Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

«Ο Θεός είπε επίσης το εξής: “Όποιος επιθυμεί ειρήνη μαζί Μου, θα έχει θλίψη σε αυτόν τον κόσμο!”»Πατήρ Μιχαήλ

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ΛΟΥΚΑ . Κατά Λουκάν, κεφάλαιο 16, εδάφια 19-31.

 




      Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ΛΟΥΚΑ

               Κατά Λουκάν, κεφάλαιο 16, εδάφια 19-31

     19῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος. 21 Καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.

   22 Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 Εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 Εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου·28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 Λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.  30 Ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα   

        19Συνεχίζοντας ο Κύριος τη διδασκαλία Του για την καλή χρησιμοποίηση του πλούτου, είπε και την ακόλουθη παραβολή: Υπήρχε κάποιος πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος φορούσε βασιλικά ενδύματα. Απέξω φορούσε ένα μάλλινο κόκκινο και πανάκριβο ρούχο, κι από μέσα φορούσε λευκό χιτώνα πολυτελή από λεπτό αιγυπτιακό λινάρι. Και διασκέδαζε σε πλούσια συμπόσια κάθε μέρα με μεγαλοπρέπεια. 20 Ήταν όμως και κάποιος φτωχός που λεγόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν γεμάτος πληγές και παραπεταμένος κοντά στην εξώπορτα του πλουσίου. 21 Και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά σα να μην του έφτανε η στέρησή του αυτή, καθώς ήταν και σχεδόν γυμνός, έρχονταν και οι σκύλοι και έγλειφαν τις πληγές του. Παρόλα αυτά όμως ο Λάζαρος δεν έβγαζε από το στόμα του ούτε την παραμικρή λέξη παραπόνου εναντίον του πλουσίου ή κάποιο γογγυσμό εναντίον του Θεού.

           22 Κάποτε λοιπόν πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι του Θεού τον μετέφεραν στην αγκαλιά του Αβραάμ, για να βρει ανάπαυση εκεί μέσα στον παράδεισο. Πέθανε κάποτε και ο πλούσιος, και οι άνθρωποι τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια. Πουθενά όμως δεν φάνηκαν γι’ αυτόν οι άγγελοι του Θεού.23 Και στον τόπο του Άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο να είναι στην αγκαλιά του. 24 Αυτός λοιπόν που στη γη τα είχε όλα και δεν παρακαλούσε κανένα να τον βοηθήσει, φώναξε τώρα και είπε: «Πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με. Λυπήσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δακτύλου του και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι και υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά».25 Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: «Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου όταν ζούσες στη γη. Ενώ  ο Λάζαρος αντίστοιχα απόλαυσε τα κακά της δυστυχίας και της ασθένειας. Τώρα όμως εδώ ο Λάζαρος παρηγορείται γι’ αυτά που υπέφερε τότε συνεχώς, ενώ εσύ υποφέρεις και βασανίζεσαι χωρίς διακοπή, όπως αδιάκοπη και συνεχής ήταν η ευτυχία σου πάνω στη γη.  26 Κι εκτός απ’ όλα αυτά υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σας μεγάλο χάσμα, ώστε πολλοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι είναι από εκεί να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας».

       27 Είπε πάλι ο πλούσιος: «Αφού κάθε άνθρωπος που έμεινε αμετανόητος στην επίγεια ζωή του, μετά τον θάνατό του δεν έχει πλέον καμία ελπίδα, σε παρακαλώ λοιπόν, πάτερ, στείλε τον Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου. 28 Διότι έχω πέντε αδελφούς. Στείλε τον να τους βεβαιώσει ως αυτόπτης μάρτυρας για όσα συμβαίνουν εδώ, για να μην έλθουν κι αυτοί στον τόπο αυτό της τιμωρίας και των  βασάνων που βρίσκομαι εγώ». 29 Του λέει ο Αβραάμ: «Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες που τους βεβαιώνουν γι’ αυτά· ας ακούσουν εκείνους». 30 Εκείνος τότε του είπε: «Όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα υπακούσουν στον Μωυσή και στους προφήτες. Εάν όμως πάει σ’ αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν». 31 Του είπε τότε ο Αβραάμ: «Εάν δεν έχουν την καλή διάθεση να υπακούσουν στον Μωυσή και στους προφήτες, δεν θα πειστούν, ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους  νεκρούς· διότι, όταν ατονήσει η πρώτη τους εντύπωση από την ανάσταση, θα επανέλθουν πάλι στην προηγούμενή τους σκληρότητα».

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ . ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. [:Α΄ Κορ. 12, 27- 31 και 13,1-8].

«ΠΗΓΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»

 

 [εκφωνήθηκε ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ[: Λουκά, 16, 19-31]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

                       


                        «ΠΗΓΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»                                                                                

                                

στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 2-11-1997] 

                                                                                                                                                 

       Όλοι γνωρίζομε, αγαπητοί μου, την θαυμασία παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Κάθε της φράση, κάθε της λέξη, είναι και μία θεολογική αποκάλυψις. Και είναι αποκάλυψη, γιατί Αυτός ο Κύριος την εδίδαξε. Μέσα σε όσα ειπώθηκαν, διαλογικά, ανάμεσα στον πλούσιον και τον Αβραάμ, είναι και τούτα τα λόγια. Σας διαβάζω: «Ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ, πεισθήσονται».

      Εδώ έχομε έναν διάλογον πέραν από τον φυσικόν κόσμον. Πλέον ο Αβραάμ εις τον Παράδεισον, ο πλούσιος εις τον Άδην· κι εκεί οικονομείται ένας διάλογος. Είπα «οικονομείται», διότι όπως πράγματι καλώς ειπώθηκε, ότι «χάσμα μέγα ἐστήρικται μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν». Γιατί ζήτησε ο πλούσιος να στείλει τον Λάζαρον, να στείλει ο Αβραάμ τον Λάζαρον, για να βρέξει, λέει, το άκρον του δακτύλου, επειδή φλέγεται, με νερό, επειδή φλέγεται, λέγει, εις αυτό το πυρ το βασανιστικό. Και είπε ότι «μέγα χάσμα ἐστήρικται» κ.λπ. · οπότε οικονομείται πραγματικά αυτός ο διάλογος, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να ανοιχθεί στην πραγματικότητα αυτός ο διάλογος.

      Ωστόσο εδώ παρακαλεί ο πλούσιος τον Αβραάμ να πέμψει τον Λάζαρον εις τον οίκον του πατρός του, «γιατί», λέγει, «έχω πέντε αδελφούς», να τους ειδοποιήσει, να μην έλθουν κι αυτοί εις αυτόν εδώ τον τόπον της βασάνου. Και λέγει ο Αβραάμ: «Έχουν τον Μωυσέα και τους προφήτας. Ας ακούσουν αυτούς τι λεν για την άλλη ζωή». «Όχι», λέει, «πάτερ Αβραάμ. Εάν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς, τότε θα μετανοήσουν». «Αχ, παιδάκι μου, αν δεν ακούσουν τον Μωυσή και τους προφήτες, τότε, κι από τους νεκρούς να αναστηθεί κάποιος, δεν θα πεισθούν».

      Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χωρία, αγαπητοί μου, του διαλόγου, θέλει ο Κύριος να ξεχωρίσει δύο πηγές πίστεως. Δύο πηγές πίστεως. Είναι τα θαύματα, όπως να αναστηθεί ο Λάζαρος και οι πληροφορίες που μπορούμε να πάρομε μελετώντας τις άγιες γραφές. Και φυσικά ο Κύριος δέχεται και τις δύο πηγές πίστεως αναμφισβήτητα αλλά δίδει όμως το προβάδισμα και την σιγουριά εις την πηγήν της πίστεως που είναι η Αγία Γραφή. Εκεί θα πας να πληροφορηθείς. Δεν θα μείνεις εις το θαύμα. Εκεί θα πας να πληροφορηθείς. Απλώς το θαύμα επιβεβαιώνει την Αγίαν Γραφήν. Πρόκειται για ένα σπουδαιότατο θέμα και το οποίο θα παρακαλέσω ας το προσέξομε και να το θυμόμαστε. Πάντοτε επίκαιρο είναι, γιατί οι άνθρωποι σ’ όλες τις εποχές, και στην εποχή μας, δεν γνωρίζουν να διακρίνουν αυτές τις δύο πηγές πίστεως. Το θαύμα, επαναλαμβάνω, να πάρω πληροφορίες από το θαύμα και η Αγία Γραφή. Περιφρονούν βέβαια την πηγή πίστεως από την Αγία Γραφή. Δεν δίνουν και πολλή σημασία. Και αναζητούν την πηγήν πίστεως από το θαύμα.

    Αν, με ένα πολύ απλό παράδειγμα, πω, ανακοινώσω, δημοσιεύσομε, ειδοποιήσομε ότι θα γίνει μια ομιλία περί της αναστάσεως των νεκρών, πόσοι θα ΄ρθουν; Να ακούσουν; Λίγοι. Απ’ την πόλη μας. Αν αντιθέτως ακουστεί ότι αναστήθηκε κάποιος, τρέχουν όλοι! Είδατε την περίπτωση, «κάπου», λέει, «εμφανίστηκε ο Χριστός», «κάπου η Παναγία», τούτο, εκείνο, «δακρύζει το εικόνισμα της Παναγίας, του Χριστού», είδατε πόσος κόσμος πηγαίνει; Εκεί ζητούν, στην πηγή του θαύματος, κάποια πληροφορία. Είναι χαρακτηριστικό. Θα λέγαμε ότι ο Κύριος μετά την απάντηση που δίδει στους Φαρισαίους, γιατί γι’ αυτούς είπε την παραβολή, ότι υπάρχει μεταθανάτιος ζωή. «Προσέξατε. Προσέξατε Φαρισαίοι, υπάρχει μεταθανάτιος ζωή. Και σήμερα είσαστε και θέλετε να είσαστε πρώτοι, αλλά όταν θα αλλάξουν τα σκηνικά, τότε δεν θα είσαστε πρώτοι. Προσέξατέ το».

     Έτσι, κύριο θέμα εδώ βλέπομε, ως σπουδαιοτέρα πηγή πληροφοριών είναι η Αγία Γραφή. Τα θαύματα, κι ο Κύριος έκανε θαύματα, επιτελούσε θαύματα, το βάρος όμως το έθετε εις την Αγίαν Γραφήν. Από εκεί θα αντλήσεις την πίστιν. Από την διδασκαλίαν του Χριστού. Αντιλαμβανόμεθα αυτές τις δύο πηγές, αγαπητοί μου; Είναι σαφείς. Ελπίζω μπόρεσα να σας δώσω να καταλάβετε. Πολλοί λέγουν ότι θέλουν να δουν θαύμα για να πιστέψουν. Πόσες φορές το έχομε ακούσει αυτό; Και δεν αντιλαμβάνονται ότι ζητούν κάτι το αντιφατικό. Γιατί; Εάν μένουν στο θαύμα, τότε με την γνώση αυτή καταργώ την πίστη. Και το θαύμα υπάρχει όχι για να καταργεί την πίστιν, αλλά για να επισφραγίζει την πίστη. Αν θέλετε, το θαύμα είναι κυρίως δια τους πιστούς, όχι δια τους απίστους. Πολλές φορές νομίζομε ότι είναι χρήσιμο το θαύμα δια τους απίστους. Όχι. Είναι δια τους πιστούς.

    Θυμηθείτε τον Θωμά. Για να δείτε την αντιφατικότητα. «Εάν», λέγει, «δεν δω ‘’τόν τύπον τῶν ἥλων’’, τα καρφιά, που καρφώθηκε ο Διδάσκαλος, δεν βάλω και το δάκτυλό μου μέσα εις την τρύπα που άνοιξαν τα καρφιά, δεν θα πιστεύσω». Μα, αγαπητέ Θωμά, εάν δεις, τότε η πίστις κατηργήθη. Γιατί τι θα πει πίστις; «Να δεχθείς πράγματα», όπως λέει στην προς Εβραίους ο Απόστολος Παύλος, «μη βλεπόμενα». Εάν λοιπόν δεις, τότε κατήργησες την πίστιν. Ένα παράδειγμα που το λέω πολύ συχνά. Εάν σας πω ότι στην τσέπη μου έχω τόσα χρήματα, εάν τα δείτε τα χρήματα αυτά, σας τα δείξω, τότε δεν υπάρχει πλέον η πίστις. Υπάρχει η γνώσις. Βλέπετε λοιπόν ότι όταν ζητώ για να πιστέψω, να γνωρίσω εκ των προτέρων, αν το θέλετε, δια των πέντε μου αισθήσεων, τότε δεν καταργώ την πίστιν; Και τότε δεν είμαι αντιφατικός; Αναμφισβήτητα. Έτσι λοιπόν ο Κύριος τι του είπε του Θωμά; «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». «Γιατί με είδες, γι'αυτό πίστεψες». Αν αυτό λογαριάζεται πίστις. Δεν λογαριάζεται πίστις. Συνεπώς ευτυχισμένοι εκείνοι οι οποίοι δέχτηκαν, πίστεψαν, χωρίς να δουν.

    Αλλά ας πάρομε με την σειρά του το ιερό κείμενο. Παρατηρούμε ότι ο πλούσιος της παραβολής, διατηρούσε βέβαια κάποια αισθήματα φυσικής, φυσικής αγάπης. «Ε, να μην έλθουν και τα αδέλφια μου εδώ. Έχω πέντε αδέλφια. Εγώ βασανίζομαι. Τουλάχιστον αυτοί να γλυτώσουν». Αυτό είναι βέβαια μία φυσική αγάπη. Γιατί ήταν αδέλφια του. Αυτή όμως η φυσική αγάπη δεν ήταν επαρκής να προσεγγίσει και τον φτωχό Λάζαρο, που τον έβλεπε απ’ τα παράθυρά του ο πλούσιος, εκεί απέναντι. Εκεί, λέει, «παρά τόν πυλώνα» του σπιτιού του πλουσίου. Να τον λυπηθεί, να δείξει αγάπη, να τον βοηθήσει, να τον περιθάλψει, να τον χορτάσει. Βλέπετε; Αυτή η φυσική αγάπη περιορίζονταν μόνον στα πρόσωπα τα δικά του. Παραπέρα δεν πήγαινε. Όπως όταν αγαπάς το παιδί σου, την γυναίκα σου, τον άνδρα σου, την μάνα σου, τον πατέρα σου. Αυτό είναι μία φυσική αγάπη. Αλλά δεν είναι επαρκής. Βεβαίως πρέπει να αγαπάς, εκείνοι που είναι κοντινοί σου και συγγενείς σου. Αλλά δεν είναι επαρκής αυτή η αγάπη. Πρέπει να επεκταθεί και εις τους παραπέρα ανθρώπους.

