Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

The Homeless Recognizing our shared humanity with the homeless

The Homeless
Recognizing our shared humanity with the homeless

Some forty years ago, I was walking with an elderly bishop of the Russian Church, on a street in San Francisco. I had spotted a filthy homeless man walking towards us. This man's hair was disheveled, filthy with years of dirt, and was wearing torn clothing. He had no soles on his shoes, so with each step we could see the bottom of his feet. Instinctively, I took the elbow of the bishop, and attempted to get him to cross in the middle of the street. The bishop asked why, and I said, "Look at the crazy man coming towards us". The bishop told me we were not crossing, but would continue.

When directly in front of the the man, the bishop stopped, reached out, taking the man's filthy right hand into his own, and placed a twenty dollar bill into the man's hand, covering the bill with the man's left hand. At that moment the man looked up into our eyes, saying nothing. But looking back were the bluest, clearest eyes I had ever seen. They were not the eyes of a homeless man, nor the eyes of a deranged man, eyes filled with wisdom, compassion, and holiness.

As we walked away, I remarked about the man's eyes, to which the bishop responded by saying, "We just encountered an angel unaware, and we were being tested," recalling the words of Scripture, "Be not forgetful to entertain strangers: for thereby some have entertained angels unawares" (Hebrews 13:2).

I shall never forget that moment, and will forever expect that a homeless person might indeed be an angel unaware. With that in mind, I have been carrying one twenty dollar bill, one ten dollar bill, one five dollar bill, and a one dollar bill, in my left pocket. Should I encounter a homeless person, I am not forced to decide whether they will use any money I give them for drugs or alcohol, or if they are worthy of my charity, but I leave it up to God. Since the bills are previously mixed, whatever I pull out is up to God. They person receives what God has decided they need.

I once heard of a wonderful woman who would routinely give a backpack that was full of socks, gloves, hand-warmers, a beanie, toiletries, and a letter from her saying everything would be OK, to a homeless person. In one fell swoop. she gave them the ultimate gift, warmth and dignity.

For most homeless people, asking for handouts, and constantly being told to move along, get a job, or even totally ignored, leaves them feeling totally useless. The idea of getting wasted thus becomes very appealing, for it allows them to forget, even for a few hours, the humiliation and pain they experience on a daily basis. Other homeless people are the only ones they relate to, and they thus fall into a trap that only serves to perpetuate their sense of despair.  It becomes a trap from which they feel utterly unable to escape. 

There are kind people who give out prepared packs with toothpaste and a toothbrush, deodorant, disposable razors and shaving cream, socks, hand/feet warmers, etc. When they see someone who needs help they give them the pack, together with some cash. Most important, they demonstrate to the homeless person that they are worthy of kindness and love.

Perhaps the most invaluable thing we can do for the homeless person we meet is to stop and have a real conversation with them. In doing so we recognize their dignity as fellow citizens, and extend Christ's love for them in our charity.  

Most importantly,  it is not the money people need from us, but a sense of normalcy. When we acknowledge them with a friendly hello, we restore their sense of shared humanity, and doing so can be the catalyst to helping them turn away from drugs and alcohol, which they often use as a way of escaping the reality of their horid state.

With love in Christ,
Abbot Tryphon

Palm Sunday in Aguacate, Guatemala. Holy week is upon us!

"Ecco, lo Sposo viene nel mezzo della notte.

"Ecco, lo Sposo viene nel mezzo della notte. Beato il servo che Egli troverà desto; indegno, invece, colui che troverà ozioso. Bada, anima mia, di non lasciarti prendere dal sonno, per non essere consegnata alla morte ed esclusa dal Regno. Rientra in te stessa ed esclama: Santo, santo, santo sei, o Dio, per l'intercessione della Madre di Dio, abbi pietà di noi".

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι

Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι 

 Ένας φίλος μου είχε ένα όνειρο. Ήταν ενα όνειρο στις μαργαριταρένιες πύλες, με την αναπόφευκτη συνέντευξη στον άγιο Πέτρο. Ο άγιος Πέτρος είπε πως θα έκανε ένα γύρο με το φίλο μου: ένα είδος εισαγωγικής περιήγησης. Όταν όμως έφθασαν στον ουρανό και κοίταξαν πάνω από τον τοίχο , μπόρεσαν να βρούνε όλους κι όλους δύο αγγέλους που σεργιάνιζαν τριγύρω με τρόπα ακατάστατο, ενώ ολόκληρος ο χώρος ήταν άδειος. "Που είναι όλοι τους;" , ρώτησε ο φίλος μου. "Α!", είπε ο άγιος Πέτρος.''Κάθε ένας που έπρεπε να είναι εδώ, είναι από εκείνους που βοηθούν τον κόσμο που βρίσκεται στο άλλο μέρος.''
Αυτό θυμίζει μια ιστορία που είπε ο στάρετς Σιλουανός, ο Ρώσος άγιος άνθρωπος που πέθανε το 1938 στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Όρος Άθως. Ο Σιλουανός είχε μια συζήτηση με έναν αυστηρό ερημίτη. Ο ερημίτης δήλωνε με προφανή ικανοποίηση : ''Ο Θεός θα τιμωρήσει όλους του άθεους.Θα καίγονται στο αιώνιο πυρ.'' Εμφανώς αναστατωμένος ο Σιλουανός είπε: "Πες μου, αν υποτεθεί ότι πήγαινες στον παράδεισο, και απο κει κοιτούσες κάτω και έβλεπες κάποιον να καίγεται στη φωτιά της κόλασης - θα αισθανόσουν ευτυχής;". "Είναι αναπόφευκτο. Το φταίξιμο θα είναι δικό τους." είπε ο ερημίτης. Ο στάρετς απάντησε " Η αγάπη δεν μπορεί να το αντέξει. Πρέπει να προσευχόμαστε για όλους". Για τον Σιλουανό, το προσευχόμενο πρόσωπο μπορεί να ενσωματώσει κάθε πρόσωπο και κάθε πράγμα. Τίποτε δεν του είναι αλλότριο. Πίστευε ότι ο Θεός αγαπάει το κάθε τι. Πρόκειται για ένα όραμα της κοσμικής ενότητας. Υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που έχουν οράματα κοσμικής ενότητας και αυτά είναι συχνά κοινότοπα, όμως εκείνο του Σιλουανού ήταν διαφορετικό. Γιατί η δική  κοσμική ενότητα ήταν ριζωμένη στην προσευχή και στη γνώση ότι δεν υπάρχουν όρια στην αγάπη του Θεού, επειδή αυτή αγκαλιάζει τον καθένα, συμπεριλαμβάνοντας και εκείνους που έχουν απορρίψει το Θεό. "(ο Θεός) πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθειν".( Α Τιμ. β΄4)
Για τον Σιλουανό "να προσεύχεται κανείς για όλους" σημαίνει να κλαίει για τον κόσμο, γνωρίζοντας πόσο πολύ αγαπάει ο Θεός τη δημιουργία Του, γνωρίζοντας μια αγάπη χωρίς όρια. Έμαθε να υποφέρει μαζί με τον κόσμο και παρ΄όλα αυτά να μην απελπίζεται. Για τον Σιλουανό η προσευχή του ήταν μέρος του κανόνα ενός ασκητού που ζει μέσα στην Ορθόδοξη ρωσική παράδοση, όμως η προσευχή αυτή έχει σημασία για όλους τους χριστιανούς. Αντελήθφη ότι ο Θεός του έλεγε:"Κράτα το νού σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι" : Να βρίσκεσαι στον τόπο της απελπισίας και όμως να μην απελπίζεσαι. Σταύρωση - Ανάσταση. Το Πάθος συνδεδεμένο με την Ανάσταση και αντίστροφα: Κράτα το νού σου στον άδη και μην απελπίζεσαι.

π. Σωφρονιος



ΤΙ είναι ή βασιλεία τον θεού; Τό νά συγχωρούμε ό Ενας τον άλλον, οπως συγχωρεί ο Θεός κι εμάς.  Τό νά αγαπάμε ό ένας τον άλλον, όπως αγαπά κι εμάς ο Θεός. Όταν έχουμε μέσα μας την Αγάπη, τι μεγαλύτερη ευτυχία μπορεί νά υπάρξη ;

Μιά μέρα είχα νά κάνω έπίσκεψι στό όρθοπεδικό τμήμα τής Κλινικής μας. 'Ο διάσημος ορθοπεδικός μας είχε φύγει ξαφνικά. Βαθιά πικραμένος μας αποχαιρέτησε, κι’ έτσι μου προστεθεί στις συνήθεις μου ασχολίες καί ή διεύθυνσις του ορθοπεδικού τμήματος.
Στήν έπίσκεψι πρόσεξα μιά καινούργια άρρωστη. Ηταν μιά σαραντάχρονη χωρική άπό τόν Μέλανα Δρυμό, πού έμενε κατάκοιτη. 

Τό δυνατό, κάπως σκληρό της πρόσωπο, τά τεντωμένα της μαλλιά, χτενισμένα πρός τά πίσω, πού άρχισαν νά γίνωνται γκρίζα, έδειχναν πώς ήταν άπ’ τις χωρικές πού βλέπει κανείς στά ψηλότερα μέρη του Μέλανος Δρυμού. Οχτώ χρόνια τώρα, έλεγε το χαρτί του γιατρού πού μας τήν έστελνε, ήταν ή γυναίκα παράλυτη κι άπ’ τά δυό της πόδια κι’ έμενε κατάκοιτη. Το ιστορικό άνέφερε ένα μικρό άτύχημα, πού της είχε συμβή λίγο πριν μείνη παράλυτη.

