Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Ο πατήρ Χρήστος Παππάς από το Αλύκο, ο πρώτος ιερέας που χειροτόνησε ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, «έφυγε» στα 88 του.



✝️Κοιμήθηκε ο παπα-Χρήστος από το Αλύκο Βορείου Ηπείρου

-Ο πατήρ Χρήστος Παππάς από το Αλύκο, ο πρώτος ιερέας που χειροτόνησε ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, «έφυγε» στα 88 του

- «Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» / Ψαλμ. 117 (118:22)

«Έφυγε» σήμερα τα ξημερώματα στα Γιάννενα, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Την εκδημία του την ανακοίνωσε ο γιος του, ο Λεωνίδας, με μια ανάρτηση. ✝️Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει αύριο Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026, στις 11:00 τοπική ώρα, στον Ιερό Ναό Αγίων Τεσσαράκοντα Αλύκου. Εκεί γεννήθηκε το 1938 και εκεί επέστρεψε, όπως επιστρέφουν όλοι όσοι δεν φεύγουν ποτέ στ' αλήθεια.

Το επώνυμο το κουβαλούσε από πρόγονο ιερέα, αρκετές γενιές πίσω. Ο πρόγονος χάθηκε, το όνομα έμεινε, και περίμενε. Χρειάστηκαν κάμποσες γενιές για να ξαναγεμίσει με περιεχόμενο, και το γέμισε αυτός, στα πενήντα τρία του.

Το Αλύκο είναι ένα από τα εβδομήντα περίπου ελληνικά χωριά της περιοχής Αγίων Σαράντα και Δελβίνου. Ανήκει στον Βούρκο, και ο Βούρκος ήταν από τις περιοχές που το καθεστώς Χότζα καταδέχτηκε να χαρακτηρίσει μειονοτικές. Αυτό σήμαινε κάποια υποτυπώδη δικαιώματα. Στο δημοτικό, για παράδειγμα, τα μαθήματα γίνονταν στη μητρική γλώσσα, την ελληνική. Ο ίδιος το διατύπωσε στεγνά όταν τον ρώτησαν πώς ήταν εκείνα τα χρόνια: «η Αλβανία ήταν μια απέραντη φυλακή για όλους, αλλά για εμάς τους Έλληνες οι δυσκολίες ήταν διπλές».

Το 1940 οι δικοί του υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ως ελευθερωτή. Ο πατέρας του και τα αδέλφια του κατατάχθηκαν εθελοντές. Ο ίδιος ήταν τότε δύο χρονών. Δεν πρόλαβε να καταλάβει, πρόλαβε όμως να πληρώσει. Όταν έφυγε ο ελληνικός στρατός και ήρθε ο κομμουνισμός, η οικογένεια μπήκε στον κατάλογο των «ανεπιθύμητων». Εθνικόφρονες, δηλαδή εχθροί του λαού.

Τελείωσε το επτατάξιο και ήθελε να συνεχίσει για να προσφέρει, βάζοντας κάποιο «λιθαράκι» κι αυτός στον τόπο του. Για το γυμνάσιο χρειαζόσουν πιστοποιητικό φρονημάτων, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν επρόκειτο να δώσουν ποτέ. Το 1958 βρήκε τη μοναδική χαραμάδα. Πήγε στον διπλανό νομό, στο Αργυρόκαστρο, για να κρύψει, όπως το έλεγε, τα ίχνη των «κακών φρονημάτων», και επειδή εκεί λειτουργούσε το μόνο γυμνάσιο όπου η διδασκαλία γινόταν στα ελληνικά. Η περίφημη Παιδαγωγική Σχολή Αργυροκάστρου, που έβγαζε τους δασκάλους για τα χωριά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας.

Τελείωσε και τη σχολή. Πήρε το χαρτί. Και μετά τίποτα.

Δεν διόριζαν δάσκαλο έναν «θιγμένο», έλεγε, χρησιμοποιώντας τη λέξη που είχε φτιάξει το καθεστώς Χότζα για όσους θεωρούσε «εχθρούς». Άλλωστε δουλειά δεν διάλεγες. Θα πήγαινες εκεί που έλεγε το κόμμα. Το κόμμα τον έστειλε εργάτη στη δημόσια υπηρεσία διάνοιξης και συντήρησης δρόμων.

Έμεινε εκεί τριάντα χρόνια. Ως το 1991.

