Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Ο ταπεινός «σκουπιδιάρης» που άρπαζε τις ψυχές και τις πήγαινε στο Φως π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος† 10-09-2018




Για ιδέστε που ΄χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό,
πετά κι ας το ΄βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό.
Με τον καιρό να ΄ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος.



(«Ο ακροβάτης», στίχοι-μουσική Δ. Αποστολάκης, τραγούδι: Μ. Σταυρακάκης, Χαΐνηδες).




Ήμουν πάντοτε ένας από τους τακτικούς ακροατές του λόγου του μακαριστού π. Κωνσταντίνου. Εκ του σύνεγγυς όμως, για πρώτη φορά τον συνάντησα στο ενοριακό κέντρο της Αγίας Παρασκευής Αττικής, το 2014, όπου είχε προσκληθεί ως ομιλητής.    Έτυχε να μπούμε μαζί στον ανελκυστήρα, ο π. Κωνσταντίνος, η πρεσβυτέρα του, η σύζυγός μου κι εγώ. Και εκεί, για πρώτη φορά πήρα την ευχή του.
Και τώρα   έχω την ευκαιρία και την ευλογία να τον αποχαιρετήσω δίνοντας στους αναγνώστες μας κάποιες πληροφορίες για τον βίο και το έργο του.



Ο πατήρ Κωνσταντίνος γεννήθηκε στο Σταυροδρόμι του Πέραν, στην Κωνσταντινούπολη, στις 9 Οκτωβρίου του 1946. Το επώνυμο Στρατηγόπουλος το γνωρίζουμε από τον στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο, ελευθερωτή της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της 4ης Σταυροφορίας το 1261. Ο γιος του στρατηγού Αλεξίου ονομαζόταν Κωνσταντίνος . Ο πατέρας του πατρός Κωνσταντίνου, Ιωάννης, φοίτησε σε γαλλικό λύκειο της Κωνσταντινούπολης  και αργότερα έμαθε την τέχνη του ράφτη από τον θείο του, ο οποίος έραβε τον τελευταίο Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του, Μαργαρίτα-Έλλη, το γένος Αρχοντοπούλου, ήταν μια γυναίκα της Κωνσταντινούπολης ευσεβής και δυναμική, με ευρύ πνεύμα. Στα παιδικά του χρόνια ο π. Κωνσταντίνος αγαπούσε το παιχνίδι, ήταν ιδιαίτερα επινοητικός και έφτιαχνε  μόνος του επιτραπέζια παιχνίδια. Τις Κυριακές ζούσε την ατμόσφαιρα της Θείας Λειτουργίας στον Ιερό ναό της Αγίας Τριάδας του Πέραν . Φοίτησε στο φημισμένο σχολειό της Πόλης Ζωγράφειο, όπου έλαβε ευρεία μόρφωση από σπουδαίους δασκάλους. Έζησε και αγάπησε τη Ρωμηοσύνη και την Ορθοδοξία. Αργότερα διακόνησε με όλες του τις δυνάμεις το άνοιγμα της Ορθοδοξίας και της Ρωμηοσύνης στην Ελλάδα και την Οικουμένη.
Το 1964 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο και ήλθε για σπουδές  στην Αθήνα . Φοίτησε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (τότε Α.Σ.Ο.Ε.Ε.) στο Οικονομικό Τμήμα. Εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης του καθηγητή SamuelBowles στο Κ.Ε.Π.Ε. του Υπουργείου Συντονισμού (Ο καθηγητής Bowlesτιμήθηκε με Nobel στη μακροοικονομία). Επίσης υπήρξε επιστημονικός βοηθός του καθηγητή Πέτρου Στεργιώτη στην έδρα των Μαθηματικών. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή (1968-1970) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου το 1974.





Με την παρότρυνση του καθηγητή και επισκόπου Ανδρούσης (νυν Αρχιεπισκόπου Αλβανίας) Αναστασίου Γιαννουλάτου, συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο στην Ιεραποστολική, στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Υπό την επίβλεψη και παρακολούθηση των καθηγητών Hans Werner Genschichen (Γερμανία), Αναστασίου Γιαννουλάτου και Ηλία Βουλγαράκη (Ελλάδα), προχώρησε στην έρευνα για τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Ιεραποστολή στις μεγαλουπόλεις της Αφρικής».
Την αγάπη και τη διακονία του στην ιεραποστολή, ο πατήρ Κωνσταντίνος την οφείλει στον ανθρωπιστή, ιατρό, μουσικό και θεολόγο AlbertSchweitzer και στον νυν   αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Το έργο του στην ιεραποστολή ήταν πολύπλευρο και ανέδειξε τις στρατηγικές του ικανότητες, ώστε να αυξήσει, να στηρίξει και να επεκτείνει τα ιεραποστολικά κλιμάκια, εκτός από την Αφρική και την Ασία, μέχρι τη Νότιο Αμερική και τα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού. Ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας γνώρισε τον πατέρα Κωνσταντίνο στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον έφερε στο γραφείο της Εξωτερικής Ιεραποστολής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατόπιν του ανέθεσε την ευθύνη του γραφείου Στατιστικής και Κοστολογήσεως, το Φροντιστήριο Υποψηφίων Κατηχητών και το Επιμορφωτικό Φροντιστήριο Κατηχητών. Ο πατήρ Κωνσταντίνος, αισθανόμενος ιδιαίτερη τιμή για τη συνεργασία με τον νυν Μακαριώτατο Αλβανίας, ανταποκρίθηκε στα ανωτέρω διακονήματα με ιδιαίτερη αγάπη και υιικό σεβασμό.



