Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Η διαθήκη του Αγίου Καλλίνικου Εδέσσης.
☨𝛭𝜂𝜏𝜌𝜊𝜋𝜊𝜆ί𝜏𝜂ς 𝜅𝜐𝜌ός 𝛫𝜊𝜎𝜇άς 𝛾𝜄𝛼 𝜏𝜊𝜈 Ά𝛾𝜄𝜊 𝛫𝛼𝜆𝜆ί𝜈𝜄𝜅𝜊 𝛦𝛿έ𝜎𝜎𝜂ς.
Σημερα έγινε το μνημοσυνο του αγιοταφίτη πατρος Παντελεήμονα στον Άγιο Θεόδωρο Κυθήρων .
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού .
ΑΓΙΟΣ
ΜΑΡΤΥΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ
Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η ορθόδοξη χριστιανική Δύση έχει να μας
επιδείξει μέγα, ανάλογο αριθμό μαρτύρων, με την ορθόδοξη Ανατολή. Η
κοσμοκράτειρα Ρώμη αποτέλεσε, για τρεις και πλέον αιώνες το κέντρο όπου
διαδραματίζονταν η πάλη του παλιού και γερασμένου προχριστιανικού κόσμου με τον
νέο και εύρωστο χριστιανικό κόσμο, τη νέα ελπίδα της ανθρωπότητας. Εκεί
συντελέστηκε η μεγάλη σύγκρουση μεταξύ της θνήσκουσας ειδωλολατρίας και της
Εκκλησίας του Χριστού. Η ρωμαϊκή εξουσία είχε κηρύξει την ολοκληρωτική εξόντωση
του Χριστιανισμού, υποβάλλοντας σε ανείπωτους διωγμούς. Η πλειοψηφία των
χριστιανών Μαρτύρων της αρχαίας Εκκλησίας ήταν Ρωμαίοι, διότι ως πολίτες της
πρωτεύουσας του απέραντου ρωμαϊκού κράτους, βρισκόταν κοντά στην εξουσία και ως
εκ τούτου ήταν πιο εύκολο να συλληφθούν και να μαρτυρήσουν για την χριστιανική
τους πίστη, η οποία θεωρούνταν έγκλημα. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Μάρτυρας Λαυρέντιος ο
Αρχιδιάκονος της Εκκλησίας της Ρώμης.
Γεννήθηκε περί το 225 στην πόλη Ουέσκα της Ισπανίας και υπηρετούσε ως ένας από τους επτά διακόνους
στην Εκκλησία της Ρώμης, ως αρχιδιάκονος στον άγιο Πάπα Σίξτο Β΄ (+258).
Δεν μας είναι γνωστή η πρότερη ζωή του.
Το όνομά του Laurentius, σημαίνει στα λατινικά «Στεφανωμένος».
Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι από μικρός διδάχτηκε την χριστιανική πίστη,
αποκήρυξε την ειδωλολατρία και
βαπτίστηκε χριστιανός. Κατηχητής του ήταν ο ελληνικής καταγωγής χριστιανός
ιεραπόστολος και αρχιδιάκονος Ξύστος ή
Ξυστός, στην Σαραγόσα. Είχε μια
ασυνήθιστη αγάπη για το Χριστό και ήταν αφοσιωμένο μέλος της Εκκλησίας και
έγινε ακόλουθος και βοηθός του Ξύστου.
Περί το έτος 257 ο Ξύστος με τον Λαυρέντιο βρέθηκαν στη Ρώμη, όπου ο Ξύστος εκλέχτηκε πάπας (επίσκοπος) Ρώμης με το
λατινικό όνομα Σίξτος Β΄. Ο Σίξτος
χειροτόνησε τον Λαυρέντιο ως αρχιδιάκονο και τον όρισε ως έναν από τους
έμπιστους και πολύτιμους συνεργάτες του. Μάλιστα του ανέθεσε να φυλάγει τα ιερά
σκεύη της Εκκλησίας και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και τιμαλφή, κάτι σαν
σκευοφύλακας. Μάλιστα λέει η παράδοση ότι το πλέον πολύτιμο αντικείμενο που του
εμπιστεύτηκε η Εκκλησία της Ρώμης ήταν το Ιερό Δισκοπότηρο, που είχε
χρησιμοποιήσει ο Κύριος στο Μυστικό Δείπνο.
