Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΡΕΪΚΙ: ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ «ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ» (Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση).

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 10η Ιουλίου 2026

 

ΡΕΪΚΙ: ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ «ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ»

(Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση)

 

     Όπως έχουμε επανειλημμένως επισημάνει στις ανακοινώσεις μας, ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μια πρωτοφανή πνευματική σύγχυση. Παρά τον καταιγισμό πληροφοριών που του προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να παραμένει πνευματικά αποπροσανατολισμένος, γεγονός που δεν συνάδει με τις πραγματικές δυνατότητες και τα επιτεύγματα της εποχής μας.

    Έχοντας απομακρυνθεί από τις πνευματικές, θρησκευτικές και ηθικές αρχές που δοκιμάστηκαν και καταξιώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, υιοθετεί συχνά αντιλήψεις και πρακτικές που η ιστορική εμπειρία έχει προ πολλού απορρίψει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναβίωση αρχαίων μορφών θρησκευτικότητας, κυρίως ειδωλολατρικού χαρακτήρα, οι οποίες, ενώ είχαν περιπέσει στη λήθη επί αιώνες, επανέρχονται σήμερα ως δήθεν απάντηση στην πνευματική αναζήτηση του σύγχρονου ανθρώπου.

      Παράλληλα, δεν περιορίζεται μόνο στην αναβίωση παρωχημένων θρησκευτικών σχημάτων, αλλά υιοθετεί ολοένα και περισσότερο έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται σε ανορθολογικές αντιλήψεις και πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η διάδοση των λεγόμενων «εναλλακτικών θεραπειών», δηλαδή θεραπευτικών μεθόδων εμπειρικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονται είτε από πανάρχαιες δοξασίες είτε από τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής. Οι περισσότερες από αυτές διαπνέονται από μαγικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις και βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Η αποτελεσματικότητά τους δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και, σε αρκετές περιπτώσεις, η εφαρμογή τους μπορεί να αποβεί επιζήμια για την ανθρώπινη υγεία.

      Πέρα όμως από την επιστημονική τους ανεπάρκεια, οι πρακτικές αυτές βρίσκονται, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, σε πλήρη αντίθεση και προς την Ορθόδοξη πίστη. Δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά ενσωματώνουν συγκεκριμένες θρησκευτικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις, λειτουργώντας ως δίοδοι εισαγωγής του αποκρυφισμού στις σύγχρονες κοινωνίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εντάσσονται στο ιδεολογικό και πνευματικό πλαίσιο της λεγόμενης «Νέας Εποχής του Υδροχόου», μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και εκφράζεται το σύγχρονο αποκρυφιστικό φαινόμενο.

      Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η σχετική επισήμανση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Γεωργόπουλου: «Βασικός τρόπος έκφρασης και παρουσίας του άκρως αντιχριστιανικού φαινομένου της “Νέας Εποχής” στον χώρο της υγείας αποτελούν οι λεγόμενες ανορθόδοξες ή ενεργειακές “θεραπείες”, οι οποίες στερούνται επιστημονικού χαρακτήρα»[1].

     Μία από τις πλέον διαδεδομένες μορφές αυτών των «ενεργειακών θεραπειών» είναι το Ρέικι (Reiki), το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας μελέτης.

      Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν οι μορφές εναλλακτικής θεραπείας και πνευματικότητας, οι οποίες συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερες τεχνικές χαλάρωσης ή ως μέθοδοι ενεργειακής εξισορρόπησης. Ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει το Ρέικι. Παρότι προβάλλεται ως μία απλή μέθοδος ευεξίας, η ιστορική του προέλευση, η φιλοσοφική του θεμελίωση και η πρακτική εφαρμογή του αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα με σαφές αποκρυφιστικό υπόβαθρο, ασυμβίβαστο προς την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.

Τι είναι το Ρέικι;

     Το Ρέικι ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Ιάπωνα Μικάο Ουσούι (Mikao Usui). Η ονομασία του αποτελείται από δύο ιαπωνικά ιδεογράμματα: το Rei, που αποδίδεται ως «παγκόσμιο», «πνευματικό» ή «υπέρτατο», και το Ki, που σημαίνει «ζωτική ενέργεια».

Οι βασικές δογματικές αρχές του συστήματος είναι οι εξής:

  • η ύπαρξη μιας απρόσωπης συμπαντικής ζωτικής ενέργειας,
  • η θεωρία των ενεργειακών κέντρων (τσάκρα),
  • η εξισορρόπηση των ενεργειακών πεδίων,
  • η μύηση μέσω μεταδόσεως πνευματικής δύναμης,
  • η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου μέσω ενεργειακών πρακτικών.

     Επομένως, το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μια θεραπευτική μέθοδο. Προϋποθέτει συγκεκριμένη κοσμολογική, ανθρωπολογική και πνευματική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου. Εκφράζει βασικές αρχές του νεοεποχίτικου αποκρυφισμού και λειτουργεί ως δίαυλος διάδοσης αποκρυφιστικών αντιλήψεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή συνιστά ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αντλεί τις αντιλήψεις του κυρίως από τον βουδισμό, τον ινδουισμό, τον ταοϊσμό και το ευρύτερο κίνημα της Νέας Εποχής (New Age).

     Διαφωτιστική είναι αναφορά του χώρου: «Το Ρέικι έχει σκοπό να περιβάλλει με την θεική του ουσία τα μπλοκαρισμένα μας ενεργειακά κέντρα και να μας αφυπνίσει σταδιακά, ώστε να διευρύνουμε τη συνειδητότητά μας, πέρα από ό,τι εμείς θεωρούμε φυσιολογικό (…) να εμπιστευόμαστε την εσωτερική μας καθοδήγηση, αυτήν την εσωτερική μας φωνή που δεν προέρχεται από την προσωπικότητα, αλλά από τον Ανώτερο εαυτό μας και μας οδηγεί στην επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε»[2] Διαπιστώνουμε ξεκάθαρα μία κλασική νεοεποχίτικη ορολογία και θέσεις που βρίσκουμε στον ευρύτερο αποκρυφιστικό χώρο.

     Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη της λεγόμενης «απρόσωπης συμπαντικής ενέργειας». Η σύγχρονη φυσική αναγνωρίζει και μελετά συγκεκριμένες μορφές ενέργειας, χωρίς να τεκμηριώνει την ύπαρξη κάποιας άγνωστης πνευματικής ή κοσμικής δύναμης, όπως αυτή περιγράφεται στο Ρέικι. Ομοίως, δεν υφίσταται επιστημονική τεκμηρίωση για την ύπαρξη «ενεργειακών κέντρων» (τσάκρα) ούτε για τη θεραπευτική δράση της υποτιθέμενης «εξισορρόπησης» της ροής μιας τέτοιας ενέργειας.

     Κατά συνέπεια, οι θεμελιώδεις αρχές του Ρέικι δεν στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, αλλά προέρχονται από θρησκευτικές και μεταφυσικές αντιλήψεις των ανατολικών θρησκευμάτων, οι οποίες συνδέονται με μαγικές και αποκρυφιστικές πρακτικές.

Η θεραπευτική πρακτική του Ρέικι

     Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, οι ασθένειες οφείλονται στη διαταραχή της ομαλής ροής της λεγόμενης «συμπαντικής ζωτικής ενέργειας» μέσα στον άνθρωπο. Σκοπός της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η αποκατάσταση της υποτιθέμενης ενεργειακής ισορροπίας, ώστε ο οργανισμός να ενεργοποιήσει τις φυσικές του θεραπευτικές δυνατότητες.

      Με άλλα λόγια, το Ρέικι επιδιώκει να «εναρμονίσει» τον άνθρωπο με μια απρόσωπη κοσμική δύναμη, η οποία, κατά τη σχετική διδασκαλία, παύει να ρέει ομαλά εξαιτίας σωματικών, ψυχικών ή πνευματικών διαταραχών. Η θεραπεία θεωρείται ότι επιτυγχάνεται μέσω της επαναφοράς της ομαλής ροής αυτής της ενέργειας.

      Για την πραγματοποίηση της θεραπείας απαιτείται ο λεγόμενος «θεραπευτής Ρέικι», ο οποίος, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του συστήματος, δεν θεραπεύει με δική του δύναμη, αλλά λειτουργεί ως αγωγός της συμπαντικής ενέργειας. Η ενέργεια αυτή υποτίθεται ότι διοχετεύεται στον θεραπευόμενο μέσω της επιθέσεως των χεριών.

     Κατά τη συνεδρία, ο θεραπευτής τοποθετεί τα χέρια του ελαφρά πάνω ή λίγο πάνω από το σώμα του δέκτη, σε συγκεκριμένα σημεία που αντιστοιχούν στα λεγόμενα «ενεργειακά κέντρα» (τσάκρα). Σκοπός είναι η μετάδοση της «ζωτικής ενέργειας», ώστε να επιτευχθεί βαθιά χαλάρωση, μείωση του άγχους και ενεργοποίηση της φυσικής ικανότητας του οργανισμού για αυτοΐαση.

Η μύηση στο Ρέικι

     Η συμμετοχή στο Ρέικι δεν περιορίζεται στην εκμάθηση ορισμένων τεχνικών. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ειδική τελετή της μύησης (attunement), κατά την οποία ο δάσκαλος θεωρείται ότι «ανοίγει» τα «ενεργειακά κανάλια» του μαθητή, ώστε αυτός να μπορεί πλέον να δέχεται και να μεταδίδει τη συμπαντική ενέργεια.

     Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και ο έντονα θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος. Η μύηση δεν αποτελεί μια απλή εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά τελετουργική πράξη, μέσω της οποίας ο μυούμενος εισάγεται σε μία νέα πνευματική πραγματικότητα.

     Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, ο δάσκαλος:

  • ανοίγει τα ενεργειακά κανάλια του μαθητή,
  • μεταδίδει ιδιαίτερη πνευματική δύναμη,
  • ενεργοποιεί συγκεκριμένα μυστικά σύμβολα,
  • εισάγει τον μυούμενο σε «νέα κατάσταση πνευματικής συνείδησης».

     Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η μύηση έχει σαφώς θρησκευτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή διαδικασία εκπαίδευσης ή προσωπικής ανάπτυξης.

     Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του χώρου προβάλλουν διαφορετική εικόνα. Σε σχετικό έντυπο αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το Ρέικι είναι μία καθαρή θεραπευτική ενέργεια και δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε θρησκεία ή κοσμοθεωρία, ούτε ανταγωνίζεται άλλης μορφής θεραπευτικές αγωγές»[3].

     Η διαβεβαίωση αυτή, όμως, δεν ανταποκρίνεται στα ίδια τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Η ύπαρξη μύησης, μυστικών συμβόλων, ειδικής τελετουργίας και συγκεκριμένης διδασκαλίας περί πνευματικών δυνάμεων αποκαλύπτει ότι το Ρέικι υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας ουδέτερης «θεραπευτικής» τεχνικής.

      Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η σχετική παρατήρηση του καθηγητή π. Βασιλείου Γεωργόπουλου, ο οποίος επισημαίνει ότι η γένεση του Ρέικι συνδέεται άμεσα με μία διαδικασία έντονης θρησκευτικής αναζήτησης του ιδρυτή του, Mikao Usui. Η διαδικασία αυτή περιλάμβανε διαλογισμό, νηστεία, προσευχή, μελέτη ιερών κειμένων ανατολικών θρησκειών, παραμονή σε βουδιστικό μοναστήρι και ασκητική απομόνωση στο ιερό όρος Κουριγιάμα της Ιαπωνίας, όπου, σύμφωνα με την παράδοση του ίδιου του συστήματος, ο Usui έλαβε αποκαλυπτική εμπειρία κατά την οποία του φανερώθηκαν ιερά σανσκριτικά σύμβολα[4].

     Η ίδια η ιστορική προέλευση του Ρέικι καταδεικνύει ότι πρόκειται για ένα σύστημα με έντονο θρησκευτικό και αποκρυφιστικό υπόβαθρο και όχι για μία ουδέτερη μέθοδο ευεξίας.

