Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ O ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ. ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1994 ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΑΙΝΤΑΝΑΓΙΑΣ Η (Σεντνάγια).ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ.



Στην πύλη του μοναστηριού έφτανες από μια απότομη σκάλα και στην κορφή της ανακάλυψα με ανακούφιση ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπαίνοντας σ’ έναν άδειο περίβολο, με τα βήματά μου να ηχούν στο πλακόστρωτο, αναρωτιόμουν πού μπορεί να είχαν πάει οι καλόγριες. Έπειτα στ’ αυτιά μου έφτασε η εξασθενημένη ηχώ ορθόδοξων ψαλμών κι έτσι κατευθύνθηκα προς την εκκλησία απ’ όπου ακουγόταν η μελωδία.


Δύο καλόγριες με μαύρες καλύπτρες έψελναν μπροστά σ’ ένα αναλόγιο, ενώ ο ιερέας, κρυμμένος πίσω από το εικονοστάσι, επαναλάμβανε το τραγούδι τους σαν ηχώ, με τη βαθιά, μπάσα φωνή του. Η εκκλησία δεν ήταν παλιότερη των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα, αν και υπήρχαν κάποια στοιχεία μεσαιωνικής λιθοδομίας χαμηλά, στους τοίχους του κεντρικού κλίτους. Η ατμόσφαιρα όμως ήταν τόσο αυθεντικά βυζαντινή όσο και στο Άγιον Όρος. Το μοναδικό φως τρεμόσβηνε στις ελάχιστες λάμπες που ήταν στερεωμένες στους ατσάλινους πολυελαίους, που κρέμονταν από το ταβάνι με χρυσές αλυσίδες. Καθώς οι φλόγες εξασθένιζαν, με το κερί να λιώνει και να στεγνώνει, οι τοιχογραφίες στους θολούς και στις κόγχες φωτίζονταν αμυδρά για μία μόνο στιγμή κι έπειτα χάνονταν πάλι στις σκιές.


0 ταξιδιωτικός συγγραφέας Κόλιν Θάμπροουν, που επισκέφτηκε το μοναστήρι το 1966, ισχυριζόταν ότι είχε γίνει θαύμα μπροστά στα μάτια του- είχε δει να κυλούν δάκρυα πάνω στην εικόνα της Παναγίας της Σεϊντνάια. Στην ίδια εκκλησία είδα κι εγώ ένα θαύμα ή κάτι που στις μέρες μας θα θεωρούνταν θαύμα, σε οποιαδήποτε χώρα της Μέσης Ανατολής κι αν συνέβαινε. Γιατί ήταν φανερό ότι το εκκλησίασμα δεν αποτελούνταν από Χριστιανούς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από Μουσουλμάνους με πυκνές γενειάδες. Όση ώρα ο ιερέας έσειε το θυμιατό γύρω από την Αγία Τράπεζα, ελευθερώνοντας μεγάλα σύννεφα από λιβάνι στο χώρο του Ιερού, οι άντρες διαρκώς σηκώνονταν και ξαναγονάτιζαν στα χαλάκια της προσευχής, σαν να παρευρίσκονταν στις προσευχές της Παρασκευής σε κάποιο μεγάλο τζαμί. Οι γυναίκες τους, μερικές ντυμένες με μακριά μαύρα τσαντόρ, σιγοψιθύριζαν ικεσίες μέσα απ’ τις σκιές του εξωνάρθηκα. Μερικές απ’ αυτές, παρακολουθώντας προσεκτικά τις Χριστιανές, πλησίαζαν τα εικονίσματα που κρέμονταν στις κολόνες της εκκλησίας, τα ασπάζονταν, έπειτα άναβαν κεριά και τα τοποθετούσαν στα μανουάλια μπροστά από τις άγιες μορφές. Από το πίσω μέρος του ναού έβλεπα τις αντανακλάσεις των γυναικείων προσώπων πάνω στη στιλπνή επιφάνεια των επιχρυσωμένων εικόνων.