Τήν έξήτασα έπιπόλαια στήν άρχή. Στά γυμνά της πόδια δέν υπήρχε τίποτε τό μή φυσιολογικό, έκτός άπό μιά ώρισμένη άτροφία των μυών, πού τήν δικαιολογούσε τελείως ή μακρόχρονη άκινησία. Πιό άσχημα φαίνονταν τά άκρα των ποδιών της. Αύτή ή παθολογική κατάστασις παρουσιάζεται, όταν τά πόδια γιά πολύν καιρό κρατιώνται τεντωμένα. Καταλήγει σέ μιά πολύ μεγάλη σμίκρυνσι του γαστροκνημίου μέ τόν άχίλλειο τένοντα. Σέ μιά τέτοια περίπτωσι τό πόδι δέν μπορεί πιά νά σηκωθή, γιατί οί άνάλογοι μύες έχουν έκφυλισθή καί ό γαστροκνήμιος έχει βραχυνθή. "Αρρωστοι μέ αυτήν τήν πάθησι δέν μπορούν πιά νά βαδίσουν καί όταν το προσπαθήσουν περπατούν στά δάκτυλα.
Κάπως έκπληκτος έξήτασα καλύτερα τήν γυναίκα. ’Αλλά δέν μπορούσα νά διαπιστώσω καί πάλι καμμιά άπώλεια ούτε καί βλάβη της αισθητικότητας του δέρματος ή μια παράλυση των νεύρων. Καί στήν άκτινογραφία δέν υπήρχε ούτε τραυματισμός του κρανίου μέ έπίδρασι στό μυαλό, ούτε καμιά μεταβολή στήν σπονδυλική στήλη καί στον νωτιαίο μυελό.

"Ολα αύτά φαίνονταν πολύ παράξενα. 'Η κατάστασις του άκρου ποδός βασικά μπορούσε νά έξηγηθή. Ήταν δυνατόν νά έχη δημιουργηθή μέ τήν μακροχρόνια κατάκλισι. Γιατί, όταν είναι κανείς ξαπλωμένος, τό πόδι άπό μόνο του παίρνει μιά θέσι έκτάσεως, οι μύες της γαστροκνήμης μάς κονταίνουν καί τεντώνονται άντίστοιχα οί μύες πού άνασηκώνουν τό πόδι. Πάντα συμβαίνει αύτό τό πράγμα. Ό καθένας μπορεί νά τό παρατηρήση στόν έαυτό του. Σ’ αύτά προστίθεται ή πίεσις των σκεπασμάτων καί των παπλωμάτων, πού υποβοηθούν στό νά μένη τεντωμένο τό πόδι.

Τελείως όμως ανεξήγητη μου ήταν ή παράλυσις. Γιατί λοιπόν έμενε ή γυναίκα όχτώ χρόνια άκίνητη στό κρεββάτι, έφ’ 'όσον οί άκτινογραφίες, πού είχε φέρει μαζί της καί εκείνες πού της πήραμε εμείς δέν έδειχναν κάταγμα κανένα, ούτε στά πόδια, ούτε στήν σπονδυλική στήλη, ούτε στή λεκάνη ;
Ή ιατρική γνωρίζει πολλών ειδών παραλύσεις. Οί πραγματικές παραλύσεις μυών, σχεδόν πάντοτε, παρουσιάζονται μαζί μέ μιά βαρειά πάθησι του έγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού ή μέ μιά βλάβη τών νεύρων ύστερα άπό τραυματισμό ή δηλητηρίασι. Εκτός άπ’ αύτές όμως τίς περιπτώσεις υπάρχουν καί περίεργες παραλύσεις, πού δημιουργούνται έκ του ότι ένας άρρωστος, ύστερα άπό ένα όποιοδήποτε σόκ ή πόνο, δέν μπορεί πιά νά κάνη «ορισμένες κινήσεις. 

Είναι κάπως «μπλοκαρισμένος». 'Ο άρρωστος δέν βρίσκει τή στιγμή πού θέλει τήν ίκανότητα νά μετακινήση τά μέλη του. *Η νευρική μεταβίβασις έχει πάθει βλάβη καί τά τμήματα τών μυών πού είναι αναγκαία γιά μιά ώρισμένη κίνησι δέν μποροΰν πιά νά προχωρήσουν στή δουλειά τους. Νεαροί γιατροί συμπεραίνουν ότι πρόκειται περί «υστερίας» ή «σκοπίμου άπατης» καί βλέπουν ένα τέτοιον άσθενή ή σάν τρελλό ή σάν ψεύτη. Αλλά είναι καλύτερα νά άφήνη κανείς τέτοιες πρόχειρες διαπιστώσεις καί νά προσπαθή νά άνακαλύψη τις βαθύτερες αιτίες.

Μ’ αυτήν τήν ιδέα έπισκέφθηκα ένα άπό τά έπόμενα βράδυα τήν χωρική μου. Τήν είχαν σ’ ένα μικρό δωματιάκι μόνη της, γιατί τό τμήμα μας ήταν κατάμεστο. Τράβηξα μιά καρέκλα, κάθησα δίπλα στό κρεββάτι κα άρχισα να κουβεντιάζω. Πρτ’ άπ’ ολα έμαθα, όπως πάντοτε φρόντιζα νά κάνω, γιά τό σπίτι της, τά χωράφια καί τά λιβάδια, τά άλογα καί τά ζώα της. Άπό τις άπαντήσεις της έβγαινε, ότι ήταν μιά γυναίκα πού κρατιόταν καλά. Όπως τά άπαριθμοϋσε όλα αυτά σου έκαναν εντύπωση. Επρεπε νά ήταν μιά περίφημη περιουσία μιας μεγάλης άγροτικής οίκογενείας.

"Ύστερα ήρθα καί στήν άρρώστια της. Έδώ όμως βρέθηκα μπρός σέ κάτι πολύ παράξενο : "Όταν ζητούσα νά πάρω πληροφορίες γιά τό πώς έπεσε ή γιά τήν πορεία της άρρώστιας της, άρχιζε ή άρρωστή μου νά μέ κατακλύζη άμέσως μέ ένα χείμαρρο λέξεων.
Λοιπόν, αυτό συνέβη πρό οχτώ έτών. Είχαν έρθει νά τούς επισκεφτούν, ό άδελφός του άνδρός της, ή άδελφή της, ό άδελφός της καί ή πεθερά της. Ολοι ήταν καθισμένοι έξω, κάτω άπό τήν γέρικη καρυδιά, σ’ ένα τραπέζι, έλεγαν αστεία μεταξύ τους καί γελούσαν. Εκείνη όμως στεκόταν, όπως συνέβαινε τις πιό πολλές φορές, τελείως μόνη στήν κουζίνα καί έπρεπε νά βράζη καφέ. Κανείς δέν τήν βοηθούσε. Πάντοτε οί άλλοι τήν άφηναν νά τούς ύπηρετή. Ήταν μονάχα ένα ύποζύγιο.

Όταν πήγαινε κι’ αύτή νά χαρή, ήταν ό τελευταίος τροχός της άμάξης.
Ακριβώς τό ίδιο γινόταν κι* αυτήν τή φορά. Εκείνη στεκόταν στή φωτιά καί οί άλλοι διασκέδαζαν. Ξαφνικά παρετήρησε ότι ή φωτιά έσβηνε. Βγήκε έξω νά φέρη λίγο δαδί. Τρέχοντος κατέβηκε τήν πέτρινη σκάλα πού οδηγούσε άπό τήν κουζίνα στήν αύλή δπου ήταν τά ξύλα. Στή βιασύνη της γλίστρησε άπ’ τή σκάλα, έχασε τήν ισορροπία της καί έπεσε μέ τό κάθισμα δυνατά έπάνω στά σκαλοπάτια.

      Δέν μπορούσα νά σηκωθώ. "Ακόυσαν στο τέλος οί άλλοι τΙς φωνές μου καί έτρεξαν—πρώτος ό άδελφός μου κατόπιν ό κουνιάδος μου καί εκείνος είπε : «Γιά όνομα του Θεού, τί έγινε ; Γιατί ξάπλωσες στή σκάλα; "Έπεσες...» Καί ή άδελφή μου είπε : «"Άννα, τί συνέβη ; Πληγώθηκες ;» Δέν μπορούσα νά πώ τίποτε πιά, γιατρέ, μόνον ούρλιαζα άπό τούς πόνους. Μετά φάνηκε ό άνδρας μου νά έρχεται. Γέλασε μόνον καί μου είπε : «Γιατί κατρακυλάς στή σκάλα ; Μπορείς νά τήν κατεβαίνης όπως κι’ εγώ» Ένώ έγώ είχα πέσει καί είχα τέτοιους πόνους εκείνος μου μιλούσε έτσι. Κατόπιν όμως φοβήθηκε όταν πρόσεξε ότι δέν μπορούσα νά ξανασηκωθώ—καί του έφυγε τό γέλιο. Από έκείνη τήν ήμέρα γιατρέ μου δέν ξαναπερπάτησα. Είμαι κατάκοιτη καί παράλυτη όχτώ χρόνια.

Αρχισε νά κλαίη. Τήν άφησα γιά λίγο στον πόνο της, καί μετά τήν ρώτησα:
      Καί τί έγινε κυρά μου κατόπιν ;
—"Α, ναί, είπε κι’ άναστέναξε λίγες φορές ακόμη. "Όπως ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω μου, μέ σήκωσαν, μέ έβαλαν στο δωμάτιο, μέ ξάπλωσαν στο κρεββάτι καί κουβέντιαζαν μεταξύ τους τί έπρεπε νά κάνουν. "Εβρασαν τον καφέ, καί ό άνδρας μου έστειλε στο τέλος τον υπηρέτη μέ τήν μοτοσυκλέττα νά φέρει το γιατρό."Υστερα άπύ δύο ώρες ήρθε ό γιατρός καί μέ εξέτασε. Δέν μπορούσε όμως νά βρή τίποτε, καί δέν καταλάβαινε γιατί πονούσα. Στο τέλος είχε τή γνώμη, ότι έσπασε το ιερό όστούν, ότι έγινε έκεϊ μιά αιμορραγία, καί είπε ότι έπρεπε νά το άλείψω μέ ξύγκι, καί νά μείνω άκίνητη στο κρεββάτι όχτώ μέρες. Καί όλοι μέ λυπόντουσαν, πού είχα πέσει τόσο βαριά. Κανείς δέν ήθελε νά πιστέψη, ότι δέν μπορούσα πιά νά περπατήσω ούτε ό γιατρός, άν καί είχε πολύ σοβαρό ύφος. Καί προσέξτε γιατρέ, έπειδή όλοι σχεδόν είχαν τύψεις, για αυτό μέ επισκέπτονταν τακτικά καί μου έφερναν ένα σωρό πράγματα. Πιο πριν δέν μου έδινε κανείς καμιά σημασία. Πριν έπρεπε μόνο νά δουλεύω καί κανείς δέν μέ λυπόταν.
Αρχισε νά κλαίη κι έκείνη τή στιγμή ένιωσα, σέ τί περιβάλλον χωρίς άγάπη καί οίκτο ζούσε αυτή ή γυναίκα. Όλόκληρη ή κακοτυχία μιας ζωής, μ’ άτέλειωτα βάσανα καί ταπεινώσεις, γέμιζε τήν ψυχή της. Αναστέναξε μερικές φορές—ξαναβρήκε τόν έαυτό της πάλι καί άρχισε νά διηγήται ξανά:

