Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Σπυρίδων Μηνέττος, ὁ κοσμοκαλόγηρος!!!!


 


Σπυρίδων Μηνέττος, ὁ κοσμοκαλόγηρος
Ὁ Σπυρίδων Μηνέττος (ὁ βίος γράφτηκε ἀπό τόν ἀνηψιό του Κωνσταντῖνο Μηνέττο) γεννήθηκε στό χωριό Γεννάδι Ρόδου στίς 12 Δεκεμβρίου 1898, ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ ὁποίου καί ἔλαβε τό ὄνομα.
Οἱ γονεῖς του Κωνσταντῖνος καί Χριστίνα ἦταν πτωχοί βιοπαλαιστές, ἀλλά πολύ εὐσεβεῖς. Ἀνέθρεψαν τόν πρωτότοκο Σπῦρο καί τά μικρότερα ἀδέλφια του Μανώλη, Μηνᾶ, Εἰρήνη, Ἐλευθερία καί Ἰωάννη χριστιανικά καί μέ πολλή ἀγάπη.
Φοίτησε στό Δημοτικό σχολεῖο τοῦ χωριοῦ. Οἱ γονεῖς του ἐκκλησιάζονταν τακτικά καί ὁ μικρός Σπῦρος ὑπεραγαποῦσε τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἔβλεπε σάν δεύτερο σπίτι του.
Ἀπό μικρό παιδί στεκόταν ὄρθιος σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας καί, ὅπως ἔλεγε ἡ μητέρα του, καταλάβαινε τούς Ψαλμούς, χωρίς νά ἔχη διδαχθεῖ ἀπό κανέναν. Συχνά ἐπαναλάμβανε τά λόγια τοῦ ψάλτη ἤ τοῦ ἱερέα.
Ἡ ἴδια ἡ μητέρα του Χριστίνα, διηγήθηκε τό ἑξῆς περιστατικό: «Βρισκόμασταν στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στό Γεννάδι. Παρακολουθούσαμε σκυφτοί τόν ἱερέα πού στήν μεγάλη εἴσοδο κρατοῦσε τά θεῖα Δῶρα καί κατευθυνόταν πρός τό Ἱερό. Σήκωσε τό κεφάλι του ὁ πεντάχρονος τότε Σπῦρος καί ἀνεφώνησε: “Μαμά, ἕνα ἄσπρο περιστέρι κάθεται πάνω στό Δισκοπότηρο!”. Κοίταξα καί δέν εἶδα τίποτε! Τρόμαξα! “Τί βλέπει τό παιδί;”, ἀναρωτήθηκα. Ὁ μικρός Σπῦρος τό κοίταζε συνεπαρμένος μέχρι πού ὁ ἱερέας μπῆκε στό Ἱερό. “Σκύψε, τοῦ λέω, μήν κοιτᾶς!”. Ἔσκυψε τό κεφάλι ὁ Σπῦρος ἐπιμένοντας. “Μά τό εἶδα, μαμά! Ἦταν ἕνα ἄσπρο περιστέρι καί καθόταν ἐπάνω στό Δισκοπότηρο!”». Αὐτή τήν ἐμπειρία δέν τήν ξέχασε ποτέ, ἀλλά καί ποτέ δέν ἤθελε νά τήν συζητήση.
Στήν ἡλικία τῶν 10‒12 ἐτῶν δέν ἦταν σάν τά ἄλλα παιδιά. Τά τραγούδια καί οἱ χαρές δέν τόν τραβοῦσαν. Διάβαζε τήν Ἁγία Γραφή, τό Ψαλτήρι, τούς βίους τῶν Ἁγίων, διάφορες προσευχές καί ἔμαθε πάρα πολλά ἀπό μνήμης. Ἦταν πολύ σοβαρός γιά τήν ἡλικία του, πολύ ἀπόμακρος, χαμένος στούς δικούς του λογισμούς.
Μιλοῦσε στήν μητέρα του γιά τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς ἔλεγε: «Κοίταξε ὅλα αὐτά γύρω μας, οἱ ὀμορφιές τοῦ κόσμου, τά χρήματα, τά χρυσά, τά ὡραῖα φαγητά, ὅλες οἱ ἐπίγειες χαρές, εἶναι μάταια! Μόνον ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἀληθινός καί ἡ ἄλλη ζωή, ἡ ἀτέλειωτη!».
Μιλοῦσε γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί ἡ μητέρα του δάκρυζε. Ἤξερε πώς ὁ Σπῦρος της ἀνῆκε στόν Θεό! Καί ὁ Σπῦρος τό ἀπέδειξε! Μεγαλώνοντας ἤθελε νά ἀκολουθήση τόν μοναχικό βίο, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τόν διακαῆ του πόθο νά ὑπηρετήση τόν Χριστό!
Ἀπό πολύ μικρός ἔπρεπε νά ἐργαστῆ μαζί μέ τόν πατέρα του, πού ἦταν μπογιατζῆς καί ἔβαφε ἀνδρικά ροῦχα. Στά δώδεκά του χρόνια εἶχε μάθει τήν τέχνη καί μαζί μέ τόν πατέρα του, κουβαλοῦσαν μέ τό γαϊδουράκι τους τίς παραγγελίες τῶν πελατῶν στά γύρω δέκα περίπου χωριά τῆς νότιας Ρόδου. Τότε οἱ ἄνδρες φοροῦσαν μαῦρα πουκάμισα χωρίς γιακᾶ καί μαῦρα παντελόνια (βράκες) ὥς τά γόνατα. Ἀγόγγυστα δούλευε σκληρά κάθε μέρα μέ τήν προσευχή στά χείλη. Μόλις βράδιαζε ἔτρεχε στόν Ἑσπερινό. Στίς ἑορτές δέν ἐργαζόταν, γιά νά μπορῆ νά ἐκκλησιάζεται καί νά ψάλλη.
Τά χρήματα τῆς δουλειᾶς τους ἦταν πάντα λίγα γιά τήν πολυμελῆ οἰκογένειά τους. Οἱ πτωχοί ἄνθρωποι τούς πλήρωναν τίς περισσότερες φορές μέ εἶδος˙ λαχανικά ἀπό τά χωράφια τους, γάλα, αὐγά, μέλι καί ἄλλα.
Ἔζησε μέ μεγάλη του λύπη καί πόνο τόν θάνατο τῶν δύο δίδυμων νηπίων ἀδελφῶν του Ἐλευθερίου καί Ἰωάννη, πού πέθαναν στήν θανατηφόρα γρίππη τοῦ 1918. Ὅπως μᾶς διηγιόταν, ὅλο σχεδόν τό χωριό εἶχε ἀρρωστήσει καί πολλοί ἄφησαν τά ἐγκόσμια. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀρρωστήσει πολύ ἐλαφρά μέ τήν γρίππη καί ἀνέλαβε νά περιποιῆται τά μέλη τῆς οἰκογένειάς του πού τήν εἶχαν ἁρπάξει ἀρκετά βαριά. Ὅταν μέ τά ἴδια του τά χέρια ἀναγκάστηκε νά σκάψη τούς τάφους τῶν δίδυμων ἀδελφῶν του, πού ὑπεραγαποῦσε καί, πού σέ ἡλικία μόλις ἑνάμιση χρονῶν ἔφυγαν γιά τόν Παράδεισο, ἔκλαψε πολύ. Δέν ἔχασε ὅμως τήν πίστη του στόν Θεό.
Ὑπέμεινε τήν Κατοχική πεῖνα τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου καί ἐπέζησε, ἄν καί πολλοί ἄνθρωποι χάνονταν καθημερινά ἀπό τήν στέρηση. Ἐκεῖνος μάζευε χόρτα ἀπό τά βουνά καί τά χωράφια καί λίγους καρπούς ἀπό τά δέντρα τοῦ κήπου τους, ἀπό τά ἐλάχιστα πού εἶχαν ἀφήσει οἱ ξένοι στρατιῶτες. Ὅλα αὐτά τά μοίραζε στούς πεινασμένους, πού εἶχαν ἀρχίσει νά πρήζωνται ἀπό τήν ἔλλειψη τροφῆς. Γιά τόν ἑαυτό του κρατοῦσε ἐλάχιστη τροφή ἴσα‒ἴσα γιά νά ἀντέξη καί νά μήν πεθάνη.
Καί πάλι ὅμως ἡ πίστη του στόν Θεό ἔμεινε ἀκέραιη καί δυνατή. Μέ ὑπομονή, μέ ἐγκαρτέρηση καί πάντοτε μέ τήν προσευχή στά χείλη, περίμενε νά τελειώση «ἡ δοκιμασία τοῦ Θεοῦ», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε.
Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, ὁ Κωσταντῆς, ὁ Σπῦρος κατάλαβε πώς ἡ τέχνη πού ἔμαθε ἦταν πλέον ἄχρηστη, γιατί οἱ ἄνδρες ἄρχισαν νά φορᾶν στενά παντελόνια, πού δέν τά ἔβαφαν ποτέ. Τότε μετέτρεψε τό βαφεῖο ‒μπογιατζίδικο‒ σέ ὑπνοδωμάτιο καί τόπο προσευχῆς. Τώρα ἐργαζόταν σέ ἀγροτικές ἐργασίες τῆς ἀδελφῆς του ‒μητέρα μας‒ Εἰρήνης. Ὅταν δέν εἶχε δουλειά στά χωράφια, βοηθοῦσε στό σπίτι. Μᾶς νουθετοῦσε καί δίδασκε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς καί στά ξαδέλφια μας, ἄν τύχαινε νά εἴμαστε ὅλοι μαζί. Θυμᾶμαι, πώς μᾶς μιλοῦσε γιά τήν ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἐξηγοῦσε τίς παραβολές Του, τά θαύματά Του, τόν Σταυρικό Του θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του. Μᾶς διηγόταν βίους καί θαύματα Ἁγίων, εἰδικά αὐτῶν πού μαρτύρησαν γιά τόν Χριστό, τούς ὁποίους ὑπεραγαποῦσε.
Στήν μέση ἡλικία του ὁ Σπυρίδων εἶχε μεταβῆ στήν νῆσο Πάτμο, προκειμένου νά μονάση στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου. Ἔμεινε ἐντυπωσιασμένος μέ ὅσα εἶδε καί ἔζησε στήν Νῆσο, πού ἐξόριστος ὁ ἀγαπημένος μαθητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ἔγραψε τό θεόπνευστο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. «Μυστήριο εἶναι ὁ Θεός», ἔλεγε. «Τά δικά μας γήϊνα μάτια δέν μποροῦν νά ἰδοῦν τό μεγαλεῖο Του!».
Ἡ παραμονή του στό νησί τῆς Ἀποκαλύψεως δέν κράτησε πολύ. Βρῆκε τήν ζωή τῶν μοναχῶν σ᾿ ἐκεῖνο τό Μοναστήρι χαλαρή καί ὄχι αὐστηρή, ὅσο ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε. Γι᾿ αὐτό καί ξαναγύρισε στό ἀγαπημένο του χωριό, τό Γεννάδι.