Τριάντα χρόνια, μια ολόκληρη εργασιακή ζωή, με τη βαριοπούλα στο χέρι, να σπάει πέτρα για να γεμίζουν οι λακκούβες. Ο δάσκαλος που δεν άφησαν να μπει σε αίθουσα έσπαγε χαλίκι δίπλα στον δρόμο, και τον προσπερνούσαν με τα αυτοκίνητα άνθρωποι που είχαν το «σωστό» πιστοποιητικό.

Στο μεταξύ στην Αλβανία γκρέμιζαν τις εκκλησιές. Όσες δεν γκρέμισαν τις έκαναν αποθήκες. Από το 1945 ως το 1967 η πίστη διωκόταν όπως και στις άλλες ανατολικές χώρες, μετά το 1967 απαγορεύτηκε και το παραμικρό θρησκευτικό σύμβολο. Η Αλβανία έγινε το μοναδικό κράτος στον κόσμο που επέβαλε την αθεΐα δια νόμου. Τους παπάδες τους έγδυσαν από το ράσο και τους έριξαν στη φυλακή. Και ο κόσμος στα χωριά μας έμεινε, όπως τα μετρούσε ο ίδιος, είκοσι εφτά χρόνια χωρίς ιερέα και χωρίς μυστήριο, με τα ιερά σκεύη και τις εικόνες θαμμένα σε κρυψώνες. «Λειτουργούσαμε ως κρυπτοχριστιανοί», έλεγε, και η λέξη σε πηγαίνει τρεις αιώνες πίσω, όχι στον εικοστό.

Το 1989 άρχισε να πέφτει το ανατολικό μπλοκ και το κύμα έφτασε και εκεί. Το καθεστώς προτίμησε την ελεγχόμενη πτώση του από τη σύγκρουση. Ο κόσμος ξαναμπήκε φανερά στις εκκλησιές, ξέθαψαν τα σκεύη, ξανακρέμασαν τις εικόνες, και μετά στάθηκαν και κοιτάχτηκαν. Παπάς δεν υπήρχε.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1990 έψαλλαν όλες τις ακολουθίες στο Αλύκο οι δύο γέροι ψάλτες του χωριού, ο Γιάννης Ράφτης και ο Φίλιππος Κώτσης. Τα αναγνώσματα τα διάβαζε ο εργάτης της οδοποιίας. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, μετά την ακολουθία της Πεντηκοστής, ο ένας από τους δύο τον πήρε παράμερα και του είπε, κατά λέξη:

«Κίτσο, πρέπει να το πάρεις απόφαση και να βρεις τρόπο να πας στην Ελλάδα για να ετοιμαστείς για παπάς. Θα πήγαινα εγώ, αλλά εσύ είσαι πιο νέος και πιο γραμματισμένος. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι ένας σταυρός που θα τον σηκώσουμε όλοι μαζί...»

Ήταν πενήντα δύο χρονών και τον έλεγαν νέο. Αυτό λέει πολλά για το τι είχε απομείνει από την Εκκλησία στον τόπο μας.

Δεν απάντησε. Τον καθήλωσε όμως, είπε, τόσο που για μέρες δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Τον Δεκέμβριο του 1990 πέρασε στην Ελλάδα.

Εδώ κάποιοι θα περίμεναν ότι θα τον υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Δεν συνέβη έτσι όμως. Το είπε βέβαια και ο ίδιος, χωρίς πικρία, μάλλον με κατανόηση για τους άλλους. Οι πρώτοι κληρικοί που συνάντησε στα Γιάννενα τον κοίταξαν με καχυποψία, και ίσως με το δίκιο τους, γιατί έβλεπαν μπροστά τους έναν ρακένδυτο που είχε έρθει από την Αλβανία λέγοντάς τους ότι σκέφτεται να γίνει ιερέας. Φωτεινή εξαίρεση, μόνο ένας: ο π. Γεώργιος Καράμπελας.

Λίγες μέρες μετά ανέβηκε στην Κόνιτσα, στον Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως Σεβαστιανό. Αυτόν που οι Βορειοηπειρώτες τον άκουγαν κρυφά στα ραδιόφωνα και έκλαιγαν. Τη συνάντηση, ο ίδιος ο παπα-Χρήστος τη χαρακτήριζε αποκαλυπτική. Εκεί, είπε, έφυγε κάθε του αναστολή. Ο Σεβαστιανός τον έστειλε στο Άγιον Όρος, στη Μεγίστη Λαύρα, όπου δούλευε για τα προς το ζην και παράλληλα έκανε εντατικά μαθήματα. Πενήντα δύο χρονών, έγινε ξανά μαθητής.