      Και τώρα, ο άνθρωπος αυτός της παραβολής, ο πλούσιος, ζητά, όχι απλώς κάποιος να επιστρέψει από τους νεκρούς στη Γη, αλλά να επιστρέψει ο Λάζαρος. Γιατί; Γιατί ο Λάζαρος ήταν γνωστός στα αδέλφια αυτού του πλουσίου. Και συνεπώς θα επείθοντο ότι υπάρχει άλλη ζωή. Τρόπον τινά θα έφερνε κι ένα μήνυμα από τον πλούσιο, που ήταν  αδελφός τους, που ήταν εις τον Άδη. Αλλά και αυτό το αίτημα του πλουσίου στρέφεται εναντίον του. Εναντίον του πλουσίου στρέφεται. Σαν να έλεγε, σαν να του ελέγετο, καλύτερα: «Ώστε τον γνωρίζατε τον Λάζαρο, ε; Α, τον γνωρίζατε, βλέπατε την συμφορά του· γιατί δεν τον βοηθήσατε;». Άρα λοιπόν ήταν γνωστός.

      Ο στίχος ακόμη αποκαλύπτει ότι η βάσανος του Άδου, παρότι είναι μία κρίσις προ της τελικής κρίσεως, προσωρινή κρίσις, αρχίζει όμως ευθύς μετά τον θάνατον του αμαρτωλού ανθρώπου. Προσέξατέ το. Δεν αναμένεται η τελική κρίσις. Έχομε την μερική, όπως λέγεται, κρίση. Δεν αναμένεται η τελική. Το αποκαλύπτει σαφέστατα αυτή η παραβολή. Όταν όμως θα πάρομε με την ανάσταση τα σώματά μας, τότε θα έχομε την τελική κρίση. Και θα κριθούμε ως πλήρεις άνθρωποι. Όχι ως ψυχές. Αλλά ως πλήρεις άνθρωποι. Αυτό λέει πολλά. Να το προσέξομε...

      Ο Αβραάμ, σαν απάντηση δεν αναφέρεται στο εάν ήταν δυνατόν να αναστηθεί ο Λάζαρος και να πορευθεί στα αδέλφια του και να τους αναγγείλει τι συμβαίνει μετά από τον τάφο. Αυτό δεν ενδιαφέρει. Αλλά δίνει την απάντηση ως εξής: «Ἒχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν». Έχουν τον Μωυσή. Δηλαδή τι σημαίνει «έχουν τον Μωυσή»; Έχουν τα βιβλία που έγραψε ο Μωυσής. Την Πεντάτευχον. Τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι γραμμένα από τον Μωυσή. Έχουν, λοιπόν, την Αγίαν Γραφήν.  Τα πέντε πρώτα βιβλία. Και μετά, εκεί δηλαδή, θα δουν αν υπάρχει πέραν του τάφου ζωή. Και μετά; Έχουν και τους προφήτες, τα προφητικά βιβλία. Ας ανοίξουν να μελετήσουν την Αγίαν Γραφήν κι εκεί θα δουν να ομιλεί η Αγία Γραφή περί άλλης ζωής. Και αναφέρεται ο Μωυσής ως εκπρόσωπος, κυρίως, του ηθικού νόμου. Επειδή εκείνος προσέφερε τον δεκάλογον του ηθικού νόμου. Για να γίνει αντιληπτή η αμαρτία…

     Με πήρε ένας τηλέφωνο από κάπου από την Ελλάδα. Άκουσε μία κασέτα από κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό, δική μου κασέτα, που αναφερόμουνα στα αμαρτήματα τα σαρκικά. Πορνείες, μοιχείες κ.τ.λ. «Δεν ήξερα», λέγει, «ότι αυτά είναι αμαρτία»! Άγνωστος σε μένα άνθρωπος... «Δεν ήξερα. Με διαφωτίσατε». Δεν ήξερες ότι είναι αμαρτία; Ε, λοιπόν, άνοιξε την Αγία Γραφή, θα βρεις τον Δεκάλογον: «Οὐ πορνεύσεις, οὐ μοιχεύσεις» και θα πάρεις την πληροφορία για να διορθώσεις το ήθος σου. Τους προφήτας; Τους προφήτας, διότι εκείνοι προδιαγράφουν το θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού και συνεπώς να πιστέψεις εις τον Ιησούν Χριστόν.

     Θέματα δύο λοιπόν. Δύο κατηγορίες. Είναι το ήθος, είναι και η πίστις στο θεανθρώπινο πρόσωπον του Χριστού. Έτσι λοιπόν ποιος τα προβάλλει αυτά; Η Αγία Γραφή. Πάρε να μελετήσεις την Αγία Γραφή και όλα αυτά θα τα βρεις.

      Ο πλούσιος όμως είχε αντίρρηση. Επιμένει, σαν πηγή πίστεως, στο θαύμα. «Όχι», λέει. Ακούστε: «Οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ(:Όχι, πάτερ Αβραάμ), ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν». «Τότε θα μετανοήσουν. Όταν κάποιος αναστηθεί. Και πάει και τους πει το και το». Αλλά γιατί δεν δέχεται την πρόταση του Αβραάμ ο πλούσιος; Πάντοτε αυτά στον Άδη τώρα. Δηλαδή εις την άλλη ζωή, όχι στον Άδη, εις την άλλη ζωή. Διότι οι Γραφές δεν έχουν κάτι το εντυπωσιακό. Ενώ το θαύμα, αναστάσεως μάλιστα νεκρού, έχει κάτι το εξαιρετικά εντυπωσιακό. «Ααα! Αναστήθηκε κάποιος! Να πάμε να τον ρωτήσομε, τι είδε, τι ξέρει». Εξάλλου, λέει ο Θεοφύλακτος: «Τίς οἶδεν τά ἐν ᾅδου;(:Ποιος γνωρίζει τι υπάρχει στον Άδη;) Τίς ἐλθών ἐκεῖθεν ἀπήγγειλεν ἡμῖν;(:Ποιος από κει ήλθε και να μας αναγγείλει τι υπάρχει;)». Και όπως λέγει και ο Ζιγαβηνός: «Ταῖς βίβλοις μέν ἀπιστοῦσι, ὡς παρά ζώντων γραφείσαις (:Απιστούν εις τα βιβλία της Αγίας Γραφής, επειδή -λέγει- εγράφησαν από ανθρώπους που ζούσαν) μήπω θεασαμένων τά τοῦ μέλλοντος αἰῶνος (:Δεν είχαν δει τίποτα· εκείνα τα οποία συμβαίνουν πέρα από τον τάφον). Ἐάν δέ τις ἀπό νεκρῶν πορευθῇ πρός αὐτούς, πιστεύσουσι αὐτῷ ὡς ἰδόντι πάντα(:Αν όμως κάποιος αναστηθεί, τότε πιστεύουν, γιατί αυτός τα είδε αυτά εις την άλλην ζωήν)». Θέσεις που πάντοτε προβάλλουν, αγαπητοί, οι άνθρωποι που δεν έχουν διάθεση να πιστέψουν. Δεν έχουν διάθεση να πιστέψουν. Δικαιολογούν έτσι, εκόντες άκοντες την απιστία των.

