Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026
“For it pleased those from Macedonia and Achaia to make a certain contribution for the poor.” (Romans 15:26)
𝚶 Ά𝛄𝛊𝛐ς 𝚷𝛂ΐ𝛔𝛊𝛐ς 𝛔𝛕𝛈𝛎 𝚳𝛆𝛄ά𝛌𝛈 𝚾ώ𝛒𝛂 𝚨𝛄𝛒𝛊𝛎ί𝛐𝛖 𝛋𝛂𝛊 𝛕𝛂 𝚺𝛋𝛌ά𝛃𝛂𝛊𝛎𝛂 𝛕𝛐𝛎 𝚳ά𝛊𝛐 𝛕𝛐𝛖 𝟏𝟗𝟖𝟎 𝛍𝛆 𝛕𝛈𝛎 𝛔𝛖𝛎𝛐𝛅𝛆ί𝛂 𝛕𝛐𝛖 𝛕ό𝛕𝛆 𝚨𝛒𝛘𝛊𝛍𝛂𝛎𝛅𝛒ί𝛕𝛈 𝛍𝛂𝛋𝛂𝛒𝛊𝛔𝛕ό 𝚱𝛐𝛔𝛍ά
ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΈΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΥΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ. ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΑΓΊΟΥ ΙΩΆΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ ΜΕΓΆΡΩΝ.
Γνωρίζετε για τον θαυματουργό σταυρό στο μοναστήρι του Ντερβέντ Ρουμανίας; Το Ντερβέντ και η γύρω περιοχή είναι μια αποστολική γη, επειδή ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας έζησε σε αυτά τα εδάφη.
Ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου: Πάπα-Νικόλας-Σάγος.
Ἀρχιμανδρίτου
Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου: Πάπα-Νικόλας-Σάγος
ΤΟΥ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι. ΜΟΝΗΣ ΣΑΓΜΑΤΑ
Τήν
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2001, ἄφησε τόν παρόντα κόσμο καί μετέστη πρός τήν
«μέλλουσαν πόλιν» ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νικόλαος Σάγος, σέ ἡλικία 95 χρονῶν. Πολλοί
θά ξαφνιαστοῦν στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του, γιατί θά τούς εἶναι τελείως ἄγνωστος.
Ὅμως, ἄν καί ἄγνωστος στόν δημόσιο βίο, γιά ὅσους τόν γνώρισαν ὁ πάπα-Νικόλας ἔτσι
τόν ξέραμε ἦταν ἀπ’ τούς ἀνθρώπους μέ βαθειά πίστη καί πνευματικότητα. Τά
τελευταῖα ἰδίως χρόνια καθημερινά κατέφθαναν στό κελλάκι του καί στόν Ναό, ὅπου
λειτουργοῦσε, δεκάδες πιστοί, γιά νά ἐξομολογηθοῦν, νά ζητήσουν τήν εὐχή του
καί τίς συμβουλές του.
Ὁ
πάπα-Νικόλας γεννήθηκε στούς Καλημεριάνους τῆς Κύμης, στίς 25 Νοεμβρίου τοῦ
1906, ἀνήμερά της ἁγίας Αἰκατερίνας, τήν ὁποία πολύ εὐλαβεῖτο. Γονεῖς τοῦ ἤσαν
οἱ εὐλαβεῖς Ἰωάννης καί Ἀρετή. Ἀπό μικρό παιδί ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία καί ὑπηρετοῦσε
στόν Ναό τοῦ χωριοῦ του. Ὁ πατέρας τοῦ συνήθιζε νά λέη: «Ἅς δῶ τόν Νικόλα μου
παπᾶ καί ἔπειτα ἅς πεθάνω». Νέο παιδί ἀκόμη συνδέθηκε μέ κάποιον ἄγνωστο στούς
πολλούς χαρισματοῦχο Ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος τόν μύησε στήν πνευματική ζωή. Ἀργότερα
συνδέθηκε καί μέ τούς ἄλλους γνωστούς Γέροντες, π. Σίμωνα, π. Πορφύριο, π.
Παΐσιο, μέ τούς ὁποίους εἶχε, ὅπως ἔλεγε, «πνευματική τηλεπικοινωνία».
Νυμφεύθηκε τήν Φιλιῶ Γιαννιοῦ μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἑπτά παιδιά καί τά ὁποῖα
μεγάλωσε μέ πολλές θυσίες καί στερήσεις. Τό 1933 χειροτονήθηκε Διάκονος καί
Πρεσβύτερος ἀπό τόν Μητροπολίτη Καρυστίας καί Σκύρου Παντελεήμονα Φωστίνη. Ὑπηρέτησε
γιά δύο χρόνια στά Ν. Στίρα καί ἔπειτα γιά ἑξήντα πέντε (65) χρόνια στούς
Καλημεριάνους, ὡς Ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Διακόνησε
μέ πολλή ἀγάπη τήν «Μεγαλόχαρη», ὡς τά βαθειά του γεράματα, καί ὡς πνευματικός
της γύρω περιοχῆς καί ὄχι μόνο.
Τό 1973
κοιμήθηκε ἡ πρεσβυτέρα τοῦ Φιλιῶ, τήν ὁποία πολύ ἀγαποῦσε καί μιλοῦσε γι’ αὐτήν
μέ τά καλύτερα λόγια. «Δέν ξέρεις πόσο καλή ἦταν καί πόσο μου συμπαραστάθηκε
στό ἔργο μου. Ἅγια νά ’ναι τά χώματα πού τήν σκεπάζουν», συνήθιζε νά λέη. Ἀπό
τότε ζοῦσε σά μοναχός. Ὁ νῦν Μητροπολίτης Καρυστίας καί Σκύρου κ. Σεραφείμ, ἐκτιμώντας
τήν προσφορά του καί τό ἱερατικό του ἦθος, τόν προχείρισε σέ Ἀρχιμανδρίτη.
