Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Το Ισλάμ «κατάσχει» τον δημόσιο χώρο στην Ευρώπη: Εικόνες σοκ από στάδιο στο Παρίσι. Σημεία τών καιρών.
Σημεία τών καιρών.«Στα πάρκα της Γλασκώβης… σχεδόν δεν έχουν απομείνει Σκωτσέζοι!»
ΣΗΜΕΊΑ ΤΏΝ ΚΑΙΡΏΝ.Το Παρίσι φλέγεται: Σκηνές απόλυτου χάους μπροστά στον Πύργο του Άιφελ 🇨🇵🔥
ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚΙΟΣ ΔΑΛΜΑΤΩΝ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ .ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού.
ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚΙΟΣ ΔΑΛΜΑΤΩΝ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Μια πολύ δύσκολη εποχή για την Εκκλησία μας
υπήρξε ο 4ος αιώνας, κατά τον οποίο δεινοπάθησε από την φοβερή
αίρεση του αρειανισμού. Το δυστύχημα ήταν ότι υποστηρικτές της αιρέσεως καταστάθηκαν
και κάποιοι βυζαντινοί αυτοκράτορες,
καταδιώκοντας τους Ορθοδόξους. Την περίοδο αυτή αναδείχτηκαν μεγάλοι Πατέρες
και ομολογητές, οι οποίοι αντέκρουσαν την κακοδοξία και αγωνίστηκαν για την
σώζουσα ορθόδοξη πίστη. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ισαάκιος ο Ομολογητής και ηγούμενος της Μονής Δαλμάτων.
Δε γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του αγίου
Ισαακίου. Καταγόταν από τα μέρη της Συρίας και γεννήθηκε στα τέλη 3ου
ή στις αρχές του 4ου αιώνα. Ήταν ενάρετος άνθρωπος και ασπάσθηκε τον
μοναχικό βίο από τα νεανικά του χρόνια. Μάλιστα αξιώθηκε να γίνει ηγούμενος της
περίφημης Μονής Δαλμάτων και ζούσε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και μελέτη
των Αγίων Γραφών και των συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Διακρίνονταν για την βαθειά του προσήλωση στην ορθόδοξη πίστη, η οποία είναι
συνώνυμη με τη σωτηρία, σε αντίθεση με την πλάνη και την αίρεση, η οποία οδηγεί
στην απώλεια.
Στα χρόνια που βασίλευε στην Ανατολή ο
αυτοκράτορας Ουάλης (364-378),
αναγκάστηκε να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόμαστε στην εποχή που η
αίρεση του Αρείου, η οποία αρνούνταν τη Θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
και φυσικά το δόγμα της Αγίας Τριάδος, παρά την καταδίκη της από την Α΄
Οικουμενική Σύνοδο (325), βρισκόταν σε έξαρση. Όπως είναι γνωστό ο Ουάλης
υπήρξε φανατικός οπαδός και υποστηρικτής του αρειανισμού και καταδίωκε με μίσος
τους Ορθοδόξους. Είχε φτάσει δε στο σημείο να κλείσει το μεγαλύτερο μέρος των
ορθοδόξων ναών, ώστε να μη μπορούν να ασκήσουν τις λατρευτικές τους ανάγκες.
Αξίζει να τονίσουμε το γεγονός ότι οι
αιρετικοί αρειανοί διακατέχονταν από έναν τυφλό φανατισμό, ο οποίος τους
οδηγούσε σε ακραίες πρακτικές. Δε δίσταζαν να αρπάζουν τους ναούς των
ορθοδόξων, να συμπεριφέρονται βάναυσα κατά των κληρικών, να τους βασανίζουν, να
τους εξορίζουν, ακόμα και να τους θανατώνουν. Θυμίζουμε, πως το 380, οι
αρειανοί της Κωνσταντινουπόλεως είχαν επιτεθεί κατά του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, με σκοπό να τον
φονεύσουν, ο οποίος σώθηκε εκ θαύματος από βέβαιο θάνατο.
Εκείνες τις μέρες ο Ουάλης
προετοιμάζονταν να εκστρατεύσει κατά των βαρβάρων φοιδεράτων Γότθων, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί
στη Θράκη και τη Μοισία και προξενούσαν σε όλη τη
Βαλκανική μεγάλες καταστροφές στους πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Είχαν
στασιάσει και μάλιστα απειλούσαν να καταλάβουν και αυτή την Κωνσταντινούπολη. Ο
Ουάλης, μπροστά σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, ακύρωσε προγραμματισμένη
εκστρατεία στην Αρμενία και στράφηκε
στην Αδριανούπολη, το κέντρο της
εξέγερσης, να καταστείλει την στάση των Γότθων.