Διευκρινίζουμε πως η χριστιανική πίστη ήταν
απαγορευμένη και θεωρούνταν ως έγκλημα κατά του κράτους. Η συνάξεις και η
λατρεία γινόταν κρυφά σε απομονωμένα υπόγεια ιδιωτών χριστιανών, στην ύπαιθρο
και στις περίφημες κατακόμβες, οι οποίες ήταν τεράστιες υπόγειες στοές, υπόγεια
νεκροταφεία, έξω από τη Ρώμη. Παροιμιώδεις είναι οι τερατώδεις αντιλήψεις στις
λαϊκές μάζες για τους χριστιανούς. Επειδή η έννοια της αγάπης και της
συναδέλφωσης ήταν άγνωστη στον ειδωλολατρικό κόσμο, παρεξηγούσαν την άσκηση
αγάπης στους χριστιανούς, τους αδελφικούς ασπασμούς, ως …οιδιπόδειες μίξεις!
Την Θεία Κοινωνία ως κανιβαλισμό μικρού παιδιού κλπ! Επίσης τη μη συμμετοχή
τους στις παγανιστικές λατρείες και ιδιαίτερα στους εμετικούς και αισχρούς
βακχισμούς και την «ιερή πορνεία» ως …απόκοσμη δεισιδαιμονία. Γι’ αυτό και τους
μισούσαν θανάσιμα και όταν ανακάλυπταν τις συνάξεις τους τις κατέστρεφαν με
μανία.
Τον Αύγουστο του 258 ο Ρωμαίος
αυτοκράτορας Βαλεριανός (253-259)
ανανέωσε τους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, ύστερα από μια μικρή ανάπαυλα.
Οι Χριστιανοί άρχισαν να προετοιμάζονται για νέους ηρωικούς αγώνες και
μαρτύρια. Από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν να διαφυλάξουν ό, τι πολύτιμο είχε
η Εκκλησία.
Γι’
αυτό ο πάπας Σίξτος έδωσε εντολή στο σκευοφύλακα Λαυρέντιο να κρύψει τα τιμαλφή
της ρωμαϊκής εκκλησίας.
Θεώρησε ότι η ασφαλέστερη κρύπτη ήταν οι
κατακόμβες. Εκεί κατέφυγε και έκρυψε τα πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη και
ιδιαίτερα το θρυλικό Άγιο Ποτήριο. Όμως, φαίνεται ότι κάποιοι τον πρόδωσαν και
ρωμαϊκό στρατιωτικό απόσπασμα τον εντόπισε και τον συνέλαβε, χωρίς όμως να βρει
τα πολύτιμα σκεύη. Του έδωσαν τρεις ημέρες προθεσμία για να τους τα
παραδώσει.
Ο Λαυρέντιος, αντί να παραδώσει τους
θησαυρούς της Εκκλησίας στους ειδωλολάτρες διώκτες, τους μετέφερε κρυφά τη
νύχτα και τους μοίρασε στους φτωχούς, στους αρρώστους, τις χήρες και τα ορφανά.
Την Τρίτη ημέρα, πήρε μαζί του μερικούς
από αυτούς τους αναξιοπαθούντες και πήγε στις ρωμαϊκές αρχές, στους οποίους
είπε ότι οι θησαυροί της Εκκλησίας «αποταμιεύτηκαν» σε αυτούς τους
ανθρώπους! Οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες
έγιναν έξαλλοι από το θυμό τους συνέλαβαν τον Λαυρέντιο και τον παρότρυναν να
θυσιάσει στα είδωλα και να κάψει θυμίαμα στο άγαλμα του αυτοκράτορα και να
υπογράψει τον απαιτούμενο λίβελο, ότι απαρνιόταν την χριστιανική «δεισιδαιμονία».
Εκείνος αρνήθηκε και ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό, ως τον αληθινό Θεό.
Αποκάλεσε δε τους «θεούς» των ειδώλων δαιμόνια. Έτσι τον υπέβαλλαν σε
φρικτά βασανιστήρια. Αφού τον βασάνισαν για μέρες, πυράκτωσαν μια πελώρια
σχάρα, έβαλαν το μάρτυρα επάνω και τον έψησαν ζωντανό. Έτσι παρέδωσε την ψυχή
του στο Θεό. Στη Ρώμη καταδεικνύεται σημείο όπου μαρτύρησε ο άγιος Λαυρέντιος
και υπάρχει ναός των παπικών, αφιερωμένος σ’ αυτόν. Είναι η γνωστή βασιλική του San Lorenzo in Panisperna.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Αυγούστου.