Κάποτε οἱ συγχωριανοί του τοῦ εἶχαν κάνει προξενειό μέ ἕνα καλό κορίτσι νά παντρευτῆ καί νά μήν εἶναι μόνος. Τούς εὐχαρίστησε λέγοντας, πώς αὐτός δέν ἦταν ὁ προορισμός του καί πώς ὁ ἴδιος δέν ἔνοιωθε μόνος, γιατί εἶχε συντροφιά τόν Χριστό καί τήν Παναγία!
Ὁ Σπυρίδων ἦταν πολύ λιτοδίαιτος. Λίγα μαγειρεμένα λαχανικά ἤ ὄσπρια μέ λάδι, ὅταν δέν νήστευε, λίγα φροῦτα ἤ λίγοι ξηροί καρποί τοῦ ἀρκοῦσαν. Νήστευε πάρα πολύ. Ἴσως περισσότερο ἀπό τόν μισό χρόνο. Κάθε ἑβδομάδα Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή ἔτρωγε μόνο τό βράδυ ἕνα κομμάτι ἀντίδωρο καί ἔπινε νερό. Ἔκανε δηλαδή ἐνάτη ἤ καλύτερα ἀσιτία.
Τόν Δεκαπενταύγουστο ἔτρωγε ἀντίδωρο καί ἔπινε νερό τά βράδια καί μόνο τά Σαββατοκύριακα ἔτρωγε λάδι. Νήστευε ἀκόμα στίς γιορτές τῶν μεγάλων Ἁγίων καί τά δύο σαρανταήμερα τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα χωρίς λάδι ἤ ἐλιές.
Τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἔκανε τήν πιό αὐστηρή νηστεία. Τίς τρεῖς πρῶτες ἡμέρες ἔτρωγε τό ἀντίδωρό του καί τήν Μ. Πέμπτη, Μ. Παρασκευή καί τό Μ. Σάββατο δέν ἔτρωγε τίποτε καί δέν ἔπινε οὔτε νερό.
Στήν Ἀνάσταση μεταλάβαινε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί τό πρόσωπό του ἔλαμπε μέ ἕνα παράξενο φῶς, πού μᾶς ἔκανε νά τόν κοιτᾶμε ἐκστατικοί. Ἀνήμερα τήν Ἀνάσταση ἔτρωγε ἕνα μικρό πιᾶτο λαχανικά μέ λάδι καί ἀργότερα πρός τό βράδυ ἔτρωγε, κατά τό ἔθιμο, ἕνα κόκκινο αὐγό καί ἕνα λαδοκούλουρο.
Νήστευε καί ταυτόχρονα ἐργαζόταν στά χωράφια ἤ βοηθοῦσε στό σπίτι. Μία ἡμέρα, θυμᾶμαι, γύρισε ἀπό κάποια ἀγροτική ἐργασία καί εἶπε στήν μητέρα μου: «Ἀδελφή, σήμερα ἐνῶ δούλευα, αἰσθάνθηκα ζαλάδα καί ἀναγκάστηκα νά σπάσω τήν ἄσκησή μου πίνοντας νερό ἀπό τό πηγάδι. Αὐτό τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός!».
Ἡ μητέρα μας βλέποντας τήν ὑπερβολική ἄσκηση καί τίς στερήσεις του, στενοχωριόταν γιά τόν ἀδελφό της, ὅταν μάλιστα ἄρχισε νά γερνάη καί νά μήν βλέπη πολύ καλά. Μέ πολλή πίεση, τοῦ ἔδωσε τότε ἕνα δωμάτιο στόν ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ της, γιά νά κοιμᾶται καί νά προσεύχεται ἥσυχος χωρίς ἐνοχλήσεις. Οἱ γονεῖς μας κοιμόταν ἀκριβῶς ἀπό κάτω στό ἰσόγειο. Καί στό νέο του ὅμως δωμάτιο δέν κοιμόταν πολύ. Στηριζόμενος σέ ἕνα χοντρό ξύλο, σάν μπαστούνι, προσευχόταν μέχρι τήν αὐγή. Κι ὅταν τίς ὧρες ἐκεῖνες ἀποκαμωμένο τόν βύθιζε ὁ ὕπνος, ἡ μητέρα μας ἄκουγε μεγάλο θόρυβο στό δωμάτιό του, κάτι σάν σεισμό καί σφύριγμα δυνατοῦ ἀέρα, ἡ πόρτα του ἔτριζε, τά ἔπιπλα μετακινιόταν πέρα δῶθε, ἐνῶ μία ἀδύναμη φωνή καλοῦσε «βοήθεια!». Ἔτρεχε καί ἀνέβαινε στόν ὄροφο καί μόλις ἄνοιγε τήν πόρτα ὅλα ἡσύχαζαν. Ὁ θεῖος στό χαμηλό του κρεββάτι τουρτούριζε ἀπό τό κρύο μέσα στήν μέση τοῦ χειμῶνα χωρίς σκεπάσματα. Αὐτά ἦταν πεταμένα στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ δωματίου. «Συγγνώμη, ἀδελφή, πού σέ ξύπνησα. Μέ πειράζει ὁ δαίμονας, μέ τραντάζει καί μοῦ πετάει τά σκεπάσματα!».
Αὐτό συνέβη ἀρκετές φορές καί μᾶς τό διηγήθηκε ἡ μητέρα μας ἀργότερα, ὅταν πιά ἤμασταν μεγάλα παιδιά. Ἀπό αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ Σπυρίδων πολεμοῦσε μέ τόν διάβολο πλέον, ἀφοῦ εἶχε νικήσει τά πάθη του.
Οἱ συγχωριανοί του τόν ἀγαποῦσαν καί τόν σέβονταν. Ὅταν πήγαινε στήν Ἐκκλησία ἤ στήν δουλειά, ὅλοι τους τόν ἔδειχναν μέ τό δάκτυλό τους. «Νά, ὁ ἅγιος Σπῦρος!», ἔλεγαν καί σταματοῦσαν γιά νά τόν χαιρετήσουν. Κι ἐκεῖνος τούς ἀνταπέδιδε τόν χαιρετισμό μέ καλωσύνη, λέγοντάς τους πώς «Ἅγιος εἶναι μόνο ὁ Θεός. Προσεύχεσθε γιά νά ἔχετε φώτιση!». Ἀρκετοί συγχωριανοί καί συγχωριανές τοῦ ζητοῦσαν τήν συμβουλή του σέ διάφορα θέματα κι ἐκεῖνος μέ καλωσύνη τούς συμβούλευε.
Ὅσο ὁ θεῖος μας γερνοῦσε, χαιρόταν νά μᾶς ἔχη κοντά του καί νά μᾶς κατηχῆ. «Ἡ νηστεία, μᾶς ἔλεγε, ἐξαϋλώνει τόν ἄνθρωπο, καθαρίζει τό μυαλό ἀπό τίς προσωπικές μας στενοχώριες καί ἐντάσεις καί μᾶς φέρνει κοντά στόν Θεό. Νηστεία καί ἐξομολόγηση πᾶνε μαζί, πρίν λάβωμε τήν θεία Κοινωνία».
Ὁ ἴδιος νήστευε καί ἐξομολογιόταν πολύ τακτικά καί κοινωνοῦσε μέ φόβο Θεοῦ. Πίστευε ὅτι ἡ θεία Κοινωνία εἶναι φάρμακο τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς κάθε Χριστιανοῦ.
Στό πρόσωπό του ἦταν ζωγραφισμένη ἡ καλωσύνη, ἡ πραότητα, ἡ θεία Χάρη. Χαιρόμασταν κι ἐμεῖς, ἡ οἰκογένειά του, ἀλλά καί ὅλο τό χωριό νά τόν κοιτᾶμε καί νά τόν ἔχωμε κοντά μας. Πάντα ὑπομονετικός, χωρίς κακίες ἤ ἄλλες ἐξάρσεις. Ἀναρωτιόμασταν, πῶς μπορεῖ νά μήν θυμώνη ποτέ καί γιά τίποτα!
Μᾶς δίδασκε γιά τήν μεγάλη σημασία τῆς ἀγάπης. «Νά ἀγαπᾶμε ἀλλήλους, εἶπε ὁ Χριστός. Μά πιό πολύ πρέπει νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας! Αὐτό μᾶς μειώνει τόν ἐγωϊσμό, μᾶς κάνει ἀνεκτικούς στόν πλησίον μας καί μᾶς ἀνυψώνει πνευματικά. Τό νά ἀγαπᾶμε μόνο αὐτούς πού μᾶς ἀγαποῦν, εἶναι εὔκολο καί εὐχάριστο. Πρέπει νά ἀγαπᾶμε τά ζῶα, τά δέντρα καί ὅλη τήν κτίση, γιατί εἶναι δημιουργία τοῦ Θεοῦ».
Ἡ μητέρα μας πίστευε πώς ὁ θεῖος μας Σπῦρος ἔβλεπε θεϊκές ὀπτασίες, ἀλλά δέν ἤθελε νά συζητᾶ γι᾿ αὐτό. Μιλοῦσε συχνά γιά θεῖες ἐμπειρίες Ἁγίων, πού εἶχαν ἁρπαχτῆ καί ὁδηγηθῆ ὡς τόν τρίτο οὐρανό καί εἶδαν πράγματα πού ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δέν μπορεῖ νά συλλάβη τήν ὀμορφιά τους. Κάθε φορά πού μιλοῦσε γι᾿ αὐτά, τό πρόσωπό του ἔλαμπε μέ ἕνα παράξενο φῶς. Ὑποψιαζόμασταν ὅτι κι ἐκεῖνος εἶχε δικές του παρόμοιες ἐμπειρίες, ποτέ ὅμως δέν θέλησε νά μᾶς τίς ἀποκαλύψη.
«Τί εἶναι Θεός;», τόν ρώτησα μία ἡμέρα. Μέ κοίταξε μέ τό ἤρεμο βλέμμα του καί εἶπε: «Εἶναι τό ἄκτιστο, τό ἀνέσπερο Φῶς, ἡ Ἀγάπη καί ἡ Ἁρμονία τοῦ Σύμπαντος. Παντοδύναμος καί Ἀόρατος. Πανταχοῦ παρών! Χωρίς Ἀρχή καί χωρίς Τέλος! Διάβαζε, παιδί μου, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τό Ψαλτήρι, τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τίς Προσευχές καί θά καταλάβης!».
Ὅταν εἶχε μερικά κέρματα δέν τά ξόδευε. Τά ἔρριχνε σ᾿ ἕνα κουτί. Ὅταν ὕστερα ἀπό καιρό συγκέντρωνε ἕνα μικρό ποσό, 100‒200 δρχ., τά ἔδινε σέ πολύ φτωχές οἰκογένειες, πού γνώριζε πώς εἶχαν ἀνάγκη.
Μία ἡμέρα μέ φώναξε καί μέ ρώτησε ἄν ἤξερα πῶς βρέθηκε στό τραπέζι τοῦ δωματίου του ἕνα εἶδος βαμβάκι. Τό εἶδα καί ἀπόρησα κι ἐγώ. Ἦταν διαστάσεων 5х5 πόντους περίπου, μέ ἀποτυπωμένη τήν μορφή τῆς Παναγίας, νά κρατᾶ τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της. Ἀκριβῶς ὅπως στίς εἰκόνες τῶν τέμπλων, χωρίς ὅμως χρώματα. Τό βαμβάκι αὐτό ὅταν τό ἄγγιζες ἐλαφρά, διαλυόταν. Τό βάλαμε προσεκτικά σέ ἕνα κουτάκι στό εἰκονοστάσι. Κάπου‒κάπου πήγαινα καί τό κοίταζα. Παρέμεινε τό ἴδιο. Κι ἐγώ ἀπέφευγα νά τό ἀγγίξω, γιά νά μήν διαλυθῆ. Λίγο ἀργότερα ἔφυγα γιά τήν Αὐστραλία. Ἔκτοτε δέν ἔμαθα τί ἀπέγινε τό βαμβάκι μέ τό ἀποτύπωμα τῆς Παναγίας μέ τό θεῖο Βρέφος.