Ο
Ισαάκιος, ενοχλημένος από την εκκλησιαστική πολιτική του Ουάλη, πριν φύγει για
την εκστρατεία, ζήτησε επίμονα να τον συναντήσει και να του ζητήσει να πάψει να
διώξει τους ορθοδόξους και να ανοίξει του ναούς τους. Αλλά ο φανατικός
αιρετικός αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος. Γι’ αυτό ο Ισαάκιος τον
προειδοποίησε, πως αν δεν ανοίξει τους ναούς, θα πάει στον πόλεμο και θα πέσει
στα χέρια των εχθρών και θα χαθεί.
Τα λόγια και το θάρρος του Ισαακίου
εξόργισαν τον οργίλο αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε διαταγή να τον μαστιγώσουν
ανηλεώς και να τον ρίξουν σε ένα απόκρημνο βάραθρο, στ’ αγκάθια. Ο Ισαάκιος
υπόμεινε με καρτερία το μαρτύριο. Αλλά μόλις συνήρθε, γεμάτος πληγές και
αίματα, έτρεξε και πάλι κοντά στον
αυτοκράτορα, έπιασε το
χαλινό του αλόγου του και του επεσήμανε την επερχόμενη καταστροφή του. Τότε ο
Ουάλης τον παρέδωσε στους υποτακτικούς του Σατορνίνο
και Βίκτωρα να τον φυλακίσουν, μέχρι
που θα γυρνούσε, όπως πίστευε, νικητής. Να διαψεύσει τις προρρήσεις του και να
τον εξευτελίσει. Ο Ισαάκιος του είπε «αν εσύ
γυρίσεις ειρηνικά τότε πάει να πει πως δε μίλησε σε μένα ο Θεός. Αλλά σου λέω
και πάλι, πως θα ξεφύγεις από τους εχθρούς, θα εγκαταλειφτείς και φωτιά θα
καταστρέψει τη ζωής σου».
Ο Ουάλης δεν έδωσε πλέον σημασία στα
λόγια του Ισαακίου, πήγε στην εκστρατεία, η οποία όμως, δυστυχώς, κατέληξε σε
καταστροφή. Στη φοβερή μάχη της Αδριανούπολης
(9-8-378) νικήθηκε οικτρά ο βυζαντινός στρατός, τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας
πίσω του χιλιάδες νεκρούς. Μεταξύ των άτακτων φυγάδων στρατιωτών ήταν και ο
Ουάλης, με τον υπασπιστή του Πραιπόσιτο,
ο οποίος ήταν και αυτός φανατικός αρειανός και συκοφαντούσε στον αυτοκράτορα
τους ορθοδόξους. Για να γλυτώσουν, κατέφυγαν σε έναν αχυρώνα. Αλλά οι Γότθοι
τους αντιλήφτηκαν και έβαλαν φωτιά και τους κατέκαψαν. Σύμφωνα με τους
ιστορικούς, αυτή ήταν η χειρότερη ήττα των ρωμαϊκών στρατευμάτων από την εποχή
της φονικής μάχης του Τευτοβούργιου
Δρυμού. Σε αυτή έπεσαν οι πλέον έμπειροι αξιωματικοί και οπλίτες, τους
οποίους στερήθηκε η ρωμαϊκή στρατιωτική μηχανή. Το χειρότερο, απ’ όλα, είναι
ότι ο διάδοχος του Ουάλη Θεοδόσιος Α΄
(378-395) αναγκάστηκε να κάνει ταπεινωτικές παραχωρήσεις στους Γότθους.
Όταν έγινε γνωστός ο τραγικός θάνατος
του Ουάλη, βγήκαν αληθινές οι προρρήσεις του αγίου Ισαακίου. Ο νέος
αυτοκράτορας Θεοδόσιος άλλαξε εκκλησιαστική πολιτική και υποστήριξε τους
Ορθοδόξους και απελευθέρωσε τους φυλακισμένους για την πίστη τους κληρικούς,
μοναχούς και λαϊκούς. Μαζί τους απελευθερώθηκε και ο Ισαάκιος, ο οποίος
αναχώρησε για τη Μονή του, όπου έζησε τον υπόλοιπο βίο του με ησυχία και
γαλήνη.
Το 381 έλαβε μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, συμβάλλοντας τα μέγιστα για την επιτυχία της. Κοιμήθηκε το 396, σε βαθύ γήρας, αφού πριν είχε προαισθανθεί το τέλος της επί γης ζωής του και είχε ορίσει ως διάδοχό του, ηγούμενο στη Μονή, τον Δαλμάτιο. Η μνήμη του τιμάται στις 30 Μαΐου, καθώς και στις 3 Αυγούστου, μαζί με τον άγιο Δαλμάτιο.