Παντρεύτηκε την Παρασκευή  Σολδάτου, οικονομολόγο και θεολόγο, στον ιερό ναό Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων, όπου ιερουργούσε ο μακαριστός και πάντα χαμογελαστός και αγαπημένος πατήρ Γαβριήλ Τσάφος, ο οποίος είχε αναθέσει στον λαϊκό τότε Κωνσταντίνο εβδομαδιαίες ομιλίες για νέους. Η πρεσβυτέρα Παρασκευή υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο Γυμνάσιο και Λύκειο. Αγωνίστηκε να σταθεί επάξια στο πλευρό του π. Κωνσταντίνου, με απόλυτη αγάπη και αφοσίωση στο πρόσωπό του, αναλαμβάνοντας τον μητρικό ρόλο προς τα πνευματικά του παιδιά, τα οποία τους αποκαλούσαν «πατέρα» και «μητέρα». Στις 31 Ιανουαρίου  1982  χειροτονήθηκε διάκονος στον ναό της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο. Τον Απρίλιο του ιδίου έτους, την Κυριακή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας,  χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον μακαριστό Χρυσόστομο στον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδας. Ήταν επίσης κατά την Κυριακή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, 29 Μαρτίου 2015, όταν το εγκεφαλικό επεισόδιο σηματοδότησε και το τέλος της διακονίας του στο θυσιαστήριο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας.





Πρώτος του πνευματικός υπήρξε ο άγιος Πορφύριος και αργότερα ο πατήρ Ακάκιος του Κελλιού των Παχωμαίων Αγίου Όρους, που του παρεχώρησε και τη συμμαρτυρία. Μετά τον θάνατό του, πνευματικός του έγινε ο πατήρ Φιλόθεος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους. Τελευταίος πνευματικός του υπήρξε ο πατήρ Θεόκλητος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Αρσενίου Χαλκιδικής, ο οποίος με αυτοθυσία του συμπαραστάθηκε τα τελευταία χρόνια της ασθενείας του.
Ο π. Κωνσταντίνος είχε την ευλογία από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο να τελεί όλες τις ακολουθίες καθημερινά. Στον ναό της Κοιμήσεως Δικηγορικών Γλυφάδας τελούνταν καθημερινά Μεσονυκτικό, Όρθρος, Θεία Λειτουργία, Ώρες, Εσπερινός, Απόδειπνο με Χαιρετισμούς. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε από τον συνεφημέριό του, πατέρα Θεόδωρο Κουμαριανό και μετά την ασθένεια του πατρός Κωνσταντίνου, ενώ πλήθος πνευματικών του παιδιών εξυπηρετούν τη διακονία στο Ψαλτήρι. Το παράδειγμά τους   προσφέρει στην εποχή μας μια ζωντανή μαρτυρία για τον θεραπευτικό, δοξαστικό και συνεκτικό των πάντων ρόλο της Εκκλησίας μας.
Μέχρι το τέλος,  ο π. Κωνσταντίνος στις ομιλίες του τόνιζε ακατάπαυστα  ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι αλλά άνθρωποι που εμπιστεύονται ή δεν   εμπιστεύονται  τον Θεό. Θεωρούσε ότι όλοι είμαστε λίγο-πολύ μετά την πτώση πνευματικά ασθενείς. Οι άγιοι, για τον π. Κωνσταντίνο, δεν ήταν οι καλοί άνθρωποι αλλά οι μετανοημένοι αμαρτωλοί, οι θεούμενοι, που έζησαν προηγουμένως την κάθαρση από τα πάθη και τον φωτισμό από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Έβλεπε τον εαυτό του σαν «σκουπιδιάρη», που μέσα από την εξομολόγηση βοηθούσε τους ανθρώπους να αποβάλλουν τα άχρηστα πάθη τους και να ζήσουν τον Χριστό. Δεν επιθυμούσε την προσκόλληση και την εξάρτηση των πνευματικών του παιδιών από τον ίδιο, για αυτό και συχνά, όταν αντιλαμβανόταν σημάδια εξάρτησης,  αντιδρούσε σθεναρά, γιατί πίστευε ότι ο Χριστός είναι το παν και οι άνθρωποι προς Αυτόν πρέπει να στρέφονται.



Η διακονία του στο Θυσιαστήριο ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη στο Μυστήριο. Δεν έκανε παρατηρήσεις, μολονότι συχνά γινόταν φασαρία στο ναό από τις ομιλίες των εκκλησιαζομένων και τις αταξίες των παιδιών. Μνημόνευε καθημερινά πλήθος ονομάτων, ζώντων και κεκοιμημένων, ακολουθώντας την Παράδοση.
Καθιέρωσε τους ομαδικούς γάμους και βαπτίσεις για να εμπνεύσει πνεύμα εκκλησιαστικό, ενώ προετοίμαζε πνευματικά τους μελλονύμφους   και τους αναδόχους.
Ο πατήρ Κωνσταντίνος χαρακτηριζόταν παιδιόθεν από την ακατακρισία και την ταπείνωση. Αγαπούσε, παρηγορούσε και αποδεχόταν ως ισότιμους όλους τους ανθρώπους  που έμπαιναν στο πετραχήλι του, ανεξαρτήτως   «επιβαρημένου» ή μη παρελθόντος (εμπλεκόμενους σε προτεσταντικού τύπου ομάδες, αιρέσεις και ανατολικές δοξασίες, εξαρτημένους από ψυχαναλύσεις, τζόγο, ουσίες κ.λπ.). Πίστευε, όπως και ο πρώτος πνευματικός του άγιος Πορφύριος, στη «Θεία Ψυχανάλυση», δηλαδή στο Μυστήριο της Εξομολόγησης.






