Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Ο ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ ΓΕΡΩΝ ΤΙΜΟΘΕΟΣ. ΜΕ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ....





Ό γέρων Τιμόθεος

Ή κάτω Καψάλα είναι τόπος πιο ήμερος, κοντά στην θάλασσα, το κλίμα είναι πιο γλυκό, τα φυτά πιο χαμηλά. Κυριαρχεί το πουρνάρι, ή σουσούρα και το πεύκο. Ή πρόσβαση στα κελιά της περιοχής είναι πιο εύκολη απ' ότι στην πάνω Καψάλα. Έδώ ζούσε ό γέρο-Τιμόθεος σ' ένα μικρό όμορφο κελλάκι.
Την πρώτη φορά με πήγε εκεί ό π. Γαβριήλ, πού ήταν κηπουρός στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Ήταν λίγο μεγαλύτερος στην ηλικία και με συμπαθούσε.
-           Έλα να σε πάω κάπου να δεις έναν χαρισματικό μοναχό.
-           Δηλαδή τί χάρισμα έχει; ρώτησα.
-           Έ! τώρα..., μην ρωτάς ρε παιδί μου.
Δεν ρώτησα κι εγώ. Θυμήθηκα όμως τα λόγια πού είχε πει ό ηγούμενος μερικές μέρες πριν.
«Είναι και κάτι χαριτωμένα γεροντάκια πού δεν υποπτεύονται... τον εαυτό τους», εννοώντας ότι δεν αντιλαμβάνονται τον αγιασμό τους και τα πνευματικά χαρίσματα πού τούς έδωσε ό Θεός. Ή μεγάλη τους ταπείνωση τούς κλείνει τα μάτια... φαίνεται έτσι τούς προστατεύει ή Θεία
Χάρις από την υπερηφάνεια.
Όταν φτάσαμε στο κελί ό π. Γαβριήλ συμπεριφερόταν με μεγάλη συστολή. Εγώ άσχετος, δεν καταλάβαινα τίποτα. Είδα ένα γεροντάκι εκεί πέρα πού δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Βαριόμουν κιόλας και ήθελα να φύγουμε γιατί είχα κουραστεί από την πεζοπορία.
Πέρασαν 5-6 χρόνια και βρέθηκα να ζω στην κάτω Καψάλα, στο κελί του π. Ισαάκ. Μια μέρα ό γέροντας μ' έστειλε να πάω φαγητό στον γέρο-Τιμόθεο. Χάρηκα πού θα τον ξαναέβλεπα. Τώρα κάτι είχα αρχίσει να υποψιάζομαι κι εγώ, γενικότερα για τα πνευματικά και ειδικότερα για τον π. Τιμόθεο.
Ό π. Π αίσιος μου είχε πει γι' αυτόν τα έξης:
Τον καιρό πού ζούσα στο κελί του πάπα-Τύχωνα γύριζα την περιοχή να δω τα γεροντάκια, μήπως έχουν καμία ανάγκη. Έτσι πήγα στον γέρο-Τιμόθεο.
-           Τί κάνεις γέροντα, είσαι καλά;
-           Καλά, πολύ καλά!
-           Έχεις καμιά ανάγκη; Θέλεις να σε βοηθήσω σε κάτι;
-           "Όχι, όχι δεν θέλω τίποτα. Παρ' όλο πού επέμενα δεν μου ζήτησε τίποτα.
-           Τί έφαγες σήμερα; τον ρωτάω.
-           "Α... σήμερα έφαγα κάτι μπριτζόλες... πά! πά!... τόσο μεγάλες, και έδειχνε με τα χέρια του.
(Οι μοναχοί δεν κρεοφαγούν... μ' αυτά τα λόγια ό π. Τιμόθεος ξεφτίλιζε τον εαυτό του, για να μην τον σέβεται ό π. Παΐσιος...)
Σκέφτηκα, είπε ό π. Παίσιος, ότι ίσως κάποιος εργάτης πού δουλεύει στο Αγιον Όρος, χτύπησε κανένα αγριογούρουνο με το τουφέκι και του έδωσε κανένα κομμάτι κρέας. Κάνω να φύγω και μετά σκέφτηκα να τον ρωτήσω.
-           Και που τις βρήκες τις μπριτζόλες γέρο-Τιμόθεε;
Ξαφνιάστηκε.
-           Να εκεί μπρέ... δίπλα στο πηγάδι έχει όσες θέλεις, πάρε άμα θές και έσύ... Έχει μερικές εκεί στο παράθυρο.
Με έπιασαν τα γέλια. Στο παράθυρο είχε... μανιτάρια, μεγάλα, καφέ. Αυτές ήταν... οι μπριτζόλες πού έφαγε ό π. Τιμόθεος. Γέλασα με τα χαριτωμένα καμώματα του... έτσι γνωριστήκαμε με τον γέρο-Τιμόθεο.