Προς το τέλος της λειτουργίας ο ιερέας εμφανίστηκε και πάλι, αυτήν τη φορά μ’ ένα χρυσάφι πετραχήλι πάνω απ’ το ράσο του, και διέσχισε με το θυμιατό του την εκκλησία, περνώντας διακριτικά και σχεδόν απολογητικά πάνω απ’ τους σκυφτούς Μουσουλμάνους που έκλειναν το δρόμο του, πατώντας με πολύ προσεκτικά βήματα, σαν να επρόκειτο για πολύτιμα βάζα Ιζνίκ. Αν και είχα δει Μουσουλμάνους και Χριστιανούς να προσεύχονται μαζί στο νησί του Μπουγιούκ Αντά, έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη, αυτό εδώ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Τόση ανοχή -εκ μέρους και των δύο θρησκευτικών ομάδων- δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να συναντήσεις σήμερα οπουδήποτε αλλού στη Μέση Ανατολή.


Επρόκειτο βέβαια για απομεινάρι αλλοτινών καιρών. Οι Χριστιανοί της Ανατολής και οι Μουσουλμάνοι ζουν πλάι πλαι εδώ και μιάμιση σχεδόν χιλιετία και το ’χουν καταφέρω ρη σ’ ένα βαθμό αμοιβαίας ανοχής και κοινών εθίμων, τα οποία θα φάνταζαν αδιανόητα στον ομοιογενή χριστιανικό πληθυσμό της Δύσης.


Στις μέρες μας είναι πολύ εύκολο να βλέπουμε τη Δύση ως πατρίδα της ελευθερίας της σκέψης και της ανεξιθρησκίας και να ξεχνάμε ότι στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μόλις το δέκατο έβδομο αιώνα, ουγενότοι εξόριστοι που προσπαθούσαν να γλιτώσουν απ’ τις θρησκευτικές διώξεις στην Ευρώπη, έγραφαν με θαυμασμό για την πολιτική της θρησκευτικής ανοχής που εφαρμοζόταν σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ίδια ανοχή που είχε δώσει στέγη σ’ εκατοντάδες χιλιάδες απένταρους Εβραίους, εκδιωγμένους απ’ τους μισαλλόδοξους καθολικούς βασιλιάδες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, προστάτευσε και τους Χριστιανούς της Ανατολής στις πατρίδες των προγόνων τους, σε πείσμα των Σταυροφοριών και της απροκάλυπτης επιθετικότητας της χριστιανικής Δύσης. Μόλις τον εικοστό αιώνα η παράδοση της θρησκευτικής ανοχής έδωσε τη θέση της στη σκλήρυνση του ισλαμικού καθεστώτος και μόλις πρόσφατα ήταν που ο συγκρητισμός της Κύρρου και της Σεϊντνάια κατέληξε να θεωρείται πολύτιμο είδος προς εξαφάνιση


Καθώς η λειτουργία του Εσπερινού πλησίαζε στο τέλος της, οι πιστοί άρχιζαν σιγά σιγά να βγαίνουν από το ναό, για ν’ απομείνω μόνος με το σάκο μου στο πίσω μέρος της εκκλησίας. Ενώ στεκόμουν εκεί, με πλησίασε μια νεαρή καλόγρια μ’ ένα μαύρο, πλεκτό σκούφο, που έμοιαζε λίγο με τα κράνη που ’χαν βρεθεί στο Σάτον Χου, με την άκρη του υφάσματος να κατρακυλάει μέχρι τη βάση του λαιμού της. Η αδερφή Θέκλα είχε έξυπνα μαύρα μάτια και τολμηρό βλέμμα που φανέρωνε αυτοπεποίθηση- μιλούσε άπταιστα αγγλικά με ελαφριά γαλλική προφορά. Με ρώτησε από πού
ήμουν και αφού της απάντησα, σχολίασα τον αριθμό των Μουσουλμάνων που περιλάμβανε το εκκλησίασμα. Ρώτησα [αν αυτό ήταν κάτι ασυνήθιστο.