Εμπνευσμένος από την ορθόδοξη παράδοση των Ρωμαίικων Κοινοτήτων της Πόλης, όπου είχε ζήσει, δεν δίσταζε να ασκεί κριτική στην κουλτούρα του διαφωτισμού, είτε αυτή οδηγούσε στον φιλελευθερισμό, είτε στον κομμουνισμό. Θεωρούσε ως   μοναδικό φορέα της ελπίδας για τον άνθρωπο τον τρόπο ζωής της Εκκλησίας και όχι τα πολιτεύματα. Η ζωή και ο λόγος του μας επιβεβαίωναν την αλήθεια ότι ο σταυρικός δρόμος και το μαρτύριο οδηγούν στην αναστάσιμη χαρά.
Επειδή ο π. Κωνσταντίνος ήταν ανοιχτός προς όλους, στο πετραχήλι του ακούμπησαν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα μορφωτικά επίπεδα. Δεν σταμάτησε να εξομολογεί μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του. Με τη Χάρη του Θεού και την πνευματική του καθοδήγηση ανασυρόταν από το βάθος του «είναι» των εξομολογουμένων χαρίσματα, που οδηγούσαν τον καθέναν σε ξεχωριστό, προσωπικό δρόμο, όπως της ιερωσύνης, του μοναχισμού, του έγγαμου βίου κ.λπ.


Ως οικονομολόγος τασσόταν εναντίον της φοροδιαφυγής και είχε άποψη για την κατανομή του πλούτου εντός της χώρας. Έλεγε ότι με 25% ανεργία, αν το 75% που είχε εργασία ενδιαφερόταν να στηρίξει το υπόλοιπο 25%, τότε κανείς δεν θα πεινούσε. Επί τριάντα χρόνια, χωρίς διαφήμιση, χορηγούσε συσσίτιο σε αναγκεμένους ανθρώπους.
Μας λένε τα πνευματικά του παιδιά: Πώς να χωρέσουν στις λίγες αράδες ενός επιμνημόσυνου άρθρου τα δώρα που μας έκανε ο πατήρ Κωνσταντίνος τόσα χρόνια!



Εβδομαδιαίες ομιλίες χειμώνα-καλοκαίρι για ενηλίκους, μαθητές, νέους, γονείς· κινηματογραφική ομάδα, θεατρική ομάδα, ραδιοφωνική εκπομπή («Ράδιο-Παράγκα» επί σειράν ετών στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος)· πανηγυρικός εορτασμός των Θεοφανείων κάθε χρόνο με καραβάκι (όπως στην αγαπημένη του Πόλη) ανοιχτά στη θάλασσα· κατήχηση σε αλλοδαπούς και ημεδαπούς, χρίσμα και βάπτιση σε ενηλίκους, εκδρομές και δραστηριότητες για παιδιά ακόμη και στο εξωτερικό εντελώς δωρεάν, «παραδείσιες» διακοπές για μεγαλύτερα παιδιά στην Ιερά Μονή Παναχράντου στην Άνδρο, σεμινάρια Αρχαίων Ελληνικών, παραδοσιακών χορών, ομαδικών αθλημάτων, αγιογραφίας, ξένων γλωσσών, χρυσοκεντητικής, βυζαντινής μουσικής, παραδοσιακών οργάνων (κανονάκι), κλασικής μουσικής (βιολί), καθημερινό αρχονταρίκι μετά τη Θεία Λειτουργία… Ήταν επίσης υπεύθυνος για το αντιαιρετικό σεμινάριο της Μητροπόλεως Γλυφάδας, με ανύστακτη  αγάπη και ενδιαφέρον προς όλους τους ανθρώπους. Με έναν πρωτοφανή και αφοπλιστικό τρόπο ο πατήρ Κωνσταντίνος ερευνούσε την Παράδοση της Εκκλησίας και ανέσυρε από αυτήν απαντήσεις για την επικαιρότητα με αναντίρρητη πειστικότητα για τη διαχρονική δύναμη της Ορθόδοξης Παραδόσεως στη ζωή του κόσμου.




Ο πατήρ Κωνσταντίνος, ως γνήσιο τέκνο της Κωνσταντινουπόλεως, συντονισμένος καρδιακά με την κορυφή της Ορθοδοξίας, της Ρωμιοσύνης και του Γένους των Ελλήνων, έτρεφε αγάπη και σεβασμό προς το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, βαθιά συναισθανόμενος το μαρτύριο, που συνοδεύει το θεσμικό αυτό πρόσωπο. Επίσης απευθυνόταν με αφοσίωση και αγάπη προς τον επίσκοπο Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης κ. Παύλου (ο οποίος είπε για τον πατέρα Κωνσταντίνο, μετά την εξόδιο ακολουθία: «Ιερουργώντας καθημερινώς το Άχραντον Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, το Ιερό Θυσιαστήριο αναδείχτηκε για αυτόν ανεξάντλητη πηγή της ζωής, από την οποία εκατοντάδες χριστιανών δέχτηκαν τα θεία νάματα της Εκκλησίας μας») και τον αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Ειρηναίο, (ο οποίος είπε: «Ο πατήρ Κωνσταντίνος ήταν δώρο του Θεού για όλους μας και είναι εκείνος που πρέπει να μιμούμαστε, που θα αντιγράφουμε και θα θεωρούμε ότι εκείνος είναι ο άνθρωπος, που πρέπει να ακολουθούμε τον δικό του δρόμο»).







Ανεδείχθη ένα πραγματικός Τσακιτζής του Θεού, που άρπαζε αγαπητικά τις ψυχές των ανθρώπων και τις πήγαινε στον Χριστό, στο ΦΩΣ…
Όλα όσα γράφτηκαν, ήταν από τις αναμνήσεις και τις αφηγήσεις της πρεσβυτέρας  του κ. Παρασκευής Σολδάτου-Στρατηγοπούλου, καθώς και από τις μαρτυρίες, τις διηγήσεις και τις εμπειρίες πνευματικών του τέκνων. Ανθρώπων που οικοδομήθηκαν από αυτόν πνευματικά, που βρήκαν στο πετραχήλι του παρηγοριά και καταφύγιο, που έμαθαν από αυτόν πως «στον τόπο που γεννηθήκαμε,  όταν πεθάνεις, σε τραγουδούν και όταν ζεις τραγουδάς, πως ο θάνατος γίνεται πανηγύρι και  η αλλαγή γίνεται Ανάσταση», για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά του λόγια. 
 Συνάντησα τον π. Κωνσταντίνο για τελευταία φορά επί της γης,  την Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας· στην ενορία που διακόνησε για τόσα χρόνια με τόση αγάπη.   Εκεί πήρα και την ευχή του - για τελευταία φορά.
Ας έχουμε την ευχή του όλοι. Και ας ευχηθούμε εαυτοίς και αλλήλοις να ανταμώσουμε μαζί του στο ΦΩΣ.