Τον Ιούνιο του 1991 έμαθε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ορίσει τον Επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο Πατριαρχικό Έξαρχο για την Αλβανία. Κατέβηκε στην Αθήνα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Αναστάσιος τον τακτοποίησε στη Μονή Πεντέλης, και στις 7 Ιουλίου 1991 τον χειροτόνησε διάκονο. Του είπε ότι θα τον έχει μαζί του στην πρώτη περιοδεία του στην Αλβανία.

Έναν μήνα γύριζαν τη χώρα. Πριν φύγει ο Έξαρχος για να ενημερώσει το Πατριαρχείο, από τους τελευταίους σταθμούς ήταν το Αλύκο. Εκεί, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, σε ναό χτισμένο πάνω σε θεμέλια του πέμπτου αιώνα, στις 16 Αυγούστου 1991, ο Αναστάσιος τον χειροτόνησε ιερέα. Πρώτη χειροτονία Βορειοηπειρώτη μετά την πτώση του καθεστώτος, πριν ανοίξει καν η Θεολογική Σχολή στο Δυρράχιο.

«Η σημερινή μέρα είναι σπουδαία για την Εκκλησία και τον τόπο», είχε πει τότε ο μακαριστός Αναστάσιος.

Ο ίδιος, κάθε φορά που θυμόταν εκείνη τη μέρα, έλεγε ότι του ερχόταν αυθόρμητα το τροπάριο των αίνων: «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν;»

Ακολούθησαν τριάντα πέντε χρόνια ιεροσύνης, με διακονία επί σειρά δεκαετιών ως εφημέριος στην ενορία των Αγίων Σαράντα και με επίκεντρο την Αγία Βαρβάρα στο Αλύκο του Δήμου Φοινικαίων, υπό τους μητροπολίτες Αργυροκάστρου Δημήτριο και, τα τελευταία χρόνια, Ναθαναήλ. Το 2021, συμπληρώνοντας τριάντα χρόνια, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια», στον Σωτήριο Λέτσιο. Τον ρώτησαν τι έργο αφήνει. Απάντησε πρώτα «δεν είναι εύκολη ερώτηση» και μετά αναφέρθηκε σε αριθμούς. Πάνω από 1.200 βαπτίσεις. Κοντά στα 1.000 ζευγάρια στεφανωμένα. Πάνω από 3.000 θείες λειτουργίες. Συμπληρώνοντας με την ταπεινοφροσύνη που τον χαρακτήριζε: «Δεν αισθάνομαι ότι έκανα τίποτα σπουδαίο».

Στην ίδια απάντηση υπάρχει και η φράση που, χωρίς να το ξέρει, συνόψισε ολόκληρη τη ζωή του. «Δοξάζω τον Κύριο», είπε, «που αποτέλεσα ένα λιθαράκι στην ανοικοδόμηση και τη λειτουργία της εκκλησίας μας».

Λιθαράκι. Η φράση ενός ανθρώπου που είχε σπάσει τριάντα χρόνια πέτρα με τα χέρια του και δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ήταν αυτός η γωνία που κρατάει τον τοίχο.

Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε ότι ο Θεός δεν βλέπει το αποτέλεσμα, βλέπει τον κόπο. Αν είναι έτσι, τα νούμερα του παπα-Χρήστου είναι το λιγότερο. Ο λογαριασμός του ανοίγει τριάντα χρόνια πριν από τη χειροτονία, στα χαλίκια εκείνου του δρόμου, όταν δεν τον έβλεπε κανείς και τίποτα δεν έδειχνε πού πάει όλος αυτός ο μόχθος.

Δεν ήταν ήσυχα ούτε τα επόμενα χρόνια μετά τη χειροτονία. Έγινε πολλές φορές στόχος εθνικιστικών κύκλων στην Αλβανία. Για τη λατρεία έλεγε ότι μεγάλα προβλήματα δεν είχαν, τους σέβονταν ακόμη και οι αλλόθρησκοι, με κάποιες εξαιρέσεις. Για το κράτος όμως μιλούσε αλλιώς. Μιλούσε για τα ιερά κειμήλια και τις εικόνες που δεν επιστράφηκαν και κρατιούνται σε μουσεία και αποθήκες. Εκκλησιαστικές περιουσίες που δεν αποδόθηκαν. Μοναστήρια και εκκλησίες χαρακτηρισμένα πολιτιστικά μνημεία που παραμένουν στην κυριότητα του κράτους. Αυτά τα έλεγε το 2021 και ισχύουν ακόμη.