Η παράδοση αναφέρει πως πριν συλληφθεί ο
Λαυρέντιος πρόλαβε να φυγαδεύσει το Ιερό Δισκοπότηρο στην Ισπανία. Όμως η
παράδοση περί του «Ιερού Δισκοπότηρου» δεν ανήκει στην Εκκλησία, αλλά
είναι ένας μεσαιωνικός μύθος, τον οποίο εφεύρε και καλλιέργησε ο αιρετικός
παπισμός και ενέχει αφελή και αποκρυφιστικά στοιχεία. Όπως είναι γνωστό ο μύθος
αυτός προβλήθηκε ιδιαζόντως από τους ναζί της Γερμανίας, για να θεμελιώσουν τη
ναζιστική ιδεολογία.
ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΤΘΙΑΣ: Ο ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ ΜΑΘΗΤΗ. ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΜΑΤΘΙΑΣ: Ο ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ ΜΑΘΗΤΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ.
ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Ο Κύριός μας κάλεσε δώδεκα άνδρες για
να σχηματίσει την ομάδα των αποστόλων, οι οποίοι έμελλαν να συνεχίσουν το
απολυτρωτικό Του έργο. Ο αριθμός δώδεκα δεν είναι τυχαίος, αλλά έχει βαθύτατο
συμβολισμό. Στους Εβραίους ο χρόνος είχε δώδεκα μήνες και το ημερονύκτιο δώδεκα
ώρες (Ιωαν.11,9), συμβολίζοντας την πληρότητα του χρόνου. Ο Ιακώβ - Ισραήλ, είχε δώδεκα παιδιά (Γεν.35,22
– 27). Το Ισραήλ αποτελούνταν από δώδεκα φυλές (Γεν.49,28). Αλλά και Ο Χριστός κάλεσε ως μαθητές Του
δώδεκα άνδρες (Ματθ.10,1). Μάλιστα τους προμήνυσε ότι στη βασιλεία Του θα
στηθούν δώδεκα θρόνοι, να καθίσουν οι δώδεκα μαθητές Του να κρίνουν τις δώδεκα
φυλές του Ισραήλ (Ματθ.19,28.Λουκ.22,30.Αποκ.5,10).
Ο παλιός Ισραήλ αποτελούνταν από τις
δώδεκα φυλές, των αντίστοιχων δώδεκα γιων του Ιακώβ, ο οποίος είχε λάβει από το
Θεό την προσηγορία Ισραήλ (Γεν.28.10). Αλλά η αποστολή του παλιού Ισραήλ έληξε,
με την περάτωση του επί γης σωτηριώδους
έργου του Χριστού. Επάνω στον φρικτό Γολγοθά συνήφθη η νέα και αιώνια
διαθήκη μεταξύ του Θεού και ανθρώπου με το Αίμα του Χριστού, θέτοντας τέλος
στην παλιά διαθήκη, η οποία είχε συναφθεί στο Σινά (Εβρ.8,6). Τη θέση του
παλιού Ισραήλ πήρε πια ο νέος Ισραήλ του Θεού, ο νέος λαός του Θεού της
χάριτος, η Εκκλησία, η οποία συμπεριλαμβάνει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έτσι έπρεπε να αντιπροσωπευτεί από αντίστοιχους σε
αριθμό αποστόλους.
Ο Ματθίας δεν αναφέρεται στους καταλόγους
των αποστόλων, αλλά, για πρώτη φορά στο 1ο κεφάλαιο του Βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Μετά την
προδοσία και την έκπτωση του Ιούδα Ισκαριώτη μειώθηκε ο αριθμός των αποστόλων
και έπρεπε να αναπληρωθεί η θέση του προδότη μαθητή. Γι’ αυτό, αμέσως μετά την
Ανάληψη συγκεντρώθηκαν οι απόστολοι και μαζί περίπου 120 μαθητές από τον
ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Χριστού, για να συμπληρώσουν τον αριθμό δώδεκα,
προφανώς, κατά παραγγελία του Κυρίου, πριν αναληφτεί.
Κατά προτροπή του Πέτρου «έστησαν δύο άνδρες, τον Ιωσήφ τον
καλούμενον Βαρσαββάν, ος επεκλήθη Ιούστος, και Ματθίαν, και προσευξάμενοι
είπον΄ συ Κύριε, καρδιογνώστα πάντων, ανάδειξον όν εξελέξω εκ τούτων των δύο
ένα, λαβείν τον κλήρον της διακονίας ταύτης και αποστολής, εξ’ ής παρέβη Ιούδας
πορευθήναι εις τον τόπον τον ίδιον» (Πράξ.1,23-26). Έριξαν λοιπόν κλήρους. «Ο κλήρος έπεσεν επί Ματθίαν, και συγκατεψηφίσθη
μετά των ένδεκα αποστόλων» (Πράξ.1,26).