— Τώρα είναι τελείως διαφορετικά. Τώρα έρχονται στό κρεββάτι μου καί δέν μπορώ νά πω τό άντίθετο,—είναι καλοί μαζί μου. Ναί, άλλά τί νά μου κάνουν ολα αυτά γιατρέ, όταν εγώ δέν μπορώ πιά νά περπατήσω, όχτώ χρόνια τώρα;
Όλόκληρη ή Ιστορία μου έγινε σιγά-σιγά πιό καθαρή. Βέβαια ή γυναίκα τότε είχε χτυπήσει βαριά στήν σκάλα. "Ισως πράγματι νά είχε ραίση τό ιερό οστούν, καί αύτό είναι άλήθεια ότι πονά πολύ, γιατί οί μεγάλοι μύες του καθίσματος πού πιάνουν στό Ιερό οστού, μέ τήν παραμικρότερη κίνησι τραβούν τό σπασμένο μέρος. Αλλά αύτό δέν ήταν λόγος μιας πολύχρονης παραλύσεως. *Η θεραπεία δέν διαρκεί ποτέ τόσο πολύ.
Προηγουμένως μου έκανε εντύπωση πώς μιλούσε γιά τόν άνδρα της. Τί βαθειά πίκρα είχαν τά λόγια της : «Εκείνος γέλασε, άλλά τό γέλιο του σταμάτησε». Προσεκτικά προσπάθησα νά σκαλίσω έδώ τά πράγματα :
—Έχετε μήπως παιδιά ; ρώτησα.
Έκούνησε τό κεφάλι της.
—"Οχι.. . είναι κι’ αύτό. Δέν μπορώ νά κάνω παιδί.
Εσκυψε σάν νά συναισθανόταν τό σφάλμα της, κατόπιν όμως ξέσπασε ή άπελπισία της:
—Εκείνος λέει, οτι είμαι ένα κούφιο καρύδι, είπε μέσα στούς λυγμούς της.

Ξαφνικά είδα όλόκληρη τή ζωή αυτής της δύστυχης, της πλούσιας χωρικής, ξεκάθαρα μπροστά μου. Ό χωρικός, ίσως ένας σκληρός άνθρωπος, ήθελε έναν κληρονόμο γιά τή γή του— καί έκείνη δέν μπορούσε νά του δώση τό γιό πού επιθυμούσε. Ήταν «κούφιο καρύδι», καί σ’ αύτήν τήν άνελέητη κριτική έδειχνε όλόκληρη τή στάσι του άπέναντί της. "Όπως φαίνεται τήν είχε ταλαιπωρήσει, κι’ αύτή προσπαθούσε νά καλύψη τήν «μειονεκτικότητά» της μέ μια μεγάλη εργατικότητα. Ήταν άσπλαχνη στον ίδιο της τον εαυτό. Μάταιος κόπος! Ή απογοήτευσις καί ή  πίκρα έμεναν και εκείνος συνέχιζε να της έκδηλώνη την κρυφή εχθρότητα πού ένιωθε.

Ακόμη ήταν καί οί συγγενείς. Βεβαιότατα, για να γίνωνται άγαπητοί στον πλούσιο κτηματία, στον θειό πού θά κληρονομούσαν, συμφωνούσαν άπόλυτα μαζί του. Για άνθρώπους πού ζουν μόνον γιά τήν όλη, κυριαρχεί ό νόμος των ζώων. Τό πιο αδύνατο μέλος χτυπιέται από όλους τούς άλλους, τυραννιέται ή καί σκοτώνεται.
Καί από αύτήν τήν άτμόσφαιρα μιας ψυχρής, πικρής μοχθηρίας καί έλλείψεως άγάπης είχε ξεφύγει καταφεύγοντας στήν άρρώστια, γιά νά βρή έλεος κάποια συμπόνια καί τήν ψευδαίσθησι της άγάπης. Τότε έγινε μιά μεταβολή, μιά διαστροφή θελήσεως, πού παρουσιάζει σέ μάς τούς γιατρούς τήν τόσο έπικίνδυνη εικόνα της ύστερίας. 'Ο ρόλος της άξιολύπητης της άρεσε. Δέν τήν άπομάκρυνε μόνον από τήν ρουτίνα, άλλά καί τήν σήκωνε πιο ψηλά από τούς άλλους. Αύτή πού μέχρι τώρα ήταν ή σταχτοπούτα, έγινε ξαφνικά το κέντρο της οίκογενείας, έγινε ένδιαφέρουσα γιά τον ίδιο τον εαυτό της. ' Η αξία πού πήρε τήν χαροποιούσε. Αλλά αύτή ή καινούργια κατάστασι διέτρεχε έναν κίνδυνο. *Αν γινόταν καλά, τότε αύτομάτως θά ξανάπεφτε πάλι στήν μειονεκτική της θέσι. Αύτύ όμως ενδόμυχα τήν φόβιζε καί γι’ αυτό γαντζώθηκε άπ’ τήν άρρώστια, σάν τον ναυαγό άπ’ τήν σανίδα μέσα στά κύματα σ’ ένα κρύο άφιλόξενο πέλαγος. "Ηθελε νά είναι άρρωστη,—έπρεπε νά είναι άρρωστη.

Ή επόμενη έπίσκεψις πού της έκανα, μου έπιβεβαίωνε τήν ορθότητα αυτής της διαγνώσεως. Άρνιόταν σταθερά, νά τήν έγχειρήσουμε. Ναί, γινόταν σχεδόν κακιά, όταν δοκίμαζα νά της ξεκαθαρίσω ότι έπρόκειτο μόνο γιά μιά σχετικά μικρή καί ασήμαντη έπέμβασι. Οτι ήταν αναγκαίο γιά νά κατορθώση πάλι νά περπατήση καλά νά μακρύνουμε τούς δύο άχιλλείους τένοντας. Οχτώ χρόνια τήν θεράπευαν οί γιατροί χωρίς κανένα άποτέλεσμα, έλεγε βλοσυρή, καί τώρα έρχόμουν εγώ, καί ήθελα νά τήν κατακομματιάσω• Όχι, για κάτι τέτοιο δέν θά υποχωρούσε ποτέ. Ήταν χωρίς άποτέλεσμα νά προσπαθη κανείς νά τήν πλησιάση μέ λογικά έπιχειρήματα, καί άκόμη ήξερα από πείρα ότι τέτοιους ασθενείς άν τούς φερθείς βίαια, τούς σπρώχνεις σέ μιά άπαίσια άντίστασι, όπου μένουν πιά γιά πάντα.

Ετσι σταμάτησα τις συζητήσεις καί τήν άφησα. Σκεπτόμουνα όμως τήν περίπτωση της κι’ απασχολήθηκα μ’ αύτήν τις έπόμενες ήμέρες, όταν έβρισκα καιρό. Μου ήταν ξεκάθαρο ότι μέ το μαχαίρι μονάχα δέν θά μπορούσα νά τήν θεραπεύσω. Το νά κατορθώση καί πάλι νά βαδίζη, μετά άπ’ τήν έγχείρησι, έπρεπε νά το θέληση μόνη της καί νά μέ βοηθήση, άλλά σ’ αυτό το πράγμα δέν μπορούσα νά υπολογίζω. Εκείνη ζούσε καλύτερα στήν αρρώστια. "Ετσι έπρεπε νά βρω έναν δρόμο νά τήν κάνω νά έπιθυμήση τήν έπιστροφή της στον κόσμο των γερών άνθρώπων. Είχε γίνει ενδιαφέρουσα στούς άλλους σάν άρρωστη. Επρεπε νά πιστέψη, ότι καί γερή θά ήταν έξ ίσου ή μάλλον πιο πολύ ενδιαφέρουσα.

Το πρώτο πού έκαμα ήταν νά τήν βγάλω από το μοναχικό της δωμάτιο καί νά τήν βάλω μαζί μέ άλλες άρρωστες. Βρήκα πολύ καλές γυναίκες. Μιά υποχόνδρια φρόντισα νά μεταφερθή σέ ένα άλλο δωμάτιο πιο πρίν. ' Η σκέψις πού μέ οδηγούσε ήταν ή έξης : Κάθε πεπειραμένος κλινικές ξέρει ότι ή έπικοινωνία μέ άλλους ασθενείς ασκεί συχνά μιά πολύ καλή έπίδρασι στον άρρωστο. Ναί, ύπάρχουν πολλοί ασθενείς, πού οί ίδιοι το ζητούν, νά είναι μαζί μέ άλλους. Είναι ένα υγιές ένστικτο πού τούς κατευθύνει. Καί μόνον το γεγονός, ότι έχει κανείς συντρόφους, τον βοηθά νά δέχεται μερικά πράγματα. Δέν είναι πλέον μόνος του στις φροντίδες καί στις σκέψεις του, προσέχει ό ένας τον άλλον, βοηθιέται, καί σιγά-σιγά άναπτύσσεται σέ έναν τέτοιον θάλαμο ένα πνεύμα συναδελφοσύνης. Αύτοί οί άνθρωποι είναι ως έπί το πλείστον καλές ψυχές, γεμάτες μέ άμοιβαία προσοχή, βοήθεια, συμπόνια,—γιατί ένας πού υποφέρει είναι πάντοτε περισσότερο ανοιχτός προς τον ξένο πόνο από έναν ύγιή,—καί έτσι καταλήγει, ώστε πολλοί άρρωστοι, αφού φύγουν από το νοσοκομείο γιά έβδομάδες υστέρα νά ξαναγυρίζουν στις ώρες των έπισκέψεων για να περάσουν λίγη ώρα μέ τούς άρρωστους πού έζησαν μαζί. Μυστικά καί άσυνείδητα νιώθουν μιά νοσταλγία γιά τήν κοινή ζωή πού κάποτε είχαν ζήσει, καί τούς είχε κάνει τόσο ευτυχείς καί πού τώρα τήν στερούνται έξω στον κόσμο των γερών συνανθρώπων τους. Αυτήν τήν συντροφικότητα ήθελα νά χρησιμοποιήσω γιά θεραπευτικό μέσο στήν χωρική μου.

