Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Η Ανάσταση το αιώνιο Πάσχα με θέλγει τρομερά.
Κυριακή 19 Απριλίου 2026
Fr. Rafail Noica: “My search led me through several crises.
*Το να πιστεύεις στο Πάσχα είναι πίστη στον Θεό.*
Στις 17 Απριλίου, στις 9:45 μ.μ., την 25η ημέρα της επιθετικότητας, μια οβίδα του ΝΑΤΟ σκότωσε τη Μίλιτσα στο μπάνιο του οικογενειακού της σπιτιού στη γειτονιά Μπατάινιτσα του Βελιγραδίου.
ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ: Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑΔΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ: Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ
ΚΟΛΛΥΒΑΔΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητού
Το Κολλυβαδικό Κίνημα είναι η συνέχεια του Ησυχαστικού Κινήματος και αποτελεί μια από τις πλέον γνήσιες
εκφάνσεις της ορθοδόξου πνευματικότητας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια ισχυρή
πνευματική αναγέννηση, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την Εκκλησία μας, κατά
την οποία απειλούνταν το εκκλησιαστικό πλήρωμα από τους εξισλαμισμούς και
η σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας μας από
την άλωση της κακόδοξης δυτικής παράδοσης. Ένας από τους πρωτεργάτες του
κινήματος υπήρξε και ο άγιος Μακάριος Νοταράς, μια μεγάλη
πνευματική και εκκλησιαστική μορφή του 18ου αιώνα.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας στα 1731και
το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ.
Οι γονείς του Γεώργιος ή Γεωργαντάς
Νοταράς και μητέρα του Αναστασία,
ανήκαν στους άρχοντες της περιοχής, έλκοντας την καταγωγή τους από την σπουδαία
και επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων,
της οποίας πολλοί ασκούσαν το επάγγελμα του νοτάριου, δηλ. του ταχυγράφου. Ως αρχηγός της οικογένειας
αναφέρεται ο Νικόλαος Νοταράς, ο
οποίος υπηρέτησε στο περιβάλλον του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου (1391-1425). Η οικογένεια των Νοταράδων ανέδειξε
και πολλούς επιφανείς ιεράρχες, όπως ο Χρύσανθος
Νοταράς.
Οι εύποροι γονείς του του έδωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση. Αφού
αποφοίτησε από τα σχολεία της περιοχής του, και σε ηλικία 15 ετών, μετέβη στην Κεφαλονιά, ανάμεσα στα έτη
1746-1750, για να μαθητεύσει στον εκεί ονομαστό
δάσκαλο Ευστάθιο.
Από μικρός έδειξε κλήση για τη μοναχική
ζωή. Γι’ αυτό κάποια στιγμή, ανάμεσα στα έτη 1758-1764, έφυγε κρυφά και πήγε στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Όμως ο
πατέρας του τον ανακάλυψε και τον γύρισε στο σπίτι του. Ο Μιχαήλ μελετούσε και
προσευχόταν αδιάκοπα.
Την εποχή εκείνη υπήρχε έλλειψη
διδασκάλου στην Κόρινθο. Ο Μιχαήλ ανάλαβε διδακτικά καθήκοντα, χωρίς αμοιβή,
γενόμενος πολύ αγαπητός στους μαθητές τους για την απλότητά του, την αγάπη του
και το σεβασμό του προς αυτούς. Παράλληλα έγινε ευρύτερα γνωστή στους
Κορινθίους η φήμη του, ως σώφρονα και πνευματικού ανθρώπου, ώστε όταν κοιμήθηκε
ο Μητροπολίτης Παρθένιος (1764), οι
κάτοικοι ζήτησαν από τον Πατριάρχη
Σαμουήλ, να τον διαδεχθεί εκείνος, παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμη λαϊκός.
Εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Μακάριος, κατόπιν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και στη συνέχεια
Επίσκοπος και Μητροπολίτης του Αποστολικού Θρόνου της Κορίνθου.
Ως Επίσκοπος άσκησε αξιόλογη ποιμαντική,
κοινωνική και εθνική δράση. Με το ξέσπασμα της επανάστασης των Ορλωφικών (1770) τάχτηκε υπέρ των
επαναστατών και παρέσχε αξιόλογη βοήθεια. Ρωσικό έντυπο αναφέρει γι’ αυτόν: «ως άλλος απόστολος Παύλος, όχι με το ξίφος αρματωμένος, αλλά με την
αρετήν κεκοσμημένος, διοικεί και κρατύνει την εκκλησίαν». Μετά όμως την αποτυχία και τις σφαγές που
ακολούθησαν, κάτεστη στόχος των Οθωμανών και για τούτο αναγκάστηκε να καταφύγει
στη Ζάκυνθο με την οικογένειά του.
Εκεί συνάντησε τον ονομαστό δάσκαλο του Γένους και κληρικό Νικηφόρο Θεοτόκη, με τον οποίο συνεργάστηκε, καταστρώνοντας σχέδιο
για την πνευματική βοήθεια του υπόδουλου Γένους.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά από
απαίτηση της Υψηλής Πύλης, ζήτησε από όλους τους φυγάδες Επισκόπους των
επαναστατημένων περιοχών να παραιτηθούν και να εκλεγούν άλλοι στη θέση τους.
Όμως ο Μακάριος αρνήθηκε.
Τελικά εξελέγη στη θέση του άλλος Επίσκοπος,
και του ιδίου του αποδόθηκε ο τίτλος του πρώην Κορίνθου.
