Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ .ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 


ΑΓΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

    Ανάμεσα στις μεγάλες μορφές του ορθοδόξου μοναχισμού ξεχωρίζει και ο άγιος Παχώμιος, τον οποίο η Εκκλησία μας τον προσαγόρευσε Μέγα, τόσο για την προσωπική του ασκητική οσιότητα, όσο και για την συμβολή του στη διαμόρφωση του κοινοβιακού μοναχικού ιδεώδους.

     Γεννήθηκε το 292 στην περιοχή της Κάτω Θηβαΐδος της Αιγύπτου από ειδωλολάτρες γονείς. Έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη στον αυτοκρατορικό στρατό και συμμετέσχε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Λικινίου. Για τον Χριστιανισμό άκουσε για πρώτη φορά στο στράτευμα και είδε τη διαφορετική ζωή και το ήθος των Χριστιανών και εντυπωσιάστηκε. Χριστιανοί στρατιώτες τον κατήχησαν στη νέα πίστη. Όταν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού αποφάσισε να πάει στην έρημο, προκειμένου να συναντήσει αγίους γέροντες για να διδαχτεί περισσότερα για τον Χριστιανισμό και να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Η ζωή των αγίων ασκητών τον ενθουσίασε και αποφάσισε να ακολουθήσει και ο ίδιος την ασκητική ερημική ζωή. Τέθηκε δε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ονομαστού ασκητή Παλάμονος, του οποίου έγινε ακόλουθος και μιμητής για έξι περίπου χρόνια.

       Περί το 320 και μετά την κοίμηση του αγίου γέροντος πνευματικού του, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια έρημη νησίδα του Νείλου ποταμού, την Ταβέννη, στην Άνω Θηβαΐδα. Τον ακολούθησε ένας ευλαβής και πιστός μοναχός, ονόματι Ιωάννης, με τη βοήθεια του οποίου ίδρυσε μια μικρή μονή. Εκεί απομονωμένος από τον κόσμο ο Παχώμιος αγωνιζόταν για την προσωπική του κάθαρση με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αδιάκοπη άσκηση αποκοπής των παθών. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Θεού έγινε θεοφόρο σκεύος αγιότητας. Η φήμη του δεν άργησε να γίνει γνωστή στη γύρω περιοχή και να προσελκύσει πλήθος ερημιτών, οι οποίοι συνέρρεαν στην απομονωμένη νησίδα για να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τις πνευματικές του νουθεσίες. Πολλοί από αυτούς δήλωναν ότι ήθελαν να εγκαταβιώσουν πλησίον του. Έτσι σε σύντομο χρόνο η νησίδα Ταβέννη αριθμούσε περισσότερος από 14.000 μοναχούς! Αξιώθηκε ο Παχώμιος να είναι ο μεγαλύτερος οικιστής μοναχών στην ιστορία της Εκκλησίας.

        Οι μοναχοί της Ταβέννης ονομάστηκαν Ταβεννησιώτες και ζούσαν σε μικρά οικήματα ανά τρεις. Ο συγγραφέας της λεγομένης «Λαυσαϊκής Ιστορίας», που συνέγραψε περί το 420 ο Παλλάδιος, αναφέρει πως ο Παχώμιος βλέποντας αυτόν τον μεγάλο αριθμό των αναχωρητών, άτακτα ζώντας, χωρίς κανόνες, αποφάσισε να τους συνενώσει σε κοινόβιο, κάτω από την καθοδήγηση ενός ηγουμένου. Να μένουν σε ενιαίο χώρο, τη Μονή, να έχουν κοινή προσευχή, κοινό φαγητό, κοινή ενδυμασία, κοινή εργασία, κοινά έσοδα και έξοδα. Για το λόγο αυτό κατάρτισε κανόνες, οι οποίοι θα γίνονται αποδεκτοί από τους μοναχούς και θα καθορίζουν τη ζωή τους στο κοινόβιο.

       Οι πολυάριθμοι μοναχοί Ταβεννησιώτες αποδέχτηκαν τους κανόνες και συνενώθηκαν, αποτελούντες το πρώτο κοινόβιο μοναστήρι στην ιστορία του χριστιανικού μοναχισμού. Ο Παχώμιος θεωρείται ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού. Η κύρια ενασχόληση των μοναχών ήταν η κοινή πρωινή και βραδινή προσευχή. Η εργασία ήταν υποχρεωτική για όσους μπορούσαν να εργάζονται και το κέρδος της εργασίας έμπαινε σε κοινό ταμείο για την συντήρηση όλων και όσων δε μπορούσαν να εργαστούν. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ομοιόμορφη ενδυμασία, η οποία αποτελούνταν από λινό ποδήρη χιτώνα, ζώνη τρίχινη και κωνοειδές κουκούλιο, το οποίο έφτανε ως τους ώμους. Υποδήματα σπάνια φορούσαν. Κοινή ήταν επίσης

και η τροφή και τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές, τυρί και νερό. Κατά την ώρα τους γεύματος επικρατούσε σιγή και οι μοναχοί συνεννοούνταν μεταξύ τους με νεύματα. Κάλυπταν επίσης τα πρόσωπά τους ώστε να βλέπουν μόνο την τράπεζα και να μη διασπάται η προσοχή τους με τους άλλους μοναχούς.

       Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν ελάχιστα και ουδέποτε σε κλίνη, αλλά καθιστοί. Κάθε Σάββατο και Κυριακή κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, αφού προηγείτο η αλληλοσυγχώρηση και ο ασπασμός της αγάπης μεταξύ τους. Ο Παχώμιος όρισε να είναι χωρισμένοι σε εικοσιτέσσερα τάγματα, καθένα χαρακτηριζόμενο από τα γράμματα της αλφαβήτου. Σε αυτά κατατάσσονταν ανάλογα με την πνευματική τους ωριμότητα και την συμπεριφορά τους στο κοινόβιο.

        Ο άγιος Παχώμιος δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους μοναχούς, αλλά συμμετείχε το ίδιο με αυτούς στο κοινόβιο με τους ίδιους κανόνες. Αν και ηγούμενος, ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από τους άλλους μοναχούς στη διακονία. Το έτος 348 εκδηλώθηκε πανώλη στο κοινόβιο, όπου προσβλήθηκαν πολλοί μοναχοί από τη νόσο και πέθαναν. Ο άγιος Παχώμιος περιποιούνταν με αυταπάρνηση τους ασθενείς μοναχούς. Ωστόσο προσβλήθηκε και αυτός από τη νόσο, ασθένησε και απέθανε. Τον διαδέχτηκε στην ηγουμενία ο όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, μια άλλη επίσης σημαντική μορφή του μοναχισμού. Η μνήμη του Μεγάλου Παχωμίου τιμάται στις 15 Μαΐου.  

       Η ικανότητα του αγίου Παχωμίου να συνενώσει και να διοικήσει τόσες χιλιάδες ανθρώπους υπήρξε θαυμαστή και μόνο η δύναμη και η χάρις του Θεού μπορεί να την εξηγήσει. Η βιογραφία του αναφέρει πως τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού του υπαγόρευσε άγγελος Κυρίου. Ο άγιος Παχώμιος έβαλε όπως είπαμε τα θεμέλια του κοινοβιακού μοναχισμού, ο οποίος είναι σύμφωνος με την χριστιανική διδασκαλία. Αποτελεί δε τον πυρήνα της ιδανικής κοινωνικής συμβιώσεως και τον οδηγό για την ιδανική κοινωνία, η οποία μπορεί να φέρει την πολυπόθητη ειρήνη, αδελφοσύνη και αγάπη στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και ο άγιος Παχώμιος χαρακτηρίζεται μέγας!  

TO THE MOTHER OF GOD🎼Perdesiz( Fr.Dionιsios Tabakis-Greece )!!!!

 

Ο γάμος στη ζωή των ζευγαριών | π. Ιωάννης & πρεσβυτέρα | Συναπάντημα στο Αρχονταρίκι | Σοφία Χατζή

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ . ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.

 


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Ο αναχωρητισμός είναι μια διαχρονική πρακτική του ορθοδόξου μοναχισμού.  Μοναχοί επέλεξαν να ζήσουν και να ασκηθούν σε ερήμους, όπου «ενώπιοι ενωπίω» με το Θεό, αγωνίστηκαν να καθαριστούν, να αγιαστούν και να θεωθούν. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης, ο εν Καλάνα του Βάλτου της Ακαρνανίας. Μια μεγάλη ασκητική μορφή, ο οποίος σφράγισε με την πνευματική του ακτινοβολία την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ελλάδος.

     Γεννήθηκε στο χωριό Μονοδένδρι της Ηπείρου το 1209. Κάποιοι θέλουν ως πατρίδα του το χωριό Συβίστα της Ευρυτανίας. Καταγόταν από φτωχή αλλά ευσεβή οικογένεια, όπου διαπλάστηκε στην ευσέβεια και την πίστη στο Θεό ο χαρακτήρας του. Από μικρός ήταν αναγκασμένος να εργάζεται σκληρά στα κτήματα του πατέρα του. Ταυτόχρονα φρόντιζε να συχνάζει στην εκκλησία του χωριού και να συμμετέχει με κατάνυξη στις ιερές ακολουθίες.

      Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύτηκε μια ευλαβή γυναίκα και απέκτησε πολλά παιδιά, τα οποία φρόντιζε να τα μεγαλώνει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Να τους βάλλει στην ψυχή τους την πίστη στο Θεό ως το καλλίτερο εφόδιο για μια ευλογημένη ζωή και για τη σωτηρία τους.

