Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Όσο φωτίζει το λυχνάρι μας! Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου.

 


Όσο φωτίζει το λυχνάρι μας!

Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου

 

Έλεγε ένας αγιορείτης Γέροντας, φωτισμένος άνθρωπος, ταπεινός, αληθινά ήσυχος: «Όσο φωτίζει το λυχνάρι μας με το κοντό φυτίλι του, αυτό μόνο βλέπουμε». Τα υπόλοιπα, ενδεχομένως θα συμφωνήσεις μαζί μου, ενδεχομένως εμπεριέχονται στη φαντασιακή σφαίρα, στην πλεξίδα των συνωμοσιολογιών ενός εκάστου. Αλλά, ας είναι! Ο μεγάλος Arthur Schopenhauer (Αρθούρος Σοπενλαουερ, 1788-1860), γνωστός για τον αθεϊστικό πεσιμισμό του, στο σημαντικότερο έργο του «ο Κόσμος ως βούληση και ως παράσταση», τονίζει ότι οι συναισθηματικές, ψυχολογικές και σεξουαλικές επιθυμίες δεν μπορούν ποτέ να εκπληρωθούν πραγματικά». Επομένως, όσο φωτίζει το λυχνάρι μας…!

Για να φθάσει, όμως, κάποιος να περιοριστεί στο φως του λυχναριού του, πρώτιστα, πρέπει να κατέχει την αρετή της εγκρατείας, δηλαδή, να απέχει από κάθε ακρασία στο βίο του. Αυτή δε η ακρασία, κλιμακωτά, επιφέρει σκοτασμό του νου, πόρωση καρδίας και την απώτερη και τελική αναισθησία της ψυχής, οπότε και τότε, ναι, εκεί χάνεις όχι μόνο το φως του λυχναριού αλλά και το ίδιο το λυχνάρι!

Ο μεγάλος και παγκόσμιος Leon Tolstoi (Λέων Τολστόι, 1828-1910), στη νεότητά του, πριν παντρευτεί στα 1862 και αποκτήσει 13 παιδιά (!), υποστήριζε πως η φιλοδοξία είναι αρετή και πως σκοπός του ανθρώπου είναι η ηθική του τελειοποίηση! Ήρθε η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας για να τον αφορίσει στα 1901, ο ίδιος, όμως, φαίνεται πως είχε αρχίσει να αποκηρύττει τις πρώιμες ιδεές του. Έλεγε λίγο πριν το θάνατό του: «Δεν υπάρχει παρά ένα μέσο διά να σταματήσει το κακό. Και αυτό είναι να αποδίδει κανείς καλό αντί κακού, άνευ διακρίσεως προσώπων».

Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αυτός ο μέγαλος ποιητής του ορθοδόξου Αγιολογίου, σημειώνει:

«Καθαρθήναι δεί πρώτον, είτα καθάραι,

Σοφισθήναι, καί είτα σοφίσαι,

Γενέσθαι φως και φωτίσαι.

Εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους.

Αγιασθήναι και αγιάσαι»

(Λόγος 2, 71, PG35. 480Β).

 

Κριτήριο πνευματικό; Η αγάπη. Πάντοτε με διάκριση, αλλά, άνευ αγάπης, ουδέν επράξαμεν. Το τονίζει υπέροχα ο αββάς Θεόδωρος: «Αγάπη θα πει να φθάσει ο άνθρωπος στο σημείο που να μη θέλει να μπει στον Παράδεισο μόνος του» (Διονυσίου Τάτση, Πρεσβ., Αποδημία σε Μοναστήρι, σελ. 38)

«Όσο φωτίζει το λυχνάρι μας με το κοντό φυτίλι του, αυτό μόνο βλέπουμε» Κατάλαβες τώρα ποιο είναι το λυχνάρι και το φυτίλι του; Αν ναι, βρήκες και την οδό δια βίου που καλείται ¨αγαπητική¨ και εστιάζει αποκλειστικά σε ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!

 

Διαβάζουμε...



Στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι ταπεινοί, όλοι καλοί, όλοι ευγενικοί, μέχρι που μας αγγίζει το δάχτυλο ή η γλώσσα κάποιου. Και μόνο τη στιγμή της αφής μας γίνεται σαφές ποιος από εμάς είναι ποιο πουλί και πώς πετάει.

Ηγούμενος Σάββας Ostapenko

Kryepiskopi i Dashurisë - Anastas .

Ο Κύριος είναι ο βοηθός! Προσευχηθείτε σε Αυτόν και εμπιστευτείτε τις αδυναμίες σας σε Αυτόν... Ο Θεός είναι τα πάντα! Προσευχηθείτε ενώπιόν Του με δάκρυα. ​​Και η βοήθειά Του δεν θα λείψει...Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Παραϊαν αναφέρει.



Στη Θεία Λειτουργία, φανταζόμενοι τους εαυτούς μας ως χερουβείμ και υπηρετώντας μαζί με τους αγγέλους, φέρνοντας όλη τη δόξα, την τιμή και τη λατρεία στον Θεό, σύμφωνα με τη δύναμή μας, και κάνοντας ένα ουράνιο πράγμα, εισερχόμαστε στη Βασιλεία του Θεού και αξιωνόμαστε να ακούσουμε τον λόγο του Θεού από το Άγιο Ευαγγέλιο. Όπου είναι το Ευαγγέλιο, εκεί είναι ο λόγος του Σωτήρα, και αυτός που δέχεται τον λόγο του Θεού, δέχεται τον Θεό Λόγο.


Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Παραϊαν.

Σαμουήλ.... Σαμουήλ..... Σαμουήλ....


Ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή μας μιλά για τον Σαμουήλ(+ 20 Αυγούστου) την  στιγμή που άκουσε στον ύπνο του για πρώτη φορά τη φωνή του Θεού να τον καλεί :” Σαμουήλ, Σαμουήλ!”. Ο Σαμουήλ τρέχει προς τον Ηλί, που ήταν αρχιερέας, και του λέει:” Εδώ είμαι, με κάλεσες;”. ” Όχι, δεν σε κάλεσα. Πήγαινε και ξανακοιμησου “.
 Μια δεύτερη φορά, άκουσε τη φωνή του Θεού να τον καλεί:” Σαμουήλ, Σαμουήλ!”. Και πάλι τρέχει προς τον Ηλι και του λέει:” Εδώ είμαι, με κάλεσες;”.
 ” Όχι, δεν σε κάλεσα. Πήγαινε και ξανακοιμησου “. Ακούει για τρίτη φορά ο Σαμουήλ την ίδια φωνή, και τότε ο Ηλι του λέει:” Αν ακούσεις τη φωνή που σε καλεί, στάσου και πες στον Κύριο:” Λαλει, Κύριε, ο δούλος Σου ακούει!”. 
Η Αγία Γραφή λέει ότι στην αρχή ο Σαμουήλ δεν γνώριζε ότι ήταν η φωνή του Θεού που του μιλούσε. Είχε εκλεγεί προφήτης από τον Θεό, αλλά δεν γνώριζε αυτή τη φωνή. Το ίδιο αφορά επίσης και τον Ίδιο τον Χριστό. Πράγματι, η Αγία Γραφή λέει ότι Αυτός ” προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεω και ανθρώποις “.
 
Με έναν παρόμοιο τρόπο αρχίζει κανείς στην μοναχική ζωή. Κόβει τη σχέση του με τον κόσμο, με την έννοια ότι αφιερώνει όλη του τη ζωή για να μάθει τη γλώσσα του Θεού και τον τρόπο που πρέπει να ενεργεί. Ο σκοπός μας είναι να γνωρίσουμε το θέλημα του Θεού. Η είσοδος μας στο αιώνιο ρεύμα του Θείου θελήματος είναι ήδη μετοχή στην αιώνια ζωή του Θεού…
 
Όσο μου ήταν δυνατόν, μελέτησα άλλες οδούς, με την βοήθεια του Θεού οδηγήθηκα στο να μην αναγνωρίζω ως σωστή παρά την οδό που μας έμαθε ο Χριστός, και μάλιστα με το Πνεύμα το Άγιο. Δεν θέλουμε να ανακατευθουμε στις ιδέες, στις εντολές οποιουδήποτε άλλου δόγματος ή ιδέας σχετικά με το Είναι. Είμαστε Χριστιανοί, με την έννοια ότι δεν υπάρχει για μας άλλος Πατέρας από τον Πατέρα του Ίδιου του Χριστού και δεν υπάρχει άλλος κύριος από τον Ίδιο τον Χριστό. 
Με άλλα λόγια, προσπαθούμε να ζήσουμε τον Χριστό όπως Αυτός ο Ίδιος μας το ζήτησε: Μας είπε ότι Αυτός είναι ο Κύριος και οι άλλοι δεν είναι. (Ιωαν. 10,8). Τα λέω αυτά, διότι σχεδόν από την παιδική μου ηλικία ή μάλλον από την νεότητά μου ήρθα αντιμέτωπος με την τάση να έχω μια ” ευρεία θεωρία “, συμπαντική. Έβαζα στο ίδιο ” σακί ” τον Χριστιανισμό, τον Βουδισμό, το ισλάμ, τον Ινδουισμό… Αλλά δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό. 
Μόνο ο Χριστός είναι ο Δημιουργός αυτού του κόσμου, μόνο Αυτός είναι ο Δημιουργός μας, ο Πατέρας μας, ο Αδελφός, ο Κύριος μας, τα πάντα. 
Δεν υπάρχει άλλος.

(Aγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Α, Ομιλία 40: (27 Αυγούστου 1990), σελ. 440-441, 442)

Πατέρας Παντελεήμων Κρουσκος.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 18,3-35] Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα: «Η ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 18,3-35]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

                              με θέμα:

    «Η ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»

              [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 14-8-1988] 

                                                                                                 

       «Ωμοιώθη», λέγει ο Κύριος, αγαπητοί μου, «η Βασιλεία του Θεού με έναν βασιλέα που θέλησε να του δώσουν λογαριασμό οι δούλοι του από τα πεπραγμένα των. Ανάμεσά τους», λέγει η παραβολή, «βρέθηκε κάποιος που το χρέος του ανέβαινε εις το ποσόν των μυρίων ταλάντων»· που, για να πάρομε μια εικόνα, ήτο ποσόν 2,5 εκατομμυρίων χρυσών λιρών Αγγλίας… Και κατά τις συνήθειες, βεβαίως, της εποχής, έπρεπε ο δούλος εκείνος να πωληθεί και να εισπραχθεί το ποσόν υπέρ του αφεντικού του. Βέβαια, αν λάβετε υπόψιν ότι ο Κύριος επωλήθη αντί τριάκοντα αργυρίων, δηλαδή 30 χρόνια πίσω, χίλιες δραχμές… Συγκρίνατε το ένα ποσόν με το άλλο, για να δείτε αν ποτέ ο δούλος αυτός μπορούσε να εξοφλήσει, έστω και με την πώλησή του και την πώληση της γυναικός του και των παιδιών του και των υπαρχόντων του για να αποδοθεί το ποσόν στο οποίο είχε βρεθεί χρεώστης. Ό,τι κάνουν περίπου, δηλαδή, οι τράπεζες σήμερα προκειμένου να πάρουν τα χρήματά τους και βγάζουν στον πλειστηριασμό εκείνο το οποίον, το κτίσμα εκείνο, το αντικείμενον, το οποίον είχε τοποθετηθεί, τεθεί ενέχυρον.