Στη Ζάκυνθο και με την παρότρυνση του
Νικηφόρου Θεοτόκη, κατέστρωσε ένα φιλόδοξο σχέδιο, πνευματικής αφύπνισης του
υπόδουλου Γένους και την ανάταση του εκκλησιαστικού φρονήματος. Γι’ αυτό το
λόγο περιόδευσε, ανάμεσα στα έτη 1773-1774,
στην Κεφαλονιά, ξανά στη Ζάκυνθο και κατόπιν στην Ύδρα, όπου συνάντησε και γνώρισε τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και ησύχασε
σε κάποια Μονή. Από εκεί μετέβη στη Χίο και
στα 1777, έφτασε στον Άγιον Όρος, εκπληρώνοντας διακαή του
επιθυμία να ζήσει στην αθωνική πολιτεία. Εγκαταστάθηκε στο Κελλίο «Άγιος Αντώνιος», όπου συγκατοίκησε με
τον συμπατριώτη του Γέροντα Δαβίδ.
Εκεί συναντήθηκε και πάλι με τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη.
Σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν ήρεμα τα πράγματα στο αγιώνυμο Όρος. Οι
μοναχοί βρισκόταν σε σφοδρή διαμάχη, σχετικά με την ημέρα τελέσεων των
μνημοσύνων και τα κόλλυβα. Η μια μερίδα ακολουθούσε την αρχέγονη παράδοση της
Εκκλησίας, τελώντας τα μνημόσυνα το Σάββατο, οι δε επηρεασμένοι από την δυτική
παράδοση, τα τελούσε την Κυριακή. Δεν ήταν μόνο τα μνημόσυνα το πρόβλημα, αλλά και
μια σειρά ζητημάτων, τα οποία αλλοίωναν την παράδοση και παρέκλιναν σε δυτικά
πρότυπα. Άλλωστε βρισκόμαστε σε μια εποχή έντονης δράσης των δυτικών μισιοναρίων (ιεραποστόλων) στον
ελλαδικό χώρο, ασκώντας έντονη διαβρωτική δράση, με την αφειδώς στήριξη του
Βατικανού και Προτεσταντικών Ομολογιών και την ανοχή της Υψηλής Πύλης.
Ο Μακάριος τάχτηκε με την μερίδα των
παραδοσιακών μοναχών. Στη Ιερά Μονή
Κουτλουμουσίου αρνήθηκε να τελέσει μνημόσυνο ημέρα Κυριακή, δίνοντας την
αφορμή να ξεκινήσει το Κολλυβαδικό
Κίνημα. Ακολουθώντας ο Μακάριος την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, θεωρούσε
λάθος την τέλεση των Ιερών Μνημοσύνων κατά
την χαρμόσυνη ημέρα της Κυριακής, τη στιγμή που η Εκκλησία είχε θεσπίσει το
Σάββατο ως ημέρα των ψυχών και την τέλεση των Μνημοσύνων. Όμως η άρνηση αυτή
είχε ως συνέπεια να εγερθούν εναντίον του οι υπέρμαχοι της τελέσεως των την
Κυριακή. Τον κατήγγειλαν στον Οικουμενικό
Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ (1771-1780), ως «ταραξία
και υπεύθυνο εισαγωγής νεωτερισμών στην Εκκλησία»!
Ο Μακάριος, ως μια χαρισματική μορφή και
καλλιεργημένη προσωπικότητα, δεν ήθελε να δημιουργήσει διχαστικές τάσεις στους
μοναχούς του Αγίου Όρους και γι’ αυτό, γεμάτος απογοήτευση και φοβούμενος ακόμα
και για τη ζωή του, έφυγε, στα μέσα του 1776, για τη Χίο. Εκεί έλαβε και την πατριαρχική επιστολή, η οποία με δριμύ χαρακτήρα, καταδίκαζε τη διαγωγή του στο Άγιον
Όρος, ως «φατριαστική». Παρά ταύτα
όμως οι Χιώτες τον υποδέχτηκαν και εκδήλωσαν τη στήριξή τους στο πρόσωπό του.
Επιφανείς και ισχυροί κάτοικοι του νησιού, με επικεφαλής τον άρχοντα της
Κωνσταντινουπόλεως Σκαναβή,
μεσολάβησαν στο Πατριαρχείο και σταμάτησαν οι διώξεις του.
Στη συνέχεια ανάλαβε και πάλι περιοδεία στην Πάτμο, την Ύδρα και την Κορινθία. Όταν επήρθε κάποια ηρεμία,
επέστρεψε στο χωριό του, τα Τρίκαλα,
για να ησυχάσει. Όμως ο θάνατος του αδελφού του από του Τούρκους τον ανάγκασε
να φύγει ξανά.
Μετά από λίγο καιρό κοιμήθηκε ο πατέρας του και περιήλθαν στην κατοχή
του χρεωστικοί τίτλοι της πατρικής του περιουσίας. Σε αυτούς καταλογίζονταν
χρεοφειλέτες του πατέρα του. Τότε εκείνος χάρισε τα χρέη και έφυγε ξανά για το Άγιον Όρος. Αλλά δυστυχώς συνάντησε την
αντιπαλότητα και εχθρότητα των
αντικολλυβάδων και δεν μπόρεσε να
βρει ησυχία. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να αφήσει και πάλι το Περιβόλι της Παναγίας
και να καταφύγει στην Πάτμο, όπου
σύστησε το
Ησυχαστήριο
των Αγίων Πάντων.
Τελικά, στα
1790, κατέληξε στην Χίο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα, στο «κάθισμα», των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στις
βόρειες - βορειοδυτικές παρυφές του Βροντάδου,
στις υπώρειες του όρους Αίπου, ασχολούμενος
με την άσκηση, την προσευχή, τη νηστεία, τη μελέτη και την συγγραφή. Είχε μάλιστα
συνδεθεί, με αδελφική φιλία, με τον άγιο
Αθανάσιο Πάριο και
τον Ιερομόναχο Νικηφόρο. Εκεί έμεινε
ησυχάζων δώδεκα χρόνια. Με επιστολές του απέτρεψε χιλιάδες εξισλαμισμούς και
διέδωσε τις αρχές του Κολλυβαδικού Κινήματος.