Δεν έχουμε δυστυχώς άλλες πληροφορίες για την κατοπινή δράση του
αποστόλου Ματθία. Μάλιστα ακόμα και το όνομά του συγχέεται από κάποιους. Η
συριακή έκδοση της ιστορίας του Ευσεβίου ονομάζει τον Ματθία ως Τολμάι. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας τον αποκαλεί Ζακχαίο, κάποιοι άλλοι Βαρνάβα.
Όπως αναφέρει ο βυζαντινός συγγραφέας Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο Ματθίας
διάλεξε να κηρύξει αρχικά το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία και κατόπιν πήγε στην Αιθιοπία.
Αλλά δεν πρόκειται για την σημερινή Αιθιοπία της Αφρικής, αλλά για μια ομώνυμη
περιοχή του Καυκάσου, ταυτισμένη με
την μυθική Κολχίδα, η οποία σήμερα
βρίσκεται στην σημερινή Γεωργία.
Εκεί κήρυξε το Ευαγγέλιο με θέρμη και ζήλο, μεταστρέφοντας πολλούς ειδωλολάτρες
στο Χριστό. Οι φανατικοί ιερείς των ειδώλων τον συκοφάντησαν στις αρχές, και
εκείνες τον παρέδωσαν στον μανιασμένο ειδωλολατρικό όχλο, οι οποίοι τον
σταύρωσαν. Οι Γεωργιανοί ευλαβούνται τον άγιο Ματθία, ως φωτιστή τους και
επιδεικνύουν σημείο στο σωζόμενο ρωμαϊκό φρούριο Γκόνιο (στην αρχαία πόλη Άψανθος),
στη σημερινή Αζαρία, τον τόπο της
ταφής του.
Σε σωζόμενο αρχαίο κείμενο με τίτλο:
«Σύνοψη του Δωρόθεου», αναφέρεται πως ο Ματθίας κήρυξε
το Ευαγγέλιο σε βάρβαρους και ανθρωποφάγους, στο εσωτερικό της Αιθιοπίας, όπου
βρίσκεται το λιμάνι του Ύσσου, στις
εκβολές του ποταμού Φάση. Πέθανε στη
Σεβαστούπολη, και τάφηκε εκεί, κοντά
στο ναό του «θεού» Ήλιου. Σε άλλο σωζόμενο κοπτικό κείμενο, που τιτλοφορείται «Πράξεις του Ανδρέα και του Ματθία»,
τοποθετείται η δράση του, παρόμοια, στην «πόλη
των κανίβαλων» στην Αιθιοπία.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο Ματθίας λιθοβολήθηκε στην Ιερουσαλήμ από
τους Ιουδαίους και στη συνέχεια αποκεφαλίστηκε. Κατά τον Ιππόλυτο Ρώμης, ο Ματθίας πέθανε σε βαθιά γεράματα στην Ιερουσαλήμ.
Είναι σημαντική η παρατήρηση του Κλήμεντα του Αλεξανδρέα, ο οποίος στο
έργο του «Στρωματείς» (vi.13)ανφέρει
τα εξής, για τον άγιο απόστολο Ματθία:
«Δεν έγιναν απόστολοι μόνο και
μόνο επειδή επιλέχτηκαν για την ιδιαιτερότητα της φύσης τους, αφού και ο Ιούδας
επελέγη μαζί τους. Αλλά ήταν ικανοί να γίνουν απόστολοι, γιατί επιλέχτηκαν από
αυτόν που προβλέπει ακόμα και απώτερα προβλήματα. Με αυτόν τον τρόπο ο Ματθίας,
που δεν επελέγη μαζί τους, μόλις απέδειξε με την αξία του ότι αξίζει να γίνει
απόστολος, αναπλήρωσε τον Ιούδα».
Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Αυγούστου.
ΑΓΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΖΙΚΟΥ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ. ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ
ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΖΙΚΟΥ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ
Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η περίοδος της εικονομαχίας (726-842)
υπήρξε μια από τις πλέον δύσκολες εποχές για την Εκκλησία μας, όπου
αμφισβητήθηκε η παραδεδομένη ορθόδοξη πίστη και καταδιώχτηκαν οι ορθόδοξοι.