     Και όμως ο Θεός επιμένει. Επιμένει να σώζει δια των Αγίων Γραφών. Από εκεί θα πάρεις τις πληροφορίες. Δηλαδή είσαι θεϊκότερος, άνθρωπε, του Θεού; Ο Θεός θέλει να μας σώσει. Και βρίσκει τον τρόπο να μας σώσει με την μελέτη της Αγίας Γραφής. Εσύ λες: «Όχι, πρέπει να δω θαύμα για να πιστέψω». Έτσι, λοιπόν, χρησιμοποιεί ο πλούσιος εδώ και την λέξη -προσέξτε- «μετανοήσουσιν». Λέει «τότε θα μετανοήσουν». Το θαύμα σε κάποιους μπορεί να προκαλέσει την μετάνοια. Είναι αληθές. Αλλά τέτοιος τρόπος μετανοίας, πρέπει να πούμε, ή δεν έχει ρίζα για να διατηρηθεί αυτή η μετάνοια ή ύστερα από λίγο οι άνθρωποι απορρίπτουν αυτήν την μετάνοιαν και ξαναζούν την ζωή την οποία είχαν. Βλέπετε λοιπόν ότι οι άνθρωποι μένουν σε θέματα εντυπωσιακά. Πόσοι άνθρωποι -σας βεβαιώνω, το ξέρομε- γιατί πέθανε ένας φίλος ξαφνικά, γιατί είδαν ένα όνειρο, γιατί δεν ξέρω, είδαν ένα θαύμα, τους βλέπετε αμέσως συρρικνώνονται. Πολύ γρήγορα, αγαπητοί μου, μία τέτοια μετάνοια άρριζος, χωρίς ρίζα, γρήγορα φεύγει. Πάρα πολύ γρήγορα φεύγει. Γιατί; Υπάρχει ένας εξαναγκασμός· το αντιλαμβάνεστε; Θέλω δεν θέλω, με πιέζει ένα θαύμα να αποδεχθώ. Σαν να είναι ένας οδοστρωτήρ, που ισοπεδώνει τα πάντα. Έτσι είναι ένα θαύμα. Θέλω δεν θέλω θα δεχθώ. Ποία η θέσις όμως της προαιρέσεως; Δεν είναι παρούσα η προαίρεσις για να κρίνει τα πράγματα. Ε, λοιπόν, μία τέτοια μετάνοια, πάρα πολύ γρήγορα εξανεμίζεται. Και δεν έχει αξία. Δεν έχει καρπόν.

     Και η απάντησις του Αβραάμ: «Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν -Επειδή είπε εκείνος «Πάτερ Αβραάμ», «πατέρα μας», γι ‘αυτό εδώ θα το λέγαμε: «Παιδάκι μου, εάν δεν ακούν τον Μωυσή και τους προφήτες, δηλαδή δεν πείθονται από την Αγίαν Γραφήν-, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται(:ούτε κι αν κανείς αναστηθεί, θα πεισθούν ότι υπάρχει άλλη ζωή)».Ορθότατη απάντησις.

    Είναι γνωστό ότι σ’ αυτήν μόνη την παραβολή χρησιμοποιήθηκε όνομα. Καμία παραβολή, φερειπείν, του ασώτου υιού… πώς τον έλεγαν τον πατέρα; Δεν δίνει ο Κύριος όνομα. Πώς έλεγαν τον άσωτο υιό; Δεν δίνει ο Κύριος όνομα. Είναι η μοναδική παραβολή που τίθεται εις τον φτωχόν αυτόν άνθρωπον το όνομα Λάζαρος. Σας κάνει εντύπωση; Δεν είναι τυχαίο αυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο Κύριος έκανε μία παραχώρηση. «Θέλετε να γυρίσει ο Λάζαρος πίσω να σας πει; Ω ανεκδιήγητοι Γραμματείς και Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι;». Ξέρετε ότι οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν τίποτα απ’ όλα αυτά. Και όμως κατείχαν την θέση του αρχιερέως! Ακούτε; Ο αρχιερεύς στην εποχή του Χριστού ήταν Σαδδουκαίος. Και δεν πίστευε τίποτα! «Τ’ ακούτε; Εγώ θα σας φέρω τον Λάζαρο πίσω». Είναι ο Λάζαρος ο τετραήμερος που τον ανέστησε ο Χριστός. Πήγαν άραγε να τον ρωτήσουν: «Λάζαρε, έλα εδώ, σε ανέστησε ο Ιησούς· τι είδες στην άλλη ζωή;». Αυτό έκαναν; Ακούστε τι κάνανε. Όταν ακούστηκε η ανάστασις του Λαζάρου. Έκαναν συμβούλιον και είπαν: «Πρέπει να φονεύσομε και τον Ιησούν που κάνει τέτοια θαύματα αλλά να φονεύσομε και τον Λάζαρον, που είναι το τεκμήριον ενός τέτοιου θαύματος». Ακούσατε; Και τον Λάζαρον.

      Θέλετε ακόμη να σας πω; Δεν ήταν της στιγμής απόφαση αυτή. Ούτε ο Ματθαίος αναφέρει την ιστορία του Λαζάρου, ούτε ο Μάρκος, ούτε ο Λουκάς. Μόνος ο Ιωάννης. Ξέρετε γιατί; Είναι ο τελευταίος που έγραψε το Ευαγγέλιό του. Διότι οι άλλοι γράψανε πρώιμα και εφοβούντο μήπως κινδυνεύσει η ζωή της Μάρθας, της Μαρίας και του Λαζάρου. Και δεν δημοσιεύουν το θαύμα αυτό, παρά μόνον ο Ιωάννης, που πια όλοι είχαν πεθάνει και δεν κινδύνευαν. Δηλαδή η μανία των αρχόντων παρέμενε. Να δολοφονήσουν και τον Λάζαρον. Πίστεψαν; Δεν πίστεψαν. Είναι φοβερό!

     Αλλά μήπως δέχθηκαν και την ανάσταση του Χριστού; Τριήμερος νεκρός. Όχι μόνον δεν απεδέχθησαν την ανάσταση του Χριστού, αλλά και πλήρωσαν τους στρατιώτες να διαδώσουν ότι «ἡμῶν κοιμωμένων...» κ.τ.λ. κτλ. «ήρθαν οι μαθηταί και έκλεψαν τον νεκρόν Ιησούν». Όταν ο άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να πιστεύσει από τις Γραφές - ο Χριστός προανήγγειλε την ανάστασή Του και οι προφήται- τότε, αγαπητοί μου, και ανάστασις νεκρού να γίνει, δεν πιστεύουν. Αντιθέτως, ξέρετε τι λένε; «Ααα, φαντασιοπληξία, νεκροφάνεια. Έμοιαζε ότι είχε πεθάνει» -Έχομε το φαινόμενον της νεκροφανείας. «Πνευματιστικόν φαινόμενον!»- τρέχουν να πουν. Και ό,τι άλλο θέλετε. Ο Θεοφύλακτος σημειώνει: «Εἰ τῶν γραφῶν οὐκ ἀκούομεν, οὐδέ τοῖς ἐξ ἅδου ἐρχομένοις πιστεύσωμεν». «Εάν», λέγει, «δεν ακούμε τις Γραφές, ούτε κι αν έρθουν από τον Άδη νεκροί θα πιστεύσομε».

    Θέλετε, ακόμη, μία μαρτυρία; Μας αναφέρει η Αγία Γραφή το εξής καταπληκτικόν. Ότι με τον σεισμόν που έγινε, άνοιξαν πολλά μνημεία. Προσφάτως ανθρώπων που εκοιμήθησαν, που πέθαναν. Και με την ανάσταση, λέει, του Χριστού, μπήκαν εις την αγίαν πόλιν, την Ιερουσαλήμ, το λέει αυτό η Αγία Γραφή, το ενθυμείσθε, μπήκαν στην αγία πόλη την Ιερουσαλήμ. Αυτούς δεν τους ερώτησαν τι γίνεται εις τον άδην; Να μαρτυρίες. Επίστευσαν; Ο λαός επίστευσε εις τον Χριστόν; Μόνον μερικοί άνθρωποι πίστευσαν. Και μέχρι σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια. Και επιμένουν οι Εβραίοι να μην θέλουν να πιστέψουν.

