Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ. ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ.



Ή Επιστολή πού μας απασχολεί.

Ειδικότερα για την Επιστολή πού κρατάμε στα χέρια μας, έχουμε να παρατηρήσουμε τα έξης:
Ή Επιστολή αυτή γράφτηκε έπειτα από σχετικό αίτημα πού υπέβαλε στο Γρηγόριο κάποιο πρόσωπο, του οποίου αγνοούμε την ταυτότητα. Το μόνο πού λέγεται περί αυτού είναι ότι ζει σε μοναστήρι και δεν αποκλείεται να κατέχει τη θέση του ηγουμένου. Φαίνεται ότι μεταξύ των αδελφών της Μονής είχαν γίνει συζητήσεις πάνω στο θέμα της μετάβασης ή όχι στα Ιεροσόλυμα. Γιατί ή περιοχή της Ιουδαίας είχε αρχίσει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και να συγκινεί τις καρδιές των ανθρώπων πολύ πριν συντελεσθούν τα κοσμοϊστορικά και σωτήρια γεγονότα με την ενανθρώπηση του Κυρίου. 


Ήδη ό προφήτης είχε αναγγείλει την έξοδο της Βηθλεέμ από την αφάνεια και την ανύψωση της σε περίοπτη θέση, αφού εκεί επρόκειτο να γεννηθεί ό άρχων του Ισραήλ (Μιχαίου 5,1. Παράβολε και: Ματθ. 2,5-6). Πολύ περισσότερο όμως ανυψώθηκε ή περιοχή εκείνη σε παγκόσμιο χριστιανικό προσκύνημα μετά την έλευση του Χριστού και την ολοκλήρωση του έργου του επί της γης. Κατά τη συζήτηση πρέπει να διχάστηκαν οι γνώμες των αδελφών. Μερικοί από αυτούς υποστήριξαν την άποψη ότι ή μετάβαση στους Άγιους Τόπους, όπου φαίνονται τα σημάδια της επί γης παρουσίας του Κυρίου, είναι απόδειξη ευσέβειας. Μερικοί άλλοι φαίνεται ότι διατύπωναν άλλη άποψη, αντίθετη προς την πρώτη. Ό ηγούμενος δεν θέλησε να επιβάλει τη γνώμη του, αλλά έκρινε καλύτερο να ζητήσει τη γνώμη του αγίου Γρηγορίου. Έτσι πήρε την απόφαση να του γράψει, ζητώντας οδηγίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Χάρη σ' αυτή τη διχογνωμία εκείνων των άγνωστων σε μας μοναχών έχουμε σήμερα στα χέρια μας αυτή την Επιστολή-απάντηση του αγίου Γρηγορίου.

Αλλά ή απάντηση αυτή του αγίου Γρηγορίου δεν δίνεται βιαστικά και μονολεκτικά με ένα ναι ή ένα όχι. Και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν διατυπώνεται με ανθρώπινα κριτήρια, κάτι πού θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εκφράζει ανθρώπινες συμπάθειες ή αντιπάθειες. Ό άγιος Γρηγόριος είναι θεολόγος πού θεολογεί: άπαντα ήρεμα μέσα από ένα νηφάλιο διάλογο πού ανοίγει με τον αναγνώστη της Επιστολής του, έχοντας όμως ως οδηγό την Αγία Γραφή, την οποία παρομοιάζει με το αλφάδι του τεχνίτη. Όλοι οι πιστοί, ιδιαίτερα όμως εκείνοι πού αφιερώθηκαν στο Θεό με τη μοναχική άσκηση, οφείλουν να ευθυγραμμίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τα παραγγέλματα της, για να επιτύχουν τη σωτηρία τους.
Μετά από αυτή την τοποθέτηση του ζητήματος σε αγιογραφικό πλαίσιο έρωτα ό Γρηγόριος πλέον τον αναγνώστη του: Μεταξύ εκείνων πού θα σταθούν στα δεξιά του Κριτή κατά την ημέρα της Κρίσεως , μήπως αναφέρονται κι αυτοί πού θα επισκεφθούν τούς  Αγίους Τόπους; Η μήπως, όταν μακαρίζει ό Κύριος τούς ανθρώπους για τις διάφορες αρετές πού καλλιέργησαν, περιλαμβάνει κι αυτούς πού μεταβαίνουν στα Ιεροσόλυμα . Όταν όμως αυτό το ταξίδι δεν σου εξασφαλίζει την Είσοδο στη βασιλεία των ουρανών, ούτε και σε καθιστά μακάριο, για ποιό λόγο να το επιδιώκεις;