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 17
Απριλίου του 1805. Το σκήνωμά του ενταφιάσθηκε στον περίβολο του ναού των
Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη νότια πλευρά του. Τη βιογραφία του έγραψε
ο φίλος του άγιος Αθανάσιος Πάριος. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το 1808.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 17
Απριλίου, την ημέρα της οσιακής του
κοίμησης. Στην κοινότητα Μύλοι της Σάμου
εορτάζεται πανηγυρικά η μνήμη του στις 16
Μαΐου.
Η προσωπικότητα του αγίου Μακαρίου Νοταρά είναι πολύ σημαντική, καθότι διαδραμάτισε
σπουδαίο ρόλο στην ταραγμένη, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, εκείνη εποχή,
ως εκκλησιαστικός άνδρας και διδάσκαλος του Γένους. Υπήρξε πρωτοπόρος στο
Κολλυβαδικό Κίνημα, μαζί με τους εξίσου σημαντικούς εκκλησιαστικούς άνδρες της
εποχής, μοναχό Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη,
άγιο Νικόδημο Αγιορείτη, άγιο Αθανάσιο
Πάριο και άλλους πολλούς, οι οποίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην αλλοίωση των
ορθοδόξων παραδόσεων και του ελληνορθοδόξου ήθους από την επέλαση των κακοδόξων
δυτικών χριστιανικών παραδόσεων. Το Κολλυβαδικό Κίνημα, παρά την
κατασυκοφάντησή του, (και δυστυχώς ως τις μέρες μας), αποτέλεσε μια ισχυρή
πνευματική αφύπνιση – επιστροφή στις ορθόδοξες πατερικές ρίζες, διασώζοντας την
σώζουσα ορθόδοξη πίστη, το ορθόδοξο ήθος και τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και
πολιτείας από τις φράγκικες καινοτομίες. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το
γεγονός πως, ό, τι γνήσιο ορθόδοξο κατέχουμε στις μέρες μας, το οφείλουμε στο
Κολλυβαδικό Κίνημα και τους συνεχιστές του.
Ω, αν μπορούσατε να δείτε τον διάβολο πώς κινείται! Δεν τον έχετε δει και γι' αυτό δεν καταλαβαίνετε κάποια πράγματα. Κάνει τα πάντα για να μην χρησιμοποιεί ο άνθρωπος τον εαυτό του πνευματικά.» (Άγιος Παΐσιος ο Αθωνίτης)
Ζόριτσα Λάτσκου (Μητέρα Θεοδοσία) - Η Ερημίτισσα
«Είμαι νεκρή. Ο Χριστός ζει μέσα μου.
Η καρδιά μου είναι πάντα χαρούμενη
Γιατί οι άγγελοι προσφέρουν αδιάλειπτη υπηρεσία,
Πάνω από το φτωχό μου στρώμα.»
Ζόριτσα Λάτσκου (Μητέρα Θεοδοσία) - Η Ερημίτισσα
Συμβουλές Γέροντας αρχιμανδρίτης Σέργιος (Σεβίτσα).
Πρέπει να σκεφτόμαστε το πεπρωμένο μας μετά τον θάνατο, όχι τη μοίρα όλου του κόσμου· να σκεφτόμαστε το δικό μας τέλος, όχι το τέλος του κόσμου· να σκεφτόμαστε το δικό μας πεπρωμένο, όχι το πεπρωμένο της κοινωνίας.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ: Ο ΔΥΣΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ: Ο ΔΥΣΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ
ΚΥΡΙΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ
Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Την πρώτη Κυριακή μετά την Ανάσταση
του Κυρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγίου ενδόξου αποστόλου Θωμά και
διαβάζεται στις εκκλησίες η σχετική περικοπή της ψηλάφησης του Χριστού από
αυτόν. Δεν είναι τυχαία αυτή η επιλογή. Έρχεται να επιβεβαιώσει, μαζί με τις
τόσες άλλες μαρτυρίες, ότι ο Κύριος αναστήθηκε όντως από τους νεκρούς. Ο Θωμάς
κατά θεία παραχώρηση ζήτησε να έχει απτή εμπειρία της Ανάστασης του Χριστού. Να
βάλλει τα χέρια του «επί των τύπων των
ήλων» και να πιστέψει στο υπέρτατο γεγονός.
Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό
Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος»
(Ιωάν.11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και
γι’ αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του.
Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον
ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα
οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός
του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων, θέλοντας να πλήξουν
την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου! Αρχαία παράδοση, την οποία
αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας.
Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρ.
Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε
αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών, που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωάν.21,2). Κλήθηκε
από τον Κύριο να τον ακολουθήσει και αυτός υπάκουσε
(Ματθ.10,3.Μάρκ.3,18.Λουκ.6,15). Γενικά υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους
μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να
αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο
κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο
τους είπε: «άγωμεν και ημείς ίνα
αποθάνωμεν μετ’ αυτού» (Ιωάν.11,16). Είναι η πρώτη φορά που ακούστηκε από
μαθητή του Χριστού να ζητά να πεθάνει μαζί με τον Κύριο! Ταυτόχρονα υπήρξε και
σχετικά ορθολογιστής. Στο Μυστικό Δείπνο δε δίστασε να ρωτήσει τον Κύριο: «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις και πως
δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Ιωάν.14,5). Επίσης ήταν και σκεπτικιστής και
δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να έχει απτή
βεβαίωση, να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του.
Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό και αυθορμητισμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»
(Ιωάν.20,28).
Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι κήρυξε το
Ευαγγέλιο στην Περσία και την αχανή χώρα των Ινδιών. Ως τα σήμερα θεωρείται ο
φωτιστής των χωρών αυτών. Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί
ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Οκτωβρίου.
Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία
απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για
ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν
κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά. Αυτά τα
κείμενα περιέχουν σοβαρές πλάνες και κακοδοξίες και γι’ αυτό δε θα πρέπει να τα
εμπιστεύονται οι πιστοί, διότι τα χρησιμοποιούν οι χριστιανομάχοι για να
πλήξουν την αξιοπιστία της χριστιανικής διδασκαλίας και ιδιαίτερα το Θείο
Πρόσωπο του Λυτρωτή μας Χριστού.
Πολλοί αποκαλούν τον απόστολο Θωμά
άπιστο. Δεν είναι σωστός αυτός ο χαρακτηρισμός του. Ο Θωμάς δεν υπήρξε άπιστος,
αλλά δύσπιστος. Ζητούσε αποδείξεις για να βεβαιωθεί και να πιστέψει, όπως και
έγινε. Ο Κύριος δεν του αρνήθηκε αυτή του την επιθυμία, γεγονός που σημαίνει
ότι η πίστη μας στα
διδάγματα της Εκκλησίας
μας, δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, παθητική και απόλυτα άκριτη κατάσταση,
αλλά προϊόν ελεύθερης επιλογής. Ο απόστολος Φίλιππος, όταν μίλησε στον φίλο του
Ναθαναήλ για το Χριστό του είπε εκείνο το περίφημο: «έρχου και ίδε» (Ιωάν.1,47), «έλα
φίλε μου να διαπιστώσεις με τα ίδια σου τα μάτια αυτά που σου λέω για Εκείνον».
Άρα δεν είναι κακό να ερευνούμε καλόπιστα. Κακό είναι να κρατάμε στάση
κακόπιστη, η οποία και θα μας κρατήσει τελικά μακριά από την αλήθεια. Ο
απόστολος Θωμάς ήταν καλόπιστος και γι’ αυτό, αφού ικανοποίησε τις αισθήσεις
του, ομολόγησε ευθαρσώς: «Ο Κύριός μου
και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28)! Πόσοι και πόσοι μεγάλοι άνδρες και γυναίκες
στην ιστορία δεν έγιναν πιστοί από την έρευνα! Μυριάδες πραγματικοί επιστήμονες
ανακάλυψαν την πίστη τους μέσα από την επιστημονική έρευνα, διότι στα θαυμαστά
τους πορίσματα είδαν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού να είναι παρούσες,
δημιουργικές και συνεκτικές δυνάμεις του κόσμου! Αντίθετα υπάρχουν άλλοι
επιστήμονες, τους οποίους δεν αγγίζει το γεγονός της πανταχού παρουσίας του
Θεού, διότι ορμώνται εξ’ αρχής με οδηγό την τυφλή απιστία. Αυτοί δε θα βρουν
ποτέ την αλήθεια και δε θα συναντήσουν το Θεό!
Το σκοτεινό μεσαίωνα κυκλοφόρησε στην
αιρετική Δύση ένα σλόγκαν, το οποίο δεν έχει το παραμικρό έρεισμα στην αγία
Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για το «πίστευε και μη ερεύνα», το οποίο και έγινε παντιέρα των
χριστιανομάχων τους τελευταίους αιώνες κατά της Εκκλησίας, ότι δήθεν αρνείται
την επιστημονική έρευνα και ζητά τυφλή πίστη και υπακοή. Αλλά αυτή ήταν τακτική
του αιρετικού παπισμού, ο οποίος επέβαλε στους πιστούς του άκριτη πίστη και
αφοσίωση, για να ασκεί την κοσμική του εξουσία. Αντίθετα, η αγία Γραφή και οι
Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας παροτρύνουν: «ερευνάτε τας Γραφάς» (Ιωάν.5,39), και «δράξασθε παιδείας» (Ψαλμ.2,12). Κριτήριό μας θα πρέπει να είναι το
γεγονός της ελευθερίας, η οποία είναι η προϋπόθεση καθορισμού του προσώπου. Ο
ελεύθερος άνθρωπος είναι η γνήσια εικόνα του Θεού, σύμμορφος της εικόνος του
Θεού, δια του Χριστού (Φιλιπ.3,23). Αυτό έκανε και ο απόστολος Θωμάς!
Παρακλητικὸς Κανωών εις τον Αγιο Νεομάρτυρα Ιωάννην τον εξ Ιωαννίνων καΙ Εν Κωνσταντινουπόλει Αθλήσαντα .Ποίημα Γεωργίου Μηλίτση, διδασκάλου.
Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης ὁ ράπτης γεννήθηκε στό χωριό Τέροβο τῶν ̉Ιωαννίνων ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. ̉Εγκαταστάθηκε στά ̉Ιωάννινα καί ἔκανε τό ἐπάγγελμα τοῦ
ράπτη. ̉Αργότερα πῆγε στήν
Κωνσταντινούπολη ἐπί Πατριάρχου ̒Ιερεμίου Α' (1525 - 1545 μ.Χ.) ̉̉Επειδή ἦταν
πιστός Χριστιανός κίνησε τόν φθόνο μερικῶν Τούρκων, πού τόν πίεζαν νά γίνει
μουσουλμάνος. ̒Ο ̉Ιωάννης ὄχι μόνον ἀπέρριψε τίς δελεαστικές προτάσεις τους ἀλλά
ἀποφάσισε νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. Δύο φορές προσπάθησε νά ἐκπληρώσει αὐτή
του τήν ἐπιθυμία, ἀλλά τόν ἀπέτρεψε ὁ πνευματικός του. Τήν τρίτη φορά ὅμως,
Μεγάλη Παρασκευή, εἶπε πῶς εἶδε σέ ὅραμα νά χορεύει μέσα στίς φλόγες κι ἔτσι
πέτυχε τήν ποθούμενη εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του. ῞Οταν πῆγε στό ραφεῖο του, εἶδε
νά ἔρχονται οἱ Τούρκοι πού τόν προέτρεπαν νά ἀλλαξοπιστήσει . Αυτή τή φορά ὅμως
τόν συκοφαντοῦσαν ὅτι δῆθεν, ὅταν ἦταν στά Τρίκαλα ἀρνήθηκε τόν Χριστό. ̒Ο ̉Ιωάννης τούς ἀπάντησε ὅτι αὐτό δέν ἔγινε
ποτέ, ἀλλά καί οὖτε πρόκειται νά γίνει στό μέλλον. Συγχρόνως δέ μέ τά λόγια
του, περιφρόνησε τή θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Οἱ Τούρκοι θυμωμένοι ὅρμησαν, τόν
συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στόν κριτή, ὅπου μέ θάρρος ὁμολόγησε τήν πίστη του
στόν Χριστό. ̒Η ἀπόφαση τοῦ κριτῆ ἦταν νά βασανιστεῖ καί νά ρίχτεῖ στή φυλακή.
Τέλος καταδικάστηκε νά καεῖ ζωντανός. ̒Ο Πατριάρχης Κων/πολης κατόρθωσε μέ
πολλά χρήματα νά ἀναβάλει γιά λίγο τήν ἐκτέλεση του, ἀλλ̉ ὅταν ὁ
̉Ιωάννης ρωτήθηκε καί πάλι ἄν ἀρνεῖται τόν Χριστό, ἀπάντησε μέ θάρρος ὅτι
ποτέ δέν θά τόν ἀρνηθεῖ κι ἔψαλε μπροστά στούς Τούρκους τό «Χριστός ̉Ανέστη». Τελικά οἱ Τούρκοι ἄναψαν φωτιά ἔξω ἀπό
τήν πόλη, μέσα στήν ὁποία μόνος του ἀναπήδησε ὁ ̉Ιωάννης, ψάλλοντας. ̒Ορισμένοι
ὅμως Χριστιανοί, γιά ν̉ ἀπαλλάξουν τόν Νεομάρτυρα ἀπό τούς φρικτούς πόνους τῆς
φωτιᾶς, πλήρωσαν τούς δήμιους καί τόν ἀποκεφάλισαν στίς 18 ̉Απριλίου 1526 μ.Χ.
Τά διασωθέντα
λείψανα του, ἀγοράστηκαν ἀπό τούς πιστούς καί διαφυλάχθηκαν στόν Πατριαρχικό
ναό.
̒Ο
Πατριάρχης ̉Ιερεμίας Αʹ, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκαν
οἱ συμπατριῶτες του ὅσιοι Θεοφάνης καί Νεκτάριος, κτίτορες τῆς ̒Ιερᾶς Μονῆς
Βαρλαάμ, τούς δώρισε τήν ἁγία κάρα τοῦ Νεομάρτυρα ἡ ὁποία φυλάσσεται μέχρι
σήμερα στήν Μονή Βαρλαάμ ̒Αγίων Μετεώρων
ἐπιτελοῦσα πλῆθος θαυμάτων. ̉Απότμημα τοῦ
ἱεροῦ του Λειψάνου φυλάσσεται στήν Μονή Δουσίκου Τρικάλων.
Τό μαρτύριο τοῦ ̉Αγίου συνέγραψε ὁ λόγιος ἱερέας Νικόλαος
Μαλαξός Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (+ 1594 μ.Χ.).
̒Η μνήμη του ἐορτάζεται
στίς 18 Απριλίου, ἐνῶ στά ̉Ιωάννινα
τελείται τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου στόν ̒Ιερό Ναό τῆς ̒Αγίας Μαρίνας.
Νεομάρτυς
̉Ιωάννης ὁ ἐξ ̉Ιωαννίνων
καί ἐν
Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσας.
Παρακλητικὸς
Κανὼν
εἰς τὸν ῞Αγιο
Νεομάρτυρα ̉Ιωάννην τὸν ἐξ ̉Ιωαννίνων
καὶ ἐν
Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσαντα
Ποίημα
Γεωργίου Μηλίτση, διδασκάλου
Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα άναγινώσκοντες
τόν Ψαλμόν ΡΜΒ’ (142). Εἶτα τὸ: Θεός Κύριος,...(τετράκις) καὶ τά Τροπάρια.
Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς
ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ Νεομάρτυρι Χριστοῦ Ἰωάννῃ,* εὐσεβοφρόνως
οἱ πιστοὶ δεῦτε πάντες,* ἐν κατανύξει κράξωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς,* ῥῦσαι τοὺς
προστρέχοντας,* λοιμικῆς ἀσθενείας,* πάσης περιστάσεως καὶ ποικίλων κινδύνων,*
ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου θαυμαστέ,* Ἰωαννίνων προστάτα ἀκοίμητε.
Δόξα Πατρί....
τό Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Νέον καύχημα, Ἰωαννίνων,* καὶ
κραταίωμα, τῶν Ὀρθοδόξων,* ἀνεδείχθης Ἰωάννη τρισένδοξε,* σὺ γὰρ ἐν Πόλει τοῦ
Βύζαντος ἤθλησας,* καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας,* Μάρτυς ἔνδοξε,* Χριστὸν
τὸν Θεὸν ἱκέτευε,* δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Καὶ νῦν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε,* τὰς
δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι,* εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,* τίς ἡμᾶς
ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τίς δὲ διεφύλαξε ἕως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν
Δέσποινα ἐκ Σοῦ·* Σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ὁ Ν΄ (50)
Ψαλμός καὶ ὁ Κανών οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Ἰωάννη, Χριστῷ σύναψον νοῦν μου
Γεώργιος.
