Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Σημειώσεις αδελφής Συγκλητικής. Ιερό ησυχαστήριο Παναγίας Γλυκοφιλούσης Ραψάνης.Συγκλονιστική ἐμπειρία περί Κρίσεως.



Σημειώσεις ἀδελφῆς Συγκλητικῆς γιά πνευματικές εμπειρίες

Συγκλονιστική ἐμπειρία περί Κρίσεως


Κάτι μοῦ εἶπε ἡ σεβαστή Γερόντισσα καί ἔκανα πολλή προσευχή (να μοῦ φανερωθεῖ), ἐάν ἦτο ἁμαρτία καί πόσο μεγάλη, μήπως ἐλύπησα τή Γερόντισσα. Θεωροῦσα ὅτι εἶχα λυπήσει τόν Θεόν. Ἔκανα πολλή προσευχή μετά δακρύων πολλῶν. Μόλις ξάπλωσα μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, προσπαθοῦσα νά βρῶ τήν συγχώρηση ἀπό τόν Θεό. Καί μόλις ἐκλίθην δι᾽ ὕπνον, εἶδα σάν νά βγαίνω ἀπό τό σῶμα μου. 

Πρῶτα ἔβλεπα ὅτι ἄρχισα να ξεκολλῶ ἀπό τά πόδια μου τά ὁποῖα αἰσθανόμουν ὅτι εἶχαν παγώσει, ἔπειτα ἕως τήν μέση πάγωσα, ἔπειτα πάγωσαν τα χέρια μου καί εἶχα φθάσει ὅλη νά εἶμαι στην καρδιά. Ελεγα μέ τόν λογισμό: «Τώρα θα φύγω». Καί πράγματι, ἀνοίγω το στόμα μου καί βγαίνω. Βλέπω κάτω τό σῶμα μου νεκρό καί ἔλεγα: «πῶς ζοῦσα ἐκεῖ μέσα;» Πολύ άσχημο τό ἔβλεπα, δέν ἤθελα νά μοῦ ἔλεγαν να ξαναμπῶ πάλι μέσα στόν ἑαυτό μου. Ἀφοῦ ἐφύγαμε ἀπό ἐκεῖ πού της ἄγγελο, ν' ἀνεβεῖ ἔβλεπα τόν ἑαυτό μου, πᾶμε με τον φύλακά μου ψηλά ψηλά. Σχίζουμε νέφη, συναντοῦμε ἄλλου είδους πράγματα, ξένα ἀπό τά ἐπίγεια, βαδίζουμε, βαδίζουμε σαν πετώντας. Τελικά έφθασα, ἀφοῦ πολλά εἶδα στην Κρίση τοῦ Θεοῦ. Ὡραῖοι θάλαμοι, δεν γράφονται, οὔτε ἐκφράζονται. 

Τρεῖς θρόνοι μέ τρία πρόσωπα ὁ κάθε θρόνος, με ὡραῖα τραπέζια καί ἔκριναν τόν κόσμο ὅλο, ὁ καθείς μέ τίς πράξεις του καί ἔργα του.
Ἐκεῖ ὅλοι τρέμαμε τήν τελευταία ἀπόφαση πού ἔπαιρνε κανείς, ὅλοι κρατούσαμε ἀπό ἕνα μπλοκάκι μέ τίς ἁμαρτίες καί ἔργα. Ἐκεῖ φόβος μέγας, δέος πολύ, ἱκεσία πολλή εσωτερική, γιά τό τί ἀπόφαση θά βγεῖ.
Βλέπω κι ἐγώ τόν ἑαυτό μου ὅτι ἦρθε ἡ σειρά μου καί στούς τρεῖς θρόνους στούς κριτάς, σέ τρεῖς μεριές τόν ἑαυτό μου τόν ἔβλεπα καί ἐγώ τώρα σε τέταρτη, πού θεωροῦσα στίς τρεῖς καταστάσεις τόν ἑαυτό μου πού κρινόμουν στην Κρίση ἀπό τούς τρεῖς θρόνους καί κριτάς, ὁλόλαμπρη, μές στό φῶς, ἐστεφανωμένη μέ ἀξιώματα θαυμάσια καί φοβερά, καί γλυκεῖα, ἱλαρή. 