       «Και τότε», λέει η παραβολή, «πεσν ον δολος προσεκνει ατ λγων· κριε, μακροθμησον π᾿ μο κα πντα σοι ποδσω(:Δείξε μια μακροθυμία, -δηλαδή ανάβαλε το πράγμα- κι εγώ όλα θα σου τα αποδώσω). Κι εκείνος ο βασιλεύς», λέγει η παραβολή, «μακροθύμησε. Και όχι μόνο επερίμενε κάποτε να του αποδώσει το χρέος, αλλά του το εχάρισε ολόκληρο.

       Φεύγοντας ο χρεώστης δούλος, συνήντησε έναν σύνδουλό του στο ίδιο αφεντικό, που και αυτός χρεωστούσε 100 δηνάρια. Τρεις μόνο χρυσές λίρες. ‘’Έλα εδώ’’, του λέγει, ‘’μου χρωστάς εκατό δηνάρια’’, λέγει ο μεγάλος χρεώστης δούλος. ‘’Ναι’’, του λέγει, ‘’δεν στο αρνούμαι ότι σου χρωστώ 100 δηνάρια’’. ‘’Θα μου τα δώσεις τώρα!’’. ‘’Μα, μακροθύμησον π’ μοί ’’, έλεγε αυτός ο δεύτερος ο σύνδουλος, ‘’ε, περίμενε λίγο, σε παρακαλώ». Κι εκεί σημειώνει κάτι πολύ χαρακτηριστικό. Ότι «πνιγε ατόν». «Πνίγω»…, το λέμε και σήμερα σαν έκφραση. Δεν είναι τι άλλο παρά η τοποθέτησις του αντίχειρος εδώ εις το καρύδι του λαιμού. Και είναι κατά κυριολεξίαν ένα πνίξιμο. Σήμερα το έχομε μεταφορικά αυτό το πνίξιμο. Τότε ήταν ό,τι ακριβώς λέει η λέξις.

     Το έμαθε ο βασιλιάς αυτό, έμαθε αυτήν την περίεργη συμπεριφορά αυτού του δούλου του, του με το μεγάλο χρέος και τον καλεί. Και του λέγει: «Έλα εδώ. Δούλε πονηρέ, δολε πονηρ, πσαν τν φειλν κενην φκ σοι, πε παρεκλεσς με. Οκ δει κα σ λεσαι τν σνδουλν σου, ς κα γ σε λησα;». «Έλα εδώ, δούλε πονηρέ. Εκείνη όλη την μεγάλη οφειλή, το μεγάλο χρέος που είχες σε μένα, μόνο γιατί με παρεκάλεσες, όχι μόνο μακροθύμησα, αλλά και σου το χάρισα. Δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις τον σύνδουλό σου, όπως κι εγώ ελέησα εσένα;».

     Σαφώς, λοιπόν, βλέπομε, αγαπητοί μου, ότι ένα καινούριο στοιχείο αποκαλύπτει ο Χριστός και που ανήκει στον χώρο της Βασιλείας του Θεού. Εκείνο το «μοιώθη βασιλεία το Θεο», πως έμοιασε. Δηλαδή είναι η συγχωρητικότητα. Αυτό το καινούριο στοιχείο βασικής και θεμελιώδους σημασίας, για να σταθεί κανείς πολίτης αυτής της Βασιλείας. Τι είναι; Θα το ξαναπώ: Η μακροθυμία. Με πρότυπον; Συγχωρητικότητος και μακροθυμίας; Την συγχωρητικότητα και την μακροθυμία του Θεού.

      Και το εξαγόμενον συμπέρασμα, από τον ίδιον τον Κύριο, της παραβολής είναι: «Οτω κα πατρ μου πουρνιος ποισει μν, ἐὰν μ φτε καστος τ δελφ ατο π τν καρδιν μν τ παραπτματα ατν». «Το ίδιο πράγμα θα κάνει κι ο Πατέρας σας ο ουράνιος σε σας, θα σας συγχωρήσει μεν, αλλά εάν δεν συγχωρήσετε εσείς τους συνανθρώπους σας, τους συνδούλους σας, τότε κι Εκείνος δεν θα σας συγχωρήσει».

     Θα μείνομε σ’ αυτό το κεντρικό σημείο, της μακροθυμίας του Θεού, αλλά και των ανθρώπων. Και είναι ένα πολύ σπουδαίο θέμα, το οποίον ίσως δεν έχομε προσέξει σαν ένα στοιχείο, σας είπα, των πολιτών της καινούριας Βασιλείας.

          Πρότυπον μακροθυμίας, είδαμε, ότι είναι Αυτός ο Θεός. Αλλά τι είναι η μακροθυμία; Είναι η ανεκτικότης. Είναι η συγχωρητικότης. Είναι η αναβολή της δικαιοσύνης και της οργής. Και η αγαθότητα του Θεού έναντι αυτής της προκλητικής και επιμόνου αμαρτίας μας. Περιμένει την επιστροφή μας. Περιμένει τη μετάνοιά μας. Γιατί ο Θεός «πάντας θέλει σωθναι κα ες πίγνωσιν ληθείας λθεν». Και προβάλλει την μακροθυμίαν. Προβάλλει την αναβολήν της τιμωρίας και της κρίσεως και της δικαιοσύνης. Και όπως λέγει ο Απόστολος Πέτρος, ο λόγος για τον οποίο ο Κύριος μακροθυμεί είναι η σωτηρία: «Κα τν το Κυρίου μν μακροθυμίαν σωτηρίαν γεσθε», λέγει ο Απόστολος. «Να θεωρείτε την μακροθυμίαν του Θεού σαν ένα στοιχείο για την σωτηρία σας». Περιμένει. Δεν σας τιμωρεί. Διότι αν τιμωρήσει και μάλιστα κόψει με θάνατον, πού μένει περιθώριον πλέον σωτηρίας; Γι'αυτό λοιπόν δίδει… και ζωή δίδει ο Κύριος και ευκαιρίες δίδει και μακροθυμεί.