Ευαγγέλιο Κυριακής, Κατά Ιωάννη Ζ'(7) 37-52. ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ.
Ευαγγέλιο
Κυριακής, Κατά Ιωάννη Ζ'(7) 37-52
᾿Εν δὲ τῇ
ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις
διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.
ὁ πιστεύων
εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.
τοῦτο δὲ
εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ
ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.
πολλοὶ οὖν
ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης·
ἄλλοι ἔλεγον·
οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται;
οὐχὶ ἡ
γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ,
ὁ Χριστὸς ἔρχεται;
σχίσμα οὖν
ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν.
τινὲς δὲ ἤθελον
ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας.
῏Ηλθον οὖν
οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί
οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
ἀπεκρίθησαν
οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος.
ἀπεκρίθησαν
οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε;
μή τις ἐκ
τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων;
ἀλλ’ ὁ ὄχλος
οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι!
λέγει Νικόδημος
πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν·
μὴ ὁ νόμος
ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ;
ἀπεκρίθησαν
καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ
τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.
Νεοελληνική
Απόδοση
Ποταμοί
ζωντανού νερού
Τότε, την
τελευταία ημέρα της εορτής, τη μεγάλη, είχε σταθεί ο Ιησούς και φώναξε,
λέγοντας: «Αν κάποιος διψά, ας έρχεται προς εμένα και ας πίνει.
Όποιος
πιστεύει σ’ εμένα, καθώς είπε η Γραφή, “ποταμοί νερού ζωντανού θα ρεύσουν από
την κοιλιά του”.
Και αυτό
το είπε για το Πνεύμα που έμελλαν να λαβαίνουν εκείνοι που πίστεψαν σ’ αυτόν.
Γιατί δεν ήταν δοσμένο ακόμα το Πνεύμα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμα
δοξαστεί.
Σχίσμα
ανάμεσα στο λαό
Μερικοί
από το πλήθος, λοιπόν, όταν άκουσαν αυτά τα λόγια, έλεγαν: «Αυτός είναι αληθινά
ο προφήτης».
Άλλοι
έλεγαν: «Αυτός είναι ο Χριστός». Άλλοι όμως έλεγαν: «Γιατί, μήπως ο Χριστός
έρχεται από τη Γαλιλαία;
Δεν είπε
η Γραφή ότι θα είναι απόγονος του Δαβίδ και ότι ο Χριστός έρχεται από τη
Βηθλεέμ, το χωριό όπου καταγόταν ο Δαβίδ;»
Έγινε
λοιπόν σχίσμα μέσα στο πλήθος γι’ αυτόν.
Μερικοί
μάλιστα από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν έβαλε πάνω του τα
χέρια.
Η απιστία
των αρχόντων
Ήρθαν,
λοιπόν, οι υπηρέτες προς τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, και εκείνοι τους
είπαν: «Γιατί δεν τον φέρατε;»
Αποκρίθηκαν
οι υπηρέτες: «Ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος».
Τους
ρώτησαν τότε οι Φαρισαίοι: «Μήπως κι εσείς έχετε πλανηθεί;
Μήπως
πίστεψε σ’ αυτόν κάποιος από τους άρχοντες ή από τους Φαρισαίους;
Αλλά
αυτός ο όχλος, που δε γνωρίζει το νόμο, είναι καταραμένος».
Λέει προς
αυτούς ο Νικόδημος, που ήρθε προς αυτόν προηγουμένως, αν και ήταν ένας από
αυτούς:
«Μήπως ο
νόμος μας κρίνει τον άνθρωπο, αν δεν ακούσει πρώτα από αυτόν και δε γνωρίσει τι
κάνει;»
Αποκρίθηκαν
και του είπαν: «Μήπως κι εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Ερεύνησε και δες ότι από τη
Γαλιλαία δεν εγείρεται προφήτης».
Πάλιν οὖν
αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ
μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
Νεοελληνική
Απόδοση
Ο Ιησούς
είναι το φως του κόσμου
Πάλι
λοιπόν τους μίλησε ο Ιησούς, λέγοντας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Εκείνος
που ακολουθεί εμένα δε θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της
ζωής».
Ο Απόστολος της Κυριακής 31 Μαΐου 2026. Κυριακής της Πεντηκοστής.
Ο
Απόστολος της Κυριακής 31 Μαΐου 2026. Κυριακής της Πεντηκοστής.
Πράξεις
Αποστόλων, Β'(2) 1-11
Καὶ ἐν τῷ
συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό.