     Αγαπητοί, πηγές πίστεως είναι πρώτιστα ο λόγος του Θεού, και σαν επικύρωσή του είναι το θαύμα· που πάντοτε δεν είναι και αναγκαίον. Υπήρξαν περιπτώσεις που ο Κύριος αρνήθηκε το θαύμα, όταν Τον προκάλεσαν πολλοί, και ο Ηρώδης: «Κάνε», λέει, «ένα θαύμα». Σαν να ήταν ο Κύριος κανένας… θαυματοποιός. Αν έπρεπε, όμως, οι άνθρωποι να σωθούν με τα θαύματα, τότε, αρνούμενος ο Κύριος, θα ήτο ένοχος δια την σωτηρία μας. Κάθε άλλο. Χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μόνον άνδρες. Και είδαν όλοι το θαύμα του πολλαπλασιασμού των ψωμιών και των ψαριών. Όταν όμως ο Κύριος τούς μίλησε για το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, Τον εγκατέλειψαν με την δικαιολογία: «Σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;». «Ποιος μπορεί να τον ακούει; Να φάμε, λέει, την σάρκα Του και να πιούμε το αίμα Του!».

     Αγαπητοί, πρέπει να πεισθούμε από τις Γραφές για το μέλλον των πιστών, αλλά και για το ήθος. Ξέρεις τι μεγάλη αμαρτία, αδελφέ μου, είναι η πορνεία; Ξέρεις, αδελφέ μου, τι μεγάλη αμαρτία είναι η μοιχεία; Δεν θα σου το πω από τα κοινωνικά αποτελέσματα. Αλλά θα σου το πω από την Γραφή. Είναι πολύ μεγάλη αμαρτία... Πού θα το βρω αυτό; Στην Αγία Γραφή. Μην ζητούμε λοιπόν θαύματα. Το μεγάλο θαύμα είναι Αυτός ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος και ότι Εκείνος είπε και δίδαξε. Αυτά μας είναι αρκετά. Εξάλλου αυτό σημαίνει πίστις: Να αποδεχθείς ό,τι είναι γραμμένο, χωρίς να ζητάς να ικανοποιήσεις τις αισθήσεις σου, γιατί αυτό είναι εύσχημος απιστία.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

                μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

           ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια:

                                   Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·        http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_734.mp3

Η χάρη είναι σαν ένα μικρό πουλί πάνω σε ένα κλαδί· αν το αγγίξεις απρόσεκτα, θα πετάξει μακριά. Γέροντας Ιωάννης (Μιρόνοφ).


 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ[: Λουκά, 16, 19-31] . Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ» .

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΜΑΓΙΑ; ΟΜΙΛΗΤΗΣ: π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ[: Λουκά, 16, 19-31].« Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. ΔΥΟ ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΕΣ»Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ[: Λουκά, 16, 19-31]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

                                 με θέμα:

« Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. ΔΥΟ ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΕΣ»

                                                                                (Έκδοσις Β΄)              

 εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-11-1995] 

                                                                                                                                                     

      Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, αγαπητοί μου, που ακούσαμε στη σημερινήν ευαγγελική περικοπή, είναι μία κατασκευασμένη ιστορία, που ο Κύριος ήθελε να δώσει μία απάντηση εις τους Φαρισαίους.

     Σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα καὶ οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν». Κάθε κήρυγμα του Κυρίου, προπαντός περί πτωχείας, περί εκουσίου πτωχείας, όταν οι Φαρισαίοι άκουγαν αυτά, φιλάργυροι υπάρχοντες, ήσαν φιλοχρήματοι και φιλάργυροι άνθρωποι, τον εξεμυκτήριζον, τον κορόιδευαν τον Ιησούν. «Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν, βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». «Σεις», λέει, «είσαστε εκείνοι οι οποίοι δικαιώνετε τους εαυτούς σας μπροστά στους ανθρώπους και δείχνετε ότι έχετε αγιότητα. Όμως ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας, και εκείνο που είναι εις τους ανθρώπους υψηλόν, -δηλαδή υπερηφάνεια-, αυτό στον Θεό μπροστά είναι βδέλυγμα, είναι σίχαμα».

    Κι έτσι ο Κύριος είπε την παραβολήν αυτήν, του πλουσίου και του Λαζάρου και ήθελε να τους δείξει ότι δεν πρέπει να καυχώνται δια τον πλούτον των, δια την τιμή των, δια την αξιοπρέπειά των κ.τ.λ., γιατί τα πράγματα αλλάζουν μετά τον θάνατον. Αλλάζει το σκηνικό. Και τους είπε ότι υπάρχουν δύο σκηνικά. Το ένα στη Γη, με την παρούσα ζωή. Το άλλο στον ουρανό, μετά τον θάνατο. Κι εκεί ακριβώς ο Κύριος οικοδομεί την παραβολήν αυτήν.

    Όμως, όπως πάντα, κάθε λόγος του Κυρίου είναι πολυσήμαντος. Έτσι και η παραβολή αυτή, δεν θέλει μόνον απλώς να διδάξει ό,τι είπαμε, αλλά έχει και άλλες πολλές πλευρές, τις οποίες εξυπηρετεί. Ο λόγος του Θεού, ποτέ δεν εξαντλείται. Και το σημαντικόν, ότι σε κάθε εποχή κατανοείται ο λόγος του Θεού περισσότερο και περισσότερο, ανακαλύπτεται πάντοτε κάτι καινούριο, το οποίον έχει να μας δώσει ως  απάντηση.

      Εμείς ας μείνομε, στην αγάπη σας, σε μία ψυχογραφία σύντομη, των δύο προσώπων της παραβολής. Και πρώτα ο πλούσιος της παραβολής. Σημειώνει ο ευαγγελιστής: «Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». «Κάποιος άνθρωπος», λέει, «ήτο πλούσιος. Και αυτός εντύνετο με πορφύραν, εξωτερικά ιμάτια, που ήσαν χρώματα βαθέος κοκκίνου», ένα χρώμα και μία ποιότητα υφάσματος, που φορούσαν την εποχή εκείνη οι βασιλείς. Και ο βύσσος είναι ένα βαμβακερόν εσωτερικότερον ένδυμα, από αιγυπτιακό βαμβάκι, βεβαίως την εποχή εκείνη πανάκριβο. Και το πρώτο και το δεύτερο. «Και ακόμη, έξω από την πολυτελή του ένδυση, ήτο ευφραινόμενος. Ευφραινόμενος κάθε μέρα. Και όχι μόνο κάθε μέρα, αλλά και λαμπρώς!».