         Βέβαια, όμως, πρέπει να πούμε ότι η μακροθυμία του Θεού ως άκτιστος ενέργεια… διότι όλες… κακώς λέω τη λέξη «αρετές» του Θεού, δεν είναι σωστή αυτή η έκφραση, όλες οι ενέργειες του Θεού, όλα τα ιδιώματα του Θεού, ανάμεσα στα οποία είναι και η μακροθυμία, είναι ενέργειες άκτιστες. Διότι απορρέουν από τον Θεό. Εμφανίζεται λοιπόν η μακροθυμία του Θεού ως άκτιστος ενέργεια μέσα εις τον κτιστόν κόσμον. Και ο κτιστός κόσμος είναι περιορισμένος. Γι΄αυτό, λοιπόν, βλέπομε εδώ, στην παραβολή αυτού του χρεώστου δούλου, η μακροθυμία του Θεού, παρότι είναι άκτιστος ενέργεια, δηλαδή απεριόριστη, εμφανίζεται με όρια. Εμφανίζεται με περιορισμόν. Εμφανίζεται με προϋποθέσεις.

     Και κάποια στιγμή τι γίνεται εδώ; Επανέρχεται ο βασιλιάς της παραβολής να τιμωρήσει εκείνον τον δούλον. Άρα λοιπόν ετερματίσθη η μακροθυμία. Γιατί ετερματίσθη; Διότι τερματίζεται ο κόσμος, ο παρών κόσμος. Διότι τερματίζεται ο χρόνος. Γιατί τερματίζεται; Γιατί είναι κτιστός. Έτσι μη νομισθεί, αγαπητοί μου, ότι η μακροθυμία του Θεού εκτοπίζει την δικαιοσύνη του Θεού. Η μακροθυμία είναι παιδί της αγάπης. Και η αγάπη έχει όρια. Όχι στον Θεό. Αλλά προβαλλομένη μέσα στον χρόνο, προβαλλομένη μέσα στον κτιστόν κόσμον έχει όρια. Προσέξτε αυτό το σημείο. Γι'αυτό οι ενέργειες του Θεού προβάλλονται μέσα στον κόσμο μας περιορισμένες. Έτσι, μη νομισθεί, όπως σας είπα, ότι η μακροθυμία του Θεού εκτοπίζει την δικαιοσύνη του Θεού. Η μακροθυμία είναι από ένα σημείο ως ένα άλλο σημείο. Και από κει αρχίζει άλλη ενέργεια του Θεού, άκτιστος κι αυτή, περιορισμένη και αυτή. Η δικαιοσύνη του Θεού.

     Γι’ αυτό γράφει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του στο 2ο κεφάλαιο: «Λογίζ, νθρωπε, τι σ κφεύξ τ κρμα το Θεο; (:Νομίζεις, άνθρωπε, ότι συ θα ξεφύγεις την καταδίκη του Θεού;) το πλούτου τς χρηστότητος ατο κα τς νοχς κα τς μακροθυμίας καταφρονες, γνον τι τ χρηστν το Θεο ες μετάνοιάν σε γει; (:ή, ακόμη, νομίζεις ότι αυτός ο πλούτος της χρηστότητός Του, της αγαθοσύνης Του και της ανοχής Του και της μακροθυμίας Του, την οποίαν εσύ καταφρονείς, αγνοώντας ότι το ‘’χρηστόν’’, δηλαδή αυτή η αγαθότητα του Θεού σε οδηγεί σε μετάνοια; Το αγνοείς αυτό; Λες: ‘’Να, δεν με τιμωρεί ο Θεός’’. Δεν σε τιμωρεί γιατί περιμένει να επιστραφείς). Κατ δ τν σκληρότητά σου κα μετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτ ργν ν μέρ ργς κα ποκαλύψεως κα δικαιοκρισίας το Θεο, ς ποδώσει κάστ κατ ργα ατο (:Τι θησαυρίζεις, όταν εσύ επιμένεις στην αμαρτία, στην αμετανοησία, θησαυρίζεις -λέγει- οργήν, η οποία θα εκδηλωθεί επάνω σου, την ημέρα που θα εκδηλωθεί η ημέρα της οργής. Και είναι η Δευτέρα του Χριστού παρουσία, όταν θα κρίνει ο Θεός τον κόσμον· ο Οποίος θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του)».

       Τότε δεν είναι η περίοδος της μακροθυμίας. Τότε θα είναι η περίοδος της δικαιοσύνης. Όταν εμφανισθεί ο Χριστός, Τον δουν οι άνθρωποι, θα πει κάποιος: «Κι αν πω εγώ: ‘’Κύριε,  συγχώρεσέ με’’, δεν θα γίνω ακουστός;». Όχι. Έκλεισε. Έκλεισε η θύρα της μακροθυμίας και του ελέους και ανοίγει η θύρα της δικαιοσύνης. Το ακούσατε, αγαπητοί μου; Και για να μη νομισθεί ότι… «Καλά εμείς, καλά, μπορεί να μη βρεθούμε κατά την ημέρα της Κρίσεως, με την έννοια ‘’Όλοι θα βρεθούμε και θα αναστηθούμε;’’», αλλά… αλλά αυτό συμβαίνει και με τον θάνατον. Αφήνομε την ζωή μας, περνάει ολόκληρη χωρίς μετάνοια και εξαντλούμε την μακροθυμία του Θεού. Πολλές φορές λέμε: «Γιατί άραγε δεν προλάβαμε αυτόν τον άνθρωπο να τον κοινωνήσομε;». «Γιατί άραγε δεν πρόλαβε αυτός ο άνθρωπος την τελευταία στιγμή να εξομολογηθεί;». Διότι πριν πεθάνει, έκλεισε η θύρα του ελέους και άνοιξε η θύρα της δικαιοσύνης. Το ακούσαμε, παρακαλώ;