Αφού τήν μετέφεραν στο νέο θάλαμο περίμενα μερικές ήμέρες άκόμη, προτού έπαναλάβω τήν προσπάθεια, νά πάρω τήν συγκατάθεσί της γιά τήν έγχείρησι. Αυτή τή φορά διάλεξα μιάν άλλη τακτική. Δέν θά μπορούσα βέβαια εγώ ό ίδιος νά άλλάξω γνώμη καί νά πείσω τόν εαυτό μου, ότι αυτή ή έγχείρησις ήταν κάτι τό ιδιαίτερα περίφημο, άλλά προσπάθησα νά της εξηγήσω, ότι μιά ολοκληρωτική θεραπεία καί εγώ ό ίδιος άκόμη θά έπρεπε νά τήν θεωρώ σάν ένα «ιατρικό θαύμα». Σκοπίμως χρησιμοποίησα ποικιλοτρόποις τήν έκφρασι «θαύμα» καί μπορούσα νά διαβάσω στό μυαλό της, ότι ή σκέψις, νά γίνη σ’ αυτήν ένα «ιατρικό θαύμα» άρχισε νά τήν άπασχολή όλο καί πιό πολύ καί μάλιστα μέ μιά θετική έννοια.

Οί άλλες άρρωστες είχαν παρακολουθήσει μέ προσοχή τόν διάλογό μας. Ξαφνικά άνακατεύθηκε μιά δυναμική Βαυαρέζα στήν συζήτησι:
— Ναί, κυρά μου, λογικευθήτε. Κάνετε τή χάρι στον γιατρό, πού θέλει τόσο πολύ νά σάς έγχειρήση.
"Ολοι γέλασαν—άκόμη καί ή άρρωστή μου γέλασε μαζί της.
"Ετσι έσπασε ό πάγος, καί όταν έφυγα μισή ώρα άργότερα έπαιρνα μαζί μου τήν συγκατάθεσί της γιά τήν έγχείρησι. Καί μάλιστα ύπό τήν έπίδρασιν της συγκαταθέσεως τών άλλων συγκατατέθηκε μέ κάποια προθυμία.

Δυό μέρες άργότερα έκανα μιά μικρή έπέμβασι γιά νά έπιμηκύνω τόν άχίλλειο τένοντα πρώτα στό δεξί καί κατόπιν ύστερα άπό λίγες έβδομάδες στό άριστερό πόδι. Τά πόδια τά έβαλα στόν γύψο σέ τελείως ίδιο μήκος καί τά δυό. Αφήσαμε νά θεραπευτούν οί τένοντες καί ύστερα άπό τρεις έβδομάδες βγάλαμε τόν γύψο πρώτα άπό τό δεξί καί άργότερα άπό τό άριστερό πόδι. Κατόπιν είπα νά γίνη μασσάζ στά πόδια καί κινήσεις στους άστραγάλους καί στά γόνατα.
Αλλά—τώρα πλησίαζε ή πιό άποφασιστική στιγμή! Τί θά χρησίμευε στό τέλος μιά έπιτυχημένη έγχείρησις, έάν ή άρρωστη δεν ήθελε νά γίνη καλά; "Υστερα άπό πολλή σκέψι μου ήρθε μιά ίδέα.
Δέν είχε χρησιμεύσει μιά φορά ώς τώρα ή συνεργασία του θαλάμου σάν βοηθητική δύναμις; Λοιπόν δέν θά έπρεπε νά τήν δοκιμάσω άλλη μιά φορά ;

Μιά μέρα έστειλα τήν χωρική μου γιά μασσάζ σέ ζεστό μπάνιο, πράγμα πού τήν έξέπληξε. "Ηθελα στό μεταξύ νά μιλήσω μέ τις άλλες τις γυναίκες μόνος μου. Μόλις τήν πήραν έξω, γύρισα στίς πέντε άλλες άρρωστες του δωματίου καί τις παρεκάλεσα νά βοηθήσουν στό πείραμα πού ήθελα νά κάμω. Συγκατατέθηκαν άμέσως καί μέ κατακεραυνοβόλησαν μέ τίς περίεργες έρωτήσεις τους.
— Λοιπόν, τούς εξήγησα τό σχέδιό μου, στήν έπομένη έπίσκεψι θά αιφνιδιάσω άπλώς τήν κυρία X. Χωρίς νά τό περιμένη θά τήν τραβήξω άπό τό κρεββάτι καί θά τήν στήσω στά πόδια της. Τήν στιγμή πού θά στέκεται, εσείς όλες πρέπει νά ξεσπάσετε σέ έκπληξι καί θαυμασμό. Μέ καταλαβαίνετε καλά, δέν είναι μιά φτηνή χαρά! ' Η καϋμένη ή γυναίκα έχει πει στον εαυτό της, ότι δέν μπορεί πιά νά περπατήση, καί εσείς πρέπει νά τήν βοηθήσετε. Νά της ξαναδώσετε αύτοπεποίθησι. 'Η έκπληξί σας είναι, χωρίς υπερβολή, φάρμακο γι’ αυτήν, άπολύτως αναγκαίο γιά τήν θεραπεία της. Καί άργότερα, όταν θά κάνη τίς πρώτες προσπάθειες νά περπατήση, δέν πρέπει νά σταματήσετε, νά έκπλήττεσθε σέ κάθε της βήμα. Μέ καταλαβαίνετε ; 'Η συνεργασία σας είναι πολύ, πολύ άναγκαία!
Κατάλαβαν καταπληκτικά γρήγορα καί ή άρχική συγκατάθεσίς τους μετεβλήθη σέ ένθουσιασμό. "Ηθελαν άμέσως νά κάνουν κάτι, καί άκόμη ένώ βρισκόμουν εκεί, άρχισαν να μοιράζωνται μεταξύ τους τούς ρόλους των. Τούς έξήγησα άκόμη, ότι φυσικά δέν θάπρεπε λέξι, άπ’ οσα είχαμε πει να φθάση στ’ αύτιά της άρρωστης, άλλιώτικα ολόκληρο τδ πείραμα δέν είχε κανένα νόημα. Μου τδ ύπεσχέθησαν καί μέ την έπισημότητα πού μου το ύπεσχέθησαν κατάλαβα, οτι είχαν πάρει στα σοβαρά τον ρόλο τους.

Το επόμενο βράδυ, έπήγα γιά έπίσκεψι. Ακολουθούμενος απο τήν άδελφή, πέρασα, όπως πάντα, από κρεββάτι σέ κρεββάτι. "Ολα ήταν όπως πάντα. Μόνον ένας μεμυημένος μπορούσε να αισθανθεί μια υπερένταση πού ήταν διάχυτη στο δωμάτιο., .
"Όταν πλησίασα στο κρεββάτι της χωρικής, παρεκάλεσα τήν άδελφή να με βοηθήση. Κατόπιν τράβηξα γρήγορα τα σκεπάσματα καί διέταξα άπότομα τήν γυναίκα να καθήση στήν άκρη του κρεβατιού καί ν’ άφήση τά πόδια της να κρέμωνται κάτω. Ή άδελφή καί εγώ τήν πιάσαμε καί τήν κρατήσαμε άπο το μπράτσο δυνατά. Οί άλλες γυναίκες γύρισαν από τά κρεββάτια τους καί μάς κύτταζαν μέ όρθάνοιχτα μάτια.
— Λοιπόν τώρα σταθήτε στά πόδια σας  διέταξα.

Τήν σήκωσα γρήγορα καί τήν έβαλα όρθια. 'Η έκπληξίς της από αυτήν τήν ώμή μεταχείρησί μου δέν μου διέφυγε. Ή γυναίκα τά είχε τελείως χαμένα άλλά στάθηκε. Το κρίσιμο σημείο πλησίαζε, ή άποφασιστικώτερη στιγμή ολόκληρης της θεραπείας. Τδ ένιωθα. Σκέφθηκε αυτά τά δευτερόλεπτα, έάν έπρεπε να λυγίση ή όχι. Τρίκλισε. Δίσταζε! Τότε άκριβώς άρχισε ό χορός των γυναικών. Ξέσπασαν σ’ έναν ακράτητο θαυμασμό. «Στέκεστε, ναι! Τί παράξενο !» φώναζαν όλες μαζί. Καί οί πέντε έπαιζαν τον ρόλο τους περίφημα. Ιδιαίτερα μιά γερόντισσα έκανε σάν τρελλή καί ώρύετο. «Είναι θαύμα! θαύμα!» καί χτυπούσε τά χέρια της. Αυτό μου φάνηκε υπερβολικό. Μά τότε ξύπνησε στο νου της παράλυτης ή ανάγκη να στερεωθεί στά πόδια της. Νιώθαμε μιά έσωτερική άλλαγή. 'Η θέλησίς της άρχισε να μεταβάλλεται. Τά μάτια της ήταν όρθάνοιχτα καί σέ μιά στιγμή γέλασε καί δοκίμασε μόνη της, να σταθή ελεύθερη. Τήν άφήσαμε.

Από αύτήν τήν στιγμή, άρχισε ή χωρική να ξαναστέκεται καί να βαδίζη. Μέ καταπληκτικέ ζήλο καί έπιμέλεια ήσκεΐτο βήμα μέ βήμα, πρώτα γύρω από το κρεβάτι, κατόπιν από το 
ένα κρεββάτι στο άλλο, και οί άλλες γυναίκες καί οί αδελφές τήν βοηθούσαν μέ συγκινητικό τρόπο. Κάθε βήμα ήταν ένα βήμα προόδου, καί κάθε πρόοδο την άκολουθοΰσε ό χορός των καλών της πνευμάτων μέ ξεσπάσματα θαυμασμού. Καί μέ τό δίκιο τους, γιατί πράγματι ήταν άξιοθαύμαστο, πόσο σύντομα αυτή πού ήταν παράλυτη γιά οχτώ χρόνια, μάθαινε πάλι να περπατάη. Μέχρι τώρα ήθελε να είναι άρρωστη. Τώρα έβαζε όλη της τήν ένεργητικότητα γιά να γίνη καλά. Σέ λίγο καιρό πήγαινε μέ μπαστούνια ελεύθερη μέσα στο δωμάτιο. Κατόπιν τήν συνήντησα στό διάδρομο καί τέλος πήγαινε περίπατο καί στόν κήπο. Τό θεωρούσε σάν ένα ιατρικό θαύμα. Σέ λίγο μπορούσε να φύγη άπό τό νοσοκομείο.