    Ένας πλούσιος άνθρωπος, όπως όλοι οι πλούσιοι άνθρωποι, έτσι κι αυτός ζούσε και επολιτεύετο. Το πώς βέβαια τώρα απέκτησε τον πλούτον αυτόν, αυτό εις την παραβολή δεν αναφέρεται. Μπορεί με απάτες. Μπορεί όμως και τίμια. Αλλά δεν έχει καμία σημασία αυτό. Η αμαρτία του δεν είναι εις τον πλούτον, γιατί κι ο Θεός είναι πλούσιος. Κι Εκείνος δίδει τον πλούτον. Και ο Αβραάμ, ο οποίος θα μπει σαν τρίτο πρόσωπο μέσα εις την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου, κι αυτός ήτο όχι απλώς πλούσιος, αλλά σφόδρα-σφόδρα πλούσιος. Πάρα πολύ πλούσιος. Αλλά ποτέ δεν έκανε σκοπό της ζωής του τον πλούτον ο Αβραάμ. Και ακόμη, επειδή δεν έκανε σκοπό της ζωής του τον πλούτον, γι’ αυτό και δεν προσεκολλήθη στον πλούτον τον επίγειον. Μας λέγει ο Απόστολος εις την προς Εβραίους επιστολήν του ότι ο Αβραάμ «ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς -της οποίας- τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός». Ποια είναι αυτή η πόλις, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός; Είναι η Βασιλεία του Θεού. Δηλαδή ζούσε στη Γη αλλά επολιτεύετο εις τον ουρανόν. Και εξεδέχετο και απεδέχετο και ανέμενε την βασιλείαν του Θεού. Κάπου αλλού θα μας πει ο Απόστολος Παύλος, ότι από πλευράς γης, δεν είχε αποκτήσει ούτε τόσην έκτασιν όση είναι η έκταση μιας ανθρωπίνης πατούσας, ποδός, πατούσας, πέλματος. Γιατί; Γιατί ο Αβραάμ έλεγε πάντοτε ότι είναι πάροικος και παρεπίδημος. Όχι στη γη Χαναάν, που του είπε ο Θεός να εγκατασταθεί μονίμως, αλλά εις τον παρόντα κόσμον. Και το σπουδαίον είναι ότι βρίσκομε τον Αβραάμ μες την παραβολή που είπε ο Κύριος, να υπάρχει εις τον Παράδεισον. Εδώ είναι το σπουδαίο. Ότι όντως ο Αβραάμ εκέρδισε τον Παράδεισον.

     Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οικονομείται η παραβολή στη δομή της, ώστε να ανοιχθεί διάλογος ανάμεσα δύο πλουσίων. Του Αβραάμ και του πλουσίου, που μετά θάνατον βεβαίως επήγε όχι εις τον Παράδεισον, αλλά εις τον Άδη. Και οικονομείται, σας είπα, γιατί, όπως ακούσατε στην παραβολή και δεν μπορούμε να τα πούμε όλα, είναι πολυσήμαντη παραβολή, ότι «χάσμα μέγα», λέει, «ἐστήρικται ανάμεσα σε σας και σε μας. Δεν μπορούμε ούτε σε σας να περάσομε, ούτε σεις σε μας να έρθετε». Αλλά οικονομείται, δομείται η παραβολή για να ανοιχθεί διάλογος μεταξύ δύο πλουσίων! Είναι καταπληκτικό. Του Αβραάμ και του πλουσίου της παραβολής. Αυτό σημαίνει ότι ο πλούτος δεν είναι κάτι καθ’ εαυτό κακόν. Αλλά εκείνο που είναι κακό είναι η στάση του ανθρώπου απέναντι εις τον πλούτον. Ποια είναι η στάση που παίρνει απέναντι εις τον πλούτον.

      Αφού λοιπόν ο πλούτος είχε γίνει για τον πλούσιον σκοπός της ζωής, επόμενον ήτο να απολαμβάνει ό,τι ο πλούτος μπορούσε να του δώσει, όλα τα αγαθά. Και πρώτα ησθάνετο και ήθελε και επιζητούσε ένα αίσθημα ασφαλείας ότι… «Ἒχω κείμενα πολλά ἀγαθά», όπως λέει και μία άλλη παραβολή. Ξέρετε ο πλούσιος έχει πάντοτε αυτό το αίσθημα της ασφαλείας. Ότι έχει χρήματα. Ό,τι πείνα και να ‘ρθει, όπως και αν γυρίσουν τα πράγματα, αυτός έχει χρήματα. Βεβαία αυτό είναι μία απάτη, γιατί ο πλούτος είναι μία ρόδα που γυρίζει. Και τα χρήματα είναι τα πιο άπιστα πράγματα. Αλλάζουν με πάσαν ευκολίαν τσέπη με τσέπη. Φεύγουν από την τσέπη μου και πηγαίνουν στην τσέπη του αλλουνού. Έτσι, ωστόσο, ζει ο πλούσιος αυτήν την αίσθηση. Γι΄αυτό θέλει να είναι πλούσιος. Για να έχει το αίσθημα της ασφάλειας. Αλλά και της ανέσεως, αλλά και της ευημερίας. Να τρώγει, να πίνει καλά. Έτσι, τι λέει; Πώς αισθάνεται; Όλα πηγαίνουν καλά. Όλα είναι για μας. Έτσι, σιγά σιγά δημιουργείται ένας εγωκεντρικός τύπος εις τον πλούσιον, που όλοι πρέπει να στρέφονται γύρω από αυτόν. Στον εγωκεντρισμό δεν υπάρχει περιθώριο ή χώρος ούτε ακόμη γι’ Αυτόν τον Θεόν. Δεν χωράει… Και ο Θεός πρέπει να στρέφεται, αντίθετα, να στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο, για να τον ικανοποιεί διαρκώς. Έτσι ζητάει ο άνθρωπος ο πλούσιος τον Θεό· κάνει τον σταυρό του, ανάβει ένα κεράκι, για να εξασφαλίσει την εύνοια του Θεού. Για να μην λιγοστέψουν τα αγαθά του. Συνεπώς βλέπετε μίαν θρησκευτικότητα ιδιοτελέστατη. Μία θρησκευτικότητα η οποία βεβαίως στα μάτια του Θεού απορρίπτεται.

      Ακόμη, πώς σκέπτεται; Όπως και τα σύγχρονα παιδιά που ζητούν χρήματα από τον πατέρα τους. Το είχα ακούσει αυτό… Να λέει ο ένας πιτσιρίκος στον άλλον πιτσιρίκο: «Κοίταξε, ο πατέρας σου που σε γέννησε, είναι υποχρεωμένος να σου δώσει χρήματα!». Έτσι και ο άνθρωπος, ο άφρων άνθρωπος, ο άφρων πλούσιος, τι λέγει; «Ο Θεός, ο Θεός είναι υποχρεωμένος να μου δώσει αγαθά». Γίνεται ακόμη και τύπος ηδονιστικός. Λέγει ο Θεοφύλακτος: «Καί οὐ μόνον ἐνεδίδετο πορφύραν καί βύσσον -όχι μόνο ντυνόταν όπως ντυνόταν- ἀλλά καί τήν ἂλλην τρυφήν ἐτρύφα πᾶσαν -αλλά και όλη την άλλη τρυφή ετρυφούσε- εὐφραινόμενος οὐ νῦν μέν νῦν δέ οὐ -όχι σήμερα κι όχι αύριο, μέρα παρά μέρα, μία φορά την εβδομάδα- ἀλλά καθ’ ἡμέραν- καθημερινά!. Καί οὐ μετρίως, ἀλλά λαμπρῶς- Και όχι μέτρια, αλλά με λαμπρότητα». Γι΄αυτό, αυτό το «λαμπρῶς» ο ίδιος ο Θεοφύλακτος το αποδίδει: «ἀσώτως και πολυτελῶς». Και ο ηδονιστικός τύπος ουσιαστικά τι είναι; Είναι τύπος υλιστικός. Αυτός είναι υλιστής, είναι ειδωλολάτρης. Λατρεύει την ύλη. Λατρεύει τη σάρκα.