     Και για να τα δούμε αυτά λίγο καλύτερα, βλέπομε μέσα στην Ιστορία πλήθος από περιπτώσεις, που δείχνουν αυτήν την μακροθυμίαν του Θεού. Την όχι απεριόριστον. Εξαρτάται. Είναι πάντα μέσα στα όρια της ανθρωπίνης ζωής ή της ζωής ενός λαού. Βλέπει ο Θεός, επί παραδείγματι στην εποχή του Κατακλυσμού, εποχή του Νώε, ότι οι άνθρωποι έγιναν σαρκικοί. Ο Νώε είναι ενάρετος άνθρωπος και η παρουσία του μπορούσε να διδάξει πολλά τους συγχρόνους του. Αλλά για να γίνει, όμως, αυτό το πράγμα αισθητόν, λέγει ο Θεός εις τον Νώε: «Να κατασκευάσεις Κιβωτόν, διότι θα καταστρέψω τον κόσμον με κατακλυσμόν, ενώ εσύ και η οικογένειά σου θα σωθείτε». Και ο Νώε αρχίζει να κατασκευάζει Κιβωτόν. Αν θέλετε τις διαστάσεις της, πηγαίνετε εις το βιβλίον της «Γενέσεως» και εκεί θα δείτε τι πελώριες διαστάσεις είχε αυτή η Κιβωτός. Ήτο σαν ένα μεγάλο υπερωκεάνιον· διότι πάρα πολλά πράγματα έπρεπε να χωρέσουν εκεί. Λογαριάστε ακόμη τα εργαλεία και τους τρόπους με τους οποίους μπορούσαν να ξυλεύονται και να κατασκευάζουν κάτι, για να βγάλετε το συμπέρασμα ότι η Κιβωτός αυτή χρειάστηκε περίπου εκατόν είκοσι χρόνια για να τελειώσει! Τι ήσαν αυτά τα 120 χρόνια της κατασκευής της Κιβωτού; Ήσαν τα χρόνια της μακροθυμίας του Θεού για μετάνοια. Διότι έλεγαν εις τον Νώε οι σύγχρονοί του: «Νώε, τι φτιάχνεις;». «Κιβωτόν. Διότι θα επέλθει κατακλυσμός ένεκα των αμαρτιών μας». Κι έλεγαν: «Ο Νώε εγέρασε κι έχασε το μυαλό του». Συνεπώς, γελούσαν. Δηλαδή δεν επίστευαν. Και συνεπώς εξήντλησαν τα 120 χρόνια αυτά της μακροθυμίας του Θεού. Μετά, όμως, από τη μακροθυμία αυτή ήρθε ο κατακλυσμός, ήρθε η τιμωρία. Άραγε, την ώρα που έβλεπαν τα νερά να ανεβαίνουν -δεν είχαν πεθάνει οι άνθρωποι, απλώς εγίνετο πλημμύρα, ανέβαιναν τα νερά. Ανέβηκαν στα δένδρα. Πήγαν στα βουνά, δεν ξέρω τι έκαναν. Ανέβηκαν σε υψηλά μέρη-  άραγε τότε δεν θα είπαν: «Κύριε του ουρανού και της γης, σώσε μας!». Είχε κλείσει η θύρα του ελέους και της μακροθυμίας. Προ του θανάτου των. Είχε κλείσει.

     Αλλά το ίδιο πράγμα βλέπομε, αγαπητοί μου, και εις τα Σόδομα. Τα Σόδομα ήταν μία Πεντάπολις, πέντε πόλεις. Εκεί ο Θεός επέτρεψε να σταλεί ο Λωτ, ο ανιψιός του Αβραάμ. Ο Λωτ, με την παρουσία του… ήταν δίκαιος ο Λωτ. Δηλαδή ήταν άνθρωπος αρετής.Λιγοτέρας βεβαίως αρετής από τον θείο του τον Αβραάμ, αλλά ήταν άνθρωπος αρετής. Το βεβαιώνει η Γραφή. Τον έστειλε εκεί ο Θεός, σαν ένα ζωντανό παράδειγμα, να μετανοήσουν εκείνες οι πόλεις. Και ο Λωτ έβλεπε την αμαρτία να ξεχυλίζει, αναστέναζε, αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν εννοούσαν να σταματήσουν να αμαρτάνουν, ώσπου ήρθε το κορυφαίον εκείνο γεγονός, το γνωστότατον, που πήγαν να του ζητήσουν τους δύο επισκέπτας του -ήσαν τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υπό μορφήν ανδρών- να του ζητήσουν αυτά τα δύο πρόσωπα, τους δύο νέους, για να αμαρτήσουν οι Σοδομίται. Δηλαδή το αποκορύφωμα της αμαρτίας των. Και βεβαίως δεν ανεμένετο πλέον τίποτα, ήρθε η καταστροφή. Λέγει για τον Λωτ ο Απόστολος Πέτρος στην Β΄του επιστολή: «Βλέμματι γρ κα κο δίκαιος, γκατοικν ν ατος (: Με το βλέμμα του και με την ακοή του, αυτά που έβλεπε και αυτά που άκουγε ο δίκαιος Λωτ, όταν κατοικούσε στα Σόδομα) μέραν ξ μέρας ψυχν δικαίαν νόμοις ργοις βασάνιζεν (: βασάνισε την δικαία του ψυχή με τα άνομα έργα αυτών των πόλεων)». Βλέπετε;