Τον ρώτησαν και τι τον συγκινεί πιο πολύ στη λειτουργική του ζωή. Απάντησε ότι νιώθει δέος όταν λειτουργεί στα παλιά και εγκαταλελειμμένα μοναστήρια του τόπου. Στα ερείπια δηλαδή. Εκεί που ο άλλος βλέπει μια στέγη που έπεσε, αυτός έβλεπε ότι η ακολουθία δεν διακόπηκε, απλώς άργησε είκοσι εφτά χρόνια.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας, στα τριάντα τέσσερα χρόνια της ιεροσύνης του, ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Ναθαναήλ του απένειμε το οφίκιο του Σταυροφόρου. Το «Άξιος» βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του κόσμου. Στην ίδια ακολουθία χειροθετήθηκαν αναγνώστες ο Λεωνίδας Παππάς, ο γιος του, και ο Πέτρος Γαλάνης. Ο ίδιος ο Λεωνίδας ανακοίνωσε ξημερώματα ,22 Σεπτεμβρίου 2026, τον θάνατο του πατέρα του.

Όταν τον πίεσαν να αποτιμήσει το έργο του, είχε απαντήσει λιτά: «Ο Κύριος είναι ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας».

Αύριο θα τον υποδεχθεί το μαρτυρικό χώμα του Αλύκου, στους Αγίους Τεσσαράκοντα. Στο ίδιο χωριό που τον είχαν γράψει εχθρό του λαού και του απαγόρευσαν να μπει σε σχολική αίθουσα. Θα είναι εκεί άνθρωποι που τους βάφτισε, ζευγάρια από τα χίλια που στεφάνωσε, οικογένειες που τους κράτησε το χέρι στα δύσκολα. Μια ολόκληρη κοινότητα που της έδωσε πίσω αυτό που της το είχαν πάρει με τη βία.

Καλό σου ταξίδι, πάτερ Χρήστο. Η πέτρα που έσπαγες με τα χέρια σου έγινε θεμέλιο που δεν γκρεμίζεται.

Αιωνία σου η μνήμη.

22 Σεπτεμβρίου 2026

Elder Ephraim: Apostle to America with Constantine Zalalas: Modern Orthodox Elder!!!

 

Αντάμωμα ψυχών Βιβλίο του π. Αλεξίου Κοβιλιάτη - Μέρος 7 | Ομιλήματα | με τον Γιώργο Μπάρλα.

 

Μια Απρόσμενη Συνάντηση. Από το βιβλίο "Αντάμωμα Ψυχών" του π. Αλεξίου Κοβιλιάτη (Alexandër Miloti).

 

Προσκύνημα. Από το βιβλίο "Αντάμωμα Ψυχών" του πατρός Αλεξίου Κοβιλιάτη (Alexandër Miloti).

 

Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης: Ο ακατέργαστος αδάμαντας του Άθωνα!!!!

 

Η μορφή του Ιωάννου του Προδρόμου μάς υπενθυμίζει...........


 



Η μορφή του Ιωάννου του Προδρόμου μάς υπενθυμίζει ότι οφείλουμε να εκπληρώνουμε το χρέος της ζωής μας ακόμη και μέχρι της χύσεως του αίματος... Και όταν ανατρέφουμε παιδιά, πλένουμε πιάτα ή καθαρίζουμε τα τζάμια, υπηρετούμε τον Θεό — διότι απαρνούμαστε τον εαυτό μας και υπηρετούμε τον πλησίον, προσφέροντάς του χαρά και δείχνοντάς του αγάπη· και δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από αυτή την αγάπη.


Πρωθιερέας Ντιμίτρι Σμιρνόφ

Sermon for the 16th Sunday after Pentecost on the Parable of the Talents (Mt 25:14-30)

 

Livet i Kristus er aktivt – Prædiken af f. Poul, 20. september 2026.

 

Pherecrates-METAL-(5th century BC)🎸

 

Αναστάσιος Γόρδιος ιατρός: Συγκινεί ο πατέρας Κωνσταντίνος για τη ζωντανή πίστη στα Μεγάλα Βραγγιανά.

 

Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης για την Ηγουμένη Ευγενία Κλειδαρά - Ι.Μ. Αγίου Ραφαήλ Μυτιλήνης.

 

Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης-ΠΡΙΝ 15 ΧΡΟΝΙΑ.

 

Παρακλητικός Κανών εις τον Οσιον Τύχωνα τον Αγιορείτην.