-------------------------------------------------------



 Ο π. Κωνσταντίνος έκανε εκτενή αναφορά σ΄ αυτόν στο βιβλίο του Ώρες για σκοτάδι-ώρες για φως. 







2. Αναμνήσεις από την εποχή αυτή περιγράφει ο ίδιος στο πανέμορφο βιβλίο του για παιδιά: «Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου».



Ιωάννης Ν. Ζαννής



Οι άγιοι φεύγουνε σιωπηλά και αναστάσιμα


ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΥΜΕ το αφιέρωμα στον π. Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο με τις συγκινητικές σκέψεις της Ειρήνης Αργυρούλη, η οποία γράφει για τον πνευματικό της πατέρα



Απόψε τούτο το ξενύχτι γύρω από το σώμα σου έχει κάτι από θρίαμβο.
Δεν έχει λόγο ο λόγος να αρθρώνεται, ούτε ο λογισμός να ορθώνεται. Μπροστά στην αγιότητα είναι πιο ταιριαστή η σιωπή και η θύμηση της εμπειρίας πρέπει να γίνει προσευχή. Μα καθώς απόψε μαζεύτηκαν οι αγαπημένοι σου για να σε ξενυχτήσουν, χύθηκαν οι αναμνήσεις και επίμονα επιδίωξαν να μπούνε στο χαρτί.


 Στην Παναγίτσα όλοι μας είχαμε πατέρα και σε περιτριγυρίζαμε όπως οι μέλισσες το λουλούδι, εκείνο το μέλι κυνηγώντας που είχε ο λόγος σου. Στην αυλή σου ανασάναμε Χριστό αχόρταγα και σε είδαμε να θυσιάζεσαι για εμάς μέρα τη μέρα –τίποτα δεν είπες με λόγια που δεν μας το έδειξες με το παράδειγμά σου. Κουβάλαγε ο καθένας στην αυλή σου την τρέλα του, μα εσύ έλεγες «Ο Χριστός είναι τρέλα» και «Ο Χριστός είναι γλέντι» κι είχες σηκώσει μπαϊράκι αντάρτικο με ό,τι σε έδενε στη γη. Στην αυλή της Παναγίτσας μας όλοι απολαύαμε «τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως».
Μου έλεγες πάντα να μην αμαρτάνω. «Ποιο είναι, πατέρα» σε ρώταγα «το τάλαντό μου»; «Το τάλαντό σου είναι να γίνεις αγία» μου έλεγες. Κι έκλαιγα μ’ αναφιλητά κάτω από το πετραχήλι σου που πάλι απέτυχα τούτο το τάλαντο μου να το πολλαπλασιάσω. Και πάντα σε κυνήγαγα να πάρω την ευχή σου, μα δεν τις χόρτασα, πατέρα, ποτέ τις ευχές σου.




Θυμάμαι το ξεκαρδιστικό σου γέλιο, βούταγε, λες, το κεφάλι σου ανάμεσα στους ώμους σου, φώτιζε το πρόσωπο σου σαν μικρού παιδιού κι αχ, πόσο μου άρεσε να σε βλέπω να γελάς με την καρδιά σου! Σε θυμάμαι τα απογεύματα, μεταξύ εσπερινού και αποδείπνου να βγαίνεις από το πίσω το πορτάκι, να χτυπάς το τάλαντο κι όταν μαζευόταν η πιτσιρικαρία, τους μοίραζες γλειφιτζούρια.



Τα αγαπούσες τα παιδιά... Από μικρά μας έδωσες τα πάντα. Έκανες την αυλή της Παναγίτσας τον παράδεισο του μανιασμένου παιχνιδιού μας. Ποτέ δεν μας μάλωσες, ποτέ δεν απαίτησες να κάνουμε ησυχία ή να μην κόβουμε τα λουλούδια... Σαν να έβαλες, μου φαίνεται, τα λουλούδια στην αυλή για να τα κόβουμε και να τα κάνουμε μπουκέτα στις μαμάδες. Ερχόμασταν από τα μικρά διαμερίσματα της Αθήνας, με τα ασφυκτικά μπαλκονάκια, να παίξουμε στην αυλή της Παναγίτσας και, λίγο πριν κοινωνήσει, μπαίναμε μέσα με φόρα, σπρώχναμε τις γριές και φτιάχναμε σειρά μπροστά. Τα πιο ξέφρενα παιχνίδια της ζωής μου τα θυμάμαι στην αυλή σου.



Και τις Μεγάλες Πέμπτες έβγαινες με το σταυρό στα χέρια «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου»... Κι εγώ δεν ήξερα αν έβλεπα μπροστά μου τον Χριστό ή εσένα να σταυρώνεσαι, έτσι εξαντλημένο απ’ την αγρύπνια και τη νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. Και στην περιφορά του επιταφίου γυρνούσαμε με όλη την ενορία κι εσύ κρατούσες το Ευαγγέλιο και πήγαινες κουτσαίνοντας μιας ώρα δρόμο.
Αγαπούσες πολύ τις ετυμολογίες των ελληνικών λέξεων και συχνά παρασυρόσουν να μας μιλάς γι’ αυτές ή για τους αρχαίους φιλοσόφους. Και τη γνώση αγαπούσες και σ’ άρεσε να λες πως «η μάθηση είναι γλέντι».