     Το ίδιο πράγμα συνέβη, αγαπητοί μου, και με την Νινευί. Μάλιστα με την Νινευί είναι πολύ χαρακτηριστική η ιστορία της, όταν έστειλε ο Θεός τον Ιωνά να κηρύξει κήρυγμα μετανοίας. Ενθυμείσθε τι μετάνοια έδειξαν οι άνθρωποι αυτοί; Τόση μετάνοια που ο Ιωνάς στενοχωρήθηκε. «Μπα…!». Γι’ αυτό λέει: «Κύριε, εγώ δεν πήγαινα στη Νινευί. Όχι διότι μόνον είναι εχθροί μας οι Ασσύριοι, αλλά διότι ήξερα ότι είσαι φιλάνθρωπος και πολυέλαιος. Οπότε όταν εγώ έκανα κήρυγμα μετανοίας, εκείνοι θα εμετανόουν, θα τους συγχωρούσες και θα απεδεικνυόμην ψεύτης εγώ· που θα έλεγα ότι σε τρεις μέρες καταστρέφεται η Νινευί». Βέβαια δεν είχε δίκαιο. Διότι θα έλεγε το κήρυγμά του: «Αν μετανοήσετε, δεν θα καταστραφείτε». Γιατί, λοιπόν, να λυπηθεί ο Ιωνάς; Διαβάστε, παρακαλώ, την ιστορία του, είναι το βιβλίον «Ιωνάς» στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι πολύ μικρό. Μέσα σε λίγη ώρα θα το έχετε τελειώσει.

       Όμως οι Νινευίται ξαναγύρισαν πάλι στις αμαρτίες τους. Ξαναγύρισαν ακάθεκτοι. Γι'αυτό και ο Θεός μακροθυμεί από εκείνο το πρώτο κήρυγμα μετανοίας του Ιωνά, πόσο λέτε; Ξέρετε; Πάλι 120 χρόνια! Περίπου. Και όταν έγινε η αιχμαλωσία του Βορείου Βασιλείου και είχε αιχμαλωτιστεί ο Τωβίτ με την οικογένειά του, τότε ο Τωβίτ λέει στον Τωβία τον γιο του. Ακούστε αυτά τα θαυμάσια σημαντικά λόγια: «Κα νν, τέκνον –ύστερα από εκείνη την ωραία περιπέτεια του Τωβίτ. Ωραίο βιβλίο. Διαβάστε το κι αυτό- (:Και τώρα παιδί μου, λέγει…), πελθε π Νινευ(: φύγε από την Νινευί. – Παντρεύτηκε την Σάρα, έκανε το σπιτικό του και βέβαια ο Τωβίτ, έτοιμος πια να πεθάνει και η γυναίκα του και του λέει:), τι πάντως σται λάλησεν προφήτης ωνς (: οπωσδήποτε θα γίνει εκείνο που είπε ο προφήτης Ιωνάς). Κα μηκέτι αλισθτε ες Νινευ (:Μη κατοικήσετε στην Νινευί. Εμείς θα πεθάνομε, εσείς, νέοι άνθρωποι που είστε, φύγετε). πλθε δ Τωβίας ες κβάτανα (: Μόλις πέθαναν ο πατέρας του και η μάνα του, τους έθαψαν και φύγανε. Και πήγε στα Εκβάτανα). Κα κουσε –ο Τωβίας, ο γιος- πρν ποθανεν ατν τν πώλειαν Νινευ (:πριν πεθάνει -127 χρόνια έζησε ο Τωβίας- άκουσε την καταστροφή της Νινευί. Ξέρετε ότι η καταστροφή της Νινευί έγινε από τους Βαβυλωνίους, από τον Ναβουχοδονόσορα), ν χμαλώτισε Ναβουχοδονόσορ κα σύηρος, κα χάρη πρ το ποθανεν π Νινευ». Δεν χάρηκε χαιρεκάκως. Δηλαδή «Επιτέλους, μας βασάνισες Νινευί, ήρθε η ώρα σου και ετιμωρήθης». Όχι. Εχάρηκε δια την εκπλήρωσιν της προφητείας.

       Γιατί; Διότι παρακάτω ο πατέρας του επροφήτευσε την αποκατάσταση της Ιερουσαλήμ και του ναού και ο ναός θα εκτίζετο με χρυσάφια, με διαμάντια… ένας ναός ουτοπικός. Αλλ’ αυτός ο ναός ο ουτοπικός δεν ήτο, όπως και τα τείχη της Ιερουσαλήμ, από διαμάντια και σαπφείρους και ρουμπίνια χτισμένη… τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Ουτοπικά πράγματα. Όχι. Είναι η Βασιλεία του Θεού. Είναι εικόνα της Βασιλείας του Θεού. Διαβάστε το τελευταίον κεφάλαιον του βιβλίου του Τωβίτ να δείτε πόσο μοιάζει με τα τελευταία κεφάλαια της Αποκαλύψεως, που περιγράφει εκεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης την άνω Ιερουσαλήμ, την Εκκλησία, την Βασιλεία του Θεού. Γι΄αυτό χάρηκε ο Τωβίας. Γιατί πραγματώθηκε η προφητεία. Και συνεπώς θα πραγματοποιηθούν και οι άλλες, οι έσχατες, οι εσχατολογικές.