Η μυστικότητα των μυήσεων

     Οι ίδιες οι εκδόσεις του Ρέικι αναγνωρίζουν ότι η μύηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της πρακτικής. Σε σχετικό εγχειρίδιο αναφέρεται: «Η ενέργεια Ρέικι διοχετεύεται από το Σύμπαν και περνά μέσα από τον διοχετευτή που λειτουργεί σαν κανάλι. Για να γίνει κανείς “κανάλι” της ενέργειας Ρέικι πρέπει να έχει λάβει τις αντίστοιχες μυήσεις από κάποιον μυημένο “Ρέικι Μάστερ”».

     Εξίσου αποκαλυπτικές είναι και οι αναφορές στη μυστικότητα των συμβόλων: «Οι μυήσεις στο Ρέικι είναι μυστικές. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στις μυήσεις είναι μυστικά και μόνο οι μυημένοι μπορούν να τα χρησιμοποιούν σωστά».

    Η ύπαρξη μυστικών συμβόλων, αποκλειστικής γνώσης και τελετουργικής μετάδοσης πνευματικής δύναμης αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μυητικών θρησκειών και των αποκρυφιστικών συστημάτων.

    Αξιοσημείωτη είναι και η παρατήρηση γνωστού δασκάλου του Ρέικι ότι τα σύμβολα του δεύτερου βαθμού απαντούν ήδη στον αρχαίο Σιντοϊσμό και στον Βουδισμό, γεγονός που επιβεβαιώνει την άμεση σύνδεσή τους με τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής.

    Όταν, μάλιστα, ερωτήθηκε γιατί επικρατεί τόση μυστικότητα γύρω από το Ρέικι, απάντησε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί ανοιχτά με ανθρώπους που δεν είναι μυημένοι».

    Η παραδοχή αυτή αποκαλύπτει ότι το Ρέικι δεν λειτουργεί ως ανοικτή θεραπευτική μέθοδος, αλλά ως κλειστό μυητικό σύστημα με διαβαθμίσεις γνώσης και πνευματικής εξουσιοδότησης, στοιχείο που το διαφοροποιεί ουσιωδώς από κάθε επιστημονική θεραπευτική πρακτική

Τα λεγόμενα «ενεργειακά φαινόμενα»

     Στη σχετική βιβλιογραφία του Ρέικι γίνεται συχνά λόγος για διάφορα φαινόμενα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή μετά τη μύηση. Οι υποστηρικτές του συστήματος τα χαρακτηρίζουν ως «ενεργειακές εμπειρίες» ή «παρενέργειες της ενεργοποίησης της ενέργειας».

     Ο καθηγητής π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσπασμα από εγχειρίδιο του Ρέικι, στο οποίο αναφέρεται: «Μετά τη μύηση μπορεί τα χέρια μας, η σπονδυλική στήλη ή τα τσάκρα μας να αρχίσουν να ζεσταίνονται ή να καίνε. Μπορεί να αρχίσουμε να νιώθουμε πράγματα που ποτέ δεν είχαμε αισθανθεί πριν. Μερικοί μπορεί να αρχίσουν να διακρίνουν αύρες, να ακούν νέους ήχους ή να αντιλαμβάνονται άγνωστες οσμές»[5].

     Οι συγγραφείς των σχετικών εγχειριδίων αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα αυτά ως φυσιολογική συνέπεια της μύησης και προτρέπουν τους μαθητές να μην ανησυχούν, θεωρώντας τα απλές εκδηλώσεις της ενεργοποίησης της «συμπαντικής ενέργειας».

      Ωστόσο, από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά, οι εμπειρίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητα θετικές ή πνευματικά ασφαλείς. Η Εκκλησία αντιμετώπισε διαχρονικά με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε εμπειρία που υπόσχεται υπεραισθητές αντιλήψεις ή ασυνήθιστες πνευματικές καταστάσεις έξω από τη μυστηριακή της ζωή. Η ορθόδοξη ασκητική παράδοση διδάσκει ότι οι αισθητές ή υπερφυσικές εμπειρίες δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο της παρουσίας της θείας χάριτος και απαιτούν πάντοτε διάκριση.

      Η πνευματική ζωή, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν στηρίζεται στην αναζήτηση εντυπωσιακών εμπειριών ούτε στην επιδίωξη ιδιαίτερων πνευματικών αισθήσεων, αλλά στην ταπείνωση, τη μετάνοια, την προσευχή και τη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Οι μαρτυρίες περί «πνευμάτων θεραπείας»

     Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλούν ορισμένες μαρτυρίες που δημοσιεύονται από ανθρώπους οι οποίοι ασχολήθηκαν με το Ρέικι. Ο π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει τη μαρτυρία γυναίκας η οποία, μετά από συστηματική ενασχόληση με το Ρέικι, άρχισε να βιώνει μία ιδιόμορφη εσωτερική εμπειρία. Όπως η ίδια αναφέρει, αισθανόταν ότι μέσα της μιλούσε μία φωνή την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει. Όταν επικοινώνησε με τον θεραπευτή της, εκείνος φέρεται να της απάντησε: «Αυτό είναι θαυμάσιο. Έχετε επιλεγεί από τα πνεύματα θεραπείας του Ρέικι. Θα είναι πλέον οι σύντροφοί σας»[6]!

      Η συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποκαλύπτει ότι, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους του Ρέικι, γίνεται λόγος όχι απλώς για κάποια απρόσωπη ενέργεια, αλλά και για πνευματικές οντότητες που συνοδεύουν ή καθοδηγούν τον θεραπευτή.

      Η αναφορά αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι το Ρέικι αποτελεί απλώς μία ουδέτερη τεχνική χαλάρωσης ή φυσικής θεραπείας. Αντίθετα, αναδεικνύει την ύπαρξη στοιχείων που παραπέμπουν σε ευρύτερες αποκρυφιστικές αντιλήψεις περί επικοινωνίας με πνευματικές δυνάμεις.

      Ασφαλώς, η Εκκλησία δεν αποφαίνεται για κάθε προσωπική εμπειρία ούτε αποδίδει αυτομάτως κάθε ασυνήθιστο φαινόμενο σε δαιμονική ενέργεια. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι κάθε πνευματική πρακτική η οποία επιδιώκει την επικοινωνία με άγνωστες πνευματικές δυνάμεις ή υπόσχεται υπερφυσικές δυνατότητες ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού εγκυμονεί σοβαρούς πνευματικούς κινδύνους.

     Για τον λόγο αυτό η ορθόδοξη πνευματική παράδοση αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε μορφή μυστικής μύησης ή επίκλησης πνευματικών δυνάμεων που δεν έχει ως κέντρο το πρόσωπο του Τριαδικού Θεού και τη ζωή της Εκκλησίας και οι οποίες, σύμφωνα με την διδασκαλία της, είναι δαιμονικές.

Η ορθόδοξη θεολογική αξιολόγηση

     Από όσα προηγήθηκαν καθίσταται σαφές ότι το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μία εναλλακτική θεραπευτική μέθοδο. Οι θεωρητικές του προϋποθέσεις, η διαδικασία της μύησης, η χρήση μυστικών συμβόλων και η επίκληση μιας απρόσωπης πνευματικής ενέργειας αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα.

     Ως εκ τούτου, η αξιολόγησή του δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην εξέταση της ενδεχόμενης θεραπευτικής αποτελεσματικότητας των πρακτικών του. Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το θεολογικό του υπόβαθρο και τις πνευματικές προϋποθέσεις που αυτό εισάγει.

     Από ορθόδοξη σκοπιά, κάθε διδασκαλία που θεμελιώνει τη σωτηρία, τη θεραπεία ή την πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου σε απρόσωπες κοσμικές ενέργειες, σε μυητικές τελετές ή σε τεχνικές ενεργοποίησης υπερφυσικών δυνάμεων βρίσκεται εκτός του εκκλησιαστικού βιώματος και της αποκαλυφθείσας αλήθειας της Εκκλησίας.

      Για τον λόγο αυτό, το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί πνευματικά ουδέτερο ούτε συμβατό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η συμμετοχή σε αυτό συνεπάγεται, σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά, την αποδοχή βασικών αντιλήψεων οι οποίες προέρχονται από θρησκευτικά και αποκρυφιστικά συστήματα ξένα προς την παράδοση της Εκκλησίας.

Συμπεράσματα

     Η εξέταση της ιστορικής προέλευσης, των βασικών διδασκαλιών και της πρακτικής εφαρμογής του Ρέικι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μία απλή μέθοδο χαλάρωσης ή συμπληρωματικής θεραπείας, αλλά για ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό και κοσμοθεωρητικό σύστημα.

     Η διδασκαλία του θεμελιώνεται στην ύπαρξη μιας απρόσωπης «συμπαντικής ενέργειας», η οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, μπορεί να διοχετεύεται μέσω ειδικής μύησης και συγκεκριμένων τεχνικών. Η αντίληψη αυτή προέρχεται από τις ανατολικές θρησκείες και τον σύγχρονο εσωτερισμό και δεν έχει καμία σχέση με τη χριστιανική διδασκαλία περί του Θεού, της θείας χάριτος και της σωτηρίας.

      Παράλληλα, η διαδικασία της μύησης, η χρήση συμβόλων, οι πρακτικές ενεργειακής θεραπείας και οι αναφορές σε πνευματικούς οδηγούς ή «θεραπευτικά πνεύματα» φανερώνουν ότι το Ρέικι δεν αποτελεί μία ουδέτερη τεχνική, αλλά εισάγει τον άνθρωπο σε μία διαφορετική πνευματική θεώρηση της πραγματικότητας.

     Από επιστημονικής πλευράς, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της υποτιθέμενης «συμπαντικής θεραπευτικής ενέργειας» ούτε να τεκμηριώνουν ότι το Ρέικι δρα πέρα από τους γνωστούς ψυχολογικούς μηχανισμούς, όπως η χαλάρωση, η προσδοκία του θεραπευτικού αποτελέσματος (placebo) και η υποστηρικτική σχέση θεραπευτή και θεραπευομένου.

     Από ορθόδοξη θεολογική άποψη, η θεραπεία του ανθρώπου δεν αποτελεί αποτέλεσμα χειρισμού κάποιας κοσμικής ενέργειας ούτε προϊόν μυστικών τεχνικών. Η θεραπεία νοείται ως καρπός της χάριτος του Θεού, η οποία ενεργεί ελεύθερα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέεται με τη μετάνοια, τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια, την προσευχή και την ασκητική ζωή.

     Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιστημονική ιατρική ούτε αρνείται κάθε μορφή συμπληρωματικής φροντίδας που έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα και δεν συγκρούεται με την πίστη της. Αντιθέτως, διακρίνει με σαφήνεια ανάμεσα στις επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές πρακτικές και στις μεθόδους που στηρίζονται σε θρησκευτικές ή αποκρυφιστικές αντιλήψεις.

     Για τον λόγο αυτό, η ενασχόληση με το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την ορθόδοξη χριστιανική ζωή. Η συμμετοχή στις μυητικές του διαδικασίες προϋποθέτει, άμεσα ή έμμεσα, την αποδοχή μιας κοσμοθεωρίας διαφορετικής από εκείνη που αποκαλύπτει η Αγία Γραφή και βιώνει η Εκκλησία.