 




῞Οσιος

 Τύχων ὁ ̒Αγιορείτης

 

(23 Σεπτεμβρίου)

 

῞Οσιος Τύχων ὁ ̒Αγιορείτης

̒Ο ῞Οσιος Τύχων γεννήθηκε τό 1884 στή Ρωσία. ῞Οταν ἐνηλικιώθηκε ἀφοῦ προσκύνησε διάφορα Ρωσικά Μοναστήρια πῆγε γιά προσκύνημα στούς  ̒Αγίους Τόπους κι ἀπό ἐκεί ἦλθε στό ῞Αγιον ῎Ορος. Στήν ἀρχή μόνασε στό Κελλί τοῦ Μπουραζέρι, ἀργότερα πῆγε στά Καρούλια καί τέλος στήν περιοχή τῆς Καψάλας. ̉Εκεί ἔζησε σέ μία φτωχική καλύβη ἔχοντας ὡς μοναδικό πλούτο τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τά δάκρυά του ἐπότισε τήν ἔρημο τοῦ ̒Αγίου ῎Όρους καί δίδαξε στόν ῞Άγιο Παΐσιο τά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς. ̒Ο ὅσιος ἔγινε γνωστός γιά τήν ἀκτημοσύνη του, τήν μεγάλη του ταπείνωση καί τήν παιδική του απλότητα. Καθημερινό  ἐργόχειρό του ἦταν ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καί οἱ πνευματικές ἐμπειρίες (ὅπως ἡ συνομιλία του μέ  ̉Αγγέλους κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας κλπ.).

   Πλῆθος προσκυνητῶν ἀναπαύθηκαν στό πετραχήλι του καί ἄκουσαν τίς συμβουλές του. Στις συζητήσεις του πάντα ἀνέφερε γιά τόν γλυκό Παράδεισο καί ἀπό τά μάτια του κυλοῦσαν δάκρυα καί δέν τοῦ ἔκανε καρδιά νά ἀσχολεῖται μέ μάταια πράγματα.

   ̒Ο ῞Οσιος κοιμήθηκε στίς 23 Σεπτεμβρίου 1968.

 

 

 

Παρακλητικὸς Κανὼν

ες τν ῞Οσιον Τύχωνα τὸν ̒Αγιορείτην

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

 

Ελογήσαντος το Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) καὶ εὐθὺς ὁ Χορὸς σὲ Ἦχον δ´ λέγει τὸ: Θεὸς Κύριος,... (τετράκις) καὶ εἶτα τὰ παρόντα Τροπάρια.


Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τῷ θεαρέστως ἐν τῷ  ῎Αθῳ βιώσαντι,* οἱ ἐν δεινοῖς καὶ συμφοραῖς νῦν προσπέσωμεν,* ἐν κατανύξι κράζοντες, ἐκ βάθους ψυχῆς,* Τύχων, βοή­θη­σον,* τοὺς σοι προστρέχοντας πίστει,* πρόφθασον καὶ λύτρωσε ἐκ παντοίων κινδύνων,* μὴ παραβλέ­ψῃς δέ­η­σιν οἰκτρὰν* τῶν προσφευγόντων τῇ σκέπῃ σου, Πά­ντιμε.

                                                                                                                                            

Δόξα Πατρὶ…

 ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τῆς ἐρήμου...

ΤῆςΡωσίας τὸν γόνον καὶ τοῦ ῎Αθω τὸ κλέϊσμα* τῶν μοναζόντων τὴν δόξα ὡς καὶ πρότυπον ἅγιον,* Τύχωνα, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα βοήθειαν δαψιλῶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα  τῷ  σὲ στεφανώσαντι˙* δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πᾶσι συγχώρησιν.

 

Καὶ νῦν … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστα­σο πρε­σβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀε* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

 

δὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. ῾Ὺγρὰν διοδεύσας…

Προσπίπτομεν πάντες ἱκετικῶς* πρὸς σὲ Τύχων μάκαρ,* καὶ αἰτούμεθα ταπεινῶς,* ὅπως ἡμῖν βοήθειαν παράσχης,* ἵνα διάγωμεν βίον φιλόθεον.

 

̒Ικέτας ἀξίωσον ταπεινῶς,* δεόμεθα πάντες,* Τύχων ἔνδοξε ἀθλητά,* ὅπως λιταῖς σου πρός τόν Κτίστην * παράσχῃ ἡμῖν τὰ τέλη ἀνώδυνα.