Και ό άγιος Γρηγόριος συνεχίζει να εκθέτει τις απόψεις του με τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία: Ακόμη κι αν δεχθούμε, ότι αυτός πού επιχειρεί αυτό το ταξίδι στα Ιεροσόλυμα αποκομίζει κάποια πνευματική ωφέλεια, αυτή θεωρείται μηδαμινή και κινδυνεύει να χαθεί από τη μεγάλη φθορά πού υφίσταται ό προσκυνητής, πηγαίνοντας εκεί, επειδή αφήνει την ησυχία του μοναστηρίου και πέφτει στην οχλοβοή του κόσμου. Εκεί είναι δύσκολο, να επιμεληθεί και να προσέξει ό μοναχός την εσωτερική του καθαρότητα, γιατί στα μέρη εκείνα παρατηρείται μεγάλη ελευθεριότητα στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να μολύνεται και ή όραση και ή ακοή και ή καρδιά από τα άτοπα και τα έκτροπα πού γίνονται. Και τότε πώς είναι δυνατόν «παρελθεϊν άπαθώς τούς εμπαθείς τόπους»;


Και όμως θα πει κανείς, τα μέρη εκείνα δεν παύουν να είναι οι Άγιοι Τόποι. Και ό Γρηγόριος έρωτα: Και τί περισσότερο θα βρει κανείς πηγαίνοντας εκεί; Μήπως παραμένει μέχρι τώρα εκεί σωματικά ό Κύριος, ή μήπως πλεονάζει στα μέρη εκείνα ή χάρη του Αγίου Πνεύματος, ενώ αδυνατεί να φθάσει και σε μας;
Αλλά αν βεβαιώνεται ή παρουσία του Θεού από τα εξωτερικά φαινόμενα, θα έλεγα ότι αυτά αφθονούν στην περιοχή της Καππαδοκίας, όπου υπάρχουν τόσοι ναοί, όσοι δεν υπάρχουν σ' όλη την οικουμένη.


Αν Ισχυρισθεί κανείς ότι εκεί, στα Ιεροσόλυμα οι κάτοικοι δέχονται αφθονότερη τη χάρη του Θεού, θα ερωτήσω κι εγώ: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι δεν υπάρχει «είδος ακαθαρσίας», πού αυτοί να μην το αποτολμούν; Κι όταν συμβαίνουν εκεί όλα αυτά, ποιά απόδειξη έχουμε ότι στα μέρη εκείνα πλεονάζει ή θεϊκή χάρη;


Θα μου πείτε όμως: Αν είναι έτσι τα πράγματα, όπως τα λέγεις, εσύ γιατί πήγες; Πράγματι έκαμα αυτό το ταξίδι, αλλά με εντολή της «αγίας συνόδου» και για υπηρεσιακούς λόγους, για θέματα εκκλησιαστικής ευταξίας. Επί πλέον έχω να πω και τούτο: το ότι δηλαδή χάρη στις διευκολύνσεις πούμας εξασφάλισε ό αυτοκράτορας, αποφύγαμε και τις ταλαιπωρίες και τις αθλιότητες πού ανέφερα προηγουμένως. Αλλά και θετικά ωφεληθήκαμε, γιατί είχαμε μετατρέψει το όχημα, με το όποιο μεταβήκαμε εκεί, σε μοναστήρι, όπου όλοι μαζί νηστεύαμε και ψάλλαμε προς τον Κύριο μας. Γι' αυτό από το ταξίδι μου στους Αγίους Τόπους ας μην σκανδαλίζεται κανείς, αλλά ας διερωτάται μήπως είναι σωστή ή συμβουλή μου. Γιατί όσα συμβουλεύω γι' αυτό το θέμα, δεν προέρχονται από πληροφορίες πού έχω, αλλά είναι προσωπικές εμπειρίες, τις όποιες απέκτησα κατά την επίσκεψη μου στα Ιεροσόλυμα.
Άλλωστε στη θεότητα του Χριστού πιστεύαμε και πριν επισκεφθούμε τούς Αγίους Τόπους. Και δεν παρατηρήσαμε καμιά αύξηση ή μείωση της πίστης μας στα κοσμοϊστορικά γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου μας, πού έλαβαν χώρα σ' εκείνα τα μέρη, μετά την επιστροφή μας από τούς Αγίους Τόπους.