     Η ποιμαντική αντιμετώπιση των ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί με το Ρέικι οφείλει να χαρακτηρίζεται από διάκριση, αγάπη και σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο. Σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η καταδίκη των προσώπων αλλά η κατάδειξη της πλάνης, η μαρτυρία της αλήθειας και η πρόσκληση κάθε ανθρώπου στην εν Χριστώ ζωή, η οποία προσφέρει την αυθεντική θεραπεία και την αληθινή κοινωνία με τον Θεό.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

 

 

 

 

 



[5] Όπου ανωτέρω

ΙΕΡΟΜΌΝΑΧΟΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ ΜΠΟΜΠΟΛΗΣ



«𝚻𝛈𝛎 𝛈𝛍έ𝛒𝛂 𝛂𝛖𝛕ή 𝛆ό𝛒𝛕𝛂𝛇𝛆 𝛕𝛂 𝛐𝛎𝛐𝛍𝛂𝛔𝛕ή𝛒𝛊ά 𝛕𝛐𝛖 𝛐 𝛍𝛂𝛋𝛂𝛒𝛊𝛔𝛕ός 𝛋𝛕ί𝛕𝛚𝛒 𝛕𝛈ς 𝚳𝛐𝛎ής 𝛂𝛒𝛘𝛊𝛍. 𝚷𝛂𝛄𝛋𝛒ά𝛕𝛊𝛐ς 𝚳𝛑𝛐𝛍𝛑ό𝛌𝛈ς, 𝛐 𝛐𝛑𝛐ί𝛐ς 𝛋𝛂𝛕έ𝛌𝛆𝛊𝛑𝛆 𝛍𝛎ή𝛍𝛈 𝛐𝛔ί𝛐𝛖 𝛋𝛂𝛊 𝛆𝛎𝛂𝛒έ𝛕𝛐𝛖 𝛂𝛎𝛅𝛒ός, 𝛂𝛎έ𝛅𝛆𝛊𝛏𝛆 𝛕𝛈𝛎 𝚰𝛆𝛒ά 𝚳𝛐𝛎ή 𝛋𝛂𝛊 𝛂𝛑𝛆𝛕έ𝛌𝛆𝛔𝛆 𝛑𝛎𝛆𝛖𝛍𝛂𝛕𝛊𝛋ό 𝛗ά𝛒𝛐 𝛄𝛊𝛂 𝛕𝛈𝛎 𝛆𝛖𝛒ύ𝛕𝛆𝛒𝛈 𝛑𝛆𝛒𝛊𝛐𝛘ή.𝚶𝛊 𝚳ά𝛒𝛕𝛖𝛒𝛆ς 𝛕𝛚𝛎 𝛑𝛒ώ𝛕𝛚𝛎 𝛘𝛒𝛊𝛔𝛕𝛊𝛂𝛎𝛊𝛋ώ𝛎 𝛘𝛒ό𝛎𝛚𝛎, έ𝛄𝛊𝛎𝛂𝛎 ❞𝛑𝛊𝛔𝛕𝛐ί ά𝛘𝛒𝛊 𝛉𝛂𝛎ά𝛕𝛐𝛖❞, 𝛅𝛊ό𝛕𝛊 𝛑𝛒ώ𝛕𝛂 𝛆ί𝛘𝛂𝛎 𝛑𝛒ό𝛔𝛗𝛂𝛕𝛈 𝛕𝛈𝛎 𝛑𝛂𝛒𝛐𝛖𝛔ί𝛂 𝛕𝛐𝛖 𝚾𝛒𝛊𝛔𝛕𝛐ύ 𝛋𝛂𝛊 𝛕𝛈ς 𝚨𝛎𝛂𝛔𝛕ά𝛔𝛆ώς 𝚻𝛐𝛖… έ𝛑𝛆𝛊𝛕𝛂 𝛋𝛂𝛌𝛌𝛊𝛆𝛒𝛄ή𝛉𝛈𝛋𝛂𝛎 𝛑𝛐𝛌ύ 𝛍𝛆 𝛕𝛈𝛎 𝛔𝛖𝛔𝛕𝛈𝛍𝛂𝛕𝛊𝛋ή 𝛋𝛂𝛕ή𝛘𝛈𝛔𝛈 𝛕𝛈ς 𝚬𝛋𝛋𝛌𝛈𝛔ί𝛂ς 𝛋𝛂𝛊 𝛕𝛈𝛎 𝛍𝛆𝛌έ𝛕𝛈 𝛕𝛚𝛎 𝚨𝛄ί𝛚𝛎 𝚪𝛒𝛂𝛗ώ𝛎…, 𝛆𝛎ώ 𝛆ί𝛘𝛂𝛎 𝛂𝛄ά𝛑𝛈 𝛍𝛆𝛕𝛂𝛏ύ 𝛕𝛐𝛖ς 𝛋𝛂𝛊 𝛆𝛎ί𝛔𝛘𝛖𝛂𝛎 𝛐 έ𝛎𝛂ς 𝛕𝛐𝛎 ά𝛌𝛌𝛐 𝛔𝛆 𝛅ύ𝛔𝛋𝛐𝛌𝛆ς 𝛔𝛕𝛊𝛄𝛍ές .𝚻𝛆𝛌𝛐ύ𝛍𝛆 𝛔ή𝛍𝛆𝛒𝛂 𝛕𝛐 𝛊𝛆𝛒ό 𝚳𝛎𝛈𝛍ό𝛔𝛖𝛎𝛐 𝛋𝛂𝛊 𝛑𝛒𝛐𝛔𝛆𝛖𝛘ό𝛍𝛂𝛔𝛕𝛆 𝛄𝛊𝛂 𝛕𝛐𝛎 𝛑𝛐𝛌𝛖𝛔έ𝛃𝛂𝛔𝛕𝛐 𝛂𝛆ί𝛍𝛎𝛈𝛔𝛕𝛐 𝚪έ𝛒𝛐𝛎𝛕𝛂 𝚷𝛂𝛄𝛋𝛒ά𝛕𝛊𝛐. Ό𝛍𝛚ς 𝛋𝛂𝛌ύ𝛕𝛆𝛒𝛂, 𝛆𝛍𝛆ίς έ𝛘𝛐𝛖𝛍𝛆 𝛑𝛆𝛒𝛊𝛔𝛔ό𝛕𝛆𝛒𝛈 𝛂𝛎ά𝛄𝛋𝛈 𝛕𝛚𝛎 𝛑𝛒𝛐𝛔𝛆𝛖𝛘ώ𝛎 𝛕𝛐𝛖. 𝚬𝛋𝛆ί𝛎𝛐ς έ𝛇𝛈𝛔𝛆 𝛂𝛄𝛊𝛂𝛔𝛍έ𝛎𝛂 𝛋𝛂𝛊 𝛂𝛄𝛚𝛎ί𝛔𝛕𝛈𝛋𝛆, 𝛕ί𝛍𝛈𝛔𝛆 𝛕𝛐 𝛒ά𝛔𝛐, 𝛕ί𝛍𝛈𝛔𝛆 𝛕𝛈𝛎 𝚰𝛆𝛒𝛚𝛔ύ𝛎𝛈. 𝚶 𝛑. 𝚷𝛂𝛄𝛋𝛒ά𝛕𝛊𝛐ς 𝛂𝛄ά𝛑𝛈𝛔𝛆 𝛂𝛅𝛊ά𝛋𝛒𝛊𝛕𝛂 ό𝛌𝛐𝛖ς 𝛕𝛐𝛖ς 𝛂𝛎𝛉𝛒ώ𝛑𝛐𝛖ς 𝛋𝛂𝛊, 𝛕𝛐 𝛋𝛖𝛒𝛊ώ𝛕𝛆𝛒𝛐, 𝛐𝛅ή𝛄𝛈𝛔𝛆 𝛑𝛐𝛌𝛌𝛐ύς 𝛔𝛕𝛈𝛎 𝛔𝛚𝛕𝛈𝛒ί𝛂».

†𝚨𝛊𝛕𝛚𝛌ί𝛂ς 𝛋𝛂ι 𝚨𝛋𝛂𝛒𝛎𝛂𝛎ί𝛂ς 𝛋𝛖𝛒ις 𝚱𝛐𝛔𝛍ομας

𝟗 𝚰𝛐𝛖𝛌ί𝛐𝛖 𝟐𝟎𝟐𝟎

π. Α: π. Ἱερώνυμε, σκέπτομαι να γίνω ἱερέας. Τί θὰ εἴχατε νά μέ συμβουλεύσετε;




 «Τό πνεῦμα μέ τό ὁποῖο ἱερουργοῦσε ὁ Όσιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης] καί ἡ ἁπλότητα μὲ τὴν ὁποία ἀσκοῦσε τή λειτουργική του διακονία καί ἀποστολή φαίνονται καθαρά ἀπ' τόν παρακάτω διάλογο, τόν ὁποῖο καί διέσωσε κάποιος εὐλαβής κληρικός:

π. Α: π. Ἱερώνυμε, σκέπτομαι να γίνω ἱερέας. Τί θὰ εἴχατε νά μέ συμβουλεύσετε;

π. Ἱερώνυμος: Δύο πράγματα μόνο ἔχω νά σοῦ πῶ, ἀλλά πολύ σπουδαῖα. Τό πρῶτο κάθε φορά κατά τήν ὁποία μπαίνεις στήν ἐκκλησία νά σταυροκοπιέσαι καί νά λές· αὐτή εἶναι ἡ πρώτη καί ἡ τελευταία μου Λειτουργία. Η μόνη μου Λειτουργία.

Καί τό δεύτερο· Ὅταν βρίσκεσαι μπροστά στό ἱερό θυσιαστήριο, νά μήν ἐμποδίζης τόν κόσμο να βλέπη τὸν Ἑσταυρωμένο.

Δηλαδή, τί ἐννοεῖτε, να στέκωμαι κάπως στην  ἄκρη;

-Όχι, βέβαια. Νά μάθης νά εἶσαι διάφανος.

Δηλαδή, ή παρουσία σου νά εἶναι ἀνάλαφρη καί διακριτική ὥστε νά μήν παρεμβάλλεται ἀνάμεσα στον Ἐσταυρωμένο Κύριο καί τό διψασμένο λαό Του. Ὁ ἱερέας πρέπει νά εἶναι τόσο σεμνός, ταπεινός καί συνεσταλμένος ὥστε ἁπλά να λειτουργῆ· ἄν εἶναι δυνατόν νά μή φαίνεται. Ἡ ἔντονη παρουσία του κρύβει τό Χριστό» 




Βιβλιογραφία Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Κωστώφ. Όρθρος Φαεινός.
Εκδόσεις Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού Ωρωπός Αττικής.

Ἡ Στυλιανή Μαραμπότου, Τηνιακιά, στεκόταν στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της τήν παραμονή τοῦ δεκαπενταυγούστου του 1971.

 



 «Ἡ Στυλιανή Μαραμπότου, Τηνιακιά, στεκόταν στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της τήν παραμονή τοῦ δεκαπενταυγούστου του 1971. Τό νησί ἦταν πλημμυρισμένο ἀπό κόσμο καί κατάλυμα γιά τούς προσκυνητές δέν ὑπῆρχε πιά. Δυό γυναῖκες μέ ἕνα μικρό παιδί στάθηκαν καί τῆς ζήτησαν δωμάτιο, ἁπλῶς γιά νά κοιμηθῆ λίγο τό παιδί. Τούς ἀπάντησε ὅτι δωμάτιο δέν εἶχε, ἀλλά “ἐλᾶτε νά ξεκουραστῆτε ἐκεῖ ὅπου θά εἴμαστε καί ἐμεῖς”. Οἱ γυναῖκες κατευθύνθηκαν στό Ναό καί ἔμειναν ἐκεῖ μέχρι τῆς 3 τή νύχτα.

Ἐπειδή, ὅμως, τό παιδί ἄρχισε νά κλαίη τό πῆραν γιά νά πᾶνε στήν κυρία πού θά τούς φιλοξενούσε.

Ὅταν βγῆκαν ἀπ' τό Ναό καί κατηφόρισαν  την λεωφόρο Μεγαλόχαρης δέν θυμοῦνταν πρός τά ποῦ εἶναι τό σπίτι. Δὲν εἶχαν ρωτήσει ὄνομα καί στέκονταν ἀμήχανες στη μέση του δρόμου. Ἐκείνη τή στιγμή τίς πλησίασε μιά γυναῖκα καί τούς εἶπε ὅτι αὐτή θά τίς ὁδηγήση. Δέν σκέφτηκαν οὔτε ποῦ τίς ξέρει, οὔτε ποιά εἶναι. Ὅταν ἔφτασαν καί κτύπησαν τήν πόρτα, ἡ νοικοκυρά βλέποντας τρεῖς ἀντί δύο εἶπε:

—Ἐγώ δέν ἔχω τόπο γιά σᾶς καί ἤλθατε περισσότερες;

Τότε ἡ ἄγνωστη ρώτησε:

—Γιά μένα δέν ὑπάρχει τόπος;

Καί ἔγινε ἄφαντη.