Δέν πίστευα στά μάτια μου όταν ύστερα άπό τέσσερις μήνες ξαναήρθε ή χωρική αυτή στήν κλινική. Περπατούσε τώρα τελείως ελεύθερα, χωρίς μπαστούνια. Μπορούσε να πηγαίνη τέσσερις ώρες συνέχεια μέ τά πόδια καί χρειάστηκε, όπως μου διηγήθηκε, να άνέβη ένα γειτονικό βουναλάκι 300 μέτρον. 'Η παράλυσις είχε υποχωρήσει. Έξηφανίσθη καί άπό τήν συνείδησί της. Αυτό τό έδειχνε ή ψυχική της μεταβολή. Ήταν πιό χαρούμενη καί πιό έλεύθερη. Γεμάτη ένθουσιασμό μου διηγήθηκε:
      Μπορείτε να φανταστήτε, γιατρέ, τί έκπληξι δοκίμασε ό άνδρας μου όταν μέ είδε να περπατάω. Δέν πίστευε στά μάτια του. Τό ίδιο καί οί συγγενείς μου.Η άδελφή μου, ό άδελφός μου καί ολοι οί άλλοι πού ήρθαν στό σπίτι. Γιατρέ, άκόμα καί ό Δήμαρχος άνέβηκε ειδικώς γι’ αυτό. Τον προϋπάντησα τρέχοντας καί κατόπιν όλοι πήγαν στήν σκάλα, άπό όπου έπεσα, καί τήν ξανακύτταζαν πάλι .

      Τί είπε ό γιατρός σας γιά τήν επιτυχία μας ; τήν ρώτησα.
      Βέβαια, ήρθε καί ό παλαιός μας γιατρός—πού μέ είχε πρω- τοδεϊ. Μέ κύτταξε άπό τό κεφάλι ώς τά πόδια καί δέν ήθελε να τό πιστέψη. Μετά μέ ρώτησε : «γιά πές μου, τί άλλο σου έκαμε ό γιατρός εκτός άπό τήν μικρή έγχειρησούλα στά πόδια, κυρά μου ;» Εγώ χρειάστηκε να σκεφθώ γιά να άπαντήσω.
      Λοιπόν, καί τί άπαντήσατε στόν γιατρό ;
      Ναί. Τίποτε άλλο δέν του είπα.
Κατόπιν σηκώθηκε κι έφυγε. Της φώναξα άπό μακριά:
      Τήν άλλη φορά φέρτε μαζί σας καί τόν άνδρα σας.
Πραγματικά, υστέρα από τρεις εβδομάδες ξαναήρθε καί δίπλα
της στεκόταν ένας χοντροκαμωμένος χωρικός. Μέ εύχαρίστησε λακωνικά καί ξανασώπασε, ένώ ή χωρική διηγείτο άτάραχη. Στό τέλος στράφηκα πρός εκείνον :
      Δέν είναι θαυμάσιο πράγμα πού ξαναέχετε γερή τήν γυναίκα σας ;
      Γιατρέ, είπε βαριά, μπορεί να τρέχη τώρα, άλλα δέν είναι έν τάξει.

Έπρεπε πρώτα να σκεφθώ μιά στιγμή, προτού καταλάβω τί εννοούσε : τό ότι δέν είχε παιδιά.
      Κάποτε πρέπει να έξεταστήτε καί οί δυό, είπα ήρεμα.
Μέ κύτταξαν σαστισμένοι καί έφυγαν. Γιά εβδομάδες δέν ξανάκουσα πιά γι’ αύτούς.
Μιά μέρα συνήντησα τόν συνάδελφό μου άπό τήν γυναικολογική κλινική. Κουβεντιάζαμε γιά τό ένα καί γιά τό άλλο, όταν ξαφνικά εκείνος μου είπε :

—Εκτός άπ’ αυτά, τελευταία μου ήρθε ή χωρική σας άπό τό Πρέχτταλ μέ τόν άνδρα της. Τούς κύτταξα. Εκείνη δέν έχει τίποτε. Σ’ έκεϊνον όφείλεται τό ότι δέν έχουν παιδιά. Τό συμπέρασμά μου τόν κτύπησε άσχημα.
Αυτό τό νέο μέ απασχολούσε γιά πολύ. Τί μπορούσε να γίνεται τώρα εκεί έπάνω στό έρημο άγροτόσπιτο; Πήρε έκδίκησι γιά τά βάσανα πού ύπέστη τόσα χρόνια καί τόν πληρώνει μέ τό ίδιο νόμισμα γιά οτι της έκαμε ;
Μιά άπό τις επόμενες Κυριακές πήγα μέ τό αυτοκίνητο έπάνω στό Πρέχτταλ. "Ηθελα να βεβαιωθώ γιά τό τί συνέβη. Τό άμάξι τό άφησα στήν πεδιάδα καί πήγα μέ τά πόδια τή μικρή άπόστασι πρός τό βουνό, στό όμορφο, παλαιό άγροτόσπιτο, στήν άκρη του δάσους, μέ τά πολλά μικρά παράθυρα καί τήν γιγάντια στέγη. Δέν έβλεπα κανέναν. Σιγά - σιγά πέρασα γύρω άπ’ τό σπίτι πρός τόν κήπο.
Πάνω σ’ έναν πάγκο, κάτω άπό μιά γέρικη καρυδιά κάθονταν καί οί δυό μαζί. 'Η γυναίκα έκανε ένα κέντημα• εκείνος καταγινόταν μέ ένα σκάλισμα στό ξύλο. Μπροστά τους, χάμω, σερνόταν ένα μικρό, ξανθό παιδάκι.

Όταν πλησίασα άρκετά άκουσε ή γυναίκα τά βήματά μου, μέ είδε καί πήδησε έπάνω.
      Γέγκερλε, ό κύριος επιμελητής φώναξε. Καί εκείνος μέ είχε προσέξει, καί οί δυό ήρθαν να μέ συναντήσουν καί μέ χαιρετούσαν λάμποντας άπό χαρά.
      Πήγαινε, φώναξε ή χωρική στόν άνδρα της μ’ ενθουσιασμό καί υπερδιέγερση, φέρε ένα καλό κρασί. Φέρε καί χοιρινό καί ψωμί, βούτυρο, λαρδί. Μιά τέτοια έκπληξι,—έλάτε γιατρέ, καθήστε έδώ.
Ένώ εκείνος χανόταν πρός τό σπίτι, καθήσαμε έπάνω στόν παλαιό ξύλινο πάγκο. Κύτταζα γύρω τό παλαιό, χαρούμενο χωριάτικο σπίτι, τά λουλούδια στόν κήπο, τά ψηλά δένδρα καί ρώτησα τέλος δείχνοντας τόν μικρό στήν χλόη :
      Καί ποιός είναι ό νεαρός εκεί ;
—"Α, αύτός είναι ό μικρούλης Χάϊνε μας, κύριε έπιμελητά, τό παιδί μιας άδελφής μου. Ό πατέρας του καί ή μητέρα του πρό ολίγου καιρού χάθηκαν, σέ δυστύχημα,—ναί, ναι, ήταν τρομερό,—καί εμείς πήγαμε αμέσως καί πήραμε τό μικρό. Καί τώρα είναι δικός μας. Καί άν μπορήτε να τό φανταστείτε, γιατρέ: 'Ο άνδρας μου είναι ξετρελαμένος μέ τόν μικρό. Σχεδόν όλα τά βράδυα κάθεται κοντά καί του φτιάχνει παιχνιδάκια ή του σκαλίζει ζωάκια. Κυτάξτε, είπε δείχνοντας τό τραπέζι, άκριβώς τώρα κάνει ένα άλογάκι.

Φώναξε κοντά της τόν μικρό καί εγώ πέρασα τό χέρι μου στά ξανθά του μαλλιά.

Καί βαθιά εύτυχισμένος σκέφτηκα :  
  Ναί, έδώ έγινε τ θαύμα μιας άληθινής θεραπείας, έτσι όπως τήν εννοούσε ό Παράκελσος :
 Ό άρρωστος ξαναγύρισε στό σπίτι του, στό βασίλειο έκεϊνο, όπου όλοι μας ζούμε, συγχωρώντας ό ένας τόν άλλο κάτω άπό τήν Χάρι του Θεού.



""Κάποτε, είπε ο π. Κύριλλος, δεν θέλω να κρυφτώ πίσω από το δάκτυλό μου, στο μοναστήρι υπήρχαν πειρασμοί και δοκιμασίες και κάποτε από έναν πειρασμό και μεγάλη δοκιμασία, πήγε στο κελάκι του πολύ στενοχωρημένος, και άκουσε φωνή που του λέγει: -Τις κόρες της Αγίας Σοφίας, ξέρεις πώς τις λένε; -Ξέρω, λέει. - Πώς τις λένε ; -Πίστις, Ελπίς και Αγάπη. - Ε! Και εσύ, αν έχεις πίστη, ελπίδα και αγάπη θα ξεπερνάς όλους τους πειρασμούς, του είπε η φωνή αυτή.Αμέσως ηρέμησε, ησύχασε και αγαλλόμενος κοιμήθηκε και σηκώθηκε πολύ όμορφα.ΑΥΤΟ ΣΥΝΙΣΤΟΥΣΕ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΑΣ.ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΙΣΤΗ, ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΠΕΡΝΑΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ."" (Απόσπ.από ομιλία Γέρ. Γαβριήλ , στην Λάρισα , 6-4-2014 ).

HANS KILLIAN. ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΣΤΕΚΕΙ Ο ΘΕΟΣ..MORS IN TABULA. Ό θάνατος τον αρρώστων πάνω στό χειρουργικό τραπέζι, είναι ο φόβος των χειρουργών. Ποτέ δεν νιώθουμε περισσότερο πόσο αμφίβολη είναι ή άξια τής ιατρικής τέχνης, από τις στιγμές πού ο μεγάλος Κύριος της ζωής και τον θανάτου ξεπροβάλλει από πίσω μας, μέσα από την σκιά, σηκώνει τό χέρι, σταματά τις δραστήριες προσπάθειές μας, και καλεί τον άρρωστο που βρίσκεται μέσα στα χέρια μας, σ’ εκείνο τό Βασίλειο, από όπου κανείς δεν ξαναγυρίζει πια..

