Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Από παντού, σε έναν αδιάκοπο χείμαρρο, τα κακά νέα μάλλον πετούν.



Από παντού, σε έναν αδιάκοπο χείμαρρο, τα κακά νέα μάλλον πετούν. Δεν έχουμε τη δύναμη ούτε να επικαλεστούμε το Σύμπαν αυτό που μας προσφέρει το κακό, ούτε να απελευθερωθούμε από τη θλίψη που μας προσφέρει η πραγματικότητα του κόσμου που μας περιβάλλει. Τίθεται το ερώτημα: είναι γενικά οι άνθρωποι ικανοί να είναι καλύτεροι; Πόσο εύθραυστη είναι η αγάπη! Πόσο γρήγορα χάνεται όταν κάτι δεν εναρμονίζεται πλέον με αυτήν! Και πόσο συμπαγές είναι το μίσος, αν και γίνονται πολλές προσπάθειες να ξεπεραστεί μέσω του καλού. Παρ' όλα αυτά, η αρχή της ύπαρξης είναι η εξής: «μην απελπίζεστε!» (Ο πατέρας Σωφρόνιος μας μιλάει. Επιστολές)

Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, Επιστολές προς την οικογένεια του Αρχιερέα Μπόρις Σταρκ).



«Η αδελφική μου συμβουλή είναι να μην πέφτετε σε απελπισία, ακόμη και σε απελπιστικές καταστάσεις. Ο πόνος της ψυχής είναι αναπόφευκτος, αλλά από αυτόν τον πόνο γεννιέται η προσευχή. Οι στεναγμοί από τα βάθη φτάνουν σε αιώνια ύψη. Η ανάσταση είναι μια πραγματικότητα της ζωής. Το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή του κόσμου είναι ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο.» Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, Επιστολές προς την οικογένεια του Αρχιερέα Μπόρις Σταρκ)

«Την ημέρα της γενικής ανάστασης, όλες αυτές οι προσευχές θα σταθούν μαζί μας, μεταμορφωμένες στο άφθαρτο φως της αγίας ζωής, στην πόλη του Θεού μας.» Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, Επιστολές προς την οικογένεια του Αρχιερέα Μπόρις Σταρκ)

Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΕΠΙΖΩΝ ΤΏΝ ΤΕΜΠΩΝ.

«Κατά τη Σαρακοστή, να μιλάτε τρεις φορές λιγότερο, να προσεύχεστε τρεις φορές πιο θερμά, γιατί ο διάβολος εργάζεται τρεις φορές περισσότερο» (Αββάς Ιωσήφ).

ΣΠΆΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑ ΑΠΌ ΤΉΝ ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΟΔΗΓΉΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΆ ΒΌΛΟΥ.

Μετεωρίτικοι Στοχασμοί.77


"Ἡ Προσευχὴ τῆς Μάνας"

τοῦ Ἀρχιμ. Βαρλαὰμ Μετεωρίτου

Τὸ λεωφορεῖο ἔφυγε μὲ τὸν Σωτήρη, καὶ ἡ Καλυψὼ ἔμεινε στὴ στάση μὲ τὸ χέρι ψηλά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε στὴ στροφή. Δεκαοχτὼ χρόνια τὸν μεγάλωσε, καὶ τώρα ὁ στρατὸς τὸν παίρνει μακριά. 
Γύρισε σπίτι μὲ βαριὰ καρδιά. Τὸ δωμάτιό του μύριζε ἀκόμα παιδί: βιβλία, κολόνια, ὄνειρα. Γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. 
"Παναγία μου," ψιθύρισε, "ἐσὺ ποὺ ἔχασες τὸ παιδί σου καὶ τὸ ξανάβρηκες, φύλαξέ μου τον Σωτήρη. Νὰ γυρίσει ὑγιής, νὰ μὴ γνωρίσει κακό." 
Κάθε βράδυ ἄναβε τὸ καντήλι. Κάθε πρωὶ ἔλεγε τὴν προσευχή. Τὰ γράμματα τοῦ Σωτήρη ἔρχονταν σπάνια, ἀλλὰ γεμᾶτα ζωή: "Μάνα, μὴν ἀνησυχεῖς. Ὅλα καλά." 
Μιὰ νύχτα, στὸν ὕπνο της, εἶδε τὸν Σωτήρη νὰ περπατᾶ σὲ σκοτεινὸ δρόμο. Δίπλα του, μιὰ λάμψη, σὰν φτερὸ ἀγγέλου, τὸν ὁδηγοῦσε. 
Ξύπνησε ἤρεμη. Κατάλαβε: ἡ προσευχὴ τῆς μάνας εἶναι ἀόρατη ἀσπίδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ παιδὶ παντοῦ.

Ἠθικὸ Δίδαγμα:
Ἡ προσευχὴ τῆς μητέρας εἶναι ἡ πιὸ δυνατὴ δύναμη στὸν κόσμο. Φτάνει ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνουν τὰ χέρια της, φυλάει ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ, καὶ κρατᾶ τὸ παιδὶ ἀσφαλὲς στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ.

Παρακλητικός Κανών Εις την Οσιομάρτυρα Ευδοκία.