Οἱ δυό γυναῖκες τότε συνῆλθαν. Ποῦ τίς ἤξερε;

Ποιά ἦταν; Πῶς γνώριζε τό σπίτι; Τίς εἶχε συνοδεύσει στα στενά σοκάκια τοῦ νησιοῦ στό σπίτι αὐτό πού στις 30 Ιανουαρίου 1823, τό πρῶτο βράδυ κατά τό ὁποῖο βρέθηκε τό εἰκόνισμά Της, ἀπ' τήν ἴδια πόρτα τό εἶχαν περάσει γιά νά τό φυλάξουν στο σπίτι τοῦ Σταματέλου Καγκάδη» 



Βιβλιογραφία Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Κωστώφ. Όρθρος Φαεινός.
Εκδόσεις Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού Ωρωπός Αττικής.

Αποκαλυπτικός ο Μητροπολίτης Χαλκίδος: «Μόλις δύο άνθρωποι στους 100 εκκλησιάζονται την Κυριακή».




Ο Σεβασμιώτατος, την Τρίτη 7 Ιουλίου 2026, χοροστάτησε στον Όρθρο, προέστη της Θείας Λειτουργίας και κήρυξε τον θείο λόγο, παρουσία ιερέων της περιοχής, πιστών της Ενορίας και κατοίκων από τα γύρω χωριά.

Στο κήρυγμά του αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη μειωμένη συμμετοχή των πιστών στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά πως μόλις δύο άνθρωποι στους εκατό εκκλησιάζονται. Με λόγο ουσιαστικό και προβληματισμένο, κάλεσε τους πιστούς να επανασυνδεθούν με τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας και να δώσουν μεγαλύτερη θέση στην πίστη και την πνευματική καλλιέργεια στην καθημερινότητά τους.



Άγιε Πατέρα Σωφρόνιε, πρεσβεύσου στον Χριστό τον Θεό για εμάς!


Άγιε Πατέρα Σωφρόνιε, πρεσβεύσου στον Χριστό τον Θεό για εμάς!

«Το μοναστήρι που έχτισες, του Τιμίου Προδρόμου, ως άλλο περίπτερο της Πεντηκοστής το έδειξες, Θεοφώτιστε Πατέρα Σωφρόνιε. Διότι, συγκεντρώνοντας σε αυτό ψυχές που διψούν για τον Θεό από όλο τον κόσμο, το αποκάλυψες ως όαση υγείας της Ορθοδοξίας, η οποία φωτίζει με σωτήριο τρόπο το σκοτάδι της απιστίας της Δύσης στους καιρούς μας. Και με την τιμητική εγκατάσταση του ένδοξου σώματός σου στη γη του Έσσεξ, σπάρθηκες ως ισχυρός σπόρος της αλήθειας του Χριστού, ώστε να αναπτύσσεις πάντα, μέσω της μετάνοιας, τα ζωογόνα κλαδιά της σωτηρίας».




Στροφάδια: Ξαναζωντανεύει η ελπίδα για την ιστορική Ιερά Μονή.





Λοιπόν, με την βοήθεια του Θεού, ξεκινάμε μια νέα φάση της μοναστικής μας ζωής σε ένα νέο μέρος, στο μικρό ακατοίκητο αρχιπέλαγος Στροφάδων στο Ιόνιο πέλαγος, στο μοναστήρι του Στροφάδων.
Τις ευλογίες όλων όσων έζησαν τα τελευταία 800 χρόνια σε αυτό το μοναστικό νησί των πατέρων να είναι μαζί μας.
Όσο συνηθίζουμε, μαθαίνουμε, μπαίνουμε στην τοπική ζωή, που είναι πολύ διαφορετική από τις συνθήκες των βουνών μας, όπου ζω τα τελευταία 22 χρόνια στο κέντρο της Ελλάδας και στην  Σκήτη μας στον Καύκασο.
Θα σου πω για τις ζωές μας.  



Αυτό είναι το νησί Ζάκυνθος στη νοτιοδυτική Ελλάδα.
Στροφάδες 44 χιλιόμετρα από το νησί Ζάκυνθος.
Στο νησί βρίσκεται η Μονή Στροφάδων, όπου θα προσπαθήσουμε να ανανεώσουμε τη μοναστική ζωή.
Η Μονή Στροφάδων είναι το πιο δύσκολο να προσεγγίσεις μοναστήρι στην Ελλάδα. Βρίσκεται σε ένα πολύ μικρό νησί μεγέθους 1,5 επί 0,85 χιλιομέτρων, στην πιο σεισμικά ενεργή ζώνη της Ευρώπης και πάσχει τακτικά από σεισμούς.
Λόγω των πολύ δύσκολων κλιματικών και υδρολογικών συνθηκών, καθώς και της θέσης του μοναστηριού στον εθνικό κήπο και του ειδικού συστήματος πρόσβασης, το μοναστήρι δεν είναι διαθέσιμο για τους επισκέπτες το μεγαλύτερο μέρος του έτους.

Τα τελευταία 40 χρόνια έζησε εκεί ένας ερημίτης, ο πατέρας Γρηγόριος, αλλά πέθανε και το μοναστήρι ήταν άδειο.
Αναρρώνει τώρα, αλλά τα αδέρφια του έχουν φύγει.
Θα ξεκινήσουμε και μετά Θεού θέλοντος.
Ζητώ από όλους να προσευχηθούν για μας. 

Πατήρ ΚΛΕΟΠΑΣ Πετρίτης.
 

Μοναχός του Θεού . Στην 100ή επέτειο από τη γέννησή του .Αρχιμανδρίτης Ιωάννης (Krestyankin) 19


 

Ναι, το κάνω. Και θυμάμαι, βιώνοντας έντονα αυτά που διάβασα, κλάψαμε, τόσο εγώ όσο και τα παιδιά...

Τα παιδιά μου μεγάλωσαν και εγώ απροσδόκητα και οικειοθελώς έδωσα μοναστικούς όρκους. Πήγα στο Βαλαάμ για να αγιογραφήσω εικόνες και το παράδειγμα της μοναστικής ζωής με γοήτευσε. Προσευχήθηκα στη Μητέρα του Θεού: «Μητέρα του Θεού, ξέρεις πώς θέλω να γίνω μοναχός, πώς αγαπώ τον μοναχισμό. Αλλά έχω έναν γιο στην αγκαλιά μου και οι κόρες μου είναι ήδη παντρεμένες. Πάρε τον γιο μου υπό την προστασία Σου και ευλόγησέ με να δώσω μοναστικούς όρκους».

Έγραψα ένα γράμμα στον γιο μου: «Αν δεν έχεις αντίρρηση, θα γίνω μοναχός». Και με ευλόγησε: «Μπαμπά, αυτό είναι υπέροχο. Μην φοβάσαι—θα επιβιώσω».

Την πρώτη φορά που πήγα να δω τον πατέρα Ιωάννη μετά την κουρά μου, τρομοκρατήθηκα. Νόμιζα ότι θα με μάλωνε. Αλλά ο πατέρας Ιωάννης με είδε: «Δόξα τω Θεώ! Ο μοναχός Μιχαήλ έφτασε». Με αγκάλιασε και με φίλησε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και αυτό ήταν χαρακτηριστικό του. Έδινε ελευθερία. Αν κάποιος αποφασίσει κάτι μόνος του, δόξα τω Θεώ, αυτό είναι πολύ καλό. σημαίνει ότι στέκεται στα δικά του πόδια. Συχνά συγκρίναμε τον πατέρα Ιωάννη με τον Ιωάννη της Κροστάνδης. Ο πατέρας Ιωάννης, όπως και αυτός, ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος, προορισμένος από την παιδική του ηλικία να υπηρετεί τον Θεό. Όλη του τη ζωή, καθοδηγούμενος από τον Κύριο, είχε χαρίσματα που του έφταναν.

Το πρώτο δώρο είναι η αγάπη για όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο για τους καλούς, όπως με τον δίκαιο Πατέρα Ιωάννη της Κρονστάνδης. Και οι δύο υπηρέτησαν τους πάντες ανιδιοτελώς, ξεχνώντας εντελώς τον εαυτό τους. Οι αναμνήσεις τους διατήρησαν τεράστια συνοδικά, ρυάκια ανθρώπινων ζωών... Ο ίδιος ο Πατέρας Ιωάννης της Κρονστάνδης θρηνούσε πριν από τον θάνατό του, βλέποντας ότι ο αθεϊσμός δυνάμωνε. Το ίδιο και ο Πατέρας Ιωάννης (Κρεστιάνκιν). Στα κηρύγματά του, φώναζε: "Τι κάνουμε; Τι κάνουμε; Ο κόσμος φθείρεται!"

Τι κηρύγματα ήταν αυτά! Οι άνθρωποι απορροφούσαν τα λόγια του σαν σφουγγάρια. Είχε ένα τέτοιο χάρισμα: έλεγε απλά πράγματα, αλλά αυτά έφταναν κατευθείαν στην ψυχή.

 Αυτό δεν είναι κήρυγμα, ούτε ομιλία, είναι η έκχυση του Αγίου Πνεύματος μέσω του Λόγου... Και όλα όσα έκανε ήταν έτσι. Ακόμα και το απλό θυμίαμα. Ο ιερέας περπατάει στην εκκλησία με ένα θυμιατήρι. Θυμιάζει όχι μόνο τις εικόνες, αλλά όλους με τόση αγάπη που όλοι στρέφονται προς αυτόν σαν να ήταν ο ήλιος.

Και η ανάγνωση του Ευαγγελίου! Δεν είναι απλώς ανάγνωση, είναι μια έκχυση χάριτος. Το καταλαβαίνω καλά τώρα. Είχε ένα ιδιαίτερο χάρισμα ως αγωγός της χάρης του Θεού! Μέσω αυτού, η αγάπη του Θεού γέμισε τις ψυχές μας. Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα στον κόσμο;

Ο πατέρας Φίλιππος Φιλάτοφ γνώρισε επίσης τον πατέρα Ιωάννη στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ήταν κοσμικός άνθρωπος. Και αυτή η φαινομενικά τυχαία συνάντηση άλλαξε την πνευματική του κατάσταση. «Θυμάμαι την πρώτη μου επίσκεψη στο μοναστήρι. Ένιωσα αμέσως σαν να είχα έρθει να επισκεφτώ την οικογένειά μου και με υποδέχτηκαν πραγματικά. Η συνάντησή μου με τον πατέρα Ιωάννη με εξέπληξε. Είδα έναν γέροντα που ήταν ευλαβικός και φροντιστικός για τους ανθρώπους. Ελεήμων Κύριε! Τι εξαιρετικός άνθρωπος, τόσο ενεργητικός, η ζεστασιά του είναι αρκετή για όλους! Και από πού προέρχονται τέτοιοι άνθρωποι; Μακάρι να μπορούσα τουλάχιστον να είμαι εκεί, να πω λίγα λόγια». Αργότερα εμαθα ότι ακόμη και σε σύντομο χρονικό διάστημα επικοινωνίας κατάφερε να βάλει τόσο πολύ καλό και φως στην καρδιά σου που αυτό κράτησε για πολύ καιρό.

Ο πατήρ Ιωάννης, μαθαίνοντας ότι σκόπευα να μείνω στο μοναστήρι όχι για μία ή δύο μέρες, αλλά για δύο εβδομάδες, χάρηκε πολύ και με πήγε προσωπικά στον ιερέα. Υπήρξαν κάποια προβλήματα με την εγγραφή, αλλά ο πατήρ Ιωάννης επέμεινε απαλά αλλά σταθερά: «Όχι, όχι, αυτός ο άνθρωπος ήρθε για να δουλέψει. Δεν μπορούμε να μην τον εγγραφούμε. Πρέπει οπωσδήποτε να μείνει μαζί μας, οπωσδήποτε!» – και έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας.