     Είναι κατ’ εξακολούθησιν άσπλαχνος άνθρωπος. Δεν τον ενδιαφέρει τι κάνουν οι άλλοι. Μάλιστα, πόσον καιρό είχε, αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός, έξω απ’ τον πυλώνα του σπιτιού του, τον φτωχό τον Λάζαρο; Πολύ καιρό. Εντούτοις, δεν συνεκινείτο που τον έβλεπε από το παράθυρο και από το μπαλκόνι του σπιτιού του να χορταίνει από τα ψίχουλα του τραπεζομανδήλου που τίναζαν οι υπηρέται. Δεν συνεκινείτο. Και ο άσπλαχνος είναι α-κοινώνητος. Δεν έχει κοινωνίαν.  Μένει στον εαυτόν του. Είναι ακοινώνητος. Εντούτοις, εντούτοις διατηρούσε πολλές φορές, για να καθησυχάζεται η συνείδησις, διατηρούσε και μίαν υποτυπώδη θρησκευτικότητα. Διότι ανεφώνησε εις τον Άδη. Τι είπε; «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με». Ανεγνώριζε τον Αβραάμ, πρόγονον και ζητούσε το έλεός του. Αλλά… είναι τόσο στοιχειώδες, δεν ήτο ικανό αυτό βεβαίως να τον βοηθήσει. Ακόμη διατηρούσε και μίαν φυσικήν αγάπην, αλλά στα σαρκικά του αδέλφια, εις τους στενούς του συγγενείς, όταν ενδιαφέρθηκε να μην φθάσουν κι εκείνοι εις εκείνον τον τόπον της βασάνου. Τι είπε; «Καλά, δεν μπορώ να ΄ρθω εγώ σε εσένα, ούτε εσύ σε μένα. Ούτε ο Λάζαρος να ‘ρθει σε μένα, για να μου δώσει μίαν λιγάκι κατάψυξη, μια ευχαρίστηση. Να βουτήξει- λέει- το μικρό του δαχτυλάκι μες το νερό και να ‘ρθει να μου το βάλει στα χείλη μου, τα φρυγμένα μου χείλη. Δεν είναι δυνατόν. Σε παρακαλώ όμως πάτερ Αβραάμ, αν είναι δυνατόν, στείλε τον Λάζαρο εις την Γη -δηλαδή να αναστηθεί ο Λάζαρος- και να πει στους αδελφούς μου, τους σαρκικούς μου αδελφούς, γιατί έχω πέντε αδέλφια, να προσέξουν τη ζωή τους, για να μην έρθουν κι αυτοί εδώ». Βλέπετε λοιπόν ότι υπήρχε μία αγάπη· τελείως περιορισμένη. Μόνον εις τον συγγενικόν κύκλον. Στον φτωχό Λάζαρο, που τον έβλεπε κάθε μέρα εκεί απέναντι στον πυλώνα του ουδεμία ευσπλαχνία, ουδέ μία αγάπη. Βλέπετε λοιπόν ότι είχε λίγη, στοιχειώδη ανθρωπιά. Δυστυχώς όχι ικανή να τον σώσει.

    Η ζωή του ήταν έκφραση βίου αλαζονικού. Η παρουσία του βεβαίως ήταν πρόκλησις στην πτωχείαν. Είναι εκείνο που λέγει η Αγία Γραφή, είναι ο πλούτος που κάνει τους  πτωχούς να εμπυρίζονται. Να παίρνουν φωτιά. Να πυρώνουν. Είναι η ζήλεια. Είναι το νεύρο εκείνο που κινεί τον φθόνον και την κακίαν, εναντίον εκείνου που απολαμβάνει τα αγαθά του ως πλούσιος κι ο άλλος δεν έχει να φάει. «Ὁ πτωχός», λέγει, «ἐμπυρίζεται», μας λέγει η Γραφή. Και το αξιοπαρατήρητον στην όλη ιστορία είναι το εξής: Δεν είχε όνομα. Πώς το έλεγαν; Λέγει, σχολιάζοντας ο Ιερός Χρυσόστομος: «Καί ποῦ τό ὂνομα τοῦ πλουσίου; -Πού είναι το όνομα του πλουσίου;-. Οὐδαμοῦ -Πουθενά-. Ἀνώνυμος γάρ ἐστίν(Δεν έχει όνομα. Είχε. Αλλά δεν αναφέρεται). Πόσος πλοῦτος! Και ὂνομα αὐτῷ οὐχ εὐρίσκεται-Τόσος πλούτος, ε; Το όνομά του δεν υπάρχει».

    Και ένας άλλος ερμηνευτής, ο Θεοφύλακτος, λέγει: «Τόν μέν πλούσιον ἀνωνύμως ἐν τῇ παραβολῇ παρέλαβεν, οἶα μηδέ ἂξιον παρά Θεῷ ὀνομάζεσθαι». «Δεν  ήταν άξιος ο άνθρωπος αυτός καν να ονομασθεί από τον  Θεό». Και ένας άλλος, τρίτος ερμηνευτής: «Γέγραπται γάρ περί τῶν πονηρῶν· οὐ μή μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διά χειλέων μου - Ο Θεός λέει: Δεν θέλω να θυμηθώ, ούτε καν να προσφέρω το όνομα των πονηρών ανθρώπων». Ο Θεός τα πάντα γνωρίζει. Εκείνο που λέει: «Δεν θέλω να θυμηθώ», όχι ότι ο Θεός ξεχνάει. Αλλά είναι μία έκφρασις που θα το λέγαμε κι εμείς. «Δεν θέλω να ξέρω το όνομά του!». Το ξέρομε. Το λέμε σαν έκφραση περιφρονήσεως. Ότι «δεν μπορεί αυτός ο άνθρωπος να έχει καμίαν σχέση με εμένα». Έτσι λοιπόν λέγει ο Θεός: «Δεν θέλω να θυμηθώ το όνομα του ασεβούς, του αμαρτωλού. Ούτε καν να το προφέρω με τα χείλη μου».Ο πλούσιος λοιπόν της παραβολής δεν είχε όνομα. Δηλαδή ξέρετε; Δεν είχε πρόσωπο. Το όνομα είναι εκείνο που δίδει το πρόσωπον.

     Έχομε και την ψυχογραφία του φτωχού Λαζάρου. Γι’ αυτόν η παραβολή μάς αναφέρει αρκετά χαρακτηριστικά. Ήταν πτωχός. Από συγκυρία ή όχι, έτσι τα πράγματα ήρθαν, μας είναι άγνωστο. Πάντως δεν ήταν πτωχός από ασωτία· διότι είχε μίαν ευσέβειαν. Δεν ήταν λοιπόν πτωχός, γιατί ήταν άσωτος. Έτσι, πολλές φορές, η πτωχεία είναι ένας μόνιμος σύντροφος σε πολλούς ανθρώπους και χωρίς βέβαια αυτοί να ευθύνονται για την πτωχεία τους. Αλλά εκείνο που τον καθιστά πρόσωπον, τον φτωχόν, είναι ότι ήτο επώνυμος. Ελέγετο Λάζαρος. Και Λάζαρος, εδώ θέλω να προσέξομε κάτι, σημαίνει: «Ο Θεός είναι βοηθός μου». Θα ‘θελα να ρωτήσω: Αφού ο Θεός ήτο βοηθός του, γιατί δεν τον έβγαζε από την πτωχείαν; Γιατί δεν τον έβγαζε από την ασθένειαν; Από τις πληγές· που ήταν, λέγει, γεμάτος από έλκη. Γιατί; Πολλάκις το λέγω. Θα το πω άλλη μία φορά. Πρέπει να αλλάξομε αντίληψη περί θείας βοηθείας. Θεία βοήθεια δεν σημαίνει να με βγάλει ο Θεός από τη φτώχεια μου. Δεν σημαίνει να με βγάλει από την αρρώστιά μου. Να με βγάλει από τις αντίξοες καταστάσεις. Αλλά βοήθεια του Θεού είναι να μπορώ να υπομένω όλα αυτά, για να φθάσω να δω το πρόσωπό Του, το πρόσωπο του Θεού. Αυτό είναι η βοήθεια. Δηλαδή, να σωθώ. Και όπως λέγει εδώ ο Θεοφύλακτος: «Τοῦ πένητος ὀνομαστί μνημονεύει -Δίδει όνομα εις τον φτωχόν». Και ξέρετε ότι είναι το μόνο όνομα μέσα σε παραβολή; Σε καμία άλλη παραβολή δεν υπάρχει όνομα. Είναι η μοναδική περίπτωσις. Είναι κι άλλα πράγματα…

