Διήγημα
τοῦ Χρήστου Χρηστοβασίλη
(γράφτηκε
τό 1903)
Γιά τόν
Παράδεισο
Στὴν ἐποχὴν
ποὺ ἤμουν ἐγὼ παιδὶ μικρό,* ἡ ἀγραμματοσύνη
στὴν ἐπαρχία μας, κι ἂς ἦταν λίγες μόνον
ὧρες μακριὰ ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἦταν στὸν κολοφώνα τῆς δόξας της. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι
ποὺ γνώριζαν τότε λίγη γραφὴ καὶ λίγη ἀνάγνωση ἦταν οἱ παπᾶδες κι ἂν τύχαινε νά ’χει κανένα χωριὸ δάσκαλο, αὐτὸς
χωρὶς ἄλλο, θὰ ἦταν παπᾶς ἢ ὑποψήφιος
παπᾶς, δηλαδὴ «ἀναγνώστης». Ὅλος ὁ ἄλλος
κόσμος ἔπλεε στὸ σκοτάδι της ἀγραμματοσύνης,
μὴν γνωρίζοντας οὔτε την ἄλφα. Μέσα στὰ ὀγδοήντα
τέσσερα χωριά, ὅλα Ἑλληνικά, ποὺ εἶχε ἡ ἐπαρχία
μας, τρία ἢ τέσσερα μόνον σκολειὰ ὑπῆρχαν. Ἂλλ’ ἂς μὴν νομιστεῖ ὅτι ἡ ἐπαρχία μας ἦταν ἡ χειρότερη ὡς πρὸς τὴν
παιδεία τότε. Δύο ἄλλες ἐπαρχίες, ποὺ εἶναι
κολλητὰ στὴν ἐπαρχία μας, πρὸς τὸ μέρος
τοῦ νότου, αὐτὲς δὲν εἶχαν οὔτε ἕνα
σκολειό! Ἀλήθεια, οὔτ’ ἕνα! Σὲ κάποιο ὅμως
μοναστήρι, ποὺ εἶχε τὴν τύχη νά ’χει ἕναν ἡγούμενον γραμματισμένον – ἄγνωστο πὼς εἶχε κατορθώσει
αὐτὸς ὁ χριστιανὸς νὰ σπουδάσει «Ἑλληνικά»
- κι αὐτὸς ὁ ἡγούμενος, ἅμα εὕρισκε κανένα ἔξυπνο παιδί, τὸ συμμάζευε στὸ
μοναστήρι, καὶ τὸ μάθαινε γράμματα,
γράμματα «Ἑλληνικὰ» κι ὄχι «πινακίδια»**,
«Χτωήχι» καὶ «Ψαλτήρι», τὰ παπαδίστικα γράμματα.
Σ’ αὐτὸν
τὸν ἅγιον Ἡγούμενο χρωστάει ἡ ἐπαρχία ποὺ βρίσκεται αὐτὸ τὸ μοναστήρι, δύο
γραμματισμένους μητροπολῖτες ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοῦ δύο μάλιστα ἔφτασε νὰ γένει καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου, κι ἂν ἦταν κομμάτι
φιλόδοξος, ὅπως τόσοι ἄλλοι, μποροῦσε νὰ
γένει καὶ πατριάρχης ἀκόμα.
Γιὰ νὰ εἶμαι
ὅμως ἱστορικότερος, πρέπει ν’ ἀναφέρω κι
ἕνα ἄλλο εἶδος σκολειό, ποὺ «λάνθανε» μέσα στὴν ἀγράμματη Χώρα, σ’ ὅλην τὴν Ἤπειρο, ἀπὸ τὴ μιὰ
τὴν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη, καὶ τὸ σκολειὸ αὐτό,
χωρὶς νά ’ναι καθαυτὸ σκολειό, ἀποτελόνταν
ἀπὸ τὸν δάσκαλο κι ἕναν μαθητὴ μοναχά. Θὰ ἰδεῖτε πώς:
Σ’ ἐκείνη
τὴν σκοτεινὴ ἐποχή, ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, ὅποιος πατέρας εἶχε κανένα ἐξυπνούλικο
παιδί, κι ἤθελε κι εἶχε τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ
τὸ μάθει γράμματα, τὸ πήγαινε σ΄ ἕναν παπᾶ ἢ σ’ ἕναν «ἀναγνώστη» καὶ συμφωνοῦσε
τόσα ταγάρια γέννημα γιὰ δασκαλικὴ ἀμοιβή,
κι ἕνα ταγάρι τὸν μῆνα γιὰ τὴν τροφὴ τοῦ παιδιοῦ, γιὰ ὅσον καιρὸ θὰ διαρκοῦσε ἡ
διδασκαλία, γιὰ νὰ τὸ μάθει τὰ γράμματα, δηλαδὴ γραφὴ κι ἀνάγνωση ἢ τὸ
σωστότερο κακογραφὴ καὶ κακοανάγνωση καὶ λογαριασμούς. Ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας
δὲν προσδιορίζονταν, γιατί αὐτὸς θὰ ἐξαρτόνταν ἀπὸ τὴν ἐξυπνάδα τοῦ μαθητῆ. Κατὰ
τὸ σύστημα αὐτὸ ὁ μαθητὴς ἔπρεπε νὰ πάγει καὶ νὰ καθίσει στὸ χωριὸ καὶ στὸ
σπίτι τοῦ δασκάλου γιὰ νὰ δουλεύει καὶ γιὰ νὰ διδάσκεται. Δὲν θὰ ἦταν μόνο
μαθητής, ἀλλὰ κι ὑπηρέτης τοῦ δασκάλου, καὶ θὰ τὸν βοηθοῦσε σ’ ὅτι δουλειά του:
χωράφι, ἁλώνι, ἀμπέλι, θέρο, κόψιμο καὶ κουβάλημα ξύλων ἀπὸ τὸν λόγγο καὶ τὰ
λοιπά.