Μετά έμαθα γι' αυτόν. Ήταν από την Μικρά Ασία. Ήρθε πολύ νέος στο Αγιον Ορος και πήγε κατ' ευθείαν σε κελί... Δεν ήθελε να δουλεύει σε βαρείες δουλειές. Όχι γιατί ήταν τεμπέλης, αλλά γιατί έκανε οικονομία δυνάμεων για να μπορεί να κάνη τα μοναχικά του καθήκοντα και να αγρυπνεί τα βράδια.

Ή δουλειά πού δεχόταν να κάνει ήταν να φυλάη τις νύκτες τα κτήματα του μοναστηριού από τα μουλάρια. Εκείνο τον καιρό δεν υπήρχαν αυτό κινητά στο Όρος, οι μεταφορές γινόντουσαν μ μουλάρια, γι' αυτό υπήρχαν πολλά.

Τις νύχτες τα άφηναν ελεύθερα να βόσκουν και αυτά καμιά φορά χαλούσαν τούς φράχτες έμπαιναν μέσα στα κτήματα και χαλούσαν τού κήπους.
Γύριζε λοιπόν ό γέρο-Τιμόθεος όλη την νύχτα και χτυπούσε έναν τενεκέ να τρομάζουν τα ζώα, να φεύγουν μακριά από τούς φράχτες. Έτσι λοιπόν δούλευε και έκανε και την αγρυπνία του. Χτυπούσε τον τενεκέ και έλεγε και την νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ έλέησόν με».

Αλλά και αυτή την δουλειά δεν την έκανε για μεγάλο διάστημα.
Ένα δύο μήνες, όσο χρειαζόταν να μαζέψει τα απαραίτητα, κανένα δύο τσουβάλια παξιμάδι, λίγο ρύζι, λίγο λάδι, λίγες ελιές. Μόλις τα μάζευε σταματούσε την δουλειά και αποσυρόταν στο κελί του. Εκεί έδινε όλες τις δυνάμεις του στον πνευματικό αγώνα... με συνεχείς αγρυπνίες... προσευχές. Γλέντι αληθινό, πνευματικό πανηγύρι...
Έτσι πέρασε την ζωή του ό γέρο-Τιμόθεος... Μετά γίνεται να μην τον χαριτώσει ό καλός Θεός;


Αυτά τα είχα ακούσει από το άγιο στόμα του γέροντος Παϊσίου. Γνώριζα λοιπόν αρκετά πια γιά τον π. Τιμόθεο. Του πήγα αρκετές φορές φαγητό αλλά ήταν απόμακρος και δεν μου ανοιγόταν καθόλου. Μια φορά πού τον «σκάλισα» λίγο με αναίδεια, ελπίζοντας να ακούσω κάτι πνευματικό από το στόμα του... θύμωσε μαζί μου και γυρνάει και μου λέει.
- Εσύ δεν θα γίνεις καλόγερος. Θα φύγεις... όχι τώρα, λίγο μετά το Πάσχα.


Τα έχασα... λυπήθηκα και με βαριά καρδιά πήρα το μονοπάτι του γυρισμού.
Εκείνο τον καιρό είχα επιθυμία να γίνω μοναχός. Γι' αυτό λυπήθηκα. Γρήγορα όμως το ξεπέρασα. Ήταν πριν από τα Χριστούγεννα και ήμουν ευχαριστημένος με την πνευματική ζωή πού ζούσα. Πετούσα, ήμουν χαρούμενος.
Κύλησαν οι μήνες, ή εσωτερική μου κατάσταση άλλαξε και λίγο μετά το Πάσχα αποφάσισα να φύγω από το Αγιον Όρος και να παντρευτώ.


Όπως ακριβώς τα είχε προβλέψει ό γέρο-Τιμόθεος.

Όταν γέρασε πάρα πολύ, δέχθηκε να πάει στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, όπου άνηκε και το κελί του. Οι πατέρες τον ευλαβούνταν πολύ. Τον γηροκόμησαν με αγάπη. Κοιμήθηκε και ετάφη στο μοναστήρι. Την ευχή του να έχουμε!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΡΑΚΟΒΑΛΗΣ. Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ. 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.