Ἐκκλησιαζόταν κάθε φορά πού ἡ καμπάνα τοῦ χωριοῦ καλοῦσε σέ Ἑσπερινό ἤ θεία Λειτουργία. Στεκόταν στό ἴδιο θρονί μέσα στό ἀναλόγιο, στά ἀριστερά τοῦ ἀριστεροῦ ψάλτη, ἀκίνητος, ὁλόρθος, ἀπόκοσμος, ἄλλοτε σιγοψάλλοντας καί ἄλλοτε προσευχόμενος. Μιλοῦσε μόνο ὅταν ὁ ψάλτης ζητοῦσε τήν συμβουλή του σέ θέματα τυπικῆς διάταξης τῶν Ἀκολουθιῶν, πού κατεῖχε ἄριστα.
Ὁ ἀείμνηστος ἱερέας π. Νικόλαος, στό τέλος κάθε θείας Λειτουργίας, ἀντί ἀντιδώρου, τοῦ προσέφερε ἕνα μέρος ἀπό τό πρόσφορο πού ἔβγαζε τίς μερίδες, ἕνα μέρος τοῦ ὁποίου ἔτρωγε ἐντός τοῦ ναοῦ καί τό ὑπόλοιπο τό ἔπαιρνε στό σπίτι καί τό ἔτρωγε μέ πολλή προσοχή καί σεβασμό.
Μιλοῦσε λίγο καί χαμηλόφωνα. Κι ἡ φωνή του ἔδειχνε συγκατάβαση, εἶχε τόνο φιλικό, πατρικό, συμβουλευτικό.
Ἔχοντάς τον σάν ὑπόδειγμα ἤμουν κι ἐγώ ἀπό μικρός μέσα στήν Ἐκκλησία. Παρακολουθοῦσα ἀνελλιπῶς ὅλους τούς Ἑσπερινούς καί μέ εὐχαριστοῦσε νά τόν ἀκούω νά ψάλλη. Τοῦ ὀφείλω μάλιστα εὐγνωμοσύνη, γιατί ἀπό μικρό μέ εἰσήγαγε στήν ψαλτική τέχνη, μαθαίνοντάς μου τούς ἤχους μέ βάση τά Ἀναστάσιμα Ἀπολυτίκιά τους.
Ἡ συστηματική μελέτη τῶν θεόπνευστων βιβλίων καί ἡ ψαλτική του ἐνασχόληση τόν ἐξοικείωσαν μέ τήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα, τήν ἀκραιφνῆ καθαρεύουσα, ἔτσι ὥστε νά τήν κατανοῆ παρά τήν ἐλλειπῆ φοίτησή του σέ σχολεῖα.
Ἐνθυμοῦμαι, ὄντας μαθητής τῆς ΣΤ΄ Δημοτικοῦ, πῶς κατάφερε νά ἀντιπαρατεθῆ καί νά ἀποστομώση ἑλληνικῆς καταγωγῆς χιλιαστή τῆς Αὐστραλίας, πού εἶχε ἔλθει σκόπιμα στό Γεννάδι προκειμένου νά προσηλυτίση καί τόν θεῖο καί ὅλη τήν οἰκογένειά μας. Ἀνέτρεπε μέ πατερική ἐμβρίθεια καί δεινότητα τά ἐπιχειρήματα τοῦ χιλιαστῆ, χωρίς ἐκεῖνος νά μπορῆ νά ἀντιλέξη.
Σέ μία ἄλλη περίπτωση, ἐπιστρέφοντας μαζί ἀπό ἕναν Ἑσπερινό καί συζητώντας, τοῦ εἶπα μία ἐκκλησιαστική ρήση λανθασμένα. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα μοῦ ζήτησε νά τήν ἐπαναλάβω καί μοῦ τήν διόρθωσε, δίνοντας σέ μένα τό γυμνασιόπαιδο ἕνα δυνατό μάθημα ἀρχαιογνωσίας.
Δέν εἶχε τίς ἀνέσεις γιά ἀτομική καθαριότητα καί δέν γνωρίζω ἄν εἶχε λούσει ποτέ τό σῶμα του. Καί ὅμως, ἀνέδιδε ἁγιαστική καθαρότητα καί εὐωδία.
Σέ μία ἐπιστολή του πρός τόν ἀδελφό του Μηνᾶ, μέ ἡμερομηνία 10 Μαρτίου 1931, ὅπου ἀφηγεῖται τόν θάνατο τοῦ πατέρα τους, τοῦ γράφει: «Ὁ πατέρας, Μηνᾶ, ἦταν εὔσπλαχνος στούς πτωχούς, στούς ξένους καί ἡμεῖς πρέπει γιά τήν ψυχήν του νά δίνωμεν στούς πτωχούς, διότι αὐτό χρειάζεται τώρα ὁ πατέρας καί νά τόν μνημονεύωμεν. Λοιπόν, ἀγαπητέ ἀδελφέ, ἄς ἔχωμεν ὑπομονήν καί ἄς δεώμαστε τόν Θεόν νά ἀναπαύση τήν ψυχήν του εἰς τόπον ἀνέσεως».
Σέ παρόμοια ἐπιστολή, ὅπου ἀναγγέλλει τόν θάνατον τῆς μητέρας του Χριστίνας στίς 23 Ἰουνίου 1953, γράφει: «Ἀπέθανεν, Μηνᾶ, ἔτσι ἥσυχα‒ἥσυχα. Ὅσοι ἦρθαν καί εἶδαν τό λείψανον ἐθαύμαζον τήν εὐμορφίαν πού εἶχε τό πρόσωπόν της καί ὅλον τό σῶμα της καί τό ἐδιηγοῦντο. Ἦταν ὡσάν λαμπρόν, φωτεινόν. Ὅλοι λέγουν πώς ἦτον καλή γυναῖκα, δέν ἐμάλωνε μέ κανέναν, δέν ἔκαμεν τίποτες κακά. Εἶχεν εἰς τήν ζωήν της ἀκούσει ἀπό τό στόμα μου πολλά διηγήματα θρησκευτικά καί εἶχε πάντα τόν θεῖον φόβον εἰς τήν καρδίαν της. Δέν κλαίω, Μηνᾶ, τόσον τόν θάνατόν της, ὅσον κλαίω τούς πόνους της πού ἐτράβηξε μέχρι θανάτου…».
Ὁ ἀείμνηστός μου θεῖος σ᾿ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή του ὑπῆρξε ὁ κοσμοκαλόγηρος τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς πραότητας, τῆς ταπείνωσης, τῆς ἐλεημοσύνης. Μία ζωή ὁσιακή, ἁγιαστική, μέ τόν Χριστό καί γιά τόν Χριστό!
Ὁ Σπυρίδων δέν εἶχε σοβαρές ἀρρώστειες στήν ζωή του. Μόνο στήν ἡλικία τῶν 76 χρόνων ἔπαθε κάτι σάν γεροντική ἄνοια, ὅμως γιά λίγο καιρό, γιατί γρήγορα ἦρθε τό τέλος.
Ἡ μητέρα μου τοῦ ἔδινε λίγη σούπα, νερό ἤ γάλα. Τήν κοιτοῦσε, τήν γνώριζε καί τῆς ἔλεγε: «Σέ ἔστειλε ὁ Θεός νά μέ προσέχης τώρα πού εἶμαι ἀνήμπορος! Εἶσαι καλή, Εἰρήνη, θά πᾶς στόν Παράδεισο!».
Δύο ἑβδομάδες πρίν κοιμηθῆ, ἔπεσε σέ κῶμα, χωρίς νά ἔχη πάθει ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο. Τό μάθαμε κι ἐγώ κι ἡ ἀδελφή μου Χριστίνα πού ζούσαμε μέ τίς οἰκογένειές μας στήν Αὐστραλία ἀπό τήν μητέρα μας καί εἴχαμε πολύ λυπηθῆ πού ὁ ἀγαπημένος μας θεῖος ἦταν στά τελευταῖα του καί βρισκόμασταν μακριά του. Τόν περιποιόταν ἡ μητέρα μας καί ἡ ξαδέλφη μας Τσαμπίκα. Μάλιστα, τοῦ ἔψαλλαν τροπάρια καί ψαλμούς ἀπό τήν θεία Λειτουργία. Κι ἐνῶ ἦταν σέ κῶμα, στό ἄκουσμα τῆς ψαλμωδίας χαμογελοῦσε εὐχαριστημένος!
Κοιμήθηκε εἰρηνικά χωρίς πόνους, στίς 11 Νοεμβρίου τοῦ 1974.
Σαράντα ἡμέρες μετά τήν κοίμησή του, ὁ θεῖος μας Μανώλης Μηνέττος ἐπισκέφτηκε τήν μητέρα μας καί τῆς εἶπε: «Εἰρήνη, εἶδα χθές τήν νύχτα σέ ὄνειρο τόν ἀδελφό μας Σπῦρο. Μοῦ εἶπε ὅτι κάθε βράδυ θυμιάζεις τό κρεββάτι του, κλαῖς καί παραπονιέσαι πού ἔφυγε καί σέ ἄφησε. “Πές τῆς Εἰρήνης”, εἶπε, “νά μήν τό κάνη αὐτό πιά, γιατί μέ στενοχωρεῖ πολύ”».
Ἡ μητέρα μας ἔμεινε ἄφωνη! Κανείς δέν ἤξερε ὅτι θυμιάζει κάθε βράδυ τό δωμάτιο τοῦ ἀποθαμένου ἀδελφοῦ της Σπύρου καί κλαίει μιλώντας του. Αὐτό γινόταν μέ κλεισμένες πόρτες, ἀργά τό βράδυ πρίν κοιμηθῆ.
Ἡ πεθερά μου Δέσποινα Μηλιοῦ, πού πέθανε σέ ἡλικία 100 χρονῶν καί ὡς νεωκόρος πρόσφερε τίς ὑπηρεσίες της στούς Ἱερούς Ναούς τοῦ Γενναδίου, μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: «Κάθε φορά πού ἄναβα τά καντήλια στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας (εἶναι τό κοιμητήριο τοῦ Γενναδιοῦ) ἄναβα καί τό καντήλι στόν τάφο τοῦ ἀναγνώστη Σπύρου. Ἀρκετές φορές παρατήρησα νά μέ τυλίγη μία ἐξαίσια μυρωδιά πού ἔβγαινε ἀπό τόν τάφο του καί ὅταν ἔφευγα ἡ μυρωδιά μέ ἀκολουθοῦσε καί ἐρχόταν πίσω ἀπό τόν ὦμο μου μέχρι πού ἔφθανα στό σπίτι μου».
Ἀπό τά θεῖα σκηνώματα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ ἁγία ψυχή του, ἄς πρεσβεύη καί γιά μᾶς καί τά παιδιά μας, γιά τήν Πατρίδα μας καί γιά τήν Ἐκκλησία μας!
Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.
(Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο, τ. Γ΄, ἐκδ. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον "Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος" Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, σελ. 37-51)

