γιώργος και ή Ιουλία γνωρίστηκαν σε μια «θρησκευτική» σύναξη και λίγο καιρό μετά από την πρώτη τους συνάντηση, ό καθένας είπε στον εαυτό του για τον άλλο: «Αυτό είναι πού θέλω!» Στην αρχή και οι δύο τους έκαναν «το δύσκολο», για να καλύψουν τις πραγματικές τους επιθυμίες. Σ' αυτές τις «θρησκευτικές» συνάξεις υπήρχε ή έντονη προσδοκία ότι όλοι θα συμπεριφερθούν μ' έναν «ευσεβή» τρόπο. Και ό Γιώργος και ή Ιουλία συμπεριφέρθηκαν όπως απαιτούσε το περιβάλλον, για να μπορούν να βλέπονται. Καθ' όλη τη διάρκεια της συνάξεως ό καθένας σκεπτόταν την υπέροχη στιγμή πού θα βρίσκονταν μόνοι οι δύο τους και θα εξέφραζαν ό ένας στον άλλο τα τρυφερά συναισθήματα τους. Αυτή ή ρομαντική και μαγική στιγμή ήρθε σύντομα και δεν ήρθε μόνο μια φορά αλλά αρκετές. Το ρομαντικό και μαγικό αυτό συναίσθημα όμως δεν κράτησε πολύ. Ό πατέρας του Γιώργου πάντοτε του έλεγε ότι το ερωτικό συναίσθημα είναι προσωρινό και ότι ή πρέπει να παντρευτείς μια κοπέλα ή να την ξεγράψεις. Έτσι κι αλλιώς ή συναισθηματική αυτή έκσταση συνήθως τελειώνει απότομα. ' Ο Γιώργος δεν πίστευε τον πατέρα του μέχρι τη δεύτερη επέτειο του γάμου του. Τότε ή  Ιουλία ήταν έγκυος, άρρωστη και αποκρουστική. Ή Ιουλία ποτέ δεν είχε πολύ συχνά όρεξη για έρωτα. Χρειαζόταν μια εβδομάδα να προετοιμασθεί για την περίοδο της και μια εβδομάδα μετά για να αναρρώσει. Έτσι, ό Γιώργος ήταν τυχερός αν περνούσε μια καλή εβδομάδα το μήνα μαζί της. Τώρα πού ήταν έγκυος, ήταν τόσο ελκυστική, όσο θα μπορούσε να είναι ένας ελέφαντας. Τα πρωινά ήταν άρρωστη και το βράδυ κουρασμένη, για να εκφράσει τα ελάχιστα ερωτικά συναισθήματα της. 

Ό Γιώργος όμως δεν απελπίστηκε εντελώς. Είχε την ελπίδα ότι μετά τη γέννα, τα μαγικά και ρομαντικά συναισθήματα θα ξανάρχονταν. Έτσι, για να περάσουν οι οκτώ μήνες της αναμονής του μωρού πιο ευχάριστα, ο Γιώργος αποφάσισε ν' αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή και μέχρι να γεννήσει ή Ιουλία είχε γίνει ειδικός στη φωτογραφική τέχνη.
Τους πρώτους πέντε μήνες μετά τ ή γέννηση του γιου τους, ό Γιώργος και ή Ιουλία ήταν σε έκσταση. 'Εκτός από τις εκατοντάδες φωτογραφίες πού πήραν, ό Γιώργος ανακάλυψε τις εξαιρετικές διανοητικές δυνατότητες που έχει ο γιός του και ή Ιουλία χαρίσματα πού θα του εξασφάλισαν τη θέση του πρωθυπουργού.

 Μια έκσταση, όμως, πού βασίζεται σε τόσο απώτερα μελλοντικά σχέδια, δεν μπορεί να κρατήσει πολύ χρονικό διάστημα, ειδικά όταν το παιδί σου έχει διάρροια, όταν το δέρμα του έχει ευαισθησία στο BABY LINO και πρέπει να φοράει πάνινες πάνες και όταν το πλυντήριο είναι χαλασμένο και θα πρέπει να πλένεις 30 πάνες την ήμερα στο χέρι. Δεν υπάρχει κανένας πού να φωτογραφίζει λερωμένες πάνες και ό Γιώργος δεν ήταν εξαίρεση. Κι όταν είσαι πνιγμένος σε λερωμένες πάνες όπως ήταν ή Ιουλία, το τελευταίο πράγμα πού σκέπτεσαι είναι ποιος θα είναι ό πρωθυπουργός σε τριαντα πέντε χρόνια. Έτσι, ό Γιώργος προσπάθησε να φτιάξει το πλυντήριο, ή Ιουλία καθάρισε τις πάνες και οι δύο τους άρχισαν να ονειρεύονται για το μεγάλο σπίτι πού ήθελαν να αποκτήσουν.