Κοντὰ σ’
αὐτά, δὲν ἀπόλειπαν κι οἱ συνηθισμένοι δασκαλικοὶ δαρμοὶ καὶ τὰ συνηθισμένα
δασκαλικὰ μαλώματα, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ νοηθεῖ διδασκαλία σ’ ἐκεῖνον τὸν
καιρό, χωρὶς μαλώματα καὶ χωρὶς ξύλο, πού ’χε κι ἔχει ἀκόμα τὴν ἰδέα ὁ ἁπλὸς λαὸς
ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ γ’ αὐτὸ τὸ δασκαλικὸ ξύλο λέγεται εἰδικότερα
«ξύλο τῆς γνώσεως».
Σὲ
τέτοια, λοιπόν, ἐποχή, τυφλὴ καὶ σκονταμένη, ὀφειλόμενη στὴν τουρκικὴ σκλαβιὰ
καὶ στὴν ἀγραμματοσύνην ἢ καὶ τὴν ἀσυνειδησία τῶν ἀρχιερέων - ἐπισκόπων, ἀρχιεπισκόπων
καὶ μητροπολιτῶν ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ σκεφτοῦν πλατύτερα
γιὰ τὸ σκλαβωμένο Γένος - , οἱ παπᾶδες, μ’ ὅλη τους την ἀγραμματοσύνη, εἶχαν στὰ
χέρια τους ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ τοῦ Ἔθνους. Αὐτοὶ ἦταν οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας,
αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ (ἐξομολογητάδες), αὐτοὶ οἱ δάσκαλοι, αὐτοὶ ἔγραφαν τὰ
γράμματα τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς ξενιτεμένους του, αὐτοὶ διάβαζαν τὰ γράμματα τῶν
ξενιτεμένων πρὸς τοὺς δικοὺς τούς, αὐτοὶ ἦταν οἱ γιατροί, γιατί ἐπιστήμονες
γιατροὶ καλὰ καλὰ οὔτε στὰ Γιάννινα δὲν ὑπῆρχαν τότε, αὐτοὶ ἦταν τὸ πᾶν
στὴν ἑλληνοχριστιανικὴ
κοινωνία.
Ἀρρωστοῦσε
ἕνα παιδί; - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ
διαβάσει στὸ βασκανοχάρτι.
Ἀρρωστοῦσε
μιὰ γυναῖκα; - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τὴν
«σταυρώσει»!
Ἀρρωστοῦσε
ἕνας ἄνδρας; - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ
διαβάσει παράκληση!
Ἔτσι, ὁ
παπᾶς εἶχε γίνει τὸ κλειδὶ τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς κοινωνίας. Αὐτὸς ἦταν τὸ ταμεῖο
κάθε σοφίας καὶ κάθε γνώσης. Αὐτὸς βάφτιζε τὰ νεογνὰ καὶ τὰ προχείριζε σὲ
Χριστιανοὺς καὶ Ἕλληνες, αὐτὸς στεφάνωνε τ΄ ἀντρόγυνα, αὐτὸς ἐξομολογοῦσε τὸν
λαό, αὐτὸς τὸν «κοινωνοῦσε», αὐτὸς τὸν «ἁγίαζε», αὐτὸς τὸν συμβούλευε, αὐτὸς τὸν
νουθετοῦσε, αὐτὸς τὸν μάθαινε γράμματα, αὐτὸς τὸν δίδασκε ἠθική, μὲ τὰ
θρησκευτικά, αὐτὸς τὸν προετοίμαζε γιὰ τὸν Παράδεισο, τὸν μεγάλον καὶ τελικὸν
σκοπὸ τοῦ Χριστιανοῦ, αὐτὸς τέλος τον ἔθαφτε! Τίποτε δὲν ἤξερε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὁ
παπᾶς καὶ δὲν ἦταν ἄλλο, παρὰ ἕνας ἀσυνείδητος ἐργάτης ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν ἰδιοτήτων
τοῦ παπᾶ, τοῦ γιατροῦ, τοῦ δασκάλου, τοῦ θεολόγου, τοῦ ἠθικολόγου. Δὲν ἦταν
κατ’ οὐσίαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά, κι ὅμως ἦταν τὸ πᾶν! Τὸν πίστευαν ὅτι ἦταν καὶ
πίστευε ὅτι ἦταν. Πίστευε εἰλικρινῶς, χωρὶς νὰ ἀγυρτεύεται. Βλέποντας τὸν ἄρρωστο,
ποὺ τοῦ ’χὲ διαβάσει τὴν εὐχὴ νὰ γίνεται καλὰ, ἔλεγε: - Τὸν βοήθησε ἡ χάρη τῆς
Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ κι ἔγινε καλά. Ἐγὼ μεσίτης μονάχα εἴμαι κι ἄλλοτε εἰσακούομαι
κι ἄλλοτε ὄχι.
Βλέποντας
τὸν νὰ πεθαίνει ἔλεγε: - Ἔτσι ἦταν τὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ! Δὲν εἰσακούστηκε ἡ μεσιτεία μου.