Η μοίρα δεν υπάρχει.


 


Η μοίρα δεν υπάρχει. Κάποιοι θα μπορούσαν να πουν: ήταν γραφτό να συμβεί. Αν ένα άτομο ήταν προορισμένο να πεθάνει, τότε γιατί να με τιμωρήσει ο Θεός;! Εμείς δημιουργούμε τη δική μας μοίρα. Αν ένα άτομο, από αμέλεια ή απερισκεψία, θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ή πεθάνει, τι σχέση έχει η μοίρα με αυτό;


Aγιος  Γαβριήλ του Σαμτάβρο (Ουργκεμπάτζε)


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΌ ΜΥΣΤΙΚΌ.








Όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Έχω 60 χρόνια που φορώ τα ράσα. Πάντοτε, όταν συναντώ Ορθόδοξο Χριστιανό ή οποιονδήποτε άνθρωπο, βάζω το κεφάλι μου κάτω από τα πόδια του».
Αυτός είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα ζουν με αγάπη και η χριστοειδής ταπείνωσή τους θα κάνει κάθε άνθρωπο ευτυχισμένο, βλέποντας τους άλλους σε μεγαλύτερη δόξα.

Συγκλόνισε τη Σερβία η Αγία Ζώνη. Η Συνέντευξη του Γέρ. Εφραίμ στο Hram Television.

 

Ο πατέρας Γαβριήλ ρωτήθηκε κάποτε:


 

Ο πατέρας Γαβριήλ ρωτήθηκε κάποτε:

«Τι είναι μεγαλύτερο στον Θεό, η δικαιοσύνη ή η αγάπη;»

«Ο Θεός είναι ελεήμων και δίκαιος, αλλά η αγάπη ξεπερνά και το έλεος και τη δικαιοσύνη», ήταν η 

απάντηση.


Θυμάμαι ένα άλλο περιστατικό.


