Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Ορίστε μια σύντομη αλλά απίστευτα σοφή προσευχή:
*Πέμπτη της Πεντηκοστής*
*Τετάρτη της Πεντηκοστής*
Όταν κάποιος διορθώνει τον εαυτό του, διορθώνεται και ο κόσμος γύρω του.
Δοξαστικό της Πεντηκοστής.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ. ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ
ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ
ΛΑΜΠΡΟΥ
Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μεταξύ των χιλιάδων Νεομαρτύρων, οι
οποίοι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους, στα μαύρα
χρόνια της τουρκοκρατίας, συγκαταλέγονται και ορισμένοι, οι οποίοι προέρχονταν
από τους αλλόθρησκους τούρκους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο ηρωικός Νεομάρτυς άγιος Κωνσταντίνος εξ Αγαρηνών.
Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο νησί της Λέσβου, στην κοινότητα Υψηλομέτωπου από τούρκους και
μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, γονείς. Ήταν ένα χαριτωμένο και πανέμορφο παιδί,
το οποίο όσο μεγάλωνε, τόσο αναδεικνύονταν τα ψυχικά του χαρίσματα και τα
ασυνήθιστα σωματικά του κάλλη. Άλλοι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν και άλλοι
τον ζήλευαν και τον μισούσαν.
Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών, κάποια
τουρκάλα γειτόνισσά του, παρασυρμένη πάθος της ζήλιας και του φθόνου αποφάσισε
να τον θανατώσει. Κάποια μέρα συνέλαβε ένα πανούργο σχέδιο, έφτιαξε γλυκό, στο
οποίο έβαλε δηλητήριο και το πρόσφερε στον ωραίο νεαρό. Εκείνος το έφαγε και
αμέσως άρχισαν οι παρενέργειες της δηλητηρίασης. Πάλεψε για μέρες, αλλά στο
τέλος σώθηκε μεν από το θάνατο, αλλά έμεινε τυφλός και παράλυτος, καθηλωμένος
στο κρεβάτι. Και σαν να μην έφθανε αυτό, προσβλήθηκε και από ευλογιά, και έδινε
μάχη να κρατηθεί στη ζωή.
Μια άλλη γειτόνισσά του χριστιανή, τον
συμπόνεσε και πήγε στο σπίτι του με ένα δοχείο με αγίασμα, προτείνοντας στη
μητέρα του να τον νίψει με αυτό. Η μουσουλμάνα μητέρα του, μέσα στην απόγνωσή
της και βλέποντας το παιδί της να πεθαίνει, ώρα την ώρα, δέχτηκε. Το θαύμα
έγινε, αμέσως άρχισε η ανάρρωση και σε λίγες ημέρες έγινε εντελώς καλά! Είδε
ξανά το φώς του και σηκώθηκε από το κρεβάτι!
Μετά λίγο καιρό πέθανε ο πατέρας του και
η μητέρα του παντρεύτηκε άλλο άνδρα μουσουλμάνο, κακό και μέθυσο, ο οποίος
συμπεριφέρονταν βάναυσα στον ίδιο και τα τρία αδέλφια του. Μη μπορώντας να
αντέξουν το ξύλο και τη βαναυσότητα του πατριού τους τα τέσσερα αδέλφια
αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη Σμύρνη. Εκεί για να ζήσουν ασχολήθηκαν με το εμπόριο λαχανικών.
Μεταξύ των πελατών τους ήταν και ο Μητροπολίτης Σμύρνης, στον οποίο
προμήθευε λαχανικά, πηγαίνοντάς τα ο μετέπειτα ονομασθείς Κωνσταντίνος. Κατά
τις τακτικές επισκέψεις του στη Μητρόπολη εξοικειώθηκε με τους Χριστιανούς και
άκουγε όμορφες συζητήσεις και χρήσιμες συμβουλές, άγνωστες στους ομοθρήσκους
του τούρκους. Τακτικά τύχαινε να δει πως εόρταζαν οι Χριστιανοί τις μεγάλες
γιορτές τους, οι οποίες του προξενούσαν μεγάλη εντύπωση και συγκρίνοντάς τες με
αυτές της θρησκείας του, τις έβλεπε ανώτερες, με ασύγκριτο πνευματικό βάθος και
νόημα. Κάθε φορά που παρακολουθούσε χριστιανική εορτή, γέμιζε η ψυχή του από
ανεξήγητη χαρά και αγαλλίαση. Συχνά έπιανε συζήτηση με σεβάσμιους κληρικούς της
Μητροπόλεως, συζητώντας για πνευματικά θέματα και ζητώντας απαντήσεις σε
απορίες του.
Κάποια μέρα βρήκε μόνο του έναν γέροντα
πνευματικό, τον οποίο παρακάλεσε να του διαβάσει κάτι πνευματικό από τα ιερά
βιβλία του Χριστιανισμού. Ο γέροντας δεν είχε μαζί του τα γυαλιά του και ο
νεαρός μουσουλμάνος έτρεξε να του φέρει, για να μη χάσει την ευκαιρία να
ακούσει πνευματικά λόγια, που αγνοούσε. Ο σεβάσμιος γέροντας άρχισε να του
διαβάζει αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και
Συναξάρια αγίων. Παράλληλα του μιλούσε για το Χριστό και την σωτηρία, μέσω της
Εκκλησίας Του. Η συζήτηση διήρκησε πολλές
ώρες.
Ο νεαρός μουσουλμάνος κατενθουσιάστηκε από όσα άκουσε, εντυπώνοντάς τα στην
ψυχή του.
Όταν έφυγε από τη Μητρόπολη αισθάνθηκε ότι
κάτι σημαντικό άλλαξε μέσα του. Είχε αγαθή ψυχή και φόβο Θεού. Φαίνεται πως τον
καιρό που η ευσεβής γειτόνισσα τον ένιψε
με τον αγιασμό τον επισκέφτηκε η θεία χάρις, οδηγώντας τον στη σωτηρία. Καθ’
οδόν για το σπίτι του πήρε τη μεγάλη απόφαση να αλλαξοπιστήσει και να γίνει
Χριστιανός, διότι πείστηκε για την ανωτερότητα της χριστιανικής πίστεως.
Δεν
πέρασε πολύς καιρός όπου παράτησε το εμπόριο των λαχανικών, αποχαιρέτησε τα
αδέλφια του και αναχώρησε για το Άγιο
Όρος για να πραγματοποιήσει τον μεγάλο και σωτήριο σκοπό του. Έφτασε στη Νέα Σκήτη, όπου αναζήτησε έναν έμπειρο
πνευματικό να εξομολογηθεί και να κατηχηθεί, ώστε να ακολουθήσει η βάπτισή του.
Με δάκρυα στα μάτια εξομολογήθηκε και ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Ο
πνευματικός του τον κράτησε για λίγες ημέρες κοντά του, διδάσκοντάς του τις
αρχές της χριστιανικής πίστεως και συζητώντας μαζί του ώρες ολόκληρες. Ο νεαρός
μουσουλμάνος ζούσε ένα όνειρο, την ανείπωτη χαρά του την εκδήλωνε με ποταμούς
δακρύων.
Ο πνευματικός κράτησε μυστικό την επιθυμία
του νεαρού να γίνει Χριστιανός για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Κατόπιν το
ανέφερε στους προϊσταμένους της Ιεράς
Μονής Αγίου Παύλου, οι οποίοι χάρηκαν και δόξασαν το Θεό για την μεταστροφή
του αλλόθρησκου νέου. Ταυτόχρονα τους κατέλαβε σοβαρός προβληματισμός,
αναλογιζόμενοι τις φοβερές συνέπειες που θα υφίσταντο αν μαθεύονταν το γεγονός
της μαθητείας και βαπτίσεως μουσουλμάνου. Σημειώνουμε πως η σαρία, δηλαδή ο ισλαμικός
νόμος προβλέπει την ποινή του θανάτου για όποιον αρνιέται το Ισλάμ και για
όποιους τον βοηθήσουν.