Κι αν με ρωτήσετε, αν αποκόμισα και καμιά άλλη ωφέλεια από αυτό το ταξίδι μου, θα σας πω: ναι. Ωφελήθηκα, συγκρίνοντας «τα ημέτερα και τα έξω». Και διαπίστωσα ότι «τα ημέτερα πολύ αγιότερα των έξω έστιν».


Το συμπέρασμα είναι ένα: Εκείνοι πού αγαπούν τον Κύριο, μπορούν να εκδηλώνουν την ευλάβεια τους και να τον ευλογούν όπου κι αν κατοικούν. Γιατί ή προσέγγιση του Θεού δεν γίνεται με τοπικές μετακινήσεις, αλλά με την καθαρότητα της καρδιάς. Τότε, όπου κι αν βρίσκεσαι, θα σε επισκεφθεί ό Θεός. Αν όμως έχεις τον εσωτερικό σου κόσμο γεμάτο από την κακία, δεν πρόκειται να ωφεληθείς καθόλου, πηγαίνοντας στους Αγίους Τόπους.
Γι' αυτό, λοιπόν, ας φροντίζουν οι αδελφοί να εκδημούν από το σώμα τους προς τον Κύριο κι όχι από την Καππαδοκία στην Παλαιστίνη. Γιατί το Άγιο Πνεύμα μετά την Πεντηκοστή ξεχύθηκε σ' όλη την οικουμένη. Και γίνονται μέτοχοι της δωρεάς του οι πιστοί όλοι, ανάλογα με την θερμότητα της πίστης τους κι όχι ανάλογα με τα ταξίδια τους στα Ιεροσόλυμα.



ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Γι' αυτούς πού επισκέπτονται τα Ιεροσόλυμα

Αγαπητέ μου, επειδή βέβαια με ρώτησες με το γράμμα σου, θεώρησα χρέος μου να σου απαντήσω με τη σειρά, για όσα μου γράφεις.


Νομίζω ότι εκείνοι πού μια για πάντα αφιερώθηκαν στο μοναχικό βίο, καλό είναι να προσέχουν εξ ολοκλήρου στα λόγια του Ευαγγελίου. Κι όπως με το αλφάδι πού κρατούν στα χέρια τους οι τεχνίτες ευθυγραμμίζουν τα στραβά σημεία αυτού, το όποιο υπάρχει κάτω από το αλφάδι, σύμφωνα με την ευθεία του αλφαδιού , έτσι νομίζω ότι πρέπει κι αυτοί, δηλαδή οι μοναχοί, να κατευθύνουν το βίο τους προς το Θεό, χρησιμοποιώντας γι' αυτό το σκοπό σαν άλλο ίσιο κι αλύγιστο αλφάδι τον ευαγγελικό τρόπο ζωής.


Επειδή, λοιπόν, υπάρχουν μερικοί από εκείνους πού ελεύθερα διάλεξαν κι ακολούθησαν τον μοναχικό κι άναχωρητικό βίο, και πού θεωρούν ως γνώρισμα ευσέβειας το να επισκεφθούν τούς τόπους των Ιεροσολύμων, όπου φαίνονται τα σημάδια της ανθρώπινης παρουσίας του Κυρίου, νομίζω ότι θα ήταν σωστό να συμβουλεύονται το αλφάδι' δηλ. το ευαγγέλιο. Κι αν ή καθοδήγηση πού δίνεται από τις ευαγγελικές εντολές συνιστά αυτά, τότε να επιτελούν το έργο ως εντολή Θεού. Αν όμως αυτά είναι έξω από τα παραγγέλματα του Δεσπότη, δεν καταλαβαίνω τί νόημα έχει να θέλεις να εκτελείς την εντολή, όταν γίνεσαι σύ ό ίδιος για τον εαυτό σου νόμος του καλού.