 



Θυμάμαι ένα άλλο περιστατικό. Πήγαμε στον πατέρα Γαβριήλ, ο οποίος μας φέρθηκε με μεγάλη αγάπη και μας μιλούσε με μεγάλο ενθουσιασμό για την αγάπη. Ξαφνικά, ένας από τους ανθρώπους που κάθονταν κοντά σηκώθηκε και είπε:


«Πρέπει να προσευχηθώ».


Και άρχισε να προσεύχεται.


Ο πατέρας Γαβριήλ περίμενε μια στιγμή και μετά, αστειευόμενος, τον διέκοψε:


«Ναι, ναι, απλώς προσευχήσου έτσι και θα μπεις κατευθείαν στη Βασιλεία των Ουρανών με ένα φαέθον!» Τι ώρα έχεις επιλέξει για προσευχή; Τώρα είναι η ώρα της αγάπης! Έλα εδώ και κάθισε! Πρώτα, πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε.

Οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη, γι' αυτό να τις χρησιμοποιείτε πάντα με σύνεση.


 


Οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη, γι' αυτό να τις χρησιμοποιείτε πάντα με σύνεση. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί φεύγει από το σπίτι, μην του λέτε: «Ντύσου, αλλιώς θα κρυώσεις». Αντίθετα, πείτε: «Ντύσου και δεν θα κρυώσεις».


Ο αγιος Γαβριήλ του Σαμτάβρο (Ουργκεμπάτζε)

Ο ίδιος ο άγιος ήρθε σε μένα!


Ο ίδιος ο άγιος ήρθε σε μένα!


Κάποτε παρακολούθησα ένα πραγματικό γεωργιανό γλέντι! Ήταν πολύ ενδιαφέρον, με διάφορες προπόσεις, και ανάμεσά τους ήταν μια ιστορία πρόποσης για το πώς ο ίδιος ο Άγιος Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε) πήγε σε έναν άνδρα που, λόγω περιστάσεων, δεν μπόρεσε να τον επισκεφτεί. Συνέβη ως εξής:


Ο Γεώργιος και η οικογένειά του είχαν σχεδιάσει να επισκεφθούν τη Μονή Σαμτάβρο στη Μτσχέτα της Γεωργίας, όπου φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε), να προσευχηθούν στα λείψανα και να αγοράσουν εικόνες του αγίου για τους αγαπημένους τους. Αλλά την προηγούμενη μέρα του ταξιδιού, ο εγγονός του Γεωργίου, ένα μικρό αγόρι ονόματι Γεώργιος, αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Αποφάσισαν να επισκεφθούν τον Άγιο Γαβριήλ κάποια άλλη φορά και να παρακολουθήσουν τη λειτουργία σε μια κοντινή εκκλησία.


Ο Γεώργιος και η σύζυγός του πήγαν σε ένα κοντινό μοναστήρι. Η εκκλησία ήταν σχεδόν άδεια. Η λειτουργία τελούνταν από έναν επίσκοπο. Ξαφνικά, μια μοναχή πλησίασε τον Γεώργιο και είπε: «Έχω ένα δώρο για εσάς». Έμεινε εξαιρετικά έκπληκτος και κοίταξε γύρω του, αναρωτώμενος αν η μοναχή μιλούσε σε κάποιον άλλο. Αλλά μόνο η σύζυγος του Γεωργίου, η Βαλεντίνα, στεκόταν κοντά. Η μοναχή πήγε σε ένα ντουλάπι και επέστρεψε με μια στοίβα από μικρές εικόνες του Αγίου Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε). Τις έδωσε στον Γεωργίου. «Αυτό είναι ένα δώρο για σένα», χαμογέλασε η μοναχή και έφυγε.


Ο Γεωργίου, βλέποντας τις εικόνες που του είχε δώσει η μοναχή, συνειδητοποίησε ότι ο Άγιος Γαβριήλ τον είχε επισκεφτεί προσωπικά. Ακόμα και οι εικόνες για αγαπημένα πρόσωπα που ο Γεωργίου και η οικογένειά του είχαν σχεδιάσει να αγοράσουν ήταν τώρα στην κατοχή τους και για πολλά χρόνια ακόμα, έδιναν εικόνες του Αγίου Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε) στους φίλους και τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

O Άγιος Σωφρόνιο μου έδωσε τόσο πολύ αγάπη που διαρκεί ακόμη και σήμερα… Κλάους Κένεθ

 


O Άγιος Σωφρόνιο μου έδωσε τόσο πολύ αγάπη

που διαρκεί ακόμη και σήμερα…

Κλάους Κένεθ

 

 Μια μέρα σκέφτηκα να δώσω μια συμβουλή στον εαυτό μου:

«Να προσεύχεσαι και να παρακαλείς τον Θεό να σε οδηγήσει όπου είναι το θέλημά Του και όχι όπου θες εσύ».

Οι προσευχές μου εισακούστηκαν. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αφού είχα πάρει την απόφαση να προσφέρω όλη μου τη ζωή στον Κύριο: ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός θα άνοιγε τις θύρες για να με φέρει κοντά Του! Μια μέρα γνώρισα κάποιον γέροντα ή πιο σωστά μια αγία μορφή• η εμπειρία που είχα από τη συνάντηση αυτή -όπως είχε συμβεί και με τη Μητέρα Τερέζα- ήταν άκρως συγκλονιστική. Ο άνθρωπος αυτός κατάφερε να με κερδίσει χωρίς να αναπτύξει περίπλοκες θεωρίες και υψηλά θεολογικά νοήματα, αλλά και χωρίς να επιστρατεύσει το κύρος του ιερατικού του αξιώματος• αντίθετα, με κέρδισε με το χιούμορ του, με την απέραντη ζεστασιά που εξέπεμπε, με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια του, κυρίως όμως με την απροσμέτρητη αγάπη και τον σεβασμό που έτρεφε προς το πρόσωπο μου. Σε όλη μου τη ζωή έψαχνα να βρω έναν τέτοιο άνθρωπο. Νόμιζα πως άνθρωποι σαν κι αυτόν υπήρχαν μόνο στις ταινίες και τα βιβλία και πάντως όχι στην πραγματική ζωή. Για μένα αυτός ο ογδονταεπτάχρονος γέροντας αντιπροσώπευε την τελειότητα, ήταν ο,τι πιο τέλειο μπορούσε να φανταστεί κανείς –μια ζωντανή εικόνα του Χριστού. Ήταν ένας από τους λίγους συνεχιστές μιας παράδοσης που κρατούσε εδώ και δύο χιλιετίες, ένας απόστολος που σεβόταν μέχρι κεραίας τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Το ελεύθερο πνεύμα του,η απλότητα και η ταπεινοφροσύνη του, αλλά και η εσωτερική του γαλήνη αποτελούσαν πράγματα χειροπιαστά, ενώ όταν ήσουν κοντά του, ένιωθες να σε τυλίγει το ίδιο το μυστήριο της ζωής. Οι πόρτες της καρδιάς μου άνοιξαν διάπλατα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας. Ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι είχα βρει τον άνθρωπο που ανέκαθεν αναζητούσα. Ναι, η προσπάθεια μου είχε ευοδωθεί…. Η καρδιά μου σκίρτησε από χαρά και έκλαψα από συγκίνηση• … Η Θεία Πρόνοια με είχε οδηγήσει στον πνευματικό μου πατέρα!….

Πάντως, δεν άργησα να δοκιμάσω μια μεγάλη έκπληξη. Μπορεί όλοι να με παρότρυναν να ενταχθώ στην Εκκλησία τους, αυτός όμως όχι! Είχε διαβάσει την ιστορία της ζωής μου και μου είπε:

«Κλάους, ο Χριστός είναι μαζί σου. Αυτό είναι αρκετό. Γιατί θες να κολλήσεις στο μέτωπο σου ένα ταμπελάκι; Γιατί θες να ανήκεις στην Εκκλησία μας; Γύρισε πίσω και συνέχισε το ταξίδι σου, έχοντας συνοδοιπόρο τον Χριστό».

Στην αρχή η στάση που κράτησε, με άφησε εμβρόντητο. Ως τότε δεν είχα τύχει τέτοιας αντιμετώπισης και αυτό μου έδωσε το έναυσμα να αναζητήσω τα αίτια της «απόρριψης». Σε πρώτη φάση όντως γύρισα πίσω· ωστόσο, η ψυχή μου κυριεύτηκε από ένα ανείπωτο μυστήριο που ήλπιζα ότι· θα μου αποκαλυπτόταν εν καιρώ….