Οι πατέρες του Αγίου Παύλου αποφάσισαν να
τον στείλουν στην Ιερά Μονή Μεγίστης
Λαύρας, όπου ήταν το κέντρο της αγιορείτικης πολιτείας και είχε πολλούς και
σοφούς γέροντες, για να χειριστούν το θέμα. Οι πατέρες της Λαύρας τον
καλοδέχτηκαν, τον περιποιήθηκαν, ωστόσο δεν τόλμησαν και αυτοί να τον
βαπτίσουν. Μάλιστα κάποιοι από τους πατέρες νόμισαν πως επρόκειτο για παγίδα
των τούρκων, ότι ήταν βαλτός να λάβει εικονικό βάπτισμα, για να βρουν την
αφορμή να καταστρέψουν τη Μονή.
Την εποχή εκείνη βρισκόταν στο Άγιο Όρος
εξόριστος ο Πατριάρχης άγιος Γρηγόριος
Ε΄, σε μια από τις πολλές εκθρονίσεις και εξορίες του. Σ’ αυτόν τον
έστειλαν οι πατέρες, δίνοντάς του και πέντε αργύρια ως βοήθημα.
Εκείνος όμως αντί να πάει στον εξόριστο
Πατριάρχη, πήγε στη Σκήτη της Αγίας
Άννας, όπου βρήκε έναν άγιο και πνευματικό πατέρα τον Χρύσανθο, στον οποίο έμεινε τρεις ημέρες φιλοξενούμενος και
νουθετούμενος. Μετά αναχώρησε προς άγνωστη γι’ αυτόν κατεύθυνση, διότι χάθηκε
μέσα σε πυκνή ομίχλη. Κατά συγκυρία Θεού πήγαινε προς τα Καυσοκαλύβια, μια μεγάλη και ξακουστή αγιορείτικη Σκήτη. Νύχτωσε
στο δρόμο και αποκοιμήθηκε στα ριζά ενός βράχου. Είδε στον ύπνο του την
Παναγία, η οποία του είπε να μη λυπάται και να μην ανησυχεί και να συνεχίσει το
δρόμο, ο οποίος οδηγεί στα Καυσοκαλύβια. Όταν έφτασε εκεί γνώρισε έναν άγιο
γέροντα τον Γαβριήλ, ζητώντας του να
τον βαπτίσει.
Όμως και αυτός ο γέροντας φοβήθηκε να τον
βαπτίσει και με τη σύμφωνη γνώμη των προϊστάμενων της Σκήτης τον έστειλαν, με
συνοδεία μοναχού, στην Ιερά Μονή Ιβήρων,
όπου μόναζε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Ο Άγιος Πατριάρχης τον δέχτηκε και
συζήτησε μαζί του, για να διαγνώσει τις πραγματικές του προθέσεις. Ο νέος
μουσουλμάνος έκλαιγε απαρηγόρητα και εκλιπαρούσε να βαπτισθεί. Ο Γρηγόριος τον
διαβεβαίωσε ότι θα τον βάπτιζε ο ίδιος σε λίγο καιρό στα Καυσοκαλύβια, όπου
τον έστειλε να κατηχηθεί για έξι μήνες. Εκεί
έδειξε μεγάλη πίστη και έφεση στις αρετές.
Όταν πέρασαν οι έξι μήνες, έλαβε το άγιο
Βάπτισμα και το όνομα Κωνσταντίνος.
Την ώρα του Ιερού Μυστηρίου το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο, ώστε δεν
μπορούσαν να τον δουν οι μοναχοί. Από εκεί πήγε να προσκυνήσει την Ιερή Εικόνα
της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων και στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου να προσκυνήσει
Ιερά Λείψανα Νεομαρτύρων. Εκεί του γεννήθηκε η επιθυμία να προστεθεί και αυτός
στους Νεομάρτυρες, να χύσει το αίμα του για το Χριστό. Όμως ο πνευματικός της
Σκήτης τον απέτρεψε, λέγοντάς του ότι, αν θέλει ο Θεός, Αυτός θα τον οδηγήσει
στο μαρτύριο.
Κάποια μέρα θυμήθηκε τα αδέλφια του στη
Σμύρνη και σκέφτηκε ότι είχε την υποχρέωση ότι να τα μεταστρέψει και αυτά στην
πίστη του Χριστού. Ζήτησε την άδεια του Πατριάρχη και συστατική επιστολή προς
τον σοφό διδάσκαλο Κυδωνιών κυρ Γρηγόριο
Σαράφη. Αλλά όταν έφτασε στις Κυδωνιές
(Αϊβαλί) τον αναγνώρισε κάποιος τούρκος, ο οποίος τον κατέδωσε στις αρχές.
Ο Κωνσταντίνος έφυγε βιαστικά για τη Σμύρνη, αλλά τον συνέλαβαν στο πλοίο και ο
οδήγησαν στον αγά της πόλεως. Στην ανάκριση ο Κωνσταντίνος απάντησε: «Ήμουν μωαμεθανός, αλλά φωτίστηκα από το
Θεό και διαπίστωσα ότι η πίστη των Αγαρηνών είναι ψεύτικη και η μόνη αληθινή
πίστη είναι αυτή των Χριστιανών. Για το συμφέρον μου για να κερδίσω την αιώνια
ζωή, έγινα Χριστιανός». Ο αγάς των Κυδωνιών κάλεσε και τον αγά των Μοσχονησίων για να προσπαθήσουν μαζί να
τον μεταστρέψουν, είτε με τις κολακείες, είτε με τη βία. Αφού αρνήθηκε να
απαρνηθεί το Χριστό, με νουθεσίες και παρακάλια, τον υπέβαλλαν σε φρικτά
βασανιστήρια και φυλακίσεις. Όμως ο Μάρτυς έμενε σταθερός στην πίστη του.
Παράλληλα οι Χριστιανοί των Κυδωνιών έκαναν προσευχές και αγρυπνίες για την
ενίσχυσή του.
Χρησιμοποίησαν ένα φρικτό εργαλείο, με το
οποίο είχαν βασανίσει πρωτύτερα τον άγιο
Νεομάρτυρα Γεώργιο από τον Χιοπολίτη. Μια σιδερένια περικεφαλαία, την οποία
πυράκτωναν και την έβαζαν στο κεφάλι του και την έσφιγγαν, προκαλώντας
αφόρητους πόνους. Το βράδυ έβλεπαν, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ένα ανεξήγητο φως να λούζει το κελί της φυλακής
του. Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία τον προειδοποίησε ότι
θα μαρτυρήσει στην Κωνσταντινούπολη.