 

Αγία Εὐδοκία ἡ ῾Οσιομαρτυς


(1ῃ Μαρτίου)

 

Η ῾Αγία Εὐδοκία γεννήθηκε στήν  ῾Ηλιούπολη τῆς Φοινίκης, ἐπί Τραϊανοῦ (98 - 117 μ.Χ.). Πέ­ρασε τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς της στήν ἁμαρ­τία παρασύρο­ντας μέ τήν ὀμορφιᾶ της πολλούς ἄνδρες στήν ἁμαρ­τωλή ζωή, ἐνῶ συγχρόνως συ­γκέντρωσε πολλά χρή­ματα. ῾Η χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε, ὥστε νά μετανοήσει. Μετά ἀπό μία σοβαρή ἀσθένεια, ἐγκα­τέλειψε τήν πόλη καί τήν ἁμαρτία, γιά νά ἐπι­στρέψει ἐκεῖ ἕνα χρόνο ἀργότερα ὅπου ἐγκαταστά­θηκε στήν ἄκρη τῆς πόλης.  ̉Εκεῖ γνώρισε κάποιον μοναχό ὀνόματι Γερμανό καί μέ τίς νουθεσίες του μετανοησε. Στήν συνέχεια, προσῆλθε στόν  ̉Επίσκο­πο Θεό­δοτο καί βαπτίσθηκε. Μετά ἀπό αὐτό ἄλλαξε τή ζωή της.  Χάρισε τήν περιουσία της στό φιλαν­θρωπικό ἔργο τῆς ἐκκλησίας καί πῆγε σέ κάποιο μονα­στήρι, ὅπου ζοῦσε βίο ἀσκητικό ὡς τή στιγ­μή πού τήν ἄρπαξαν οἱ πρώην ἐραστές της καί τήν ὁδήγησαν στόν Αὐριλιανό γιά νά δικαστεῖ. ῾Η ῾Αγία ὅμως μέ τήν προσευχή της ἀνέστησε τό νεκρό παιδί τοῦ βασι­λιᾶ καί προσέλκυσε καί τόν ἴδιο στό Χριστιανισμό.  ̉Αργότερα óδηγήθηκε μπροστά στόν ἡγεμόνα Διογέ­νη, ὁ ὁποῖος τήν ἄ­φησε ἐλεύθερη, ἀφοῦ ἡ ῾Αγία καί πάλι θαυμα­τούργησε. Τελικά ἀποκεφαλίσθηκε ἀπό τόν Βι­κέντιο κι ἔλαβε τό στεφάνι το μαρτυρίου.

 

 


 

 

Παρακλητικς Κανν

Ες τὴν Οσιομάρτυρα Εὐδοκία

τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

 

Ελογήσαντος το Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) Κύριε εἰσάκουσον… καὶ εὐ­θὺς ὁ Χορὸς σὲ  Ἦχον δ´ λέγει τὸ: Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,… (τετράκις).

 

Εἴτα τὰ ἑξῆς Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν...

Τὴν Θεοδόξαστον, ὑμνήσωμεν πάντες, τῶν  ̉Ορ­θοδόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν, ἐν κατά­νύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς, ῥῦσαι τοὺς προ­στρέχο­ντας, Εὐδοκία θεόφρων, πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων, ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυ­μαστή, σὲ γὰρ προστά­τιδαν ἅπαντες ἔχο­μεν.

 

Δόξα Πατρὶ…  Ἀπολυτίκιον. χος γ’. Θείας πίστεως...

Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προαέδρα­μες, οὐ τὸν ζυγὸν τὴ σαρκί σου βαστάσασα, ὑ­περφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι μῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ … Θεοτόκιον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι. Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων; Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευ­θέ­ρους; Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙ σοὺς γὰρ δούλους­ σώ­ζεις ἀεὶ, ἐκ παντοίων δει­νῶν.

 

῾Ο Ν΄ (50ος) Ψαλμς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.

 

δή α. ῾Υγρὰν διοδεύσας.[1]

̉Αξίωσον μέλψε ἡμῶν ᾠδάς, ἐν φόβῳ Κυρίου, Εὐδοκία θαυματουργέ, καὶ ταύτας προσάγα­γε τῷ Κτίστῃ, παρ̉  οὗ ἐξαίτει πληρώσαι αἰτήμα­τα.

 

῾Ικέτευε δέομαι ταπεινῶς, τὸν Πλάστην τοῦ κόσμου, Εὐδοκία μάρτυς Χριστοῦ, καὶ αἴτησε παράσχῃ ἱκέτας, ὑπομονὴν καὶ ταπείνω­σιν, ἔνδοξε. 

 

Βίον ἀκηλίδωτον καὶ σεμνὸν, παράσχου ἱκέ­ταις, σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς, πᾶσι τοῖς σοι προσφεύγουσι πίστει, πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος σου, ἔνδοξε.

 

Θεοτοκίον.

Προστάτης ἀκοίμητος καὶ φρουρὸς, ἡμῶν ἀνε­δείχθῃς, Θεοδόξαστε Μαριάμ, διὸ σοι προ­σφεύγωμεν ἱκέται, καὶ ἐξαιτοῦμεν τὴν χάριν Σου, ῎Αχραντε. 