«Οι Μουσουλμάνοι έρχονται εδώ γιατί θέλουν μωρά», είπε απλά η καλόγρια. «Η Κυρά μας έχει φανερώσει τη δύναμή της κι έχει θεραπεύσει πολλούς Μουσουλμάνους. Οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν να μιλούν γι’ αυτήν και τώρα μας έρχονται περισσότεροι Μουσουλμάνοι παρά Χριστιανοί. Αν την καλέσουν, αυτή προστρέχει».


Ενώ μιλούσαμε, μας πλησίασε ένα ζευγάρι Μουσουλμάνων. Η γυναίκα είχε καλυμμένο το πρόσωπό της - μόνο το στόμα της φαινόταν κάτω απ’ τις λουρίδες του μαύρου υφάσματος. Ο σύζυγός της, ένας γεροδεμένος άντρας που είχε γενειάδα, αλλά όχι και μουστάκι, παρουσίαζε εξαιρετική ομοιότητα με το αγριότερο είδος αρχηγού κάποιας ομάδας Χεζμπολάχ, από εκείνους που φιγουράρουν στα δελτία ειδήσεων στο νότιο Λίβανο. Όμως, όποια κι αν ήταν η πολιτική του τοποθέτηση, στο ένα του χέρι κρατούσε ένα βαρύ τενεκέ γεμάτο ελαιόλαδο και στο άλλο μια πλαστική λεκάνη φορτωμένη καρβέλια ολόφρεσκο ψωμί. Τα έδωσε και τα δύο στη μοναχή, σκύβοντας ντροπαλά το κεφάλι του σαν σχολιαρόπαιδο κι έπειτα αποσύρθηκε πισωπατώντας φανερά αμήχανος.

«Έρχονται το βράδυ», συνέχισε η καλόγρια. «Κάνουν τάματα και μετά οι γυναίκες μένουν για να διανυκτερεύσουν. Κοιμούνται πάνω σε μια κουβέρτα, μπροστά στο άγιο εικόνισμα της Κυράς μας, που το ’χει ζωγραφίσει ο Άγιος Λουκάς. Μερικές φορές οι γυναίκες τρώνε το φιτίλι της λάμπας που ήταν αναμμένο μπρος στην άγια μορφή ή μπορεί να πιουν το αγιασμένο λάδι. Το πρωί πίνουν απ’ το νερό της πηγής που βρίσκεται στον περίβολο. Μετά από εννιά μήνες αποκτούν παιδιά».
«Και πιάνει;»

«Το έχω δει με τα μάτια μου», είπε η αδερφή Θέκλα. «Μια Μουσουλμάνα απ’ την Ιορδανία είκοσι πέντε χρόνια
προσπαθούσε να κάνει παιδί. Είχε περάσει τη συνήθη ηλικία που γεννάει μια γυναίκα, αλλά κάποιος για την Παρθένο της Σεϊντνάια. Ήρθε εδώ και πέρασε δυο νύχτες μπροστά στο εικόνισμα. Ήταν τόσο απελπισμένη που  κατάπιε τα φιτίλια από σχεδόν είκοσι λάμπες».
Τελικά τι έγινε;»
«Επέστρεψε τον επόμενο χρόνο», είπε η αδερφή Θέκλα «με τρίδυμα».