Πολλοί του ἀπέδιδαν διάφορα χαρίσματα. Ἄλλοι ὁμολογοῦσαν ὅτι μέ τήν δύναμη τῶν
προσευχῶν τοῦ βοηθήθηκαν σέ δύσκολες καταστάσεις τῆς ζωῆς τους. Γεγονός εἶναι
πώς ὅσοι τόν γνώρισαν αἰσθάνθηκαν βαθειά τήν ἀγάπη του καί τό ἐνδιαφέρον του.
Τό τηλέφωνό του κτυποῦσε μέρα νύκτα καί ὁ ἴδιος ἀκούραστος συμβούλευε καί
παρηγοροῦσε. Κάποια μέρα τόν παρατηρήσαμε ὅτι θά πρέπη νά ξεκουράζεται, νά βάλη
κάποιο ὡράριο, κάποια ὅρια στούς ἀνθρώπους, πού τόν ἀπασχολοῦσαν εὐκαίρως ἀκαίρως
καί μάλιστα σέ ἀκατάλληλες ὧρες καί γιά ἀσήμαντα θέματα. Μᾶς ἄκουγε ἀρκετή ὥρα.
Φάνηκε ὅτι τόν πείσαμε. Μάταια ὅμως. Χαμογέλασε καί μᾶς εἶπε ἀφοπλιστικά: «Δέν
ξέρετε ἐσεῖς. Ὁ κόσμος ἔχει πολύ πόνο, πολλά προβλήματα...». Καί πράγματι τά
προβλήματα τῶν ἄλλων γίνονταν καί δικά του προβλήματα καί θέμα προσευχῆς.
Πολλές φορές μᾶς μιλοῦσε γιά τόν πόνο καί τίς δοκιμασίες τῶν ἀνθρώπων
κλαίγοντας.
Κέντρο τῆς
ζωῆς τοῦ ἦταν ὁ Ναός τῆς Μεγαλόχαρης. Ἡ μεγαλύτερη χαρά τοῦ ἦταν νά βρίσκεται
στόν Ναό. Μέχρι τά βαθειά του γεράματα, χειμώνα καλοκαίρι, σηκωνόταν μέσ’ τήν
νύχτα, ἔπαιρνε τό μπαστουνάκι του καί ἀνέβαινε στήν Ἐκκλησία. Ἄναβε μόνος του
τά καντήλια καί ἄρχιζε τίς προσευχές καί ἀκολουθίες. Στό τέλος ἔβγαζε τό
μπλοκάκι του μέ τά ὀνόματα τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν καί προσευχόταν γι’ αὐτά.
Τό ἀπόγευμα τελοῦσε τόν ἑσπερινό καί δεχόταν γιά ἐξομολόγηση. Ὅλες οἱ ἀκολουθίες
τελοῦντο ἀπό τόν ἴδιο ἀνελιπῶς. Ὅσες φορές βρισκόταν μακρυά, δέν μποροῦσε νά ἡσυχάση,
γιατί τά καντήλια ἦταν σβηστά καί οἱ μορφές τῶν ἁγίων σκοτεινές. Ἔλεγε τότε:
«Στενοχωριέμαι
πού τά καντήλια τῆς Ἐκκλησίας θά εἶναι σβηστά. Ξέρεις, κάθε μέρα πού τά ἀνάβω
φωτίζεται τό πρόσωπο τῆς Μεγαλόχαρης, χαίρεται... Δέν φαντάζεσαι πόσο μου ἀρέσει
νά εἶμαι στήν Ἐκκλησία. Μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ, πῶς τό λένε! Καί ὅσο περνάει ὁ
καιρός, τόσο περισσότερο θέλω νά βρίσκομαι ἐκεῖ μέσα!».
Τό 1997,
παρά τήν ἡλικία του, ταξίδεψε μέ πολλά πνευματικά του παιδιά ὡς τήν Ἰταλία, γιά
νά προσκυνήση τόν Προστάτη τοῦ Ἅγιο Νικόλαο στό Μπάρι καί τούς Ἀποστόλους Πέτρο
καί Παῦλο στή Ρώμη. Στό ταξίδι αὐτό ἔζησε συγκινητικές ἐμπειρίες ἀπό τήν
παρουσία τῶν Ἁγίων, τίς ὁποῖες διηγεῖτο μέ δάκρυα. Τούς τελευταίους μῆνες ἀσθένησε
σοβαρά, ὑπέφερε ἀπό φρικτούς πόνους, τούς ὁποίους ὑπέμεινε μέ καρτερία,
δοξάζοντας τόν Θεό καί ἐπαναλαμβάνοντας τό Χρυσοστομικό: «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν.
Οὐ γάρ παύσομαι ἀεί τοῦτο ἐπιλέγων ἐπί πᾶσιν...» Στίς 25 Νοεμβρίου, γιορτή τῆς Ἁγίας
Αἰκατερίνης, ὅταν ἔκλεισε τά 95 χρόνια του, κάλεσε σέ τραπέζι ὅλα τα παιδιά του
καί τίς οἰκογένειές τους. Σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι τούς εὐλόγησε, εὐχήθηκε σέ ὅλους
καί τούς ἀποχαιρέτησε λέγοντας ὅτι: «τοῦ χρόνου δέν θά εἴμαστε πάλι μαζί».