       Παρ’ όλο ότι επέλεξε τον έγγαμο βίο, ίσως εξαιτίας των συνθηκών της ζωής, μέσα του ποθούσε διακαώς την μοναχική και ιδιαίτερα την ερημική ζωή. Προφανώς, όταν μεγάλωσε τα παιδιά του και έβγαλε τις οικογενειακές υποχρεώσεις, πήρε την άδεια της συζύγου του να γίνει μοναχός. Κάποια από τα συναξάριά του τον θέλουν να εγκαταλείπει και να φεύγει κρυφά από την οικογένειά του. Αυτό δεν είναι επιτρεπτό, διότι ο γάμος είναι ισότιμος με την παρθενία και δεν λύνεται για οποιοδήποτε λόγο, παρ’ εκτός της μοιχείας, ή του θανάτου ενός εκ των συζύγων. Ο Ανδρέας ακολούθησε τη μοναχική ζωή, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη της συζύγου του.

       Αφού αποχαιρέτισε τη σύζυγό του και τα παιδιά του έφυγε και αναζητούσε κάποια μοναστήρια της περιοχής. Όμως ποθούσε περισσότερο την ερημική ζωή και γι’ αυτό περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο, χωρίς να βρίσκει την ησυχία που επιθυμούσε. Ο διάβολος άρχισε να τον πολεμά με λύσσα, βάζοντάς του σκέψεις να εγκαταλείψει την μοναχική ζωή και την έρημο και να γυρίσει ξανά στον κόσμο. Επίσης οι στερήσεις, η πείνα, το κρύο και οι κακουχίες των ερημιών του έφερναν σκέψεις να εγκαταλείψει την προσπάθειά του και να γυρίσει στο σπιτικό του. Κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν παγίδες του διαβόλου και πήρε την απόφαση να απομακρυνθεί από την περιοχή και να πάει μακριά.

      Περιπλανήθηκε για πολύ καιρό και βρέθηκε στην περιοχή του Βάλτου. Αντίκρισε την ψηλή και αγέρωχη οροσειρά των ορέων του Βάλτου, που ονομάζεται Καλάνα και αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί. Κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο, βρήκε μια μεγάλη σπηλιά, προς το βορειοανατολικό μέρος του βουνού, πάνω από τον ποταμό Αχελώο, σε ύψος 1520 μέτρα, για να χρησιμοποιήσει ως κατάλυμα.

      Εκεί μέσα στη βαθειά σπηλιά άρχισε τον πνευματικό του αγώνα. Προσευχόταν αδιάλειπτα, αγρυπνώντας, νηστεύοντας και μελετώντας την Αγία Γραφή, συγγράμματα των Πατέρων και βίους Αγίων. Τρεφόταν με καρπούς αγρίων δένδρων, άγρια χόρτα και ρίζες φυτών. Το νερό του προμηθεύονταν από τον Αχελώο, στον οποίο κατέβαινε με μεγάλη δυσκολία, λόγω των απότομων γκρεμών και το δύσβατο του εδάφους.

       Έζησε εκεί περισσότερα από τριάντα χρόνια, ανακαινίζοντας, καθαρίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό του με τον πνευματικό του αγώνα. Είχε καθαρθεί από τη χάρη

του Θεού και έγινε ο ίδιος κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Είχε να αντιμετωπίσει τις λυσσαλέες επιθέσεις των δαιμόνων, οι οποίοι τον τρομοκρατούσαν, για να φύγει

από τον τόπο της μετανοίας του και να γυρίσει στον κόσμο. Όμως ο άγιος έμενε αμετακίνητος και τους αντιμετώπιζε με την προσευχή.

      Στην αρχή ήταν άγνωστη η παραμονή του στο απόκρημνο εκείνο μέρος, στους κατοίκους της περιοχής, όμως αργότερα όταν αντιλήφτηκαν την παρουσία του και την αγιότητά του, η φήμη του εξαπλώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Βάλτου, της Ακαρνανίας, Ευρυτανίας και Άρτας. Πλήθος ανθρώπων πήγαιναν καθημερινά στη σπηλιά να μιλήσουν μαζί του, να πάρουν τις σοφές συμβουλές του και την ευλογία του. Αυτός με ταπείνωση, καλοσύνη, αγάπη και στοργή δέχονταν τον καθένα και μοιράζονταν μαζί του τα προβλήματά του. Είχε γίνει ο πνευματικός οδηγός, ο θεοφώτιστος δάσκαλος και ο γιατρός των ψυχών τους.  

       Τα χρόνια πέρασαν, η σκληρή άσκηση, οι στερήσεις και οι αντιξοότητες της ερημικής ζωής κλόνισαν την υγεία του. Κοιμήθηκε ειρηνικά, μόνος του, στις 15 Μαΐου 1282, σε ηλικία 73 ετών. Η ψυχή του πέταξε στα ουράνια, στο θρόνο τη μεγαλοσύνης του Θεού, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε ολόκληρη τη ζωή του. Το δε αγιασμένο σκήνωμά του έμεινε μόνο του στη σπηλιά, χωρίς να γνωρίζει κανείς την κοίμησή του.

       Όμως ένα λαμπρό υπερκόσμιο φώς έλουζε τη σπηλιά κάθε βράδυ, το οποίο έβλεπαν οι κάτοικοι της αντίπερα χώρας της Ευρυτανίας. Οι ευλαβείς κάτοικοι αναρριχήθηκαν στην απότομη βραχώδη πλαγιά και φτάνοντας στη σπηλιά βρήκαν το ιερό λείψανο να ευωδιάζει!