 

Σωτήρα ἀνθρώπων, Τύχων σεμνέ,* ἱκέτευε πάντες σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς,* ὅπως ἡμῖν

παράσχῃ εἰρήνην* ὡς καὶ βίον ἀκηλίδωτον, ῞Οσιε.

 

Θεοτοκίον.

Τούς σπεύδοντας τῇ χάρῃ σου, Μαριάμ,* μή ἐγκαταλείπεις,* ἀλλά δίδου ὑπομονήν,* πίστιν ἀκλόνητον, Παρθένε* ὡς καί ἐλπίδαν,* Θεόνυμφε Δέσποινα.

 

δὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τ

οῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γροὺς καὶ οἰκίας, ὅσιε Τύχων,* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵ­να ὑμνοῦμέν σε* τὸν τοῦ  Χριστοῦ  στρατιώ­την* τῶν πι­στῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον.

 

̉Ανυπόκριτον πίστιν θαυματουργέ, Αγιε,* ἀγάπην καὶ εἰρήνην παράσχου* λιταῖς σου, Οσιε,* ἵνα δοξάζωμέν σε* τὸν συμπολίτην ἀγγέλων* καὶ πιστῶν τό καύχημα,* Τύχων μακάριε.

 

Προστασίαν οὐκ ἔχω παρ̉  οὐδενός, Οσιε,* διὸ σοι καταφεύγω ὁ τάλας,* Τύχων πανύμνητε,* κα ταπεινῶς ἐκζητῶ * τὴν σὴν βοήθειαν, πάτερ,* ἣν σὺ παράσχου, ἔνδοξε,* τάχος ἱκέτῃ Σου. 

 

Θεοτοκίον.

῾Ραθυμίας ἐργάτης,* κατέστην ὁ ἄθλιος,* διὸ πρὸς Σὲ καταφεύγω* καὶ πόθῳ δέομαι,* σπεῦσον ταχὺ, Μα­ριάμ,* καὶ σῶσον, Κόρη, ἱκέτην,* καὶ Υἱόν Σου, ῎Α­χρα­ντε, Σὺ ἐξευμένισον.

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου, μάκαρ Τύχων* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

 

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

 

Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα

Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐ­λέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βο­ῶμέν σοι,* Θεοδόξαστε Τύχων, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι  ἡμᾶς* τοὺς πρὸς σὲ ἀπαύστως προστρέχοντας.

 

δὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε,…

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Θαυματουργέ Τύχων, τάχος εἰρήνευσον* καὶ τὸν κλείδωνα κατεύνασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξαστε.

 

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Τύχων πανευωδέστατε,* καὶ παράσχου ῥώσιν

ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

 

῾Ολοψύχως σοῦ δέομαι* τὰ τέλη ἀνώδυνα πᾶσι δώ­ρησε* καὶ κατεύνασον τὸν τάραχον* τοῦ νο­ὸς μου, Τύχων, ῎Αθου σέμνωμα.

 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε πανάχραντε,* τὸν υἱὸν σου σκέπε καὶ διαφύ­λαττε* καὶ τὸ στόμα μου διάνοι-ξον,* τοῦ δοξάζειν Σε Θεοκοινώνητε.

 

δὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δώρησον καμέ* ὑγιείαν καὶ ταπείνωσιν,* πνεῦμα συ­νέσεως καὶ φόβον Θεοῦ*, ἵνα ὑμνῶ σὲ ἀπαύ­στως, Τύχων θεσπέσιε.

 

῞Υπνον ἐλαφρὸν* κα ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* πα­ράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* κα ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη, Τύχων, κοίμησον. 

 

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς, πιστῶν, Τύχων, ἡ χαρά* καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.  

 

Θεοτοκίον.

῎Αχραντε, θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ἐκ τῶν παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ* τὸν Σὸν ἱκέτην* ἀπαύστως, Σεμνή, προστάτευσον.

 

δὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ρῦσαι με* τὸν ἀνάξιον ἱκέ­την λιταῖς σου* καὶ ἐκ φθορᾶς καὶ ποικίλων παγί­δων* τοῦ ἀρχεκάκου ἐχθροῦ, Τύχων, μὲ λύτρωσον,* ὦ κλέος  τῶν χριστιανῶν,* ἐκ τῶν παθῶν τῶν ποικίλων σύ ῥύσαι με.