 

Ήμουν σίγουρος ότι είχε πλήρη επίγνωση του τι έλεγε, όταν με συμβούλευε να μην «κολλήσω ετικέτα», όπως τουλάχιστον το εννοούσα εγώ. Πάντως, όταν βρισκόμουν μαζί του, ένιωθα κάτι το ανείπωτο, ένα μυστήριο – η ίδια η αγάπη κρυβόταν πίσω από το χιούμορ του. Όταν γελούσε -και αυτό συνέβαινε συχνά όταν ήμασταν μαζί- τρανταζόταν ολόκληρος και νόμιζες πως τον σήκωνε ψηλά ένα σύννεφο…

 

Ένιωθα -και ήμουν βέβαιος γι’ αυτό- ότι με αγαπούσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο είχα γνωρίσει στη ζωή μου και αυτό το θεωρούσα σημάδι της αγιότητάς του: εννοώ την αγάπη που είχε για όλο τον κόσμο, για όλους τους ανθρώπους, ακόμα και για τους εχθρούς του. Δεν μπορούσα παρά να υποθέσω ότι το πατρικό του ενδιαφέρον ήταν προϊόν θεϊκής παρέμβασης, γιατί ποτέ δεν είχα πάρει τόση αγάπη. Στις συναντήσεις μου με τον γέροντα, ήταν φορές που δεν χρειαζόταν καν να μιλήσω μαζί του• απλώς και μόνο το να κάθομαι κοντά του ήταν κάτι σαν «πλημμυρίδα αγάπης» που γέμιζε χαρά την καρδιά μου…

Η μεγαλύτερη εμπειρία με τον π. Σωφρόνιο ήταν η αγάπη του. Ήταν η «ενσάρκωση της αγάπης». Μου έδωσε τόσο πολύ αγάπη που διαρκεί ακόμη και σήμερα…

Πρόσωπο με Πρόσωπο με τον πατέρα Σωφρόνιο Σαχάρωφ του ΈσσεξDr. Jean-Claude Polet,Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Louvain-la-Neuve του Βελγίου.




Μια καλοκαιρινή μέρα, ζεστή και ωραία, ο πατήρ Σωφρόνιος μου ζήτησε, αντί να πάμε στο γραφείο του όπως συνηθίζαμε να βγούμε έξω στον κήπο. Καθίσαμε σε δυο καρέκλες η μια απέναντι στην άλλη. Ως συνήθως περίμενα μέχρι να μιλήσει πρώτος. Αυτό που συνέβη το πολύ ασυνήθιστο και που πρώτη φορά έγινε στην παρουσία μου, ήταν ότι δεν μίλησε καθόλου. Και ήμασταν εκεί, πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς τίποτα να λέμε, περίπου για είκοσι λεπτά. Είκοσι λεπτά απόλυτης σιγής… μετά το τέλος της οποίας ο πατήρ Σωφρόνιος σκούπισε τα δάκρυά του που κυλούσαν από τα μάτια του… Δάκρυα που αισθανόμουν ότι του προκάλεσα εγώ στην καρδιά του.
Όταν ένας άνθρωπος γεμάτος από Αγάπη Χριστού σε κοιτάζει και βρίσκεται σε διάλογο μαζί σου με όλο του το “είναι”, σε βλέπει ως ένα δημιούργημα του Χριστού εντός του οποίου κατοικεί το Άγιο Πνεύμα… Στοχάζεται το μυστήριο της Παρουσίας του Θεού στα μύχια του “είναι” του στο επίπεδο που ο ίδιος ο πατήρ Σωφρόνιος αποκαλεί “υπόσταση” δηλαδή “το πρόσωπο που είμαστε”. Καθώς ο Θεός ηθέλησε… καθώς ο Θεός το βλέπει και καθώς με χαρά το θεωρεί ως την ελευθερία του. Την ελευθερία που η πολύτιμη τριαδική Αγάπη προσφέρει στον άνθρωπο… που επιτρέπει στον άνθρωπο να γίνει και αυτός δημιουργός και να πραγματοποιεί συνεχώς νέα έργα… κάθε είδους!
Αυτή η διείσδυση του βλέμματος που αγαπά όπως και ο Θεός Αγαπά έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη, τουλάχιστον μερικώς, όλων των εμποδίων που αποκρύπτουν την υπόσταση μέσα στη συνείδηση αυτού τον οποίον κοιτάζει με το βλέμμα του. Αυτό το αγαπητικό βλέμμα, όπως την Αγάπη του Χριστού, διασχίζει τα εμπόδια που… υποκειμενικά και αντικειμενικά μειώνουν το πρόσωπο σε ένα ασήμαντο άτομο περιορισμένο στον χρόνο, στον χώρο και τον θάνατο, δηλαδή το μεταφέρουν στην κατάσταση του “έκπτωτου ανθρώπου”.
Η πρόσωπο με πρόσωπο εμπειρία μου με τον πατέρα Σωφρόνιο ήταν κατά πολύ ανώτερη από τη θεολογική, ψυχολογική ή ηθική σκοπιά των συναντήσεών μας. Γιατί ήταν εμπειρία μιας σχέσης προσωπικής. Όταν λέγω προσωπική δεν αναφέρομαι στο ψυχολογικό επίπεδο του προσώπου, αλλά στην πνευματική του διάσταση. Ο πατήρ Σωφρόνιος μέσα από την διδαχή του και γενικά σε όλο του το έργο επέμενε πολύ στην πραγματικότητα του προσώπου, την “υπόσταση” όπως προτιμούσε να το ονομάζει…


Από τις ελάχιστες ώρες ανάπαυσης του Αγίου Λουκά. Μεγάλη Μούρτα, έτος 1941.

Όσιος Φιλόθεος ΖΕΡΒΑΚΟΣ.

Οι Τρεις Αδελφοί της Μονής Αποστόλου Βαρνάβα στην Αμμόχωστο .



Οι Τρεις Αδελφοί της Μονής Αποστόλου Βαρνάβα στην Αμμόχωστο ⛪ Με την πάροδο των ετών, ο αριθμός των Μοναχών που κατοικούσαν μειώθηκε σημαντικά  μέχρι τη δεκαετία του 1950 . Όμως οι  τρεις  Αδελφοί Μοναχοί ο Χαρίτωνας (γεννημένος το 1887), ο Στέφανος (γεννημένος το 1894) και ο Βαρνάβας (γεννημένος το 1897) παρέμειναν και αφιέρωσαν την ζωή τους για το καλό της Μονής προσπαθώντας να προσελκύσουν νέους Μοναχούς με σκοπό  να συνεχίσουν  να υπηρετούν το Μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα.
Αυτοί οι τρεις Αδελφοί αφιερώθηκαν στην Εκκλησία από το έτος 1917 και μετά. Φρόντιζαν την Μόνη καί την Εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα, χτίζοντας ακόμη και το καμπαναριό του κατά το έτος του 1958. Αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους και του χρόνου τους, ζωγραφίζοντας πολλές από τις τοιχογραφίες και τις εικόνες που εκτίθενται μέχρι και σήμερα σε πολλές εκκλησίες. Μετά το 1974, το Μοναστήρι και η Εκκλησία παρέμειναν ανοιχτά και θρησκευτικές τελετές τελούνταν στο Μοναστήρι καθώς οι τρεις Μοναχοί αδελφοί παρέμειναν εκεί για ακόμη δύο χρόνια. Ωστόσο, το 1976, τα βαριά γηρατειά και οι ασθένειες άρχισαν να τους επηρεάζουν και αποφάσισαν να αποσυρθούν πλέον στις ελεύθερες περιοχές.

China’s Holy New Martyrs, 11 June.Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: ΣΙΝΙΚΟΝ ΚΛΕΟΣ. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ ~11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1900. Κείμενο καί στα Αγγλικά και στα Ελληνικά. (Ε.Α.Ι. = Επίσκοπος Αριανζού Ιωσήφ, ο νυν Προικοννήσου).


China’s Holy New Martyrs, 11 June

[Πιο κάτω ακολουθεί κείμενο στα ελληνικά.]

11 June 1900: a day of Diocletian-like persecution against the numerous Christians of the vast land of China. A day of anger and fire and upheaval. The Boxer rebels vented their fury in particular against the Orthodox, who all together numbered no more than seven hundred, and struck at Christ’s “little flock” in a mad rage…

It may be that they held many grievances against the foreigners and their various “missionaries”, who were not always innocent of worldly ambitions and self-serving considerations. But the small Orthodox Church of China, the holy offspring of the Russian missionary zeal of older times, had shown and proved from early on that its concern and task was exclusively preaching and spreading the Kingdom of God, and not the “religious” support of political and other vain and reprehensible expediencies. So, even if others had given cause for suspicion and complaint, the Orthodox merely preached Christ crucified and nothing else.

Compared to the “ant-hills” of Buddhists, Confucians and Taoists, the other presence was a drop in the ocean. Despite that, this “drop” was unbearably irritating for the Boxers and they could not stand that it worked on the eyes of their souls like ointment, sharpening their spiritual activity so that they could make out the light of true knowledge of God. So they determined to dry it up: with the fire of persecution; with the horrible tempest of violence; in any and every way.

Almost all the churches were torched. The missionary centre in Beijing, its valuable library, its printing-press, everything, was consigned to the flames. Whatever the humble missionary effort had managed to achieve turned to rubble and ash.

Of the seven hundred believers, a handful were Russian, who formed only the basic personnel of the mission under Archimandrite Innokenty. All the rest were native Chinese and the manic fury of the Boxers was aimed precisely at these fellow-countrymen of theirs. There are no words to describe the murderous rage against the lambs of the Church.