Μέσα από τον αγώνα, για την προάσπιση της σώζουσας πίστης της Εκκλησίας
αναδείχτηκαν μεγάλες μορφές ομολογητών Πατέρων, οι οποίοι όρθωσαν το ανάστημά
τους στην παντοδύναμη αυτοκρατορική εξουσία, η οποία εξέφραζε, υποστήριζε και
επέβαλλε δια της βίας, την αίρεση της
εικονομαχίας. Αδιαφορώντας για τις διώξεις, τα βασανιστήρια και το θάνατο,
προάσπισαν την Ορθοδοξία και έσωσαν την αλήθεια. Ένας από τους πολυπληθείς
ομολογητές αυτής της ταραγμένης περιόδου υπήρξε και ο άγιος Αιμιλιανός Επίσκοπος Κυζίκου της Μ. Ασίας.
Καταγόταν από τη Βασιλεύουσα. Από μικρός θέλγονταν από ζήλο να ακολουθήσει τον
μοναχικό βίο και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Σπούδασε τις ονομαστές
σχολές της Κωνσταντινουπόλεως και απέκτησε σοβαρή μόρφωση. Όταν ενηλικιώθηκε
εντάχτηκε στη μοναχική αδελφότητα, που είχε ιδρύσει στο στενό του Βοσπόρου ο άγιος Ταράσιος Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως και ομολογητής. Εκεί διέπρεψε με την ευσέβειά του, την
προσήλωσή τους στην Ορθοδοξία και τις ιερές παραδόσεις και την αρετή του.
Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από όλους.
Στα 787
κοιμήθηκε ο Μητροπολίτης Κυζίκου της Μ. Ασίας Νικόλαος και ο πιστός κλήρος και λαός ανέδειξαν διάδοχό του τον
Αιμιλιανό. Παρά τις αντιρρήσεις του, όπως όλων των μεγάλων Πατέρων, οι οποίοι
συναισθάνονταν το ασήκωτο βάρος του επισκοπικού αξιώματος, δέχτηκε.
Η επισκοπική του διακονία υπήρξε υποδειγματική και θεάρεστη. Ο
ίδιος αναδείχτηκε πιστός οικονόμος της χάριτος και των μυστηρίων του Θεού.
Εργάστηκε με ζήλο για την πνευματική εξύψωση του ποιμνίου του και άσκησε ένα
τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν κοντά του αγάπη,
στήριξη και θαλπωρή. Αυτό τον έκανε πολύ αγαπητό στην επισκοπική του
περιφέρεια.
Η εικονομαχική έριδα φάνηκε να είχε σβήσει,
με την σύγκληση της Ζ΄ Οικουμενικής
Συνόδου (787), η οποία καταδίκασε την αίρεση της εικονομαχίας και
θριάμβευσε η ορθόδοξη πίστη. Αλλά το 815, ο αυτοκράτορας Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813- 820), ανανέωσε την εικονομαχική πολιτική
των εικονομάχων προκατόχων του αυτοκρατόρων και εξέδωσε διάταγμα να αφαιρεθούν
από του ναούς οι Ιερές Εικόνες και να απομονωθούν οι υποστηρικτές της τιμητικής
τους προσκύνησης. Είχε την πλανεμένη γνώμη ότι η πολεμική κατά των Εικόνων
έφερε ευημερία στο κράτος και επιτυχίες στο στράτευμα. Απαίτησε από τον
Πατριάρχη Νικηφόρο Α΄ (806-815) να
υποστηρίξει την εικονομαχική του πολιτική. Ο Νικηφόρος εκδήλωσε φανερά και
δυναμικά την αντίθεσή του στην εκκλησιαστική πολιτική του Λέοντος. Παρέλαβε
τους ορθοδόξους Επισκόπους: Θεοφύλακτο Νικομηδείας, Αιμιλιανό Κυζίκου, Ευθύμιο
Σάρδεων, Ευδόξιο Αμορίου, Μιχαήλ Συνάδων και Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, πήγαν στο παλάτι, προκειμένου να
ελέγξουν τον ασεβή αυτοκράτορα και να προσπαθήσουν να τον συνεφέρουν στην
Ορθοδοξία. Ο Νικηφόρος, μαζί με τους άλλους ομολογητές Επισκόπους έδειξαν
ασυνήθιστη παρρησία και θάρρος ενώπιον του σκληρού Λέοντος και αρνήθηκαν να
συγκατατεθούν στην εικονομαχική του πολιτική.