καὶ ἐγένετο
ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον
οὗ ἦσαν καθήμενοι·
καὶ ὤφθησαν
αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν,
καὶ ἐπλήσθησαν
ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου
αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.
῏Ησαν δὲ ἐν
῾Ιερουσαλὴμ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν
οὐρανόν·
γενομένης
δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ
διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν.
ἐξίσταντο
δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ
λαλοῦντες Γαλιλαῖοι;
καὶ πῶς ἡμεῖς
ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν,
Πάρθοι καὶ
Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ
Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν,
Φρυγίαν
τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες
Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι,
Κρῆτες καὶ
῎Αραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
Νεοελληνική
Απόδοση
Ο ερχομός
του Αγίου Πνεύματος
Και καθώς
συμπληρωνόταν η ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν όλοι μαζί στο ίδιο μέρος.
Και έγινε
ξαφνικά από τον ουρανό ήχος όπως ακριβώς φυσά βίαιος άνεμος και γέμισε όλο τον
οίκο όπου κάθονταν.
Και
φάνηκαν να διαμερίζονται σ’ αυτούς γλώσσες σαν φωτιάς και κάθισε καθεμιά πάνω
σε καθέναν ξεχωριστά από αυτούς,
και
γέμισαν όλοι Πνεύμα Άγιο και άρχισαν να λαλούν άλλες γλώσσες καθώς το Πνεύμα
τούς έδινε να εκφράζονται.
Τότε στην
Ιερουσαλήμ κατοικούσαν συνεχώς Ιουδαίοι, άντρες ευλαβείς από κάθε έθνος που
είναι κάτω από τον ουρανό.
Όταν
έγινε λοιπόν η βοή αυτή, συγκεντρώθηκε το πλήθος και κυριεύτηκε από σύγχυση,
γιατί άκουγαν καθένας ξεχωριστά στη δική του διάλεκτο να μιλούν αυτοί.
Έμεναν
λοιπόν εκστατικοί και θαύμαζαν, λέγοντας: «Ιδού, όλοι αυτοί που μιλούν δεν
είναι Γαλιλαίοι;
Και πώς
εμείς τους ακούμε, καθένας στη δική μας διάλεκτο, στην οποία γεννηθήκαμε;
Πάρθοι
και Μήδοι και Ελαμίτες και όσοι κατοικούν στη Μεσοποταμία, στην Ιουδαία και
στην Καππαδοκία, στον Πόντο και στην επαρχία της Ασίας,
στη
Φρυγία και στην Παμφυλία, στην Αίγυπτο και στα μέρη της Λιβύης που είναι κοντά
στην Κυρήνη, και όσοι Ρωμαίοι παρεπιδημούν,
Ιουδαίοι
και προσήλυτοι, Κρητικοί και Άραβες, ακούμε να μιλούν αυτοί στις δικές μας
γλώσσες τα μεγαλεία του Θεού».
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ....
Κύριε, κάνε μας άξιους της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, να ασπαστούμε τη δόξα Σου, και θα ζήσουμε στη γη με ειρήνη και αγάπη, ώστε να μην υπάρχει πλέον κακό, ούτε πόλεμοι, ούτε εχθροί, αλλά μόνο η αγάπη θα βασιλεύει, και δεν θα υπάρχει ανάγκη για στρατούς ή φυλακές, και θα είναι εύκολο για όλους να ζουν στη γη.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Κάποιος ήρθε σέ εμένα ....
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
ΟΙ ΑΡΒΎΛΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΆΝΝΗ ΤΟΥ ΧΟΖΕΒΙΤΟΥ.
Πάτερ Ραφαήλ, πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος;
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΩΖΟΥΣΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ .ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ .Θεολόγου – Καθηγητού (Θεολογική μονογραφία στην εορτή του Αγίου Πνεύματος).
ΤΟ
ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΩΖΟΥΣΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου –
Καθηγητού
(Θεολογική μονογραφία στην εορτή του Αγίου
Πνεύματος)
Κατά την μεγάλη εορτής της Πεντηκοστής πρωταγωνιστούν Θείο Πρόσωπο είναι
ο Παράκλητος, το Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο ήλθε στον κόσμο για να συνεχίσει το
κοσμοσωτήριο έργο της Θείας Οικονομίας. Διευκρινιστικά να επισημάνουμε πως το
έργο της σωτηρίας του κόσμου είναι συνολικό έργο της Αγίας Τριάδος, αλλά στις
τρεις φάσεις της υλοποιήσεώς του πρωταγωνιστεί ένα από τα τρία Θεία Πρόσωπα.