Ὅταν
κατόρθωνε νὰ μάθει ἕνα παιδὶ γράμματα ἔλεγε:
- Εἶχε φώτιση ἀπὸ τὸ Θεὸν καὶ ἔμαθε.
Ὅταν δὲν
κατόρθωνε νὰ τὸ μάθει πάλε ἔλεγε: - Δὲν
τά ‘παιρνε ὁ νοῦς του καὶ δὲν ἔμαθε.
Παρουσιάζονταν
πάντα ὡς ἕνα ἀσυνείδητο ὄργανο τῆς Θείας Πρόνοιας ὅπως καὶ πραγματικῶς ἦταν.
Ὁ παπᾶς ἦταν
ὁ τίμιος θεματοφύλακας τῆς
θρησκευτικῆς
καὶ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στὸν παπᾶ καὶ μόνο χρωστοῦμε ὅτι εἴμαστε σήμερα
Χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες. Αὐτὸς στάθηκε ὁ καλὸς ποιμένας, πόβαλε τὴν ψυχή του γιὰ
τὸ ποίμνιό του καὶ μᾶς γλίτωσε ἀπὸ τοὺς λύκους του Μωαμέτη τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς
Ἀρβανῖτες!
Ὁ κόσμος
πίστευε ὅτι ὁ παπᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν Θεό, κι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔσωσε καὶ τὴ Θρησκεία
μας καὶ τὸν Ἐθνισμό μας, ποὺ ἦταν ἀλληλένδετα. Ὁ παπᾶς εἶχε δημιουργήσει μιὰ
κατάσταση πραγμάτων, ὥστε ἔκανε τὸν κόσμο θρησκευτικότερον, ἐθνικότερον, καὶἠθικότερον.
Οἱ ἐκκλησιὲς ἦταν γεμᾶτες κόσμο, καὶ καθένας εὔχονταν νὰ ἰδεῖ πρῶτα τὸ
Ρωμαίϊκο, τὸ «Ἑλληνικό», κι ὕστερα νὰ πεθάνει. Καθένας εὐχόταν νὰ ἰδεῖ μὲ τὰ
μάτια του ἀνοιχτὰ τὸ χρυσὸ εἴνορο: Τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἀγιὰ Σοφιὰ κάτω ἀπὸ τὴ
σκέπη τοῦ ἑλληνικοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἑλληνικῆς Λευθεριάς!
Κάτω ἀπὸ
μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα, ἀτμόσφαιρα ποὺ δὲν ὑπάρχει πλιὰ σήμερα δυστυχῶς, ὁ
πρωτόπαπας ἑνὸς χωριοῦ, λευίτης θεόπνευστος, μιλοῦσε σ’ ἐπήκοο τριάντα –
σαράντα ἀντρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν πὼς πηγαίνει ὁ καλὸς Χριστιανὸς στὸν
Παράδεισο. Τί γλυκιὰ λέξη καὶ τί χαρμόσυνη ἰδέα ὁ Παράδεισος! - Ὁ Παράδεισος, Χριστιανοί μου, εἶναι ἕνα ἀπέραντο
περιβόλι μὲ ἄνθια, μὲ δέντρα λουλουδιασμένα, ποὺ καταλήγουν σὲ σταυρὸ οἱ κορφές
τους, μὲ χόρτα, μὲ βρῦσες, μ’ ἀκύμαντες καὶ καταγάλαζιες λίμνες, μὲ ποτάμια
γαργαρόνερα, μ’ ἥλιον κατάλαμπρον, θαλπερὸν μόνον καὶ ὄχι καυτερόν, μ’ ἄπειρα
λαλούμενα καὶ μὴ λαλούμενα πουλιὰ ἀπάνω στὰ δέντρα, ἢ κάτω στὴν χλόη, ἢ στὲς ἄκρες
τῶν ποταμῶν, μὲ καταγάλαζιον καί κατακάθαρον
οὐρανό, μὲ δροσιὰ εὐχάριστη καὶ παντοτινὸ μαγιάπριλο. Στὴ μέση τοῦ Παραδείσου
ποὺ εἶναι καὶ τὸ ψηλότερο μέρος, ὑψώνεται μιὰ ἀπέραντη Ἐκκλησιά, χίλιες φορὲς
πλατύτερη καὶ ψηλότερη ἀπὸτὴν Ἀγιὰ Σοφιά. Αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ εἶναι τὸ παλάτι τοῦ Θεοῦ,
χτισμένη μὲ χρυσὲς τεσσεράγκωνες πέτρες, στολισμένες μὲ διαμάντια. Σὲ κάθε
παράθυρο αὐτῆς τῆς χρυσαφένιας Ἐκκλησιᾶς στέκονται ἀνάεροι δεξιὰ καὶ ζερβιὰ ἀπὸ
δυὸ ἄγγελοι, καὶ σὲ κάθε θύρα ἀπὸ δυὸ ἀρχάγγελοι. Χίλια ὑπέρψηλα καμπαναριὰ ὀρθώνονται
γύρα γύρα στὴν Ἐκκλησιά, μὲ σαράντα καμπάνες τὸ καθένα. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι
μπαινοβγαίνουν ἀνάεροι μ’ ἀνοιγμένα ἄσπρα φτερά, πηγαινοφέρνοντας διαταγὲς τοῦ
Θεοῦ, καὶ μουσικὲς χαρμόσυνες ἀκούονται ἀπὸ κάθε γωνιά. Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ,
χιλιάδες φτερουγίζουν ἀπάνω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ παλάτι, σὰν περίχαρα χελιδόνια καὶ
ψάλλουν εὐχαριστήριους ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν. Κι οἱ Προφῆτες, κι οἱ Ἅγιοι, κι οἱ
Δίκαιοι, κι οἱ Ἐλεήμονες, χωρὶς νά ’χουν ἀνάγκη ἀπὸ φαγητό, ἀπὸ πιοτό, ἀπὸ ὕπνο
κι ἀπὸ τίποτε, ἄλλοι κάθονται ἀπάνω στὲς χλωρασιές, ἄλλοι κάνουν περιπάτους, ἀνάμεσα
στὰ δέντρα, στὲς τριανταφυλλιὲς καὶ στὲς λουλουδιές, κι ἄλλοι καθισμένοι μέσα σὲ
κάτασπρες βάρκες, ξανοίγονται ἀπάνω σὲ καταγάλαζιες ἀκύμαντες λίμνες, ἐνῷ ἕνα
ψιλὸ ἀγεράκι σκορπίζει μικρὰ ἄσπρα συννεφάκια ἀπὸ μοσκοθυμίαμα καὶ ἄλλα πολύτιμα
ἀρώματα. Ὅσο εἶναι ὄμορφη ἡ μέρα στὸν Παράδεισο, ἄλλο τόσο εἶν’ ὄμορφη κι ἡ
νύχτα. Τὸ θεϊκὸ παλάτι ἀστράφτει καὶ λάμπει ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, τ’ ἀστέρια
φεγγοβολοὺν ὅλα, ἄλλα σὰν μονοί, ἄλλα σὰν διπλοί, κι ἄλλα σὰν τριπλοὶ αὐγερινοί.