 

δή γ. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, καὶ Πλαστουργὸν ἅ­παντες, σὲ καθικετεύομεν πίστει, καὶ σοῦ δεό­μεθα, Τοῦτον εὐμένησόν συ, ὦ Εὐδοκία θε­όφρον, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, καὶ καταφύ­γιον.  

 

̉Ορθοδόξων δείχθης φρουρς ὁ ἀκοίμητος, κα τν μοναζόντων τ κλέος ὡς καὶ τὸ πρό­τυπον, τν δὲ ἀλγοῦντων εὶ, σ ατρς κα προστάτης, κα χη­ρν ὑπέρμαχος, κατανίκη­τος.   

 

Ταῖς λιταῖς σου, Θεόφρων, ὁ Ποιητὴς τάχυον, εἰρηνεύει τὰ ἔθνη, Εὐδοκία πανάριστε, καὶ τὴν εἰρήνην ἀεὶ, καὶ τὴν ὁμόνοιαν, Μάρτυς, τοῖς ἀν­θρώποις δίδωσι, ὁ Πολυέσπλαχνος.

 

Θεοτοκίον.

῏Ω Πανάχραντε κόρη, Χριστιανῶν καύχημα, καὶ τῶν  ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος, σὺ μὲ προστά­τευσον ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐκ δολίων ἀνθρώπων, καὶ παθῶν, Πανάμωμε, ψυχῆς ἁ­πάλλαξον.

 

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφό­ρε, ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σ καταφεύγο­μεν, τῶν ̉Ορθοδόξων ἡ δόξα καὶ κλέος.

 

̉Επίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴα­σαι* τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

 

Εἶτα Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ὁ Χορός τὸ Κύ­ριε, ἐλέησον (δωδεκάκις) καὶ εἶτα τὸ

Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐ­δεί­χθης, σεμνή, καὶ κόσμου

καταφύγιον, ἐ­κτε­νῶς  βοῶμεν  σοί, Εὐδοκία ἔνδοξε, πρόφθα­σον  καὶ ἐκ κιν­δύνων

λύτρωσαι ἡμᾶς, τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πί­στει  προσφεύγοντας.

 

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα, Κύριε...

Τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἴασαι, ταπεινῶς δεόμεθα οἱ ἀ­νάξιοι, ἐκ τῶν παθῶν ἃ τιτρώσκουσι ταύταις, Εὐδοκία θεοδόξαστε.

 

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον, τοῖς ποθοῦσι, Εὐδο­κία πανένδοξε, καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι, τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

 

Τοὺς πολέμους κατάπαυσον, Εὐδοκία ἔνθεε, πιστῶν τὸ στήριγμα, καὶ εἰρήνην ταῖς ἱκέταις σου,  παράσχου, μάρτυς πανευωδέστατε.

 

Θεοτόκιον.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον, τοῖς ποθοῦσι, Θεο­τόκε  Πανάχραντε, καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπα­σι, τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

 

δή ε. Φώτισον ἡμᾶς.

῞Υπνον ἐλαφρὸν, καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος, παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς, καὶ ταῖς λιταῖς Σου, τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.

 

῎Εμπλησον ἡμῶν, τὰς καρδίας θείας χάριτος, Εὐδοκία,  ̉Ορθοδόξων ἡ χαρά, καί τοῖς νοσοῦ­σι, ὑγιείαν παράσχου, ἔνδοξε.

 

Πάντας τοὺς πιστοὺς, ἐντρυφήσαι καταξίω­σον, ἐν ταῖς Γραφαῖς, Εὐδοκία θαυμαστή, καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.  

 

Θεοτοκίον.

Δίδου σύ χαράν, εὐεργέτας τοῦ ἱκέτους Σου, καὶ διαφύλαττε αὐτούς, Μαριάμ, ἐκ πάσης  βλά­βης, καὶ στενώσεως σοῦ δέομαι.

 

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ...

Νεότης σύ καταφεύγει, ἔνδοξε, καί θερμῶς σέ ἱ­κετεύει ἀπαύστως˙ ῥῦσαι, ἱκέτας Εὐδοκία, Θεόφρων, ἐκ τῶν ποικίλων λοιμώξεων ἅπα­ντας, καί Κύ­ριον τῶν οὐρανῶν, καί τῆς γῆς κα­ταπράϋνον δέομαι.

 

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε, Εὐδοκία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος, καὶ ἐκ ποικίλων παγί­δων ἀ­παύστως, ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον, δεόμε­θα γονυκλινῶς, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἔν­δοξε. 

 

Εἰρήνην τῇ  ̉Εκκλησίᾳ ἐξαίτει, καὶ οἰκίαις πι­στῶν τὴν γαλήνην, τοὺς δὲ προστρέχοντας πόθῳ καὶ πίστει, τῇ ἱερᾷ σου εἰκόνι προστάτευ­σον, ἐκ πάντων τῶν ἐ­πιβουλῶν, καὶ λιμοῦ ἀνερ­γίας διάσωσον.  

 

Θεοτόκιον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε, καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας, καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους, τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα, τοὺς δὲ ποιμένας ἀκραιφνεῖς,

ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

 

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφό­ρε, ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγο­μεν, τῶν  ̉Ορθοδόξων ἡ δόξα καί κλέος.