Πῶς νά περιγράψω τό μυστήριον, τό μυστήριον τοῦ θανάτου καί τῆς Κρίσεως; Τελικά φθάνω στήν ἐξέταση, ἐκεῖ ὅλα ἦσαν φανερά, ἔργα καί διαλογισμοί, ὅλα ἐγνωρίζοντο ἀπό τούς κριτάς.
Βγαίνει ἡ μία ἀπόφασις, βλέποντας τό χαρτί μου, ἀπό ὅ,τι ἦταν γραμμένα καί σβησμένα ἀπό τήν ἐξομολόγηση. Μέ σιγή, τά πάντα γυμνά ἐκεῖ καί τετραχηλισμένα, μέ στέλνουν οἱ πρῶτοι τρεῖς στούς δεύτερους τρεῖς. Βλέπω τώρα τόν δεύτερο ἑαυτό μου στούς δεύτερους κριτάς.


Βλέπουν πάλι τό χαρτί μου πού κρατοῦσα, πάλιν σιωπηλά μέ στέλνουν στους τρίτους. Καί ἐκεῖ βλέπουν τό διαβατήριό μου νά τό πῶ (δηλ. τό μπλοκάκι μου πού ἦταν τό πνευματικό μου διαβατήριο). Απάντηση καμία. Ὅλοι ἱλαροί πού τούς ἔβλεπα, χαρά καί φόβος, ἔκθαμβη και ἐκστατική, δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ διά τήν στιγμή αυτή. Ρωτοῦσαν ποῦ νά μέ κατατάξουν, καί στό βάθος ή Κυρία Θεοτόκος καί ὁ γλυκύς Ἰησοῦς Θεός ἀπό τά πάντερπνα παλάτια πῆραν τήν ἀπόφαση. Ἄκουσα τί μοῦ εἶπαν καί σέ ποιό μέρος κατατασσόμουν. 

Καί ἐκεῖ στήν μεγάλη μου χαρά, μέ παίρνει ὁ ὁδηγός μου καί μέ φέρνει πίσω. Στενοχώρια ἐγώ πολλή, βλέπω τόν ἑαυτό μου κάτω νεκρό καί μοῦ λέγει: «Μπές πίσω μέσα», ἐγώ δέν ἤθελα, τοῦ λέγω: «Κύριέ μου, βρωμάει, δέν μπορῶ νά μπῶ, ἀφῆστε μου σέ αὐτήν τήν πολυτέλεια να μείνω. Σ' αὐτήν τήν δυσωδεστάτη σάρκα καί ζωή δέν θέλω να ξαναμπῶ». «Όχι», μου λέει, «ἄλλη φορά θα σε πάρω». Με μεγάλη αγωνία τοῦ λέγω: «ἀπό ποῦ νά μπῶ;» Μοῦ λέγει: «ἀπό ὅπου βγῆκες, ἔτσι εἶναι ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ».
Καί σάν τό ψάρι στό νερό, παρότι οὔτε ἤθελα νά ἐπιστρέψω πίσω, παίρνω δύναμη καί ἀπό τό στόμα μπῆκα στόν ἑαυτό μου καί ἀμέσως ἀνοίγω τα μάτια μου καί ἤμουν στήν θέση μου.
Τί νά σκεφθῶ; Ἀκόμη ἡ μνήμη καί ἡ ἔξοδος αυτή καί ὅλα ἀξέχαστα μένουν. «Ἄχ! Ἰησοῦ μου, γλυκύτατε Πατέρα μου, Τριάς Ἁγία ὑπερούσιε, Τρισήλιε Παντοκράτωρ, ἀξίωσέ με παντοτινά νά ζήσω μαζί σας. 

Σκέπασόν με ἀπό πάσης ἐνέδρας τοῦ πονηροῦ καί ἀξίωσόν με νά τρέφομαι μέ τήν δόξαν σου, Ἁγία μου Τριάς παναγία, πρεσβείαις τῆς πανάγνου σου μητρός Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων. Δός πάντοτε φῶς στήν ψυχή μου καί ποτέ μή ἰδῶ σκότος καί ἀμέλεια τῆς ἁμαρτίας.Πάντοτε νά νήφω, να βιάζω (τόν ἑαυτόν μου) καί τίποτε νά μήν μοῦ γίνει ἐμπόδιο διά τήν ἀγάπη σου. Σκέπασόν με, σκέπασόν με! Ἁγία μου
Τριάς παναγία, σέ φιλῶ ἀχόρταγα τά θεῖα σου μεγαλεῖα, Τριάς Μονάς
Ἁγία, φῶς καί πρόσωπα τρία».


Βιβλιογραφία. ΙΩΣΉΦ Μ.Δ. ΠΑΡΑ ΤΑΣ ΠΟΔΑΣ ΤΏΝ ΑΓΊΩΝ.. ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας ευχαριστούμε.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.