       Το θαυμαστό νέο έφτασε και ως την πόλη της Άρτας, η οποία ήταν την εποχή εκείνη η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και βασίλισσα ήταν η περίφημη, αλλά πολύπαθη Θεοδώρα, η οποία φημίζονταν για  την ευσέβειά της. Μάλιστα, μετά την κοίμησή της κατατάχτηκε στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας. Η ευσεβής βασίλισσα, μόλις έμαθε το γεγονός, με τη συνοδεία αξιωματούχων, αυλικών και πολλών πιστών πήγε στη σπηλιά του αγίου και κήδεψε με τιμές το τίμιο σκήνωμά του μέσα στη σπηλιά και έκτισε σε αυτή Ιερό Ναό, στο όνομά του.

        Το 1794 ένας ευλαβής κληρικός ο Ιωάννης Γεροδήμος, πήρε άδεια από τον Επίσκοπο Αγράφων Δοσίθεο, στη δικαιοδοσία του οποίου άνηκε τότε η περιοχή, για να κάνει ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων, τα οποία μετέφερε στο Καρπενήσι, όπου τα τοποθέτησε σε πολύτιμες αργυρές θήκες. Κατόπιν τα διαμοίρασε στα διάφορα μοναστήρια της περιοχής (Προυσού, Τατάρνας, Αγίας Παρασκευής Σαρδηνίων, Κοιμήσεως Θεοτόκου Βαρετάδας και Γεννήσεως Θεοτόκου Ρέθα).

       Ο άγιος Ανδρέας έχει τη φήμη του θαυματουργού. Έχουν καταγραφεί πλήθος θαυμάτων του.

      Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαΐου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του, με λαμπρότητα στο απόκρημνο σπήλαιο του όρους Καλάνα, με την καταπληκτική θέα προς την τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών, όπου συρρέουν χιλιάδες προσκυνητές, να πάρουν την ευλογία του και να του εναποθέσουν τα προβλήματά τους και να ζητήσουν τις πρεσβείες του στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού. 

ΑΓΙΟΣ ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ .ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 


ΑΓΙΟΣ ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Ξεχωριστή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας είναι όσοι έλαβαν μέρος στις Μεγάλες Οικουμενικές Συνόδους, στις οποίες, με την καθοδήγηση και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, καθόρισαν τα όρια της σωστικής ορθοδόξους πίστεώς μας. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Αχίλλειος, επίσκοπος Λαρίσης, ο οποίος είχε τη δική του συμβολή στις εργασίες της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

      Καταγόταν από την Καππαδοκία και γεννήθηκε περί το 270 μ. Χ. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την καταγωγή του και την παιδική του ηλικία. Φαίνεται πως ήταν γόνος εύπορων και ευσεβών γονέων, οι οποίοι φρόντισαν να τον σπουδάσουν στα ονομαστά σχολεία της περιοχής. Περισσότερο όμως φρόντισαν να τον μορφώσουν πνευματικά. Να του ενσταλάξουν στην παιδική του ψυχή την ακράδαντη πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό, στον Σωτήρα Χριστό και τα σωτήρια διδάγματα του Ευαγγελίου. Να γίνει συνειδητό μέλος της αγίας μας Εκκλησίας. Και πράγματι ο Αχίλλειος έγινε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, που τον έκανε να διαφέρει από τα παιδιά των εθνικών, τα οποία ρίχνονταν νωρίς στην ακολασία και την ειδωλολατρική δεισιδαιμονία.

     Μετά το θάνατο των γονέων του ο Αχίλλειος, μοίρασε τη μεγάλη πατρική του περιουσία στους ενδεείς της περιοχής και αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους, για να ζήσει εκεί που έζησε ο Λυτρωτής μας Χριστός, κοντά στον Πανάγιο Τάφο, που ακόμη τότε βρισκόταν κάτω από τον βέβηλο ναό της πορνικής «θεάς» Αφροδίτης. Μετά από καιρό επισκέφτηκε ασκητήρια, προκειμένου να ωφεληθεί από τους αγίους γέροντες ασκητές. Μαζί τους ασκήθηκε στη νηστεία, την προσευχή και την αγρυπνία, καλλιεργώντας τις θείες αρετές.

        Μετά από καιρό μετέβηκε στην Ρώμη, πρωτεύουσα ακόμη του απέραντου Ρωμαϊκού Κράτους, όπου είχε συναντήσεις με τους Χριστιανούς της μεγάλης πόλεως και οι οποίοι δοκίμασαν τους χειρότερους διωγμούς, επειδή βρισκόταν κοντά στη αντίχριστη εξουσία, η οποία δίωκε την Εκκλησία του Χριστού. Κατόπιν ήρθε στην Ελλάδα και κατέληξε στη Θεσσαλία, την οποία διάλεξε ως τόπο της ιεραποστολής του. Με το ένθερμο κήρυγμά του, με το παράδειγμά του και με τα θαύματα, που αξιώθηκε από το Θεό να κάνει, έκαμε πολλούς ειδωλολάτρες να ασπασθούν τη νέα πίστη.