     Επιτρέψατέ μου μία παρένθεση πολύ γρήγορα. Σας είπα, είναι πολυσήμαντη παραβολή. Ξέρετε ότι ο Λάζαρος, ο αδελφός της Μαρίας και της Μάρθας, ανεστήθη από τους νεκρούς. Τετραήμερος νεκρός ανεστήθη. Όχι μόνον δεν πίστεψαν οι Εβραίοι, αλλά έκαναν συμβούλιον να θανατώσουν το αντικείμενον του θαύματος του Ιησού Χριστού. Για να μην φαίνεται. Γιατί, λέει, πήγαινε όλη η Ιερουσαλήμ εκεί εις την Βηθανία, για να δουν τον Λάζαρο· που ανεστήθη. Και οι ταλαίπωροι σχεδιάζουν τον φόνον του Λαζάρου. Πίστεψαν; Όχι. Γι΄αυτό βάζει όνομα ο Κύριος στην παραβολή. Σαν να ήθελε να τους πει: «Κι ο Λάζαρος ανεστήθη». Στην παραβολή χαλκεύεται το πράγμα, οικοδομείται ότι και αν, λέει, αναστηθεί, «Παιδάκι μου», του λέει, «τέκνον», του λέει ο Αβραάμ του πλουσίου, «δεν πρόκειται να πιστέψουν. Εάν δεν δεχθούν τον Μωυσέα και τον νόμο και τους προφήτας, δεν πρόκειται να πιστέψουν». Ο Λάζαρος ανεστήθη. Τους το ‘κανε αυτό. Τον είδαν. Πίστεψαν; Επαναλαμβάνω· επαναλαμβάνω: Ετοιμάζουν την δολοφονία του.

     Έδωσε απάντηση ο Χριστός. Τοποθετημένος, να επανέλθω, εις τον πτωχόν της παραβολής, τοποθετημένος εις τον πυλώνα του πλουσίου, δημιουργεί μία ζωηρή αντιπαράθεση με τον πλούσιον ιδιοκτήτη του. Παρά ταύτα, δεν διαμαρτύρεται. Δεν επικαλείται κοινωνική ισότητα. Δεν βρίζει τον πλούσιο. Ή την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Δεν σήκωσε ποτέ τη γροθιά του. Αυτό το σύγχρονο σύμβολον της εκδικήσεως της κοινωνικής. Ποτέ δεν χόρτασε φαγητό. Και αυτό προήρχετο, που έτρωγε, από τα ψιχουλάκια, από τα σκουπίδια του πλουσίου σπιτιού. Αυτό τι δείχνει; Είχε πολλή ταπείνωση. Δεν ήταν απλώς πτωχός. Αλλά ήταν και άρρωστος. Κάτι περισσότερο. Ήταν πληγιασμένος. Αυτό τον έκανε να απομονούται από τους άλλους ανθρώπους. Τον εσιχαίνοντο. Γεμάτος από πληγές. Κι έτσι ανέπτυσσε και την αρετή της υπομονής. Συντροφιά του είχε τα αδέσποτα σκυλιά. Μόνον αυτά έδειχναν μία φιλική διάθεση απέναντί του. Φαίνεται ότι η πτωχεία στον άνθρωπο, τον καθιστά πιο κοντινό στη Δημιουργία. Όπως αυτή, κατά φυσικό τρόπο προσφέρεται. Το φτωχό παιδί θα παίξει με το χώμα. Πιο κοντά στη δημιουργία. Το πλουσιόπαιδο δεν ξέρω με τι παιγνίδια παίζει. Ο πλούτος, για σκεφθείτε το, απομακρύνει τον άνθρωπο από τη φύση. Η πτωχεία κάνει τον άνθρωπο να είναι πιο κοντά εις την φύσιν. Τον κάνει πιο φυσικόν άνθρωπον. Και οι τροφές του είναι πιο φυσικές. Ο τρόπος του είναι πιο φυσικός. Ο πλούτος δημιουργεί έναν τεχνητό κόσμο, έναν ψεύτικο κόσμο.

    Στον φτωχό Λάζαρο ακόμη βρίσκομε και μία αξιοζήλευτη αρετή. Την αγία σιωπή! Στην αγία σιωπή, που πολλά έχει να πει, υπάρχει το μυστήριον της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Βρίσκομε τον Ιησούν, ο Οποίος εσιώπα. «Δεν μου αποκρίνεσαι;», του λέει ο Πιλάτος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἐσιώπα». Ακριβώς γιατί είχε πολλά να πει. Σιωπά εκείνος που έχει πολλά να πει.

     Τέλος, η παρουσία του φτωχού απέναντι στον πλούσιο, ήταν μία πρόκληση στον πλούτο. Μία πρόκληση, που θα ΄πρεπε να κάνει αίσθηση και να προκαλεί την ντροπή. Ο πλούσιος έπρεπε να κρύβει το πρόσωπό του μπροστά στη φτώχεια του Λαζάρου. Αλλά όταν λείπει η ντροπή, τότε αναφαίνεται η πρόκληση.

     Αγαπητοί, ο Κύριος σήμερα, μας παρουσίασε στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, δύο πρόσωπα. Πρόκειται για δύο θέσεις στη ζωή. Για δύο στάσεις απέναντι στον Θεό και εις τους συνανθρώπους. Σε αυτές ο καθένας μας πρέπει να καθρεπτίζεται. Ούτε ο πλούτος είναι ικανός καθ’ εαυτόν, όπως είπαμε, ούτε η πτωχεία καθ’ εαυτή είναι καλή. Απλώς είναι δύο ευκαιρίες να αναπτύξει ο άνθρωπος την προσωπικότητά του. Και ο φτωχός και ο πλούσιος. Είναι δύο διαφορετικά επίπεδα, που δημιουργούν μία διαφορά δυναμικού θα λέγαμε· που αναπτύσσεται το ανθρώπινον ενδιαφέρον και η ανθρωπίνη αγάπη. Δεν φταίει η διαφοροποίηση στη ζωή. Αλλά η κοινωνική απομόνωση. Αυτή γέννησε τις κοινωνικές επαναστάσεις, τον φθόνο, το μίσος, τον πόλεμο. Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, είναι, αγαπητοί μου, μία μικρογραφία δύο ψυχογραφιών· που πρέπει πάντοτε να μελετούμε και να μαθαίνομε πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στον Θεό και τους ανθρώπους.

                   ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

                μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

            ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

                                   Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·        http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_652.mp3