 Η οικονομική τους κατάσταση δεν ήταν επαρκής για το σπίτι πού είχαν ονειρευτεί. Γι' αυτό το λόγο αποφάσισαν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο. Μάζεψαν όλα τα σχετικά περιοδικά και γύρισαν όλα τα καταστήματα αυτοκινήτων σχολιάζοντας και εξετάζοντας κάθε αυτοκίνητο με τον ίδιο ζήλο πού σχολίαζαν και μελετούσαν την ' Αγία Γραφή στις θρησκευτικές συνάξεις. Σε ένα πράγμα ήταν σύμφωνοι και οι δύο, ότι το νέο τους αυτοκίνητο έπρεπε να είναι από τα καλλίτερα πού θα υπήρχαν στην αγορά. Ή μόνη διαφορά μεταξύ τους  ήταν  αν  θα  ήταν  ένα  FERRARI , BMW, MERCEDES. Είχαν ασκηθεί να βλέπουν τους εαυτούς τους ανώτερους απ' αυτούς πού οδηγούσαν VOLKSWAGEN και δε θα δεχόντουσαν ούτε να κοιτάξουν να FIAT  127 ή 128, όπως δε θα δεχόντουσαν να καλέσουν ναν «αγράμματο» παπά στο σπίτι τους να κάνει ευχέλαιο.


Τελικά μετά από δύο χρόνια, αποφάσισαν να αγοράσουν ένα MERCEDES COUPE. Ό Γιώργος ήθελε να το οδήγηση σε  RALLY η Ιουλία δεν το ενέκρινε. Έτσι, ό Γιώργος έπρεπε να αρκεσθεί στο να οδηγεί το νέο του αυτοκίνητο από το σπίτι του στη δουλειά. Όταν οδηγούσε είχε μια αίσθηση δυνάμεως. Ή επιτάχυνση της μηχανής ήταν ένα είδος νιρβάνα, μια νιρβάνα όμως πού κράτησε μόνο πέντε μήνες. ' Ο Γιώργος δεν μπορούσε ν' αντέξει την πυκνή κυκλοφορία στους στενούς δρόμους και το πρόβλημα του παρκαρίσματος. Εξ άλλου, μετά από ένα χρόνο τα έξοδα του αυτοκινήτου είχαν γίνει τεράστια. Απογοητευμένος πια απ' το αυτοκίνητο του, ό Γιώργος είπε σ' ένα φίλο του: «Ένα αυτοκίνητο πού ανταποκρίνεται στις επιθυμίες σου, μπορεί να σε βοηθήσει να ξεχάσεις μια γυναίκα πού δεν ανταποκρίνεται σ' αυτές, μέχρις ένα σημείο».
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ζευγαριού τώρα ήταν αφιερωμένο στο να αναζητούν και να λατρεύουν το σπίτι των ονείρων τους. Μελέτησαν διαφορετικά σχέδια και διέσχισαν όλη την Αττική μέχρι να καταλήξουν σ' αυτό πού ήθελαν. Αυτή ή διαδικασία κράτησε περίπου ένα χρόνο. Εξασφάλισαν μάλιστα κι ένα δάνειο, για να μπορούν να τελειώσουν το σπίτι τους πιο γρήγορα. Δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ή Ιουλία δεν έμενε ικανοποιημένη με ένα μέτριο σπίτι σ' ένα πολυκατοικημένο προάστιο της Αθήνας. Ήθελε κάτι πιο φυσικό, πιο παρθένο. Γι' αυτό, ξόδεψαν όσα χρήματα είχαν φυλάξει, για να διαμορφώσουν το γύρω απ' το σπίτι τους χώρο όπως τον ήθελε αύτη.


Χωρίς αμφιβολία, το σπίτι ήταν ένας αρκετά μεγάλος μπελάς, πού κάλυψε για λίγο την ανία της καθημερινής τους ζωής. Αν κάποιος απ' τούς δύο είχε σταματήσει για λίγο, για να συνειδητοποιήσει αυτή την ανία, ίσως ή ζωή τους να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Κατάφεραν όμως να είναι διαρκώς πολύ απασχολημένοι, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τα χρήματα για τις μηνιαίες δόσεις, έτσι πού να μην μπορούν να δουν αυτή την ολοφάνερη πραγματικότητα. Αφού ξόδεψαν όσα χρήματα είχαν οικονομήσει, αποφάσισαν να δανείσουν χρήματα από ένα γνωστό. Για να τα βγάλουν πέρα, ό Γιώργος χρειάσθηκε να πιάσει μια δουλεία για τα Σαββατοκύριακα. 