        Περί το 320 χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος της Λαρίσης. Οι Χριστιανοί της περιοχής πρότειναν στον άγιο Αχίλλειο να αναλάβει ποιμενάρχης τους. Παρά τους δισταγμούς του, δέχτηκε το μεγάλο φορτίο. Άρχισε αμέσως ένα σπουδαίο ποιμαντικό έργο, εν μέσω ανυπέρβλητων δυσκολιών, διότι, αν και οι φοβεροί διωγμοί εναντίον των Χριστιανών είχαν τυπικά σταματήσει, με το περίφημο Διάταγμα των Μεδιολάνων (313), περί ανεξιθρησκίας, του Μ. Κωνσταντίνου, εν τούτοις η ειδωλολατρία ανθίστατο στην ελληνική ενδοχώρα. Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα ακόμη στους Χριστιανούς. Αλλά ο άγιος Επίσκοπος έδειχνε, όχι απλά ανοχή και ανεξικακία στους φανατικούς διώκτες τους, αλλά τους ευεργετούσε, όπως ευεργετούσε τους πιστούς. Αυτό είχε ως συνέπεια πολύ σύντομα να μεταστραφούν στην Εκκλησία πλήθη ειδωλολατρών.

        Την εποχή όμως αυτή η Εκκλησία δοκιμάζονταν και σπαράσσονταν από την φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, για να επιλυθεί συνοδικά το μεγάλο αυτό θεολογικό πρόβλημα, το οποίο απειλούσε αυτή την ίδια την ύπαρξη της Εκκλησίας. Κλήθηκαν 318 Επίσκοποι από τα πέρατα της οικουμένης, να λάβουν μέρος στη Μεγάλη Σύνοδο. Μεταξύ αυτών ήταν και ο άγιος Αχίλλειος. Η φήμη του, ως αγίου Επισκόπου, είχε φτάσει ως τη Βασιλεύουσα. Γι’ αυτό όταν έφτασε τον

υποδέχτηκαν με τιμές ο αυτοκράτορας και οι άλλοι Επίσκοποι. Έλαβε μέρος στις συζητήσεις και με την ευρυμάθειά του και την άρτια θεολογική του κατάρτιση κατατρόπωσε τους αιρετικούς αρειανούς. Ο Θεός τον αξίωσε μάλιστα να επιτελέσει στη Σύνοδο και θαύμα, για να δείξει ότι η πίστη των Ορθοδόξων είναι η αληθινή και ευάρεστη στο Θεό. Με τις ευχές του ανάβλυσε λάδι από μια πέτρα. Σε σπάνιο χειρόγραφο που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων αναφέρεται πως «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί».

      Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου και τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ζήτησε την ευλογία του αγίου Αχιλλείου και τον ξεπροβόδησε με πλούσια δώρα, να τα χρησιμοποιήσει για έργα φιλανθρωπίας και  ανεγέρσεις ναών στην επισκοπή του.

      Μετά από 35 χρόνια ποιμαντορίας, το έτος 355 ο άγιος Επίσκοπος κοιμήθηκε ειρηνικά. Λίγο πριν την κοίμησή του ο Θεός τον αξίωσε να προαισθανθεί την αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό. Κάλεσε τον κλήρο και το λαό, δίνοντάς τους τις τελευταίες συμβουλές του και προαναγγέλλοντας την κοίμησή του.

       Οι πιστοί θρήνησαν τον άγιο Ιεράρχη τους και τον κήδεψαν με μεγάλες τιμές και τοποθέτησαν το σεπτό του σκήνωμα σε λάρνακα που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Το τίμιο λείψανό του πραγματοποιούσε πολλά θαύματα. Το 985 ο τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ το άρπαξε και το μετέφερε στα ανάκτορά του στις Πέσπες, όπου είχε χτίσει μεγαλόπρεπη βασιλική, της οποίας σώζοντα ως τα σήμερα ερείπια. Οι κάτοικοι της Λάρισας συνέχιζαν να τιμούν τον άγιο και μετά την αρπαγή των λειψάνων του.  Του έκτισαν μεγαλοπρεπή ναό και τον έκαμαν προστάτη και πολιούχο της πόλεώς τους. Επιτελούνταν δε εκεί πολλά θαύματα. Σε αυτόν τον ναό συνάζονταν οι επίσκοποι της Θεσσαλίας για να εκλέξουν τους επισκόπους των χηρευουσών θρόνων. Στα 1204, οι αιρετικοί Φράγκοι κατέστρεψαν τη Λάρισα και μετέβαλαν το ναό σε ορμητήριο ληστών. Ενώ στις 12 Ιουνίου 1769 οι φανατισμένοι τούρκοι τον πυρπόλησαν. Το 1965 έγινε ανασκαφή και βρέθηκε ο τάφος του αγίου και κτίστηκε ο σημερινός ναός. Τέλος στις 14 Μαΐου 1981 επέστρεψαν τα λείψανά του στη Λάρισα, όπου φυλάσσονται στον ομώνυμο ναό του και θαυματουργούν. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαΐου.              