 

῎Αχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως, ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώ­πησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

 

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία.

Σὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος, καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος· μὴ παρί­δῃς, ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς, ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙ δέχου ἡμῶν πρεσβείαις, καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων, Εὐδοκία θεόφρων, ἰσχυρὸν, τῶν  ̉Ορ­θοδό­ξων καταφύγι­ον.

 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου. (δίς)

 

Στίχος. Καί ἔστησεν ἐπί πέτραν τούς πόδας μου καί κατεύθυνε τά διαβήματα μου.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀ­κροά­σεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ι΄ 16-22) ἁγί­ου Εὐαγγελί­ου, τὸ ἀ­νάγνωσμα. Πρόσχω­μεν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

 

Εἶπεν ὁ Κύριος, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνι­μοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστε­ραί.Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώ­σουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συνα­γωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς· καὶ ἐπὶ ἡγε­μόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν. ὅταν δὲ παραδώσωσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε. οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλ­λὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν. Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνα­τον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέ­κνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς· καὶ ἔ­σεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.

῾Ο Χορός: Δὀξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

 

Δόξα Πατρὶ...

Ταῖς τῆς  ̉Αθλοφόρου, πρεσβείαις  ̉Ελεήμον, ἐ­ξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…

 

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Μὴ ἐγκαταλείπης με, τῶν  ̉Ορθοδόξων προστά­τα, καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα, ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙ θλῖψις γὰρ ἔχει με, φέρειν οὐ δύνα­μια, ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙ σκέπην οὐ κέ­κτημαι, οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε, πά­ντοθεν πολεμούμε­νος, καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σο.* Σπεῦ­σον, Φωτοφόρε, καὶ γίνου  σὺ  προ­στάτις καὶ  φρουρὸς, καὶ βακτηρία ἀκλό­νητος, Εὐδοκία ἔνδοξε.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

δή ζ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας.

Νικητάς ἁμαρτίας, τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε, λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην, δεόμεθα ἁπαύστως, διὸ σοι καταφεύγομεν, Εὐδοκία θαυμαστή, πιστῶν ἡ βακτηρία. 

 

Τῶν ἀτέκνων κατέστης, καταφύγιον μέγα σύ, θαυ­ματόβρυτε, καὶ πάντων τῶν ποθούντων, υἱ­οὺς καὶ θυγατέρας, ἀρωγός, διὸ κράζουσι· Χαῖρε, Εὐδοκία σεμνή, χαρὰ πιστῶν καὶ κλέος.

 

Εὐδοκία θεόφρον, σοι προσπίπτομεν πάντες θερ­μῶς δεόμενοι, παράσχου σοῦ ἱκέταις, θάῤ­ῥος ὁμο­λογίας, ὡς καὶ πίστιν ἀκλόνητον˙ ἵνα δοξά­ζωμεν Σέ, τὸ εὔχος τῶν ̉Αγγέλων.

 

Θεοτόκιον.

Θεοτόκε Παρθένε, πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀ­νάξιος, καὶ χείρας μου σοὶ αἴρω, καὶ πόθῳ ἀνακρά­ζω, ἀποδήμους διάσωσον, ἐκ τῶν χει­ρῶν πει­ραστοῦ, καὶ τῶν αἰρετιζόντων.

 

δή η. Τὸν Βασιλέα…

Τόν Βασιλέα, τῶν οὐρανῶν, Εὐδοκία, καθικέ­τευε πάντες αἰτοῦμεν, ὅπως ἡμῖν παράσχῃ πίστιν καὶ ὑγείαν.

 

Τοὺς ̉Ορθοδόξους, ἐκ τῶν χειρῶν ἀρχεκάκου, Εὐδοκία, διάσωσον  πάντες, αἰτούμεθα  πί­στει, κα  πόθῳ, Χριστονύμφη.

 

Τοὺς ̉Ορθοδόξους, ἐκ τῶν χειρῶν ἀρχεκάκου, Εὐδοκία, διάσωσον πάντες, αἰτούμεθα πίστει, κα  πόθῳ, Μυροβόλε.

 

Θεοτόκιον.

̉Ε κ τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἀνασφάλειαν τάχος, ἐκδι­ώκεις, Παρθένε Μαρία, καὶ εἰς τὰς ψυχὰς μας ἐλ­πίδαν ἐμφυτεύεις.

 

δή θ. Κυρίως Θεοτόκον…

῾Ημῶν τῶν ἐν ἀνάγκαις, ὄντων, Εὐδοκία, σὺ εἶ προστάτης ἀκοίμητος, κόρη σεμνή, καὶ τῶν ἀλγοῦντων θεράπων, ἰατρὸς σὺ ἡ ἀλάνθαστος.

 

Τὰ τέκνα ̉Ορθοδόξων, σὲ καθικετεύω, ἐκ τῆς ἀπιστί­ας τάχος διάσωσον, κα εἰς νομὰς τοῦ Κυρί­ου, ταύ­τα ὁδήγησον.