Τήν
παραμονή τῆς κοίμησής του ζήτησε νά μεταλάβη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τήν
Κυριακή πρωΐ ρώτησε τά παιδιά του τί καιρό κάνει στό χωριό καί χάρηκε, ὅταν τοῦ
εἶπαν πώς εἶναι καλός. Παρέδωσε ἥσυχά το πνεῦμα του τό μεσημέρι τῆς ἴδιας
μέρας. Εἶχε ζητήσει καί τόν ἕντυσαν μέ τήν στολή τῆς χειροτονίας του, τήν ὁποία
φυλοῦσε μέ εὐλάβεια. Ἡ σορός του μεταφέρθηκε στούς Καλημεριάνους καί τήν
παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία, προεξάρχοντος τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καρυστίας καί Σκύρου κ. Σεραφείμ, συμπαραστατουμένου
ἀπό πολλούς Ἱερεῖς καί πλῆθος κόσμου.
Στόν τάφο
τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά τοῦ γράψουν:
«Ἐδῶ
τελείωσε ἕνας βίος
καί ἄρχισε
μιά ζωή.
Ὁ
πιστεύων εἰς ἐμέ κάν ἀποθάνη ζήσεται»
Ἅς ἔχουμε
τήν εὐχή του!
Συνεχείς ερωτήσεις:
Παρακλητικός Κανών εις τον Αγιον Ιωάννην Μαξίμοβιτς . Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου .
῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς
̒Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στὶς 4 ̉Ιουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ ̉Αντάμοβκα τῆς Νότιας Ρωσίας. Τὸ βαπτιστικὸ του ὄνομα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του, Μπόρις καὶ Γλαφύρα, τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν ̉Ορθοδοξία. ̉Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔδειχνε ἀπὸ μικρὸς μία ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. ̉Αν καὶ φιλάσθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστείες τῆς ̉Εκκλησίας. Στὰ 1907 οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα. ̉Εκεῖ γνώρισε τὸν ̉Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ὁ ὁποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχαήλ. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὴ σχολὴ σπούδασε νομικά. Τὸ 1921 ἡ οἰκογένειά του ἐγκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία κι ἐκεὶ γράφηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου. Τὸ 1926 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 1934 ἐκλέχτηκε ̉Επίσκοπος Σαγκάης ὅπου ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγώνα νὰ ὀργανώσει τὴν ̉Ορθόδοξη ̉Εκκλησία. ῞Ιδρυσε ὀρφανοτροφεῖο ὅπου περιμάζεψε περὶ τὰ 3.500 παιδιά. Λειτουργοῦσε, κήρυττε καὶ μετέστρεφε στὴν ̉Ορθοδοξία πλῆθος ἀνθρώπων. ̉Αργότερα μετετέθει στὴν ̉Επισκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος ἐξελέγει μητροπολίτης τοῦ Σὰν Φραντσίσκο τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση. Τὸ 1962 ἡ ἁγιασμένη ψυχὴ του πέταξε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ἐπίγεια ζωὴ του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἔγινε ἡ ἐκταφὴ του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο.
Παρακλητικὸς Κανὼν
εἰς τὸν ῞Αγιον ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς
Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:
Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…
Τὸν ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν ̉Ορθοδόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατάνύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* ̉Ιωάννη Θεόφρων,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, Θαυμαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* καὶ φύλακα ἔχομεν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόεδρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.
῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]
ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...
Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σε ̉Αρχιθύτα καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παράσχου, ̉Ιωάννη,* ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ καὶ τάλανι.
Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐστόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορηγῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.
Νεότητα δέομαι ταπεινῶς* προστάτευσον, μάκαρ* ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἐξ ἐθισμῶν ποικίλων τε καὶ νόσων* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου ταύτην διάσωσον.
Τὰ γόνατα κλίνω ἱκετικῶς* καὶ χείρας μου αἴρω, Θεοτόκε, δεητικῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.
ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...
Τὴν νεότητα, πάτερ,* σὺ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα προθύμως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου* καὶ Αὐτοῦ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν ἀξίωσον.
Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* θαυματουργὲ ῞Αγιε,* καὶ τὴν Θεοτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πάντες ταχὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κολάσεως,* ὦ θαυματόβρυτε.
Παραδείσου πολίτης,* θαυματουργέ, γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμιλος* διὸ σε, θαυμαστέ,* καθικετεύομεν πάντες* ἡμᾶς τοὺς προσπίπτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων.
̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοήθειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
̉Ε πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Εἶτα Δέησις καὶ τὸ
Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...
Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐλέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶμεν σοί,* ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς* ταῖς πρὸς σε πίστει καταφεύγοντας.
ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε…
Τοὺς ποιμένας προστάτευσον,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ ὑγείαν αὐτοῖς δώρησον* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Κύριον.
Τὰ λοιμώδη νοσήματα* καὶ τοὺς ὄγκους θεραπεύει ὁ ῞Υψιστος* ταῖς πρεσβείαις σου, ̉Ιωάννη,* τῶν πιστῶν ἰατρὸς ὁ ἀνάργυρος.