Απόψε, τούτο το ξενύχτι γύρω από το σώμα σου, έχει κάτι από θρίαμβο κι από δοξολογία. Τούτο το αποψινό είναι, το δίχως άλλο, ένα πανηγύρι, γιατί μας έδωσε ο Θεός έναν άγιο, να ζήσουμε κοντά του, να δούμε τη θυσία μέχρι το τέλος. Απόψε πιο πολύ παρά ποτέ είσαι πατέρας μας, γιατί τώρα είσαι όλος μια αγκαλιά κι η αγιότητά σου είναι η μεγαλύτερη κρίση για τον καθένα μας. Καλή Ανάσταση, αγαπημένε μας, είθε κι εκεί μαζί, όπως κι εδώ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 17.10.2018
στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.

Η αγία Μαρία Σκομπτσόβα του Παρισιού.


Η αγία Μαρία Σκομπτσόβα, ήταν ένα παιδί του Θεού, κι όπως όλοι οι άγιοι έτσι κι αυτή ξεπέρασε εμπόδια, έφερε στους ώμους της ένα όρος  Αραράτ και κατάφερε αρνούμενη το βόλεμα της προσωπικής επιβίωσης να ζει συμπονώντας πρακτικά τους πονεμένους όπου τους συναντούσε.
Συναντήσαμε τη Μελίτα Αντωνιάδου, αγιογράφο, ζωγράφο και σκιτσογράφο, την πρώτη Ελληνίδα που ερεύνησε επί τόπου, ταξιδεύοντας στις περιοχές που έζησε και μαρτύρησε η αγία Μαρία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μελίτα μάς αφηγήθηκε για χάρη του άρθρου στην “Ορθόδοξη Αλήθεια” πώς ξεκίνησε η έμπνευση για το ταξίδι έρευνας στα χνάρια της αγίας:  «Πριν πολλά χρόνια, η κουμπάρα μου μού χάρισε ένα βιβλίο, τη βιογραφία της Μητέρας Μαρίας Σκομπτσόβα. Σαν υπότιτλο έλεγε, “Μια διά Χριστόν σαλή στους μοντέρνους καιρούς”. Ήταν το πιο όμορφο δώρο. Το διάβασα και το ξαναδιάβασα, υπογραμμίζοντας, αντιγράφοντας, αντιδωρίζοντάς το.
Επρόκειτο για μία εντελώς ξεχωριστή, έντονη, πολύπλευρη προσωπικότητα, ελεύθερη κι ασυμβίβαστη, αφοσιωμένη ολοκληρωτικά στην αγάπη για τον πλησίον. Το τέλος της ήταν ταιριαστό με τον τρόπο που έζησε: Σφράγισε τη ζωή της με το μαρτύριο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ το 1945.


Ποιήτρια, ζωγράφος, αγιογράφος, δήμαρχος, σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών, μετέπειτα μοναχή, λαμπρή θεολόγος και προστάτιδα χιλιάδων κατατρεγμένων, συγγραφέας θεατρικών έργων, ακόμη και σεναρίου ενός φίλμ. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στους διά Χριστόν σαλούς, γιατί, όπως έλεγε, “ο δρόμος τους είναι μεν δύσκολος, αλλά μας προσφέρει την απέραντη ευτυχία να νιώθουμε το χέρι του Θεού σε ό,τι κάνουμε”.
Γεννήθηκε στη Ρίγα και μεγάλωσε στην Ανάπα, μια παραθαλάσσια πόλη της Μαύρης θάλασσας, όπου διετέλεσε δήμαρχος, όπως παλιότερα κι ο πατέρας της, και απ’ όπου αναγκάστηκε να διαφύγει με την οικογένειά της, μέσα σε αμπάρι πλοίου, για να καταλήξει, μετά από πολλές περιπέτειες, στο Παρίσι, για να ονομαστεί αργότερα, η Αγία Μαρία του Παρισιού. Οι γονείς της, πιστοί Χριστιανοί, διαμόρφωσαν τις αξίες, τις ευαισθησίες και τους στόχους της κόρης τους, παρόλο που η τολμηρή φύση της δεν ακολούθησε απλά τα βήματά τους, αλλά τα έθεσε σε σκληρές δοκιμασίες πάλης με τον Θεό. Όπως αναφέρει γι’ αυτήν ένας σύγχρονός της, ο Μοκούλσκιι, “Δεν αναγνωρίζει τους νόμους της φύσης, δεν ξέρει τι σημαίνει κρύο, μένει χωρίς φαγητό ή χωρίς ύπνο εικοσιτετράωρα, δεν λαμβάνει υπ’ όψη της την αρρώστια ή την κούραση, αγαπάει τον κίνδυνο, δεν γνωρίζει τι σημαίνει φόβος και μισεί κάθε μορφή άνεσης, πνευματικής ή υλικής”.


Αυτή τη μαρτυρία τη διάβασα στο βιβλίο που είχα στα χέρια μου, κι έπειτα ακολουθούσε ένα ποίημα της αγίας Μαρίας:

Έψαξα για τραγουδιστές και για προφήτες
Που περιμένουν κοντά στην κλίμακα
Που ανεβάζει στους ουρανούς,
βλέπουν σημάδια του μυστηριακού τέλους,
Τραγουδούν ασύλληπτα για μας τραγούδια.

Και βρήκα ανθρώπους ανήσυχους, ορφανούς, φτωχούς,
Μεθυσμένους, απελπισμένους, άχρηστους,
Χαμένους σ’ όποιο δρόμο κι αν τράβηξαν,
Άστεγους, γυμνούς, πεινασμένους για ψωμί.