Ορθόδοξη "ευσέβεια" χωρίς εκκλησιασμό!!!!

 

Σίμων ο Κανανίτης ~ π.Χριστοφόρος Παπανικολάου

 

Ο Γέροντας Εφραίμ της Ι.Μ. Βατοπεδίου για τους σύγχρονους Αγίους | Parapolitika.

 

Παρακλητικός Κανών εις την Μάρτυρα Αγίαν Γλυκερίαν . Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.

 




Αγία Γλυκερία ἡ Μάρτυς

 

 ῾Η ̒Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στήν Τραϊανούπολη τό 2ον μ.Χ. αἰ., ἐπί αὐτοκράτορα ̉Αντωνίνου. Μι­κρή ἔγινε Χριστιανή καί ἀνέπτυξε ἔντονη χριστια­νική καί κατηχητική δράση.

   ῞Οταν ὁ ἡγεμόνας Σαββίνος, τήν κάλεσε νά παρου­σιασθεῖ μπροστά του ἡ ἁγία ἐμ­φανίσθηκε, ἔχοντας σημειώσει στό μέτωπό της τόν Τί­μιο Σταυρό καί  ὁ­μολόγησε μέ παρρη­σία την πίστη της στόν ̉Ιησοῦ Χριστό. ̉Ε­κεῖνος ἔξαλλος τήν ὁδήγησε σέ εἰδωλολα­τρικό ναό γιά νά θυσιάσει στά εἴ­δωλα. ̉Εκεῖ ἡ Γλυκε­ρία ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, συν­έτριψε τό ἄγαλ­μα τοῦ Δία. ̉Εξοργισμένοι οἱ εἰδωλολά­τρες, τήν ἔσυ­ραν ἔξω καί τή λιθοβόλησαν μέ μανία. ῞Ο­μως οὖτε μία πέτρα δέν ἄγγιξε τήν ῾Αγία, μέ ἀποτέλε­σμα πολ­λοί νά πιστεύσουν στό Χριστό. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ὑπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στή φυ­λακή, ὅπου κατήχησε καί ἔφερε στή χριστιανική πίστη τό δεσμοφύλακά της ὁ ὁποῖος ἐν συνεχεία ὁ­μολόγησε μέ θάρρος τήν πίστη του μαρτύρησε γιά τό Χριστό. Τότε ὁ Σαββίνος διέταξε νά βασανίσουν ξανά τή Γλυκερία καί ἔπειτα νά τή ρίξουν στά ἄγρια θηρία ἀπό τά ὁποία ἕ­να τή δάγκωσε (χωρίς νά τήν πληγώ­σει) μέ ἀποτέλεσμα ἡ ῾Αγία νά παραδώσει τό πνεῦ­μα της στόν ἀθλοθέτη Κύριο.

   Τό λείψανό της παρέλαβε ὁ ̉Επίσκοπος τῆς ῾Ηρα­κλείας Δομίτιος καί τό τοποθέτησε σέ εὐπρεπή τόπο.      

   ῾Η ῾Αγία ἔκανε πολλά θαύματα, ἰά­σεων καί θερα­πεῖες δαιμονισμένων σέ ὅσους μέ πίστη κατέφευγαν στή χάρι της. .

 

Παρακλητικς Κανν

ες τν Μάρτυρα Αγίαν Γλυκερίαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δ´. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τῆς  ̉Εκκλησίας τὸ μυρίπνοον ἄνθος* γονυκλινῶς καθικετεύσομεν πάντες* καὶ ταπεινῶς βοήσομεν ἐκ μέσης ψυχῆς* ῥῦσαι, τοὺς ἱκέτας σου,* Γλυκερία παμμάκαρ,* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ πάσης ἀνάγκης* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμαστή,* σὺ εἶ τῶν πιστῶν φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

 

Δόξα Πατρί… Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθέ­νεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

 

Καὶ νῦν…  Θεοτόκιον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙*

σοὺς γὰρ δού­λους σώζεις  ἀεὶ* ἐκ  παντοί­ων  δει­-

νῶν.

 

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμός καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

 

ᾨδὴ α’. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Τὰ γόνατα κλίνω δεητικῶς* πρὸς σε, Γλυκερία* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παρά­σχου σῷ ἱκέτῃ* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτις καὶ πρόμαχος.

 

Παθν με ταράττουσι προσβολαὶ* πολλς ἀ­θυμίας* μπιπλσαί μου τὴν ψυχήν˙* ερή­νευ­σον Μάρτυς τὴν ζωήν μου* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Κύριον.

 

 ̉Οσφύος τὰ ἄλγη σῶν ἱκετῶν* ταχὺ θεραπεύεις* διὸ πάντες γονυκλινῶς* προσφεύγουσι πίστει τῇ σῇ σκέπῃ* καὶ ἐξαιτοῦσι τὴν ἴασιν, Πάντιμε.

 

Θεοτοκίον.