MORS IN TABULA. Ό θάνατος τον αρρώστων πάνω στό χειρουργικό τραπέζι, είναι ο φόβος των χειρουργών. Ποτέ δεν νιώθουμε περισσότερο πόσο αμφίβολη είναι ή άξια τής ιατρικής τέχνης, από τις στιγμές πού ο μεγάλος Κύριος της ζωής και τον θανάτου ξεπροβάλλει από πίσω μας, μέσα από την σκιά, σηκώνει τό χέρι, σταματά τις δραστήριες προσπάθειές μας, και καλεί τον άρρωστο που βρίσκεται μέσα στα χέρια μας, σ’ εκείνο τό Βασίλειο, από όπου κανείς δεν ξαναγυρίζει πια.

Κάποιο βράδυ, ύστερα άπό μια διάλεξι σε μια μεγάλη πόλι της Δυτικής Γερμανίας, μέ πλησίασαν δυο νεαροί γιατροί. Μου συστήθηκαν σάν παλαιοί άκροαταί των παραδόσεών μου, καί μου φανέρωσαν γελώντας, ότι αυτοί ήταν εκείνοι πού μου είχαν κάποτε έκφράσει κατά έναν περίεργον τρόπον τον θαυμασμό τους Ύστερα άπό μια έγχείρησι ένώπιον ολων των φοιτητών, κατά τήν οποίαν είχα άφαιρέσει έναν ογκο του νεφρού, μεγέθους κεφαλής εμβρύου, είχαν βάλει στά κρυφά μιάν ολόκληρη δάφνη μέ τη γλάστρα της στό μικρό μου κόκκινο αυτοκινητάκι.
Θυμήθηκα πράγματι το γεγονός εκείνο και άκόμη μέσα στήν άνάμνησί μου ένιωσα έκείνη τήν πικρή γεύση πού μου είχε αφήσει τότε αύτή ή πομπώδης έκδήλωσις των φοιτητών μου.

Τό Σάββατο άρχισε στήν κλινική, όπως πάντα, μέ τό μάθημα μετά έπιδείξεως άσθενών. Ό καθηγητής θά εγχείριζε ό ίδιος δυο ολόκληρες ώρες μπροστά στούς φοιτητάς μερικές ιδιαίτερα εντυπωσιακές περιπτώσεις. Συγκατελέγετο μεταξύ τών χειρουργών τής παλαιάς σχολής, πού δεν έφοβοΰντο νά κάνουν κοινωνούς τούς φοιτητάς τους τών δραματικών γεγονότων πού περίκλείει μιά έγχείρησις. Χρειαζόταν βέβαια γι’ αυτό άρκετό θάρρος. Γιατί ό άνθρωπος πού στεκόταν δίπλα στό χειρουργικό τραπέζι έπρεπε νά έγγυηθή γιά τήν ορθότητα τής διαγνώσεως, πού είχε τεθή προηγουμένως, ένώ εκατοντάδες άπό προσεκτικά νεανικά μάτια παρακολουθούν άγρυπνα κάθε μιά του κίνησι και καταγράφουν κάθε άτύχημα, κάθε δυσκολία, κάθε άργοπορία, κάθε λάθος.

Θεωρώ ακόμη και τώρα ως υποδειγματική τήν άμεση παρακολούθησι μιας έγχειρήσεως άπό τούς φοιτητάς, άν και τά χειρουργικά φίλμς έν τω μεταξύ έχουν έπιφέρει άρκετές άλλαγές. Βέβαια, ή έπίδειξις μιας κινηματογραφημένης έγχειρήσεως εχει τά μεγάλα πλεονεκτήματά της : μπορεί κανείς μέ φωτογραφίες έκ του πλησίον νά κάμη πιο καθαρές μερικές φάσεις της έγχειρήσεως, άλλά μπορεί και νά κόψη τά μέρη όπου γίνονται λανθασμένοι χειρισμοί ή παρεμβάλλονται απρόβλεπτα ενδιάμεσα γεγονότα. Άπ’ αυτό προέρχεται ή έντύπωσις μιας τελειότητος, πού έκείνη τήν ώρα καταπλήσσει βέβαια τον άρχάριο, όμως άργότερα, οταν ό ίδιος βρεθή μπροστά στο χειρουργικό τραπέζι και δή ότι έκτίθεται σέ άπρόβλεπτες συμπτώσεις κατά τήν διάρκεια τής έγχειρήσεως, μπορεί νά τόν φέρη σέ δύσκολη θέσι. Στήν χειρουργική σχολή άπό όπου προήλθα έγώ έπέμεναν στήν βασική ιδέα ότι: ό διδάσκων οφείλει νά έμφανίζεται έμπρός στους φοιτητάς του και νά χειρουργή. Αύτό θά παρείχε τό βίωμα τής έγχειρήσεως. Αυτήν τήν βασική αντίληψη άντιπροσώπευε και ό καθηγητής μου.

Γιά μιά τέτοια έγχείρησι—έπίδειξι στήν παράδοσι ή σέ ενα συνέδριο είναι άναγκαία μιά φροντισμένη όργάνωσις. Τό δύσκολο είναι νά καθορίση κανείς τά χρονικά όρια τής έγχειρήσεως άπό πρίν. Γιατί κανείς δέν μπορεί νά καθορίση άκριβώς άπό πρίν τήν διάρκεια μιας έγχειρήσεως. Φυσικά ύπάρχουν ώρισμένοι κανόνες γιά κάθε έγχείρησι, άλλά μπορούν πάντοτε νά παρουσιαστούν άπρόοπτα.

Οταν τελειώσουν τά προκαταρκτικά τής άναπτύξεως του θέματος, τότε ξετυλίγονται έπάνω στήν σκηνή της χειρουργικής αιθούσης τά γεγονότα σύμφωνα μέ ένα καθορισμένο τυπικό. Κάθε φορά είναι τό ίδιο θέαμα, άλλά άν καί πολύ γνωστό, νιώθεις κάθε φορά νά σέ απορροφά τό αισθητικό θέλγητρο τής σκηνής.

Στήν άρένα, κάτω άπό τό εκτυφλωτικό φως των προβολέων στέκεται ό καθηγητής περιστοιχιζόμενος άπό τό επιτελείο των πιό στενών του συνεργατών.Ολοι φορούν λευκές μπλούζες. Γενικά όλόκληρη ή πελώρια αίθουσα λάμπει σ’ ένα έκτυφλωτικό άσπρο. Είναι ή «άποστειρωμένη άτμόσφαιρα της χειρουργικής», πού περιβάλλει τούς νεαρούς άκροατάς καί δέν ύπάρχει σχεδόν κανένας πού νά ξεφεύγη άπό την έπίδρασι αύτής της έντυπώσεως. Οί φοιτηταί κάθονται στά καθίσματά τους, στριμωγμένοι ό ένας κοντά στόν άλλον, σχηματίζοντας ήμικύκλιο μέχρι τήν κορυφή του άμφιθεάτρου, άκριβώς άντίκρυ άπό τό χειρουργικό τραπέζι.

Κατόπιν φέρνουν μέσα τόν άσθενή. 'Ο καθηγητής τόν παρουσιάζει, εξηγεί τήν περίπτωσι καί περιγράφει τήν έγχείρησι πού θά έπακολουθήση. Αυτό γίνεται μέ μιά σχετική άνεσι. Ό καθηγητής πλένεται, ένώ μιλά πρός τούς άκροατάς του πού ακούνε μέ έντασι. Στό μεταξύ παίρνουν πάλι έξω τόν άρρωστο καί τόν προετοιμάζουν στήν προπαρασκευαστική αίθουσα πού είναι δίπλα στό άμφιθέατρο.
Ό καθηγητής διδάσκει ακόμη, όταν τά λευκά θυρόφυλλα άνοίγουν καί φέρνουν γιά δεύτερη φορά τόν άσθενή μέσα. Τώρα είναι ξαπλωμένος στό χειρουργικό τραπέζι, είναι ναρκωμένος καί τό σώμα του έχει σκεπαστή μέ λευκά πανιά.

Μιά πομπή άδελφών καί βοηθών μέ λευκές μπλούζες, λαστιχένια παπούτσια, λαστιχένιες ποδιές, λαστιχένια γάντια αποτελούν τήν συνοδεία του ναρκωμένου άρρώστου.
Κατόπιν άκολουθουν τά τραπέζια μέ τά εργαλεία, τά τολύπια, τις γάζες και τό ύλικό ραφής. Τοποθετούνται έτσι, ώστε ό καθηγητής θά χρειαστή μόνον νά πλησιάση γιά νά άρχίση τήν έγχείρησι. Τό δυνατό φώς τών χειρουργικών προβολέων στρέφεται στό μικρό έλεύθερο εγχειρητικό πεδίο. Βοηθοί καί άδελφές παραμερίζουν γιά νά μπορούν οί φοιτηταί άπό τά καθίσματα τού άμφιθεάτρου νά βλέπουν έλεύθερα τό εγχειρητικό πεδίο.

Καί τό πρωί έκείνου τού Σαββάτου είχε γιά μένα ή κλινική μας τήν συνηθισμένη εικόνα μιας «μεγάλης ήμέρας εγχειρήσεων». Ό καθηγητής είχε ορίσει γιά πρώτη μιάν έγχείρησι στομάχου. 'Η αιτία των πόνων, άπό τούς όποιους ο άσθενής προ πολλού καιρού ύπέφερε, δέν ήταν σαφής, καί μόνον αφού ανοίχτηκε ή κοιλιακή χώρα στή μέση γραμμή, άνεκάλυψαν έναν άβαθή εκτεταμένο καρκίνο στην περιοχή τής εξόδου τού στομάχου. Αύτό πράγματι δέν το είχε κανείς υπολογίσει. Επειδή, ούτε οί άκτινογραφίες ούτε καί οί χημικές εξετάσεις είχαν δώσει ακριβή σημεία αυτής τής καταστάσεως.

Ό καρκίνος έπρεπε έξάπαντος να άφαιρεθή ριζικά—μια έπέμβασις, πού τό συντομώτερο διαρκεί μιάμιση ώρα. Ετσι όμως άνατρεπόταν ολόκληρο το πρόγραμμά μας, έφ’ όσον ή δεύτερη έγχείρησις, πού βρισκόταν δίπλα, ήταν ή άφαίρεσις ένός ύπερνεφρώματος, ενός μεγάλου κακοήθους όγκου τού νεφρού, πού θά χρειαζόταν κι’ αύτή αρκετή ώρα.
'Η χειρουργική των νεφρών ήταν ή ιδιαίτερη συμπάθεια τού καθηγητού. 