Όταν προσκαλεί ό Κύριος τους ευλογημένους να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 25,34), δεν απαριθμεί μεταξύ των κατορθωμάτων και τη μετάβαση στα Ιεροσόλυμα.
Όταν εξαγγέλλει τούς μακαρισμούς (Ματθ. 5,3-12 και Λουκ. 6,20-22), δεν συμπεριλαμβάνει κι αυτή την επιδίωξη.
Αλλά αυτό πού ούτε μακάριο κάνει κάποιον, ούτε διευκολύνει την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών, για ποιό λόγο να επιδιώκεται; Αυτό ας αφήσω καλύτερα, να το σκεφθεί όποιος έχει νουν.

Αλλά ακόμη κι αν ήταν ωφέλιμο αυτό πού γίνεται, και πάλι δεν θα ήταν καλό να το επιδιώκουν με τέτοια διάθεση οι ενάρετοι. Επειδή όμως γνωρίζουμε πολύ καλά αυτό πού γίνεται, κι ότι υφίστανται ψυχική βλάβη αυτοί οι όποιοι είναι ακλόνητοι στο τέλειο βίο, νομίζω ότι δεν αξίζει να το επιδιώκει κανείς τόσο πολύ, αλλά αντίθετα να προσέχει πάρα πολύ, για να μην συμφέρεται με τα βλαβερά εκείνος πού ελεύθερα αποφάσισε να αφιερωθεί στο Θεό.

Ποιό, λοιπόν, ανάμεσα σ' αυτά είναι το βλαβερό; Ό σεμνός βίος ενδιαφέρει όλους εξίσου και τούς άνδρες και τις γυναίκες. Και γνώρισμα της αφιερωμένης ζωής είναι ή ευσχημοσύνη κι ή κοσμιότητα. Αυτά όμως επιτυγχάνονται με τον ξεχωριστό και μοναχικό τρόπο ζωής, για να μπορεί έτσι ό άνθρωπος να παραμένει έξω από κάθε ανάμιξη και σύγχυση, αφού δεν θα παρασύρονται προς τα ατοπήματα της ασχημοσύνης ούτε οι γυναίκες από τούς άνδρες, ούτε οι άνδρες από τις γυναίκες.

Αλλά οι ανάγκες της οδοιπορίας ανατρέπουν την προσεκτική τήρηση αυτών των κανόνων και οδηγούν στην αδιαφορία για τα ατοπήματα. Γιατί είναι σχεδόν αδύνατο στη γυναίκα να διανύσει μια τόσο μεγάλη διαδρομή, αν δεν έχει κάποιον, πού θα την προστατεύει και, εξαιτίας της φυσικής αδυναμίας της, να την βοηθεί να ανεβαίνει στο ζώο και να κατεβαίνει από αυτό και γενικά να της συμπαρίσταται στις δύσκολες στιγμές. Κι αν το δεχθούμε αυτό, είτε της είναι γνωστός αυτός πού θα προσφέρει αυτή την υπηρεσία, είτε είναι υπηρέτης της αυτός πού θα εκτελεί αυτό το έργο, και στις δύο αυτές περιπτώσεις θα θεωρηθεί αξιόμεμπτη αυτή ή πράξη, γιατί δεν τηρεί την εντολή της αγνότητας, ούτε όταν στηρίζεται πάνω στον ξένο, ούτε όταν στηρίζεται πάνω στον συγγενή της.