ᾨδὴ α΄. Ὑγρὰν
διοδεύσας.
Ἰώσεις ποικίλας θαυματουργέ, ταχὺ
ἀπελαύνεις, καὶ δαιμόνων ἐπιβουλάς· διό σοι προσέρχονται ἀσμένως, Ὀρθοδόξων τὰ
πλήθη τρισένδοξε.
ᾨδάς σοι προσάγωμεν Ἀθλητά, καὶ
σοῦ ἐξαιτοῦμεν, προστασίαν καὶ ἀῤῥωγήν, ἣν τάχος παράσχου Ἰωάννη, τοῖς Ὀρθοδόξοις
πιστοῖς τρισμακάριστε.
Ἀρχὴν μετανοίας θαυματουργέ,
λιταῖς σου παράσχου, τῷ ποθοῦντι διακαῶς, ἰδεῖν Ἰωάννῃ Νεομάρτυς, τοῦ
Παραδείσου τὰ κάλλη, θεόζηλε.
Θεοτοκίον.
Νεότητα Μῆτερ τοῦ Λυτρωτοῦ,
προστάτευσον τάχος, ἐκ κινδύνων καὶ ἐθισμῶν, καὶ ἐκ χειρῶν ἀνθρώπων δολίων, Σὺ
διαφύλαξον Κόρη Πανύμνητε.
ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας
ἁψῖδος.
Νῦν προστρέχω ὁ τάλας, ἱκετικῶς ἔνδοξε,
καὶ σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι, ἀξιομίμητε, ἣν τῷ ἀθλίῳ ταχύ, σὺ Ἰωάννη παράσχου,
ἵνα μὴ ἀπόλωμαι, ὦ πανευφρόσυνε.
Ἡ ἁγία σου κάρα, ἐν Βαρλαὰμ Ἅγιε,
λιμὴν ἀνεδείχθη ἐσχάτως, καὶ καταφύγιον, τῶν ἀσθενούντων σοφέ, καὶ τῶν θελόντων
σωθῆναι· διὸ οἱ Ὀρθόδοξοι, πίστει προσέρχονται.
Χριστομάρτυς σὲ πόθῳ, ἱκετικῶς
δέομαι, ἐκ τῆς μοχθηρίας ἱκέτην, τάχος διάσωσον, ἵνα ὑμνῶ τὸν Θεόν, καὶ Ποιητὴν
τῶν ἁπάντων, Ἰωάννη ἔνδοξε, Ἡπείρου κλέϊσμα.
Θεοτοκίον.
Ῥᾳθυμίας κατέστην, ἐργάτης ὁ ἄθλιος,
διὸ πρὸς Σὲ καταφεύγω, καὶ πόθῳ δέομαι, σπεῦσον ταχὺ Μαριάμ, καὶ σῶσον Κόρη ἱκέτην,
καὶ Υἱὸν Σου Ἄχραντε, Σὺ ἐξευμένισον.
Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου Ἰωάννη, ὅτι πάντες ἱκετικῶς πρὸς σὲ
καταφεύγομεν, Νεομαρτύρων τὸ κλέος καὶ δόξα.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε
Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Δέησις καὶ τὸ
Κάθισμα. Ἦχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Πρεσβείαν τὴν σήν, ποθοῦμεν ἀξιάγαστε,
διὸ τῶν πιστῶν, τὰ πλήθη εἰς σὲ σπεύδουσι, καὶ θερμῶς βοῶσί σε, Ἰωάννη σκέπασον
ἅπαντας, καὶ ἐκ τροχαίου φύλαξον ἡμᾶς, Βαρλαὰμ καὶ Ἠπείρου τὸ καύχημα.
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα
Κύριε.
Ἰατρὸν ὀνομάζομεν, σὲ ὦ Ἰωάννη, Ἠπείρου
καύχημα, καὶ δεόμεθα ἱκέται σου, ἐκ παντοίων νόσων διαφύλαξον.
Σωφροσύνην παράσχου μοι, καὶ
ταπείνωσιν Ἰωάννη ἔνδοξε, καὶ τὸν νοῦν μου ἀποκάθαρον, ἐκ τῶν φαύλων σκέψεων,
θεόφιλε.
Τὴν ψυχήν μου διάσωσον, ἐκ τῶν
παθῶν Ἰωάννη μακάριε, καὶ τὸ σῶμά μου προστάτευσον, ἐκ ποικίλων νόσων ἀκατάβλητε.
Θεοτοκίον.
Παρθένε θεόνυμφε, τὸν Υἱόν Σου
σκέπε καὶ διαφύλαττε, καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον, τοῦ δοξάζειν Σε Θεοκοινώνητε.
ᾨδὴ ε´.
Φώτισον ἡμᾶς.
Σὲ παρακαλῶ, Ἰωάννη
παμμακάριστε, τοὺς Ὀρθοδόξους ἐκ πλάνης θαυμαστέ, καὶ ἐκ κινδύνων, ταχὺ λιταῖς
σου φύλαξον.
Ὕμνους καὶ ᾠδάς, σοί προσφέρομεν
Ὀρθόδοξοι, καὶ σοὶ προσπίπτομεν θαυματουργέ, ἐκ τῶν ποικίλων, παθῶν ἡμᾶς ἐλευθέρωσον.
Νέος ἀθλητής, ἀνεδείχθης Μάρτυς ἔνδοξε,
καὶ Ὀρθοδόξων πιστῶν καταφυγή, ὦ Ἰωάννη, Ἡπείρου δόξα καὶ σέμνωμα.
Θεοτοκίον.