Αφού, λοιπόν, δεν έφεραν αποτέλεσμα, τον έστειλαν με συνοδεία, όντως στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπέφερε τα πάνδεινα. Τον κάλεσε ο διοικητής της Πόλης σε ανάκριση, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την μεταστροφή του στο Ισλάμ. Όμως ο Μάρτυρας του απάντησε με ηρωισμό: «Άρχοντά μου, μακάρι να γνώριζες και συ το συμφέρον τη ψυχή σου και να γινόσουν Χριστιανός»! Ο τούρκος αξιωματούχος έγινε θηρίο από το θυμό του, θεωρώντας φρικτή ύβρη τα λόγια του. Έβγαλε αμέσως διαταγή να θανατωθεί διά απαγχονισμού και το σώμα του να το θάψουν σε μουσουλμανικό νεκροταφείο, για να μη μπορούν να πάρουν τα λείψανά του οι Χριστιανοί. Ήταν 2 Ιουνίου 1819. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ
ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ
Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Ανάμεσα στην πληθώρα των ενδόξων
Νεομαρτύρων, συγκαταλέγεται και ο άγιος και ένδοξος Νεομάρτυρας Μάρκος ο εν Χίω μαρτυρήσας. Ένας από τους πολλούς
εξωμότες, ο οποίος συναισθάνθηκε το μεγάλο λάθος του και το ξεπλήρωσε με το
αίμα του μαρτυρίου του.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη στο δεύτερο μισό του 18ου
αιώνα. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη
και ονομαζόταν Χατζή Κωνσταντής και
η μητέρα του από τη Σμύρνη και
ονομαζόταν Μαρία. Ασκούσε το
επάγγελμα του πλανόδιου έμπορα (γυρολόγου) στην περιοχή Κουσάντασι (Νέα Έφεσο), απέναντι από τη Χίο. Στα 1788, όταν ήρθε
σε ηλικία γάμου νυμφεύτηκε μια σεμνή χριστιανή κοπέλα. Με παρότρυνση του
αδελφού του εγκαταστάθηκε στην Έφεσο. Εκεί όμως γνωρίστηκε με μια άλλη
χριστιανή γυναίκα, ονόματι και αυτή Μαρία,
με την οποία σύναψε μαζί της παράνομο ερωτικό δεσμό. Κάποια στιγμή τους
συνέλαβαν αυτοφώρω και τους οδήγησαν δεμένους στον τούρκο δικαστή της πόλεως,
να δικαστούν για το αδίκημα της μοιχείας και να διαπομπευτούν. Τους τέθηκε το δίλλημα:
αν ήθελαν να αθωωθούν, έπρεπε να αλλαξοπιστήσουν. Ο Μάρκος και η ερωμένη του
δέχτηκαν να γίνουν μουσουλμάνοι και αφέθηκαν ελεύθεροι.
Την άλλη μέρα ο Μάρκος υπέστη περιτομή και
υιοθετήθηκε από τον αγά της περιοχής. Η μοιχαλίδα Μαρία κλείστηκε στο χαρέμι
του αγά, αλλά αργότερα αφέθηκε να ζήσει ελεύθερη, με μισθό, που της έδινε ο
αγάς.
Όμως γρήγορα ο Μάρκος συναισθάνθηκε το
μεγάλο σφάλμα του, να αρνηθεί την πίστη του και να τουρκέψει. Για να μη δώσει
υποψίες στον αγά, έδειχνε φαινομενική σκληρότητα στους Χριστιανούς και
επαινούσε τους τούρκους. Πήγε κρυφά σε κάποιο εξομολόγο, στον οποίο, με δάκρυα
και στεναγμούς μετανοίας εξομολογήθηκε το κρίμα του. Έπεισε και τη Μαρία να
συναισθανθεί και αυτή το σφάλμα της, πείθοντάς την να πάει στον εξομολόγο. Ο
πνευματικός τους συμβούλεψε να φύγουν μακριά, διότι κινδύνευε η ζωή τους. Μάλιστα
τους υποσχέθηκε ότι θα τους διευκόλυνε να φύγουν. Κάποιος φίλος του γιατρός
πιστοποίησε δήθεν σοβαρή ασθένεια της Μαρίας, ζήτησαν την άδεια να μεταβούν στη
Σμύρνη, για θεραπεία. Ο αγάς τους επέτρεψε και αναχώρησαν για τη Σμύρνη.
Όμως
ο αγάς κατάλαβε ότι απατήθηκε και έστειλε ανθρώπους του στη Σμύρνη για να τους
συλλάβουν και να τους γυρίσουν στην Έφεσο. Ο Μάρκος και η Μαρία τους
αντιλήφτηκαν και πρόλαβαν να φύγουν με το πλοίο για την Τεργέστη. Στα 1792
βρέθηκαν στη Βενετία, όπου χρίστηκαν
με το Άγιο Μύρο και εντάχτηκαν ξανά στην Εκκλησία του Χριστού. Μάλιστα, εφόσον
είχαν προφανώς λυθεί οι προηγούμενοι γάμοι τους, ζήτησαν και παντρεύτηκαν,
ζώντας με μετάνοια και συντριβή.
Ο Μάρκος περιπλανήθηκε σε πολλούς τόπους,
έφτασε με την οικογένειά του εν τέλει στη Ρωσία. Όμως δεν έβρισκε ησυχία και
γαλήνη, τον έτυπτε η συνείδησή του για το κρίμα του εξισλαμισμού του. Γι’ αυτό
πήρε τη μεγάλη απόφαση να πληρώσει με το μαρτύριο το μεγάλο λάθος του.
Έτσι γύρισε στην Χίο και από εκεί πέρα
στην Έφεσο. Πήγε και βρήκε τον εξομολόγο, που τον είχε βοηθήσει, αποκαλύπτοντας
τον πόθο του να μαρτυρήσει για το Χριστό. Εκείνος όμως τον απέτρεψε, διότι την εποχή
εκείνη οι τούρκοι ήταν εξαγριωμένοι από το πρόσφατο μαρτύριο του Νεομάρτυρα αγίου Γεωργίου από την Έφεσο
και την ανέγερση ναού προς τιμή. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμίσουν το ναό και να
προβούν σε βιαιοπραγίες κατά του χριστιανικού πληθυσμού.
Ο Μάρκος υπάκουσε και γύρισε στη Χίο. Εκεί αποφάσισε να μαρτυρήσει.
Ύστερα από κατάλληλη πνευματική προετοιμασία, θερμή προσευχή και κοινωνία των
Αχράντων Μυστηρίων και πήγε στον τούρκο δικαστή, όπου ομολόγησε τη
χριστιανική
του πίστη: «Εγώ ήμουν Χριστιανός και ονομάζομαι Μάρκος. Κατάγομαι από τη Θεσσαλονίκη
και γεννήθηκα στη Σμύρνη από γονείς χριστιανούς. Αλλαξοπίστησα και έγινα προς
στιγμή μουσουλμάνος. Αλλά μετάνιωσα και γύρισα ξανά στην αληθινή πίστη του
Χριστού». Αμέσως πέταξε το
τουρκικό σαρίκι (μουσουλμανικό σκούφο) καταγής, το πάτησε και βγάζοντας το
σταυρό από το στήθος τον ασπάσθηκε! Ο κατής του είπε: «Είσαι τρελός ή μεθυσμένος, άνθρωπε;» «Ούτε τρελός ούτε μεθυσμένος είμαι», απάντησε ο άγιος. Τότε προσπάθησε με
διάφορες κολακείες και ταξίματα να τον συνεφέρει και να αλλάξει γνώμη, αλλά ο
Μάρκος έμεινε αμετάπειστος. Τότε ο κατής έδωσε διαταγή και τον έκλεισαν στη
φυλακή και να τον υποβάλλουν σε επώδυνα βασανιστήρια, ελπίζοντας πως δεν θα
άντεχε τους πόνους και θα άλλαζε γνώμη. Μάλιστα ο αστυνόμος, ένας θηριώδης και
κακούργος άνθρωπος, έμπαινε κάθε τόσο στη φυλακή και κλωτσούσε με μανία τον
Μάρκο, προξενώντας του αιμορραγίες!