῾Ικέτας ἀξίωσον, Μαριάμ,* μελετᾶν ἡδέως τοῦ Υἱοῦ Σου τὰς ἐντολᾶς* καὶ ταῦτας ἀξίωσον τη­ρεῖσαι,* ἵνα τὸ πῦρ τῆς κολάσεως φύγωμεν.

 

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος.

῾Ικετεύω σέ, μάρτυς,* τὸν ψυχικὸν τάραχον* καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην* ταχὺ ἐκδίωξον* σὺ γάρ, Γλυκερία,* τὸν Λυτρωτὴν καὶ Σωτήραν,* ἐκ παιδὸς ἠγάπησας* Θεοκοινώνητε.

 

 ̉Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων, Γλυκερία, διάνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγη­σον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, Μάρτυς, ὑ­μνεῖσαι* καὶ λα­τρεύσαι δέομαι* σὺ καταξίωσον.   

 

Τοὺς ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου τάχος ἐπίσκεψαι* καὶ αὐτοῖς ὑγιείαν παράσχου λιταῖς σου, ἔν­δοξε,* ἵνα δοξάζωμέν σε καὶ Παναγίαν Τριά­δαν,* Γλυκερία ἔνδοξε, πάντων τὸ καύχημα.

 

Θεοτοκίον.

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, Παρθένε πανάσπυ­λε,* καὶ τὸν Ποιητὴν τῶν ἁπάντων σὺ ἐξευμέ­νι­σον,* ἵνα διάγωσι εἰρηνικῶς σοῦ ἱκέται* Θεοτό­κε Δέσποινα, πιστῶν τὸ στήριγμα.

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερί­α,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

 

 ̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκω­σιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

 

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμὴ.

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνή,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐ­κτε­νῶς βο­ῶμεν σοί,* Γλυκερία ἔνδοξε, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων  λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς σοι πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας.

 

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Γλυκε­ρία πανάριστε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

 

Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα* καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον οἱ  ̉Ορθόδοξοι,* Γλυκερία μάρτυς, ἔ­χοντες* οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνιτε.

 

Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* Γυκερία ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε. 

 

Θεοτοκίον.

 ̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέ­σποι­να Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατά­φεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε. 

 

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς.

῎Ιασαι ταχύ, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν,* σύ, Γλυκερία Θεοδόξαστε,* καὶ ὑγιείαν διὰ λι­τῶν σου* παράσχου μοι.

 

Κύριον θερμῶς,* Γλυκερία, καθικέτευε,* ὅπως παράσχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴκοις ἡμῶν, πανάριστε.  

 

Δέομαι θερμῶς,* Γλυκερία ἀξιάγαστε,* σὺ τὴν μανί­αν τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.

 

Θεοτοκίον.

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίω­σον* ἐν ταῖς Γραφαῖς, Πανάμωμε Μαριάμ,* καὶ βιώσαι τοῖς τοῦ Υἱοῦ Σου* λόγοις καὶ προ­στάγμασι.

 

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, θεόφρων,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, Γλυκερία μάκαρ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δε­όμεθά σου ταπεινῶς* οἱ ἀχρείοι ἱ­κέτες σου, εὔσημε. 

 

 ̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Γλυκερία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγί­δων λιταῖς σου* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Μάρτυς  Χριστοῦ, ἡ­μεῖς οἱ ἀνάξιοι.  

 

 ̉Απαύστως σὲ ἱκετεύομεν πάντες* μὴ παρίδης σοῦ ἱκέτας, Φωσφόρε,* ἀλλὰ παράσχου ἡμῖν, Γλυκερία,* ὑ­πομονὴν καὶ ταπείνωσιν, ἔνδοξε* καὶ ἀξίωσον ἡμᾶς εὐθυ­πορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, Πανύμνητε.

 

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσω­ζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερία* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔ­χουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

 

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ  Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία.

Σὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* Τάχυνον εἰς πρεσβείαν* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,* τοὺς κα­τάφεύγοντας εἰς σέ,* Γλυκερία Θεοδόξαστε.

 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ. (δίς)

 

Στίχος: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυ­μάστωσεν ὁ Κύριος.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου…

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κέφ. 21: 12-19)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

 

Επεν Κύριος τος αυτο Μαθητας· Προσέχε­τε π τν νθρώπων· πιβαλοσιν φ̉ ὑ­μς τς χερας ατν κα διξουσι, παραδιδό­ντες ες συναγωγς κα φυλακς, γομνους ἐ­π βασι­λες κα γεμνας νεκεν το νματς μου˙ ἀ­ποβσεται δ μν ες μαρτριον. θτε ον ες τς καρδαις μν μ προμελετν πολογηθῆ­ναι˙ γ γρ δσω μν στμα κα σοφαν, ο δυνσονται ντειπεν οδ ντιστναι πά­ντες ο ντικεμενοι μν. παραδοθσεσθε δ κα π γονων κα συγγενν κα φλων κα δελ­φν, κα θανατσουσιν ξ μν, κα σεσθε μισομε­νοι π πντων δι τ νομ μου˙ κα θρξ κ τς κεφαλς μν ο μ πληται˙ ν τ ὑ­πομον μν κτσασθε τς ψυχς μν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

 

Δόξα Πατρί ...