 

Θεόφρον Εὐδοκία, Μάρτυς, τοῦ ῾Υψίστου, τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀλλοδόξων διάνοιξον, κα  ἐν τῆ  πί­στει  ἡμῶν, τούτους ὁδήγησον.

 

Θεοτοκίον.

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους, φύλαττε λιταῖς σου, ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, Εὐδοκία σεμνή, καὶ  ̉Ορθο­δόξους ἀπαύστως, σκέπε δεόμεθα. 

 

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

 

Χαίροις Εὐδοκία, κόρη σεμνή, ̉Ορθοδόξων κλέ­ος καὶ προπύργιο τῶν πιστῶν. Χαίροις  τῶν νο­σοῦντων, ἀνάργυρος θεράπων, καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψει, τὸ παραμύθιον.

 

῎Ελαβες τὴν χάριν παρὰ Θεοῦ, ὄγκους θερα­πεύειν καὶ ἰώσεις ἰᾶ ταχύ, διὸ οἱ ἀλγοῦντες, σοι, μάρτυς Εὐδοκία, προστρέχουσι ἀσμένως, Χριστὸν δοξάζοντες.

 

Τῆς ῾Ηλιουπόλεως τὸν βλαστὸν, καὶ τῆς Σαμα­ρίας τὸν ἀτίμητον θησαυρόν, τῶν ἐν μετα­νοία, τὸ πρότυπον κατέστης, καὶ πάντων Εὐδο­κία, λιμὴν ἀπάνεμος.

 

̉Ατεκνίαν λύεις τῶν γυναικῶν, Εὐδοκία μάρ­τυς,  ̉Ορθοδόξων καταφυγή, σὺ καὶ τὰς ἰά­σεις, πα­ρέ­χεις ἀδαπάνως, τοῖς πίστει προσιοῦ­σι, εἰς τὴν εἰ­κόνα σου.

 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυ­ρί­ου,  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ῞Αγιοι Πά­ντες, με­τὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρε­σβείαν, εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

 

῾Ο Χορός: Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν… ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… Ὁ Χορός: ̉ Α­μήν καὶ 

 

εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον. χος γ’. Θείας πίστεως...

Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προαέ­δραμες, οὐ τὸν ζυγὸν τὴ σαρκί σου βαστάσα­σα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔ­νδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Δέησις καὶ στὴ συνέχεια μικρὰ ἀπόλυσις καὶ τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

 

῏Ηχος β´. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πάντας τοὺς προστρέχοντας θερμῶς, πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,  Εὐδοκία θαυμαστή, δί­δου σὺ με­τάνοιαν, ὑπομονὴν καὶ χαράν, φωτι­σμὸν καὶ ταπεί­νωσιν, εἰρήνην καὶ πίστιν, ἄγ­γελον ἀκοί­μη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ. Μάρτυς,  ̉Ορθο­δόξων τὸ κλέ­ος, ἀσθενῶν ἐδείχθης θερά­πων, καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις  καταφύγιον.

 

῏Ηχος πλ. δ´.

Δέσποινα, πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης καὶ θλί­ψεως.

 

῏Ηχος β´.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

 

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.   ̉Αμήν

 

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Αγία Ευθαλία η παρθενομάρτυς

῾Αγία Εὐθαλία ἡ Παρθενομάρτυς

 

(2 Μαρτίου)

 

Η

 ῾Αγία καί Παρθενομάρτυς Εὐθαλία καταγό­ταν ἀπὸ τὴ Σικελία καὶ ζοῦσε στοὺς Λεοντί­νους. Ἡ μητέρα της, ποὺ ὀνομαζόταν καὶ αὐτὴ Εὐθαλία, ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγία. Μία μέρα φά­νηκαν στὸν ὕπνο της οἱ ῞Αγιοι  ̉Αλφειός, Φιλά­δεφος καὶ Κυπρίνος († 10 Μαΐου) καὶ τῆς εἶπαν, ὅτι θὰ θεραπευθεῖ μόνο ἐὰν πιστέψει στὸν Χρι­στὸ καὶ βαπτισθεῖ. Ἡ γυναῖκα πραγ­ματικὰ πί­στεψε καὶ βαπτίσθηκε. Ὁ εἰδωλολά­τρης γιὸς της, Σιρμιλιανός, ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς μητέρας του γιὰ νὰ τὴν πνίξει. Ἐκείνη ὅμως διέφυγε μὲ τὴν βοήθεια τῆς δούλης της.

   Τότε, ἡ Μάρτυς Εὐθαλία ἔλεγξε μὲ δριμύτητα τὸν ἀδελφό της γιὰ τὴν πράξη του αὐτή. Ἐκεῖ­νος, μόλις ἄκουσε ὅτι καὶ αὐτὴ ἦταν Χριστιανή, τὴν παρέδωσε σὲ ἕναν ὑπηρέτη, γιὰ ἀτιμία καὶ στὴν συνέχεια μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴν ἀπο­κεφάλισε.

   Ἔτσι ἡ Μάρτυς Εὐθαλία εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της. Ἦταν τὸ ἔτος 252 μ.Χ.

 ῾Η  ̉Εκκλησία μας τιμᾶ τή μνήμη της στίς 2 Μαρτίου ἑκάστου ἔτους.