Μετά μερικές ημέρες τον οδήγησαν ξανά στον
κατή, αλλά και πάλι ο Μάρκος έμεινε σταθερός στην πίστη του, κωφεύοντας για
στις κολακείες και τις απειλές του. Μάλιστα δε καλούσε τους παριστάμενους
τούρκους να μεταστραφούν στο Χριστό! Εκείνοι εξαγριώθηκαν, όρμισαν εναντίον
του, το ξυλοφόρτωσαν ανελέητα και τον έριξαν από τις σκάλες, τραυματίζοντάς τον
σοβαρά. Ο θηριώδης αστυνόμος άρπαξε ένα χονδρό ξύλο, με το οποίο του τσάκισε
και του διέλυσε τα πόδια! Κατόπιν τον πέταξαν ξανά στη φυλακή, όπου τον
υπέβαλλαν σε σκληρότερα βασανιστήρια. Εκείνος, παρά τους φρικτούς πόνους του
δεν διαμαρτύρονταν και δεν βογκούσε. Αντίθετα ύψωνε τη φωνή του, όσο άντεχε και
έψελνε ύμνους στο Θεό! Παρά την αλγεινή του κατάσταση, έδειχνε ευχαριστημένος
και χαρούμενος, που ο Θεός τον αξίωσε να υφίσταται μαρτύρια για την αγάπη Του! Προσευχόταν
αδιάκοπα στο Χριστό και Τον παρακαλούσε: «Κύριε, δέξου
με, εμένα, τον αρνητή Σου»!
Οι χριστιανοί της Χίου, όταν έμαθαν για το
Μάρτυρα, γέμισε η ψυχή τους από χαρά και αγαλλίαση. Εκδήλωσαν τη χαρά τους με
νηστεία και προσευχή στο Θεό, για να ενισχύσει τον Μάρτυρα και να μην δειλιάσει
στα φρικτά βασανιστήρια. Οι ναοί λειτουργούσαν καθημερινά και πολλοί αψηφώντας
τους κινδύνους τον επισκέπτονταν στη φυλακή να τον ενθαρρύνουν, ασπαζόμενοι τις
πληγές του! Μάλιστα τους έδινε εκείνος κουράγιο και δύναμη, λέγοντάς τους να μη λυπούνται γι’ αυτόν. «Αύριο, τους έλεγε, γίνεται ο γάμος μου», έλεγε χαρακτηριστικά, «να χαίρεστε όχι να λυπάστε και να κλαίτε». Και τούτο διότι προείδε
τον θάνατό του και ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους. Έστειλε επίσης τις ευχαριστίες
του σ’ όσους του συμπαραστάθηκαν και τα σέβη του στους κληρικούς της Χίου. Ζήτησε να
κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και για μια ακόμη φορά ομολόγησε την πίστη
του στο Χριστό.
Έτσι, όταν ο τούρκος κριτής είδε ότι δεν
υπήρχε περίπτωση να τον μεταστρέψει, ενώπιον του μουφτή της νήσου, έβγαλε
διαταγή για την θανάτωσή του, όπως προβλέπει το Κοράνιο για τους εξωμότες. Τον
οδήγησαν, με βρισιές, κλωτσιές και ραβδισμούς στον τόπο της εκτέλεσης. Εκείνος,
παρ’ όλους τους φρικτούς πόνους του και τα τσακισμένα πόδια του βάδιζε με χαρά
και αγαλλίαση για το θάνατο, ο οποίος όμως ήταν γέννηση στην πραγματική ζωή.
Φαινόταν σαν να μην πατά στη γη! Βλέποντας το θέαμα αυτό οι μουσουλμάνοι
απορούσαν και το απέδιδαν σε δαιμονική ενέργεια! «Το πήραν και τον σήκωσαν οι δαίμονες» έλεγαν!
Όταν έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης, ένα
πλήθος από τούρκους και χριστιανούς περίμεναν να δουν την εκτέλεση, Οι τούρκοι
να απολαύσουν το θέαμα της θανάτωσης του «απίστου» και οι Χριστιανοί να
θαυμάσουν τον ηρωισμό του Μάρτυρα. Ο άγιος γονάτισε μόνος του και είπε στον
δήμιο: «Εμπρός κτύπα»! Εκείνος από
αδεξιότητα δεν κατάφερε να τον αποκεφαλίσει και ο άγιος έπεσε
καταγής,
περιμένοντας το επόμενο κτύπημα. Τελικά ύστερα από πολλά κτυπήματα κατάφερε να
αποκόψει την τίμια κεφαλή του Μάρτυρα. Ήταν 5 Ιουνίου 1801, ημέρα Τετάρτη. Οι κάτοικοι της Χίου κατέκλεισαν
τους ναούς, ψάλλοντες ωδές στο Θεό, για την ομολογία του Μάρτυρα. Χωρίς να
λυπηθούν τα χρήματα συγκέντρωσαν το ποσό που ζητούσε ο τούρκος διοικητής για να
τους δοθεί το τίμιο λείψανό του, το οποίο ευωδίαζε και δεν αποσυντίθετο! Το
παρέλαβαν με ευλάβεια και το έθαψαν με τιμές. Κάποιοι πήγαν στο τόπο τη
εκτελέσεως και πήραν το ματωμένο χώμα για ευλογία και φυλακτό στα σπίτια τους! Τεμάχιο
του ιερού του λειψάνου βρίσκεται στην Ιερά Μητρόπολη Χίου. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Ιουνίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού .
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο
ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η
πολυτάραχη εικονομαχική περίοδος (726-843 μ. Χ.) ανέδειξε μια πλειάδα
αγίων ομολογητών στην Εκκλησία μας, οι οποίοι ομολογώντας την σώζουσα πίστη
της, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια και πολλοί από αυτούς έχασαν και αυτή τη ζωή
τους. Ένας από τους μεγάλους ομολογητές αυτής της περιόδου υπήρξε και ο άγιος
Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 758 από ευγενείς γονείς,
τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η προσήλωση στην Ορθοδοξία. Ο πατέρας του
ονομαζόταν Θεόδωρος και ήταν βασιλικός γραμματέας και νοτάριος στο Ιερό
Παλάτιο και η μητέρα του ονομαζόταν Ειρήνη. Είχαν και οι δυο τους
υποστεί σκληρούς διωγμούς από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, λόγω της σύνταξής
τους στην μερίδα των Ορθοδόξων. Ο πατέρας του είχε εξορισθεί από τον Κωνσταντίνο
Ε΄ τον Κοπρώνυμο (741-775) στην περιοχή Μύλασσα της Καρίας και μετά
στη Νίκαια, όπου μετά από έξι χρόνια ταλαιπωρίας πέθανε εκεί εξόριστος.
Παρ’
όλες τις διώξεις τους, φρόντισαν να δώσουν στο Νικηφόρο καλή εκπαίδευση.
Μάλιστα φάνηκαν νωρίς τα φυσικά του προσόντα και οι ικανότητές του, ώστε
κλήθηκε στο παλάτι και ανέλαβε βασιλικός γραμματέας, μετά το θάνατο του
φανατικού εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ (775), από την Ειρήνη
την Αθηναία. Όμως σύντομα παραιτήθηκε από την υψηλή του θέση για να
ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία του, να γίνει μοναχός. Έτσι αποσύρθηκε σε
κάποιο λόφο απέναντι από το Θρακικό Βόσπορο, όπου εκάρη μοναχός και
επικεφαλής μικρής αδελφότητα διήγε το βίο της ασκήσεως και των αρετών.
Γρήγορα έγινε γνωστή η φήμη του για τις αρετές του και την αγιότητά του.
Γι’ αυτό κλήθηκε να διευθύνει ένα μεγάλο πτωχοκομείο της Βασιλεύουσας. Ως
διευθυντής στο ίδρυμα αυτό έδειξε ασυνήθιστη δραστηριότητα. Φρόντισε να
ανακουφίσει χιλιάδες αναξιοπαθείς ανθρώπους από την πείνα, τις ασθένειες και
την εγκατάλειψη. Η φήμη του έγινε ακόμη μεγαλύτερη από το σπουδαίο αυτό
κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Στις
25 Ιανουαρίου 806 κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος
(730-806). Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Λογοθέτης (803-811) επέλεξε ως
διάδοχό του στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικηφόρο. Έτσι με την ψήφο κλήρου και
λαού εξελέγη Πατριάρχης, στις 5 Απριλίου του 806. Χειροτονήθηκε
επίσκοπος και ενθρονίστηκε στις 12 του ιδίου μηνός, την ημέρα του Αγίου
Πάσχα.