Η καλόγρια με οδήγησε μέσα απ’ τη νότια πτέρυγα του ναού κι έπειτα κατά μήκος ενός διαδρόμου, στο παρεκκλήσι όπου φυλάσσονταν τα εικονίσματα. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα έβγαλε τα παπούτσια της και μου υπέδειξε να κάνω το ίδιο. Τ’ ακούμπησα πλάι στο σάκο μου, δίπλα σ’ ένα βουνό από παπούτσια που είχαν ήδη αποθέσει στον προθάλαμο οι άλλοι προσκυνητές, και η αδερφή Θέκλα με οδήγησε στη σιωπή του ιερού χώρου. Ήταν ακόμη πιο σκοτεινά απ’ την εκκλησία, χωρίς παράθυρα για να εισχωρεί το αδύναμο φως του φεγγαριού και των άστρων που στη διάρκεια του Εσπερινού σκόρπιζαν ασημένια λάμψη πάνω από την Αγία Τράπεζα. Εδώ μόνο το τρεμοφέγγισμα απ’ τις εκατοντάδες λάμπες έριχνε στο εσωτερικό λίγο φως, το οποίο μας επέτρεψε να προσπεράσουμε -χωρίς να πατήσουμε πάνω τους- ένα ζευγάρι Μουσουλμάνων που είχαν πέσει μπρούμυτα πάνω στα χαλάκια τους, πλάι στην είσοδο.

«Και δεν σας πειράζει που έρχονται και προσεύχονται στην εκκλησία σας τόσοι πολλοί Μουσουλμάνοι;» ψιθύρισα.
«Είμαστε όλοι παιδιά του Θεού», είπε η αδερφή Θέκλα. «Ο Πανάγαθος μας φέρνει κοντά».


Ασπάστηκε μια εικόνα των στρατιωτικών Αγίων Σέργιου και Βάκχου κι έπειτα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου. «Μερικές φορές οι Μουσουλμάνοι υπόσχονται να βαφτίσουν το παιδί που θα γεννήσουν χάρη στην παρέμβαση της Μητέρας του Θεού. 

Παλιότερα αυτό γινόταν πιο συχνά, αλλά βέβαια εξακολουθούμε να χαιρόμαστε όποτε συμβαίνει. Άλλοι κάνουν τα παιδιά τους Μουσουλμάνους, αλλά όταν μεγαλώσουν αρκετά, τα φέρνουν εδώ για να μας βοηθούν όπως μπορούν, άλλοτε καθαρίζοντας την εκκλησία, άλλοτε στις
κουζίνες».


Στον ιερό χώρο ακούγονταν οι πνιχτοί ήχοι από τις προσευχές και τις χαμηλόφωνες ψαλμωδίες - κάποιοι προσκυνητές μιλούσαν μεταξύ τους ψιθυριστά. Πίσω μου μπήκε ένας Σύρος αλεξιπτωτιστής με στολή παραλλαγής. Προηγουμένως είχε αφήσει τις βαριές του μπότες πλάι στην είσοδο. Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να προχωράει προς τα εικονίσματα, κάνοντας συνέχεια το σταυρό του και σιγοψιθυρίζοντας προσευχές στην Παρθένο. Ο χώρος αυτός -το αισθανόσουν ενστικτωδώς- κι όχι τόσο η εκκλησία της μονής, ήταν το επίκεντρο της λατρείας.


Στο φως που σκόρπιζαν οι λάμπες ξεχώριζες παντού εικόνες μαυρισμένες απ’ τον καπνό, κάποιες αληθινά κομψοτεχνήματα. Υπήρχε ένας Αποκεφαλισμός του Ιωάννη του Βαπτιστή, απ’ τον οποίο οι ευσεβείς προσκυνητές είχαν ξύσει το πρόσωπο του δημίου. Υπήρχαν αμέτρητες εικόνες της Παναγίας, ανάμεσά τους και μία όπου η Παρθένος απεικονίζεται με μικρά, αμυγδαλωτά μάτια, σαν περσίδα πριγκίπισσα. 