 

Παρακλητικός Κανών

 ες τήν Παρθενομάρτυρα Εὐθαλία

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

 

Ελογήσαντος το Ιερέως, τ Κύριε εσάκουσον, μεθ̉ ὃ τ Θες Κύριος (τετράκις) κα τ ξής:

 

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τήν καλλιπάρθενον ἀμνάδαν τοῦ Κτίστου, τῶν  ̉Ορθοδόξων οἱ χοροί ἀνυμνήσομεν, καί ἱ­κετεύσομεν αὐτήν ἐκ μέσης ψυχῆς, ῥῦσαι τοὺς ἱκέτας σου, Εὐθαλία θεόφρων, πάσης πε­ριστά­σε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων, ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυ­μαστή, σὲ γὰρ προστά­τιδαν ἅ­παντες ἔχο­μεν.

 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…  ̉Απολυτίκιον: χος γ’. Θείας πίστεως…

Α῎νθος εὔοσμον ̉Ορθοδοξίας, καὶ ἀκοίμητος φρουρὸς ἐδείχθης, καὶ πιστῶν καταφύγιον, ἔνδοξε, σὺ μαρτυρίου τὴν χλαίναν κατέκτησας,  καὶ ἀμαράντους στεφάνους ἐφόρεσας˙ Μάρτυς ἔνδοξε, Εὐθαλία, ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν, τὸ μέγα ἔλεος.

 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι. Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα, τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων; Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους; Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙ σοὺς γὰρ δού­λους σώ­ζεις ἀεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.

 

῾Ο Ν΄ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[2]

 

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας…

Πρὸς σὲ καταφεύγω δεητικῶς, μάρτυς Εὐθα­λία,  ̉Ορθοδόξων καταφυγὴ, καὶ τὴν σὴν  βοήθειαν αἰ­τοῦμαι, ὅπως ῥυσθῶ τοῦ πυρός τῆς κολάσεως.

 

Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, καὶ νόσοις ποικίλαις, σοι προσφεύγω μάρτυς Χριστοῦ, καὶ σέ γονυκλινῶς ἱκετεύω, σῶσον με, κόρη, πιστῶν καταφύγιον.

 

Ι̒κέτευε δέομαι ταπεινῶς, τὸν Πλάστην τοῦ κόσμου, Εὐθαλία νύμφη Χριστοῦ, καὶ αἴτει παράσχῃ σοῦ ἱκέτας, ὑπομονὴν καὶ εἰρήνην, Πανάριστε.

 

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε κόρη τῆς Ναζαρέτ,  πρὸς σὲ κα­τάφεύγω, σὴν βοήθειαν ἐκζητῶν, ἣν τάχος παράσχου σῷ ἱκέτῃ, τῶν  ̉Ορθοδόξων πιστῶν καταφύγιον.

 

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψίδος…

Α̉ νεργίαν διώκει ταῑς σαῖς λιταῖς, Παντιμε, ὁ τῶν οὐ­ρανῶν Κυβερνήτης, διὸ σοι ἅπαντες, γο­νυκλι­νῶς, θαυμαστέ, τὰς χείρας αἴρομεν πό­θῳ, καὶ αἰτούμεθα πίστει, τὴν μεσιτείαν σου. 

 

Ε ̉ κ τροχαίου, Τρισμάκαρ, σὺ διαφύλαξον, πά­ντας τοὺς προστρέχοντας πίστει, πρὸ τῆς εἰ­κό­νος Σου, καὶ  ἐξαιτοῦντας θερμῶς,  τὴν  σὴν  βοήθει­αν, Κόρη, καὶ Χριστὸν δοξάζοντας, Μά­ρτυς ἀτίμητε.

 

Χαλεπαῖς ἀῤῥωστίαις, καὶ νοσεροῖς πάθεσιν, κατακείμενος, Εὐθαλία, σύ μοι βοήθησον· τῶν ἰαμάτων γάρ, ἀνελλιπῆ σε γινώσκω, κρου­νόν, Θεοδόξαστε, τὸν ἀδαπάνητον.

Θεοτοκίον.

Ω ῎ Πανάχραντε κόρη, χριστιανῶν καύχημα, καὶ τῶν ὀρθοδόξων τὸ κλέος, σὺ μὲ προστά­τευσον, ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐκ δολίων ἀνθρώπων, καὶ παθῶν, Πανάμωμε, ψυχῆς ἁ­πάλλαξον.

 

Διάσωσον, ἐκ πάσης βλάβης ἱκέτας σου, Εὐ­θαλία, ὅτι πάντες πρὸς σὲ ἀεὶ, πιστῶς κατά­φεύγο­μεν, ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία.

 

Ε ̉ πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

 

Εἶτα Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σύ πρέσβυς θερμὸς, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχη­τον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι· Εὐθαλία πάντιμε, πρό­φθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μό­νη ταχέως προστατεύουσα.

 

ᾨδὴ δʹ.Εἰσακήκοα Κύριε…

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον, σύ κατεύνασον, Κόρη ἀξιάγαστε, καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνα­σον, τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξαστε.

 

Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα, καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον οἱ  ̉Ορθόδοξοι, Εὐθαλία μάρτυς, ἔ­χοντες, οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνιτε.