Ο Χριστός, ολοκληρώνοντας το επί γης απολυτρωτικό του έργο και πριν
αναχωρήσει στους ουρανούς, ανάγγειλε στους αγίους Αποστόλους ότι «εγώ
ερωτήσω (σ.σ. θα παρακαλέσω) τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα
μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιωάν.14,16), διευκρινίζοντας ότι «το
Πνεύμα της αληθείας, ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ
γινώσκει αυτό, υμείς δε γινώσκετε αυτό, ότι παρ’ υμίν μένει και εν υμίν έσται»
(Ιωάν.14,17). Ακολούθως τους γνωρίζει ποιο θα είναι το έργο Του στον κόσμο: «Ο
δε Παράκλητος το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος
υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,25-26). Όρισε
δε ως αναγκαία την επιδημία Του στη γη, να φωτίσει τον κόσμο, να υπομνήσει και
να εμπεδώσει όλα όσα τους είχε διδάξει Εκείνος, διότι όπως είχε διευκρινίσει: «πολλά
έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι» (Ιωάν.16,12). Τόνισε δε
στους μαθητές Του ότι «συμφέρει υμίν, ίνα εγώ απέλθω· εάν γάρ μη απέλθω, ο
Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς»
(Ιωάν,16,7). Κι αυτό διότι, «Ποτέ δεν δύναται να εννοηθή ο Πατήρ χωρίς τον
Υιόν», λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ούτε ο Υιός χωρίς το άγιον
Πνεύμα. Όπως είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς εις τον Πατέρα, εάν δεν υψωθή δια
του Υιού, κατ' αυτόν τον τρόπον είναι αδύνατον να είπη κανείς τον Ιησούν
Κύριον, παρά μόνον εν Πνεύματι Αγίω»[1].
Χωρίς τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατο να τα κατανοήσουν,
ούτε ποιος πραγματικά ήταν ο Χριστός, ούτε τα λόγια Του. Δεν ήταν ακόμη ικανοί
και έτοιμοι να κατανοήσουν τα δικά Του λόγια, τα οποία ήταν «ρήματα ζωής
αιωνίου», περιείχαν υψηλά νοήματα, ακόμη ακατανόητα στους απλοϊκούς και
αφώτιστους Αποστόλους, οι οποίοι ήταν ακόμη προσκολλημένοι στις
μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές παραδόσεις, περί εγκοσμίου βασιλείας Του. Ακόμα και
μετά τα μεγαλειώδη γεγονότα της Αναστάσεως και λίγο πριν την Ανάληψή Του, «συνελθόντες
ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν
τῷ ᾿Ισραήλ;» (Πράξ.1,6)!
Έπρεπε να έρθει ο Παράκλητος να τους αποκολλήσει από αυτές τις φθηνές
αντιλήψεις, να τους γνωρίσει ότι η αποστολή Του στον κόσμο δεν είχε κάποιο
περιορισμένο σκοπό, όπως η απελευθέρωση του ισραηλιτικού λαού και η ανάδειξή
του σε κοσμοκράτορα, όπως λανθασμένα πίστευαν για τον Μεσσία, αλλά η καθολική
απελευθέρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία τη
αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο. Γι’ αυτό και έσπευσε να τους διευκρινίσει,
πως, «Όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα
της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν. … Εκείνος εμέ δοξάσει ότι
εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιωάν.16,13-16). Μόνο Εκείνος θα
μπορούσε να φανερώσει ποιος ήταν πραγματικά ο Χριστός: «Όταν δε έλθη ο
Παράκλητος, όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ό παρά
του Πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρίσει περί εμού» (15,26). Σύμφωνα με
τον απόστολο Παύλο: «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι
Αγίω» (Α΄Κορ.12,3).
Και πράγματι, την ημέρα της Πεντηκοστής έγινε το μεγάλο θαύμα του
φωτισμού τους, της μεταμόρφωσής τους. Ευθείς αμέσως μετά την επιφοίτησή Του στο
υπερώο της Ιερουσαλήμ, όχι απλά αποκολλήθηκαν από τις λανθασμένες ιουδαϊκές
προσδοκίες, αλλά κατανόησαν πλήρως την παγκοσμιότητα του ευαγγελικού κηρύγματος
και άρχισαν να γίνονται οι διαπρύσιοι κήρυκές του! «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος
῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι»
(Πράξ.2,4). Η θαυματουργική ικανότητά τους «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις»
είναι σαφή απόδειξη ότι το ευαγγελικό μήνυμα δεν προορίζονταν μόνο για τους
Ιουδαίους, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έπρεπε όλος ο κόσμος να το
ακούσει, στη δική του γλώσσα, να ευαγγελιστεί το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας.