Among the first victims was the venerable priest Mitrofan Chi: “I shall strike down the shepherd and the sheep of the flock will scatter” (Matth. 26, 31). Together with the priest his unsullied child, John, an eight-year-old child. They mutilated him ruthlessly. “Do you reject faith in Christ?”. “No”. “Will you bow down to Buddha?”. “Never”. They cut him up into pieces. As he gave up his soul, some slightly more charitable people went and tried to show him some humanity. When they asked him if he was in great pain, the holy child martyr of Christ, with an angelic smile on his face, whispered: It’s no great thing to suffer for Christ”. He closed his eyes on the barbarity of the earth and opened them in the Kingdom of Heaven, where Kirykos, Tarsizios, Claudius, Ypatios, Dionysios, Paul and the other “little children” of Christ were waiting to welcome him as a brother and have him join in their “game”, together with the cherubim and seraphim.

For Paul Van, a catechist, the time came for him to seal, with his confession and martyrdom, what he had taught for years to the nestlings of the Church. He bore unheard of tortures without complaint, with a prayer on his lips, and gave up his blessed soul into the hands of his Maker. Iyia Ven, a teacher at the Mission School, was repeatedly tortured inhumanely. She was beaten, mutilated and finally gave up her soul, also confessing the name of the Lord as boldly as any man. There were others with them: young and old; folk in low and high positions; educated and private individuals; rustic and urban types; men of letters and manual labourers. Their names are known by God, Who wrote them in the book of life. About four hundred friends of Christ proved themselves as martyrs and confessors. They irrigated the soil of China with their blood and sanctified it with their ultimate sacrifice. The land of China, which had previously been barren and infertile, supported its first fragrant blossoms, which, with the sweet yellow of their colour enhanced the beauty of the celestial Garden of Eden and with their dew refreshed the Christianity of the early 20th century, which was reeling under the burden of rationalism and indolence. The historic Chinese people rendered its first-fruits to the Lord of Hosts.

11 June, 1900. Fitting was the sacrifice of the Chinese New Martyrs…Fitting the bloodstained stole of Father Mitrofan… Fitting the blameless sacrificial victim, the young lad John… Fitting the blood of Iya, Paul and all the other martyrs and confessors unknown to us but known to God by name, the first-fruits of their race.

11. June 1995. Poring over the pages of “Ecclesiastical Truth” of the Church of Constantinople for the year of Our Lord 1901, I made my first acquaintance with the Holy New Martyrs of China. Their holy icon, pained in a Byzantino-Chinese style already adorns my humble office. By their holy prayers, Christ our God, raise up the fallen tabernacle of Your Church in China and save the souls of us, Your servants, who love the martyrs.

† E. A. I.

Dismissal Hymn

The Chinese martyrs destroyed their ancestors’ delusion, elevated the faith of the Orthodox and fought mightily. For they censured the Buddhist religion and confessed Christ with boldness as perfect God. They pray to Him ceaselessly on behalf of our souls.

(source: pemptousia.com)

****************************************************

Νεομάρτυρες της Κίνας, 11 Ιουνίου

Ημέρα διοκλητιάνειου διωγμού των ευάριθμων Χριστιανών της αχανούς Κίνας. Ημέρα οργής και φωτιάς και συσ-σεισμού. Οι επαναστάτες Πυγμάχοι («Μπόξερς») έστρεψαν το μένος τους ιδιαίτερα εναντίον των εφτακοσίων όλων κι όλων Ορθοδόξων, και χτύπησαν με λύσσα το «μικρόν ποίμνιον» του Χριστού…

΄Ισως να είχαν πολλά παράπονα με τους ξένους και με τις διάφορες «ιεραποστολές» τους, που δεν ήταν πάντοτε άμοιρες εγκόσμιων επιδιώξεων και σκοπιμοτήτων. ΄Ομως η μικρή Ορθόδοξη Εκκλησία της Κίνας, άγιο τέκνο της ρωσικής ιεραποστολικής φλόγας παλαιοτέρων εποχών, από νωρίς ειχε δείξει και αποδείξει ότι έγνοιά της και έργο της ήταν αποκλειστικά ο ευαγγελισμός και η εξάπλωση της Βασιλείας του Θεού, και όχι η «θρησκευτική» υποστήριξη πολιτικών και άλλων μάταιων και εφάμαρτων σκοπιμοτήτων. ΄Ετσι, αν άλλοι είχαν δόσει λαβή για υποψίες και παράπονα, οι Ορθόδοξοι εκήρυτταν Χριστόν εσταυρωμένον και τίποτε άλλο!

Μέσα στις «μυρμηγκιές» των Βουδδιστών, των Κομφουκιανών και των Ταοϊστών, η Ορθόδοξη παρουσία ήταν «σταγών εν τω ωκεανώ». Παρά ταύτα, η σταγόνα αυτή ήταν ανυπόφορα ενοχλητική για τους «Μπόξερς» και δεν την ανέχθηκαν να λειτουργήσει στα μάτια της ψυχής τους σαν κολλύριο, να ξαστερώσει η πνευματική τους δράση, για να μπορέσουν να διακρίνουν το φως της αληθινής θεογνωσίας. Γι’ αυτό και βάλθηκαν να τη στεγνώσουν. Με τη φωτιά του διωγμού. Με τον απαίσιο άνεμο της βίας. Με κάθε τρόπο!…

΄Ολες σχεδόν οι εκκλησίες πυρπολήθηκαν. Το ιεραποστολικό κέντρο του Πεκίνου, η πολύτιμη βιβλιοθήκη του, το τυπογραφείο του, τα πάντα παραδόθηκαν στις φλόγες. ‘Ο,τι είχε καταφέρει να δημιουργήσει η ταπεινή ιεραποστολική προσπάθεια μεταβλήθηκε σε ερείπια και στάχτες.

Από τους εφτακόσιους πιστούς, μετρημένοι στα δάχτυλα ήσαν οι Ρώσοι, το βασικό δηλαδή προσωπικό μονάχα της υπό τον Αρχιμανδρίτη Ιννοκέντιο Ιεραποστολής. ΄Ολοι οι υπόλοιποι ήταν αυτόχθονες Κινέζοι. Η λύσσα των «Μπόξερς» ξέσπασε ακριβώς εναντίον αυτών των ομοεθνών τους… Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς το φονικό τους μένος εναντίον των αρνίων της Εκκλησίας!…

Από τα πρώτα θύματά τους υπήρξε ο σεβάσμιος Ιερέας Μητροφάνης Τσή. «Πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα της ποίμνης» (Ματθ. κστ’, 31)… Μαζί με τον Ιερέα και ο απειρόκακος βλαστός του Ιωάννης, οχτάχρονο παιδί! Το ακρωτηρίασαν ανηλεώς… -Αρνείσαι την πίστη του Χριστού;… -Όχι!… -Προσκυνάς τον Βούδδα;… -Μή γένοιτο!.. Τον έκοψαν κομμάτια. Στο ξεψύχισμά του κάποιοι πονετικοί πλησίασαν και προσπάθησαν να του δείξουν λίγη ανθρωπιά. Στην ερώτηση τους αν υποφέρει πολύ, ο άγιος Παιδομάρτυρας του Χριστού, με αγγελικό μειδίαμα στα χείλη εψιθύρισε. -Το να πάσχει κανείς για τον Χριστό δέν είναι βαρύ πράγμα… κι έκλεισε τ’ αθώα του μάτια στη βαρβαρότητα της γης για να τ’ ανοίξει στη Βασιλεία του Θεού, όπου οι Κήρυκοι και οι Ταρσίζιοι κι οι Κλαύδιοι και οι Υπάτιοι και οι Διονύσιοι κι οι Παύλοι και οι άλλοι «Παιδαρίσκοι» του Χριστού τον περίμεναν αδελφικά να τον βάλουν στο «παιχνίδι» τους, μαζί με τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ…

Ο Παύλος Βαν, Κατηχητής, ήρθε η ώρα να επισφραγίσει με την ομολογία του και το μαρτύριο υπέρ Χριστού όσα για χρόνια εδίδασκε στους νεοσσούς της Εκκλησίας. Υπέμεινε αγόγγυστα ανήκουστα μαρτύρια με την προσευχή στα χείλη και παρέδωσε τη μακαρία του ψυχή στα χέρια του Πλαστού του… Η ΄Ιγια Βεν, δασκάλα της Ιεραποστολικής Σχολής, βασανίστηκε απάνθρωπα κατ’ επανάληψη. Χτυπήθηκε, ακρωτηριάσθηκε, ξεψύχισε επιτέλους ομολογώντας και αυτή με ανδρικό φρόνημα και παρρησία το όνομα του Χριστού. Μαζί τους κι άλλοι. Μικροί και μεγάλοι. Απλοί και επίσημοι. Μορφωμένοι και ιδιώτες. ΄Ανθρωποι της υπαίθρου και αστοί. Εργάτες των γραμμάτων και χειρώνακτες…