 

Τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἴασαι, ταπεινῶς δεόμεθα οἱ ἀ­νάξιοι, ἐκ τῶν παθῶν ἃ τιτρώσκουσι ταύτην, Εὐθαλία ἀκατάβλητε.

 

Θεοτοκίον.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον, τοῖς ποθοῦσι, Δέ­σποι­να Θεονύμφευτε, καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι, τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

 

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δέομαι θερμῶς, Εὐθαλία θαυματόβρυτε, τὴν μανί­αν τοῦ πυρός σὺ, θαυματουργέ, ταῖς πρὸς τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.   

 

Πάντας τοὺς πιστοὺς, ἐντρυφήσαι καταξίω­σον, ἐν ταῖς Γραφαῖς, Εὐθαλία θαυμαστή, καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμα­σι. 

 

Εὔσημε, θερμῶς, ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος, ἐκ τῶν παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ, τὸν Σὸν ἱκέτην, ἀπαύστως, Εὐθαλία, φύλαττε.

 

Θεοτοκίον.

Δέσποινα θερμῶς, ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος, ὁμό­νοιαν, εἰρήνην καὶ χαράν,* τοῖς οἴκοις πά­ντων ἡμῶν, παράσχου, ̉Αμόλυντε.

 

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ

Ω̉ ς τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,  ̉Ορθοδό­ξων οἱ χοροί, Εὐθαλία, καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νόσοις παμμάκαρ, σὲ ὀνομάζομεν Κόρη Πανύ­μνητε, δεόμεθά σου ἀγαθή, ἐκ παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον.

Ε ̉ κ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Εὐθαλία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγί­δων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Φωτοφόρε, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

 

Τῶν  ̉Ορθοδόξων τὰ πλήθη, ἔνδοξε, σοῦ θερ­μῶς δέονται, κόρη, ἀπαύστως˙ ῥῦσαι ἱκέτας, μάρτυς Εὐθαλία, ἐκ τῶν ποικίλων ἰώσεων τά­χιον, καί Κύριον τῶν οὐρανῶν, ἐξευμένησον πάντες δεόμεθα.

 

Θεοτοκίον.

Παρθένε, πρὸς σ προσφεύγομεν πάντες, καὶ θερ­μῶς Σ ἱκετεύομεν πίστει, τὸν σὸν Υἱὸν, ἐξευμένι­σον, κόρη, ἵνα ῥυσθῶμεν κινδύνων καὶ θλί­ψεων, ὡς καὶ ἐκ τῶν διαπλοκῶν, ἃς ὁ ὄφις ἐκφαίνει, Πανύμνη­τε.

 

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας, μάρ­τυς Εὐ­θαλία, ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγο­μεν, ὡς ἔ­χουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίαν.

 

Α ῎ χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως, ἐπ̉  ἐσχάτων  τῶν  ἡμερῶν   τεκοῦσα,  δυσώ­πησον,  ὡς  ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

 

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος, καὶ μεσῖτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος, μὴ παρίδης ἁμαρτωλῶν ἱκέτιδας φωνᾶς, ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡ­μῶν, τῶν θερμῶς δεομένων σοι. Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, σὺ εἶ προ­στάτις, σθενα­ρός, Εὐθαλία, τῶν τιμῶντων σε.

 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ  προσέσχε μοί. (δίς)

 

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον ἁγίου Εὐαγγε­λί­ου, (Κεφ. εʹ. 24-34)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

 

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖ­ρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυ­τῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστρα­φεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱμα­τίων; Καὶ ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέ­πεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγονεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶπεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐτή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕπα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μά­στιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ταῖς τῆς Ἀθλοφόρου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξά­λειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…

Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με, εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας, Εὐθαλία ἔνδοξε, ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέ­τους σου˙ θλῖψις γὰρ ἔχει με, φέρειν οὐ δύνα­μαι, ἀρχεκάκου τὰ τοξευματα· σκέπην οὐ κέκτη­μαι, οὐ­δὲ καταφύγιον, Πάντιμε, πάντο­θεν πολεμούμενος καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου, κλέος μοναζό­ντων, καὶ δόξα  ̉Ορθο­δόξων, θαυμαστέ, μὴ μοῦ παρί­δῃς τὴν δέησιν, τὸ συμφέρον ποίησον.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπᾶς ᾨδὰς τοῦ Κανό­νος.

δή ζ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Θελητὴν τοῦ ἐλέους, ὃν ἠγάπησας, Εὐθαλια, δυσώπησον, ῥυσθῆναι τῶν πταισμάτων, ψυ­χῆς τε μολυσμάτων, τοὺς ἐν πίστει κραυγάζο­ντας· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

 

Νικητὰς ἁμαρτίας, τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε, λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην, δεόμεθα ἁπαύστως, διὸ σοι καταφεύγομεν, Εὐ­θαλία σεμνή, πιστῶν ἡ βακτηρία. 