Επειδή όμως παρέχεται μεγάλη ελευθεριότητα και αδιαφορία για το κακό στα πανδοχεία και στα καταλύματα των πόλεων των ανατολικών περιοχών, πώς θα είναι δυνατό αυτός πού περνάει μέσα από τον καπνό, να μην δοκιμάσει δριμείς πόνους στα μάτια, εκεί όπου μολύνεται και ή ακοή και ή όραση και ή καρδιά, ή οποία με την ακοή και με την δράση δέχεται τα ανεπίτρεπτα; Πώς θα είναι δυνατό να περάσει κανείς τα μέρη όπου κυριαρχούν τα πάθη, μένοντας απαθής;
Αλλά και τί περισσότερο θα βρει αυτός πού θα επισκεφθεί εκείνα τα μέρη; Μήπως παραμένει μέχρι τώρα σωματικά σ' εκείνα τα μέρη ό Κύριος, ενώ από μας απομακρύνεται; Η μήπως πλεονάζει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος μεταξύ των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, αδυνατώντας να φθάσει σε μας;

Και όμως αν επρόκειτο να αποδειχθεί ή παρουσία του Θεού από τα φαινόμενα, θα έπρεπε να δεχθεί κανείς ότι ό Θεός κατοικεί στη χώρα της Καππαδοκίας περισσότερο παρά στις άλλες περιοχές. Γιατί σ' αυτή τη χώρα υπάρχουν τόσα θυσιαστήρια, στα όποια δοξολογείται το όνομα του Κυρίου, όσα δεν θα μπορούσε κανείς να υπολογίσει, αν μετρούσε όσα υπάρχουν σε όλη σχεδόν την υπόλοιπη οικουμένη.

Κι έπειτα αν ήταν αφθονότερη ή χάρη στην περιοχή των Ιεροσολύμων, δεν θα βασίλευε ή αμαρτία σ' αυτούς πού κατοικούν εκεί. Τώρα όμως δεν υπάρχει είδος ακαθαρσίας, πού να μην το αποτολμούν αυτοί. Και πορνείες και μοιχείες και κλοπές και ειδωλολατρικές και μαγικές πράξεις και μίση και φόνοι διαπράττονται εκεί. Το τελευταίο μάλιστα κακό, δηλαδή το έγκλημα, επικρατεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε για την διάπραξη του φόνου να μην παρατηρείται τέτοια προχειρότητα πουθενά άλλου, όση στα μέρη εκείνα, όπου «για χάρη του αισχρού κέρδους» (Τιτ. 1,11), οι ομοεθνείς να πέφτουν ό ένας πάνω στον άλλο σαν τα θηρία. Εκεί, λοιπόν, όπου συμβαίνουν αυτά, ποιά απόδειξη υπάρχει, ότι είναι πλουσιότερη ή χάρη σ' αυτά τα μέρη;

Γνωρίζω όμως τί προβάλλουν οι πολλοί ως αντίλογο σ' αυτά πού έχω πει. Ισχυρίζονται δηλαδή και λέγουν: «Γιατί δεν επέβαλες αυτά ως νόμο και στον εαυτό σου; Γιατί, αν από τη μετάβαση δεν προκύπτει κανένα όφελος, για εκείνον πού πηγαίνει εκεί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, για ποιό λόγο υποβλήθηκες μάταια σ' αυτή την τόσο μεγάλη οδοιπορία;
Ας ακούσουν, λοιπόν, την απολογία μου γι' αυτά. Σε μένα, εξαιτίας της υποχρέωσης αυτής πού έτάχθηκα να ζω από τον Θεό πού κυβερνάει τη ζωή μας, δόθηκε εντολή από την ιερά σύνοδο, να φθάσω έως τα μέρη εκείνα, προκειμένου να τακτοποιηθούν εκκλησιαστικά θέματα στην περιοχή της Αραβίας. Κι επειδή συνορεύει ή Αραβία με την περιοχή των Ιεροσολύμων, έδωκα την υπόσχεση ότι θα συσκεφθώ και με τούς προϊσταμένους των αγίων Εκκλησιών εκείνης της περιοχής, γιατί είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους και χρειαζόταν κάποιος μεσολαβητής.



Έπειτα, αφού ό ευσεβής βασιλιάς μου εξασφάλισε την ευκολία να κάμω το ταξίδι με δημόσιο όχημα, δεν υπήρχε για μένα καμιά ανάγκη να υποστώ όλη εκείνη την ταλαιπωρία, πού αναφέραμε για τούς άλλους. Γιατί το όχημα ήταν για μας σαν άλλος ναός και μοναστήρι, αφού σ' όλο το ταξίδι όλοι μαζί ψάλλαμε και μαζί νηστεύαμε για τον Κύριο.