Είχε κρατήσει ό ίδιος αύτή τήν έγχείρησι καί τήν είχε διαλέξει για τις παραδόσεις. 'Ο ασθενής ήταν μερικές ημέρες στην κλινική μας καί ό καθηγητής είχε άπό το προηγούμενο μάθημα μιλήσει στούς φοιτητάς του επί τής είκόνος τής νόσου καί για τα διάφορα άποτελέσματα των έξετάσεων. Είχε έπιδείξει καί τις ακτινογραφίες. Γιατί μπορούμε νά κάνουμε ορατά τήν πύελο καί τούς κάλυκας των νεφρών μέ μιά σκιερά ουσία πού δέν διαπεράται άπό τις ακτίνες καί έτσι μπορούμε νά καταλάβουμε πολλές νοσηρές άλλοιώσεις.

Τώρα λοιπόν οί φοιτηταί έπρεπε νά παρακολουθήσουν καί τήν άφαίρεσι τού όγκου. Αλλά για τις παραδόσεις στήν αίθουσα τών έγχειρήσεων διετίθεντο μόνον δυό ώρες καί μέ τις άπρόβλεπτες περιπλοκές, στήν πρώτη περίπτωσι, ό καθηγητής δέν προλάβαινε. Σύντομα άπεφάσισε : «Τό ύπερνέφρωμα θά τό χειρουργήση ό επιμελητής». Και αυτός ό επιμελητής ήμουν εγώ.
Είπε νά μέ φωνάξουν. Άπό τήν αίθουσα τής προπαρασκευής μπήκα στό κατάμεστο άμφιθέατρο καί μέ ύποδέχτηκαν οί φοιτηταί μέ χαρούμενα άλλα πνιγμένα ποδοκροτήματα, διότι τέτοιου είδους έκδηλώσεις αισθημάτων τών άκροατών είναι άπηγορευμένες στό χειρουργείο γιά νά μήν σηκώνεται σκόνη.

Ό καθηγητής μέ ρώτησε άμέσως:

Θά θέλατε σέ ένα δεύτερο τραπέζι νά έγχειρήσετε τόν όγκο του νεφρού ; 

Δέν μπορώ νά τελειώσω σύντομα άπό τήν περίπτωσί μου
Συγκατένευσα όπως ήταν αυτονόητο μέ χαρά. Εξαφανίστηκα άμέσως, πλύθηκα καί είπα νά ετοιμάσουν τόν άρρωστο γιά τήν έγχείρησι. Υστερα άπό είκοσι λεπτών προετοιμασία τόν οδηγούσαν βαθιά ναρκωμένο καί μέ μιά ικανοποιητική χαλάρωσι, στό άμφιθέατρο.

Ό καθηγητής μετακινήθηκε κάπως πρός τό πλάϊ μέ τήν ομάδα του. Εμείς πήραμε θέσι δίπλα του. Έριξα ένα τελευταίο έξεταστικό βλέμμα στό χειρουργικό πεδίο στήν δεξιά πλευρά του ασθενούς, πού ήταν ξαπλωμένος πρός τά άριστερά μέ μιά έλαφρά κάμψι. Ψηλάφησα άλλη μιά φορά τόν μεγάλο καί σκληρό όγκο, πού γέμιζε ολόκληρο τόν χώρο μεταξύ της δωδεκάτης πλευράς καί της λεκάνης.
Κατόπιν πήρα πιά τό μαχαίρι καί τό έσυρα σάν άστραπή άπό τό πλάϊ πρός τά κάτω, μεταξύ τών κατωτέρων πλευρών καί της λεκάνης. Τό κοφτερό νυστέρι χώρισε σέ μήκος σχεδόν είκοσι έκατοστών τό δέρμα, ξεχώρισε τό λίπος καί τούς συνδετικούς ιστούς άπό κάτω καί πέρασε μέσα άπό τις τρεις μυϊκές στοιβάδες.

Εγινε ορατή κιόλας ή θέσις πού βρισκόταν ό νεφρός μέσα άπό ένα μικρό άνοιγμα. Άπό μερικά αγγεία τών μυών έτρεξε αίμα. Τά έπιασα μέ λαβίδες καί τά έδεσα γρήγορα. Τώρα ό δρόμος ήταν έλεύθερος. Μπορούσα νά διευρύνω αρκετά τό μικρό άνοιγμα στό βάθος χωρίς νά πληγώσω τό περιτόναιο, νά βάλω τά μεγάλα στρογγυλά άγκιστρα καί νά ευρύνω τό εγχειρητικό πεδίο. "Ετσι έφτασα κιόλας στόν πελώριο όγκο. Ηταν ένας φρικτός όγκος, ήβώδης, πολύ σκληρός, προσκολλημένος σάν καρκίνος έπί του φλοιού του νεφρού. Είχε άσχημη οψι.

Νεκρική σιγή στήν μεγάλη αίθουσα. Ολοι κύτταζαν έντονα τό τραύμα καί τόν πελώριο ογκο.

Άπό πίσω μποροϋσε τό χέρι νά άνασηκώση πολύ καλά τόν όγκο άπό τό μυϊκό ύπόστρωμα. Αλλά τό ξεκόλλημά του άπό έμπρός, άπό τό περιτόναιο, καί κυρίως άπό έπάνω, άπό τήν περιοχή των έπινεφριδίων, κάτω άπο το διάφραγμα, φαινόταν δύσκολο καί έπικίνδυνο. Μέ τα χέρια μόλις μπορούσε κανείς νά πιάση το πίσω μέρος αυτού του πελώριου πράγματος. Έφραζε τον δρόμο, εάν μπορεί κανείς νά πή κάτι τέτοιο.
Σιγά καί προσεκτικά έπρεπε νά άπελευθερώσω πολυάριθμες Ισχυρές συμφύσεις. Επρεπε διαρκώς νά δένω αίμορραγοϋντα αγγεία. Αυτό κράτησε ίσως δέκα λεπτά. Επειτα μπορούσα νά βλέπω έλεύθερα τον μίσχο του νεφρού. Αυτό ήταν ενα μεγάλο κέρδος γιατί σ’ αυτήν τήν θέσι έκβάλλουν τά μεγάλα αγγεία στά νεφρά, ή νεφρική άρτηρία και οί φλέβες, πού οδηγούν κατ’ ευθείαν πάλι το αίμα από τούς νεφρούς στήν καρδιά. Καί από έδώ επίσης είναι ή είσοδος προς τήν πύελο των νεφρών, όπου συγκεντρώνονται τά ούρα, γιά νά τρέξουν προς τήν κύστη μέσα από τούς ουρητήρες.

Ό μεγάλος όγκος κινείτο πλέον πολύ καλά. Πλησίαζε ή σπουδαιότερη στιγμή της μεγάλης εγχειρήσεως. 'Η στιγμή, πού αποφασίζει γιά τήν ζωή καί τον θάνατο του άρρώστου. Είχε ό όγκος μπει μέσα σέ καμιά μεγάλη φλέβα του νεφρού, όπως δυστυχώς συμβαίνει μερικές φορές, ή όχι;
Έπιασα τον μίσχο του νεφρού. Αλλά ή ψηλάφησις γινόταν δύσκολα, έπειδή τά αγγεία ήταν μέσα σέ μιά σκληρή μάζα ιστών, πού είχε σχηματιστη μέ τήν πάροδο του χρόνου γύρω άπύ τον μίσχο του νεφρού. Έπρεπε νά τά άπελευθερώση πρώτα κανείς προσεκτικά γιά νά μπορέση νά έξετάση λεπτομερώς τήν κατάστασί του. Καί αυτό διήρκεσε πάλι μερικά λεπτά, γιατί σ’ αυτούς τούς ιστούς υπήρχε ένα πλέγμα μικρών αγγείων πού αιμορραγούσαν δυνατά, καί πού έπρεπε κανείς πρώτα νά τά δέση, γιά νά μήν τρέχουν καί έμποδίζουν τήν θέα.

Τέλος έλευθέρωσα, άρκετά τά μεγάλα αγγεία. Μέ έκπληξη μου διεπίστωσα ότι ή νεφρική άρτηρία δεξιά ήταν πολύ μικρή, καί είχε νά διαθρέψη τον γιγάντιο όγκο. "Ενα πολύ άξιόλογο εδρημα, πού έγώ, είρήσθω έν παρόδω, το θεώρησα σάν διαβεβαίωσι της θεωρίας μου ότι ή προέλευσις καρκινωδών όγκων έχει σχέσι κάπως μέ τήν έλλειψι όξυγόνου στούς Ιστούς, μέ μίαν έλαττωμένη άνταλλαγή της υλης.
Ξεχώρισα τήν άρτηρία, πού ήταν μέν λεπτή, άλλά έπάλλετο δυνατά καί εφθασα σέ μια τελείως άποφασιστική στιγμή : ήταν έλεύθερη ή φλέβα του νεφρού ή είχε είσδύσει μέσα της όγκος , Πιάνοντας τήν φλέβα—άνέπνευσα λυτρωμένος—έδειχνε ότι δεν υπήρχε προεκβολή εκεί μέσα. Τώρα φαίνονταν όλα πιο εύκολα. Τήν αρτηρία μπορούσες νά τήν πιέσης καλά καί νά τήν δέσης μέ μιά κλωστή. Κάποια στιγμή εννοείται παραξενεύτηκα, όπως γλίστρησε τό χέρι μου έπάνω άπό τήν φλέβα. 'Η άφή της ήταν διαφορετική άπ’οτι συνήθως. Άλλά σκέφθηκα ότι αύτή ή έλαχίστη διαφορά θά ώφείλετο στή γενική μεταβολή πού παρουσίαζαν οί Ιστοί στήν περιοχή αύτή. Πήρα μιά ισχυρά μετάξινη κλωστή, τήν πέρασα γύρω στήν φλέβα, στο βάθος τής πληγής, όσο ήταν δυνατόν πιο κοντά στό σημείο τής εκβολής, στήν κάτω κοίλη φλέβα. 'Η κάτω κοίλη φλέβα αποτελεί ένα μεγάλο αγγείο, πάχους ενός άντίχειρος πού οδηγεί καί πάλι στήν καρδιά τό αίμα των κάτω άκρων καί τής περιοχής τής κοιλίας. Τράβηξα τή θηλειά, κομπόδεσα την κλωστή—καί έκείνη τή στιγμή, έγινε τό κακό

Ξαφνικά παρετήρησα μιά άπροσδιόριστη μεταβολή στήν πληγή. Κάτι άλλαξε! Αύτή ήταν ή πρώτη μου, άκαθόριστη έντύπωσις, χωρίς νά μπορώ νά πω ακριβώς, τί είχε άλλάξει!
Τότε, σέ πολλοστημόρια του δευτερολέπτου, είδα, πώς οί μύς έγιναν κάπως ώχρότεροι. Πήραν τήν ώχρότερη άπόχρωσι του νεκρού κρέατος. 