       Ακόμη ο Ισραήλ, αγαπητοί μου, παραβαίνει τις εντολές του Θεού και ο Θεός μακροθυμεί. Ξέρετε πόσο; Δέκα περίπου αιώνες! Από τότε που έδωσε τον νόμον, είχε πει να τηρούν τις εντολές Του, μάλιστα την εντολήν της αργίας. Μέσα στους δέκα αιώνες, η καταπάτησις των αργιών, μαζεύτηκαν 70 χρόνια! Και τότε λέγει ο Θεός: «Έλα τώρα, τράβα μέχρι την Βαβυλώνα αιχμάλωτος 70 χρόνια, ω Ισραήλ, για να μάθεις να τηρείς τις εντολές μου. Εβδομήντα χρόνια εργαζόσουν στις αργίες μου. Ε, 70 χρόνια θα είσαι αιχμάλωτος εκεί και τα χωράφια σου θα μείνουν ακαλλιέργητα 70 χρόνια, για να ξεκουραστούν». Αγρανάπαυσις υποχρωτική 70 ετών.

       Έρχεται ακόμη, αγαπητοί μου, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ένας μαθητής Του, ο Ιούδας, Τον προδίδει, κι όμως, όπως λέγει κάποιος πατήρ: «ούδας οκ πεβλήθη πο το Κυρίου δι μακροθυμίαν». «Κάποιος», λέγει, «κάποιος θα με προδώσει». Ακόμα και στον χορτασμό των πεντακισχιλίων κάτι είπε εκεί ο Κύριος δια τον Ιούδα. Δεν τον έδιωξε. Δεν τον απεκάλυψε. Τον άφησε. Μακροθυμών.

       Μακροθυμεί ο Κύριος ακόμα και για την επιστροφή της Ιερουσαλήμ, από το 33 που Τον σταυρώνει μέχρι το 70 μ.Χ.  Τον αφήνει 37 ολόκληρα χρόνια για να μετανοήσει ο Ισραήλ. Αλλά όχι μόνο δεν μετανοεί, αλλά τον Στέφανο φονεύει ο λαός εκείνος, γκρεμίζει από πάνω από το αέτωμα του ναού τον δίκαιον Ιάκωβον τον Αδελφόθεο και ασκεί διωγμόν εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Ε, κατέφθασαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα και η καταστροφή έμεινε μοναδική εις την Ιστορία. Το λέγει η Αγία Γραφή. Ούτε έγινε, ούτε θα γίνει ποτέ τέτοια καταστροφή πόλεως. Εκατό χιλιάδες δούλοι έγιναν οι Εβραίοι, πουλήθηκαν 100.000 σε όλες τις αγορές τότε του κόσμου. Τα ξύλα τέλειωσαν για να σταυρώνουν και για πολλά χρόνια, λέει, στάθηκε το αίμα λίπασμα για τα χωράφια και η πόλις οργώθηκε με άροτρα. Τέτοια καταστροφή δεν έγινε ποτέ. Και η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι κατεστράφησαν και ξανακτίστηκαν και δεν κατεστράφησαν ολοτελώς. Παρότι έπεσαν ατομικές βόμβες. Φοβερή η καταστροφή εκείνης της πόλεως. Ήταν η δικαία τιμωρία του Θεού. Το 70 μ. Χ. έκλεισε η θύρα της μακροθυμίας και ήνοιξε η θύρα της δικαιοσύνης.

       Αλλά και αυτός ο Απόστολος Παύλος θα είχε την ιδίαν τύχην, όμως μετενόησε. Όμως άκουσε τον Χριστό. Και τι λέει; «λλ δι τοτο λεήθην (:γι΄αυτόν τον λόγο έχω ελεηθεί), να ν μο πρώτ νδείξηται ησος Χριστς τν πσαν μακροθυμίαν, πρς ποτύπωσιν τν μελλόντων πιστεύειν π᾿ ατ ες ζων αώνιον». «Είμαι υπόδειγμα μακροθυμίας του Θεού».

     Αγαπητοί μου, η παραβολή του χρεώστου δούλου δείχνει ακόμα και σαν πρότυπο, όμως είπαμε, μακροθυμίας τον Θεό, αλλά δείχνει ότι ζητάει από τους νέους πολίτας τους Χριστιανούς να είναι το ίδιο. Γράφει ο άγιος Ιγνάτιος: «Μακροθυμήσατε μετ’ λλήλων ν πραΰτητι ς Θες μεθ’ μν». «Μεταξύ σας», λέει, «να μακροθυμείτε, όπως ο Θεός με μας». Και λέγει ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς, ο Ωριγένης… ακούστε ένα ωραίο: «ς μακροθύμου Θεο υο κα μακροθύμου Χριστο δελφοί, μακροθυμετε ν πσι τος συμβαίνουσιν (:Σαν παιδιά μακροθύμου Θεού και σαν αδέλφια μακροθύμου Χριστού, έτσι κι εσείς σε ό,τι συμβαίνει μεταξύ σας να μακροθυμείτε)».

       Ας θυμηθούμε, ακόμη, τον Δαβίδ πώς μακροθύμησε όχι μόνον στον Σαούλ, αλλά και στους απογόνους του. Ας θυμηθούμε ακόμη τον Ισαάκ, που του παίρναν τα πηγάδια οι γύρω οι  γείτονες και πήγαινε κι άνοιγε άλλο πηγάδι και του το παίρναν κι αυτό και πήγαινε σ’ άλλο μέρος να σκάψει άλλο πηγάδι. Διαρκώς μακροθυμούσε ο θαυμάσιος Ισαάκ.

       Θα λέγαμε, σε ποιους πρέπει να μακροθυμούμε; Λέει ο Απόστολος Παύλος στους Θεσσαλονικείς: «Μακροθυμετε πρς πάντας». Σε όλους. Πόσο πρέπει να μακροθυμούμε; Λέγει ο άγιος Ιάκωβος: «Μακροθυμήσατε, δελφοί, ως τς παρουσίας το Κυρίου». «Μέχρι την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, να μακροθυμείτε». Και συνιστά ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μακροθυμίαν πρς λλήλους, πομονν πρς τος ξω». «Προς τους έξω υπομονήν. Προς τους έσω, τους αδελφούς, μακροθυμίαν».