Λοιπόν, ή δική μου περίπτωση ας μην σκανδαλίζει κανέναν, αλλά ας γίνεται περισσότερο πειστική ή συμβουλή μου, γιατί συμβουλεύουμε γι' αυτά τα όποια διαπιστώσαμε με τα μάτια μας.

Άλλωστε και πριν από την επίσκεψη μου στην περιοχή της Γέννησης και μετά από αυτήν εγώ ομολόγησα ότι ό Χριστός, πού φανερώθηκε ως άνθρωπος, είναι Θεός αληθινός, χωρίς ή πίστη14 μου να είναι ελαττωμένη (προτού να επισκεφθώ τα Ιεροσόλυμα), ούτε να αυξηθεί μετά την επίσκεψη μου. Και την ενανθρώπηση από την Παρθένο γνώριζα πριν από την επίσκεψη μου στη Βηθλεέμ, και την Ανάσταση εκ των νεκρών πίστευα πριν αντικρύσω τον Τάφο, και την Ανάληψη στους ουρανούς παραδεχόμουν ως αληθινή, χωρίς να έχω επισκεφθεί το Όρος των Ελαιών. Από το ταξίδι εκείνο ωφελήθηκα τόσο μόνο, όσο για να διαπιστώσω ότι τα δικά μας, σε σύγκριση με τα έξω από την περιοχή μας, είναι πολύ πιο άγια από εκείνα.
Συνεπώς «όσοι σεβόσαστε τον Κύριο, να τον δοξολογείτε σ' όποιο μέρος κι αν κατοικείτε» (Ψαλ. 21,24). Γιατί ή προσέγγιση του Θεού δεν γίνεται με την τοπική μετακίνηση, αλλά όπου κι αν βρίσκεσαι, θα σε επισκεφθεί ό Θεός, αρκεί να βρει το κατάλυμα της ψυχής σου τέτοιο, ώστε «να κατοικήσει μέσα σου ό Κύριος και να περιπατήσει μέσα σου» ("Εξοδ. 20,24).


Αν όμως έχεις τον εσωτερικό σου κόσμο γεμάτο από ακάθαρτους λογισμούς, ακόμη κι αν φθάσεις στο Γολγοθά, ακόμη κι αν ανεβείς στο Όρος των Ελαιών, ακόμη κι αν βρεθείς κάτω από τον Τάφο της Αναστάσεως, θα απέχεις τόσο πολύ από το να δεχθείς μέσα σου το Χριστό, όσο κι εκείνοι πού δεν έκαμαν την πρώτη ομολογία, δηλαδή οι άπιστοι.
Συμβούλεψε, λοιπόν, αγαπητέ, τούς αδελφούς, «να αποδημούν από το σώμα προς τον Κύριο» (Β' Κορ. 5,8) κι όχι από την Καππαδοκία προς την Παλαιστίνη. Κι αν προβάλει κανείς το λόγο του Κυρίου, με τον όποιο έδωκε εντολή στους μαθητές, να μην απομακρυνθούν από τα Ιεροσόλυμα, ας σκεφθεί αυτό πού έχει λεχθεί. Επειδή δηλαδή δεν είχε γίνει ακόμη ή επιφοίτηση και ή διανομή της χάρης του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, ό Κύριος έδωκε σ' αυτούς την εντολή να παραμένουν στο ίδιο μέρος, «μέχρι πού να ενδυθούν την εξ ύψους δύναμη» (Πραξ. 1,4).



Κι αν αυτό πού έγινε στην αρχή, γινόταν μέχρι τώρα, κι αν το Άγιο Πνεύμα μοίραζε στον καθένα με τη μορφή του πυρός τα χαρίσματα, θα έπρεπε να έμεναν όλοι σ' εκείνη την περιοχή, όπου γίνεται ή διανομή του δώρου. Αν όμως «το Άγιο Πνεύμα πνέει και μεταβαίνει όπου θέλει» (Ίωάν. 3,8), τότε κι εκείνοι πού εδώ πιστεύουν, γίνονται μέτοχοι της δωρεάς, ανάλογα με την πίστη τους κι όχι εξαιτίας της μετάβασης τους στα Ιεροσόλυμα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.