Δεν υπάρχουν προφητείες. Μόνο η ζωή
Παίζει διαρκώς το ρόλο του προφήτη.
Το τέλος πλησιάζει, οι μέρες μικραίνουν.
Πήρες τη μορφή του δούλου. Ωσαννά.

Ο βιογράφος, ο πατήρ Σεργκέι Χάκελ, είχε συλλέξει αποσπάσματα από τα γραπτά της, τα οποία μου έκαναν τόση εντύπωση, που θέλησα να μάθω περισσότερα γι’ αυτήν την υπέροχη γυναίκα - να γνωρίσω τη ζωή της και τη σκέψη της. Εκείνη, που εξήγησε με την ίδια της τη ζωή, αυτά που τόσο κρυστάλλινα έγραφε για την πραγματική φύση της Εκκλησίας, για το τι σημαίνει να μετέχει κανείς στο σώμα του Χριστού - και τι σημαίνει να το αρρωσταίνεις, περιορίζοντάς το στα στενά όρια του ηθικισμού και της τυπολατρίας, που γνωρίζει να ζυγίζει και να μετράει, αλλά όχι να ελευθερώνει και να ανασταίνεται.
“Τώρα, γράφει, έχω απόλυτη συνείδηση ότι κάθε θεωρία, οσοδήποτε σημαντική, έχει αναπόφευκτα λιγότερη αξία και είναι λιγότερο απαραίτητη από οποιαδήποτε πρακτική εργασία, όσο κι αν δεν είναι εντυπωσιακή. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση, τις απαιτήσεις της οποίας βιώνω πρωτίστως και με τόση ένταση”.



Στο καταστατικό της Ορθόδοξης Δράσης, μιας οργάνωσης που δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τους Ρώσους πρόσφυγες, παράφρασε τις ίδιες σκέψεις: “Είμαστε επιφορτισμένοι με δευτερεύοντες στόχους και έχουμε την πρόθεση να ασχοληθούμε με αφοσίωση με ό,τι είναι δευτερεύον”.


Η Μελίτα Αντωνιάδου, έλαβε το βιβλίο που περιέγραφε την αγ. Μαρία Σκομπτσόβα το 2003. Η πρώτη σκέψη της ήταν ότι αφού η αγία εκοιμήθη 54 ετών, το 1945, θα πρέπει να ζούσαν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που την γνώρισαν. Μια Λευκορωσίδα φίλη της η Γκρέτα Νικιτίνα, της έδωσε το τηλέφωνο ενός νέου στο Παρίσι, του Μπαζίλ Αρκιπώφ, ο οποίος κατάγονταν από Ρώσους εμιγκρέδες και είχε στενές σχέσεις με το ΑCER - το Ρωσικό Φοιτητικό Χριστιανικό Κίνημα ή Κίνημα της Χριστιανικής Νεολαίας, στο οποίο είχε προσχωρήσει και η Αγία Μαρία όταν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Έτσι ο πρώτος σταθμός της έρευνάς της είναι το Παρίσι.


«Σύντομα, βρέθηκα στο Παρίσι, όπου γνώρισα τον συμπαθέστατο αυτό νέο, ο οποίος μου είπε ότι η κόρη του στενού συνεργάτη της Αγίας Μαρίας, Αγίου Δημητρίου Κλεπίνιν, η Ελένη Αρζακόφσκυ-Κλεπίνιν, είχε όλα τα αρχεία της Αγίας Μαρίας, και ζούσε στη Γερμανία σε μια φοιτητούπολη, το Τύμπινγκεν. Βρήκα το τηλέφωνό της και συμφώνησε να με συναντήσει στην πρώτη ευκαιρία. Το καλοκαίρι αποφάσισα να ταξιδέψω στη Γερμανία οδικώς, μέσω Πάτρας - Ανκόνας. Στο Βερολίνο με περίμεναν παλιοί καλοί μου φίλοι, από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία, που είχαν κάνει μια χαριτωμένη οικογένεια με τρία παιδιά. Ο σύζυγος, ο Γιενς, πίστευε ότι ήταν καλύτερα να κοιτάζουν οι Γερμανοί το παρελθόν τους κατάματα, ώστε να μην επαναληφθούν τα επαίσχυντα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι πήγαινε τα παιδιά του, από πολύ μικρά, να δουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το Ράβενσμπρουκ, φημιζόταν για τη σκληρότητά του - ήταν το χειρότερο γυναικείο στρατόπεδο των Ναζί. Πήγαμε στο στρατόπεδο, το οποίο είχαν αναστηλώσει τη δεκαετία του ’80, όπου εκτός από τα κτίρια που διασώζονται, τους θαλάμους όπου σε τρίπατες σανιδένιες κουκέτες στη σειρά στοιβάζονταν γύρω στις 100 κρατούμενες ανά θάλαμο, τους διαδρόμους εκτέλεσης με όπλο, τις πελώριες κυλιόμενες πέτρες που ήταν αναγκασμένες οι κρατούμενες να σύρουν 10 και 12 ώρες τη μέρα, την αυλή της ορθοστασίας, τους χώρους εργασίας, ράψιμο κλπ, τα κρεματόρια, είχε και τους φούρνους, όπου έκαιγαν τα νεκρά από τους θαλάμους αερίων σώματα. Οι φούρνοι είχαν μεγάλη ταμπέλα με τον κατασκευαστή και τα στοιχεία του, ώστε αν χρειαζόταν κανείς για δική του χρήση, να τους έβρισκε… 


Τι να πει κανείς. Μπροστά στους φούρνους κάποιοι συγγενείς των θυμάτων είχαν τοποθετήσει μια πλάκα με το όνομα των δικών τους που χάθηκαν. Δεν υπήρχε τίποτα για τη Μητέρα Μαρία. Μόνο στον εκθεσιακό χώρο είχε μια μικρή βιτρίνα με εργόχειρό της, ένα κεντημένο μαντήλι κι ένα κομποσκοίνι. Η υπεύθυνη του μουσείου πρόθυμα μας φωτοτύπησε τα στοιχεία της κρατουμένης που αναζητήσαμε.