Ο
Νικηφόρος θεώρησε τη νέα του υψηλή θέση, ως σπάνια ευκαιρία για να διακονήσει
την Εκκλησία του Χριστού. Ανάλωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στην υπηρεσία της
Εκκλησίας. Τον βοήθησε η σχετική ηρεμία, που επικρατούσε στο Κράτος και την
Εκκλησία, αφού από το έτος 787 εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής
Συνόδου, ως το 815. Τόσο ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, όσο και οι διάδοχοί του Σταυράκιος
(811) και Μιχαήλ Ραγκαβές (811-813) έτρεφαν σεβασμό στο πρόσωπό του και
τον άφηναν ελεύθερο να επιτελεί το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Όμως το
815 ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (815-820), φανατικός πολέμιος
των Ιερών Εικόνων, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη φάση της εικονομαχικής
περιόδου.
Ο άγιος
Νικηφόρος εκδήλωσε φανερά και δυναμικά την αντίθεσή του στην εκκλησιαστική
πολιτική του Λέοντος, ο οποίος μισούσε με πάθος τους ορθοδόξους και είχε
αρχίσει τις διώξεις εναντίον τους. Παρέλαβε τους ορθοδόξους επισκόπους: όσιο Θεοφύλακτο
Νικομηδείας, άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, Άγιο Ευθύμιο Σάρδεων, Ευδόξιο
Αμορίου, Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και Άγιο Ιωσήφ
Θεσσαλονίκης και πήγαν στο παλάτι, προκειμένου να ελέγξουν τον
ασεβή αυτοκράτορα και να προσπαθήσουν να τον συνεφέρουν στην Ορθοδοξία. Ο άγιος
Νικηφόρος έδειξε ασυνήθιστη παρρησία και θάρρος ενώπιον του σκληρού Λέοντος.
Η
απόπειρά τους αυτή στέφτηκε με αποτυχία. Ο αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος
στην εκκλησιαστική του πολιτική. Έδωσε διαταγή να συλληφθεί ο Πατριάρχης και οι
υπόλοιποι επίσκοποι, που τον ακολούθησαν, καταδικάζοντάς τους σε εξορία. Ο
Νικηφόρος εξορίστηκε στην αρχή στην πόλη Χρυσούπολη και αργότερα
οδηγήθηκε στη μονή του αγίου Θεοδώρου στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε με τον
άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, όπου ήταν εξορισμένος, λόγω του ομολογιακού
του φρονήματος κατά των εικονομάχων.
Το
820 δολοφονήθηκε ο Λέων και ανήλθε στο θρόνο ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός
(820-829), ο οποίος ήθελε να ηρεμήσει το κράτος, ακολουθώντας μετριοπαθή
πολιτική. Γι’ αυτό αποφάσισε να ανακαλέσει τον Νικηφόρο από την εξορία. Του
υποσχέθηκε την αποκατάστασή του στον πατριαρχικό θρόνο, με την προϋπόθεση να
αναγνωρίσει την ήδη υφιστάμενη κατάσταση στην Εκκλησία, δηλαδή να συνεχιστεί η
εικονομαχία και να μη ζητήσει εφαρμογή των όρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Να
μην ανακινήσει θέμα αναστηλώσεως των Ιερών Εικόνων. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε
κατηγορηματικά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα,
ανταλλάσοντας την εγκόσμια δόξα με την ομολογία της σώζουσας πίστης. Θεώρησε ως
καθήκον του να μη συμβιβαστεί με την πλάνη και την ασέβεια. Ο αυτοκράτορας
υπέγραψε την οριστική έκπτωσή του από τον πατριαρχικό θρόνο και την εκ νέου
εξορία του. Έμεινε στην εξορία για εννέα χρόνια, θεωρώντας τα κακοπαθήματά του
ως ύψιστη ευλογία του Θεού. Εκεί κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 829. Μετά
την παύση της εικονομαχίας ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του
εορτάζεται στις 2 Ιουνίου.
Ο
άγιος Νικηφόρος ανήκει αναμφίβολα στους
μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο οποίος όρθωσε το ανάστημά του στους
ισχυρούς της εξουσίας, σε μια στιγμή που κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη. Με ζήλο
και ενθουσιασμό αγωνίστηκε κατά της εικονομαχίας, η οποία ήταν στην ουσία η
συνέχιση των χριστολογικών αιρέσεων των προηγουμένων αιώνων. Η άρνηση του
εικονισμού του Χριστού σήμαινε την άρνηση της ανθρώπινης φύσης Του. Ο άγιος
Νικηφόρος, ως άριστος Θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, συνέβαλε τα
μέγιστα για την αντίκρουση της πλάνης των εικονομάχων. Μέσα στην λαίλαπα των
διώξεών του έγραψε περισπούδαστα έργα, όπως: «Σύντομος Ιστορία», «Χρονολογικόν σύντομον», «Στιχομετρία», «Λόγοι
αντιρρητικοί», «Επιστολαί» και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες.
Τόσο ο άγιος Νικηφόρος, όσο και οι άλλοι ομολογητές επίσκοποι αυτής της ταραγμένης περιόδου αποτελούν, (πρέπει να αποτελούν), τα πρότυπα των κατοπινών και των σημερινών Επισκόπων!
ΑΓΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο
σεπτός πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική
του πορεία ανάδειξε μια πληθώρα αγίων Επισκόπων, οι οποίοι λαμπρύνουν την
Εκκλησία μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος
Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ένας όντως σπουδαίος άνδρας, ο
οποίος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο στην μετά τους διωγμούς εποχή της
Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα και είχε
αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρξε γιος του ειδωλολάτρη Ρωμαίου ευγενούς Δομετίου, αδελφού του αυτοκράτορα της
Ρώμης Πρόβου (276-282). Ο Δομέτιος
είχε αποκτήσει δύο γιούς, τον Πρόβο
και τον Μητροφάνη, στα οποία έδωσε
σοβαρή μόρφωση. Ο Μητροφάνης διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα
του, την πραότητά του και την ενάρετη ζωή του.
Ο Δομέτιος, άνθρωπος αγαθός και καλών
προαιρέσεων, συναισθάνθηκε την παραδοσιακή ειδωλολατρική θρησκεία ως ανάξια του
χαρακτήρα του και ασφυκτιούσε μέσα στο δεισιδαίμον παγανιστικό περιβάλλον. Η
λατρεία των ψεύτικων, ανήθικων και εν πολλοίς γελοίων παγανιστών «θεών» δεν τον
συγκινούσε και γι’ αυτό κάποια στιγμή έπαψε να συμμετέχει στις ειδωλολατρικές
θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και άρχισε να ψάχνει την πίστη στον αληθινό
Θεό. Μάλιστα για να ξεφύγει από τους ελέγχους και τις πιέσεις του οικογενειακού
του περιβάλλοντος, έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε, με την
οικογένειά του, στο Βυζάντιο, την
αποικία των Μεγαρέων, η οποία έμελλε
να αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Βυζαντίου Τίτο, με τον συνδέθηκε με φιλία,
κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αυτός και η
οικογένειά του.
Ο Επίσκοπος Τίτος εκτίμησε πολύ τον
Δομέτιο, τον οποίο προόρισε για διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο.
Χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποίμανε το Βυζάντιο για λίγους μήνες το 272, παραδίδοντας, με τη σειρά του, το θρόνο στον Ρουφίνο (272-303). Κατόπιν εκλέχτηκε
Επίσκοπος ο γιός του Δομέτιου Πρόβος (303-306) και εν συνεχεία εκλέχτηκε
Επίσκοπος ο άλλος γιός του, ο Μητροφάνης (306-314).