 

Νευρώσεις Σύ, ἀπελαύνεις, ῞Οσιε,* κα τὰς νό­σους θεραπεύεις ταχέως* καὶ ταῖς ψυχαῖς  ̉Ορθοδόξων παρέχεις,* ἀκαταπαύστως βοήθειαν ἔνδο­ξε˙* Σοῦ  δέομαι   δυσμενής,* τῆς  ψυχῆς μου  τὰ ὄμ­ματα ἄνοιξον.

 

Προστάτην σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι* καὶ ἀκοίμητον φρουρὸν σὲ κατέχω,* τοὺς πειρασμοὺς ἀπελαύνεις μακρόθεν,* σὺ καὶ τὰς νόσους διώκεις ταχύτατα,* Τύχων θαυματουργέ,* τῶν  ̉Ορθοδόξων φρουρὸς  ὁ ἀκοίμητος.

 

Θεοτοκίον.

̉Ηλίου τοῦ νοητοῦ σύ, ῎Αχραντε,* ἀνεδείχθης, Θεοτόκε, μητέρα,* ὃν καθικέτευε, κόρη, ἀπαύστως* καὶ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐξευμένισον* δεόμεθά σου, ὦ Μαριάμ,* ἵνα λάβωμεν χάριν καὶ ἔλεος.

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου, μάκαρ Τύχων* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

                                                                    

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉  ἐσχάτων  τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

 

Δέησις καὶ τ Κοντάκιον. 

Ἦχος β. Προστασία.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ παρί­δῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ῞Οσιε Τύχων, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθο­δό­ξων καταφύγιον.

 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

 

Στίχος: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου    θάνατος τοῦ  Ὁσίου αὐ­τοῦ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγ­γελίου, Εἰρήνη πᾶσι.

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. στ΄ 17-22) ἁγίου Εὐαγγελίου …

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἔστη ὁ ̉Ιησοῦς ἐπὶ τόπου πεδι­νοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πο­λὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ ῾Ιερουσα­λὴμ καὶ τῆς παρα­λίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐ­τῶν, καὶ οἱ ὀ­χλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο˙ καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ᾿ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πά­ντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μα­θητὰς αὐτοῦ ἔλεγε˙ μακά­ριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ˙ μακάριοι οἱ πει­νῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε˙ μακάρι­οι οἱ κλαίο­ντες νῦν, ὅτι γελάσετε˙ μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσω­σιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσω­σιν ὑ­μᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πο­νηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

 

Δόξα Πατρὶ …

Ταῖς τοῦ σοῦ ῾Οσίου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Καὶ νῦν …

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

 

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν μοναζόντων προστά­τα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ προσφύγω ὁ ἄθλιος,* πάντοθεν πολεμούμε­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, φωτοφόρε,* τὸ καύχημα καὶ κλέος τῶν πιστῶν* καί ὑγιείαν παράσχου μοι,* Τύχων ἀξιάγαστε.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν. 

 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς δὰς

 

δὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉Τοῖς ἀτέκνοις συζύγοις* σὺ παρέχεις τέκνα, πανευω­δέστατε,* διὸ καὶ οἱ ποθοῦντες υἱοὺς καὶ θυγα­τέ­ρας* σοι βοῶντες προσφεύγουσι˙* Τύχων κλέος πιστῶν* ἡμῖν παράσχου ἀπογόνους.

                                                           

̉Εκ τροχαίου ἱκέτας* σὺ προστάτευσον, Τύχων φωστὴρ λαμπρότατε,* καὶ πᾶσι τοῖς αἰτοῦσι* μετάνοιαν παρά­σχου,* ἵνα πάντες κραυγάζωμεν˙* Ὁ τῶν Πατέ­ρων ἡ­μῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἰ.

 

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλάστης, λιταῖς σου ἔνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σοῦ δέονται,* τὸν Ζωο­δότην Χριστόν, εὐμένισον σύ Τύχων.

 

Θεοτοκίον.

Λειτουργοὺς τοῦ ῾Υψίστου,* Θεοτόκε Μαρία, θερμῶς δεόμεθα* παράσχου ὑγιείαν* ταπείνω­σιν κα ῥώ­σιν,* ἵνα πόθῳ κηρύττουσιν˙* τό θέλημα τοῦ Σοῦ Υἱοῦ* πανάμωμε Παρθένε.

 

δὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Τύχων φωτοφόρε,* ὅπως σοῦ ἱκέτας* μετάνοιαν παράσχῃ.

 

Τοὺς ̉Ορθοδόξους ἐκ τῶν χειρῶν ἀρχεκά-κου,* καὶ ἐκ νόσων διάσωσον, Τύχων,* αἰτού-μεθα  πίστει* κα  πόθῳ, Χριστοδρόμε.