Οι παριστάμενοι στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, απορούσαν, πως, «ἀκούομεν
ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται,
καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ
τὴν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ
Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ ῎Αραβες,
ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;»
(Πράξ.2,8-11).
Το Πανάγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Χριστού ήρθε στον κόσμο
να τον οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13). Με τον επιθετικό
προσδιορισμό «πάσα» σημαίνεται η ολοκληρωμένη, η όντως αλήθεια και
σύμφωνα με ερμηνεία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, «ουκ εκ μέρους αυτήν αποκαλύψει… ενθυμήσει
δε μάλλον ολοκλήρως το περί αυτής μυστήριον» και κατά τον Ζηγαβηνό: «πάσαν την αλήθειαν των θείων δογμάτων, την
προσήκουσαν δηλονότι γνωρισθήναι υμίν». «Θα οδηγήση υμάς εις πάσαν την αλήθειαν, ως ο επιδέξιος πλοηγός οδηγεί
το πλοιον εις τον προς ον κατευθύνεται λιμένα . το να οδηγηθή τις εις την αλήθειαν, να είναι τι περισσότερον του να
γνωρίση τις ταύτην θεωρητικώς. Είναι να προσοικειωθή τις την αλήθειαν…»
έγραψε ο μακαριστός Π. Τρεμπέλας[2].
Ο
κόσμος, αφότου υποδουλώθηκε στο Σατανά, τον «πατέρα του ψεύδους» (Ιωάν.8,44)
και χωρίστηκε από το Θεό, έπαψε να μετέχει στην αλήθεια, η οποία ενυπάρχει μόνο
σε Αυτόν και την βιώνει όποιος μετέχει του Θεού. Διατελούσε σε πυκνό σκοτάδι, «καθήμενος
ἐν σκότει» και «σκιᾷ θανάτου» (Ματθ.4,16). Τα «διανοητικά επιτεύγματα», και τα
φιλοσοφικά διανοήματα του προχριστιανικού κόσμου, για τα οποία επαίρονται
πολλοί, δεν είναι η όντως αλήθεια, μέρη και ψήγματα αλήθειας, στην ουσία,
απόπειρες προσέγγισης της αλήθειας, κυρίως όσον αφορά το προαιώνιο πρόβλημα της
γνώσεως του Θεού. Ο απόστολος Παύλος είναι διαρωτάται: «ποῦ σοφός; ποῦ
γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ
κόσμου τούτου;». Και αποφάνθηκε: «οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν
Θεόν» (Α΄Κορ.1,20-21)! Και όντως δεν μπόρεσε η ανθρώπινη διανόηση να
ανακαλύψει και να εννοήσει το Θεό, αλλά μάλλον συσκότιζε έτι περισσότερο την
αναζήτησή Του. Προφανώς η μόνη πραγματική αξία της προχριστιανικής διανόησης
και κυρίως της αρχαιοελληνικής βρίσκεται
στην αναζήτηση της αληθείας. Οι αρχαίοι σοφοί υπήρξαν οι προπομποί για την
ανακάλυψη της όντως αλήθειας στην διδασκαλία του Χριστού.
Η αλήθεια έπρεπε να έρθει από το
Θεό, την μοναδική πηγή της αλήθειας και γι’ αυτό σαρκώθηκε ο Λόγος, η προαιώνια
Σοφία του Θεού, ερχόμενος στον κόσμο ως η Ένσαρκη Αλήθεια, για να καταστεί «τὸ
φῶς τῶν ἀνθρώπων… τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν
κόσμον» (Ιωάν.1,3.9). Και πράγματι, όταν «ο Λόγος σαρξ εγένετο»
(Ιωάν.1,16), «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις
ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ.4,16), γεγονός
αναμφισβήτητο και αμφισβητήσιμο από ελάχιστη μερίδα χριστιανομάχων. Η Ένσαρκη
Σοφία του Θεού, ο Λυτρωτής μας Χριστός, διέλυσε τα πνευματικά σκοτάδια και
έφερε το φως το αληθινό, την ενσαρκωμένη Αλήθεια, τον Ίδιο Του τον Εαυτό, ό
Οποίος κατέστη «το Φως του κόσμου» και διαβεβαίωσε πως «Ο ακολουθών
εμοί ού μή περιπατήσει εν τη σκοτία, άλλ' έξει το φώς της ζωής»
(Ιωάν.8,12). Έτσι, «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο»
(Ιωάν.1,17).
Αλλά τι είναι πραγματικά αυτή η αλήθεια; Αυτόν τον προβληματισμό
εξέφρασε και ο Πιλάτος όταν ανέκρινε τον
Κύριο, ρωτώντας Τον: «τί ἐστιν αλήθεια;» (Ιωάν.18,37). Είναι
χαρακτηριστικό ότι ο Χριστός δεν του έδωσε απάντηση, προφανώς διότι ο Ρωμαίος
Επίτροπος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει την πραγματική έννοια της αλήθειας,
την οποία ενσάρκωνε Εκείνος.