Ο Λέων θύμωσε υπέρμετρα και ζήτησε την
καθαίρεση του Νικηφόρου, ανεβάζοντας πραξικοπηματικά στο θρόνο τον Θεόδοτο, ο οποίος συμφωνούσε μαζί του.
Ο νέος Πατριάρχης συγκάλεσε Σύνοδο στην Αγία Σοφία, για να κηρύξει άκυρες
τις
αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και να εκδώσει αποφάσεις υπέρ της
καταργήσεως των Ιερών Εικόνων. Έτσι άρχισε μια νέα σφοδρή περίοδος διωγμών
κατά
των ορθοδόξων. Οι ορθόδοξοι Επίσκοποι καθαιρέθηκαν, διαπομπεύτηκαν και
εξορίστηκαν.
Σε αυτή την ληστρική Σύνοδο, συμμετείχαν
και πολλοί ορθόδοξοι Επίσκοποι, μεταξύ αυτών και ο Αιμιλιανός Κυζίκου, όπου
διατράνωσαν την πίστη τους στην Ορθοδοξία. Ο Αιμιλιανός μίλησε με θάρρος και
παρρησία και κατάγγειλε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την πολιτική του
αυτοκράτορα, η οποία ήταν αντίθετη με την πίστη της Εκκλησίας. Ομολόγησε με
σθένος το μεγαλείο της ορθοδόξου πίστεως και απέδειξε την ορθότητα της
τιμητικής προσκύνησης των Σεπτών Εικόνων.
Η θαρραλέα ομολογία του Αιμιλιανού
προκάλεσε σάλο και προκάλεσε τη μήνη του ασεβούς εικονομάχου αυτοκράτορα, ο
οποίος έδωσε διαταγή να εκθρονισθεί, να καθαιρεθεί και να εξορισθεί. Ο γενναίος ιεράρχης, με το θυσιαστικό του
φρόνημα αντιμετώπισε με καρτερία και ανεξικακία τις διώξεις. Με δάκρυα στα
μάτια και οδυρμό ψυχής αποχαιρέτησε το αγαπημένο του ποίμνιο και πήρε το δρόμο
της εξορίας.
Οι ταλαιπωρίες και η θλίψεις κατέβαλαν
το ασθενικό σαρκίο του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στην εξορία και κατατάχτηκε στους
αγίους ομολογητές Πατέρες. Την πρώτη του ασματική ακολουθία του και δει τον
κανόνα, ποίησε ο σύγχρονός του άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, αλλά το 1876 ο
μακαριστός Μητροπολίτης Κυζίκου Αιμιλιανός εξέδωσε συμπληρωμένη την ασματική
του ακολουθία. Ιδιαιτέρως τιμάται στην κοινότητα Καλλιμασία της Χίου, με λαμπρότητα κατ’ έτος. Η μνήμη του τιμάται
στις 8 Αυγούστου.
Ο άγιος ομολογητής Αιμιλιανός αποτελεί (πρέπει να αποτελεί) λαμπρό παράδειγμα αληθινού Επισκόπου, ο οποίος αψήφησε τα θέλγητρα, τις δόξες και τις ανέσεις του κόσμου και προτίμησε το δύσκολο δρόμο της συνέπειας και του καθήκοντος. Τίμησε την Ιερά Παρακαταθήκη, που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και έδωσε τον καλό αγώνα για την υπεράσπιση της μόνης σώζουσας ορθόδοξης πίστης. Έμεινε εδραίος και αμετακίνητος στην αμώμητη χριστιανική πίστη, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, κήρυξαν οι Άγιοι Απόστολοι και παρέλαβε η Εκκλησία. Έγινε στύλος της αλήθειας και ένθεος ζηλωτής των ιερών παραδόσεων, σκεύος εκλογής και κρηπίδα ομολογίας. Δεν λύγησε μπροστά στις απειλές της πανίσχυρης κοσμικής εξουσίας και δε δείλιασε από τις φοβερές συνέπειες για την εμμονή του στην Ορθοδοξία.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΕΚ ΖΑΓΟΡΑΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ.ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΕΚ
ΖΑΓΟΡΑΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια μεγάλη πλειάδα Νεομαρτύρων ήταν
νεαρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τα οποία, παρά το άγουρο της ηλικίας τους,
ενέταξαν την εδραία πίστη τους στον αληθινό Τριαδικό Θεό, απέναντι στους
αλλόθρησκους Οθωμανούς τυράννους, οι οποίοι ήθελαν να τους εξισλαμίσουν και
αυτόματα να χάσουν και την ελληνική τους συνείδηση. Ένας από αυτούς υπήρξε και
ο άγιος Νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος.