Έμεινε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου
επτά χρόνια και θεωρείται ο τελευταίος Επίσκοπος της μικρής πόλης του Βοσπόρου,
πριν σε αυτή μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Κράτους και αναδειχθεί η βασιλίδα των
πόλεων. Η επισκοπική του διακονία είναι συνδεδεμένη με την παύση των διωγμών
των Χριστιανών, με την έκδοση του περιφήμου Διατάγματος των Μεδιολάνων, που είχε υπογράψει ο Μ. Κωνσταντίνος με
τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο το 313. Ένας εύρωστος νέος κόσμος έκαμε την
εμφάνισή του, μπροστά στον απόλυτα γερασμένο και παρηκμασμένο παλιό κόσμο της
ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας. Η Εκκλησία, αν και βαριά τραυματισμένη από
τους σκληρούς διωγμούς τριών αιώνων, από το ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος και τα
αδίστακτα ειδωλολατρικά ιερατεία, έδειξε τη ζωτικότητά της και φανέρωσε ότι το
μέλλον του κόσμου είναι δικό Της.
Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων δόθηκε η
ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως σε όλους τους πολίτες της απέραντης
αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια συνέπιπταν σχεδόν με αυτά του τότε γνωστού
κόσμου. Ο νέος μεγάλος ηγέτης του κράτους Κωνσταντίνος
(306-337), διείδε ότι το μέλλον ανήκει στην χριστιανική πίστη και γι’ αυτό
ανάλαβε την υποστήριξη της Εκκλησίας, χωρίς να παραγκωνίζει τις άλλες πίστεις,
ακόμα και την ειδωλολατρία. Για να αφήσει πίσω το ειδωλολατρικό παρελθόν,
αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο,
διότι κατάλαβε το μοναδικό στρατηγικό σημείο της πόλεως. Αφότου έγινε
μονοκράτορας (324), άρχισε να κτίζει τη νέα πρωτεύουσα, αποφασίζοντας να την
καταστήσει λαμπρότερη από την παλαιά Ρώμη.
Ο Επίσκοπος Μητροφάνης ανάλαβε να
οικοδομήσει τους περίλαμπρους ναούς, ώστε να καταστεί η νέα πρωτεύουσα κέντρο
του χριστιανικού κόσμου. Ο άγιος αυτός Επίσκοπος έβαλε τα θεμέλια των μετέπειτα
περίλαμπρων ναών της Αγίας του Θεού
Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και
της Αγίας Δυνάμεως, με την αρωγή του
Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν. Επίσης εντόπισε
στην Ιερουσαλήμ τους δώδεκα κοφίνους, τους οποίους είχε
γεμίσει ο Κύριος θαυματουργικά με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων (Ματθ.14,14-22),
τους οποίους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Θεωρούσε το επισκοπικό αξίωμα ύψιστη
εκκλησιαστική διακονία και γι’ αυτό φρόντισε να ασκήσει την ποιμαντορία του με
ακρίβεια και φόβο Θεού. Παροιμιώδης υπήρξε η ταπεινοφροσύνη του και η καλοσύνη
του. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν καταφύγιο, παρηγοριά και βοήθεια σε
αυτόν. Υπήρξε επίσης και άνθρωπος της προσευχής και της καλλιέργειας των
αρετών. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
Αλλά ο Μητροφάνης βρισκόταν σε βαθύ
γήρας και του ήταν αδύνατο να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα. Γι’ αυτό
παρεχώρησε το θρόνο στον άξιο διάδοχό του άγιο
Αλέξανδρο (314-336). Όμως δεν έμεινε μακριά από τα προβλήματα του θρόνου.
Όταν το 325 συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να
καταδικάσει τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο
Μητροφάνης θεώρησε χρέος του να συμμετάσχει και αυτός. Αλλά ήδη διένυε το 117 έτος της ηλικίας του και ήταν
κατάκοιτος. Γι’ αυτό κάλεσε τον Αλέξανδρο
και τον Παύλο Αναγνώστη τον Ομολογητή,
να τον αντιπροσωπεύσουν, δίνοντάς τους ρητές εντολές για την ομολογιακή στάση,
που πρέπει να κρατήσουν στην Σύνοδο.
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Ιουνίου το 327, αφού έλαβε πριν
πληροφορία του θανάτου του από άγγελο Κυρίου. Ο λαός θρήνησε τον σεβάσμιο και
άγιο Επίσκοπό του, όπως και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος, ο οποίος έδωσε
εντολή να κτιστεί στην Πόλη ναός επ’ ονόματί του, όπου είχε αναστηλωθεί και
εικόνα του. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο ναός του αγίου Μητροφάνη βρισκόταν κοντά στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου, στο Επτάσκαλο, όπου φυλάσσονταν τα τίμια
λείψανά του, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται
σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου
Όρους, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.
Η Μνήμη του εορτάζεται στις 4 Ιουνίου.
ΑΓΙΕΣ ΜΑΡΘΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ: ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΕΣ ΜΑΡΘΑ ΚΑΙ
ΜΑΡΙΑ: ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ.
ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η οικογένεια του αγίου Λαζάρου
είχε την ύψιστη ευλογία να απολαμβάνει τη φιλία με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό
και να Τον φιλοξενεί στο σπίτι της.
Σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις, ζούσαν η ευσεβής
οικογένεια του Λαζάρου και των δύο αδελφών του, της Μάρθας και της Μαρίας
στην κώμη Βηθανία, ένα μικρό χωριό,
που ταυτίζεται παραδοσιακά με τη σημερινή πόλη αλ-Εϊζαριγιά, στη Δυτική Όχθη, στους ανατολικούς πρόποδες του όρους
των Ελαιών, περίπου 2,5 χιλιόμετρα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Δεν αναφέρεται πως συνδέθηκαν με φιλία με τον Κύριο.
Εικάζουμε ότι συνδέονταν με κάποια μακρινή συγγένεια.
Στο 10ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου
του Λουκά αναφέρεται μια από τις επισκέψεις του Χριστού στο σπίτι τους στη
Βηθανία. Η μεγαλύτερη αδελφή, η Μάρθα,
ήταν η οικοδέσποινα και φρόντιζε να προσφέρει περισσή φροντίδα για τον υψηλό
επισκέπτη τους και τους μαθητές Του. Ο Κύριος καθισμένος δίδασκε και η
μικρότερη αδελφή η Μαρία άκουγε με
προσοχή καθήμενη στα πόδια Του, αδιαφορώντας για να προσφέρει τη βοήθειά της
στην κοπιώσα Μάρθα.
Η απορρόφησή της Μαρίας από τα θεία λόγια του Χριστού και η αδιαφορία
της να βοηθήσει την αδελφή της, ενόχλησε τη Μάρθα και γι’ αυτό παραπονέθηκε στο
Χριστό, ότι την εγκατέλειψε μόνη να ετοιμάσει την φιλοξενία και Του ζήτησε να
αφήσει την ακρόαση του λόγου Του και να τη βοηθήσει στην διακονία της.
Τότε λοιπόν ο Χριστός βρήκε την ευκαιρία
να διδάξει την Μαρία ότι η ενασχόληση με τα πνευματικά θέματα είναι ασύγκριτα
πιο σημαντική από την ενασχόληση με τα υλικά και τις βιοτικές μέριμνες. Της
είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και
τυρβάζεις για πολλά πράγματα, αλλά όμως για ένα υπάρχει ουσιαστική
χρησιμότητα». «Η αδελφή σου η Μαρία επέλεξε την αγαθή μερίδα, έκαμε την σωστή
επιλογή, με το να ακούει τα σωτήρια λόγια μου».
