Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Σημειώσεις αδελφής Συγκλητικής.(Οπτασία παραδείσου καί κολάσεως). Ιερό ησυχαστήριο Παναγίας Γλυκοφιλούσης Ραψάνης.



Επιστολές καί σημειώσεις πνευματικῶν ἐμπειριών
Ἐν καιρῷ ξηρασίας
(Οπτασία παραδείσου καί κολάσεως)
Πόσα καί πόσα βάνει ὁ λογισμός να ισορροπήσει την ψυχή, πού πάντα πάει και ξεγλιστρᾶ ἀπό τό καθήκον της. Πολλά φέρω στόν λογισμό, τό πιό πλησίον (εἶναι ὁ θάνατος. Καί τί δέν μοῦ μιλᾶ (γι' αὐτόν
Ὁ θάνατος! Ε, τότε τί γυρίζεις, ψυχή μου; Ποῦ ἔχεις νά ὑπάγεις πλήν τοῦ Θεοῦ σου; Γύρισε εἰς ἑαυτόν καί ἰδέ τά μέσα σου καί τά γύρω σου καί ἐάν μένει τίποτε γιά νά ξεθαρρεύεις καί κάπου. Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα μέ δάκρυα ἔλουαν τήν ψυχή μου στην προσευχή. Πέρασε ἀρκετά ή νύκτα, νά ξεκουράσω τά ἀρρωστημένα μάτια μου, εἶπα. Καί ξαπλώνω, ἀλλά μέ πῆρε πολύ ἡ αἴσθησις τοῦ θανάτου καί μοῦ ἦταν ἀδύνατον νά κοιμηθῶ. Δέν ξέρω πῶς, μέ παίρνει κάποιος ὁδηγός μου, ἔτσι τό ἔνιωθα, πᾶμε ὥρα, πᾶμε σέ διάφορα άγνωστα ἀλλά ὡραῖα μέρη, τόσον ὄμορφα πού ἔλεγα μέσα μου: «Μά ἐγώ ἔτσι ἤθελα νὰ ζῶ, ἄς μέ ἀφήσει ὁ ὁδηγός μου τώρα ἐδῶ!» Χωρίς νά μιλᾶμε, ξέραμε ὁ ἕνας τά τοῦ ἄλλου. Βλέπω, βλέπω πολλά ὡραῖα παραδεισένια παλάτια, πάντερπνα, ἄπλετον φῶς, τροφή εὐφρόσυνος καί ἀγνώριστος ὡς πρός τά γήινα. Ἔπειτα, μέ κατεβάζει κάτω. Βλέπω μιά μεγάλη οπή ὅπου λεγόταν Ἅδης. Βλέπω κύματα θαλάσσης μαῦρα μεγάλα καί φωτιά μέσα να βράζει τό κῦμα καί ὁρμώντας ἐπάνω κάθε φορά φουρτουνιασμένα καί ἀγριεμένα, βγαίναν ἐπάνω ἄνθρωποι πού ἦταν μέσα στό κῦμα ποὺ ἔβραζε καί φώναζαν πολύ δυνατά τό «οὐαί». Καί σέ ἄλλο κῦμα φώναζαν τό «ἀλλοίμονον». Κλαίγαν, φώναζαν πολύ. Οἱ δαίμονες μέσα κι αὐτοί καί μέ τά καμάκια τους βουτούσαν μέσα πάλι τούς ἀνθρώπους ὅταν τό κῦμα τούς ἔβγαζε ἔξω, συνέχεια γινόταν αὐτό. Ἦταν ἀνεκδιήγητος ὁ φόβος ὅπου ἔνιωθα, πού κάνω νεῦμα στόν ὁδηγό μου ὅτι φοβᾶμαι καί μέ νεῦμα μοῦ κάνει: «μή φοβᾶσαι». Μέ πῆρε φόβος και τρόμος ἀλλά μέ καθησυχάζει ὁ ὁδηγός μου. Μετά ἀλλοῦ ὁδεύσαμε και κατόπιν συνῆλθα. Πώ! Πώ! Στ' αυτιά μου ὁ κλαυθμός καί ὁ ὀδυρμός, πάγωσα ἀπό τόν φόβον. Καί τί να πρωτοσκεφτώ. «Θεέ μου παντοδυναμε, ἐφρικίασε ὁ νοῦς μου καί ἡ καρδιά μου. Εάν, Κύριέ δέν μοῦ ἔδινες νά ἐλπίζω εἰς σέ καί νά θαρρῶ ὅλη εἰς σέ, θά εἶχα τελειώσει τῆς παρούσης ζωῆς. Ἀλλά ἀξίωσόν με, Θεέ μου, διά τῆς σῆς ἀπείρου εὐσπλαχνίας, μήν τύχω τῆς αὐτοῦ μερίδος, δηλαδή τοῦ Ἅδη, ἀλλά τῆς σῆς. Φώτισέ με νά ποιῶ τό δικό σου θέλημα καί νά μέ ἐλεεῖς, ὡς ἐλεήμων ὑπάρχων καί φιλάνθρωπος. Νά μέ ἐλεεῖς πάντα. Δούλη σου εἶμαι ἁμαρτωλή καί παιδί σου».


Βιβλιογραφία. ΙΩΣΉΦ Μ.Δ. ΠΑΡΑ ΤΑΣ ΠΟΔΑΣ ΤΏΝ ΑΓΊΩΝ.. ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.