Με την ευλογία του Πατέρα, άρχισα να εξοικειώνομαι με τη μοναστική ζωή. Ήταν πρωί. Οι αδελφοί, επιστρέφοντας από την εκκλησία, έτρωγαν σε μακριά τραπέζια στον διάδρομο. Ξαφνικά, ένα κύμα πέρασε πάνω από τα τραπέζια - ο Πατέρας Ιωάννης ερχόταν, ο Πατέρας Ιωάννης ερχόταν! Ένας στενός κύκλος περικύκλωσε αμέσως τον Πατέρα Ιωάννη. Όσοι ήταν αρκετά τυχεροί να βρίσκονται στο κέντρο δίπλα του έκαναν ερωτήσεις, ενώ όσοι δεν μπορούσαν να πλησιάσουν πιο κοντά άπλωναν τα χέρια τους πάνω από τα κεφάλια τους για μια ευλογία. Ευλογώντας τον πιο ευκίνητο καθώς προχωρούσε, ο Πατέρας Ιωάννης προχωρούσε σταδιακά στον διάδρομο προς την έξοδο. Περιοδικά, άπλωνε τα χέρια του, με τις παλάμες προς τα εμπρός, και, με αγάπη...

Χαμογέλασε και επανέλαβε γρήγορα: «Τρένο εξπρές, τρένο εξπρές. Ο Αντιβασιλέας καλεί. Ό,τι συμβεί, συμβεί! Τρένο εξπρές, τρένο εξπρές!» Έτσι προσπάθησε να εξηγήσει στους γύρω του την επείγουσα αναχώρησή του.

Αργότερα, έβλεπα συχνά παρόμοιες καταστάσεις: άλλοτε περίμεναν τον Πατέρα Ιωάννη στις πόρτες της εκκλησίας, άλλοτε προσπαθούσαν να τον σταματήσουν στην αυλή του μοναστηριού. Αλλά αυτό που θυμάμαι καλά είναι ότι ο Πατέρας Ιωάννης, όσο απασχολημένος κι αν ήταν, όπου κι αν έτρεχε, ποτέ δεν αρνιόταν στους ανθρώπους μια ευλογία, πάντα έβρισκε μια στιγμή για μια καλή κουβέντα, ένα χαμόγελο.

Ο πατήρ Ιωάννης φερόταν σε όλους όσους έρχονταν σε αυτόν σαν σε παιδιά, που χρειάζονταν συμπόνια, στοργή και παρηγοριά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ερχόταν για εξομολόγηση, φαινομενικά έχοντας τον έλεγχο των πάντων - είχε μεγαλώσει τα παιδιά της, τα εγγόνια της είχαν μεγαλώσει - με τι θα μπορούσε να την εκπλήξει ή να την προσβάλει η ζωή; Είχε συνηθίσει τα πάντα! Ο πατέρας της έλεγε μια καλή κουβέντα και εκείνη ανοιγόταν στη ζεστασιά του, αρχίζοντας να μοιράζεται τις μακροχρόνιες λύπες και στενοχώριες της. Μερικές φορές ο γιος της την προσέβαλε με μια μακρά σιωπή, μερικές φορές η νύφη της απάντησε σκληρά και η ηλικιωμένη γυναίκα ξέσπασε σε κλάματα, αλλά τελικά μίλησε, σκούπισε τα δάκρυά της, ισιώθηκε και χαμογέλασε. Είχε συγχωρέσει τους πάντες και επέστρεψε εν ειρήνη και αγάπη με όλους, φεύγοντας από την εκκλησία με ένα αίσθημα ανακούφισης.

Θυμάμαι ότι ταξίδευα στη Μόσχα με τον Νικολάι Νικολάεβιτς Γκρίσιν, το πνευματικό παιδί του πατέρα Ιωάννη. Ήταν επιστήμονας, ερεύνησε τα νυχτερινά σύννεφα και αργότερα έγινε ιερέας. Ο πατέρας Ιωάννης υποτίθεται ότι θα μας συναντούσε στο Πσκοφ. Ταξίδευε στη Μόσχα για να δει τον Πατριάρχη Ποιμένα.87 Ο πατέρας μπήκε στο διαμέρισμά μας, χαμογέλασε, κάθισε και αμέσως άρχισε μια συζήτηση. Φυσικά, δεν πήγαμε για ύπνο εκείνο το βράδυ: πώς θα μπορούσαμε να χάνουμε χρόνο κοιμούμενοι με έναν τέτοιο άνθρωπο κοντά; Ο γείτονάς μας στο διαμέρισμά μας παραπονέθηκε στον πατέρα Ιωάννη ότι είχε πρόβλημα ακοής μετά από μια διάσειση στο μπροστινό μέρος. Και υπήρχε τόση θλίψη στη φωνή του! Ο πατέρας Ιωάννης έπιασε τον θλιμμένο άντρα από το χέρι: «Αγαπητέ/ή μου, σκέψου το,

Γιατί χρειάζεται να ακούς τα πάντα; Άλλωστε, η ομιλία είναι γεμάτη ύβρεις και κενά λόγια. Γιατί να ακούς τα πάντα; Ό,τι χρειάζεσαι, θα το ακούσεις, ο Κύριος σίγουρα θα σου το αποκαλύψει». Και το είπε τόσο απαλά, υπήρχε τόση αγάπη στα λόγια του ιερέα, τόσο σοφά παρουσίασε το θλιβερό ως χρήσιμο για τον άνθρωπο, που εκείνος αναθάρρησε και άρχισε να συμμετέχει ζωηρά στη συζήτηση. Μόνο σε αυτό το ταξίδι, χωρίς να το καταλάβουμε, λάβαμε πολλή οικοδομή. Το θυμάμαι σαν να συνέβησαν όλα χθες.

Ήταν ώρα για δείπνο. Ένα αφράτο καρβέλι άσπρο ψωμί εμφανίστηκε στο τραπέζι, τυλιγμένο σε όμορφο, ελαφρύ χαρτί. Ξαφνικά, ο πατήρ Ιωάννης είπε: «Κοιτάξτε, τύλιξαν αυτό το ψωμί, αλλά γιατί το έκαναν; Έχει τόση πολλή βρωμιά πάνω του». Ανησυχήσαμε: «Είναι ψωμί από το κατάστημα και δεν θυμόμαστε να μας έχει ρίξει ποτέ;» Αλλά ο πατήρ Ιωάννης συνέχισε: «Κοιτάξτε το ψωμί αυτές τις μέρες: το οργώνουν με κατάρες, το σπέρνουν με κατάρες, το θερίζουν με κατάρες, το ψήνουν με βρισιές και το πουλάνε με θυμό. Τόσο η βρωμιά, και δεν μπορεί να ξεπλυθεί». «Τι να κάνουμε;» αναφωνήσαμε όλοι μαζί. «Θα κάνουμε το σημείο του σταυρού πάνω από το ψωμί - τα κακά πνεύματα θα πετάξουν μακριά. Ας προσευχηθούμε και όλη η βρωμιά θα εξαφανιστεί. Φάτε όσο θέλετε».

Κατά τη διάρκεια αυτού του 24ωρου ταξιδιού, ο πατήρ Ιωάννης κοιμόταν μόνο δύο ώρες. Αργότερα έμαθα ότι συνήθως άρπαζε τέσσερις ώρες από τις είκοσι τέσσερις ώρες του για ξεκούραση. Τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσε στην προσευχή, την υπακοή και την επικοινωνία με το ατελείωτο ρεύμα ανθρώπων που έρχονταν σε αυτόν για συμβουλές και παρηγοριά.

Σε μια από τις επισκέψεις μου, βρέθηκα στο κελί του Πατέρα Ιωάννη με έναν άντρα που ήθελε να γίνει ιερέας. Αλλά οι καιροί ήταν δύσκολοι για την Εκκλησία και είχε παιδιά. Άρχισε να αμφιβάλλει:

«Πάτερ Ιωάννη, τι θα γινόταν αν πεινούσαμε; Θα ήταν μια χαρά να πεινούσα εγώ, αλλά τα παιδιά...»

«Για τι πράγμα μιλάς;» έμεινε έκπληκτος ο ιερέας. «Έζησα στα χωριά της επισκοπής Ριαζάν, αυτές ήταν οι εποχές... Ξυπνούσα το πρωί και υπήρχε μια κανάτα γάλα στο περβάζι του παραθύρου. Το βράδυ, μετά την προσευχή, πήγαινα για ύπνο και το φως ήταν ακόμα αναμμένο στο απέναντι σπίτι - η Μαρία, η γειτόνισσα, έκανε τις δουλειές του σπιτιού...»

 

Είναι απασχολημένη με τα πάντα. Τον κήπο, την αγελάδα, το σπίτι, την οικογένεια. Σηκώνομαι για προσευχή την αυγή και το φως της είναι ήδη αναμμένο. Και δεν με έχει ξεχάσει ούτε εκείνη: το γάλα είναι φρέσκο ​​και με περιμένει. Και πότε θα ξεκουραστεί αυτή, η έξυπνη κοπέλα μου; Ένας ιερέας στη Ρωσία δεν θα πεινάσει ποτέ. Θα μοιραστούν την τελευταία τους μπουκιά μαζί του, θα πάρουν κάτι από τον εαυτό τους και θα ταΐσουν τον ιερέα. Όχι, δεν θα πεινάσεις, όπως όλοι οι άλλοι. Δεν είναι όλα εύκολα, αλλά δεν είναι εύκολο και για κανέναν.

Πήγαμε στο μοναστήρι για πνευματική τροφή. Επέστρεψα σπίτι ήρεμος και ισορροπημένος. Πριν φύγει, ο Ιωάννης με δέχτηκε στο κελί του και με ευλόγησε για το ταξίδι: «Τολμήστε τις εικόνες, ας διαβάσουμε τον Ακάθιστο στον άγιό σας, τον Φίλιππο, ας τον παρακαλέσουμε για τον ταξιδιώτη». Ραντίζοντας με αγιασμό, είπε: «Ξεκούμπωσε το πουκάμισό σου για να το ραντίσω πιο βαθιά. Έτσι απλά, μέχρι την καρδιά, μέχρι την καρδιά. Σου έφερα λίγο μοναστηριακό ψωμί».

Αυτή η φροντίδα ήταν τόσο συγκινητική! Ο πατήρ Ιωάννης πετάει γύρω σας με φτερά. Έχει μια καρδιά που αγκαλιάζει τους πάντες, δεν απορρίπτει κανέναν. Και μας προσέλκυσε η ζεστή καρδιά του. Μια μέρα, ρώτησα ήσυχα τον πατήρ Ιωάννη:

«Πάτερ, μπορώ να γίνω ιερέας;» «Φυσικά, γιατί όχι; Πιστεύεις, είσαι παντρεμένος, πρέπει να αρχίσεις να μαθαίνεις τους κανόνες της λειτουργίας και ο Θεός να σε ευλογεί!»

Ο πατήρ Ιωάννης σταδιακά ξύπνησε στην ψυχή μου την επιθυμία να υπηρετήσω τον Θεό και τους ανθρώπους. Και ο πατήρ Ιωάννης έγινε ο πιο κοντινός μου άνθρωπος. Απλά και σοφά γαλουχώντας την ψυχή μου, αγίασε το μέλλον μου με το παράδειγμα της ζωής του και με την καλοσύνη και την αγάπη της ψυχής του με προετοίμασε για τη χειροτονία.