̉Ορθοδόξους προστάτευσον* καὶ ἐκ χειρῶν λαοπλάνου διάσωσον,* ̉Ιωάννη Θεοδόξαστε,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Θεοτόκε Πανάχραντε,* ὃν ἐκυοφόρησας καταπράϋνον* καὶ εὐμένισον σοῦ δεόμεθα,* ἵνα φύγωμεν τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.
ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…
Παῦσον τὰς ὁρμὰς* τῶν παθῶν μου, Θεοδόξαστε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι, Πανάριστε.
Δέομαι θερμῶς,* ̉Ιωάννη ἱερώτατε,* σὺ τὴν μανίαν τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.
Τέκνα, θαυμαστέ,* τοῖς ποθοῦσι δίδου τάχυον* καὶ ἀξίωσον, ̉Ιωάννη σεμνέ,* αὐξηθῆναι* τοῖς Χριστοῦ θείοις διδάγμασι.
Θεοτοκίον.
Δέσποινα, θερμῶς* ἱκετεύω σὲ ὁ ἄθλιος* ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἶκοις πάντων ἡμῶν* παράσχου, Θεόνυμφε.
ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…
Προστάτην σε τῶν πιστῶν ἐπίσταμαι* καὶ φρουρόν, ̉Αρχιθύτα ̉Ιωάννη,* τοὺς πειρασμοὺς διαλύεις ταχέως* σὺ καὶ τὰ ἄλγη διώκεις, πανάριστε,* σοῦ δέομαι ἐκ τοῦ πυρὸς* τοῦ ἀσβέστου λιταῖς σου διάσωσον.
Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοιαν παράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέτης* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυματουργέ,* διαβεῖναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.
Προστάτην τῶν ὀρφανῶν καλοῦμεν σε* καὶ χηρῶν ἀπροσμάχητον τεῖχος* τῶν δὲ ποθούντων ὑγείαν καὶ ῥώμην* ἰατρὸν ἀλάνθαστον καὶ ἀνάργυρον,* ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ̉ Ορθοδόξων φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Θεοτοκίον.
̉Ορθὀδοξοι σὲ προστάτιν ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀκοίμητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ στίφη διώκεις* σὺ καὶ ἰώσεις ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πιστῶν οἱ χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σὲ, ῎Αχραντε.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉ Ιωάννη,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ
Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πιστῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦσαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάννη, ἰσχυρὸν* τῶν ̉Ορθοδόξων καταφύγιον.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δʹ.
῾Ο Χορός: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ. (δίς)
Στίχ.: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)
῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.
῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
̉῾Ο ῾Ιερεύς: Εκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ιʹ 9–16).
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Εἶπεν ὁ Κύριος˙ ἐγὼ εἰμι ἡ θύρα˙ δι᾽ ἐμοῦ ἐὰν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἀρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.῾Ο δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ̉Εγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν˙ καθὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέρα˙ καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης˙ κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…
Ταῖς τοῦ Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι…
Μή ἐγκαταλείπης με* τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλίψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέκτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πάντοθεν πολεμούμενος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, ̉Ιωάννη* Μαξίμοβιτς, προστάτα καὶ φρουρὲ* τῶν δεομένων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρωσον.
῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον. (δωδεκάκις)
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …
῾Ο Χορός: ̉Αμήν.
Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.
ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...
Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων* θερμῶς πάντες δεόμεθα, Θεοδόξαστε,* ἱκέτευε εἰρήνην* παράσχει καὶ ὑγείαν* τοῖς ἐν πίστει κραυγάζουσι˙* ῾Ο τῶν Πατέρων ἡμῶν* Θεὸς, εὐλογητός εἷ.
Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καὶ Σωτήρα ἀνθρώπων σὺ καθικέτευε,* παμμάκαρ ̉Ιωάννη,* μετάνοιαν παράσχει* τούς ἐν πόθῳ κραυγάζοντας˙* ὦ ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ* σέ ῎Αγγελοι ὑμνοῦσιν.
῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτήρας καὶ Κτίστης λιταῖς σου, ἔνδοξε,* Θεόφρων ̉Ιωάννη,* τοὺς πίστει προσκυνοῦντας* τὴν εἰκόνα σου ᾄδοντας˙* Σὺ τῶν πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν ̉Αγγέλων.
Θεοτοκίον.
Θεοτόκε Παρθένε* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχημα καὶ προπύργιον* μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις* εἰς χείρας τῶν δαιμόνων,* ἵνα πόθω κραυγάζω σοι˙* Χαῖρε, ὦ Μῆτερ Θεοῦ,* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.
ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...
Τὸν Βασιλέα* σὺ καθικέτευε πάντες* σοῦ δεόμεθα, μάκαρ ̉Ιωάννη,* ὅπως καταπαύσῃ* τὴν τοῦ πυρὸς μανίαν.
Τὴν ἀνεργία* ταῖς σαῖς λιταῖς, ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέχει* ταχέως ἐργασίαν.
Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν καὶ τῆς πλάνης* διαφύλαττε πάντες αἰτοῦμεν* καὶ ὁδήγησέ την* εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κτίστου.
Θεοτοκίον.
Σέ, Θεοτόκε,* καθικετεύομεν πάντες* ̉Ορθοδόξους φύλαττε λιταῖς σου* ἐξ ἰῶν ποικίλων* καὶ πάσης ἄλλης νόσου.
ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.
Λιταῖς σου ἐξαιτοῦμεν* πάντες, ̉Αρχιθύτα,* ὦ ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς ἔνδοξε,* ὅπως ῥυσθῶμεν ἱκέται* ἐκ πάσης θλίψεως.