Ἄχραντε θερμῶς, ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος,
ἐκ τῶν παγίδων ἀρχαικάκου ἐχθροῦ, τὸν Σὸν ἱκέτην, ἀπαύστως Μαριάμ,
προστάτευσον.
ᾨδὴ στ´. Τὴν
δέησιν ἐκχεῶ.
Ψυχήν μου σοῦ, Ἰωάννη δέομαι, ὁ ἀνάξιος
διάσωσον τάχος, ἐκ τῶν χειρῶν, τοῦ ἀλάστορος Μάρτυς, καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων τοῦ
ὄφεως, καὶ ῥῦσαί με διαπαντός, ἐκ ποικίλων παθῶν, ἀξιάγαστε.
Ὁ τάλας σέ, ἱκετεύω ἔνδοξε, καὶ
αἰτῶ τὴν σὴν θερμὴν μεσιτείαν, πάντας ἡμᾶς τοὺς προσπίπτοντας πίστει, πρὸ τῆς ἁγίας
σου κάρας διάσωσον, ἐκ πάντων τῶν διαβολῶν, ἅς κακότροποι Μάρτυς ὑφαίνουσι.
Νῦν πάντες, ἱκετικῶς
προσφεύγομεν, καὶ δεόμεθα θερμῶς Ἰωάννη, ἐκ τοῦ καρκίνου διάσωσον πάντας, καὶ ἐξ
ἐχθρῶν ἀοράτων προστάτευσον, καὶ φύλαξον ἐκ συμφορῶν, τοὺς ἱκέτας σου Μάρτυς
τρισένδοξε.
Θεοτοκίον.
Νευρώσεις Σύ, ἀπελαύνεις Ἄχραντε,
καὶ τὰς νόσους θεραπεύεις Σῶν δούλων, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἱκετῶν Σου παρέχεις, ἀκαταπαύστως
βοήθειαν ἔνδοξε· Σοῦ δέομαι ὁ δυσμενής, τῆς ψυχῆς μου τὰ ὄμματα ἄνοιξον.
Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας
σου Ἰωάννη, ὅτι πάντες ἱκετικῶς πρὸς σὲ καταφεύγομεν, Νεομαρτύρων τὸ κλέος καὶ
δόξα.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως,
ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα, μητρικὴν παῤῥησίαν.
Δέησις καί τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία τῶν
Χριστιανῶν.
Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος,
καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Λυτρωτὴν ἀμετάθετος, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν ἱκέτιδας φωνάς, ἀλλὰ
πρόφθασον θαυματουργέ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν θερμῶς κραυγαζόντων σοι,
δέχου ἡμῶν πρεσβείας, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, τῶν Ὀρθοδόξων ἰσχυρόν, Ἰωάννη
καταφύγιον.
Προκείμενον: Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει
καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)
Στίχος. Ὑπομένων
ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καί εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου.
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ
Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.
Εὐαγγέλιον ἐκ
τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. ιβ΄ 8 – 12).
Εἶπεν ὁ κύριος τοῖς ἑαυτοῦ
Μαθηταῖς· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον
τῶν ἀνθρώπων, ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον
εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα
βλασφημήσαντι, οὐκ ἀφεθήσεται. Ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγάς, καὶ
τὰς ἀρχάς, καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἤ τι ἀπολογήσησθε, ἤ τι εἴπητε· τὸ
γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.
Δόξα....
Ταῖς τοῦ Ἰωάννου πρεσβείαις, ̉Ελεήμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν...
Ταῖς τῆς Θεοτόκου
πρεσβείαις, ̉Ελεήμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη
τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με…. καὶ τὸ Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην
ἀποθέμενοι.
Μὴ ἐγκαταλείπῃς με, ὦ τοῦ Χριστοῦ
Νεομάρτυς, τὸν πρὸς σὲ προστρέχοντα, καὶ καθικετεύοντα, ἀξιάγαστε· θλῖψις γὰρ ἔχει
με, φέρειν οὐ δύναμαι, ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα, σκέπην οὐ κέκτημαι, οὐδὲ
καταφύγιον πάντιμε, πάντοθεν εἰμὶ δέσμιος, ἐκ ποικίλων παθῶν ὁ τρισάθλιος,
μάκαρ Ἰωάννη, θησαύρισμα καὶ δόξα Βαρλαάμ, μὴ παραβλέπῃς τὴν δέησιν, τοῦ ἀχρείου
δούλου σου.
̒Ο Ιερεύς. Σῶσον ὀ Θεός τὸν λαό σου…
ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ
τῆς Ἰουδαίας...
Οὐρανῶν Κυβερνήτην, Ἰωάννη
θεόφρων σφοδρῶς ἠγάπησας· διὸ καὶ τὴν ζωήν σου, ὡς ἄκακον ἀρνίον, Αὐτῷ
προσενήνοχας· ὦ Νεομάρτυς Χριστοῦ, προστάτευσον ἱκέτας.
Ὑπηρέτης κατέστην, τῆς σαρκὸς Ἰωάννη
θεοκοινώνητε· διό σοι καταφεύγω, ὁ τάλας καὶ ἀχρεῖος, καὶ μετὰ πόθου δέομαι,
βοήθησόν μοι ταχύ, ἵνα μὴ ἀπολλοῦμαι.
Νικητὴς ἀνεδείχθης, τῶν παθῶν Ἰωάννη
ἀξιοθαύμαστε, καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ῎Αγαρ, οὐδόλως ἐφοβήθης, διὸ πάντες
κραυγάζομεν· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Θεοτοκίον.
Μὴ παρίδῃς ἱκέτας, Θεοδόξαστε
κόρη, πιστῶν τὸ καύχημα, ἀλλὰ ταῖς εὐχαῖς Σου, ἐκ νόσου τοῦ καρκίνου, πάντας Μῆτερ
διάσωσον, ἵνα ὑμνῶμεν ἀεί, τὸν Λόγον Θεοτόκε.