Γεννήθηκε στα 1663 στην Ζαγορά του Πηλίου,
στα μαύρα χρόνια, που Το Γένος μας και όλοι οι ορθόδοξοι λαοί των Βαλκανίων ζούσαν κάτω από μια, από της
πιο τυραννικές περιόδους της ιστορίας. Οι γονείς του ήταν άνθρωποι απλοί και
φτωχοί, αλλά θεοσεβούμενοι, οι οποίοι τον ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία
Κυρίου. Στάλαξαν στην παιδική του ψυχή την πίστη στον μόνο αληθινό Τριαδικό
Θεό, τον Οποίο μας γνώρισε ο ενανθρωπίσας Υιός και Λόγος Του, Ιησούς Χριστός. Να
έχει προσήλωση στην αγία Εκκλησία Του, το ασφαλές καταφύγιο κάθε ψυχής. Γι’
αυτό και τον οδηγούσαν συχνά στην εκκλησία. Και εκείνος έτρεχε με χαρά και
αγαλλίαση για να βοηθά τον ιερέα και τον ψάλτη του χωριού. Έμαθε να αγαπά το
Χριστό και τους αγίους, να τους θεωρεί φίλους του, να κουβεντιάζει ώρες
ολόκληρες μαζί τους. Ιδιαίτερα σέβονταν και αγαπούσε την Παναγία μας και τον
άγιο Γεώργιο, ο οποίος είχε υποφέρει και είχε πεθάνει ηρωικά για την πίστη του
στο Χριστό.
Ενωρίς είχε χάσει τους αγαπημένους του
γονείς, μένοντας ορφανός. Η ακράδαντη πίστη του στο Θεό τον στήριξε στη δύσκολη
εκείνη περίοδο της ζωής του. Για να μπορέσει να επιβιώσει αναζήτησε εργασία ως
ναυτικός. Πράγματι ένας καραβοκύρης τον πήρε τη δούλεψή του. Τον έκαμε ναύτη
στο εμπορικό του καράβι, το οποίο ταξίδευε στο βόρειο Αιγαίο, μεταφέροντας
εμπορεύματα. Ο νεαρός Τριαντάφυλλος τον ευχαρίστησε και του υποσχέθηκε πως δεν
θα μετανιώσει ποτέ, που τον προσέλαβε στο πλοίο του, δείχνοντας ασυνήθιστη
ευσυνειδησία, τιμιότητα, εργατικότητα και καλοσύνη. Όμως οι άλλοι ναύτες,
άνθρωποι σκληροί και άπονοι, συμπεριφέρονταν βάναυσα στον νεαρό Τριαντάφυλλο, τον οποίο
λοιδορούσαν και περιέπαιζαν. Ανάμεσά τους υπήρχαν και τούρκοι, οι οποίοι τον
περιγελούσαν για την θεοσέβειά του, βλέποντάς τον να προσεύχεται συχνά και να
μιλά για το Χριστό και τους αγίους. Εκείνος τους απέκρουε με ευγένεια και
ανεξικακία και συνέχιζε να προσεύχεται με θέρμη και πίστη στο Θεό. Να
εναποθέτει τις ελπίδες του σ’ Αυτόν. Να προσεύχεται και γι’ αυτούς, διότι ήξερε
ότι ήταν θύματα του διαβόλου, ο οποίος τους έβαζε για να τον πειράξουν και να
τον αποσπάσουν από την ευσέβειά του.
Ο καιρός περνούσε και ο ναύκληρος
Τριαντάφυλλος κέρδιζε όλο και περισσότερο τη συμπάθεια των συναδέλφων του χριστιανών
ναυτικών. Όχι όμως των μουσουλμάνων, οι οποίοι τον μισούσαν θανάσιμα και
αποζητούσαν ευκαιρία να τον εκδικηθούν. Η ευκαιρία τους δόθηκε σε ένα ταξίδι
του πλοίου στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά το αγκυροβόλι, μια παρέα από τους μουσουλμάνους ναύτες, προκάλεσαν διαμάχη
με τον Τριαντάφυλλο, με σκοπό να τον παγιδέψουν. Μηχανεύτηκαν φρικτή
συκοφαντία, ότι δήθεν τους είχε εκμυστηρευτεί ότι σκόπευε να αλλαξοπιστήσει και
να ασπασθεί το Ισλάμ και κατόπιν άλλαξε γνώμη.