 

῾Η βιοτὴ σου χαρᾶς πληροῖ  ̉Ορθοδόξους* καὶ εὐφραίνει καρδίας ἁπάντων,* Τύχων μυροβόλε,* τό κλέος τῶν ἀγγέλων.

 

Θεοτοκίον.

Σὲ Θεοτόκε, τοῦ Πλαστουργοῦ τὴν Μητέρα* ἱκετεύο­μεν πάντες βοῶντες* παράσχου ἱκέταις* τὴν ἄνω­θεν εἰρήνην.

 

δὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* Τύχων ἀθλοφόρε,* ἀκατακρί­τως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε. 

 

 ̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπο­μο­νὴν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀ­σφῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον. 

 

Σὺν τῇ Μητρὶ τοῦ Κτίστου* καὶ τῷ Παϊσίῳ,* παμμάκαρ Τύχων, πιστοὺς διασώσατε* ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Βελίαρ,* πάντες δεόμεθα.

 

Θεοτοκίον.

῾Ροὴν μου τῶν δακρύων* μὴ ἀποποιήσῃς,* Θεοτόκε Παρθένε, σοῦ δέομαι* καὶ ἐκ τῆς ψυχῆς μου τὴν λύπην* τάχος διάλυσον.

 

Καὶ εὐ­θὺς τὰ Μεγαλυνάρια

῎Αξιόν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς,* μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.* Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ,* καὶ ἐνδο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως* Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄν­τως, Θε­ο­τό­κον,* σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

 

Τὴν ῾Ελλάδα σκέπε, θαυματουργέ,*  Τύχων μυροβόλε,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* καί ἐκ τῶν κυ­κλοῦντων* αὐτὴν ἐχθρῶν, φωσφόρε,* διάσω­σον λι­ταῖς σου* ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.

 

Φύλαττε τὸ σῶμα μου, θαυμαστέ,* ἀπὸ τοῦ καρκίνου* καὶ ἐκ νόσων παντοειδῶν,* ὡς καὶ τὴν ψυχὴν μου* ἐκ τῶν παθῶν, τρισμάκαρ,* Τύχων ἀθλοφόρε,* πιστῶν ἀγλάϊσμα.

 

Πᾶσαν τὴν ἐλπίδα μου, θαυμαστέ,* πρὸς σὲ ἐπιῤῥίπτω* ὁ ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ,* διὸ σοι προσπίπτω* καὶ δέομαι ὁ τάλας* τὰ τῆς ψυχῆς μου ἔλκη τάχος θεράπευσον.

 

̉Εν ῎Αθῳ ἐβίωσας εὐλαβῶς* γόνε τῆς Ρωσίας,* Τύχων ἔνδοξε καὶ σεπτέ,* καὶ γῆν τῆς Καψάλας* διὰ πολλῶν ἀγώνων* ἡγίασας ἐσχάτως* ἔνσαρκε ῎Αγγελε.

 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι Πάντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρε­σβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

 

Εἶτα τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν…, καὶ τὸ  ̉Απολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τῆς ἐρήμου...

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ τοῦ ῎Αθω τὸ κλέϊσμα* τῶν μοναζόντων τὴν δόξα ὡς καὶ πρότυπον ἅγιον,* Τύχωνα, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα βοήθειαν δαψιλῶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι˙* δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πᾶσι συγχώρησιν.

 

Δέησις,  ̉Απόλυσις καί ὁ Χορὸς  ψάλ­λει:

 

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Πάντων σὺ προστάτης, ἀγαθέ,* καὶ τῶν σωτη­ρίαν ποθούντων,* σὺ εἶ ὁδηγὸς ἀπλανής,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν,* τῶν ̉Ορθοδόξων πλη­θύς,* πρεσβευ­τὴν ἀκατάβλητον* καὶ μέγαν μεσί­την,* οἱ κα­τατρυχόμε­νοι ὑπὸ ποικίλων παθῶν,* κλέ­ος ἀνε­δείχθης καὶ δό­ξα,* διὸ παρὰ σοῦ Τύχων, αἰτοῦμεν* ταῖς λιταῖς σου, μάκαρ, πρὸς τὸν Κύριον.

 

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου*  καὶ  λύτρωσαι  ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλί­ψεως.

 

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

 

῾Ο ῾Ιερεὺς ἤ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

 

̉Αμήν.

 

 

 

 

 

 



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Οσιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…,  Καὶ νῦν…