Τὸ φεγγάρι, πάντα γιομᾶτο καὶ λαμπρό, τρεὶς φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ δικό μας,
βγαίνει ταχτικὰ δυό – τρεὶς ὧρες μόνον, γιὰ νὰ δίνει ὕστερα καιρὸ στ’ ἀστέρια νὰ
λάμπουν πλιότερο, κι οἱ μουσικὲς κι οἱ ὕμνοι τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων δὲν
παύουν καθόλου νὰ διασκεδάζουν τοὺς ἄπειρους εὐτυχισμένους Παραδεισίτες...!
«Χαρὰ
στόν, ποὺ εἶναι μέσα ἐκεῖ,
χαρὰ στὸν
κι ὅπου πάγει».
Ὁ ἀγράμματος
παπᾶς, περιγράφοντας τὸν Παράδεισο μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας του καὶ τῆς βαθιᾶς
πίστης του, δὲν ψεύδονταν. Ὁραματίζονταν!
Σ’ αὐτὸ ἀπάνω
ἀκούστηκε μιὰ φωνή, ποὺ ρωτοῦσε: - Καὶ πὼς
πρωτόπαπα, μπορεῖ νὰ πάει κανεὶς στὸν Παράδεισο;
Μὲ τὰ καλὰ
ἔργα παιδιά μου! (Ἀπάντησε ὁ πρωτόπαπας). «Πίστευε τὸν ἕνα τρισυπόστατον Θεόν,
τίμα τὴ μάνα σου καὶ τὸν πατέρα σου, μὴν κλέψεις, μὴν πορνέψεις, μὴν φονέψεις,
μὴν ψευδομαρτυρήσεις». Αὐτὰ διέταξε ὁ Θεός – προσκυνοῦμε τ’ ὄνομά του! – Κι εἶναι
τόσο εὔκολο νὰ ἐκτελέσει κανεὶς τὶς ἐντολὲς τοῦ
Θεοῦ! Ὁ Ἅγιος
Ἀντώνιος - προσκυνοῦμε τη χάρη του! κάθισε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς στὴν ἔρημο γιὰ
νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο καὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ! Ξέρετε ποὺ εἶναι ἡ ἔρημο;
Ἐνενῆντα ἐννιὰ μέρες μέσα βαθιά, πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ
τὴν κοινωνία! Ἐκεῖ κάθισε σαράνταἀκέρια χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή.
Προσεύχοταν κι ὅλο προσεύχοταν νύχτα - μέρα, πρωὶ καὶ βράδυ, μεσημέρι καὶ
μεσάνυχτα, γιὰ νὰ τοῦ σχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες... Ο Θεός - προσκυνοῦμε τὸ μέγα του
ἔλεος- τοῦ σχώρεσε τὲς ἁμαρτίες καὶ τόδωκε τὴν ἄδεια νὰ ξαναγυρίσει στὴν
κοινωνία, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος -
προσκυνοῦμε τη χάρη του - δὲν θέλησε νὰ φύγει ἀπὸ τ’ ἀσκηταριό του, γιατί
φοβόταν τὴν ἁμαρτία, ἂν ξαναγύριζε, κι ἐκεῖ ἀναπαύτηκε «ἐν Κυρίῳ».
Δεύτερη
φωνή τον ἀνάκοψε: - Καὶ τί ἔτρωγε ὁ Ἅγιος
Ἀντώνιος στὴν ἔρημο, πρωτόπαπα; - Στὴν ἀρχή,
παιδιά μου, ἔμεινε τρία μερόνυχτα νηστικὸς καὶ διψασμένος, ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὰ
τρία μερόνυχτα, ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τόφερνε μιὰ «προσφορὰ» κάθε πρωὶ κι ἕνα
λαγήνι νερὸ καὶ μ’ αὐτὰ ἔζησε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς καὶ πέθανε ἐνενῆντα χρονῶν.