Έξω από το κελί του Πατέρα Ιωάννη υπήρχε πάντα ένα πλήθος. Ήταν όλοι εκεί: κληρικοί, φοιτητές, καλοντυμένοι διανοούμενοι και απλές γιαγιάδες του χωριού. Όλοι στέκονταν και περίμεναν. Κάποιοι περίμεναν ακρόαση, κάποιοι απάντηση σε μια επιστολή ή απλώς την ευκαιρία να κάνουν μια σημαντική ερώτηση. Και τότε, ανάμεσα σε αυτό το ετερόκλητο πλήθος, μια μέρα, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο απέναντι από το κελί του Πατέρα Ιωάννη, ένας νεαρός «χίπης» κάθισε στο πάτωμα. Συνοφρυώθηκε, κουλουριάστηκε στον τοίχο, η βρώμικη, ατημέλητη εμφάνισή του στέφθηκε από μια αδιανόητη τρίχα στο κεφάλι του, την οποία δεν είχε χτενίσει για πολύ καιρό. Οι άνθρωποι απέφευγαν με αποδοκιμασία αυτόν τον επισκέπτη, και κάποιοι μάλιστα σφύριξαν. Ξαφνικά, ο Πατέρας Ιωάννης εμφανίστηκε στο διάδρομο. Με γέρικο αλλά γρήγορο βήμα, πλησίασε αυτό το «θαύμα». Βλέποντας τον νεαρό, ο Πατέρας Ιωάννης σταμάτησε, τον κοίταξε με αγάπη και ξαφνικά είπε στοργικά και χαρούμενα: «Ω, τι ατημέλητος μικρός!» Αυτή η απροσδόκητα φιλική προσφώνηση έκανε τον «ατημέλητο» να σκάσει σε ένα παιδικό, ανυπεράσπιστο χαμόγελο. Ο ιερέας το είδε αμέσως αυτό και συνειδητοποίησε ότι το φράγμα είχε αφαιρεθεί και ότι ο άντρας δεν τον φοβόταν πια, και συνέχισε: «Πρέπει να χτενίζεις το κεφάλι σου κάθε μέρα, και ακόμα πιο συχνά».

«Πάντα χτενίζω τα μαλλιά μου και κουβαλάω ακόμη και μια χτένα στην τσέπη μου... Ναι, ναι, αυτό είναι!» είπε και εξαφανίστηκε από την πόρτα του κελιού του, αφήνοντας τον «μαλλιαρό» ηττημένο, συγκινημένο και ντροπιασμένο. Και όχι μόνο αυτόν. Όλοι όσοι είδαν αυτή τη σκηνή ένιωσαν κάπως φωτεινοί και χαρούμενοι, και ταυτόχρονα λίγο λυπημένοι για την αναλγησία τους. Και ήθελα να πιστεύω ότι αυτό το μάθημα αγάπης δεν ήταν μάταιο για όλους. Και για αυτόν τον «μαλλιαρό», χαμένο σε έναν άγριο και κρύο κόσμο, στερημένο από ένα σπίτι και ακόμη και από τα πιο βασικά θεμέλια, λειτούργησε ως ώθηση για να αναζητήσει ένα σωτήριο μονοπάτι στη ζωή. Και ίσως, χτενίζοντας το μπερδεμένο χάος στο κεφάλι του, άρχισε να ξεμπερδεύει κάτι μέσα του.

 

Αγάπα τον πλησίον σου! Και θα αγαπήσεις τον Χριστό.

Έτσι είναι τώρα, αν επιλέξουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, τότε η κατάσταση

Τα πράγματα θα αλλάξουν στη Ρωσία... Μην φοβάστε, μην φοβάστε τίποτα υπό την προστασία του Θεού! Ο Θεός κυβερνά τον κόσμο, μόνο ο Θεός και κανένας άλλος

Αγάπη! Το κάλεσμα για αγάπη αντηχούσε συνεχώς μέσα στον Πατέρα Ιωάννη. Το ζούσε με ευλάβεια στα λόγια του, το εκδήλωνε στις πράξεις του και στις αλληλεπιδράσεις του με τους ανθρώπους. Σε έναν από τους πασχαλινούς χαιρετισμούς του, η καρδιά του έψαλλε έναν ύμνο στην αγάπη ως το μεγάλο μυστήριο της ζωής, που νικάει τον ίδιο τον θάνατο, την ίδια την κόλαση. «Και αυτό το μυστήριο είναι η αγάπη! Αγάπη! Και θα χαρείς με τους άλλους και για τους άλλους. Αγάπα τον πλησίον σου! Και θα αγαπήσεις τον Χριστό. Αγάπα τον παραβάτη σου και τον εχθρό σου! Και οι πόρτες της χαράς θα ανοίξουν διάπλατα για σένα, και ο Αναστημένος Χριστός θα συναντήσει την ψυχή σου, αναστημένος στην αγάπη. Αυτός είναι ο παράδεισός μας! Αυτή είναι η Ανάστασή μας! Αγάπα την Αγάπη, και θα ζήσεις ως ο Σωτήρας που Αναστήθηκε μέσα στα βάσανα της Αγάπης!»

«Αλλά χωρίς αγάπη για τον Θεό», είπε ο πατήρ Ιωάννης, «δεν μπορεί να υπάρξει μοναχός, ούτε καν Χριστιανός». Και αυτή ήταν η κύρια πνευματική ανησυχία του ποιμένα-μοναχού. «Πόσο σου εύχομαι, πνευματικό μου παιδί, όλη σου η ζωή να γίνει μια υπηρεσία, και ο στόχος της να είναι η εργασία για τον Θεό, για τη σωτηρία της ψυχής σου... Σε καλώ στα ύψη της πλήρους αυτοαπάρνησης, η οποία επιτυγχάνεται μόνο με την αγάπη. Αγάπη που αγιάζει, θερμαίνει, αναζωογονεί. Αγάπη που ξεχνά τον εαυτό της και δίνεται ολοκληρωτικά στον Θεό, και σε Αυτόν σε κάθε πλησίον, ας είναι για σένα αυτό το φως στο οποίο θα αναδημιουργηθεί ο Χριστός. Μόνο σε Αυτόν—

«Ο σκοπός, το νόημα και η αληθινή χαρά της ζωής. Είθε όλα να είναι με αγάπη», έγραψε σε μια από τις επιστολές του.

Το έτος 1970 αποδείχθηκε μια χρονιά γεμάτη δραστηριότητες για τον πατέρα Ιωάννη. Είχε γιορτάσει 25 χρόνια υπηρεσίας στο ιερό βήμα και εξήντα χρόνια από τη γέννησή του. Και ως ορατή αναγνώριση των κόπων του, την ημέρα της Αναλήψεως του Κυρίου, προήχθη στο βαθμό του ηγούμενου. Απευθυνόμενος στον επίσκοπο και τους αδελφούς με έναν λόγο ευχαριστίας, ζήτησε τις προσευχές τους για την ασθένειά του: «Ζητήστε από τον Χριστό τον Κύριο έλεός μου, για να μου δώσει τη σοφία να Τον ευαρεστήσω».

«Στη σκέψη, την επιθυμία, την πρόθεση και την πράξη, είθε να είμαι πιστός σε Αυτόν μέχρι την τελευταία μου πνοή. Ώστε τα τελευταία χρόνια της ζωής μου και ο θάνατός μου να είναι, αν όχι δοξολογία του ονόματος του Θεού, τότε όχι ατίμωση για την Αγία Εκκλησία του Θεού, τον μοναχισμό και αυτή την αγία μονή.»

Τρία χρόνια αργότερα, ο πατήρ Ιωάννης έλαβε μια μίτρα. Έγινε αρχιμανδρίτης. Ο πατήρ Ιωάννης θεωρούσε τη μίτρα ως ένα πρωτότυπο του αγκάθινου στεφάνου του Χριστού, την επιβολή του οποίου θα ακολουθούσε το τελικό του κατόρθωμα στον Γολγοθά.

Το κατόρθωμα της εργασίας και του αγώνα του Αρχιμανδρίτη Ιωάννη για τον εαυτό του, για τα παιδιά του, για τον λαό του Θεού, για το μοναστήρι, για την Εκκλησία και για τη Ρωσία συνεχίστηκε για άλλα 33 χρόνια.

Η ζωή ήταν γεμάτη θλίψεις και πληγές όλο αυτό το διάστημα. Τα αγκάθια της τρυπούσαν τόσο το κεφάλι όσο και την καρδιά. Το 1975, ο Κύριος ανακάλεσε τον πατέρα της μονής, τον ηγούμενο, Αρχιμανδρίτη Αλίπυ, έναν σοφό και θαρραλέο πολεμιστή του Χριστού, από τα επίγεια έργα του. Ο ένας μετά τον άλλον τον ακολουθούσαν.

Οι πρεσβύτεροι άρχισαν να εγκαταλείπουν την επίγεια αρένα: ο πατέρας Ποιμήν[88] – ένας Καυκάσιος ερημίτης, ο πατέρας Ιερώνυμος[89] – η προσωποποίηση της ταπεινότητας και της πραότητας, ο πατέρας Αγάπιος[90] – ένας πρεσβύτερος, ένας τολμηρός μεσολαβητής και προσευχητάριο για όσους υπέφεραν και αιχμαλωτίζονταν από τον εχθρό, ο ηγούμενος Σάββας[91] – ένας παραγωγικός και πολύτεκνος πατέρας.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα περίοδος θλίψεων, η οποία έληξε για τον πατέρα Ιωάννη μόνο με τον θάνατό του.

Μια γενεαλογική αλλαγή συνέβαινε στο μοναστήρι. Ένας νέος νεαρός ηγούμενος, μια αναπλήρωση της αδελφότητας με νέους άνδρες που είχαν έρθει από τα σταυροδρόμια της ζωής. Όσοι γαλουχήθηκαν από τις θλίψεις και ωρίμασαν μέσα από αυτές για να ολοκληρωθούν στην αφοσίωση στον Θεό, έδιναν τη θέση τους σε όσους μεγάλωσαν στο αποδυναμωμένο έδαφος του εγωισμού και του εγωισμού.

Ο κόσμος ξεχύθηκε στα θεμέλια του μοναστηριού τόσο από έξω όσο και από μέσα, σαν να είχε καταρρεύσει ένα φράγμα. Η συγκράτηση της καταστροφικής δύναμης αυτού του στοιχείου, η σταδιακή τιθάσευση του επαναστατικού πνεύματος, έγινε το κύριο καθήκον των πρεσβυτέρων κατοίκων του μοναστηριού.

Μια πρωτόγνωρη έκφραση εμφανιζόταν στο λεξικό του Πατέρα Ιωάννη: «Είναι από το Σκήτη Σατάλοβα». Θα περνούσε κάποιος καιρός και ο νέος μοναχός θα ξεκινούσε να αναζητήσει αυτό ακριβώς το «σκήτη» στις απέραντες εκτάσεις της Ρωσίας. Και ο Πατέρας Ιωάννης, ευλογώντας τους κεκοιμημένους, θα προσευχόταν με θλίψη: «Όσους γέννησε ο κόσμος, ο Θεός τους αντάμειψε. Δόξα τω Θεώ για όλα!»

Συχνά, πνευματικά παιδιά που μόλις έφταναν στο μοναστήρι έρχονταν στον πατέρα Ιωάννη και τον επέπλητταν: «Πάτερ, είπες λάθος πράγμα εδώ και έκανες λάθος πράγμα εκεί». Σε απάντηση, ο γέροντας χαμογελούσε ευγενικά: «Μην κάνεις θόρυβο, αγαπητέ μου, συγχώρεσέ με, έτσι με δίδαξαν». Ο νεαρός μοναχός δεν είχε ακόμη σκεφτεί ότι ήταν πολύ νωρίς για να ασχοληθεί με τα προβλήματα της ανώτερης πνευματικής επιστήμης και ότι έπρεπε να κατακτήσει τα βασικά του δημοτικού μοναστηριακού σχολείου - να παρακολουθεί, να ακούει, να σκέφτεται και να υπομένει, βιώνοντας όσα έμαθε στον κόσμο. Αλλά προς το παρόν, ο δάσκαλος έπρεπε να υπομείνει.