Και όντως η αλήθεια που έφερε ο Χριστός στον κόσμο και δίδαξε δεν έχει
σχέση με την αλήθεια, ή μάλλον τις πολλές αλήθειες του κόσμου, οι οποίες
ενέχουν το χαρακτήρα της σχετικότητας και της υποκειμενικότητας και ικανοποιεί
τις διανοητικές ανησυχίες. Αντίθετα, η αλήθεια που ενσαρκώνει και δίδαξε ο
Χριστός, αναφέρεται στον όλο άνθρωπο, έχοντας οντολογικό και συνάμα,
σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η αλήθεια σώζει και ελευθερώνει και το ψεύδος
υποδουλώνει και καταστρέφει και για τούτο ο Χριστός μας παροτρύνει: «γνώσεσθε
την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώση υμάς» (Ιωάν.8,32). Ως απελευθέρωση
νοείται η απολύτρωση από το δαιμονικό ψεύδος, το οποίο υποδουλώνει τον άνθρωπο,
σκοτίζει το νου του, ατονώντας έτσι τις πνευματικές και ηθικές αντιστάσεις του
και οδηγώντας τον στην απώλεια και την καταστροφή.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία έδωσε εξ’ αρχής κεφαλαιώδη σημασία στην διάσωση
της αλήθειας της, από τις κακοδοξίες και τις αιρέσεις, ώστε η σωτηρία να
ορίζεται ως συνώνυμη με την αλήθεια. Και αυτή την αλήθεια δεν την εκφράζει
κάποιο πρόσωπο (π.χ. Πάπας), ή κάποια περιορισμένη ομάδα ανθρώπων (αιρετικές
ομάδες), αλλά η ίδια η Εκκλησία, ως ζωντανό Σώμα Χριστού, η οποία υπαγορεύεται
από το εν Αυτή οικούν Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο την «οδηγεί εις πάσαν την
αληθείαν» (Ιωάν.16,13). Γι’ αυτό και έχει απόλυτο και αιώνιο κύρος.
Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, όταν καλούνταν στις άγιες Συνόδους να
οριοθετήσουν την αλήθεια, δεν διατύπωναν δικά τους θεωρήματα, αλλά εξέφραζαν
την «άπαξ αποκαληφθείσει τοις αγίοις πίστη» (Ιούδ,3), η οποία βιώνεται
στην Εκκλησία και διαιωνίζεται ως «διαδοχή της αλήθειας». Μετέφεραν σε
αυτές την βιούμενη εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος της τοπικής τους
Εκκλησίας. Αντίθετα, στους αιρετικούς η
αλήθεια τεμαχίζεται και γίνεται αντικείμενο διανοητικής ενασχόλησης. Από βίωμα,
γίνεται ιδεολόγημα και για τούτο παύει να έχει σώζουσα σημασία και δύναμη. Για
τούτο και ο Χριστός, στην περίφημη αρχιερατική Του προσευχή παρακαλούσε τον
Πατέρα: «ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ
σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. … ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ»
(Ιωάν.17,17,19). Ο αγιασμός των πιστών είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την
αλήθεια και ως εκ τούτου, αγιασμός, σωτηρία, θέωση δεν υπάρχει χωρίς την
αλήθεια. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι οι Άγιες Σύνοδοι συγκροτούνταν, κατά
κύριο λόγο, για να διευκρινίσουν και να αποσαφηνίσουν την αλήθεια της
Εκκλησίας. Τα Δόγματα και οι
Όροι θεσπίστηκαν από την ανάγκη να
καταδειχτούν και να περιθωριοποιηθούν οι πλάνες και οι αιρέσεις, διότι έχουν
ολέθρια αποτελέσματα, δεν οδηγούν στη σωτηρία, αλλά στην απώλειά της.
Το Πανάγιο Πνεύμα, βρίσκεται στην Εκκλησία από την αγία ημέρα της
Πεντηκοστής και θα οικεί σε Αυτή μέχρι τη συντέλεια του κόσμου να διδάσκει, να
φωτίζει, να αγιάζει, να σώζει. Γι’ αυτό και Αυτή είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15), επειδή, ο αέναος
διδάσκαλός της είναι ο Παράκλητος το Πνεύμα της αληθείας, το Οποίο την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν16,17).