Με την ευκαιρία θέλουμε να τονίσουμε πως
ο πιο συνηθισμένος τρόπος εκδίκησης των τούρκων κατά των Ελλήνων ήταν η
συκοφαντία της δήθεν εκδήλωσης πρόθεσης εξισλαμισμού. Αυτό για την σαρία, δηλαδή τον ισλαμικό νόμο,
αποτελεί σοβαρότατο παράπτωμα, το οποίο ισοδυναμεί, ή τον ακούσιο εξισλαμισμό
του κατηγορουμένου, ή την θανάτωσή του! Με αυτήν την συκοφαντία βρήκαν
μαρτυρικό θάνατο πλήθος Νεομαρτύρων.
Πήγαν λοιπόν οι απαίσιοι εκείνοι
συκοφάντες στον επίτροπο του Σουλτάνου για θρησκευτικά θέματα, τον διαβόητο Μουσταφά, στον οποίο τον κατήγγειλαν ως
αρνητή του Ισλάμ,
προσθέτοντας επίσης και την κατηγορία ότι δήθεν είχε προσβάλει την θρησκεία
τους και τον Μωάμεθ. Απλή άλλωστε
άρνηση εξισλαμισμού σήμαινε ύβρη κατά του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα κατέφθασε
απόσπασμα αγρίων στρατιωτών, οι οποίοι συνέλαβαν, έδεσαν πισθάγκωνα τον
Τριαντάφυλλο και τον οδήγησαν στον τούρκο διοικητή της πόλεως για να
απολογηθεί. Ο ανακριτής πασάς μεταχειρίστηκε αρχικά κολακείες και ταξίματα,
προκειμένου να τον δελεάσει και να αλλαξοπιστήσει. Το επαίνεσε για τα νιάτα του
και τη λεβεντιά του και του έταξε πλούτη, τιμές και αξιώματα αν απαρνιόταν την
πίστη του και ασπάζονταν το Ισλάμ. Εκείνος όμως με ασυνήθιστο θάρρος αρνήθηκε
και ομολόγησε: «Τον αληθινό Θεό και
Σωτήρα μου Ιησού Χριστό δε θα δεχτώ ποτέ να απαρνηθώ»!
Μετά από αυτή την θαρραλέα ομολογία του,
ο ανακριτής άρχισε τις φοβέρες και τις προειδοποιήσεις πως, για να γλυτώσει τις
τιμωρίες και το θάνατο, έπρεπε να εξισλαμισθεί. Εκείνος όμως έμεινε
αμετακίνητος στην πίστη του και φώναζε δυνατά: «είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω»! Ύστερα από αυτό
έδωσε διαταγή να αρχίσουν τα βασανιστήρια, ευελπιστώντας ότι το νεαρό παιδί θα
λύγιζε, μπροστά στα μαρτύρια και θα αλλαξοπιστούσε. Τον παρέδωσε σε άξεστους,
άγριους και απάνθρωπους βασανιστές, οι οποίοι τον μαστίγωσαν ανελέητα και τον
βασάνισαν φρικτά. Αλλά ο Μάρτυρας έμεινε εδραίος, παρ’ όλους τους αφόρητους
πόνους του.
Όταν είδαν ότι δεν μπορούσαν να τον μεταπείσουν, αποφάσισαν να τον θανατώσουν. Τον οδήγησαν στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, όπου χιλιάδες Χριστιανοί έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό. Ήθελαν να παρακολουθήσει ο όχλος την εκτέλεση για παραδειγματισμό. Να σπείρουν το φόβο στους υπόδουλους Χριστιανούς, ώστε να μην διανοούνται να σηκώσουν κεφάλι. Ο δήμιος πλησίασε τον μόλις δεκαεπτάχρονο Μάρτυρα και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν 8 Αυγούστου του 1680. Το νεαρό αυτό βλαστάρι, ένα από τα εύοσμα άνθη του μυστικού λειμώνα του Θεού, ο άγιος Τριαντάφυλλος, αντάλλαξε τα πλούτη και τις δόξες της επίγειας πρόσκαιρης ζωής με την αιώνια και ατελεύτητη ζωή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Αυγούστου, την ημέρα του μαρτυρίου του.