 

Ρ῾ αθυμίας ἀμέτρου, καὶ δεινῆς ἀῤῥωστίας ταῖς ἱκεσίαις σου, Παμμάκαρ Εὐθαλία, προ­στρέχοντά σοι ῥῦσαι, τῇ σῇ σκέπῃ κραυγάζο­ντα˙ ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε, πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος, καὶ χείρας μου σοι αἴρω, καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω, ἀποδήμους διάσωσον, ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ, καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

 

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα…

Τῶν ἰαμάτων, τὸ δαψιλές, ἐπιχέεις, τοῖς θερμῶς σοι προστρέχουσι Εὐθαλία, καὶ δοξολογοῦσί, σε, Μάρ­τυς ἀθλοφόρε.

 

Τὰς ἀσθενείας, ἡμῶν ταχύ ἰατρεύεις, καὶ σαρ­κὸς τὰς ὀδύνας, Εὐθαλία, διὸ σε ὑμνοῦμεν, εἰς πά­ντας τοὺς αἰῶνας.

 

Τῶν πειρασμῶν σὺ, τὰς προσβολὰς ἀπελαύ­νεις, καὶ παθῶν τὰς ἐφόδους, Εὐθαλία· διό σοι προστρέχομεν, μάρτυς ἀθλοφόρε.

 

Θεοτοκίον.

Τὴν ἀνομβρίαν, ὁ Σὸς Υἱὸς καταπαύει, λιταῖς Σου, Παρθένε Θεοτόκε, καὶ πιστοῖς  παρέ­χει, ὑγείαν καὶ εἰρήνην.

 

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον…

Λιμὴν τε καὶ προστάτης, τῶν σοὶ προσφευγό­ντων, γενοῦ, Εὐθαλία, καὶ τεῖχος ἀπόρθη­τον, καταφυγὴ τε καὶ σκέπη, καὶ ἀγαλλίαμα.

 

Τοὺς ὄγκους θεραπεύει, ὡς καὶ τὰς ἰώσεις, ταῖς λιταῖς σου, ὁ ῎Αναρχος, διὸ πρὸς σέ, Εὐ­θαλία, πάντες προσφεύγουσι.

 

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους, φύλαττε λιταῖς σου, ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, Εὐθαλία σεμνή, καὶ  ̉Ορθο­δόξους ἀπαύστως, σκέπε καὶ φύλαττε. 

 

Θεοτοκίον.

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους, φύλαττε λιταῖς σου, ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ  ̉Ορθο­δόξους ἀπαύστως, σκέπε δεόμεθα. 

 

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

Α῎ ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

 

Χαίροις Σικελίας ἄνθος τερπνὸν, καὶ τῶν  ̉Ορ­θοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός˙ Χαίροις τῶν νοσοῦντων, ἀνάργυρος θεράπων, καὶ τῆς νεολαίας τὸ καταφύγιον.

 

Ε῎ λαβες τήν χάριν παρά Θεοῦ, μάρτυς Εὐθα­λία, θεραπεύειν ὁλοτελῶς, ὄγκους καί ἰώ­σεις, διό καί οἱ νοσοῦντες, βοήθειαν αἰτοῦσι, Κόρη πανύμνητε.

 

Τὴν ῾Ελλάδαν σκέπε, θαυματουργέ, Εὐθαλία μάρτυς, σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς, καί ἐκ τῶν κυ­κλοῦντων, αὐτὴν ἐχθρῶν, φωσφόρε, διάσω­σον λι­ταῖς σου, ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.

 

Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή, Μἀρτυς, ἀνε­δεί­χθης, καὶ προπύργιον τῶν πιστῶν, καὶ τῆς νέο­λαίας, φρουρὸς τε καὶ προστάτης, Εὐθαλία μά­καρ,  ̉Αγγέλων σύσκηνε.

 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυ­ρί­ου,  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ῞Αγιοι Πά­ντες, με­τὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρε­σβείαν, εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

 

῾Ο Χορός, τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν, ὁ ῾Ιερεύς Ὅτι σοῦ ἐστιν… καὶ τὸ  ̉Απολυτίκιον.

χος γ’. Θείας πίστεως…

Α ῎νθος εὔοσμον ̉Ορθοδοξίας, καὶ ἀκοίμητος φρουρὸς ἐδείχθης, καὶ πιστῶν καταφύγιον, ἔνδοξε, σὺ μαρτυρίου τὴν χλαίναν κατέκτησας, καὶ ἀμαράντους στεφάνους ἐφόρεσας˙ Μάρτυς ἔνδοξε, Εὐθαλία, ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν, τὸ μέγα ἔλεος.

 

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ στὴ συνέχεια μικρὰ ἀ­πόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

 

῏Ηχος β´. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πᾶσι τοῖς προστρέχουσι πιστῶς, πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνας, καί ἐξαιτοῦντας θερμῶς, δίδου σὺ με­τάνοιαν, ὑπομονὴν καὶ χαράν, φωτισμὸν καὶ ταπεί­νωσιν, εἰρήνην καὶ πίστιν, ἄγγελον ἀκοί­μη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ. Μάρτυς,  ̉Ορθο­δόξων τὸ κλέ­ος, ἀ­σθενῶν ἐδείχθης θεράπων, καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις  καταφύγιον.

 

῏Ηχος πλ. δ´.

Δέσποινα, πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης καὶ θλί­ψεως.

 

῏Ηχος β´.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

 

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δὶ' εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς.

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

 



[2]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…