̉Εργάτας τοῦ Κυρίου* μὴ ἐγκαταλείπεις* ἀλλὰ παράσχου ὑγείαν καὶ σύνεσιν,* ἵνα Χριστόν, ̉Αρχιθύτα,* πάντες δοξάζωμεν.
Τὸ πῦρ τὸ κατακαίον* δάση καὶ οἰκίας,* σὺ ̉Αρχιθύτα, λιταῖς σου κατάσβεσον* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* τάχος εὐμένισον.
Θεοτοκίον.
Πανάχραντε Παρθένε,* φύλαττε ἐκ πλάνης καὶ ἐκ παντοίων κινδύνων ἱκέτας Σου* καὶ τὸν Υἱὸν Σου δυσώπει,* θερμῶς δεόμεθα.
῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.
Τοὺς πόθῳ προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκαταλείπεις εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ σὺ παράσχου* ἀκλόνητον ὑγείαν,* ἀγάπην, ̉Ιωάννη,* ὡς καὶ μετάνοιαν.
῾Ρωσίας ἐδείχθης ἄστρον λαμπρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός,* τῶν δὲ ἀσθενοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων,* ̉Ιωάννη μάκαρ,* καὶ κατάφύγιον.
Μὴ ἐγκαταλείπεις πάντας ἡμᾶς* ̉Ιωάννη δόξα ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ἀλλὰ σὺ λιταῖς σου* παράσχου σοῦ ἱκέτας* χριστιανὰ τὰ τέλη καὶ ἀνεπαίσχυντα.
Χαίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρὸς* καὶ τῶν ̉Ορθοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καὶ ἐν στενοχωρίᾳ* ἀκοίμητος προστάτης καὶ καταφύγιον.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πάντες,* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν...
Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου.
Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόεδρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.
Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:
῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...
Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δεήσεις,* ὦ ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε ̉Ιωάννη, σπεῦσον,* καὶ ῥῦσαι ἱκέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλίψεως.
῏Ηχος πλ. δʹ.
Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
῏Ηχος βʹ.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.
Δ ι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* Κύριε ̉Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
̉ Αμήν.
[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευταῖα: Δόξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…
Νέα έκδοση.
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026
Παρακλητικός Κανών εις τήν Υπεραγίαν Θεοτόκον την Μεσίτριαν Ποίημα του κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.
(2 ̉ Ιουλίου)
Παναγία ἡ Μεσίτρια
Στίς 2 Ιουλίου ἡ ἁγία μας
Εκκλησία ἐορτάζει τήν Κατάθεση τῆς Τιμίας ̉Εσθῆτος (τοῦ Μαφορίου) τῆς ̒Υπεραγίας
Θεοτόκου, τήν ἡμέρα αὐτή ἐορτάζει καί πανηγυρίζει καί νεοιδρυθείσα ῾Ι. Μ.
Παναγία ἡ Μεσίτρια – ῞Αγιος Νικόλαος, Αὔρας Τρικάλων, Γυναικεῖο Μετόχι τῆς ῾Ι.
Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων.
|
Σ |
Στή συνείδηση τῶν ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν ἡ Παναγία ἔχει καθιερωθεῖ
ὡς μεσίτρια πού ἑνώνει τή γῆ μέ τόν οὐρανό, τόν αἰσθητό κόσμο μέ τή νοητή ὠραιότητα.
Στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας
καθημερινά πολυάριθμοι πιστοί γονυκλινεῖς καταθέτουν τά αἰτήματά τους ψάλλοντας
τά: «Καί Σέ μεσίτρια ἔχω πρός τόν φιλάνθρωπο Θεὀ...» ἤ «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς
σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ...» καί μέ πίστι περιμένουν τήν ἐκπλήρωσή τους.
̒Η Παναγία ἡ Μεσίτρια, πάντα δίνει στόν
καθένα πού καταφεύγει στή Χάρι Της καί ζητάει τή βοήθειά της, αὐτό πού εἶναι
γιά τό ψυχικό του συμφέρον.
Τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας, ὑπάρχει
στό καθολικό τῆς ῾Ι. Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων καί εἶναι ἔργο
τοῦ διάσημου Θηβαίου ἁγιογράφου Φράγκου Κατελάνου.
Παρακλητικὸς Κανὼν
εἰς τὴν ῾Υπεραγίαν
Θεοτόκον τὴν Μεσίτριαν
Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ.
Μηλίτση, διδασκάλου.
Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκεται
ὁ Ψαλμὸς ρμβ´ (142ος), Κύριε εἰ- σάκουσον…, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:
Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…
̉Εν τῇ Μονῇ τοῦ Βαρλαάμ πάντες προσέλθωμεν* καὶ
τῇ εἰκόνι τῆς Μεσιτρίας, προσπέσωμεν* ἐν μετανοίᾳ κράζοντες ἐκ μέσης
ψυχῆς,* Πάναγνε, θεράπευσον* τοὺς νοσοῦντας ἱκέτας,* σπεῦσον
καὶ βοήθησον* τοὺς θερμῶς ἐκζητοῦντας* τὴν προστασίαν Σου, Μῆτερ Θεοῦ,*
Σὺ γὰρ ὑπάρχεις πιστῶν καταφύγιον.
Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν
γονυκλινῶς ἅπαντες* καί ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.*
Κόρη ἔνδοξε,* τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας
σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν,
Δέσποινα, ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.