Σύμφωνα με άλλες ευαγγελικές ρήσεις του Κυρίου τα λόγια Του είναι ζωή,
όχι βιολογική, αλλά πνευματική, αληθινή,
«τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστιν» (Ιωάν.7,63). Γι’
αυτό η Μαρία είχε απορροφηθεί από αυτά, διότι αισθανόταν στην άδολη και αγνή
ψυχή της τα σωτήρια μηνύματά τους.
Εικάζουμε πως μετά από αυτό και η Μάρθα άφησε τις ετοιμασίες και κάθισε
να ακούσει τα θεία λόγια του Ιησού.
Ο ιερός Ευαγγελιστής αναφέρει και μια άλλα λεπτομέρεια σε αυτή τη
διήγηση. Πολύς κόσμος είχα μάθει για την επίσκεψη του φημισμένου δασκάλου στο
χωριό τους και συγκεντρώθηκαν να Τον δουν και να ακούσουν το κήρυγμά Του.
Κάποια γυναίκα από το πλήθος ενθουσιάστηκε από τα λόγια Του και άρχισε να
φωνάζει, απευθυνόμενος σε Αυτόν: «Μακάρια
είναι η κοιλιά που σε γέννησε και οι μαστοί που σε θήλασαν»! Ο Κύριος
συμφώνησε, απαντώντας «μενούνγε»,
που σημαίνει «βεβαίως». Και
πρόσθεσε: «μακάριοι όσοι ακούν τα λόγια
μου και το εφαρμόζουν στη ζωή τους» (Λουκ.10, )!
Αλλά υπάρχει και άλλη ευαγγελική διήγηση
για τις δύο αδελφές. Ο διάλογος του Χριστού με αυτές κατά την ανάσταση του
αδελφού τους Λαζάρου.
Λίγο πριν την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ ο Κύριος, για να υποστεί το
εκούσιο Πάθος Του, έλαβε μήνυμα από τη Μάρθα και τη Μαρία ότι ο Λάζαρος ήταν
βαριά άρρωστος και Τον παρακαλούσαν να πάει να τον γιατρέψει, όπως είχε
γιατρέψει τόσους άλλους. Ο Χριστός όμως
δεν έσπευσε αμέσως, αλλά καθυστέρησε σκοπίμως, διαβεβαιώνοντας τους
απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια
ούκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της
δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Αλλά ο
Λάζαρος πέθανε και θάφτηκε σε σπηλαιώδες μνημείο.
Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον
τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία και
κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για
τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι. Καθ’ οδόν τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν.
Είπον ουν οι μαθηταί αυτού, Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο
Ιησούς περί του θανάτου αυτού, εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του
ύπνου λέγει. Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία, Λάζαρος απέθανε, και
χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιωάν.11,12-15).
Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο
Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει
και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα
ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα: «αναστήσεται ο αδελφός σου»
(Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ
ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο
ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά
ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του
σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε:
«Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι
ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το
λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και
είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς
μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις΄ αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα
είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν φώναξε
με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω».
Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά
ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει.
Μετά από αυτό οι δύο άγιες αδελφές κάλεσαν τον Κύριο στο σπιτικό τους να
τον φιλοξενήσουν και να τον ευχαριστήσουν για το θαύμα της ανάστασης του
αδελφού τους. Κατά τη διάρκεια του δείπνου η Μαρία πήρε ένα πολυτελές δοχείο
και το άδειασε στα πόδια του Χριστού, και κατόπιν έλυσε τα πλούσια μαλλιά της
και τα σκούπισε με αυτά και ευωδίασε όλος ο οίκος. Τότε ο μελλοντικός προδότης
μαθητής Ιούδας ο Ισκαριώτης εξέφρασε
τη «λύπη του» για την έκχυση του
πολύτιμου μύρου, λέγοντας ότι αυτό θα μπορούσε να πωληθεί και να δοθεί στον
φτωχούς. Αλλά «εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ
τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ
βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ιωάν.12,6)! Και ο Χριστός τον αποστόμωσε λέγοντας: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ
μου τετήρηκεν αὐτό. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε
ἔχετε» (στ.7).
Εικάζεται ότι ακολούθησαν το Χριστό κατά την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ
και βίωσαν τα τραγικά γεγονότα της σύλληψης, της δίκης και της σταύρωσής Του. Η
εκκλησιαστική παράδοση τις θέλει να συγκαταλέγονται στις άγιες Μυροφόρες, με
την φράση του ευαγγελιστή Ματθαίου «εν
αις» (Ματθ.27, 56), γενόμενες μάρτυρες της Αναστάσεως.
Μετά τον λιθοβολισμό του αγίου Στεφάνου οι Ιουδαίοι άρχισαν σφοδρό
διωγμό κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων συνελήφθησαν και οι άγιες Μάρθα
και Μαρία, οι οποίες διώχτηκαν στην εξορία. Το πλοίο που μετέφερε την Μάρθα προσάραξε στην Προβηγκία, στη νότια Γαλλία. Η αγία εγκαταστάθηκε εκεί και άρχισε
τον ευαγγελισμό στις πόλεις Αβινιόν
και Ταρασκόν, κηρύσσοντας με θέρμη
τον αναστημένο Χριστό και μεταστρέφοντας πολλούς. Δημιούργησε ένα ευλογημένο
κοινόβιο με άλλες ενάρετες
γυναίκες, αφιερωμένες στην υπηρεσία της Εκκλησίας και των ενδεών.
Κοιμήθηκε σε προχωρημένη ηλικία και ετάφη
με τιμές από την αδελφότητα. Σώζεται ο τάφος της και είναι ως τα σήμερα η
προστάτης της Προβηγκίας. Σώζεται
επίσης η τιμία κάρα της και η δεξιά της χείρα, τα οποία λιτανεύονται κατά τις
εορτές του ναού.
Το πλοίο με την αγία Μαρία και τους λοιπούς χριστιανούς έφτασε στην Γαλλία και εκείνη εγκαταστάθηκε στις
πόλεις Αίκς και Μασσαλία. Αργότερα αποσύρθηκε σε ερημική περιοχή της Προβηγκίας,
στο Saint
Baume (= Άγιον Όρος), όπου ασκήτεψε για χρόνια σε σπήλαιο, διάγοντας
ενάρετη ζωή και τρέφονταν από έναν άγγελο.
Κοιμήθηκε ειρηνικά και ετάφη από τον άγιο Μαξιμίνο, τον πρώτο Επίσκοπο της
πόλεως Αίκς . Σήμερα σώζεται η
σαρκοφάγος του ιερού σκηνώματός της, στην πόλη «Άγιος Μαξιμίνος», κατασκευασμένη από αλάβαστρο, σε ανάμνηση του
αλαβάστρινου δοχείου που περιείχε το μύρο, με το οποίο μύρωσε το Χριστό.
Σώζεται επίσης πολύτιμη λειψανοθήκη, με την ευωδιάζουσα τίμια κάρα της. Τέλος
στην πόλη Βεζελαί σώζονται τα μαλλιά
της, με τα οποία σκούπισε τα πόδια του Κυρίου.
Η μνήμη των αγίων Μάρθας και Μαρίας τιμάται στις 4 Ιουνίου.
ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια
από τις συκοφαντίες των μαινόμενων ειδωλολατρών κατά της Εκκλησίας στα
πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν ότι απαρτίζονταν αυτή από αγραμμάτους και άσημους
ανθρώπους. Ότι ο Χριστιανισμός ήταν η θρησκεία του απαίδευτου όχλου και των
δούλων. Αλλά η παρουσία σπουδαίων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων τους
αποστόμωσε. Μια από τις κορυφαίες μορφές της αρχαίας Εκκλησίας είναι και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς.