Ἡ
προσφορά, δηλαδὴ ὁ «ἄρτος» τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν τότε τὸ ἰδανικὸ τοῦ ψωμιοῦ καὶ
τοῦ προσφαγιοῦ ἀκόμα, γιατί ὁ κόσμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πίστευε ὅτι τὸ σιτάρι εἶχε
δοθεῖ μόνον γιὰ νὰ λειτουργάει ὁ παπᾶς στὴν Ἐκκλησιά, γιὰ τὰ κόλλυβα, γιὰ τὲς
μπογάτσες των κανισκιὼν τῶν γάμων καὶ τῶν γεννητουριών, γιὰ τὲς κανίστρες τῶν
κηδειῶν καὶ τῶν μνημοσύνων καὶ γιὰ νὰ τὸ τρὼν οἱ Τοῦρκοι, κι ὅτι τὸ φυσικὸ ψωμί
του Τουρκοραγιὰ ἦταν ἀπὸ ἀραποσίτι! Τελειώνοντας
ἡ διδαχή του πρωτόπαπα, τρεὶς ἀγαπημένοι φίλοι, βλάμηδες στὸν Σταυρὸ καὶ στὸ Βαγγέλιο,
ἀποχώρησαν μαζὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ συνάθροιση.
Ἦταν τὰ
καλύτερα καὶ τὰ ἐναρετότερα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ: ὁ γραμματισμένος Δημήτρης, ὁ
Πάσκος, ὁ μισογραμματισμένος Γιούλιας, ὁ Λάππας, κι ὁ ἀγράμματος Γιώργης , ὁ
Κολλήσης.
Ὁ
Δημήτρης ρώτησε τοῦ ἄλλους δύο: - Πὼς σᾶς
φαίνεται τ’ ἀσκηταριό; - Πὼς νὰ μᾶς φανεῖ;
Ἅγια δουλειά.
Τοῦ ἀπάντησαν
καὶ οἱ δύο μ’ ἕνα στόμα.
Θέλετε (ἐξακολούθησε
ὁ Δημήτρης) νὰ σώσετε τὴν ψυχή σας καὶ νὰ πᾶτε στὸν Παράδεισο, νὰ εὐφραίνεστε,
νὰ σᾶς φέρει κάθε μέρα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» κι ἕνα λαγήνι
νερό, νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε, ἀντὶ νὰ κάθεστε ἐδῶ νὰ τρῶτε ἀραποσιτόψωμο, ν’ ἁμαρτάνετε
κάθε λίγο καὶ λιγάκι, καὶ νὰ πᾶτε στὴν Κόλαση, νὰ χωθεῖτε μέσα στὶς φλόγες, στὲς
χουχλαστὲς πίσσες καὶ στὰ χουχλαστὰ κατράνια, συντροφιὰ μὲ τὰ ἰσκιώματα, τοὺς
καλικαντζάρους τους κατσικοποδαραίους, τοὺς πειρασμούς, τοὺς διαόλους καὶ τὸν
Ζερζεβούλ; - Ἀκοῦς, θέλομε; (Ἀπάντησαν ἐκεῖνοι
μὲ προθυμία).
Καὶ θέλει
ρώτημα αὐτό; Ἀλλὰ πὼς νὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο;
- Πὼς νὰ
πᾶτε; (Τοὺς ἀνταπάντησε ὁ Δημήτρης). Δὲν ἀκούσαταν τί εἶπε ὁ πρωτόπαπας; Τρεὶς
μέρες ἔμεινε νηστικὸς καὶ διψασμένος ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, κι ὕστερα τόστελνε ὁ Θεὸς
κάθε μέρα ἄγγελό του μὲ μιὰ προσφορὰ κι ἕνα λαγήνι νερό... - Καὶ τί θὲλ’ς νὰ πεῖς μ’ αὐτό; - Τί θέλω νὰ πῶ; Ν’ ἀνεβοῦμε ἀπάνω στὸ βουνὸ
καὶ ν’ ἀσκητέψομε. Τρεὶς μέρες θὰ μείνομε νηστικοὶ κι ὕστερα φροντίζει ὁ Θεός.
Θὰ μᾶς στείλει μιὰ προσφορὰ τὴν ἡμέρα στὸν καθένα μας. Νερὸ δὲν μᾶς
χρειάζεται... Εἶναι βρῦσες στὸ βουνό... Τι συλλογιέστε; Πᾶμε ἀσκητάδες,
βλάμηδές μου;
Πᾶμε, ἀλλὰ
γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακὸ (ἀπάντησε ὁ Γιούλας μὲ σταθερότητα) νὰ πάρομε, λέω, ψωμὶ
γιὰ τρεὶς μέρες, ὥσπου νὰ βροῦμε τ’ ἀσκηταριό μας. Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν βροῦμε ἀμέσως
κατάλληλο ἀσκηταριὸ στὸ βουνό μας, καὶ ν’ ἀναγκαστοῦμε νὰ πᾶμε σ’ ἄλλο βουνό...
Τὴν ἄλλη ἡμέρα
ἔμαθε ὅλο τὸ χωριό, καθὼς καὶ τὰ περίχωρα, ὅτι οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες, ὁ
Δημήτρης, ὁ Γιούλας κι ὁ Γιώργης, τα ὀμορφότερα καὶ τὰ τιμιότερα παλικάρια τοῦ
χωριοῦ, βγῆκαν στὸ βουνὸ ν’ ἀσκητέψουν!