      Αγαπητοί μου, η μακροθυμία του Θεού είναι ένα μυστήριον. Γιατί εκφράζει το μυστήριον της σωτηρίας μας. Ποτέ, όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Θεός «μακροθυμε ες μς –όπως λέγει ο Απόστολος Πέτρος-, μ βουλόμενός τινας πολέσθαι (:για να μη χαθεί κανένας), λλ πάντας ες μετάνοιαν χωρσαι (:να βρεθούμε όλοι στον χώρο της μετανοίας). ξει δ μέρα Κυρίου ς κλέπτης ν νυκτί (::θα μπει όριο και θα έρθει ο Κύριος σαν τον κλέφτη την νύχτα)».

       Οι άγιοι, βεβαίως, είναι εκείνοι οι θετικοί συντελεσταί στην μακροθυμία του Θεού υπέρ του κόσμου. Είναι οι προσευχές των αγίων. Είναι οι προσευχές της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και παρατείνουν την μακροθυμία του Θεού. Πάντως, κύριον γνώρισμα των πολιτών της Βασιλείας του Θεού, όπως ανάγλυφα το είδαμε σ’ αυτήν την σημερινήν θαυμασία παραβολή του χρεώστου δούλου, είναι η μακροθυμία. «Μέγα φάρμακο εστίν η μακροθυμία στους πειρασμούς», λέγουν οι Πατέρες. Μέγα φάρμακον! « μακροθυμία γλυκυτάτη στ κα εχρηστος, δ ξυχολία, θυμός, πικρ κα χρηστος στίν».

      Η μακροθυμία μας εξομοιώνει, αγαπητοί μου, με τον Θεό. Γιατί «οκτρμων κα λεμων Κριος, μακρθυμος κα πολυλεος· οκ ες τλος ργισθσεται, οδ ες τν αἰῶνα μηνιε», λέγει ο 102 Ψαλμός. Έτσι, ας επισημάνομε την μακροθυμία. Θα μακροθυμήσει σε μας ο Θεός. Μας συμφέρει αφάνταστα. Ο Κύριος, ότι μας συμφέρει, το απέδειξε στην πολύ χρήσιμη παραβολή του χρεώστου δούλου.     

                  ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

                μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

           ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

                               Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·        https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_406.mp3

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ.9,2-12] Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα: «ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ»

 

   ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ.9,2-12]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

                               με θέμα:

                            «ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ»

       [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994]

 

      Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους , άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος κ τν πέρ λίαν ποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι'αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.

       Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Ε λλοις οκ εμ πστολος, λλ γε μν εμι (:Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). γρ σφραγς τς μς ποστολς μες στε ν Κυρίῳ(:Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). μ πολογα τος μ νακρνουσιν ατη στ». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας... Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι'αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.

     Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «γ δ οδεν χρησάμην τούτων (:Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα).  Οκ γραψα δ τατα να οτω γένηται ν μοί(:Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι . Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιονκαλν γάρ μοι μλλον ποθανεν τ καύχημά μου να τις κενώσ (:είναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, -επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι'αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε... Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

       Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς ον μοί στιν μισθός;(:Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος)  να εαγγελιζόμενος δάπανον θήσω τ εαγγέλιον το Χριστο, ες τ μ καταχρήσασθαι τ ξουσί μου ν τ εαγγελί». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «να μ γκοπν τινα δώσ». «γκοπή», «γκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την γκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’γκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «λλ᾿ οκ χρησμεθα τ ξουσίᾳ τατ, λλ πντα στγομεν(:Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), να μ γκοπν τινά -τινά, ε;-  δμεν τ εαγγελίῳ το Χριστο».

     Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.

    Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «ξιος ργάτης το μισθο ατο». «Άξιος είναι ο εργάτης του  μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.

      Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος : «Ο φιμσεις βον λοντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μ τν βον μλει τ Θε; (:Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οχί περί μν γράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.

     Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «λλ᾿ οκ χρησμεθα τ ξουσίᾳ τατ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ν μηδεν διδόντες προσκοπήν, να μ μωμηθ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».

      Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβα διεφθαρμένων νθρώπων τν νον κα πεστερημένων τς ληθείας(:μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμν εναι τν εσέβειαν(:που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «φίστασο π τν τοιούτων (:Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»... Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τν νον» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « στι δ πορισμς μέγας εσέβεια μετ αταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».

     Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οδν γρ εσηνέγκαμεν ες τν κόσμον, δλον τι οδ ξενεγκεν τι δυνάμεθα· χοντες δ διατροφς κα σκεπάσματα, τούτοις ρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… -σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλ δέ μλλον…

     Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι'αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.

      Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδες τ αυτο ζητείτω(:Κανείς να μη ζητά το δικό του), λλ τ το τέρου καστος (:αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.

      Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.

     Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα...-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.

     Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει  νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί - μικρές φυλές, μικρούς λαούς.

     Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά.  Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι'αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».

      Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι'αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «ταν γάρ κρατμεν τό διον θέλημα καί στοιχμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τος δικαιώμασιν μν, τότε λοιπόν ς καλόν πργμα ποιοντες αυτος πιβουλεύομεν καί οτε οδαμεν πς πολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι - οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!

       Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.

       Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηχόμην γρ ατς γ νάθεμα εναι π το Χριστο πρ τν δελφν μου, τν συγγενν μου κατ σάρκα, οτινές εσιν σραηλται». «Θα ευχόμουν«νάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Κα δόθη ατ(:δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) να περιβάληται βύσσινον λαμπρν καθαρόν· τ γρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα-  τ δικαιώματα τν γίων στί ». Είναι  «τ δικαιώματα τν γίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.

     Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

      και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

              μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

     ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

                             Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·        https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3