Σιγά σιγά, ανεπαίσθητα, δάμασε το ανυπάκουο πνεύμα με τη δύναμη της αγάπης, τη δύναμη των λόγων, αλλά το πιο σημαντικό, δίδαξε με το παράδειγμα της ζωής του. Πόσα σιωπηλά μαθήματα οικοδομής μετέδιδε ο πατήρ Ιωάννης στους νεαρούς μοναχούς! Ιδού μια ανάμνηση*: «Ο καθεδρικός ναός τελούσε την εορταστική Λειτουργία. Έχοντας λάβει τα Άγια Μυστήρια του Χριστού, απομακρύνθηκα ευλαβικά από το ιερό και πήγα σε ένα τραπέζι για να πάρω ένα ποτό. Ξαφνικά, ο νεωκόρος μου έκλεισε το δρόμο. Κρατούσε μια κουτάλα κόκκινο κρασί στο απλωμένο χέρι του, προσφέροντάς μου να δοκιμάσω. Ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, βετεράνος πολέμου, ένθερμος προσευχόμενος, αλλά είχε μια αδυναμία, ένα απομεινάρι των χρόνων του πολέμου - μια μερίδα 100 γραμμαρίων από τη βότκα ανταμοιβής.

Ήμουν μπερδεμένος. Ένα σμήνος από άσχημες σκέψεις έσβησε εντελώς την ευλάβεια και την ηρεμία του νου. Σιωπηλά, σπρώχνοντας το χέρι του μακριά, περπάτησα προς τη ζάπιβκα. Αμέσως, με την άκρη του ματιού μου, είδα τον πατέρα Ιωάννη να με ακολουθεί. Και αυτό ήταν όλο επανέλαβε. Αλλά ο ιερέας σταμάτησε, πήρε την οινοχόη, έκανε ευλαβικά το σταυρό του πάνω από το κρασί και ήπιε μια γουλιά. Ο νεωκόρος ρώτησε ήσυχα:

– Είναι το κρασί κατάλληλο για τη λειτουργία ή για πόση;

«Ναι, ναι, για τη Λειτουργία. Το κρασί είναι πολύ καλό», απάντησε ο πατήρ Ιωάννης και, χωρίς να διακόψει την ευλάβειά του, πλησίασε τη ζάπιβκα.

Τόσο εύκολο είναι, λοιπόν, να διατηρείς την ψυχική σου ηρεμία, χωρίς να κρίνεις κανέναν ή να υποψιάζεσαι τίποτα! Αυτό το μάθημα έχει μείνει, σαν μια χαραγή στο μυαλό μου, νομίζω, για μια ζωή.

Η αγάπη του Χριστού εκδηλώθηκε ορατά στον πατέρα Ιωάννη και διαμόρφωσε ένα πνευματικό, ευαγγελικό περιβάλλον—ένα περιβάλλον αγάπης, υπομονής, σεβασμού και προσευχής. Και λαμβάναμε αυτό το ανεκτίμητο δώρο από τον γέροντα κάθε μέρα.

Ο πατήρ Ταυρίων92, ο πνευματικός πατέρας του μοναστηριού, μιλάει για τον πατήρ Ιωάννη: «Είδαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι ο πατήρ Ιωάννης ήταν ένας εξαιρετικός, πρωτότυπος άνθρωπος - «όχι εκ του κόσμου τούτου». Σαφώς δεν ζούσε σύμφωνα με τα στοιχεία του κόσμου, αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα, ζούσε σύμφωνα με το Άγιο Ευαγγέλιο. Και αυτό ήταν τόσο οργανικό μέσα του που μας φαινόταν φυσικό και έγινε συνήθεια. Η Αγία Εκκλησία έθρεψε το πνεύμα του Ευαγγελίου μέσα του από την παιδική του ηλικία. Πάντα ζούσε στην Εκκλησία, ζούσε από την Εκκλησία, ζούσε για την Εκκλησία. Επίσης, μας ενστάλαξε την ανάγκη να εκπληρώνουμε όλα όσα διδάσκει η Εκκλησία με αγάπη και επιθυμία. Αν ζεις σε υπακοή στην Εκκλησία για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε η ψυχή γίνεται παρόμοια με αυτήν, μπαίνει στον ρυθμό της ζωής της και γίνεται τόσο υπάκουη σε αυτήν που όταν η Εκκλησία λέει, «Κλάψε», η ψυχή κλαίει με δάκρυα μετάνοιας με τον κυβερνήτη με δάκρυα, και όταν ακούει: «Χαίρε», η ψυχή χαίρεται, αγαλλιάζει και χαίρεται σαν παιδί.

Βλέπαμε συνεχώς αυτή την αγνή χαρά του Πάσχα στον γέροντά μας και τον αποκαλούσαμε «Πατέρα του Πάσχα». Αδελφοί και προσκυνητές από όλο τον κόσμο τον πλησίαζαν για αυτή τη χαρά. Άνθρωποι συνέρρεαν γύρω από τον πατέρα, περιμένοντας την παρηγοριά του Χριστού.

Αυτός, ενθυμούμενος την εντολή του Θεού: «Παρηγορείτε, παρηγορείτε τον λαό μου» (Έξοδος 40:1), αφιερώθηκε ολοκληρωτικά σε αυτό το έργο.

Τα λόγια του έρρεαν από αγάπη και ήταν «αλατισμένα» με τη χάρη του Θεού. Όταν δεχόταν έναν επισκέπτη, δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του, αλλά πάντα αναζητούσε το θέλημα του Θεού, προσευχόμενος εσωτερικά και ζητώντας από τον Θεό να το κάνει. Προφανώς, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο πατήρ Ιωάννης δεν προσκαλούσε ποτέ έναν νεοφερμένο στο σπίτι του για συζήτηση. Όταν συναντιόταν, ρωτούσε για λίγο για τον λόγο της επίσκεψής τους, τους ευλόγησε να ζήσουν και να προσεύχονται στο μοναστήρι, να εξομολογηθούν και να λάβουν τη Θεία Κοινωνία. Τους δεχόταν στο κελί του την ημέρα της αναχώρησής τους. Κρατούσε τον επισκέπτη στην καρδιά του όλη την ώρα και προσευχόταν γι' αυτόν. Η ψυχή του επισκέπτη θερμαινόταν υπό την προσευχητική του προστασία, αγνοώντας την πηγή αυτής της ζεστασιάς και της ειρήνης. Τα προβλήματά του φάνηκαν να επιλύονται από μόνα τους. Και κατά τη διάρκεια της αποχαιρετιστήριας συνομιλίας τους, ο πατήρ Ιωάννης έλεγε: «Το μόνο που μένει είναι να βάλουμε τη σφραγίδα μας στην απόφαση της καρδιάς μας».

Η μνήμη του γέροντα ήταν εκπληκτική, απύθμενη. Θυμόταν κάποιον που είχε συναντήσει μόνο μία φορά για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο πατήρ Ιωάννης ονόμαζε αυτό το δώρο «μνήμη της καρδιάς». Ναι, αγκάλιαζε τους πάντες με την καρδιά του. Αλλά ήταν και μια προσευχητική μνήμη. Από αυτή την προσευχητική μνήμη και τη μνήμη της καρδιάς, συντάχθηκαν τα αμέτρητα συνοδικά του πατρός Ιωάννη.

Οι προσευχές του κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών λειτουργιών μπορούν να κριθούν από το ακόλουθο επεισόδιο. Κατά την ανάγνωση των Ωρών πριν από τη Λειτουργία, κάποιος τον ρώτησε: «Είναι αλήθεια ότι οι άγγελοι υπηρετούν τον Θεό μαζί μας κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας;» Ο πρεσβύτερος κοίταξε τον ερωτώντα με κάποια αμηχανία.

Σταμάτησε για μια στιγμή και μετά απάντησε: «Δεν ακούς το θρόισμα των φτερών τους στο βωμό;»

Στην υπηρεσία του προς τον πλησίον του —και πλησίον ήταν όποιος τον χρειαζόταν— ο πατήρ Ιωάννης ήταν ακούραστος και ακούραστος. Φυσικά, καταλάβαινε πλήρως τις αδυναμίες της φύσης, αλλά η αγάπη του υπερνίκησε ακόμη και αυτές τις αδυναμίες.

Το κελί του ιερέα χωριζόταν από το κελί του πατέρα Ιωάννη με έναν λεπτό τοίχο, και ο ίδιος κατέθεσε ότι η γειτνίαση ήταν αρκετά ασταθής: στις πέντε το πρωί, γρήγορα βήματα ανήγγειλαν ότι ο ιερέας είχε ήδη ξυπνήσει, και λίγο αργότερα, η μπροστινή πόρτα ανήγγειλε ότι η εργάσιμη μέρα του είχε ξεκινήσει και ότι έτρεχε για τη λειτουργία. Και αργά το βράδυ, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, ακούστηκαν τα γουργουρίσματά του. Τα λόγια ήταν ακατανόητα, αλλά ήταν σαφές ότι υπήρχαν ακόμα άνθρωποι εκεί. Ήταν δύσκολο να πούμε τι ώρα τελείωνε το ωράριο της δεξίωσης. Ο ιερέας θα αποκοιμιόταν με αυτά τα γουργουρίσματα πριν η σιωπή της νύχτας καταλαγιάσει πίσω από τον τοίχο.

Και αυτό συνέβαινε κάθε μέρα. Ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί πότε και πόσο κοιμόταν. Μερικές φορές, έκπληκτοι από την ενέργειά του, ρωτούσαν τον ιερέα για την πηγή της. Αυτός απαντούσε αστειευόμενος ότι κάποιος πρέπει να γεννηθεί έτσι.

Σκεπτόμενος αναρωτήθηκα: «Γιατί πετάω έτσι στα 80 μου;» Και αμέσως απάντησα: «Νομίζω ότι η συνείδησή μου είναι καθαρή».

Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι ακόμη και στα γεράματά του, παρά το γεγονός ότι ήταν απασχολημένος με την πνευματική φροντίδα, δεν έχανε ποτέ τις εκκλησιαστικές λειτουργίες. Παρακολουθούσε πάντα την αδελφική προσευχή προς τον Όσιο Μάρτυρα Κορνήλιο, προσευχόταν στη Λειτουργία και τον εσπερινό και διάβαζε πάντα τα προσευχητάρια και τα συνοδικά.

Μερικές φορές αργούσε στις λειτουργίες. Ένιωθε ενοχές γι' αυτό και πάντα ζητούσε συγχώρεση από τους προσευχόμενους αδελφούς. Κάποτε, εξήγησε τον λόγο της αργοπορίας του: «Θα ακούσω την καμπάνα να χτυπάει για τις λειτουργίες και πρέπει να ετοιμαστώ για την εκκλησία, αλλά υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στο κελί. Ενώ τους αποχαιρετώ, τρέχω και στην πορεία, κάποιος άλλος με σταματά: "Πάτερ, ένα λεπτό". Τους ευλογώ καθώς φεύγω: "Ούτε ένα λεπτό, ούτε ένα λεπτό, συγχώρεσέ με, άργησα". Τρέχω. Κάνω ένα βήμα, μετά ένα άλλο, και η συνείδησή μου φωνάζει: "Πού τρέχετε; Για να προσευχηθείτε και να παρακαλέσετε τον Θεό; Και δεν θέλετε να σταματήσετε και να ακούσετε!" Από αδράνεια, κάνω δύο ή τρία βήματα προς την εκκλησία και μετά γυρίζω: "Αγαπητέ μου, τι συμβαίνει εδώ;" Έτσι άργησα - συγχώρεσέ με γενναιόδωρα. Αλίμονο! Το να αργήσεις είναι αμαρτία και το να το αγνοήσεις και να το προσπεράσεις είναι καταστροφή!

Ο πατήρ Ιωάννης μιλούσε πολύ συγκινητικά με τους επισκέπτες του. Έγειρε το αυτί του κατευθείαν στα χείλη των συνομιλητών του, ή ακόμα και στα στήθη ή τις καρδιές τους, και άκουγε χωρίς να τους διακόπτει. Ήταν σαφές ότι προσευχόταν και άκουγε προσεκτικά τι συνέβαινε στις καρδιές τους. Στη συνέχεια, διευκρίνιζε γρήγορα μερικά πράγματα για τον εαυτό του και συνόψιζε τα πράγματα. Με σύνεση έβαζε τα πάντα σε τάξη και έδινε την ευλογία του για το πώς να προχωρήσουν.