Ὁ
πρωτόπαπας χτύπησε τὴν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ μαζεύτηκε ὅλο τὸ χωριό: ἄντρες,
γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ τοὺς ἔβγαλε λόγο καὶ μακάρισε τοὺς τρεὶς βλάμηδες, ποὺ
τάχτηκαν στὸν Θεό, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους καὶ νὰ πᾶν στὸν Παράδεισο. Οἱ
μάνες τῶν ἀσκητάδων ἔκλαιγαν ὄχι μόνον ἀπὸ ἱερὴ συγκίνηση, ἀλλὰ κι ἀπὸ μητρικὸν
πόνο, ποὺ θά ’χαναν γιὰ πάντα ζωντανὰ τὰ παιδιά τους καὶ δὲν θὰ τὰ ξανάβλεπαν!
Τόσο μεγάλος ἦταν ὁ μακαρισμὸς τῶν ὑποψηφίων ἁγίων βλάμηδων, ὥστε ζήλεψαν κι ἄλλα
παιδιὰ κι ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζονται νὰ πᾶν κι αὐτὰ ν’ ἀσκητέψουν!
Μιὰ ὁλόκληρη
μέρα ἔκαναν οἱ τρεὶς νέοι ἀσκητάδες, οἱ πρῶτοι ἀσκητάδες τοῦ τόπου μας, ὥσπου
νά ’βροῦν κατάλληλη σπηλιὰ γι’ ἀσκηταριό. Τὸ πρῶτο βράδυ, ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ
προσευχήθηκαν, ἄρχισαν νὰ σκέφτονται ἂν ἔπρεπε νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς σὲ μιὰ
σπηλιά, ἢ νά ’χεῖ , ὁ καθένας χώρια τὴ σπηλιά του καί, μὲ τὰ πολλὰ ἀποφάσισαν
νά ’χοῦν τὸ ἴδιο ἀσκηταριό. Πάντα τοὺς ἔρχονταν καλύτερα νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς
μαζί. Τὸ ψωμὶ ποὺ εἶχαν πάρει τοὺς βάσταξε τὲς τρεὶς πρῶτες μέρες καὶ τὴν
τέταρτη μέρα ἄρχισε ἡ νηστεία. Χαρὰ ποὺ τὴν εἶχαν, ἐπειδὴ θὰ παίδευαν τὸ σῶμα
τους καὶ θὰ ὑπέφεραν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Παραδείσου!
Τὴν
πέμπτη μέρα τὴν πέρασαν μὲ τὸν ἴδιον ἐνθουσιασμό, τὸ ἴδιο καὶ τὴν ἕκτη. Τὴν
νύχτα τῆς ἕκτης ἡμέρας, ὕστερα ἀπὸ ἑκατοντάδες μετάνοιες, χιλιάδες σταυροὺς κι ἀδιάκοπες
προσευχές, ἔγειραν νὰ κοιμηθοῦν μὲ τὴν εὐχάριστη ἐλπίδα ὅτι, τὸ πρωὶ ποὺ θὰ ξημέρωνε,
θὰ τοὺς ἔφερνε ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» τοῦ καθενὸς ὁ Ἄγγελος Κυρίου.
Τότε εἶπε
ὁ Γιώργης στὸν Δημήτρη: - Σὰν πόσο
μεγάλη νά ’ναί, βλάμη, ἡ «προσφορὰ» ποὺ θὰ μᾶς φέρει ὁ Ἄγγελος Κυρίου, αὔριο
πρωί; Νά ’ναί, λές, καμιὰ ὀκά; - Ξέρω κι
ἐγώ, τί νὰ σοῦ εἰπῶ; Μὴν ἀσκήτεψα κι ἄλλοτε γιὰ νὰ ξέρω; Πιστεύω νά ’ναὶ σὰν τὲς
«προσφορὲς» ποὺ πᾶν τοῦ παπᾶ στὴν Ἐκκλησιὰ γιὰ νὰ λειτουργήσει. Ἐγώ, βλάμη, εἶμαι
πλιὸ περίεργος νὰ ἰδῶ ὄχι πόσο θά ’ναὶ μεγάλη ἡ «προσφορά», ἀλλὰ τὸν Ἄγγελο
Κυρίου, κατὰ πρόσωπο. (Κι ἔκανε τὸν σταυρό του). Τί ὄμορφος καὶ τί ὡραῖος ποὺ
θά ’ναί; Ἔ; - Ἀλήθεια, καλὰ λές! Νὰ δοῦμε
πὼς εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου!... Πὼς θὰ πετάει, σὰν ἀϊτός! Τί εὐτυχισμένοι
ποὺ θὰ εἴμαστε
αὔριο, καλημέρα μας! Τί εὐτυχισμένοι!
Κι ἔτσι,
πὲ ὁ ἕνας καὶ πὲ ὁ ἄλλος γιὰ τὸν Ἄγγελο Κυρίου καὶ γιὰ τὸν Παράδεισο, μόλις κατὰ
τὰ ξημερώματα τοὺς πῆρε ὁ ὕπνος, κι ὅταν ξύπνησαν, εἶχε πάει ὁ ἥλιος γιόμα! - Μωρέ, τί πάθαμαν! (εἶπε ὁ Γιώργης, σὰν
τρομαγμένος). Ξυπνᾶτε ὠρέ! Ξυπνᾶτε! - Τί
εἶναι; Τί εἶναι! (εἶπε ὁ Γιούλας ξυπνῶντας).
Ἦρθε ὁ Ἄγγελος
Κυρίου; -
Ἦρθε καὶ δὲν τὸν νιώσαμαν!