῾Ο Νʹ (50ος)
Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].
ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...
Τὰ πάθη ἐκύκλωσαν τὴν ψυχὴν* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου καὶ ἀχρείου, Μῆτερ Θεοῦ,* διὸ
σοι προστρέχω ὡς ἱκέτης* καὶ ταπεινῶς ἐξαιτῶ σὴν
βοήθεια.
̉ Εκ νόσων ποικίλων καὶ συμφορῶν* προφύλαττε τάχως τοὺς ἱκέτας Σου, Μαριάμ,*
δεόμεθα πίστει οἱ ἀχρείοι* γονυκλινῶς, Θεοτόκε Μεσίτρια.
Προστρέχομεν πάντες ἐν Βαρλαάμ,* Μεσίτρια, μῆτερ τοῦ Δεσπότου καὶ Λυτωτοῦ*
καὶ παρὰ σοῦ
πίστει ἐκζητοῦμεν* τὴν τοῦ Υἱοῦ Σου εἰρήνην Πανάχραντε.
῾Ημέραν καὶ νύκτα,
ὦ Θαυμαστή,* Δεσπότου ἡ Μήτηρ,* ἱκετεύω σὲ ταπεινῶς*
δυσώπει Υἱὸν Σου, Θεοτόκε,* ἵνα ῥυσθῶμεν ἐκ νόσων
καὶ θλίψεων.
Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,*
ἀγρούς, δάση καὶ τὰς οἰκίας* σὺ διαφύλαττε,* ἵνα ὑμνοῦμεν σε,*
Θεοχαρίτωτε Κόρη,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον.
̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,*
σὺ διαφύλαττε* πάντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ*
πρὸ τῆς εἰκόνος Σου* καὶ ἐξαιτοῦντας, ῾Αγνή,*
τὴν σὴν βοήθειαν πίστει,* ἣν παράσχου,
Δέσποινα,* πάντων Μεσίτρια.
Ταῖς λιταῖς σου, Παρθένε,* ὁ Ποιητὴς τάχυον* εἰρηνεύει
πάντα τὰ ἔθνη,* Κόρη Μεσίτρια* καὶ τὴν ἀγάπην ἀεὶ* καὶ τὴν ὁμόνοιαν πᾶσι* τοῖς ἀνθρώποις
δίδωσι,* ὁ Πολυέσπλαχνος.
῎Ω Πανάχραντε κόρη,* Χριστιανῶν καύχημα* καὶ τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος,* σὺ μὲ
προστάτευσον* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ* καὶ ἐκ δολίων ἀνθρώπων* καὶ παθῶν,
Μεσίτρια,* ψυχῆς ἁπάλλαξον.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,*
ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγομεν*
ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.
̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε
Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴασαι
τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως
καὶ εἶτα τὸ: Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...
Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐδείχθης,
σεμνή,* καὶ κόσμου καταφύγιον,* ἐκτενῶς βοῶμεν σοί,* Θεοτόκε Μεσίτρια, πρόφθασον*
καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* Μονῆς Βαρλαάμ κλέος καὶ καύχημα.
ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα Κύριε...
Σὲ ἐλπίδα καὶ ἄγκυρα*
ὡς καὶ ἰατρὸν ἀνάργυρον ἔχομεν,* διὸ πίστει καταφεύγομεν*
τῇ εἰκόνι σου, πάντων Μεσίτρια.
Τὴν Μονὴν Σου ἀνάδειξον*
τῆς ̉Ορθοδοξίας τεῖχος ἀπόρθητον* καὶ
τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσκουμένους* μετὰ Σου οἰκίσαι καταξίωσον.
̉Ορθοδόξους
προστάτευσον* ἐκ ποικίλων νόσων καὶ περιστάσεων* καὶ βοήθει, Θεοδόξαστε, * εἰσὶ
τὰ τέλη ἡμῶν ἀνώδυνα.
Τοὺς οἰκέτας Σου
φύλαττε,* ἐκ τῆς πλάνης Θεοτόκε Μεσίτρια,* καὶ ταπείνωσιν παράσχου σύ* ἡμῖν τοὺς
ἐν τῇ Μονῇ Σου προστρέχοντας.
ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς...
Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω
Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἴκοις πάντων ἡμῶν* παράσχου,
Μεσίτρια.
Σκέπασον ἡμᾶς* τοὺς ἱκέτας σου, Μεσίτρια,*
καὶ διαφύλαττε ἀεί, Μαριάμ,* ἐκ
πάσης βλάβης* καὶ
στενώσεως δεόμεθα.
῎Αχραντε, θερμῶς* Σε ἱκετεύομεν ἅπαντες* ἐκ τῶν
παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ* τοὺς ἱκέτας
Σου* ἀπαύστως, Σεμνή, προστάτευσον.
Δώρησον θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* πνεῦμα συνέσεως καὶ φόβον Θεοῦ,* ἵνα ὑμνῶ
σὲ ἀπαύστως, Μεσίτρια Δέσποινα.
ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…
Μεσίτρια, Χριστιανῶν ἡ προστάτις* σοὶ προσέρχομαι ἐν πόθω καὶ πίστει* καὶ ἐκζητῶ
σὴν βοήθειαν, Μῆτερ,* ἵνα ρυσθῶ ἐκ τῶν θλίψεων τάχυον,* ἐκ νόσων τε καὶ
πειρασμῶν* καὶ ποικίλων παγίδων τοῦ ὄφεως.