Τα ονόματα τους τα ξέρει ο Θεός που τα κατέγραψε εν βίβλω ζωής… Τετρακόσιοι περίπου φιλόχριστοι αναδείχθηκαν Μάρτυρες και Ομολογητές κι επότισαν με τα καθαρά τους αίματα τα χώματα της Κίνας και τα αγίασαν με την υπέρτατη θυσία τους. Η πρώην άγονη και στείρα Κινεζική γη αναβλάστησε τα πρώτα της μυρίπνοα άνθη, που με το γλυκύ κίτρινο χρώμα τους επλούτισαν την ωραιότητα του Κήπου της επουράνιας Εδέμ, και με τη δροσιά τους εδρόσισαν τη λιγοθυμισμένη από το καύμα του ορθολογισμού και της ακηδίας Χριστιανωσύνη των αρχών του αιώνος μας. Ο ιστορικός λαός των Σινών έδωσε τις απαρχές του στον Θεό Σαββαώθ…

11 Ιουνίου 1900… ΄Αξιόν εστι η θυσία των Σινών Νεομαρτύρων… ΄Αξιόν εστι το αιμοβαφές επιτραχήλιο του Πρεσβυτέρου Μητροφάνους… ΄Αξιόν εστι το άμωμο σφάγιο, ο μειρακίσκος Ιωάννης… ΄Αξιόν εστι το αίμα ΄Ιγιας, Παύλου και όλων των αγνώστων και τω Θεώ γνωστών κατ όνομα Ομολογητών και Μαρτύρων, των απαρχών της Κίτρινης Φυλής…

11 Ιουνίου 1995. Σκυμμένος στις σελίδες της «Εκκλησιαστικής Αληθείας» της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως του σωτηρίου έτους 1901, κάνω την πρώτη γνωριμία μου με τους Αγίους Νεομάρτυρες της Κίνας… Η ιερή τους εικόνα, σινο-βυζαντινότροπη, αγιάζει ήδη το ταπεινό μου γραφείο… Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, την πεπτωκυΐαν σκηνήν της εν Κίνα Εκκλησίας Σου ανάστησον και σώσον τας ψυχάς ημών, των φιλομαρτύρων δούλων Σου…

† Ε.Α.Ι.

Απολυτίκιον

Ήχος γ΄. Θείας πίστεως

Σίναι Μάρτυρες πατρώαν πλάνην, καταστρέψαντες, ύψωσαν πίστιν, των Ορθοδόξων και στερρώς ηγωνίσθησαν, την βουδδικήν γάρ θρησκείαν ελέγξαντες, εν παρρησία Χριστόν ωμολόγησαν, Θεόν τέλειον˙ Αυτώ δ’ εκτενώς πρεσβεύουσιν, υπέρ των ψυχών ημών.

Πηγή: Σινικόν Κλέος (Οι Νεομάρτυρες της Κίνας), Έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1999

(πηγή: pemptousia.gr)

Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Μητροφάνης του Πεκίνου. πρώτος Κινέζος Ορθόδοξος ἱερέας και μάρτυρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. +11 Ιουνίου 1900.北京聖新殉道者梅特羅法內斯。中國第一位東正教神父和殉道者。 1900年6月11日逝世。

Μέ ἀγάπη Χριστοῦ,Γαβριήλ μοναχός Άγιο Όρος+



Εὔχομαι ἐπιπροσθέτως νά ἔχετε ὁμόνοια στίς οἰκογένειές σας καί
εἰρήνη.
  Ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας ἐμφανίστηκε στούς μαθητάς
Του καί τούς εἶπε «Εἰρήνη ὑμῖν». Τά ὑπέροχα αὐτά λόγια, αὐτήν τήν
εἰρήνη εὔχομαι κι ἐγώ στίς οἰκογένειές σας.
Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ «ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι».

Μέ ἀγάπη Χριστοῦ,
Γαβριήλ μοναχός Άγιο Όρος+

Αυτό συνέβη σε έναν ασκητή.


Όταν δυσκολεύεσαι να προσευχηθείς, στάσου, όπως σου έχω ξαναπεί, μπροστά στην εικόνα του Χριστού και μην Του πεις τίποτα. Απλώς κοίταξέ Τον και, σιγά σιγά, θα σου μιλήσει. Θα σου πει: «Εφόσον κοπιάζεις για χάρη Μου, θα σε παρηγορήσω, θα είμαι μαζί σου, θα σε στηρίξω. Μην λυπάσαι!»

Αυτό συνέβη σε έναν ασκητή. Ενώ έκλαιγε πικρά, προσευχόμενος, είδε τον Χριστό που τον ρώτησε: «Γιατί κλαις;» Ο ασκητής απάντησε: «Επειδή Σε λύπησα, Χριστέ μου». «Λοιπόν, αφού κατάλαβες ότι Με λύπησες», απάντησε ο Κύριος, «σταμάτησα να λυπάμαι. Από τώρα και στο εξής, χαίρε!»

Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου

Στη φωτογραφία βλέπουμε έναν πρόσφατο ορθόδοξο γάμο στην Κορέα, ανάμεσα στον Μύρωνα και τη Βασιλεία (τα βαπτιστικά τους ονόματα.)


Στη φωτογραφία βλέπουμε έναν πρόσφατο ορθόδοξο γάμο στην Κορέα, ανάμεσα στον Μύρωνα και τη Βασιλεία (τα βαπτιστικά τους ονόματα.) 

Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική στιγμή χαράς, αλλά για μια υπενθύμιση ότι η βυζαντινή πνευματική κληρονομιά δεν επιβιώνει μόνο στα βιβλία, στα μνημεία και στα μουσεία. Συνεχίζει να ζει μέσα από ανθρώπους, κοινότητες και πολιτισμούς που ανθίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις ιστορικές εστίες της Ρωμιοσύνης.

Σε μια από τις πλέον τεχνολογικά και οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες του κόσμου, όπως η Κορέα, η έμφαση στην κοινότητα και στην συνέχεια της παράδοσης εξακολουθεί να ασκεί ιδιαίτερη γοητεία. Για αρκετούς, η Ορθοδοξία δεν αποτελεί κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή πνευματική πρόταση μέσα σε έναν κόσμο ταχύτατων αλλαγών.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, ίσως τελικά η διαχρονική δύναμη της βυζαντινής πνευματικής κληρονομιάς να φαίνεται πολύ πιο καθαρά όταν συναντά ανθρώπους που την ανακαλύπτουν ελεύθερα και δεν τη θεωρούν δεδομένη.

📷: Orthodox Korea

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ .«Τούς παρέδωσε τα κλειδιά, γιά νά ἀνοίγουν καὶ νὰ κλείνουν, δηλαδή, τούς ἔδωσε τό αὐτεξούσιο»


 

«Ἐπειδή ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, λέει, ὅμως, ὅτι "χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε (Ιω 15, 5), πῶς φυλάσσεται ἀκέραιο και τὸ αὐτεξούσιο καί τό “δέν μπορεῖτε να κάνετε τίποτε, χωρίς τό Θεό";





«Ἐπειδή ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, λέει, ὅμως, ὅτι "χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε (Ιω 15, 5), πῶς φυλάσσεται ἀκέραιο και τὸ αὐτεξούσιο καί τό “δέν μπορεῖτε να κάνετε τίποτε, χωρίς τό Θεό";

Ἀπόκρισι Ἰωάννου.

Ὁ Θεός έκανε τόν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, γιά νά μπορῆ νά κλίνη καί νά ρέπη πρός τό ἀγαθό. Μόνο, ὅμως, μέ τήν αὐτοπροαίρετη ροπή προς τό ἀγαθό, δέν εἶναι ἱκανός νά τό ἐπιτελέση, χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Διότι ἔχει γραφῆ: “Όλα ἐξαρτῶνται ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἀπό τήν ἀνθρωπίνη θέλησι καί προσπάθεια"(Ρμ 9, 16). 

Ἄν, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος κλίνη τήν καρδιά του πρός τό ἀγαθό καί ἐπικαλεσθῆ τό Θεό σέ βοήθεια, βλέποντας ὁ Θεός τήν καλή του διάθεσι, χορηγεῖ δύναμι στόν ἄνθρωπο να ἐπιτελέση τό ἀγαθό καί ἔτσι προχωροῦν καί τά δύο μαζί, καί τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ. Τό ἀγαθό, λοιπόν, προέρχεται ἀπό τό Θεό καί ἐπιτελεῖται διά τῶν ἁγίων. Καί ἔτσι δοξάζεται ὁ Θεός μέ τή ζωή ὅλων τῶν ἁγίων Του καί ὁ

Ιδιος δοξάζει πάλι αυτούς»(Β3, έρ. 763, 385).

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος λέει: “Το γάρ θέλειν παράκειταί μοι,
τό δέ κατεργάζεσθαι τό καλόν οὐχ εὑρίσκω" (Ρμ 7, 18). Στη συνέχεια ἀναλύει ἐκτεταμένα τή θέσι του αυτή (Ρμ 7, 19-24).