Ὤχ, τί
πάθαμαν οἱ καημένοι! - Σωπάτε καημένοι
καὶ μὴ χολοσκᾶτε! (Τοὺς ἀπάντησε ὁ
Δημήτρης στωικά). Ἂν δὲν τὸν εἴδαμαν τὸν Ἄγγελον Κυρίου σήμερα, τὸν βλέπομε αὔριο.
Κι αὔριο μέρα ξημερώνει. Κάθε μέρα θά ’ρχεται ἀνέλλιπα ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Μὴν
στενοχωριέστε! Πᾶμε ὄξω τώρα νὰ πάρομε τὲς προσφορές μας νὰ φᾶμε... Ἔχω μιὰ πεῖνα,
ποὺ δὲν γλέπω μπροστά μου!
Πετάζονται
ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιά, ψάχνουν γύρα γύρα νὰ βροῦν τὲς «προσφορές», ἀλλὰ τίποτε
«προσφορές»! - Τί νὰ τρέχει τάχα; Μήπως
λησμόνησε Κύριος ὁ Θεὸς νὰ μᾶς στείλει τὸν Ἄγγελὸ τοῦ μὲ τὲς «προσφορές»; - Μήπως τὸν στείλει τὴν πέμπτη μέρα καὶ ὄχι τὴν
τέταρτη;
Εἶπε ὁ
Γιώργης τοῦ Δημήτρη. - Μὴν βλαστημᾶς! (εἶπε
ὁ Δημήτρης) εἶναι ἁμαρτία. Ὁ Θεὸς δὲν
λησμονάει ποτέ! Κάτι ἄλλο ὅμως θὰ συμβαίνει. Ἂς περιμένουμε κι αὔριο. Αὔριο,
χωρὶς ἄλλο, θά ’ρθεῖ ὁ Ἄγγελος Κυρίου...
Ἦρθε κι ἡ
ἄλλη μέρα, ἡ πέμπτη, δηλαδὴ ἡ ὄγδοη ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸ χωριό.
Ξύπνησαν πρωὶ πρωὶ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὸν Ἄγγελο Κυρίου μὲ τὲς «προσφορὲς» καὶ
μάλιστα συζήτησαν ἂν θά ’ρχονταν ἕνας Ἄγγελος γιὰ τοὺς τρεὶς μὲ τρεὶς «προσφορές»,
ἢ τρεὶς ἄγγελοι ἀπὸ ἕνας γιὰ τὸν καθένα. Ἂλλ’ ἔδωκε ὁ ἥλιος καὶ δὲν φάνηκε ἄγγελος,
οὔτε μονὸς οὔτε τριπλός!
Οἱ τρεὶς ἀσκητάδες
ἄρχισαν νὰ σκέφτονται σοβαρὰ γιὰ τὴ θέση τους, παρακινούμενοι πλιότερο ἀπὸ τὴν ἄγρια
πεῖνα ποὺ τοὺς θέριζε τ’ ἄντερα. - Θὰ
περιμένουμε κι αὔριο (εἶπε ὁ Γιώργης μὲ πεποίθηση). Αὔριο θά ’ρθεῖ, χωρὶς ἄλλο,
ὁ Ἄγγελος Κυρίου! - Καλά, (εἶπε ὁ
Δημήτρης). Ἂς περιμείνομε κι αὔριο, ἀλλ’ ἂν δὲν φανιστεὶ ὁ Ἄγγελος Κυρίου οὔτε
αὔριο, οὔτε μεθαύριο, οὔτε παραμεθαύριο, τί θὰ κάνομε; Θὰ πεθάνομε τῆς πείνας
κι ἐμεῖς οἱ νηστικοὶ θὰ χορτάσομε μὲ τὲς σάρκες μας τὴν ἡμέρα τὰ κοράκια καὶ τοὺς
ἀϊτοὺς καὶ τὴν νύχτα τοὺς λύκους καὶ τὰ τσακάλια. - Ἀλλὰ γιατί νὰ μὴν ἔρχεται ὁ Ἄγγελος
Κυρίου; Ἂν δὲν ἔρθει κι αὔριο;
Πρόσθεσε ὁ
Γιώργης.
- Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ μένομε μαζί. Θά ’πρεπε νὰ
εἴμαστε χώρια. Ἴσως γιατί μένομε μαζί, νὰ χάλασε ἡ ἀσκητεία μας. (Ἀπάντησε ὁ
Δημήτρης). Πρέπει νὰ χωρίσομε... - Νὰ
χωρίσομε! (εἶπαν κι οἱ ἄλλοι ἀποφασιστικά). Φεύγομε ἐμεῖς οἱ δυὸ καὶ μεῖνε ἐσύ,
βλάμη Δημήτρη, ἐδῶ!
Ἔτσι, οἱ Ἄγγελοι
Κυρίου θὰ μᾶς παρουσιαστοῦν αὔριο.
Καὶ
σηκώθηκαν νὰ φύγουν λέγοντας: - Ἔχε
γειά, βλάμη! - Στὸ καλό! (τοὺς ἀπάντησε ὁ
Δημήτρης). Καλὸν Ἄγγελο καὶ καλὴν ἀντάμωση στὸν Παράδεισο, ὅταν μᾶς καλέσει ὁ Ἅγιος
Θεός!
Δὲν
πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἀκούστηκαν γοερὲς γυναικεῖες φωνὲς ἀπὸ μακριά: - Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη! - Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη! - Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα! - Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη! - Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη! - Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα!
Καμιὰ ἀπάντηση!
Οἱ φωνὲς ἐξακολούθησαν
πολλὲς φορές, ἀλλὰ καὶ πάλε καμιὰ ἀπάντηση!