Ταῖς τῆς  ̉Αθλοφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξά­λειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Καὶ νῦν …

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξά­λειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Εἷτα τὸ Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι

Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ…

 

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας,* Γλυκερία ἔνδοξε,* ἀλλὰ διαφύλαττε τὸν ἱ­κέτην σου˙* θλῖψις συνέχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα,* πόρου οὐ κέκτη­μαι,* οὐδὲ ἀνθρωπίνην βοήθειαν˙* διὸ καταφεύ­γω σοι,* καὶ γο­νυκλινῶς ἱκε­τεύω σε˙* φύλακα γὰρ πάντων,* προ­στάτην καὶ ἀκοί­μητον φρου­ρὸν* καὶ βακτηρίαν ἀ­κλόνητον,* Σέ, Χρι­στὸς, ἀ­νέδειξε.   

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν. 

 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

 

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθού­ντων* υἱοὺς καὶ θυγατέρας* ἀρωγός, διὸ κράζω­σι,* Γλυκερία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία.

 

Θελητὴν τοῦ ἐλέους,* ὃν ἠγάπησας, Μάρτυς ἁ­γνή, δυσώπησον˙* ῥυσθῆναι τῶν πταισμά­των,* ψυχῆς τέ μολυσμάτων* τοὺς μετὰ πόθου ᾄδωντας˙* Ὁ τῶν Πατέρων  ἡμῶν* Θεός, εὐλογη­τὸς εἶ.

 

Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεο­δόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμε­θα ἁ­παύστως,* ἵνα πόθῳ κραυγάζωμεν,* Γλυκερία θαυ­μα­στή,* χαρὰ πιστῶν καὶ δόξα.

 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω,* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.    

 

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς Γλυκερία,* ὅπως σοῦ ἱκέτας* μετάνοιαν παράσχῃ.

 

Τὴν ἀνεργίαν ταῖς σαῖς λιταῖς, Γλυκερία,* ὁ Δε­σπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς πα­ρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 

 

Σὺ τὰς ἰώσεις σῶν ἱκετῶν θεραπεύεις* καὶ αὐ­τοῖς ὑγιείαν, Γλυκερία,* διὰ τῶν λιτῶν σου* παρέχεις Χριστοδρόμε.

 

Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυ­ρς τοῦ αἰωνίου.  

 

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* μάρτυς Γλυκερία,* ἀκατακρί­τως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε. 

 

 ̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπο­μο­νὴν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀ­σφῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.  

 

Χαρὰν καὶ εὐφροσύνην* πίστιν καὶ ἀγάπην* τοῖς σοῖς ἱκέταις παράσχου, μακάριε,* ἵνα ἀ­παύστως πιστοὶ* δοξάζουσι τὸν Κτίστην.

 

Θεοτοκίον.

 ̉Εξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

 

Καὶ εὐ­θὺς τὰ Μεγαλυνάρια

῎Αξιόν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς,* μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ πα­να­μώ­μη­τον* καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.* Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ,* καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως* Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄν­τως, Θε­ο­τό­κον,* σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

 

Πάντων τῶν νοσοῦντων σὲ ἰατρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις* προστάτην καὶ βοηθόν,* χηρῶν τε καὶ πενήτων* φρουρὸν σε καὶ τροφέα,* Γλυκερία  μάρτυς,* Χριστὸς ἀνέδειξε.

 

Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* μάρτυς, ἀνεδεί­χθης* καὶ προπύργιον τῶν πιστῶν* καὶ τῆς νεο­λαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* Γλυκερία μάκαρ,* Χριστὸς ἀνέδειξε.

 

Τὴν ῾Ελλάδαν σκέπε, θαυματουργέ,*  Γλυκερία μάρτυς,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* καί ἐκ τῶν κυ­κλοῦντων* αὐτὴν ἐχθρῶν, φωσφόρε,* διάσω­σον λι­ταῖς σου* ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.

 

Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰδεῖν ἀξίωσον.

 

Χαίροις, Γλυκερία θαυματουργέ,* ̉Ορθοδόξων δόξα καὶ ῾Ελλήνων ἡ χαρμονή˙* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καί ἐν στεναχωρίᾳ* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ καταφύγιον.

 

Σπεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* Γλυκερία θαυματουργή,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.

 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι Πάντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρε­σβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

 

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθέ­νεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

 

Δέησις ὑπὸ ῾Ιερέως καὶ ἐν συνεχείᾳ μικρὰ ἀ­πόλυσις.

   Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

 

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Δέχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δε­ήσεις* σὺ Γλυκερία σεμνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικα­λούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῾Αγία, τῆς ῾Ελλάδος ἡ δόξα* ῥῦσαι τοὺς σοι προστρέχοντας τάχος* ἐκ πά­σης περιστάσεως καὶ θλίψε­ως.  

 

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

 

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

 

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.

 



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…