Ή εξάντληση πού ένιωθε δουλεύοντας επτά ημέρες τη βδομάδα, τον βοήθησε να ξεχάσει ο τις συναισθηματικές του ανάγκες πού παρέμειναν ανεκπλήρωτες. Τις ώρες πού δε δούλευε, ή «ανάγκη να ξεχάσει» πίεζε τον  το Γιώργο να ασχολείται διαρκώς με το νέο σπίτι. Την ίδια ανάγκη είχε κι ή ' Ιουλία, πού έμενε στο σπίτι μόνη της για ώρες με το παιδί. Γι' αυτό, τις ώρες πού δεν ασχολιόταν με το σπίτι, προσφέρθηκε να βοηθήσει σε διάφορους συλλόγους για κοινωνική δράση. Τις ώρες πού ό Γιώργος δε δούλευε και ή ' Ιουλία δεν είχε να πάει σε κάποια συνεδρίαση, χρησιμοποιούσαν κι οι δύο τους όλη τους την ενέργεια, για να διορθώσουν και να διαμορφώσουν το σπίτι τους. Φύτεψαν λουλούδια.  Αγόρασαν έπιπλα. Ξερίζωσαν τα λουλούδια πού φύτεψαν και φύτεψαν άλλα. Προσπάθησαν να πουλήσουν τα έπιπλα πού είχαν αγοράσει   για να αγοράσουν άλλα. Μέσα σ' ένα χρόνο, οι ίδιοι έβαψαν το εσωτερικό του σπιτιού τους δύο φορές για να πετύχουν τα χρώματα πού τούς ικανοποιούσαν. Παρ' όλες τις δυσκολίες πού είχαν, άρχισαν να σχεδιάζουν διάφορους τρόπους για να επεκτείνουν το σπίτι τους. Τρία χρόνια μετά από τότε πού μετακόμισαν στο νέο τους σπίτι, άρχισαν να πλήττουν. Είχαν φυτέψει το μικρό κήπο τους πού με λαχτάρα περίμεναν ν' αναπτυχθεί, αλλά τώρα πού αναπτύχθηκε ή φροντίδα του είχε γίνει μπελάς. Ό Γιώργος δεν μπορούσε πια να φανταστεί τον εαυτό του σαν μεγάλο γεωργό. Ένας μεγάλος γεωργός δε ζει σε δύο στρέμματα γής. 'Αλλά και ή Ιουλία δεν μπορούσε πια να φανταστεί τον εαυτό της σαν μια δούκισσα πού ζει στο παλάτι της. Μια δούκισσα δεν καθαρίζει μόνη της το παλάτι της. Το είδωλο τους είχε αρχίσει να ραγίζει.


Ό Γιώργος και ή Ιουλία είχαν αποκτήσει ότι καλλίτερο μπορούσε να αποκτήσει ένα ζευγάρι, με τις δικές τους οικονομικές δυνατότητες, αλλά όταν εξαφανίστηκε ή φανταστική μαγεία πού περιέβαλλε κάθε σχέδιο και γεγονός της καθημερινής τους ζωής, πανικοβλήθηκαν και οι δύο. Όταν ο Γιώργος πήρε προαγωγή σε μία νέα θέση στη δουλειά τούτο ζευγάρι ενθουσιάστηκε για λίγο, αλλά και αυτός ό ενθουσιασμός δεν κράτησε πολύ. Το έριξαν μετά στις ταβέρνες' αλλά κι αυτό άρχισε να γίνεται δαπανηρό. Μετά το έριξαν στο τένις. Πόσες φορές όμως μπορεί ό ένας να κερδίσει τον άλλο, μέχρι να βαρεθούν κι οι δύο τους; Όσες φορές προσπάθησαν να καθίσουν στο σπίτι τους, βρήκαν ότι είχαν ελάχιστα θέματα να συζητήσουν. Όσο παράξενο και να φαινόταν, το να δεχθούν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ήταν TABOO. Υπήρχε μία άγραφη σύμβαση μεταξύ τους να μη μιλήσουν για την πλήξη πού ό ένας έφερνε στον άλλο. ' Η σύμβαση αυτή είχε και τον όρο ότι έπρεπε να δοκιμάζουν πάντα κάτι καινούργιο, αλλά αυτό το «κάτι» ήταν πάντοτε, περιορισμένο στο μικρό κόσμο πού ζούσαν. Το χειρότερη απ' όλα ήταν ότι όταν ένιωσαν αυτή την πλήξη, ό καθένας τους τα έβαζε με τον εαυτό του, γιατί ότι περίμεναν το περίμεναν μόνο απ' τον εαυτό τους. Δε χώρισαν ποτέ. Δεν βρήκαν ποτέ κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό τους.

 Παρέμεναν μέχρι το τέλος της ζωής τους ένα απ' αυτά συμβατικά, θλιβερά ζευγάρια, με τα όποια εφοδιάζει την κοινωνία μας το νέο πνεύμα, πού θέλει το γάμο μια ιδιωτική και αποκλειστικά ανθρώπινη υπόθεση, με το συνδικαλισμό του, τις νομικές του διατάξεις, το καταναλωτικό του μένος και το απέραντο και το απέραντο αθεράπευτο κενό.
Το δράμα τους όμως δεν τελείωσε εδώ, γιατί, στην απελπισία τους προσπάθησαν να πιαστούν από τα ταλαίπωρα παιδιά τους για να ικανοποιήσουν τις ανικανοποίητες ανάγκες τους   και έτσι θα δημιούργησαν σίγουρα τις προϋποθέσεις για ένα άλλο χαμηλότερο σκαλί στου κακού  τη σκάλα, πού τελειώνει στο βάραθρο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΑΜΟΣ. ΠΑΠΑ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ -ΠΑΠΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.