Γι’ αυτό δεν σφάλει. Μόνον αυτή είναι αλάθητη και κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, το
οποίο, όταν αυτονομηθεί από την Εκκλησία διατυπώνει δικής του εμπνεύσεως
διδασκαλίες, «αιρέσεις απωλείας» (Β΄
Πέτρ.2,1) κατά τον Απόστολο Πέτρο, οι οποίες είναι «σπέρματα του διαβόλου», για την ματαίωση της σωτηρίας. Οι άγιοι
Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν θεωρούνται αλάθητοι, αλλά καθίστανται
αλάθητες οι διδασκαλίες τους, όταν «φιλτραριστούν» από την αλάθητη
Εκκλησία.
Αλλά στις δύστηνες ημέρες μας της πρωτοφανούς πνευματικής συγχύσεως,
εξαιτίας του περιρρέοντος θρησκευτικού συγκρητισμού, της καταλυτικής δράσης του
παγκόσμιου κινήματος της «Νέας Εποχής» και του Οικουμενισμού,
επιχειρείται από κάποιους να «διευρυνθεί» το έργο του Αγίου Πνεύματος
και εκτός της Εκκλησίας, στις αιρέσεις και στις θρησκείες του κόσμου.
Παρερμηνεύοντας το λόγο του Κυρίου: «Τό πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καί τήν
φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾿ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καί ποῦ ὑπάγει» (Ἰωάν.3,8),
διατύπωσαν την εξωφρενική και παντελώς άγνωστη στην δισχιλιόχρονη ιστορία της
Εκκλησίας, θεωρία «περί της οικονομίας του Πνεύματος», σύμφωνα με την
οποία, το Άγιο Πνεύμα «πνέει» και σώζει και εκτός της Εκκλησίας,
ακυρώνοντας την χριστιανική πίστη στην μοναδικότητα της εν Χριστώ και εν τη
Εκκλησία, σωτηρίας! Με αυτή την αλλόκοτη και αντιχριστιανική θεωρία επιχειρούν
να στηρίξουν τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά «ανοίγματα», με απώτερο
στόχο την θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητας! Αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς οι
άγιοι Πατέρες ερμηνεύοντας ορθώς το ως άνω ευαγγελικό χωρίο, αποφάνθηκαν πως ο
Κύριος δεν εννοούσε την πνοή του Αγίου Πνεύματος, αλλά του ανέμου. Μεταξύ των
άλλων ο μεγάλος βυζαντινός θεολόγος Ε. Ζηγαβηνός έγραψε: «πνεύμα νυν
τον άνεμον λέγει» ο Κύριος[3]!
Ως συνειδητοί πιστοί της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, η
Οποία δεν είναι άλλη (δεν μπορεί να είναι άλλη) από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας,
καθότι, μόνον Αυτή δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε τίποτε από την «άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις» (Ιουδ.3)
πίστη, έχουμε την ύψιστη ευλογία να βιώνουμε αυτή την μοναδική και σώζουσα
αλήθεια, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία μας, να διαχέονται
στις ψυχές μας αέναα οι άκτιστες ενέργειες του Θεού και να μας μεταμορφώνουν τα
χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε θεοειδείς υπάρξεις.
Ως ύψιστη ευγνωμοσύνη προς τον Θεό Παράκλητο, ας κλίνουμε τα γόνατα κατά
την ιερή ακολουθία του Εσπερινού της Γονυκλισίας, να Τον δοξάσουμε, να
Τον υμνήσουμε, να Τον ευχαριστήσουμε και να Τον παρακαλέσουμε να συνεχίζει να
μας φωτίζει, να μας αγιάζει, να μας χαριτώνει, να μας διδάσκει την μοναδική
αλήθεια της Εκκλησίας μας, η οποία μας ελευθερώνει από τα ερέβη του ψεύδους του
κόσμου και μας οδηγεί στη σωτηρία.
Ας υμνήσουμε, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη μας την Παναγία Τριάδα, με
την υπέροχη ασματική ακολουθία της Μεγάλης Εορτής: «Δεῦτε λαοί, τὴν τρισυπόστατον
Θεότητα προσκυνήσωμεν, Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι· Πατὴρ γὰρ ἀχρόνως ἐγέννησεν
Υἱόν, συναΐδιον καὶ σύνθρονον, καὶ Πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐν τῷ Πατρί, σὺν Υἱῷ δοξαζόμενον·
μία δύναμις, μία οὐσία, μία Θεότης, ἣν προσκυνοῦντες πάντες λέγομεν· Ἅγιος ὁ Θεός,
ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἅγιος ἰσχυρός,
δι’ οὗ τὸν Πατέρα ἐγνώκαμεν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ. Ἅγιος ἀθάνατος,
τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, Τριὰς
ἁγία, δόξα σοι»[4].