Οί ζωντανοί μυς έχουν μιαν τελείως δική τους γυαλάδα, οταν αίματώνωνται καλά. Αύτοί οί μυς έδώ έγιναν θολοί καί δέν γυάλιζαν πιά.
Κατάλαβα τότε ότι έδώ έπρεπε νά έγινε κάτι τό τελείως ξεχωριστό, πού έκανε πολύπλοκη τήν πορεία τής εγχειρήσεως. Τό δεξί μου χέρι βρισκόταν άκόμη στό βάθος τής πληγής, δυό δάκτυλά μου άγγιζαν τό κολόβωμα τής δεμένης άρτηρίας του νεφρού, καί ξάφνου τό ένιωσα καθαρά: ή αρτηρία δέν χτυπούσε πιά. Ή καρδιά σταμάτησε—ό άρρωστός μου ήταν νεκρός I

Έρριξα ενα βλέμμα στήν βοηθό μου καί στόν ναρκωτή—δέν είχαν προσέξει τίποτε άπό οτι είχε συμβή.
Τί έπρεπε νά κάμω ; Στεκόμουν στή μέση της μεγάλης, της κατάμεστης αιθούσης. Τα μάτια των φοιτητών μέχρι τήν πιο ψηλή σειρά του άμφιθεάτρου διευθύνοντο πρός έμένα, πρός τόν άσθενή μου, τό τραύμα του, τό γιγάντιο όγκο. Πολλοί παρακολουθούσαν μέ κιάλια τό χειρουργικό τραπέζι. Καί ό άνθρωπός μου ήταν νεκρός Τό χειρότερο, πού μπορεί νά συμβή σ’ ένα χειρουργό.
Εκείνη τήν στιγμή σταμάτησα νά σκέπτομαι. Αφησα τόν έαυτό μου απλώς στό ένστικτό του, καί χειρουργούσα συνέχεια. Χειρουργούσα ένα νεκρό. Άρπαξα μιά λαβίδα άπό τό τραπέζι μέ τά εργαλεία, τήν έβαλα στό μίσχο του νεφρού, τόν έκοψα με ταξύ της λαβίδος καί του συνδέσμου καί ξεκόλλησα ολόκληρον τόν γιγάντιο όγκο τραβώντας τον έξω άπό τό τραύμα.

Μέ τό γεγονός αύτό όλα τά μάτια έφυγαν άπό τόν άσθενή. Οί φοιτηται μαγεμένοι έστρεψαν τήν προσοχή τους πρός τόν τεράστιο όγκο. Τον πέταξα σέ μιά λευκή λεκάνη, έβαλα ένα μεγάλο ταμπόν μέ γάζα στό τραύμα τής πλευράς, πού δέν αίμοραγοΰσε πλέον, τό σκέπασα γρήγορα μέ ένα άποστειρωμένο πανί και είπα στόν πρώτο μου βοηθό τελείως ήρεμα, άλλά τόσο δυνατά, ώστε νά τό άκούσουν όλοι:

— Παρακαλώ, άς πάρουν τόν άνθρωπο έξω καί κλείστε έσεις τό τραύμα.
Όλόκληρη ή χειρουργική μου ομάδα μπήκε άμέσως σέ κίνησί. Έσπρωξαν τό χειρουργικό κρεββάτι, μέ τόν άρρωστο καί ολα τά σχετικά, στόν προθάλαμο του άμφιθεάτρου. 'Η μεγάλη πόρτα έκλεισε πίσω τους.
Έγώ έμεινα στήν αίθουσα. Χώρισα μ’ ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι τό γιγάντιο όγκο, τόν έδειξα στόν καθηγητή καί σ’ όλους τούς άλλους καί τόν έδωσα γιά νά περάση άπό χέρι σέ χέρι. Υστερα έπέδειξα καί τις λεπτομέρειες του παρασκευάσματο, Οί φοιτηταί επιδοκίμασαν καί πάλι σιγά. Δέν έπρεπε νά ένοχλήσουν τόν καθηγητή στήν έγχείρησί του. Ό καθηγητής μου έριξε ένα σύντομο βλέμμα επιδοκιμασίας. Ακριβώς τότε βρισκόταν στή δημιουργία μιας νέας συνδέσεως μεταξύ στομάχου και του άνω τμήματος του λεπτού εντέρου καί του άνω τμήματος του λεπτού εντέρου.

Έγώ βγήκα άργά έξω στόν προθάλαμο.
— Δέν άναπνέει πιά! μου φώναξε ο ναρκωτής κίτρινος άπ’ τό φόβο του.

Τόν κύτταξα καί του είπα πικρά :

—•Α έτσι! τό καταλάβατε επί τέλους; είναι πρό πολλού νεκρός.
Ολοι ήταν σάν να τούς χτύπησες στο κεφάλι. Ενας έπιασε άλλη μιά φορά το σφυγμό στό χέρι για νά βεβαιωθή ότι ή καρδιά πράγματι είχε σταματήσει. Δέν ήθελαν καί δέν μπορούσαν νά τό πιστέψουν. 'Η ντροπή τους ήταν τόσο φανερή, πού άρχισα νά τούς λυπάμα γι’ αυτό είπα μονάχα :

—’Ακουστέ τώρα! Συνέβη κάτι πολύ εξαιρετικό. Δέν μπορούσατε νά κάνετε τίποτε! κι’ έγώ δέν μπορούσα. Τί συνέβη δέν ξέρω άκριβώς. Οπως φαίνεται όμως θά πρόκειται γιά μιά έμβολή καρκινωδών κυττάρων, πού συνέβη άκριβώς τη στιγμή πού έδεσα τή φλέβα του νεφρού.
Επειτα τούς εξήγησα τόν τρόπο πού έγινε, όπως έγώ τόν σκεπτόμουν. Ενα πήγμα άπό κύτταρα του όγκου τών νεφρών, όπως φαίνεται, ύπήρχε στό έσωτερικό τής μεγάλης φλέβας. Κι’ αυτή ή μάζα μέ τό δέσιμο πού έκανα, ξαφνικά έφθασε μέ τό ρεύμα του αίματος πάνω στήν καρδιά. 'Η δεξιά καρδιά τό έστειλε στήν κυκλοφορία τών πνευμόνων καί τά κύτταρα έφραξαν εκεί τά λεπτά αγγεία. 'Η άναπνοή δέν λειτουργούσε, ή καρδιά σταμάτησε—καί ό άρρωστός μας πέθανε.

Αυτή ήταν ύπόθεσις δική μου, αλλά έπρεπε νά βεβαιωθώ. Έτρεξα στό τηλέφωνο καί είπα νά μέ συνδέσουν μέ τόν καθηγητή τής παθολογικής άνατομίας. Του διηγήθηκα τά γεγονότα άκριβώς οπως συνέβησαν καί του είπα οτι υπάρχει ή ύποψία πώς παρεσύρθησαν κύτταρα άπό τόν όγκο στούς πνεύμονας, δηλαδή έγινε ξαφνικά μιά ολοκληρωτική έμφραξις τών πνευμόνων.

Στό μεταξύ ή παράδοσις τελείωσε, οί φοιτηταί ξεχύθηκαν άπό τό χειρουργείο έξω, ένώ ό καθηγητής έκανε τά τελευταία ράμματα. Μετά οί βοηθοί του έκαναν τόν επίδεσμο, ένώ έκεϊνος έσκούπιζε μ’ ένα λευκό άποστειρωμένο πανί τό μέτωπό του. Αργά τόν πλησίασα.

      Κύριε καθηγητά, δέν παρατηρήσατε τίποτε τήν ώρα πού γινόταν ή δική μου έγχείρησις;
—Οχι, είπε, τί συνέβη ;
—Ό άνθρωπος πέθανε, είπα.
      Μην τό κάνετε ζήτημα  Αλλά πώς έγινε ;
Του είπα όσα συνέβησαν κι’ όπως προηγουμένως, είπα πάλι τήν ύποψία, ότι ίσως έπρόκειτο γιά μιά έμβολή.

Ό καθηγητής δέχτηκε αυτά πού του είπα σχετικά ήρεμα. Μόνον είπε :
      Ναι σέ τέτοια ύπερνεφρώματα πρέπει κανείς νά είναι προετοιμασμένος γιά όλα. Δώστε τον όγκο στο Παθολογο - άνατομικύ Ινστιτούτο νά τόν έξετάσουν αμέσως.
      Τόν έχω δώσει κιόλας.
Κούνησε τό κεφάλι ήσυχος καί φύγαμε μαζί σκεπτικοί.
"Εξω στέκονταν άκόμη οί βοηθοί μου άναστατωμένοι. Τούς έδωσα θάρρος, παρ’ όλο πού έγώ είχα πιο πολλή άνάγκη. Γιατί δέν ήταν άκόμη ξεκάθαρο, άν ή ύπόθεσίς μου γιά τήν έμβολή στεκόταν μπροστά στό άδέκαστο μάτι του παθολογοανατόμου πού δέν φέρνει χωρίς λόγο τό ονομα «δήμιος».

Τό βράδυ, όταν πεθαμένος άπ’ τήν κούρασι άφηνα τήν κλινική, βρήκα στό αμάξι μου τή δάφνη. Μιά άστεία έκδήλωσις θαυμασμού τών άκροατών μου γιά τό γενναίο μου έγχειρητικό κατόρθωμα, άπό τήν τραγική έξέλιξι του οποίου, εκτός άπό τούς συνεργάτας μου, μέχρι σήμερα κανείς δέν έχει τίποτε πληροφορηθή.
Γιά μένα ήταν μιά πικρή δάφνη. Καί παρ’ όλον ότι ή ίστολογική έξέτασις, δυό μέρες αργότερα, έβεβαίωσε τήν όρθότητα της διαγνώσεώς μου, άκόμη μέχρι σήμερα ποτέ δέν μπόρεσε νά μου φύγη άπολύτως ή πικρή γεύσης έκείνου του γεγονότος.