Υπήρχε μια ωραία εικόνα της Κοίμησης, που η σύνθεσή της έμοιαζε -πολύ ενδιαφέρον- να έχει βασιστεί στην εικόνα της Ανάληψης που κοσμεί τα Ευαγγέλια του Ραμπουλά. Ωστόσο, η πιο φημισμένη απ’ τις εικόνες της Κυράς μας της Σεϊντνάια, το θαυματουργό εικόνισμα που λέγεται ότι είχε ζωγραφίσει ο Άγιος Λουκάς, ήταν αόρατη - έτσι που ήταν φορτωμένη με φιόγκους από μεταξωτές κορδέλες, παρακλήσεις γραμμένες με ορνιθοσκαλίσματα και ασημένια τάματα που αναπαριστούσαν μέλη του σώματος των προσκυνητών, που είχαν θεραπευτεί χάρη στις προσευχές της Παρθένου.


Οδηγώντας με προς την έξοδο, η αδερφή Θέκλα είπε: «Ελάτε, θα σας πάω στους ξενώνες. Πρέπει να φάτε κάτι πριν πάτε για ύπνο». Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς από τους δυο μας δεν είχε θίξει το θέμα της διανυκτέρευσής μου.
Στον ξενώνα μου υπέδειξαν ένα ντιβάνι, ενώ ένας που πήρε το σάκο μου για να τον πάει στο κελί μου. Η Θέκλα έχυσε από ένα θερμός πικρό αραβικό καφέ σ’ ένα μικρό φλιτζάνι και μου το πρόσφερε. Έπειτα έστειλε τον υπηρέτη στις κουζίνες για να φέρει φαγητό, που έφτασε λίγα' λεπτά αργότερα, στα χέρια ενός νεαρού δόκιμου• ένα πιάτο αραιή σούπα και λίγη φέτα, συνοδευμένα από αραβική πίτα. Όση ώρα έτρωγα η αδερφή Θέκλα καθόταν απέναντι μου και της έκφραση την απορία μου για την απρόσμενη φωτογραφία που κρεμόταν σε κορνίζα στον τοίχο δίπλα από το τραπέζι μου.


«Αυτοί είναι οι σύροι κοσμοναύτες μας», είπε, δείχνοντας την εικόνα τριών αντρών με διαστημικές στολές και τα κράνη τους υπό μάλης, σαν φαντάσματα που κρατούν τα κεφάλια τους στη σκηνή κάποιου θεάτρου. «Πέρασαν ένα μήνα στο σοβιετικό διαστημικό σταθμό Μιρ».
«Γιατί όμως βρίσκεται εδώ αυτή η φωτογραφία;» ρώτησα.
«Μας την έδωσαν οι κοσμοναύτες όταν επέστρεψαν στη Συρία».
«Ήρθαν εδώ;»
«Βεβαίως. Είναι και οι τρεις Μουσουλμάνοι, αλλά είχαν επισκεφτεί τη Σεϊντνάια πριν ξεκινήσουν και είχαν προσευχηθεί να πάνε όλα καλά. Έτσι, όταν γύρισαν σώοι, ήρθαν ξανά εδώ».
«Για να διηγηθούν στις καλόγριες τις περιπέτειές τους;»
«Όχι, όχι», είπε η αδερφή Θέκλα κοιτάζοντάς με όπως θα κοίταζε ένα μάλλον αργόστροφο δεκάχρονο. «Ήρθαν να ευχαριστήσουν την Παρθένο και να μας δώσουν δώρα, αυτήν τη φωτογραφία κι ένα πρόβατο».
«Πρόβατο;»
«Πρόβατο».
«Σαν... σαν οικιακό ζωάκι;»
«Όχι, όχι», είπε η Θέκλα και το πρόσωπό της σκυθρώπιασε ξανά. «Εννοείται ότι οι κοσμοναύτες ήρθαν να κόψουν


Το λαιμό του ζώου. Μου έριξε άλλη μια περιφρονητική μάτια «Ήταν μια θυσία στην Παρθένο», είπε, «για να την ευχαριστήσουν για την ασφαλή τους επιστροφή απ’ το Διάστημα»


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ. ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.