Ένας από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, εφάμιλλος ή και
ανώτερος από τους εθνικούς φιλοσόφους της εποχής του.
Γεννήθηκε στην πόλη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης περί το 110 μ. Χ. από γονείς έλληνες ειδωλολάτρες. Ο πατέρας του ονομαζόταν
Πρίσκιος Βάκχιος, ενώ της μητέρας
του αγνοούμε το όνομα. Μεγάλωσε ως ειδωλολάτρης. Ήταν προικισμένος με
εξαιρετικά χαρίσματα και φιλομάθεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του παράσχουν
υψηλή παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία στις ονομαστές σχολές της Παλαιστίνης και της
Συρίας. Εμβάθυνε στην στωική, στην
επικούρεια, στην περιπατητική και στην πυθαγόρεια φιλοσοφία. Ιδιαιτέρως
ασχολήθηκε με τις αρχές της οντολογίας
του πλατωνισμού. Τον απασχολούσε η γνώση του Θεού, διότι ενωρίς άρχισε να
διαπιστώνει πως οι ποικίλες δοξασίες και πίστεις των ειδωλολατρικών θρησκειών
της εποχής του περί θείου ήταν όχι μόνον ατελείς, αλλά και απαράδεκτες για
μορφωμένους ανθρώπους. Άλλωστε βρισκόμαστε στην εποχή, που η κατάρρευση της
ειδωλολατρίας ήταν ραγδαία.
Η θεία πρόνοια βλέποντας τις αγαθές
προθέσεις του νεαρού φιλοσόφου ευδόκησε να του φανερώσει την πίστη στον αληθινό
Θεό. Περί το 135 γνώρισε κάποιο
σεβάσμιο Χριστιανό, ο οποίος τον έπεισε ότι οι ανθρώπινες αντιλήψεις για το Θεό
είναι ατελείς και γι’ αυτό ο Θεός αποφάσισε να αποκαλύψει τον εαυτό Του.
Μελετώντας την Αγία Γραφή φωτίστηκε ο νους του και ικανοποιήθηκε ο πόθος του
για τη γνώση του αληθινού Θεού. Πέταξε τον φιλοσοφικό τρίβωνα και άρχισε να ζει
χριστιανική ζωή, «την μόνην φιλοσοφίαν
την αληθή και ασύμφορον», όπως έγραψε ο ίδιος αργότερα για την μεταστροφή
στο Χριστό, στην υπηρεσία του Οποίου αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του.
Αφού βαπτίστηκε, αποφάσισε να
εγκατασταθεί στην πολυάνθρωπο Ρώμη, να είναι κοντά στα κέντρα εκείνα που
αποφάσιζαν και κινούσαν τον αφανισμό της νέας πίστης. Βρισκόμαστε άλλωστε στον
2ο αιώνα, όπου οι διωγμοί κατά των Χριστιανών από τη ρωμαϊκή εξουσία
βρισκόταν σε έξαρση. Πίστευε πως συντελούνταν μια φρικτή αδικία εις βάρος των
διωκομένων Χριστιανών και έπρεπε κάποιος να τους υπερασπίσει. Άνοιξε σχολή,
στην οποία δίδασκε την χριστιανική πίστη. Έχοντας, επίσης, καλή γνώση της
ειδωλολατρίας, των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του και της χριστιανικής
πίστεως, ανάλαβε το δύσκολο έργο της απολογίας κατά των διωκτών. Ομιλεί με
θάρρος ενώπιον ειδωλολατρών φιλοσόφων, τους οποίους ελέγχει διότι πολεμούν τον
Χριστιανισμό χωρίς να τον γνωρίζουν. Με τα ακαταμάχητα επιχειρήματά του και την
ευγλωττία τους αποστομώνει και τους καθιστά ασόφους.
Στράφηκε επίσης, να δώσει λόγο
απολογίας, και προς τους Ιουδαίους, οι οποίοι μάχονταν και αυτοί τους
Χριστιανούς παράλληλα με τους εθνικούς. Είχε κάποτε διήμερο θεολογικό διάλογο
με κάποιον Ιουδαίο Τρύφωνα, τον
οποίο και κατατρόπωσε. Μάλιστα φρόντισε ο Ιουστίνος να καταγράψει αυτόν τη
συζήτηση, η οποία διασώθηκε και έφτασε ως εμάς. Είναι ο περίφημος «Διάλογος προς Τρύφωνα».
Οι επιτυχίες του Χριστιανού φιλοσόφου
δεν άργησε να γίνουν γνωστές στους φιλοσοφικούς κύκλους της Ρώμης. Οι
αποστομωμένοι και ταπεινωμένοι φιλόσοφοι
καλλιέργησαν ένα απίστευτο
μίσος κατά του Ιουστίνου. Επειδή έχαναν συνεχώς έδαφος και τους ήταν αδύνατο να
τον αντιμετωπίσουν, αποφάσισαν να τον καταδώσουν στις ρωμαϊκές αρχές, για τις
οποίες οι Χριστιανοί ήταν παράνομοι. Ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκεντας τον κατάγγειλε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (Ι61-180), διότι τον μισούσε θανάσιμα επειδή του
ερήμωσε τη σχολή, μεταστρέφοντας τους μαθητές του στον Χριστιανισμό. Συνελήφθη
ο μαθητής του Πτολεμαίος και
μαρτύρησε. Ο ίδιος πρόλαβε να φύγει προσωρινά, ώσπου να κοπάσει ο θόρυβος.
Αργότερα επέστρεψε για να συγγράψει τις δύο περίφημες Απολογίες του προς τη ρωμαϊκή σύγκλητο, υπερασπίζοντας την
διωκόμενη χριστιανική πίστη, οι οποίες αποτελούν υπέροχα δείγματα χριστιανικής
γραμματείας και απολογητικής.
Οι απολογίες του όμως ουδόλως έπεισαν
τις ρωμαϊκές αρχές για τον άδικο διωγμό των φιλήσυχων Χριστιανών. Μάλιστα τον
εντόπισαν οι αρχές, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν να απολογηθεί ενώπιον του επάρχου
της Ρώμης Ιουνίου Ρουστικού
(162-167), πρώην διδασκάλου και παιδαγωγού του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Ο
Ιουστίνος ομολόγησε με απίστευτο ηρωισμό και σθένος την πίστη του στο Χριστό
και στηλίτευσε την ειδωλολατρία ως πίστη σε ψευδείς και ανήθικους «θεούς». Μετά
από αυτό οδηγήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου, όπου αποκεφαλίστηκε, μαζί με ομάδα
αφοσιωμένων μαθητών του περί το 165. Το λείψανό του θάφτηκε στην κατακόμβη της Αγίας Πρισκίλλης, όπου βρέθηκε λίθος με
την επιγραφή ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδή Μάρτυς Χριστού Ιουστίνος. Η μνήμη του
τιμάται την 1η Ιουνίου.
Στην πρώτη του Απολογία ο άγιος
Ιουστίνος, η οποία στάλθηκε στον αυτοκράτορα Αντωνίνο (138-161), για να κάνει γνωστή τη χριστιανική πίστη και
ανασκευάζει τις κατηγορίες των ειδωλολατρών. Παραθέτοντας σε αυτή πληροφορίες
για την χριστιανική λατρεία, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την λατρεία
της αρχαίας Εκκλησίας, και κύρια της Θείας Ευχαριστίας.
Ο άγιος Ιουστίνος είναι ένας από τους πρώτους μεγάλους θεολόγους της Εκκλησίας μας. Παρ’ όλο που δεν είχαν διευκρινισθεί ακόμη οι βασικές αρχές της χριστιανικής πίστεως, μπόρεσε να διατυπώσει κατά τρόπο ορθόδοξο, πολλές από αυτές και κυρίως τη θεολογία του σαρκωμένου Λόγου.