Αλλά μερικές φορές οι συζητήσεις παρατείνονταν. Ο πατήρ Ιωάννης επανερχόταν στις περιστάσεις του θέματος αρκετές φορές, αναφέροντας παραδείγματα από τη δική του ζωή. Μερικές φορές φαινόταν σαν η συζήτηση να παρέκκλινε από το ζήτημα που τέθηκε. Ξαφνικά, ο γέροντας διακόπτονταν και εξηγούσε αποφασιστικά τι έπρεπε να γίνει και πώς. Κατά τη διάρκεια τέτοιων συζητήσεων, ήταν σαφές...

Ότι ο πατήρ Ιωάννης προσευχόταν και περίμενε τον λόγο του Θεού. Όταν ήρθε η απάντηση στην προσευχή του, η συζήτηση έληξε αμέσως.

Παρέμεινε άγνωστο πότε αναπαύθηκε. Ήταν στην εκκλησία από τις έξι το πρωί. Φεύγοντας, περιτριγυρισμένος από ένα πλήθος προσκυνητών, έκανε πολλές στάσεις, κουβεντιάζοντας καθώς περπατούσε, προς την αίθουσα υποδοχής, όπου η πνευματική φροντίδα συνεχιζόταν μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του δείπνου. Δεν μπορούσε καν να φύγει για να αλλάξει το ιδρωμένο ράσο του. Μετά το δείπνο, η υποδοχή των επισκεπτών συνεχιζόταν μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για την εσπερινή λειτουργία. Και έτσι γινόταν κάθε μέρα. Και στο κελί του, δεκάδες γράμματα τον περίμεναν, απαιτώντας όχι μόνο απάντηση αλλά και δακρυσμένη προσευχή.

Είναι μεγάλη ευλογία να ζούμε δίπλα σε πρεσβύτερους, ακόμα κι αν δεν μπορέσαμε να κατανοήσουμε πλήρως τα μαθήματα της αγίας ζωής τους, πόσο μάλλον να τα εφαρμόσουμε στη δική μας εμπειρία, αλλά με τη χάρη του Θεού τα εντυπώσαμε στις καρδιές μας.

Η ελεήμων και στοργική καρδιά του πατέρα Ιωάννη ακτινοβολούσε ένα ευλογημένο φως σε όλο το μοναστήρι για σαράντα χρόνια. Και συνηθίσαμε να ευθυγραμμίζουμε τις πράξεις και τις σκέψεις μας με την πατρική του αγάπη. Τα λόγια του ήταν εξίσου σημαντικά για κάθε μέλος του μοναστηριού - από τον ηγούμενο μέχρι τον δόκιμο και τον εργάτη.

Μας συμφιλίωσε, κατέπλυνε τη σύγχυση, θεράπευσε την αμφιβολία και την απελπισία και ενστάλαξε πίστη. Βοήθησε τον καθένα μας να σηκώσει τον σταυρό του με θερμή ελπίδα.

Η αγάπη του πατρός Ιωάννη είναι δώρο Θεού. Ο Χριστός είναι το παράδειγμα της απόλυτης Αγάπης. Και ο γέροντά μας —ο φορέας της αγάπης του Χριστού— ήταν οδηγός στη χριστιανική ζωή για πολλούς, πολλούς ανθρώπους.

Οι προσωπικές αναμνήσεις και παρατηρήσεις του πατέρα Ιωάννη για τη μοναστική ζωή στο παρελθόν ήταν επίσης μια πολύτιμη πηγή για τους μοναχούς: «Είχαμε έναν υπέροχο επίσκοπο που υπηρετούσε στο Όρελ - τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ (Οστρούμοφ) - έναν πολύ έξυπνο, ευγενικό και στοργικό άνθρωπο. Η ζωή του φαινόταν να τον προετοιμάζει για το στέμμα ενός αγίου μάρτυρα, κάτι που όντως συνέβη. Έτσι, την Κυριακή της Συγχώρεσης, αυτός ο ιεράρχης του Θεού εκδιώκει δύο μοναχούς από το μοναστήρι - τον Ηγούμενο Κάλλιστο και τον Ιεροδιάκονο Τύχων - για κάποιο αδίκημα. Τους εκδιώκει δημόσια και βίαια, προστατεύοντας τους άλλους από τον πειρασμό, και στη συνέχεια αμέσως εκφωνεί ένα κήρυγμα την Κυριακή της Συγχώρεσης και ζητά συγχώρεση από όλους και από όλα.»

Αυτό που συνέβη άφησε άναυδη την παιδική μου συνείδηση ​​ακριβώς επειδή όλα συνέβησαν ταυτόχρονα: η αποβολή -δηλαδή, η έλλειψη συγχώρεσης- και το ταπεινό αίτημα για συγχώρεση για τον εαυτό μου, και τη συγχώρεση όλων. Κατάλαβα μόνο ένα πράγμα τότε: ότι η τιμωρία μπορεί να χρησιμεύσει ως η αρχή της συγχώρεσης, και χωρίς αυτήν, η συγχώρεση είναι αδύνατη.

Τώρα υποκλίνομαι μπροστά στη σοφία και το θάρρος του ηγεμόνα, γιατί το μάθημα που δίδαξε παρέμεινε ζωντανό παράδειγμα για όλους τους παρόντες τότε, όπως βλέπετε, για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Και όταν ρωτήθηκε πώς να αποφύγετε τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν στη ζωή αν βλέπετε όλους γύρω σας ως ευγενικούς, ο πατέρας Ιωάννης απάντησε με σιγουριά ότι «ο ίδιος ο Κύριος θα προστατεύσει έναν τόσο ταπεινό άνθρωπο από τα προβλήματα και τις ατυχίες που μπορούν να προκύψουν από ένα τέτοιο λάθος. Δοκιμάστε το μόνοι σας και δείτε την αλήθεια και τη δύναμη του Θεού».


Κανείς δεν είδε ποτέ τον πατέρα απογοητευμένο ή συντετριμμένο. Κι όμως, ούτε αυτός έζησε χωρίς θλίψεις που του προκαλούσαν η δαιμονική κακία και ο ανθρώπινος φθόνος. Η εφησυχασμός και η ευγνωμοσύνη στον Θεό για όλα τα πράγματα ήταν η αξιόπιστη προστασία του. Η πίστη στην αγαθότητα του Θεού και στη σωτήρια Πρόνοιά Του φώτιζαν το σκοτάδι που μεγάλωνε.

Πάνω στο τραπέζι, στην εμβέλειά του, βρισκόταν ένα μικρό, κουρελιασμένο βιβλιαράκι, χωρίς σελίδα τίτλου, σε μεγάλο βαθμό αναπαλαιωμένο. Στην πρώτη σελίδα, με ψιλά γράμματα, ήταν το κείμενο: «Προς την σεβάσμια Κυρία και αγαπημένη μου Διακόνισσα Ολυμπιάδα, ο Ιωάννης ο Επίσκοπος χαίρεται εν Κυρίω». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ένας ακλόνητος πολεμιστής για τον Θεό και ένας εξίσου ακλόνητος παθών, συνομίλησε με τον πατέρα Ιωάννη (Κρεστιάνκιν). Πολλά αποσπάσματα στο βιβλίο ήταν προσεκτικά σημειωμένα με μολύβι. «Τι βασανίζει την ψυχή σου; Γιατί θρηνείς και θρηνείς; Γιατί ο σκληρός και ζοφερός καιρός τύλιξε την Εκκλησία και όλα μετατράπηκαν σε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι; ...Ότι η καταστροφή του σύμπαντος μεγαλώνει και πολλαπλασιάζεται όλο και περισσότερο; ...Βλέποντας αυτό, δεν εγκαταλείπω τις καλύτερες ελπίδες μου. Σκέφτομαι τον Κυρίαρχο όλων των γεγονότων, που δεν νικάει τον κακό καιρό με την τέχνη, αλλά ηρεμεί την καταιγίδα με ένα μόνο νεύμα του χεριού Του».

Τη δεκαετία του 1970, η Θεία Πρόνοια εκδηλώθηκε ξανά δυναμικά στο ιστορικό πεπρωμένο της Ρωσίας. Ο Αγιώτατος Πατριάρχης Αλέξιος Α΄ ολοκλήρωσε το κατόρθωμά του να φρουρεί τον Οίκο του Θεού. Η Θεία Πρόνοια, αντίθετα με τις ανθρώπινες προσδοκίες, βρήκε έναν «άνθρωπο κατά την καρδιά μας» για να ηγηθεί της Ρωσικής Εκκλησίας.

«Στους δικούς του». Όχι ο πιο έξυπνος, όχι ο πιο σοφός, αλλά πάλι ο πιο απλός - ο Ποιμήν - έγινε ο Πατέρας των Πατέρων, ο δέκατος τέταρτος Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρως.

Κατά τη διάρκεια των ίδιων αυτών ετών, μετά από δεκαετίες μαχητικού αθεϊσμού, μετά τον βάναυσο διωγμό της Εκκλησίας από τον Χρουστσόφ, παρά την άθεη ανατροφή στις οικογένειες και τα σχολεία τους, πολλοί άρχισαν να στρέφονται στην πίστη. Ο Κύριος κάλεσε και όλα τα εμπόδια κατέρρευσαν, και πολλοί νέοι και ηλικιωμένοι Τον ακολούθησαν, τρομοκρατημένοι από τη θανατηφόρα πνοή του ψεύδους. Ξεκίνησαν να αναζητούν την αλήθεια.

Η διαδικασία ένταξης στην Εκκλησία δεν ήταν εύκολη. Δεν κατάφεραν όλοι όσοι ασπάστηκαν την πίστη τη δεκαετία του 1970 να τη διατηρήσουν. Για ορισμένους, η μεταστροφή στον Χριστιανισμό ήταν απλώς μια διαμαρτυρία κατά της βίας. Αλλά ακόμη και μέσα στην Εκκλησία, τέτοιοι άνθρωποι συχνά έφερναν τους σπόρους της εξέγερσης. Κάποιοι στη συνέχεια εγκατέλειψαν την Εκκλησία, απορρίπτοντας οτιδήποτε σε αυτήν δεν αντιστοιχούσε στις αυτοδικαιούμενες απόψεις τους. Άλλοι, παραμένοντας στην Εκκλησία, αργότερα ξεκίνησαν μεταρρυθμιστικές προσπάθειες εντός της και κατέληξαν σε ένα καταστροφικό σχίσμα. Αναδύθηκε επίσης ένας ζήλος πέρα ​​από κάθε λογική.

Η ρωσική κοινωνία διαισθάνθηκε μια καταιγίδα να πλησιάζει. Τα ψέματα, τα ψεύδη και η απάτη των δεκαετιών του 1960 και του 1970 αντικαταστάθηκαν από τη σύγχυση, την αταξία και το χάος της περεστρόικα. Αντιμέτωποι με την αντίσταση στις καταναγκαστικές μεθόδους του Χρουστσόφ, οι κυβερνητικοί αναλυτές αναθεώρησαν βιαστικά τα σχέδιά τους για την καταπολέμηση της μισητής Εκκλησίας. Για άλλη μια φορά, οι ιδέες και τα σχέδια των επαναστατών ανακαινιστών αναδύθηκαν από τα σκοτεινά βάθη της κόλασης. Η λεγόμενη θρησκευτική λογοτεχνία, την οποία ο πατήρ Ιωάννης ονόμασε «δηλητήριο σε ελκυστική συσκευασία», εμφανίστηκε ανεξέλεγκτη στη Σοβιετική Ένωση και πολλοί άλλοι, τυπώνοντας τα παραγγελθέντα γραπτά τους στο εξωτερικό, έχουν κατακλύσει την ρωσική αγορά βιβλίου με πρωτοφανή λογοτεχνία, προορισμένη να γίνει αντιορθόδοξη προπαγάνδα, ατιμώρητα. Και οι Ρώσοι, χωρίς προσανατολισμό στο θέμα.