ᾨδὴ η΄. Τὸν
Βασιλέα...
Οὐρανοδρόμε, τὸν Βασιλέα καὶ
Κτίστην, καθικέτευε δεόμεθα πάντες, ὅπως ῥυσθῶμεν, πυρὸς τοῦ αἰωνίου.
Ὕμνους προσάγουν, ἐν κατανύξει
βαθείᾳ, πρὸς σὲ τοῦ Βαρλαὰμ οἱ Πατέρες, καὶ προσκυνοῦσι, τὴν κάρα σου φωσφόρε.
Τὴν γῆν τῆς Ἠπείρου, σὺ
καθηγίασας Μάρτυς, καὶ κατέστης αὐτῆς ὁ προστάτης, διὸ Ἰωάννη, δοξάζομέν σε
πάντες.
Θεοτοκίον.
Ἑλλήνων Κόρη, καταφυγὴ ἀνεδείχθης,
καὶ ἀκοίμητος πάντων προστάτης· διὸ Θεοτόκε, ἀπαύστως Σὲ ὑμνοῦμεν.
ᾨδὴ θ´. Κυρίως
Θεοτόκον...
Μάρτυς Ἰωάννη, μὴ ἐγκαταλείπης,
τοὺς Ὀρθοδόξους εἰς χεῖρας τοῦ ὄφεως, ἀλλὰ παράσχου ἡμῖν, ἀνώδυνα τὰ τέλη.
Ῥαπίσματα ἐδέχθης, Μάρτυς Ἰωάννη,
καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας· διὸ σὲ πάντες ἐν πίστει, μάκαρ δοξάζουσι.
Γαλήνην σὺ παράσχου, ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ,
καὶ τῆς πικρὰς τυραννίδος τοῦ ὄφεως, τὸν σὸν ἱκέτην θεόφρον, τάχος ἀπάλλαξον.
Θεοτοκίον.
Ἱλέωσαι Υἱόν Σου, Κεχαριτωμένη,
τὸν ἐπ ἐμοὶ ὀργισθέντα δικαίως Ἁγνή, καὶ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου, τάχος μὲ
λύτρωσε.
Εἶτα τὰ Μεγαλυνάρια.
Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς,
μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα
τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως
τῶν Σεραφείμ· τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ
μεγαλύνομεν.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,
μακαρίζειν σε ὦ Νεομάρτυς, τὸν ἀειμακάριστον καὶ θεοδόξαστον, τὸν
προστάτην καὶ φρουρὸν ἡμῶν. Τὸν διὰ ἀγάπην τοῦ Ἰησοῦ, μαρτυρίου χλαῖναν, ἐνδυθέντα
περιχαρῶς, καὶ νῦν σὺν τοῖς Ἀγγέλοις, ὑμνεῖ ἐν Παραδείσου, Χριστὸν τὸν
ζωοδότην, καὶ πάντων Κύριον.
Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος
βλαστός, καὶ Ἰωαννίνων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις Ἰωάννη, τῶν Ὀρθοδόξων
δόξα, καὶ τῶν πιστῶν τὸ κλέος, ἀξιοτίμητε.
Ἐκτενῶς ἱκέτευε τὸν Θεόν, ὑπὲρ τῆς
Ἑλλάδος, εἰρηναίαν αὐτὴν τηρεῖν, καὶ λυτροῦσθαι πάντων, δεινῶν τε καὶ κινδύνων,
ὦ Ἰωάννη κλέος, δόξα καὶ καύχημα.
Χαίρουσιν Πατέρες τοῦ Βαρλαάμ, ἔχοντες
ἐν μέσῳ, σοῦ τὴν κάραν θαυματουργέ, ἥτις ἀπελαύνει, δαιμόνων ἐπιθέσεις, καὶ τοῖς
πιστοῖς παρέχει, ῥώμην καὶ δύναμιν.
Μάνδραν τὴν τιμῶσάν σε εὐλαβῶς,
φύλαττε ἀπαύστως, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς, μάκαρ Ἰωάννη, σὺν τῷ Νεκταρίῳ, καὶ θείῳ
Θεοφάνῃ, Χριστὸν πρεσβεύοντες.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί,
Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετὰ τῆς Θεοτόκου,
ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
Ἅγιος ὁ
Θεός,... (Τρίς), Δόξα Πατρί, καί νῦν...,· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί… Παναγία Τριάς,... Κύριε, ἐλέησον· (τρίς), Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς
οὐρανοῖς, ... Ὅτι σοῦ ἐστιν...
Εἶτα τό Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Νέον καύχημα, Ἰωαννίνων,* καὶ
κραταίωμα, τῶν Ὀρθοδόξων,* ἀνεδείχθης Ἰωάννη τρισένδοξε,* σὺ γὰρ ἐν Πόλει τοῦ
Βύζαντος ἤθλησας,* καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας,* Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν
τὸν Θεὸν ἱκέτευε,* δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως, Απόλυσις καὶ τῶν πιστῶν
ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν τὰ ἑξῆς: Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Χαῖρε Ἰωάννη θαυμαστέ, χαῖρε τῆς
Ἠπείρου τὸ κλέος, καὶ Βαρλαὰμ θησαυρέ, ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν πρεσβευτὴν πρὸς
Θεόν, οἱ ποθοῦντες Παράδεισον, ἀλλὰ δειλιῶντες, ὡς κατατρυχόμενοι ὑπὸ ποικίλων
παθῶν, Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἀθληφόρε, ὅθεν σοι προσπίπτομεν πόθῳ, πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι
ἀτίμητε.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις
τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι,
ὦ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Δί ̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον
καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.