Κατὰ τὸ
μεσημέρι, οἱ μάνες των ἀσκητάδων κι ἄλλοι καμιὰ δεκαριὰ δικοί τους, ἄντρες καὶ
γυναῖκες, φωνάζοντας, φωνάζοντας τὰ ὀνόματα τοῦ Δημήτρη, τοῦ Γιούλα καὶ τοῦ
Γιώργη, ἔφτασαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν τοὺς τρεὶς ἀσκητάδες λιποθυμισμένους, τὸν
ἕνα κοντὰ στὸν ἄλλο!
Δὲν
περιγράφεται ἡ λαχτάρα κι ὁ πόνος τῶν μανάδων, πόβλεπαν τὰ παιδιά τους σὰν
πεθαμένα! Κλάματα, φωνές, μοιρολόγια! Τέλος, κατορθώθηκε νὰ τοὺς φέρουν στὴν
ζωή, δίνοντάς τους ἀπὸ λίγη – λίγη προσφορά, ποὺ εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ χωριό.
Ὅταν ἄρχισαν
νὰ συνέρχονται στὸν ἑαυτό τους, οἱ ἀσκητάδες, νιώθοντας ὅτι ἔτρωγαν «προσφορά»,
ξεφώνισαν καὶ οἱ τρεὶς μὲ τὴν ἴδια φράση:
- Ὁ Ἄγγελος Κυρίου! Ὁ Ἄγγελος Κυρίου!
Σὲ λίγο ὅμως
ἀντὶ νὰ ἰδοῦν τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου, ἀνεγνώρισαν τὲς μάνες τους καὶ τοὺς ἄλλους
δικούς τους, καὶ κατὰ τὸ δειλινὸ κατορθώθηκε νὰ καταπειστοῦν καὶ νὰ μεταφερθοῦν
στὸ χωριὸ γκότσι, στὲς πλάτες τῶν γερότερων ἀντρῶν, γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ
κινηθοῦν.
Κι ὁ
πρωτόπαπας εἶπε τὴν ἴδια γνώμη, ὅτι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς δὲν δέχτηκε τὴν ἀσκητεία
τους, γιατί πῆγαν μαζὶ στὸ ἴδιο ἀσκηταριό, καὶ σχημάτισαν κοινωνία, καὶ γι’ αὐτὸ
δὲν ἔστειλε τοὺς Ἀγγέλους του μὲ τὲς «προσφορές». Τοὺς ἐπαίνεσε ὅμως γιὰ τὴν
πίστη τους καὶ τὴν ἀφοσίωση τοὺς πρὸς τὸν «Τρισυπόστατον» μεγάλον Θεὸν καὶ τοὺς
διαβεβαίωσε ὅτι ἀξιεπαινότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ παλεύουν ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας
μέσα στὴν κοινωνία, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ πᾶν στὲς ἐρημιὲς
κι ἀσκητεύουν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὲς ἁμαρτίες!
Οἱ μάνες
τῶν δύο ἀσκητάδων, Δημήτρη καὶ Γιώργη, ὄντας χῆρες κι οἱ δυό, καὶ χωρὶς ἄλλα ἀρσενικὰ
παιδιά, τοὺς πάντρεψαν ὕστερα ἀπὸ λίγες ἑβδομάδες, κι ὁ μὲν Δημήτρης πῆρε τὴ
θυγατέρα του Πρωτόπαπα, ὁ δὲ Γιώργης τὴν ἀδελφὴ τοῦ Δημήτρη, ὁ Γιούλας παντρεύτηκε
ἀργότερα στὴν ξενιτιά, ὁ Δημήτρης ἔγινε δάσκαλος κι ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια
χειροτονήθηκε παπᾶς κι ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Οἰκονόμου, ὁ Γιούλας ξενιτεύτηκε στὴν
Ἀλεξάντρεια, ὁ δὲ Γιώργης μὴν γνωρίζοντας καθόλου γράμματα καὶ μὴ μπορῶντας νὰ γένει
παπᾶς, φλεγόμενος ὅμως ἀπὸ τὸν ἱερὸν ζῆλον τοῦ Παραδείσου, παράτησε τὴ γυναῖκα
του καὶ τὰ παιδιά του καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἄφησε τὸ «τροπαιοφόρο» ὄνομά
του καὶ προσέλαβε τὸ ἀγγελικὸ «Γαβριήλ».
Τελευταῖα
– δὲν εἶναι ἑφτά-ὀχτὼ χρόνια – ἀπέθανε ὁ Παπᾶ-Δημήτρης χιλιοτιμημένος, ἀπέθανε
κι ὁ Γαβριήλης, ποὺ ἠγουμένευε στὸ μοναστήρι τοῦ χωριοῦ του, ἑτοιμασμένος νὰ
πάει νὰ βρεῖ τὸν συνασκητὴ τοῦ Παπᾶ-Δημήτρη στόν... Παράδεισο, ἀπέθανε κι ὁ Γιούλας
στὴν ξενιτιά.
Τάχα θ’ ἀνταμωθοῦν
στὸν ἄλλον κόσμο οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες;
Τάχα θ’ ἀξιωθοῦν
νὰ μποῦν στὸν ὡραῖον Παράδεισο, ποὺ τοὺς εἶχε ζωγραφίσει μὲ λόγια ὁ ἅγιος ἐκεῖνος
Πρωτόπαπας;
Ἂς εἶναι
μακαρία ἡ ψυχή τους!
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΕΝΔΟΝ










