Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Διήγημα τοῦ Χρήστου Χρηστοβασίλη. (Γράφτηκε τό 1903) Γιά τόν Παράδεισο !!!!

 




Διήγημα τοῦ Χρήστου Χρηστοβασίλη               

(γράφτηκε τό 1903)

Γιά τόν Παράδεισο

 

Στὴν ἐποχὴν ποὺ ἤμουν ἐγὼ παιδὶ μικρό,* ἡ  ἀγραμματοσύνη στὴν ἐπαρχία μας, κι ἂς ἦταν λίγες  μόνον ὧρες μακριὰ ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἦταν στὸν κολοφώνα τῆς δόξας της. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι ποὺ γνώριζαν τότε λίγη γραφὴ καὶ λίγη ἀνάγνωση ἦταν οἱ παπᾶδες  κι ἂν τύχαινε νά ’χει κανένα χωριὸ δάσκαλο, αὐτὸς  χωρὶς ἄλλο, θὰ ἦταν παπᾶς ἢ ὑποψήφιος παπᾶς,  δηλαδὴ «ἀναγνώστης». Ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος ἔπλεε  στὸ σκοτάδι της ἀγραμματοσύνης, μὴν γνωρίζοντας  οὔτε την ἄλφα. Μέσα στὰ ὀγδοήντα τέσσερα χωριά,  ὅλα Ἑλληνικά, ποὺ εἶχε ἡ ἐπαρχία μας, τρία ἢ τέσσερα μόνον σκολειὰ ὑπῆρχαν. Ἂλλ’ ἂς μὴν νομιστεῖ ὅτι  ἡ ἐπαρχία μας ἦταν ἡ χειρότερη ὡς πρὸς τὴν παιδεία  τότε. Δύο ἄλλες ἐπαρχίες, ποὺ εἶναι κολλητὰ στὴν  ἐπαρχία μας, πρὸς τὸ μέρος τοῦ νότου, αὐτὲς δὲν  εἶχαν οὔτε ἕνα σκολειό! Ἀλήθεια, οὔτ’ ἕνα! Σὲ κάποιο  ὅμως μοναστήρι, ποὺ εἶχε τὴν τύχη νά ’χει ἕναν  ἡγούμενον γραμματισμένον – ἄγνωστο πὼς εἶχε κατορθώσει αὐτὸς ὁ χριστιανὸς νὰ σπουδάσει  «Ἑλληνικά» - κι αὐτὸς ὁ ἡγούμενος, ἅμα εὕρισκε κανένα ἔξυπνο παιδί, τὸ συμμάζευε στὸ μοναστήρι, καὶ  τὸ μάθαινε γράμματα, γράμματα «Ἑλληνικὰ» κι ὄχι  «πινακίδια»**, «Χτωήχι» καὶ «Ψαλτήρι», τὰ παπαδίστικα γράμματα. 

Σ’ αὐτὸν τὸν ἅγιον Ἡγούμενο χρωστάει ἡ ἐπαρχία ποὺ βρίσκεται αὐτὸ τὸ μοναστήρι, δύο γραμματισμένους μητροπολῖτες ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοῦ δύο μάλιστα  ἔφτασε νὰ γένει καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Οἰκουμενικοῦ  Πατριαρχείου, κι ἂν ἦταν κομμάτι φιλόδοξος, ὅπως  τόσοι ἄλλοι, μποροῦσε νὰ γένει καὶ πατριάρχης  ἀκόμα. 

Γιὰ νὰ εἶμαι ὅμως ἱστορικότερος, πρέπει ν’ ἀναφέρω  κι ἕνα ἄλλο εἶδος σκολειό, ποὺ «λάνθανε» μέσα στὴν  ἀγράμματη Χώρα, σ’ ὅλην τὴν Ἤπειρο, ἀπὸ τὴ μιὰ  τὴν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη, καὶ τὸ σκολειὸ αὐτό, χωρὶς   νά ’ναι καθαυτὸ σκολειό, ἀποτελόνταν ἀπὸ τὸν δάσκαλο κι ἕναν μαθητὴ μοναχά. Θὰ ἰδεῖτε πώς:

Σ’ ἐκείνη τὴν σκοτεινὴ ἐποχή, ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, ὅποιος πατέρας εἶχε κανένα ἐξυπνούλικο  παιδί, κι ἤθελε κι εἶχε τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ τὸ μάθει γράμματα, τὸ πήγαινε σ΄ ἕναν παπᾶ ἢ σ’ ἕναν «ἀναγνώστη» καὶ συμφωνοῦσε τόσα ταγάρια γέννημα  γιὰ δασκαλικὴ ἀμοιβή, κι ἕνα ταγάρι τὸν μῆνα γιὰ τὴν τροφὴ τοῦ παιδιοῦ, γιὰ ὅσον καιρὸ θὰ διαρκοῦσε ἡ διδασκαλία, γιὰ νὰ τὸ μάθει τὰ γράμματα, δηλαδὴ γραφὴ κι ἀνάγνωση ἢ τὸ σωστότερο κακογραφὴ καὶ κακοανάγνωση καὶ λογαριασμούς. Ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας δὲν προσδιορίζονταν, γιατί αὐτὸς θὰ ἐξαρτόνταν ἀπὸ τὴν ἐξυπνάδα τοῦ μαθητῆ. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ὁ μαθητὴς ἔπρεπε νὰ πάγει καὶ νὰ καθίσει στὸ χωριὸ καὶ στὸ σπίτι τοῦ δασκάλου γιὰ νὰ δουλεύει καὶ γιὰ νὰ διδάσκεται. Δὲν θὰ ἦταν μόνο μαθητής, ἀλλὰ κι ὑπηρέτης τοῦ δασκάλου, καὶ θὰ τὸν βοηθοῦσε σ’ ὅτι δουλειά του: χωράφι, ἁλώνι, ἀμπέλι, θέρο, κόψιμο καὶ κουβάλημα ξύλων ἀπὸ τὸν λόγγο καὶ τὰ λοιπά.

Κοντὰ σ’ αὐτά, δὲν ἀπόλειπαν κι οἱ συνηθισμένοι δασκαλικοὶ δαρμοὶ καὶ τὰ συνηθισμένα δασκαλικὰ μαλώματα, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ νοηθεῖ διδασκαλία σ’ ἐκεῖνον τὸν καιρό, χωρὶς μαλώματα καὶ χωρὶς ξύλο, πού ’χε κι ἔχει ἀκόμα τὴν ἰδέα ὁ ἁπλὸς λαὸς ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ γ’ αὐτὸ τὸ δασκαλικὸ ξύλο λέγεται εἰδικότερα «ξύλο τῆς γνώσεως».

Σὲ τέτοια, λοιπόν, ἐποχή, τυφλὴ καὶ σκονταμένη, ὀφειλόμενη στὴν τουρκικὴ σκλαβιὰ καὶ στὴν ἀγραμματοσύνην ἢ καὶ τὴν ἀσυνειδησία τῶν ἀρχιερέων - ἐπισκόπων, ἀρχιεπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ σκεφτοῦν πλατύτερα γιὰ τὸ σκλαβωμένο Γένος - , οἱ παπᾶδες, μ’ ὅλη τους την ἀγραμματοσύνη, εἶχαν στὰ χέρια τους ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ τοῦ Ἔθνους. Αὐτοὶ ἦταν οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ (ἐξομολογητάδες), αὐτοὶ οἱ δάσκαλοι, αὐτοὶ ἔγραφαν τὰ γράμματα τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς ξενιτεμένους του, αὐτοὶ διάβαζαν τὰ γράμματα τῶν ξενιτεμένων πρὸς τοὺς δικοὺς τούς, αὐτοὶ ἦταν οἱ γιατροί, γιατί ἐπιστήμονες γιατροὶ καλὰ καλὰ οὔτε στὰ Γιάννινα δὲν ὑπῆρχαν τότε, αὐτοὶ ἦταν τὸ πᾶν

στὴν ἑλληνοχριστιανικὴ κοινωνία.

Ἀρρωστοῦσε ἕνα παιδί;  - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ διαβάσει στὸ βασκανοχάρτι. 

Ἀρρωστοῦσε μιὰ γυναῖκα;  - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τὴν «σταυρώσει»! 

Ἀρρωστοῦσε ἕνας ἄνδρας;  - Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ διαβάσει παράκληση! 

Ἔτσι, ὁ παπᾶς εἶχε γίνει τὸ κλειδὶ τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς κοινωνίας. Αὐτὸς ἦταν τὸ ταμεῖο κάθε σοφίας καὶ κάθε γνώσης. Αὐτὸς βάφτιζε τὰ νεογνὰ καὶ τὰ προχείριζε σὲ Χριστιανοὺς καὶ Ἕλληνες, αὐτὸς στεφάνωνε τ΄ ἀντρόγυνα, αὐτὸς ἐξομολογοῦσε τὸν λαό, αὐτὸς τὸν «κοινωνοῦσε», αὐτὸς τὸν «ἁγίαζε», αὐτὸς τὸν συμβούλευε, αὐτὸς τὸν νουθετοῦσε, αὐτὸς τὸν μάθαινε γράμματα, αὐτὸς τὸν δίδασκε ἠθική, μὲ τὰ θρησκευτικά, αὐτὸς τὸν προετοίμαζε γιὰ τὸν Παράδεισο, τὸν μεγάλον καὶ τελικὸν σκοπὸ τοῦ Χριστιανοῦ, αὐτὸς τέλος τον ἔθαφτε! Τίποτε δὲν ἤξερε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὁ παπᾶς καὶ δὲν ἦταν ἄλλο, παρὰ ἕνας ἀσυνείδητος ἐργάτης ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν ἰδιοτήτων τοῦ παπᾶ, τοῦ γιατροῦ, τοῦ δασκάλου, τοῦ θεολόγου, τοῦ ἠθικολόγου. Δὲν ἦταν κατ’ οὐσίαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά, κι ὅμως ἦταν τὸ πᾶν! Τὸν πίστευαν ὅτι ἦταν καὶ πίστευε ὅτι ἦταν. Πίστευε εἰλικρινῶς, χωρὶς νὰ ἀγυρτεύεται. Βλέποντας τὸν ἄρρωστο, ποὺ τοῦ ’χὲ διαβάσει τὴν εὐχὴ νὰ γίνεται καλὰ, ἔλεγε: - Τὸν βοήθησε ἡ χάρη τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ κι ἔγινε καλά. Ἐγὼ μεσίτης μονάχα εἴμαι κι ἄλλοτε εἰσακούομαι κι ἄλλοτε ὄχι. 

Βλέποντας τὸν νὰ πεθαίνει ἔλεγε:  - Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Δὲν εἰσακούστηκε ἡ μεσιτεία μου. 

Ὅταν κατόρθωνε νὰ μάθει ἕνα παιδὶ γράμματα ἔλεγε:  - Εἶχε φώτιση ἀπὸ τὸ Θεὸν καὶ ἔμαθε. 

Ὅταν δὲν κατόρθωνε νὰ τὸ μάθει πάλε ἔλεγε:  - Δὲν τά ‘παιρνε ὁ νοῦς του καὶ δὲν ἔμαθε. 

Παρουσιάζονταν πάντα ὡς ἕνα ἀσυνείδητο ὄργανο τῆς Θείας Πρόνοιας ὅπως καὶ πραγματικῶς ἦταν.

Ὁ παπᾶς ἦταν ὁ τίμιος θεματοφύλακας τῆς

θρησκευτικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στὸν παπᾶ καὶ μόνο χρωστοῦμε ὅτι εἴμαστε σήμερα Χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες. Αὐτὸς στάθηκε ὁ καλὸς ποιμένας, πόβαλε τὴν ψυχή του γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ μᾶς γλίτωσε ἀπὸ τοὺς λύκους του Μωαμέτη τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἀρβανῖτες!

Ὁ κόσμος πίστευε ὅτι ὁ παπᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν Θεό, κι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔσωσε καὶ τὴ Θρησκεία μας καὶ τὸν Ἐθνισμό μας, ποὺ ἦταν ἀλληλένδετα. Ὁ παπᾶς εἶχε δημιουργήσει μιὰ κατάσταση πραγμάτων, ὥστε ἔκανε τὸν κόσμο θρησκευτικότερον, ἐθνικότερον, καὶἠθικότερον. Οἱ ἐκκλησιὲς ἦταν γεμᾶτες κόσμο, καὶ καθένας εὔχονταν νὰ ἰδεῖ πρῶτα τὸ Ρωμαίϊκο, τὸ «Ἑλληνικό», κι ὕστερα νὰ πεθάνει. Καθένας εὐχόταν νὰ ἰδεῖ μὲ τὰ μάτια του ἀνοιχτὰ τὸ χρυσὸ εἴνορο: Τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἀγιὰ Σοφιὰ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τοῦ ἑλληνικοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἑλληνικῆς Λευθεριάς!

Κάτω ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα, ἀτμόσφαιρα ποὺ δὲν ὑπάρχει πλιὰ σήμερα δυστυχῶς, ὁ πρωτόπαπας ἑνὸς χωριοῦ, λευίτης θεόπνευστος, μιλοῦσε σ’ ἐπήκοο τριάντα – σαράντα ἀντρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν πὼς πηγαίνει ὁ καλὸς Χριστιανὸς στὸν Παράδεισο. Τί γλυκιὰ λέξη καὶ τί χαρμόσυνη ἰδέα ὁ Παράδεισος!  - Ὁ Παράδεισος, Χριστιανοί μου, εἶναι ἕνα ἀπέραντο περιβόλι μὲ ἄνθια, μὲ δέντρα λουλουδιασμένα, ποὺ καταλήγουν σὲ σταυρὸ οἱ κορφές τους, μὲ χόρτα, μὲ βρῦσες, μ’ ἀκύμαντες καὶ καταγάλαζιες λίμνες, μὲ ποτάμια γαργαρόνερα, μ’ ἥλιον κατάλαμπρον, θαλπερὸν μόνον καὶ ὄχι καυτερόν, μ’ ἄπειρα λαλούμενα καὶ μὴ λαλούμενα πουλιὰ ἀπάνω στὰ δέντρα, ἢ κάτω στὴν χλόη, ἢ στὲς ἄκρες τῶν ποταμῶν, μὲ καταγάλαζιον καί  κατακάθαρον οὐρανό, μὲ δροσιὰ εὐχάριστη καὶ παντοτινὸ μαγιάπριλο. Στὴ μέση τοῦ Παραδείσου ποὺ εἶναι καὶ τὸ ψηλότερο μέρος, ὑψώνεται μιὰ ἀπέραντη Ἐκκλησιά, χίλιες φορὲς πλατύτερη καὶ ψηλότερη ἀπὸτὴν Ἀγιὰ Σοφιά. Αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ εἶναι τὸ παλάτι τοῦ Θεοῦ, χτισμένη μὲ χρυσὲς τεσσεράγκωνες πέτρες, στολισμένες μὲ διαμάντια. Σὲ κάθε παράθυρο αὐτῆς τῆς χρυσαφένιας Ἐκκλησιᾶς στέκονται ἀνάεροι δεξιὰ καὶ ζερβιὰ ἀπὸ δυὸ ἄγγελοι, καὶ σὲ κάθε θύρα ἀπὸ δυὸ ἀρχάγγελοι. Χίλια ὑπέρψηλα καμπαναριὰ ὀρθώνονται γύρα γύρα στὴν Ἐκκλησιά, μὲ σαράντα καμπάνες τὸ καθένα. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι μπαινοβγαίνουν ἀνάεροι μ’ ἀνοιγμένα ἄσπρα φτερά, πηγαινοφέρνοντας διαταγὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μουσικὲς χαρμόσυνες ἀκούονται ἀπὸ κάθε γωνιά. Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ, χιλιάδες φτερουγίζουν ἀπάνω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ παλάτι, σὰν περίχαρα χελιδόνια καὶ ψάλλουν εὐχαριστήριους ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν. Κι οἱ Προφῆτες, κι οἱ Ἅγιοι, κι οἱ Δίκαιοι, κι οἱ Ἐλεήμονες, χωρὶς νά ’χουν ἀνάγκη ἀπὸ φαγητό, ἀπὸ πιοτό, ἀπὸ ὕπνο κι ἀπὸ τίποτε, ἄλλοι κάθονται ἀπάνω στὲς χλωρασιές, ἄλλοι κάνουν περιπάτους, ἀνάμεσα στὰ δέντρα, στὲς τριανταφυλλιὲς καὶ στὲς λουλουδιές, κι ἄλλοι καθισμένοι μέσα σὲ κάτασπρες βάρκες, ξανοίγονται ἀπάνω σὲ καταγάλαζιες ἀκύμαντες λίμνες, ἐνῷ ἕνα ψιλὸ ἀγεράκι σκορπίζει μικρὰ ἄσπρα συννεφάκια ἀπὸ μοσκοθυμίαμα καὶ ἄλλα πολύτιμα ἀρώματα. Ὅσο εἶναι ὄμορφη ἡ μέρα στὸν Παράδεισο, ἄλλο τόσο εἶν’ ὄμορφη κι ἡ νύχτα. Τὸ θεϊκὸ παλάτι ἀστράφτει καὶ λάμπει ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, τ’ ἀστέρια φεγγοβολοὺν ὅλα, ἄλλα σὰν μονοί, ἄλλα σὰν διπλοί, κι ἄλλα σὰν τριπλοὶ αὐγερινοί. Τὸ φεγγάρι, πάντα γιομᾶτο καὶ λαμπρό, τρεὶς φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ δικό μας, βγαίνει ταχτικὰ δυό – τρεὶς ὧρες μόνον, γιὰ νὰ δίνει ὕστερα καιρὸ στ’ ἀστέρια νὰ λάμπουν πλιότερο, κι οἱ μουσικὲς κι οἱ ὕμνοι τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων δὲν παύουν καθόλου νὰ διασκεδάζουν τοὺς ἄπειρους εὐτυχισμένους Παραδεισίτες...!

«Χαρὰ στόν, ποὺ εἶναι μέσα ἐκεῖ, 

χαρὰ στὸν κι ὅπου πάγει». 

Ὁ ἀγράμματος παπᾶς, περιγράφοντας τὸν Παράδεισο μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας του καὶ τῆς βαθιᾶς πίστης του, δὲν ψεύδονταν. Ὁραματίζονταν!

Σ’ αὐτὸ ἀπάνω ἀκούστηκε μιὰ φωνή, ποὺ ρωτοῦσε:  - Καὶ πὼς πρωτόπαπα, μπορεῖ νὰ πάει κανεὶς στὸν Παράδεισο; 

Μὲ τὰ καλὰ ἔργα παιδιά μου! (Ἀπάντησε ὁ πρωτόπαπας). «Πίστευε τὸν ἕνα τρισυπόστατον Θεόν, τίμα τὴ μάνα σου καὶ τὸν πατέρα σου, μὴν κλέψεις, μὴν πορνέψεις, μὴν φονέψεις, μὴν ψευδομαρτυρήσεις». Αὐτὰ διέταξε ὁ Θεός – προσκυνοῦμε τ’ ὄνομά του! – Κι εἶναι τόσο εὔκολο νὰ ἐκτελέσει κανεὶς τὶς ἐντολὲς τοῦ

Θεοῦ! Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος - προσκυνοῦμε τη χάρη του! κάθισε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς στὴν ἔρημο γιὰ νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο καὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ! Ξέρετε ποὺ εἶναι ἡ ἔρημο; Ἐνενῆντα ἐννιὰ μέρες μέσα βαθιά, πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὴν κοινωνία! Ἐκεῖ κάθισε σαράνταἀκέρια χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Προσεύχοταν κι ὅλο προσεύχοταν νύχτα - μέρα, πρωὶ καὶ βράδυ, μεσημέρι καὶ μεσάνυχτα, γιὰ νὰ τοῦ σχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες... Ο Θεός - προσκυνοῦμε τὸ μέγα του ἔλεος- τοῦ σχώρεσε τὲς ἁμαρτίες καὶ τόδωκε τὴν ἄδεια νὰ ξαναγυρίσει στὴν κοινωνία, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος      - προσκυνοῦμε τη χάρη του - δὲν θέλησε νὰ φύγει ἀπὸ τ’ ἀσκηταριό του, γιατί φοβόταν τὴν ἁμαρτία, ἂν ξαναγύριζε, κι ἐκεῖ ἀναπαύτηκε «ἐν Κυρίῳ».

Δεύτερη φωνή τον ἀνάκοψε:  - Καὶ τί ἔτρωγε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος στὴν ἔρημο, πρωτόπαπα;  - Στὴν ἀρχή, παιδιά μου, ἔμεινε τρία μερόνυχτα νηστικὸς καὶ διψασμένος, ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὰ τρία μερόνυχτα, ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τόφερνε μιὰ «προσφορὰ» κάθε πρωὶ κι ἕνα λαγήνι νερὸ καὶ μ’ αὐτὰ ἔζησε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς καὶ πέθανε ἐνενῆντα χρονῶν. 

Ἡ προσφορά, δηλαδὴ ὁ «ἄρτος» τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν τότε τὸ ἰδανικὸ τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ προσφαγιοῦ ἀκόμα, γιατί ὁ κόσμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πίστευε ὅτι τὸ σιτάρι εἶχε δοθεῖ μόνον γιὰ νὰ λειτουργάει ὁ παπᾶς στὴν Ἐκκλησιά, γιὰ τὰ κόλλυβα, γιὰ τὲς μπογάτσες των κανισκιὼν τῶν γάμων καὶ τῶν γεννητουριών, γιὰ τὲς κανίστρες τῶν κηδειῶν καὶ τῶν μνημοσύνων καὶ γιὰ νὰ τὸ τρὼν οἱ Τοῦρκοι, κι ὅτι τὸ φυσικὸ ψωμί του Τουρκοραγιὰ ἦταν ἀπὸ ἀραποσίτι!   Τελειώνοντας ἡ διδαχή του πρωτόπαπα, τρεὶς ἀγαπημένοι φίλοι, βλάμηδες στὸν Σταυρὸ καὶ στὸ Βαγγέλιο, ἀποχώρησαν μαζὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ συνάθροιση.

Ἦταν τὰ καλύτερα καὶ τὰ ἐναρετότερα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ: ὁ γραμματισμένος Δημήτρης, ὁ Πάσκος, ὁ μισογραμματισμένος Γιούλιας, ὁ Λάππας, κι ὁ ἀγράμματος Γιώργης , ὁ Κολλήσης.

Ὁ Δημήτρης ρώτησε τοῦ ἄλλους δύο:  - Πὼς σᾶς φαίνεται τ’ ἀσκηταριό;  - Πὼς νὰ μᾶς φανεῖ; Ἅγια δουλειά. 

Τοῦ ἀπάντησαν καὶ οἱ δύο μ’ ἕνα στόμα. 

Θέλετε (ἐξακολούθησε ὁ Δημήτρης) νὰ σώσετε τὴν ψυχή σας καὶ νὰ πᾶτε στὸν Παράδεισο, νὰ εὐφραίνεστε, νὰ σᾶς φέρει κάθε μέρα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» κι ἕνα λαγήνι νερό, νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε, ἀντὶ νὰ κάθεστε ἐδῶ νὰ τρῶτε ἀραποσιτόψωμο, ν’ ἁμαρτάνετε κάθε λίγο καὶ λιγάκι, καὶ νὰ πᾶτε στὴν Κόλαση, νὰ χωθεῖτε μέσα στὶς φλόγες, στὲς χουχλαστὲς πίσσες καὶ στὰ χουχλαστὰ κατράνια, συντροφιὰ μὲ τὰ ἰσκιώματα, τοὺς καλικαντζάρους τους κατσικοποδαραίους, τοὺς πειρασμούς, τοὺς διαόλους καὶ τὸν Ζερζεβούλ;   - Ἀκοῦς, θέλομε; (Ἀπάντησαν ἐκεῖνοι μὲ προθυμία).

Καὶ θέλει ρώτημα αὐτό; Ἀλλὰ πὼς νὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο;

 

- Πὼς νὰ πᾶτε; (Τοὺς ἀνταπάντησε ὁ Δημήτρης). Δὲν ἀκούσαταν τί εἶπε ὁ πρωτόπαπας; Τρεὶς μέρες ἔμεινε νηστικὸς καὶ διψασμένος ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, κι ὕστερα τόστελνε ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἄγγελό του μὲ μιὰ προσφορὰ κι ἕνα λαγήνι νερό...  - Καὶ τί θὲλ’ς νὰ πεῖς μ’ αὐτό;  - Τί θέλω νὰ πῶ; Ν’ ἀνεβοῦμε ἀπάνω στὸ βουνὸ καὶ ν’ ἀσκητέψομε. Τρεὶς μέρες θὰ μείνομε νηστικοὶ κι ὕστερα φροντίζει ὁ Θεός. Θὰ μᾶς στείλει μιὰ προσφορὰ τὴν ἡμέρα στὸν καθένα μας. Νερὸ δὲν μᾶς χρειάζεται... Εἶναι βρῦσες στὸ βουνό... Τι συλλογιέστε; Πᾶμε ἀσκητάδες, βλάμηδές μου; 

Πᾶμε, ἀλλὰ γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακὸ (ἀπάντησε ὁ Γιούλας μὲ σταθερότητα) νὰ πάρομε, λέω, ψωμὶ γιὰ τρεὶς μέρες, ὥσπου νὰ βροῦμε τ’ ἀσκηταριό μας. Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν βροῦμε ἀμέσως κατάλληλο ἀσκηταριὸ στὸ βουνό μας, καὶ ν’ ἀναγκαστοῦμε νὰ πᾶμε σ’ ἄλλο βουνό...

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔμαθε ὅλο τὸ χωριό, καθὼς καὶ τὰ περίχωρα, ὅτι οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες, ὁ Δημήτρης, ὁ Γιούλας κι ὁ Γιώργης, τα ὀμορφότερα καὶ τὰ τιμιότερα παλικάρια τοῦ χωριοῦ, βγῆκαν στὸ βουνὸ ν’ ἀσκητέψουν!

Ὁ πρωτόπαπας χτύπησε τὴν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ μαζεύτηκε ὅλο τὸ χωριό: ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ τοὺς ἔβγαλε λόγο καὶ μακάρισε τοὺς τρεὶς βλάμηδες, ποὺ τάχτηκαν στὸν Θεό, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους καὶ νὰ πᾶν στὸν Παράδεισο. Οἱ μάνες τῶν ἀσκητάδων ἔκλαιγαν ὄχι μόνον ἀπὸ ἱερὴ συγκίνηση, ἀλλὰ κι ἀπὸ μητρικὸν πόνο, ποὺ θά ’χαναν γιὰ πάντα ζωντανὰ τὰ παιδιά τους καὶ δὲν θὰ τὰ ξανάβλεπαν! Τόσο μεγάλος ἦταν ὁ μακαρισμὸς τῶν ὑποψηφίων ἁγίων βλάμηδων, ὥστε ζήλεψαν κι ἄλλα παιδιὰ κι ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζονται νὰ πᾶν κι αὐτὰ ν’ ἀσκητέψουν! 

Μιὰ ὁλόκληρη μέρα ἔκαναν οἱ τρεὶς νέοι ἀσκητάδες, οἱ πρῶτοι ἀσκητάδες τοῦ τόπου μας, ὥσπου νά ’βροῦν κατάλληλη σπηλιὰ γι’ ἀσκηταριό. Τὸ πρῶτο βράδυ, ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ προσευχήθηκαν, ἄρχισαν νὰ σκέφτονται ἂν ἔπρεπε νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς σὲ μιὰ σπηλιά, ἢ νά ’χεῖ , ὁ καθένας χώρια τὴ σπηλιά του καί, μὲ τὰ πολλὰ ἀποφάσισαν νά ’χοῦν τὸ ἴδιο ἀσκηταριό. Πάντα τοὺς ἔρχονταν καλύτερα νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς μαζί. Τὸ ψωμὶ ποὺ εἶχαν πάρει τοὺς βάσταξε τὲς τρεὶς πρῶτες μέρες καὶ τὴν τέταρτη μέρα ἄρχισε ἡ νηστεία. Χαρὰ ποὺ τὴν εἶχαν, ἐπειδὴ θὰ παίδευαν τὸ σῶμα τους καὶ θὰ ὑπέφεραν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Παραδείσου!

Τὴν πέμπτη μέρα τὴν πέρασαν μὲ τὸν ἴδιον ἐνθουσιασμό, τὸ ἴδιο καὶ τὴν ἕκτη. Τὴν νύχτα τῆς ἕκτης ἡμέρας, ὕστερα ἀπὸ ἑκατοντάδες μετάνοιες, χιλιάδες σταυροὺς κι ἀδιάκοπες προσευχές, ἔγειραν νὰ κοιμηθοῦν μὲ τὴν εὐχάριστη ἐλπίδα ὅτι, τὸ πρωὶ ποὺ θὰ ξημέρωνε, θὰ τοὺς ἔφερνε ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» τοῦ καθενὸς ὁ Ἄγγελος Κυρίου. 

 

Τότε εἶπε ὁ Γιώργης στὸν Δημήτρη:  - Σὰν πόσο μεγάλη νά ’ναί, βλάμη, ἡ «προσφορὰ» ποὺ θὰ μᾶς φέρει ὁ Ἄγγελος Κυρίου, αὔριο πρωί; Νά ’ναί, λές, καμιὰ ὀκά;  - Ξέρω κι ἐγώ, τί νὰ σοῦ εἰπῶ; Μὴν ἀσκήτεψα κι ἄλλοτε γιὰ νὰ ξέρω; Πιστεύω νά ’ναὶ σὰν τὲς «προσφορὲς» ποὺ πᾶν τοῦ παπᾶ στὴν Ἐκκλησιὰ γιὰ νὰ λειτουργήσει. Ἐγώ, βλάμη, εἶμαι πλιὸ περίεργος νὰ ἰδῶ ὄχι πόσο θά ’ναὶ μεγάλη ἡ «προσφορά», ἀλλὰ τὸν Ἄγγελο Κυρίου, κατὰ πρόσωπο. (Κι ἔκανε τὸν σταυρό του). Τί ὄμορφος καὶ τί ὡραῖος ποὺ θά ’ναί; Ἔ;  - Ἀλήθεια, καλὰ λές! Νὰ δοῦμε πὼς εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου!... Πὼς θὰ πετάει, σὰν ἀϊτός! Τί εὐτυχισμένοι

ποὺ θὰ εἴμαστε αὔριο, καλημέρα μας! Τί εὐτυχισμένοι!

Κι ἔτσι, πὲ ὁ ἕνας καὶ πὲ ὁ ἄλλος γιὰ τὸν Ἄγγελο Κυρίου καὶ γιὰ τὸν Παράδεισο, μόλις κατὰ τὰ ξημερώματα τοὺς πῆρε ὁ ὕπνος, κι ὅταν ξύπνησαν, εἶχε πάει ὁ ἥλιος γιόμα!  - Μωρέ, τί πάθαμαν! (εἶπε ὁ Γιώργης, σὰν τρομαγμένος). Ξυπνᾶτε ὠρέ! Ξυπνᾶτε!  - Τί εἶναι; Τί εἶναι! (εἶπε ὁ Γιούλας ξυπνῶντας).

Ἦρθε ὁ Ἄγγελος Κυρίου;  -

 Ἦρθε καὶ δὲν τὸν νιώσαμαν!

Ὤχ, τί πάθαμαν οἱ καημένοι!  - Σωπάτε καημένοι καὶ μὴ χολοσκᾶτε! (Τοὺς ἀπάντησε  ὁ Δημήτρης στωικά). Ἂν δὲν τὸν εἴδαμαν τὸν Ἄγγελον Κυρίου σήμερα, τὸν βλέπομε αὔριο. Κι αὔριο μέρα ξημερώνει. Κάθε μέρα θά ’ρχεται ἀνέλλιπα ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Μὴν στενοχωριέστε! Πᾶμε ὄξω τώρα νὰ πάρομε τὲς προσφορές μας νὰ φᾶμε... Ἔχω μιὰ πεῖνα, ποὺ δὲν γλέπω μπροστά μου!

Πετάζονται ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιά, ψάχνουν γύρα γύρα νὰ βροῦν τὲς «προσφορές», ἀλλὰ τίποτε «προσφορές»!  - Τί νὰ τρέχει τάχα; Μήπως λησμόνησε Κύριος ὁ Θεὸς νὰ μᾶς στείλει τὸν Ἄγγελὸ τοῦ μὲ τὲς «προσφορές»;  - Μήπως τὸν στείλει τὴν πέμπτη μέρα καὶ ὄχι τὴν τέταρτη; 

Εἶπε ὁ Γιώργης τοῦ Δημήτρη.  - Μὴν βλαστημᾶς! (εἶπε ὁ Δημήτρης) εἶναι ἁμαρτία. Ὁ  Θεὸς δὲν λησμονάει ποτέ! Κάτι ἄλλο ὅμως θὰ συμβαίνει. Ἂς περιμένουμε κι αὔριο. Αὔριο, χωρὶς ἄλλο, θά ’ρθεῖ ὁ Ἄγγελος Κυρίου...

Ἦρθε κι ἡ ἄλλη μέρα, ἡ πέμπτη, δηλαδὴ ἡ ὄγδοη ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸ χωριό. Ξύπνησαν πρωὶ πρωὶ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὸν Ἄγγελο Κυρίου μὲ τὲς «προσφορὲς» καὶ μάλιστα συζήτησαν ἂν θά ’ρχονταν ἕνας Ἄγγελος γιὰ τοὺς τρεὶς μὲ τρεὶς «προσφορές», ἢ τρεὶς ἄγγελοι ἀπὸ ἕνας γιὰ τὸν καθένα. Ἂλλ’ ἔδωκε ὁ ἥλιος καὶ δὲν φάνηκε ἄγγελος, οὔτε μονὸς οὔτε τριπλός! 

Οἱ τρεὶς ἀσκητάδες ἄρχισαν νὰ σκέφτονται σοβαρὰ γιὰ τὴ θέση τους, παρακινούμενοι πλιότερο ἀπὸ τὴν ἄγρια πεῖνα ποὺ τοὺς θέριζε τ’ ἄντερα.  - Θὰ περιμένουμε κι αὔριο (εἶπε ὁ Γιώργης μὲ πεποίθηση). Αὔριο θά ’ρθεῖ, χωρὶς ἄλλο, ὁ Ἄγγελος Κυρίου!  - Καλά, (εἶπε ὁ Δημήτρης). Ἂς περιμείνομε κι αὔριο, ἀλλ’ ἂν δὲν φανιστεὶ ὁ Ἄγγελος Κυρίου οὔτε αὔριο, οὔτε μεθαύριο, οὔτε παραμεθαύριο, τί θὰ κάνομε; Θὰ πεθάνομε τῆς πείνας κι ἐμεῖς οἱ νηστικοὶ θὰ χορτάσομε μὲ τὲς σάρκες μας τὴν ἡμέρα τὰ κοράκια καὶ τοὺς ἀϊτοὺς καὶ τὴν νύχτα τοὺς λύκους καὶ τὰ τσακάλια.   - Ἀλλὰ γιατί νὰ μὴν ἔρχεται ὁ Ἄγγελος Κυρίου; Ἂν δὲν ἔρθει κι αὔριο; 

Πρόσθεσε ὁ Γιώργης.

 - Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ μένομε μαζί. Θά ’πρεπε νὰ εἴμαστε χώρια. Ἴσως γιατί μένομε μαζί, νὰ χάλασε ἡ ἀσκητεία μας. (Ἀπάντησε ὁ Δημήτρης). Πρέπει νὰ χωρίσομε...  - Νὰ χωρίσομε! (εἶπαν κι οἱ ἄλλοι ἀποφασιστικά). Φεύγομε ἐμεῖς οἱ δυὸ καὶ μεῖνε ἐσύ, βλάμη Δημήτρη, ἐδῶ!

Ἔτσι, οἱ Ἄγγελοι Κυρίου θὰ μᾶς παρουσιαστοῦν αὔριο. 

Καὶ σηκώθηκαν νὰ φύγουν λέγοντας:  - Ἔχε γειά, βλάμη!  - Στὸ καλό! (τοὺς ἀπάντησε ὁ Δημήτρης). Καλὸν Ἄγγελο καὶ καλὴν ἀντάμωση στὸν Παράδεισο, ὅταν μᾶς καλέσει ὁ Ἅγιος Θεός!

Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἀκούστηκαν γοερὲς γυναικεῖες φωνὲς ἀπὸ μακριά:  - Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη!  - Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη!  - Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα!  - Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη!  - Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη!  - Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα! 

Καμιὰ ἀπάντηση! 

Οἱ φωνὲς ἐξακολούθησαν πολλὲς φορές, ἀλλὰ καὶ πάλε καμιὰ ἀπάντηση!

Κατὰ τὸ μεσημέρι, οἱ μάνες των ἀσκητάδων κι ἄλλοι καμιὰ δεκαριὰ δικοί τους, ἄντρες καὶ γυναῖκες, φωνάζοντας, φωνάζοντας τὰ ὀνόματα τοῦ Δημήτρη, τοῦ Γιούλα καὶ τοῦ Γιώργη, ἔφτασαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν τοὺς τρεὶς ἀσκητάδες λιποθυμισμένους, τὸν ἕνα κοντὰ στὸν ἄλλο! 

Δὲν περιγράφεται ἡ λαχτάρα κι ὁ πόνος τῶν μανάδων, πόβλεπαν τὰ παιδιά τους σὰν πεθαμένα! Κλάματα, φωνές, μοιρολόγια! Τέλος, κατορθώθηκε νὰ τοὺς φέρουν στὴν ζωή, δίνοντάς τους ἀπὸ λίγη – λίγη προσφορά, ποὺ εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ χωριό.

Ὅταν ἄρχισαν νὰ συνέρχονται στὸν ἑαυτό τους, οἱ ἀσκητάδες, νιώθοντας ὅτι ἔτρωγαν «προσφορά», ξεφώνισαν καὶ οἱ τρεὶς μὲ τὴν ἴδια φράση:  - Ὁ Ἄγγελος Κυρίου! Ὁ Ἄγγελος Κυρίου! 

Σὲ λίγο ὅμως ἀντὶ νὰ ἰδοῦν τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου, ἀνεγνώρισαν τὲς μάνες τους καὶ τοὺς ἄλλους δικούς τους, καὶ κατὰ τὸ δειλινὸ κατορθώθηκε νὰ καταπειστοῦν καὶ νὰ μεταφερθοῦν στὸ χωριὸ γκότσι, στὲς πλάτες τῶν γερότερων ἀντρῶν, γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ κινηθοῦν.

Κι ὁ πρωτόπαπας εἶπε τὴν ἴδια γνώμη, ὅτι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς δὲν δέχτηκε τὴν ἀσκητεία τους, γιατί πῆγαν μαζὶ στὸ ἴδιο ἀσκηταριό, καὶ σχημάτισαν κοινωνία, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἔστειλε τοὺς Ἀγγέλους του μὲ τὲς «προσφορές». Τοὺς ἐπαίνεσε ὅμως γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴν ἀφοσίωση τοὺς πρὸς τὸν «Τρισυπόστατον» μεγάλον Θεὸν καὶ τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι ἀξιεπαινότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ παλεύουν ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας μέσα στὴν κοινωνία, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ πᾶν στὲς ἐρημιὲς κι ἀσκητεύουν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὲς ἁμαρτίες!

 

Οἱ μάνες τῶν δύο ἀσκητάδων, Δημήτρη καὶ Γιώργη, ὄντας χῆρες κι οἱ δυό, καὶ χωρὶς ἄλλα ἀρσενικὰ παιδιά, τοὺς πάντρεψαν ὕστερα ἀπὸ λίγες ἑβδομάδες, κι ὁ μὲν Δημήτρης πῆρε τὴ θυγατέρα του Πρωτόπαπα, ὁ δὲ Γιώργης τὴν ἀδελφὴ τοῦ Δημήτρη, ὁ Γιούλας παντρεύτηκε ἀργότερα στὴν ξενιτιά, ὁ Δημήτρης ἔγινε δάσκαλος κι ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια χειροτονήθηκε παπᾶς κι ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Οἰκονόμου, ὁ Γιούλας ξενιτεύτηκε στὴν Ἀλεξάντρεια, ὁ δὲ Γιώργης μὴν γνωρίζοντας καθόλου γράμματα καὶ μὴ μπορῶντας νὰ γένει παπᾶς, φλεγόμενος ὅμως ἀπὸ τὸν ἱερὸν ζῆλον τοῦ Παραδείσου, παράτησε τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἄφησε τὸ «τροπαιοφόρο» ὄνομά του καὶ προσέλαβε τὸ ἀγγελικὸ «Γαβριήλ». 

Τελευταῖα – δὲν εἶναι ἑφτά-ὀχτὼ χρόνια – ἀπέθανε ὁ Παπᾶ-Δημήτρης χιλιοτιμημένος, ἀπέθανε κι ὁ Γαβριήλης, ποὺ ἠγουμένευε στὸ μοναστήρι τοῦ χωριοῦ του, ἑτοιμασμένος νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν συνασκητὴ τοῦ Παπᾶ-Δημήτρη στόν... Παράδεισο, ἀπέθανε κι ὁ Γιούλας στὴν ξενιτιά. 

Τάχα θ’ ἀνταμωθοῦν στὸν ἄλλον κόσμο οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες; 

Τάχα θ’ ἀξιωθοῦν νὰ μποῦν στὸν ὡραῖον Παράδεισο, ποὺ τοὺς εἶχε ζωγραφίσει μὲ λόγια ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Πρωτόπαπας; 

Ἂς εἶναι μακαρία ἡ ψυχή τους!

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΔΟΝ

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΙΕΡΟΥΡΓΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ ΜΕΘΟΔΙΟ ΚΡΗΤΙΚΟ.

Ιερό Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίου Νικολάου Χαλκιά. Η ΒΡΟΧΗ.


Ἡ βροχὴ τῆς μετάνοιας"

Ἀπολαμβάνω τὴ βροχή...

κάτω ἀπὸ τὸ στέγαστρο τῆς μονῆς καὶ ἀφήνω τὸ βλέμμα μου

 νὰ χαθεῖ στό Απέραντο Γαλάζιο.

 Οἱ σταγόνες πέφτουν ἀσταμάτητα πάνω στὰ κεραμίδια,

 στὶς πέτρες,

 στὰ δέντρα,

 σὰν ἀμέτρητες μικρὲς εὐλογίες

ποὺ κατεβαίνουν ἀθόρυβα ἀπὸ τὸν οὐρανό.

 Ὁ ἀέρας μοσχοβολᾶ χῶμα βρεγμένο.

 Ἡ φύση δὲν ἀντιστέκεται· παραδίνεται.

 Καὶ μέσα σὲ αὐτὴ τὴ σιωπηλὴ παράδοση,

ἡ ψυχή μου γαληνεύει.

Πόσο παράξενο εἶναι τὸ μυστήριο τῆς βροχῆς...

Ἐκεῖ ποὺ πρὶν ὑπῆρχε σκόνη,

τώρα ὑπάρχει καθαρότητα.

Ἐκεῖ ποὺ τὰ φύλλα εἶχαν κουραστεῖ ἀπὸ τὸν ἥλιο,

τώρα ἀνανεώνονται.

 Ἐκεῖ ποὺ ἡ γῆ διψοῦσε,

 τώρα πίνει ζωή.

 Καὶ συλλογίζομαι πὼς ὅ,τι κάνει ἡ βροχὴ στὴ φύση,

τὸ κάνει ἡ μετάνοια στὴν ψυχή.

Ἡ βροχὴ δὲν ἀλλάζει τὴ φύση τῆς γῆς· τὴν καθαρίζει.

 Ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια δὲν ἀλλάζει τὴν ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου· ἀποκαθιστᾶ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ἡ ἁμαρτία σκέπασε μὲ τὴ σκόνη τῆς λήθης.

 Δὲν εἶναι τιμωρία· εἶναι ἐπιστροφή.

Δὲν εἶναι βάρος· εἶναι λύτρωση.

Δὲν εἶναι δάκρυ ἀπελπισίας·

 εἶναι δάκρυ ἐλπίδας.

Ὁ κόσμος φοβᾶται νὰ βραχεῖ.

Ἡ ψυχὴ ὅμως ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ βροχή.

 Γιατί μόνο ὅ,τι ἀφήνεται νὰ ξεπλυθεῖ μπορεῖ νὰ ξαναλάμψει. Ὅπως τὰ κεραμίδια τῆς μονῆς ἀποκτοῦν βαθύτερο χρῶμα

 κάτω ἀπὸ τὴ βροχή,

 ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ ἀποκτᾶ ἀληθινὴ ὀμορφιὰ

 ὅταν βραχεῖ ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας.

Οι Μονές τού Αγίου  όρους στέκουν ἀτάραχα μέσα στὴν καταιγίδα.

Δὲν φοβοῦνται τὴ βροχή,

γιατί γνωρίζουν πὼς ὕστερα ἀπὸ κάθε σύννεφο

 ὁ οὐρανὸς γίνεται καθαρότερος.

 Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν χρειάζεται νὰ φοβᾶται

τὶς στιγμὲς τῆς ἐσωτερικῆς του συντριβῆς.

 Ἐκεῖνες εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγέννησης.

Καθὼς ἡ βροχὴ συνεχίζει νὰ πέφτει,

 αἰσθάνομαι πὼς ὁ οὐρανὸς δὲν ποτίζει μόνο τὴ γῆ,

 ἀλλὰ καὶ τὶς πιὸ ἄνυδρες γωνιὲς τῆς καρδιᾶς.

Καὶ  μέσα σὲ  αὐτὴ  τὴ  γλυκιὰ  κατανυκτικὴ σιωπή,

 ἀκούγεται ἡ πιὸ παρηγορητικὴ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ:

 ὅτι τίποτε δὲν εἶναι τόσο λερωμένο,

 ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ καθαριστεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.

Γιατί, ὅπως ἡ βροχὴ ξεπλένει τὴ φύση καὶ τῆς χαρίζει νέα πνοή, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια ξεπλένει τὴν ψυχή,

 ὥστε νὰ καθρεφτίσει ξανὰ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.

 Καὶ ἡ πιὸ ὄμορφη καρδιὰ δὲν εἶναι ἐκείνη

ποὺ δὲν γνώρισε ποτὲ τὴ λάσπη,

 ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἄφησε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ

 νὰ τὴν κάνει πάλι καθαρή.


«Μην σβήνεις το φως όταν υπάρχει θυμός στο σπίτι. Σβήσε πρώτα τον θυμό και μετά το φως.»~Ιοάν Σλάβιτσι~

Η επιστήμη και η ευθύνη του γιατρού - Τεχνολογία χειρουργική | Γ. Κατσιφαράκης | Σοφία Χατζή.

 

Για ποιούς ήρθε πρώτα ο Χριστός Ο ελάχιστος αδελφός | π. Ιωνάς Μούρτος | Σοφία Χατζή!!!

 

Πότε ανταμώνουν οι ψυχές Ιστορίες συνάντησης γραμμένες από αγάπη από τον μοναχό Αλέξιο | Σοφία Χατζή.

 

Ας λέμε όσο πιο συχνά γίνεται με τα χείλη και τις καρδιές μας την ευχή «Παρθένε Θεοτόκε, χαίρε!» ή ας απευθυνόμαστε σε Αυτή με τη σύντομη προσευχητική επίκληση: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε μας!»- Άγιος Ιεράρχης Σεραφείμ Σομπολέφ

«Ὁ Τερτυλλιανός στο κατά Μαρκίωνος 1, 10 λέει: "Animæ a primortio conscientia dei dos est" (στην ψυχή δόθηκε ὡς προῖκα ἀπό καταβολῆς κόσμου ἡ συνείδησι τοῦ Θεοῦ)» .




 

ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.






«Πρός ἄγγελο ἤ ἀρχάγγελο ἰσχυρίζονται, ὅτι λέγονται αὐτά. Ὤ πόσο τό μέγεθος τῆς μανίας καί τῆς ἀναισχυντίας! Καί πῶς μπορεῖ νά εἶναι λογικό, ἄνθρωπέ μου, νά μετέχη ἄγγελος στήν ἀπόφασι τοῦ Κυρίου καί δημιουργήματα σ' αυτήν τοῦ Δημιουργοῦ;

Δέν εἶναι ἴδιο τῶν ἀγγέλων νά μετέχουν στή σκέψι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά παρίστανται καί νά ἐκπληρώνουν τήν ὑπηρεσία τους. Καί γιά νά γνωρίσης, ἄκου τό μεγαλοφωνότατο προφήτη Ησαΐα νά λέη γιά τίς ἀνώτερες ἀπό τούς ἀγγέλους δυνάμεις, ὅτι εἶδα τά Χερουβείμ να στέκωνται στα δεξιά τοῦ Θεοῦ καί τά Σεραφείμ κάλυπταν τα πρόσωπά τους καί τά πόδια μέ τά πτερά τους"(Ησ 6, 2). Κι αὐτό, διότι προφανῶς δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν τήν ἐκπεμπομένη λάμψι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στέκονταν μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο. Ἄλλωστε, χαρακτηριστικό τῶν κτισμάτων εἶναι νά παρίστανται στο Δημιουργό» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, PG 53, 71).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026

1 Αυγούστου: Ο Άγιος Ελεάζαρος και η Σταθερότητα.

 

«Χριστιανέ ὀφείλεις νά εἶσαι ἀπολύτως ταπεινός, ἤπιος καί μακρόθυμος, ἐνθυμούμενος ὅτι εἶσαι πηλός, σκόνη, μηδέν»





 «Ο άνθρωπος εἶναι ἀπό δύο ἀπόψεις προτελευταῖος. Εἶναι σχεδόν ἔσχατος στην κλίμακα, που κατεβαίνει πρός τό Τίποτε. Κι ἐπίσης, σχεδόν ἔσχατος σ᾽ ἐκείνην, πού ἀνεβαίνει πρός τό Θεό.

* Εννοεῖ τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυσήματος καί τῆς πνοῆς, δηλ. την ψυχή.


Δέν εἴμαστε παρά κομματάκια πηλοῦ, ἀλλά αὐτός ὁ πηλός πλάσθηκε ἀπ᾿ τά ἴδια ἐκεῖνα χέρια, πού δημιούργησαν τό Σύμπαν.

Εἴμαστε σκουλήκια καί τροφή τῶν σκουληκιῶν, ἀλλά μέ τό λογικό μας ζυγίζουμε καί μετρᾶμε τά ἄστρα, πού λάμπουν χιλιάδες χρόνια μακρυά μας. Κάτω ἀπό μᾶς εἶναι τά ἄλογα κτήνη, ἀλλά πάνω μας στή μυστική κλίμακα, πού ὑψώνεται ἀπ' τή γῆ στόν οὐρανό, δέν ὑπάρχουν παρά οἱ ἄγγελοι"(G. Papini)»



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026

Σπηλαιόβιοι σέ ἱστορικούς χρόνους.






 Σπηλαιόβιοι σέ ἱστορικούς χρόνους


«Καί ἀνήρ Ισραήλ εἶδεν ὅτι στενῶς αὐτῷ μή προσάγειν αὐτόν, καί ἐκρύβη ὁ λαός ἐν τοῖς σπηλαίοις καί ἐν ταῖς μάνδραις καί ἐν ταῖς πέτραις καί ἐν τοῖς βόθροις καί ἐν τοῖς λάκκοις» (Α' Βασ. 13, 6). «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλα-νώμενοι καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Εβρ 11, 38).





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026

Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησε μας!!



Πονηρίας δαιμόνων, καὶ κακίας ἀνθρώπων ῥῦσαί με Δέσποινα, καὶ ψυχῆς τὴν νόσον, καὶ τοῦ σώματος θᾶττον θεράπευσον, ἡ τεκοῦσα μόνη, πάσης σαρκὸς καὶ τῶν πνευμάτων, ἰατρὸν καὶ Σωτῆρα καὶ Κύριον.

Συνεχόμενοις πλείστοις, πειρασμοῖς Πανάχραντε, καὶ περιστάσεσι, πανταχόθεν οἴμοι! Καὶ κλονούμενον ζάλαις καὶ θλίψεσι, περιφρούρησόν με, ὑπὸ τὴν σκέπην σου τὴν θείαν, λυτρουμένη καὶ σώζουσα πάντοτε.

Τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ, τῇ πρὸς τὸν Υἱόν σου κεχρημένη Πάναγνε, ὑπὲρ τοῦ ἀχρείου, καὶ πολλὰ ἐπτακότος ἱκέτου σου, ὅπως εὕρω λύσιν, ἁμαρτιῶν μου τὸν Σωτῆρα, ἐκδυσώπησον πρὸ τῆς ἐτάσεως.

Θεοτόκε Παρθένε, καύχημα καὶ στήριγμα πιστῶν Πανάμωμε, ὦ Θεογεννῆτορ, τῆς κτίσεως πάσης Βασίλισσα, τοὺς ὐμνολογοῦντας, τὸν σὸν Υἱὸν λύτρωσαι πάσης, ἐπηρείας δεινοῦ πολεμήτορος.

Άγιοι Μάρτυρες Βαλεντίνε, Επίσκοπε Ούμπρια, πρεσβεύστε τον Χριστό Θεό για εμάς!



📿 Άγιοι Μάρτυρες Βαλεντίνε, Επίσκοπε Ούμπρια, πρεσβεύστε τον Χριστό Θεό για εμάς!

🌿 Η ζωή του Αγίου Μακ. Βαλεντίνου, εν συντομία: Ο Άγιος Βαλεντίνος, επίσκοπος Τέρνι (Ούμπρια), έζησε τον τρίτο αιώνα, σε δύσκολες εποχές όταν το να πεις «Είμαι Χριστιανός» μπορούσε να σου κοστίσει τη ζωή σου. Το είπε. Ένας νεαρός, ευγενικός βοσκός, με το χάρισμα της θεραπείας από το Άγιο Πνεύμα, δεν θεράπευε για τη φήμη: μέσα από κάθε άρρωστο που ανέθρεψε, μετέτρεψε μια καρδιά από τα είδωλα στον ζωντανό Χριστό. Το θαύμα που άλλαξε τη ζωή του και των άλλων: ο γιος ενός δασκάλου στη Ρώμη έμεινε αβοήθητος. Ο Βαλεντίνος αγρυπνούσε όλη τη νύχτα δίπλα του, προσευχόμενος, και το πρωί ο νεαρός σηκώθηκε υγιής. Ο πατέρας και όλο το σπίτι ζήτησαν το Βάπτισμα, αφήνοντας τη σοφία του κόσμου για τη σοφία του Σταυρού. Για την πίστη του, ο επίσκοπος Βαλεντίνος συνελήφθη, βασανίστηκε και αποκεφαλίστηκε. Το αίμα του έγινε ο σπόρος των νέων Χριστιανών. Τιμώμενος στις 30 Ιουλίου, μας αφήνει μια αλήθεια που διαπερνά όλο το κιτς που υφαίνεται γύρω από το όνομά του σε αυτόν τον αιώνα: η αληθινή αγάπη δεν είναι μια μονοήμερη συγκίνηση, αλλά μια θυσία μέχρι τέλους για τον Θεό και για τον πλησίον.

📝 «Ο Θεός είναι Φως και οι άγιοι είναι φως!» Άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης

ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.







 Είπε γέρων:«Σὺ ἔπλασας με καί ἔθηκας ἐπ' ἐμέ τήν χεῖρά Σου» (138, 5). «Ὄχι μόνον Ἐσύ με ἔπλασας, Κύριε, ἀλλά καί ἀφ᾽ οὗ με ἔπλασας μέ διακρατεῖς καί μέ σκέπεις. Ὥστε τό μέν "ἔπλασας" είναι δηλωτικόν τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας, τό δέ "ἔθηκας ἐπ᾿ ἐμέ τήν χεῖρά Σου" εἶναι δηλωτικόν τῆς τοῦ Θεοῦ Προνοίας»
«Ὁ Θεός έκανε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς καί ὁ ἄνθρωπος κάνει θεούς ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς!»

 «"Ἐγώ δέ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης"(Ψ 115, 2).
Εκστασιν ὀνομάζει ἐδῶ ὁ Δαυΐδ τήν ἔκπληξιν καί τόν θαυμασμόν, κατά τόν μέγαν Βασίλειον. Διότι ἐγώ, λέγει, ἐκπλαγείς καί θαυμάσας τήν θαυμαστήν ἐκείνην χώραν τῶν ζώντων, τήν ὁποίαν ἰδεάσθην διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἶπον φανερῶς ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ὁπού εὑρίσκεται εἰς τόν κόσμον τοῦτον, εἶναι ψεύστης κατά τήν ἀνθρωπίνην μακαριότητα, τήν ὁποίαν καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ψευδομένην εὐημερίαν ὀνόμασε καθό αὕτη δέν παραμένει, ἀλλά ὡσάν ἕνα ὄνειρον ψευδές καί ἀνυπόστατον ὀγλήγορα περνᾷ καί διαλύεται. Πάντα γάρ τά ἀνθρώπινα "ματαιότης ματαιοτήτων" εἶναι, κατά τόν Ἐκκλησιαστήν, διότι μεταβάλλονται ευκόλως καί διαφθείρονται· τά δέ ἀγαθά, ὁπού εὑρίσκονται εἰς ἐκεῖνον τόν τόπον τῶν ζώντων, εἶναι ὄντως ἀληθῆ, διατί εἶναι μόνιμα καί ἀμετάβλητα καί ἀθάνατα» 

«Τί εἶναι τό αἴτιο πού τόν παρακινεῖ νά ὑπερηφανεύεται τάχα γιά τό γένος του τό λαμπρό; Καί τάχα αὐτό τό γνωρίζει ποιό εἶναι; Βέβαια δέν εἶναι ἄλλο παρά ἡ γῆ, τό χῶμα, καί αὐτό τό γένος [: τήν καταγωγή] ἔχουν καί τά ἄλλα ζῶα» .


«"Έπτυσε", καί κατεσκεύασε τόν πηλό, γιά νά δείξη μέ τήν ὁμοιότητα τῶν πραγμάτων ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός καί τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ φωτός.


Μήπως, ὅμως, αὐτός ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός δέν εἶχε καθόλου βολβούς; Ἔτσι, γιά νά μήν τούς πλάση ἐκ τοῦ μή ὄντος, τοποθέτησε τόν πηλό, καί, μέ τή δύναμι τοῦ πτύσματός Του, τόν μετέβαλε σέ βολβούς· ἐπίσης, δέ ἔπτυσε, γιά νά δείξη ὅτι τό σάλιο Του εἶχε θεραπευτική δύναμι, καθώς καί τά χέρια καί τά κράσπεδα τῶν ἱματίων Του»


«Ἄν ὁ Θεός ἔδωσε στήν ψυχή τήν ἐξουσία καί κυριότητα ὅλων ὅσων βρίσκονται πάνω στη γῆ, πολύ περισσότερο ἔδωσε σ᾿ αὐτήν τή δεσποτεία τοῦ σώματος, στό ὁποῖο κατοικεῖ. Ἔδωσε, ναί, σ᾿ αὐτήν καί τήν ἐξουσία τοῦ σώματος, καθιστώντας την μέν κυρία καί δέσποινα, τό δέ σῶμα δοῦλο καί ὑπηρέτη της, ἀλλά ἔδωσε σ᾿ αὐτήν καί τό ἐλεύθερο καί αὐτεξούσιο· “αὐτός ἐξ ἀρχῆς ἐποίησεν ἄνθρωπον καί ἀφῆκεν αὐτόν ἐν χειρί διαβουλίου αὐτοῦ" (ΣΣειρ15, 14)· 

Ἔτσι, ὅταν αὐτή, μένοντας στήν κυριότητά της, ἐξουσιάζη καί ὁδηγῆ καί διευθύνη τό σῶμα, τό δέ σῶμα ἐξουσιάζεται ἀπ᾿ αὐτήν καί δουλεύη καί τήν ὑπηρετῇ, τότε βλέπεις καί γνωρίζεις ποιό εἶναι τό ἔργο τῆς ψυχῆς· ἔργο θαυμάσιο, ἔργο τοῦ ὁποίου οὔτε ἴχνος δέν φαίνεται στά ἔργα τῶν ἀλόγων ζώων, ἔργο, τό ὁποῖο τή φέρνει σ' ἐκεῖνο τό μακάριο τέλος, γιά τό ὁποῖο πλάστηκε» 


«Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσις Σου ἐξ ἐμοῦ· ἐκραταιώθη, οὐ μή δύνωμαι πρός Αὐτήν"(Ψ 138, 6).


Ἡ ἐδική Σου, λέγει, γνῶσις, Κύριε, ἤγουν το να Σε γνωρίσω ἐγώ, τοῦτο ἐμεγαλύνθη ὑπέρ ἐμέ, καθώς εἶπεν ἄλλος ἑρμηνεύς, ἤτοι τοῦτο ὑπερβαίνει τήν ἐδικήν μου γνῶσιν καί κατάληψιν. Τοῦτο δέ σαφέστερον δηλῶν λέγει· ἡ ἐδική Σου γνῶσις εἶναι δυνατοτέρα ἀπό τό νά καταληφθῇ ὑπό τοῦ ἐδικοῦ μου νοός καί λογισμοῦ. Καί δέν δύναμαι πρός τήν γνῶσιν Αὐτήν, ὥστε ὁπού νά περιλάβω Ταύτην εἰς τόν ἐδικόν μου νοῦν... Μέ τό ρητόν τοῦτο συμφωνεῖ καί ἐκεῖνο ὁπού λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής περί τῆς σοφίας, ἥτις εἶναι ὁ Θεός· “εἶπα σοφισθήσομαι, καί αὐτή ἐμακρύνθη ἀπ᾿ ἐμοῦ, μακράν ὑπέρ ὅ ἦν, καί βάθος βαθύ, τίς εὑρήσει αὐτό;"(Εκκλ. 7, 23-24). Καί ὁ Παῦλος δέ λέγει· “ὤ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ· ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα Αὐτοῦ καί ἀνεξι- χνίαστοι αἱ ὁδοί Αὐτοῦ"(Ρμ 11, 33).


Μερικοί δέ, ὡς ὁ θεῖος Χρυσόστομος, καί ἔτσι ἐννόησαν τό ρητόν· ἐθαυμαστώθη ἡ σοφία Σου ἐκ τῆς ἐμῆς διαπλάσεως, ἐκ τῆς Ἐμῆς κατασκευῆς ἐκραταιώθη· “οὐ μή δύνωμαι πρός Αὐτήν", ὥστε νά ὑμνήσω καί νά ἐπαινέσω Αὐτήν ἀξίως»


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026

Αγία Ιουλίττα: Η Ανδρεία Γυναίκα της Καππαδοκίας | 1 λεπτό Ιστορία!!!

 

Τι θέλεις να ανθίσει στην καρδιά σου;

 

"Ο Άγιος Ιωάννης ο Στρατιώτης — Ο Κρυπτοχριστιανός που Έσωσε Χριστιανούς (Ιστορία σε Βίντεο)"

 

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ.....



  «Πήρε χῶμα, ὁπού εἶναι ἡ ταπεινότερη ὕλη, γιὰ νὰ εἶναι πάντοτε ταπεινός· τίποτε δέν εἶναι ταπεινότερο ἀπό τό χῶμα. Σχεδίασε τό κεραμιδένιο σπιτάκι καί ἀφοῦ ἐμφύσησε αυτό δημιουργήθηκε ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου... λοιπόν, σάν σέ τέσσερα τείχη ἀπό πηλό ἔβαλε τό θεῖο ἐμφύσημα ὁ Θεός, ἔβαλε την πνοή Του»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ . Ο ΜΗΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.


Πονηρίας δαιμόνων, καὶ κακίας ἀνθρώπων ῥῦσαί με Δέσποινα, καὶ ψυχῆς τὴν νόσον, καὶ τοῦ σώματος θᾶττον θεράπευσον, ἡ τεκοῦσα μόνη, πάσης σαρκὸς καὶ τῶν πνευμάτων, ἰατρὸν καὶ Σωτῆρα καὶ Κύριον.

Συνεχόμενοις πλείστοις, πειρασμοῖς Πανάχραντε, καὶ περιστάσεσι, πανταχόθεν οἴμοι! Καὶ κλονούμενον ζάλαις καὶ θλίψεσι, περιφρούρησόν με, ὑπὸ τὴν σκέπην σου τὴν θείαν, λυτρουμένη καὶ σώζουσα πάντοτε.

Τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ, τῇ πρὸς τὸν Υἱόν σου κεχρημένη Πάναγνε, ὑπὲρ τοῦ ἀχρείου, καὶ πολλὰ ἐπτακότος ἱκέτου σου, ὅπως εὕρω λύσιν, ἁμαρτιῶν μου τὸν Σωτῆρα, ἐκδυσώπησον πρὸ τῆς ἐτάσεως.

Θεοτόκε Παρθένε, καύχημα καὶ στήριγμα πιστῶν Πανάμωμε, ὦ Θεογεννῆτορ, τῆς κτίσεως πάσης Βασίλισσα, τοὺς ὐμνολογοῦντας, τὸν σὸν Υἱὸν λύτρωσαι πάσης, ἐπηρείας δεινοῦ πολεμήτορος.





Έργο των μοναζουσών της Μονής Παναγίας Βαρνάκωβας.



«Ἄνθρωπος, ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεί ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει» (Ψ 102,15)



«Ἄνθρωπος, ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεί ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει» (Ψ 102,15): «Μερικοί διδάσκαλοι ερμηνεύοντας περιεργότερον τό ρητό αὐτό τοῦ Δαυΐδ λένε ὅτι "δέν εἶπεν ὡσεί ἄνθος τοῦ κήπου, ἀλλά τοῦ ἀγροῦ, διά νά φανερώση ἀκριβέστερα τό ὀλιγοχρόνιο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. 

Διότι τά ἄνθη τοῦ κήπου φυλασσόμενα ἀπό τούς κηπουρούς μένουν ἀβλαβῆ περισσότερο καιρό, τά δέ τοῦ ἀγροῦ, ἐπειδή δέν φυλάσσονται ἀπό ἀνθρώπους, καί ἀπό τά χερσαῖα ζῶα καταπατοῦνται καί ἀπό τούς ἀνθρώπους κλέβονται καί ἀπό τα πετεινά βλάπτονται καί συνεπῶς γίνονται ὀλιγοχρονιότερα"

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΦΑΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026



«Αὐτός ἔγνω τό πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν» (Ψ 102, 14): «Ἐπλάσθημεν ἀπό τό χῶμα, ἤτοι ἀπό τόν λεπτόν κονιορτόν τῆς γῆς»


 

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΠΤΑ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ .Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακ. αρχιμανδρίτου Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα: «ΟΙ ΕΠΤΑ ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ».


 

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΠΤΑ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ

      Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακ. αρχιμανδρίτου Αθανασίου Μυτιληναίου            

                                  με θέμα:

     «ΟΙ ΕΠΤΑ ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ»

                              [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 1-8-1983]

                                                                                                                                      

                 [Εκ του προχείρου, προσφώνηση σε νέους της Χριστιανικής Κατασκηνώσεως «Ζωής»]

        Θα ήθελα, παιδιά, να εκφράσω την χαρά μου, με την παρουσία σας εδώ εις την Ιεράν μας Μονήν. Βέβαια, κάθε χρόνο έρχεστε ως κατασκηνωταί και τούτο σημαίνει ότι θα θέλατε, ασφαλώς, να δεχθείτε κάποιες επιδράσεις από την Ιεράν Μονήν, που θα μπορούσαν αυτές οι επιδράσεις να σας βοηθήσουν στην πνευματική σας ζωή. Θα ‘θελα, λοιπόν, να σας έλεγα λίγα λόγια και με την ευκαιρία της 1ης Αυγούστου που έχομε σήμερα και που η Εκκλησία μας γιορτάζει τους επτά Μακκαβαίους αδελφούς, την μητέρα τους, την Σολομονή και τον διδάσκαλό τους, τον Ελεάζαρο, να σας έλεγα λίγα λόγια επάνω στην στάση αυτών των μαρτύρων της Εκκλησίας μας.

    Εκ πρώτης όψεως μοιάζει περίεργο πώς η Εκκλησία μπορεί να γιορτάζει ως μάρτυρες τους επτά Μακκαβαίους, οι οποίοι εμαρτύρησαν προ Χριστού. Παρά ταύτα όμως, το μαρτύριό τους θεωρείται χριστιανικό, παρότι είναι τον δεύτερον αιώνα προ Χριστού. Έχει όλα τα γνωρίσματα του μαρτυρίου και είναι το μοναδικό μαρτύριο που υπάρχει γραμμένο μέσα εις την Παλαιά Διαθήκη. Αυτό κάνει εντύπωση, διότι δεν υπήρχε λόγος να υπάρχει μαρτύριο στην Παλαιά Διαθήκη και τούτο διότι ακόμη δεν είχε εμφανιστεί ο Σταυρός του Χριστού.

    Βέβαια, δεν ακριβολογώ αυτήν την στιγμή. Προσέξτε με, δεν ακριβολογώ αυτήν την στιγμή. Το μαρτύριο υπήρχε και ο σταυρός υπήρχε. Υπήρχε, χωρίς να σας κάνω πιο πολλή ανάλυση, υπήρχε η άκτιστη ενέργεια του Τιμίου Σταυρού και εκείνοι που ακολουθούσαν το νόημα και το πνεύμα της ακτίστου ενεργείας του Τιμίου Σταυρού. Μας το αναφέρει ο Απόστολος Παύλος για τον Μωυσέα, όταν μας λέγει ότι ο Μωυσής προτίμησε τον Σταυρόν του Χριστού από του να καλείται «γιος της θυγατρός του Φαραώ». Πώς επροτίμησε να συγκακουχείται με τον λαό του Θεού και να ζει το μυστήριον του Σταυρού; Αφού ακόμη ο Σταυρός δεν ήταν ένα ιστορικό, μία ιστορική πραγματικότης; Θέλω να σας δείξω μ’ αυτό, ότι και ο Σταυρός, η ενέργειά Του, υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά κι εκείνοι που ηκολούθουν τον Σταυρόν του Χριστού κατά τον λόγον του Κυρίου: «Όποιος θέλει να είναι μαθητής μου, και θέλει να με ακολουθήσει, να σηκώσει τον σταυρό του και να με ακολουθήσει»· που ζούσαν οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά τον Σταυρό του Χριστού. Διότι ο Μωυσής επέρασε αληθινά ογδόντα χρόνια μαρτύριο. Σαράντα χρόνια αυτοεξόριστος, γιατί ακριβώς ήθελε να ζήσει ο λαός του Θεού και ήθελε να υπερασπιστεί τον λαό του Θεού στην Αίγυπτο αφενός και αφετέρου, σαράντα χρόνια στην Αίγυπτο, που τα πάνδεινα περνά με τον λαό του Θεού. Συνεπώς η έννοια και το πνεύμα του μαρτυρίου υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη.

      Αλλά με την μορφή που συναντούμε στους επτά Μακκαβαίους δεν την έχομε πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη. Και προδιαγράφει το μαρτύριο των επτά Μακκαβαίων, το μαρτύριο των Χριστιανών. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι το μοναδικό μαρτύριο που η Εκκλησία μας γιορτάζει τους μάρτυρες αυτούς και τους προβάλλει, σαν προδρόμους των μαρτύρων του Χριστού.

       Θα μου πείτε γιατί μένω τόσο σ’ αυτό; Θα’ θελα να μείνω γιατί έχω κάτι να βγάλω απ’ αυτό. Ξέρετε τι σημαίνει «Μακκαβαίος»; Το όνομα «Μακκαβαίος» το πήρε ο τρίτος γιος του ιερέως Ματταθίου, που ελέγετο Ιούδας. Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος. Και τούτο διότι η οικογένεια αυτή του Ματταθίου με τα πέντε του αγόρια είχε στραφεί εναντίον των κατακτητών της πατρίδος των. Και κατακτηταί της πατρίδος των τότε ήσαν οι Έλληνες. Ήσαν οι επίγονοι του Μ. Αλεξάνδρου. Στην εποχή δε που δρα ο Ιούδας ο Μακκαβαίος, είναι πάνω απ’ το κεφάλι τους ο Αντίοχος ο Επιφανής ο τέταρτος. Από τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο άνθρωπος αυτός είχε στραφεί εναντίον της πατρώας θρησκείας των Εβραίων. Και μη ανεχόμενοι αυτοί οι άνθρωποι, τα παιδιά του Ματταθίου και ο Ματταθίας ο ιερεύς, την κατάσταση που υπήρχε, την εθνικοθρησκευτικήν αυτήν κατάσταση, άρχισαν να πλήττουν και να χτυπούν τον Αντίοχο τον Επιφανή. Κι επειδή ακριβώς ο Ιούδας ήταν ένας καταπληκτικός σφυροκόπος εναντίον του Αντιόχου του Επιφανούς, γι'αυτό ονομάστηκε Μακκαβαίος. Ώστε, λοιπόν, «Μακκαβαίος» θα πει «σφυροκόπος». Αυτός ο οποίος έρχεται να χτυπήσει μία κατάσταση.

     Αυτό ήθελα το σημείο να πάρω. Και σ’ αυτό ήθελα να στρέψω την προσοχή σας και θα ‘θελα, παρακαλώ, να με ακούσετε. Γιατί άραγε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος που άφησε παράδοση, και τα επτά, αυτά, παιδιά, τα οποία είναι στην πράξη Μακκαβαίοι, διότι δεν πήγαν να πολεμήσουν, ήσαν νεαρά παιδιά, ήσαν μιας χήρας γυναίκας επτά αγόρια. Μάλιστα το τελευταίο παιδί της πιθανώς να ήταν 15 χρονών. Μήπως και πιο μικρό. Το τελευταίο παιδί της. Τα παιδιά αυτά δεν πήγαν να πολεμήσουν. Όμως ονομάστηκαν «Μακκαβαίοι». Δηλαδή σφυροκόποι. Θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα – προσέξτε μία λέξη που θα πω και είναι λίγο επικίνδυνη, αλλά θα την πω και θα την διασαφήσω: αντιστασιακοί. Σε τι;

       Λοιπόν, παιδιά, αυτή η εκλεκτή μερίδα των Μακκαβαίων, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά οι άνθρωποι που αντιστεκόντουσαν όχι στον στρατό κατοχής που υπήρχε εις την Παλαιστίνην. Επιτέλους, επιτέλους, οι Έλληνες, που είχαν καταλάβει τότε τον γνωστόν κόσμον, δεν ήσαν μόνον κάτοχοι της Παλαιστίνης. Και της Αιγύπτου και της Συρίας και της Περσίας και της Μικράς Ασίας· όλων των χωρών ήσαν κάτοχοι. Θα μπορούσαν να  πουν λοιπόν, οι Εβραίοι: «Επιτέλους, μόνον εμείς είμεθα κάτω από την δική τους κατοχή; Είναι τόσοι λαοί». Δεν ήταν τόσο αυτό. Ήταν κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο ποιο ήταν; Οι Έλληνες ήθελαν να επιβληθούν στους Εβραίους με το να τους ξεριζώσουν την πίστη τους στον αληθινό Θεό και να εισαγάγουν την ελληνικήν θρησκείαν και τον ελληνικόν τρόπον του σκέπτεσθαι. Δηλαδή θα λέγαμε να μην έχουν πια την σκέψη τους στραμμένη στον Θεό, αλλά στον ανθρώπινο λόγο, στην ανθρωπίνη λογική. Όπως οι Έλληνες. Και τούτο δικαιολογημένα, διότι δεν γνώριζαν τον αληθινόν Θεόν οι Έλληνες. Ανέπτυξαν την φιλοσοφίαν. Προσέξτε και υπογραμμίζω: Την φιλοσοφίαν!

     Έτσι, λοιπόν, ήθελαν να εισαγάγουν την σοφία των ανθρώπων στους Εβραίους και να καταργήσουν την σοφία του Θεού. Αυτό σήμαινε πάρα πολλά. Γιατί η σοφία του Θεού ήταν εξ αποκαλύψεως. Ενώ η σοφία των ανθρώπων ήταν από επινόηση, την εσκέφτοντο οι ίδιοι οι άνθρωποι.

    Συνεπώς το πνεύμα αυτό το αντιστασιακό, που εσφυροκόπουν τους Έλληνας οι Εβραίοι ήταν γιατί ήθελαν να διατηρήσουν την πατρώαν θρησκείαν και το πνεύμα της πατρώας θρησκείας. Θυμηθείτε την αιτία του μαρτυρίου των επτά Μακκαβαίων. Ποιο ήτο; Για μια στιγμή θα γελάσετε. Θα πείτε… όπως και γελούσαν πάντοτε οι διώκται του Χριστιανισμού για κάτι τέτοια· θα πείτε: «Γι'αυτό;». Διότι δεν ήθελαν να φάγουν χοιρινό κρέας! Διότι το απηγόρευε ο Νόμος. «Μα, μια λεπτομέρεια;». Α, δεν ήταν αυτό μόνο. Ήταν κυρίως το πνεύμα το ελληνικό, το ανθρώπινο. Σημειώσατε ότι ο Αντίοχος ο Επιφανής πίστευε ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να στερεωθεί πολιτικά και κατακτητικά στην Παλαιστίνη, αν επικρατήσει η ελληνική θρησκεία. Γι'αυτό, για πρώτη φορά στην ιστορία των Εβραίων, στην Ιερουσαλήμ ιδρύθηκαν στάδια και γυμναστήρια. Δια πρώτην φορά στην ιστορία τους. Αυτό έχει πολλή σημασία.

    Κάπου τότε, λίγο πιο μπροστά από το μαρτύριο των Μακκαβαίων, γράφτηκε ένα βιβλίο. Και αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσομε «αντιστασιακό»! Ξέρετε ποιο ήταν; Η «Σοφία Σειράχ»! Το βιβλίο αυτό γράφτηκε γι’ αυτόν τον σκοπό. Να έρθει να παρουσιάσει την Σοφία του Θεού και να εξορίσει την σοφία των ανθρώπων. Διότι δεν είναι η σοφία, παιδιά, αυτή που μαθαίνομε σαν επιστήμη. Είναι κάτι περισσότερο. Το να στηρίζομαι μόνο στην ανθρωπίνη σοφία· που στηρίζεται μόνο στο ανθρώπινο λογικό. Αυτός είναι ο κίνδυνος. Γι’ αυτόν τον λόγο γράφτηκε το βιβλίο αυτό.

      Αν θέλετε, σας διαβάζω 1-2 στίχους από το βιβλίο «Σοφία Σειράχ». Το πρώτο χωρίο λέγει: «Πσα σοφία παρ Κυρίου κα μετ’ ατο στιν ες τν αἰῶνα». «Κάθε σοφία είναι από τον Θεό». Δεν μπορείς να πεις: «Θα φτιάξω εγώ δική μου σοφία». Ένα άλλο σημείο λέει το εξής: «ρχ σοφίας φοβεσθαι τν Κύριον κα μετ πιστν ν μήτρ συνεκτίσθη ατος». Η αρχή της σοφίας… εδώ η λέξις «σοφία» αλλάζει συνεχώς έννοια. «ρχ σοφίας» που την συναντάμε και στην «Σοφία Σολομώντος», στις «Παροιμίες», «ρχή σοφίας» θα πει «αρχή ευσεβείας». Είναι ο φόβος του Θεού. Δεν είναι, λοιπόν, ένα προϊόν του μυαλού εδώ. Είναι κάτι άλλο. Είναι η αρετή.

     Πιο κάτω, όμως, θα πει το εξής: «Μετ νθρώπων θεμέλιον αἰῶνος νόσσευσε κα μετ το σπέρματος ατν μπιστευθήσεται». Αυτό είναι μεγαλειώδες! Εδώ θα πει το εξής· εδώ την Σοφία την παρουσιάζει να είναι πρόσωπο. Και είναι πρόσωπο, γιατί ήρθε, λέγει, να «ενοσσεύσει». «Νοσσεύω» θα πει «κάνω φωλιά». Η «νοσσιά» είναι η φωλιά. «Ήρθε να φωλιάσει», λέγει, «και να βάλει θεμέλιον αιώνος». Δηλαδή παντοτινό θεμέλιο. Πού; Μετά ανθρώπων. Ποιος είναι τώρα εδώ; Είναι η Σοφία του Θεού, που έγινε πρόσωπο, που ενηνθρώπησε.  Και ήρθε να φωλιάσει ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτό που θα πει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ότι «ες τ δια λθε (:ήλθε ανάμεσά μας), κα σκήνωσεν ν μν (:και έγινε άνθρωπος και κατοίκησε μαζί μας)». Αυτή είναι η Σοφία. Τώρα, όμως, είναι πρόσωπο. Ποιο είναι αυτό το πρόσωπον; Το Δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος.

     Λοιπόν, εδώ τώρα προσέξατε. Η μεγάλη μάχη που δίνει ο διάβολος από την εποχή του Παραδείσου μέχρι σήμερα είναι ή θα δεχθείς την Ενυπόστατη Σοφία την προσωπική, αυτή που είναι του Θεού, το Δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ή θα δεχθείς την δική σου σοφία και το δικό σου το μυαλό. Ο διάβολος είχε πει στους Πρωτοπλάστους: «Θα γίνετε θεοί χωρίς τον Θεό, χωρίς την θεία Σοφία, χωρίς το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος». Να το πω πια με τα δεδομένα της Καινής Διαθήκης. Αυτό το λέει μέχρι σήμερα ο διάβολος, παιδιά. Ξέρετε πώς το λέει; Το λέει ως εξής: «Δεν χρειάζεσαι την σοφία του Θεού. Η επιστήμη θα σου τα λύσει όλα. Η γνώση θα σου τα λύσει όλα. Την ευτυχία θα την φτιάξεις εσύ. Άμα κάνεις καλά κοινωνικά συστήματα, θα φτιάξεις την ευτυχία σου. Άμα πυργώσεις, θεμελιώσεις την επιστήμη και την γνώμη σου, θα ζήσεις ευτυχής. Δεν έχεις ανάγκη από την Σοφία του Θεού». Το λέγουν αυτό οι άνθρωποι; Το λέγουν. Πού στηρίζονται; Στον ανθρώπινο λόγο, στην ανθρωπίνη λογική. Αλλά αυτό είναι δαιμονικό. Το λέει το ίδιο  πράγμα ο διάβολος από την εποχή του Παραδείσου. Με τους πρωτοπλάστους, παιδιά.

     Αλλά αυτό είναι το πνεύμα που έρχονται οι Μακκαβαίοι να αντισταθούν. Και να πουν: «Όχι». Τι πρέπει να κάνομε σήμερα; Να γίνομε και εμείς Μακκαβαίοι, παιδιά. Αντιστασιακοί! Να αντισταθούμε. Να γίνομε «σφυροκόποι». Κατά λέξη αυτό ερμηνεύεται το «Μακκαβαίος» σας είπα. Να σφυροκοπήσομε αυτό το πνεύμα το δαιμονικό, που υπάρχει στην εποχή μας. Και να πούμε: «Εμείς θα κρατήσομε την Σοφία του Θεού· που τώρα πια την ξέρομε. Είναι η Ενυπόστατη Σοφία». Ενυπόστατη θα πει προσωπική. Και είναι ο Ιησούς Χριστός.

     Τι θα κάνομε, αλήθεια; Ξέρετε πόσα δελεαστικά προσφέρονται στην εποχή μας, για να μπούμε σ’ αυτόν τον πειρασμό; Πειρασμός είναι. Όπως ήταν στους πρωτοπλάστους. Να δεχθούμε τον ανθρώπινον λόγον και να αρνηθούμε τον Ιησούν Χριστόν; Τώρα το ονομάζω έτσι. Στην ουσία είναι το ίδιο, σας είπα, που σας έκανα αυτήν την ανάλυση και τη διαδρομή. Για να το δείτε, να το θεμελιώσετε μέσα σας. Μεγάλος ο πειρασμός. Ιδίως εκείνοι που θα ήθελαν να σπουδάσουν αλλά κι εκείνοι που θα θελαν τάχα να ζήσουν την ζωή τους. Όχι, παιδιά. Πρέπει να σταθούμε «Μακκαβαίοι».

      Θα μου πείτε…: «Κι αν χάσω εγώ την ζωή μου και περάσει η ζωή μου μαύρη, τι κέρδισα;». Μα η ζωή των μαρτύρων είναι μια ζωή ακριβώς μαύρη. Μη σας τρομάζει αυτό. Πεθαίνοντας, πεθαίνοντας ένα από τα παιδιά της ευτυχισμένης αυτής μάνας, της Σολομονής, ξέρετε τι είπε; Ακούστε τι είπε: «Τύραννε –λέει στον Αντίοχο- τι έχεις να βγάλεις από μας, με το να θέλεις να μας υποβάλεις σε αυτά τα φρικτά μαρτύρια; - Φρικτά μαρτύρια! Το κάθε παιδί της Σολομονής, υφίστατο το μαρτύριο μπροστά στα μάτια της μάνας και των έξι αδελφών. Μετά ο δεύτερος ενώπιον των πέντε αδελφών κ.ο.κ. Και λέγει: - Ξέρω τούτο, ότι ο Θεός, αυτά τα μέλη τα οποία εσύ μας πετσοκόβεις και μας ταλαιπωρείς, θα τα αναστήσει. Εσύ, όμως, ταλαίπωρε τύραννε, πώς θα σταθείς στην Κρίση του Θεού;». Αυτό λέγεται, παιδιά, δύο αιώνες προ Χριστού! Και γιατί πίστεψαν στην μυστική παρουσία του Θεού Λόγου, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, της Θείας Σοφίας. Πίστεψαν. Πώς; Είναι το μυστήριο των αγίων, πώς αυτά τα δέχονται θεοπνεύστως. Για να έρθει ο Χριστός, να πάθει επί του Σταυρού, να πεθάνει, να αναστηθεί και να σταθεί το θεμέλιον πραγματικά της αναστάσεως όλων μας. Εκείνον τον λόγο του Μακκαβαίου τον θεμελίωσε ο Χριστός με απόδειξη, με την δική Του την Ανάσταση.

       Λοιπόν, θα πρέπει να γίνομε «Μακκαβαίοι». Θα πρέπει να γίνομε «Μακκαβαίοι» για να σώσομε και τον εαυτόν μας και την πατρίδα μας. Εκείνοι που κυβερνούν, όχι μόνο τώρα, τα δύο τελευταία χρόνια και πιο μπροστά και πιο μπροστά, δεν έχουνε πνεύμα Θεού. Και προσπαθούν να ξεριζώσουν και να ξεθεμελιώσουν ό,τι πραγματικά στην ελληνική χριστιανική μας παράδοση. Εμείς θα αντισταθούμε, να μην το ξεριζώσουν αυτό.

      Θέλετε να πω ένα παράδειγμα; Πολύ μικρό. Μπροστά σας, σύγχρονο, αυτής της στιγμής παράδειγμα. Όταν εσείς θα πάτε το βράδυ να κοιμηθείτε, θα κάνετε την προσευχή σας; Θα την κάνετε. Όταν το πρωί θα σηκωθείτε, θα κάνετε την προσευχή σας; Ομαδικά… θα την κάνετε. Όταν θα καθίσετε και θα σηκωθείτε από το τραπέζι σας, θα κάνετε την προσευχή σας; Ναι. Ακριβώς απέναντί μας μία άλλη κατασκήνωση… εκεί δεν γίνεται ούτε προσευχή, ούτε τίποτα. Απαγορεύεται εκεί να γίνει η προσευχή. Γιατί όμως; Να γιατί σας είπα ότι πρέπει να αντισταθούμε και ότι έρχεται το κακό από εκείνους, οι οποίοι  κυβερνούν και χθες και προχθές και αντιπροχθές και πέρυσι και πριν από πέντε χρόνια και πριν από είκοσι χρόνια. Ναι, ναι.

     Για να μην πω πριν από 150 χρόνια. Για να μην το πω αυτό. Από τότε που γινήκαμε ελεύθερον κράτος, μετά το 1821, το κακό άρχισε να απλώνεται και φθάνομε στο σημερινό μας κατάντημα. Ακούσατε τι είπα; Γι’ αυτό η έννοια του 1821 προσπαθεί να προσβληθεί, επειδή ακριβώς ήταν το αληθινό πνεύμα της αναβιώσεως των Ελλήνων, το πνεύμα το αληθινά χριστιανικό και ελληνικό. Αν θέλετε, το χριστιανοποιημένο ελληνικό. Και όχι το ειδωλολατρικό πνεύμα. Αυτό θέλησαν οι πατέρες του 1821 να αναστήσουν, αλλά ήρθαν μικρόβια απέξω από την Ευρώπη και πρόσβαλαν αυτό το πνεύμα. Και τώρα αυτό το πνεύμα δίνει τους καρπούς του. Και φθάνομε δημόσια πια να λέμε «δεν μας χρειάζεται η προσευχή». Αύριο θα πούμε: «Δεν μας χρειάζεται η σημαία». Αρχίσαμε να το λέμε ήδη. Και παρακάτω δεν μας χρειάζεται και το παρακάτω, «δεν μας χρειάζονται κι οι καθηγηταί και οι δάσκαλοι», «δεν μας χρειάζονται οι γονείς μας καν».

      Θα μου πείτε… ε, τι να σας πω; Τα παρακάτω τα ξέρετε εσείς. Τι πρέπει να γίνομε; Μακκαβαίοι. Να ποια είναι η έννοια του αντιστασιακού. Είσαστε μικρά παιδιά, αλλά νομίζω ότι μπορείτε πολλά πράγματα να καταλάβετε. Και αν έδωσα κάποια αφορμή προκλήσεως στο θέμα αυτό, ο κύριος Αθανασόπουλος, που είναι και θεολόγος, θα σας πει πιο πολλά στην κατασκήνωσή σας. Το πιστεύω αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο θα παρακαλέσω άλλη μία φορά: Συλλάβετε το νόημα των καιρών. Είναι σπουδαίο να συλλάβομε το νόημα των καιρών. Αυτό το ζητώ από τα μεγαλύτερα παιδιά. Να συλλάβετε το νόημα των καιρών. Και να πείτε: «Τι κάνω; Οι Μακκαβαίοι ήσαν στην ηλικία μου και πιο μικροί, ίσως. Κι εγώ θα κάνω το ίδιο. Μπορεί αυτή την στιγμή να μην ζητάει ο Χριστός το αίμα μας. Μπορεί να το ζητήσει αύριο. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει θα αντισταθώ».

      Στο σχολείο, θα αντισταθείτε με κάθε τρόπο. Μην πείτε: «Άσε, δεν βαριέσαι» και «Θα κρύψω τον εαυτόν μου και κάτω από το σακάκι μου θα κάνω το σημείον του σταυρού». Όχι. Θα κάνεις μεγαλοπρεπώς τον σταυρό στου εις το σχολείο. «Θα με κοροϊδέψουν». Να σε κοροϊδέψουν. Οι Μακκαβαίοι έδωσαν το αίμα τους.

   Έτσι, καλά μου παιδιά. Πιστεύω με καταλάβατε. Και με την ευκαιρία, τόσο γιατί γιορτάζομε σήμερα την μνήμη των επτά Μακκαβαίων, της παμμακαρίστης μάνας τους, της Σολομονής και του παμμακαρίστου δασκάλου των, του Ελεαζάρου, και με την ευκαιρία που ήρθατε σήμερα εδώ, είχα να σας πω αυτά τα λίγα λόγια. Ελπίζω να σας έδωσα μία αφορμή να σκεφθείτε· πιο περισσότερα και ακόμη μία αφορμή για να πείτε και να πάρετε τις μεγάλες σας αποφάσεις. Είναι οι αληθινά μεγάλες αποφάσεις.

    (Μιλάει ο κύριος Αθανασόπουλος:)- …Το σύνθημα της Κατασκηνώσεως είναι «Χριστιανική Μαρτυρία». Στην εποχή μας. Γι΄αυτό θα σας παρακαλέσομε να το εντάξετε και το σύνθημά μας αυτό σε όσα είπατε προηγουμένως.

      -(Γέροντας Αθανάσιος:) Μάλιστα. Αυτό λοιπόν, πραγματικά, διότι οι Μακκαβαίοι έδωσαν μαρτυρία. Ε, αυτή είναι η μαρτυρία. Κι επειδή ζούμε τώρα στη χριστιανική εποχή, είναι η χριστιανική μαρτυρία. Αλλά σας εξήγησα. Ότι το πνεύμα του Σταυρού υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά δεν μπορώ να σας πω πιο πολλά, γιατί θα αργήσομε, όπως σας ανέφερα και τον Μωυσέα και όλους τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, όλοι αυτοί ζήσανε το πνεύμα του Σταυρού. Και ο Αβραάμ έζησε το πνεύμα του Σταυρού. Που του είπε ο Θεός: «Θα φύγεις από την πατρίδα σου και θα πας να μείνεις εκεί που θα σου πω εγώ». Και παρά ταύτα δεν του ‘δωσε, λέγει, ο Απόστολος Παύλος, ούτε ένα πόδι γης! Του Αβραάμ. Γιατί ήλπιζε στα μέλλοντα αγαθά. «Και δεν έδωσε ο Θεός τα αγαθά», λέγει, «σε εκείνους», λέει ο Απόστολος Παύλος, «γιατί περίμενε και την δική μας ιστορική παρουσία».Λοιπόν, βλέπετε; Η μαρτυρία είναι διάχυτη μέσα στον λαό του Θεού. Και ο λαός του Θεού ξεκινάει από τον Άβελ. Από κει ξεκινάει ο λαός του Θεού. Τον εσκότωσε, όμως, ο Κάιν. Στη θέση του μπήκε ο Σηθ. Και ξεκινάει ο λαός του Θεού. Και ονομάζονται στην Παλαιά Διαθήκη «ο υο το Θεο», «τα παιδιά του Θεού». Και αυτός ο λαός του Θεού, τα παιδιά του Θεού, είμαστε εμείς σήμερα, η Εκκλησία.

     Λοιπόν, παιδιά, θα δώσομε την μαρτυρία μας. Πολύ εύστοχα επήρε το όνομά σας αυτό η Κατασκήνωση. Πολύ εύστοχα. Μόνο προσέξτε, αυτά τα συνθήματα να μην είναι μόνο φιλολογικά. Έτσι απλώς. Αλλά θα πρέπει να αρχίσομε να σκεφτόμαστε αληθινά ρεαλιστικά. Τα παιδιά της νύχτας… τα ξέρετε ποια είναι «τα παιδιά της νύχτας»; Αυτοί που αρνούνται τον Χριστό, είτε με λόγια, είτε με την ζωή τους. Σήμερα στη Λάρισα είδα τρεις νεκρούς, είχαν τατουάζ εδώ στα χέρια τους. Τους λυπήθηκα, γιατί αυτά τα παιδιά συνήθως κάνουν χρήση ναρκωτικών. Συνήθως. Κάτι μεταξύ τους λέγανε, ο ένας έδινε στον άλλον… Τους κοίταξα και τους λυπήθηκα. Τα κακόμοιρα τα παιδιά! Γύρω στα είκοσί τους χρόνια ήσαν. Τα παιδιά αυτά προδίδουν την πίστη με την ζωή τους. Με το να αφήσουν τον εαυτό τους στους ηδονισμούς της εποχής, στους ηδονισμούς των ναρκωτικών και στην ποικίλη ασυδοσία της αμαρτίας· που δίνει κάποιες ηδονές η αμαρτία. Και είναι ταλαίπωρα παιδιά.

       Αντίσταση εμείς. Ξέρετε τι θα πει «θα δώσω μαρτυρία»; Μαρτυρία θα πει θα σταθώ όρθιος και θα πω το σωστό. Ή καλύτερα, θα το δείξω το σωστό. Με την αγνή μου ζωή. Δεν θα μπω μέσα στα μονοπάτια της αμαρτίας και στα ταμεία και καταγώγια της ανηθικότητος και της βρωμιάς. Αλλά με την αγνή μου ζωή, με την ευρεία και την στενή σημασία της λέξεως θα δώσω την μαρτυρία μου. Και με τα λόγια μου ότι πιστεύω στον Ιησούν Χριστόν.

     Μαρτυρία λοιπόν. Εύχομαι όχι απλώς την ταμπέλα της Κατασκηνώσεως, αλλά σεις οι ίδιοι να γίνετε ζωντανή μαρτυρία. Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

   και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

             μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

                         ψηφιοποίηση και επιμέλεια κειμένου:

                            Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.