Τὰ τέκνα τῶν ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ
Βελίαρ, Παρθένε,* καὶ σαῖς πρεσβείαις, Μεσίτρια μῆτερ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγησον*
δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.
Μεσίτρια,
̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ
πίστει ἡμῶν ἀλλοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ
Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδειξον.
῾Ηλίου τοῦ νοητοῦ, Μεσίτρια,* ἀνεδείχθης Σύ τροφὸς καὶ
μητέρα,* ῝Ον καθικέτευε, κόρη, ἀπαύστως* καὶ
ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐξευμένισον* δεόμεθά Σου γονυκλινῶς,* ἵνα λάβωμεν χάριν
καὶ ἔλεος.
Διάσωσον* ἀπὸ
κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε
καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.
῎Αχραντε,* ἡ
διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα
μητρικὴν παῤῥησίαν.
Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β´. Προστασία...
Σὺ προστάτις τῶν χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσῖτις πρὸς Θεὸν, Παρθένε,
ταχύτατος,* μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν ἱκέτιδας φωνᾶς,* ἀλλὰ πρόφθασον, ὦ Μαριάμ,*
εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν θερμῶς δεομένων σοι.* Λῦσον σὺ τὰς στειρώσεις* καὶ
τέκνα πιστοῖς παράσχου,* Μονῆς Βαρλαὰμ ἡ φρουρὸς* καὶ πιστῶν δόξα καὶ
καύχημα.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δ’.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός
σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ. (δίς)
Στίχος: ῎Ακουσον, θύγατερ,
καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου,...
Τοῦ ὀνόματός σου
μνησθήσομαι ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.
῾Ο
῾Ιερεύς:
Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι...
῾Ο
Χορός:
Κύριε ἐλέησον (τρίς)
῾Ο
῾Ιερεύς: Ἐκ
τοῦ κατὰ Λουκᾶν ἁγίου...
῾Ο
Χορός:
Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.
̉Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριὰμ
ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν
οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τήν Ἐλισάβετ˙ καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ
τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς, καὶ ἐπλήσθη
Πνεύματος ῾Αγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν˙ Εὐλογημένη
σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ πόθεν μοι τοῦτο,
ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με; ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ
σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου, καὶ
μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου.
Καὶ εἶπε Μαριάμ˙ Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου
ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐ-τοῦ˙
ἰδοὺ γάρ, ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί, ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα
ὁ δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας
τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν
οἶκον αὐτῆς.
῾Ο
Χορός:
Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…
Ἦχος β´.
Τ αῖς τῆς Μεσιτρίας,
πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…
Τ αῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψων τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: ̉Ελέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος
τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τὸ ἀνόμημά
μου.
Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι…
Μὴ ἐγκαταλείπης μέ,* Μονῆς Βαρλαὰμ ἡ προστάτις* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ
δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι ἀρχεκάκου
τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέκτημαι,* οὐδὲ ποὺ προσφύγω, Μεσίτρια,* πάντοθεν
πολεμούμενος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, Θεοτόκε,* ἀνάργυρε ἁπάντων
ἰατρέ* τῶν δεομένων σοί, εὔσημε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρωσον.
Ὁ Ἱερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου …
Ὁ Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις).
Ὁ Ἱερεύς: Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς…
Καὶ αἱ
λοιπαὶ ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος
ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας…
Θελιτὴν
τοῦ ἐλέους* ὃν ἐγέννησας, Μῆτερ ἁγνή, ἱκέτευε,* ὅπως ἡμῖν παράσχῃ* ἀκλόνητον
ὑγείαν˙* ἵνα πίστει βοῶμεν σοι˙* Χαῖρε, Μονῆς
Βαρλαάμ,* ἡ δόξα, Θεοτόκε.
̉Ατεκνία συζύγων* θεραπεύεις
ταχέως, Κόρη Μεσίτρια,* διὸ καὶ οἱ ποθοῦντες* υἱοὺς καὶ θυγατέρας* γονυκλινῶς
Σοῦ δέονται* τέκνα παράσχου
ἡμῖν,* Πανάχραντε Μαρία.
̉Εκ παντίων κινδύνων* σὺ
προστάτευσον τάχος, ̉Αειμακάριστε* καὶ
πᾶσι τοῖς αἰτοῦσι* μετάνοιαν παράσχου,* ἵνα πίστει κραυγάζωμεν˙* Χαῖρε
Παρθένε ῾Αγνή,* βροτῶν χαρὰ καὶ κλέος.
̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου*
ἀνεδείχθης προστάτις καὶ φύλαξ, ῎Αχραντε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις*
ὑγείαν καὶ σοφίαν,* ἵνα πᾶσι κηρύττουσι* τὰ μεγαλεία
Χριστοῦ,* Μεσίτρια Παρθένε.
ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...
Τὴν νεολαία* σὲ ἱκετεύομεν
πάντες* μὴ παρίδῃς, Μεσίτρια κόρη,* ἀλλὰ σὺ παράσχου* μετάνοιαν καὶ πίστιν.
Τὴν ἀκηδίαν* ἐκ τῶν
πιστῶν ἀπελαύνει* ὁ Υἱὸς Σου, Μεσίτρια μῆτερ,* διὸ ἐξαιτοῦμεν πρεσβεῖες Σου ἀπαύστως.
Τοὺς ἀσθενοῦντας*
καὶ ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* ὄντας τάχος παράσχου ὑγείαν,* ἵνα σε ὑμνοῦμεν,
Μεσίτρια Παρθένε.
Σέ, Θεομήτωρ,* τῶν ̉Ορθοδόξων χορείαι* σὺν
τοῖς ̉Αγγέλοις πόθῳ ὑμνοῦσι* καὶ
δοξολογοῦσι,* Μεσίτρια, ἀπαύστως.
ᾨδὴ
θʹ. Κυρίως
Θεοτόκον...
Μεσίτρια Παρθένε*
Μοναχῶν τὸ κλέος* σὺ καταφεύγω ὁ τάλας
καὶ ἄθλιος* καὶ ἐκζητῶ προστασίαν* ἣν σὺ παράσχου μοι.
̉Απάνεμος λιμένας γέγονας, Παρθένε,* τῶν ἐκζητοῦντων
ἐν πίστει τῇ σκέπῃ Σου* καὶ ̉Ορθοδόξων ἐδείχθης*
τὸ καταφύγιον.
Εἰρήνην σὺ
παράσχου* οἴκοις ἱκετῶν σου* σοῦ δεόμεθα πάντες, Μεσίτρια,* καὶ ἐξαιτοῦμεν ἀπαύστως
τὴν μεσιτείαν Σου.
̉Αξίωσον ἱκέτην,* Δέσποινα τοῦ κόσμου,*
ἀκατακρίτως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα
γεραὶρω σε.
Καὶ εὐθὺς τά Μεγαλυνάρια
῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον
καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ,*
καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως* Θεὸν Λόγον
τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως, Θεοτόκον,* σὲ μεγαλύνομεν.
῎Εφορος, προστάτις
καὶ βοηθὸς* καὶ Βαρλαὰμ τὸ κλέος* ἀνεδείχθης σύ, Μαριάμ,*
διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* προσέρχονται ἐκεῖσε* καὶ πόθῳ ἀνυμνοῦσι*
Σὲ τὴν Μεσίτρια.
Πάντων τῶν νοσοῦντων ἡ ἰατρὸς* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις ἡ προστάτις καὶ βοηθός˙*
χηρῶν τε καὶ πενήτων* ἀνύστακτος
τροφέας* καὶ Βαρλαάμ ἡ δόξα,* σὺ
εἶ, Μεσίτρια.
̉Εκτενῶς ἱκέτευε τὸν
Θεὸν* ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος* εἰρηναίαν αὐτὴν τηρεῖν* καὶ λυτροῦσθαι πάντων* δεινῶν
τε καὶ κινδύνων,* τοῦ Βαρλαὰμ τὸ κλέος,* Μαρία ἔνδοξε.
̉Ατεκνίαν λύεις, Μῆτερ,
ταχύ,* Μεσίτρια κόρη,* διὸ πάντες γονυκλινῶς,* πρὸ τῆς σοῦ εἰκόνος*
προσέρχονται αἰτοῦντες,* ὅπως αὐτοῖς παράσχῃς* τέκνα, σὺ Θεοδόξαστε.
Δέσποινα καὶ Μῆτερ
τοῦ ̉Ιησοῦ* πάντων παρακλήσεις* σὺ προσάγαγε σῷ Υἱῷ*
καὶ ἐκ τῶν κινδύνων* διάσωσον σὴν μάνδραν* τὴν ἐν Μετεώροις *
οὖσα, Μεσίτρια.
Μονήν Σου, Μεσίτρια Μαριάμ,* φύλαττε ἀπαύστως*
ἐκ παντίων ἐπιβουλῶν* καὶ ταῖς ἀσκουμέναις ἐν ταύτῃ Θεοτόκε,* ἀγάπην καὶ εἰρήνην
παράσχου Δέσποινα.
Μάνδραν τὴν τιμῶσα
σε, Μαριάμ,* σὺν τῷ Νεκταρίῳ* καὶ Θεοφάνῃ τῷ θαυμαστῷ* φυλάττετε πάντες*
δεόμεθα ἀπαύστως* ἐκ τῆς διχογνωμίας* καὶ πλάνης πάντιμοι.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων
αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου,*
̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πάντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε
πρεσβείαν* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
Εἶτα
τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν..., ῞Οτι σοῦ… καὶ τὸ ̉̉̉Απολυτίκιον.
Ἦχος γ’. Θείας
πίστεως.
Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ
κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν γονυκλινῶς ἅπαντες* καί
ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.* Κόρη ἔνδοξε,*
τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.
Δέησις, ̉Απόλυσις καὶ ἐνῶ οἱ πιστοὶ ἀσπάζονται
τὰς εἰκόνας ὁ Χορὸς ψάλλει τὰ κάτωθι:
Δέχου ἱκεσίας τῶν
πιστῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων
δεήσεις,* ὦ Θεοτόκε ἁγνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν
Θεὸν ἀρωγόν,* οἱ παθῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,*
σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ
τοῦ ῾Υψίστου* ῥῦσαι τοὺς σοι
προστρέχοντας πίστει* ἐκ πάσης περιστάσεως, Μεσίτρια.
Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι,* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου,* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς,* ἀπὸ
πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Ἦχος β΄.
Τὴν πάσαν ἐλπίδα μου,* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ
τὴν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί ̉̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον
καὶ σῶσον ἡμᾶς.
̉ Αμήν.
[1].Εἰς τούς δύο
πρώτους ὕμνους ἑκάστης ᾠδῆς λέγο-μεν: ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, εἰς
δὲ τούς δύο τελευταίους: Δόξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…