Επόμενος σταθμός, Τύμπινγκεν, να συναντήσω την Ελέν Αρζακόφσκυ-Κλεπίνιν. Παρόλη την φήμη των γερμανικών εθνικών οδών ότι είναι άψογες, χωρίς διόδια και χωρίς όριο ταχύτητας σε ορισμένα μέρη, που με έκανε να νομίσω ότι θα ταξιδέψω σύντομα από το Βορρά στο Νότο, μια ισχυρή νεροποντή έγινε αιτία να καταρρεύσει μια μεγάλη γέφυρα, με αποτέλεσμα να κολλήσουμε στη μέση του πουθενά (χιλιόμετρα ουρά τα αυτοκίνητα) για επτά ολόκληρες ώρες. Όταν κάποτε έφτασα στο σπίτι της κυρίας Ελένης, περίμενα να με υποδεχθεί μια γηραιά κυρία. Με έκπληξή μου είδα μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, όμορφη, ευγενική, πολύ μορφωμένη και προσηνής. Δεν πέρασε πολλή ώρα και βρεθήκαμε να καθόμαστε οκλαδόν ανάμεσα σε κούτες με αρχεία από την εποχή της Λουρμέλ (το μοναστήρι στο Παρίσι που είχε ιδρύσει η Μητέρα Μαρία και στο οποίο υπηρέτησε ο π. Δημήτριος, ο πατέρας της Ελένης, τα τελευταία χρόνια πριν ξεσπάσει ο πόλεμος). Μου έδειξε το αστέρι που υποχρέωσαν οι Ναζί να φορέσουν οι Εβραίοι και τα πιστοποιητικά βάφτισης που εξέδιδε ο πατέρας της, πατήρ Δημήτριος, στους Εβραίους για να παραστήσουν τους Χριστιανούς και να γλυτώσουν τις διώξεις (αυτός ήταν και ο λόγος που συνελήφθησαν, η Μητέρα Μαρία, ο π. Δημήτριος, ο Γιούρι, γιος της μητέρας Μαρίας, και ο Ηλία Φονταμίνσκι, ένας πρώην Εβραίος και μετέπειτα βαπτισθείς, που εργαζόταν ακούραστα μαζί με τους υπόλοιπους για την ανακούφιση και προστασία κάθε είδους κατατρεγμένων που έβρισκαν καταφύγιο στο ιδιότυπο αυτό μοναστήρι στην καρδιά του Παρισιού). Είχε όσα γράμματα διασώθηκαν από τα διάφορα στρατόπεδα που εστάλησαν, του πατέρα της Ελένης, της Μητέρας Μαρίας, του Γιούρι και του Ηλία. 


Ο πατήρ Δημήτριος Κλεπίνιν, γράφει σε μια επιστολή του, ότι η Χάρις του Θεού που βίωναν μέσα στο στρατόπεδο ήταν τόση που δεν θα άλλαζε με τίποτα στον κόσμο το χρόνο που πέρασε σε αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου (και που στοίχισε σ’ αυτόν -και στην όλη παρέα- τη ζωή τους). Η Ελένη είχε ήδη παραδώσει τα θεολογικά γραπτά της Μητέρας Μαρίας να μεταφραστούν στα αγγλικά. Ο Τζιμ Φόρεστ, Αμερικανός συγγραφέας και εκδότης ενός Ορθόδοξου περιοδικού, του In Communion, θα το προλόγιζε. Με διαβεβαίωσε η Ελένη ότι τα γραπτά αυτά ήταν η πιο σημαντική της συλλογή θεολογικών πονημάτων, οπότε ανυπομονούσα να τα διαβάσω. Είχε όμως γράψει και πολλά άλλα, τα οποία άργησαν αρκετά να δουν το φως της δημοσιότητας. Η Ελέν μού είπε ότι η Μητέρα Μαρία δεν δίσταζε να στείλει άρθρα της σε όποιον της ζητούσε, έστω κι αν το περιοδικό ή η εφημερίδα δεν έχαιρε αμέμπτου φήμης. Κάποιος κάπου κάτι θα “τσίμπαγε”. Αυτή ήταν η άποψή της. Όπως δεν δίσταζε να πηγαίνει σε κακόφημες συνοικίες του Παρισιού να βοηθήσει νεαρές άκληρες απελπισμένες κοπέλες που αναζητούσαν ένα στήριγμα για να διαφύγουν από την πορνεία. Για ένα τέτοιο κορίτσι που φιλοξενούσε στο μοναστήρι, ήρθε σε διαφωνία με τη μοναχή Ευδοκία που ζούσε εκεί, και η οποία σηκώθηκε κι έφυγε κατασκανδαλισμένη.


Ανέφερα στην Ελένη ότι δεν υπάρχει μια πλάκα στο Ράβενσμπρουκ αφιερωμένη στη μνήμη της, και την άλλη χρονιά μού έγραψε με χαρά, ότι μια επιτροπή στο Παρίσι ανέλαβε την κατασκευή μιας τέτοιας πλάκας, γινόταν έρανος, και όταν θα ετοιμαζόταν θα κάνανε προσκύνημα μαζί με τον επίσκοπό τους στο Ράβενσμπρουκ. (Αυτό έπειτα καθιερώθηκε να γίνεται κάθε χρόνο, καθώς το 2004 ανακηρύχθηκε Αγία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως κι ο γιος της Γιούρι, ο π. Δημήτριος και  ο Ηλίας Φονταμίνσκι).


Ξανά στο Παρίσι, επισκέφτηκα την οδό Λουρμέλ, όπου δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα σήμερα από το μοναστήρι της Αγίας Μαρίας (καθώς ο χώρος διατηρείτο με ενοίκιο), εκτός από μια πλάκα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας που κτίστηκε στη θέση του, να θυμίζει τι υπήρξε κάποτε. Το τέμπλο, και εικόνες, ζωγραφισμένες ή κεντημένες από τη Μητέρα Μαρία, βρίσκονται σήμερα στον Ορθόδοξο Ναό του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ σε μια άλλη συνοικία του Παρισιού. Όταν τον επισκέφτηκα, γνώρισα την ηλικιωμένη νεωκόρο, η οποία θυμόταν καλά την αγία Μαρία, γιατί η μητέρα της υπηρετούσε στη Λουρμέλ και την έπαιρνε καθημερινά μαζί της. “Ήταν μια ατρόμητη γυναίκα”, μου είπε. “Ακούραστη, δεν υπολόγιζε καθόλου τον εαυτό της, κυκλοφορούσε μ’ ένα λερωμένο ράσο από τις δουλειές και χαμογελούσε πλατιά. 


Το ίδιο πλατιά ήταν κι η αγκαλιά της, ήταν πολύ εκδηλωτική. Ψηλή και γεμάτη, ακτινοβολούσε ζεστασιά προς όλους, αλλά και δεν δίσταζε να μιλήσει αυστηρά όταν διαφωνούσε με κάτι. Δεν φρόντιζε να κρύβει τι έκανε, μιλούσε ανοιχτά για τους Ναζί και έκανε ηχηρές δηλώσεις για την αδικία εις βάρος των Εβραίων, μάλιστα θεωρούσε ότι όλοι οι Χριστιανοί όφειλαν να φορέσουν το αστέρι του Δαβίδ για συμπαράσταση, αφού ο Χριστός ήταν κι αυτός Εβραίος κι απόγονος του Δαβίδ. Αν φυλαγόταν ίσως και να γλύτωνε από την Γκεστάπο, αλλά ο θάνατος δεν ήταν αυτό που τη φόβιζε, γιατί είχε αναστημένη ψυχή”.
Δεν συγκράτησα το όνομα της νεωκόρου, αλλά δεν θα ξεχάσω τη φωτεινή της παρουσία και την οικειότητα που ένιωσα κοντά της.


Μια πολύ σημαντική συνάντηση ήταν με την Ελισαμπέτ Μπερ-Σιγκέλ. (Το οποίο κατέστη δυνατόν με την ευγενή μεσολάβηση του Μιχαήλ Σταύρου, θεολόγου στο γαλλικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι - η εύθραυστη υγεία της ανάγκαζε τους δικούς της να περιορίζουν τις συχνές επισκέψεις). Είχα την καλή τύχη να την επισκεφτώ στην ταπεινή της κατοικία, ένα μικρό διαμέρισμα σ’ ένα υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. (Όλοι οι αξιόλογοι λόγιοι Ρώσοι εμιγκρέδες που γνώρισα, όπως οι Λόσκυ, ζούσαν σε μικρά ταπεινά διαμερίσματα, γεμάτα βιβλία και φωτογραφίες, με το εκλεπτυσμένο γούστο των παλιών αρχόντων, να θυμίζει την καταγωγή τους). Η κόρη της Ναντίν, μας έφερε τσάι. Η Ελισαμπέτ, 97 χρονών, ετοίμαζε μια διάλεξη που θα έκανε στην Οξφόρδη σε λίγες μέρες. Φωτεινή και δυναμική, παρόλο το αιωνόβιο σώμα, μου μίλησε για το πώς συναντιόταν στα κρυφά με τη Μητέρα Μαρία σε διάφορα σπίτια, πώς έκρυβαν Εβραίους σε πατάρια και υπόγεια, πώς μάζευαν λεφτά για να τους φυγαδεύσουν στην Ελβετία, στην Αγγλία, πώς έφτιαχναν πλαστά χαρτιά και ταυτότητες, αλλά και για το πώς δεν μπορούσε η μητέρα Μαρία να κόψει το κάπνισμα και στην προσπάθειά της ονειρευόταν τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα… Κι εκεί έβαλε τα γέλια. “Εμ, πώς! Ξέρεις σε τι ένταση ζούσε; Πόσες υποθέσεις περνούσαν από το χέρι της κάθε μέρα, και συγχρόνως έτρεχε να μαζέψει φαγητό καθημερινά για τα συσσίτια, να ζητιανέψει χρήματα για τις χίλιες δυο ανάγκες…


 Ξέρω, ξέρω, τους ευλαβείς Χριστιανούς τούς σοκάρουν αυτά!” Και ξαναγέλασε ανάλαφρα. “Τι άνθρωπος ήταν; Ήταν άνθρωπος που δεν του άρεσαν τα ημίμετρα”, μου είπε. “Γι’ αυτό κι έλεγε: Δεν μπορεί κανείς να είναι Χριστιανός με μέτρο”.
Η Ελισαμπέτ, δέκα μέρες μετά την επίσκεψή μου κοιμήθηκε. Δεν πρόλαβε να κάνει την ομιλία της στην Οξφόρδη. Σαν πουλάκι, με ένα βιβλίο στο χέρι, εξέπνευσε στο κρεβάτι της. Είμαι ευγνώμων που την πρόλαβα στον εδώ κόσμο.
Στην Ολλανδία, στο Άλκμααρ, έμεινα λίγες μέρες στο φιλόξενο σπίτι του Τζιμ και της Νάνσυ Φόρεστ. Μόλις είχε εκδοθεί το βιβλίο με τα σημαντικά γραπτά της Αγίας Μαρίας στα αγγλικά. Ο Τζιμ μού παρεχώρησε τα δικαιώματα για την εκτενή εισαγωγή με το βίο της που είχε γράψει ο ίδιος. Ακολούθησε η δική μου μετάφραση και η έκδοσή του με τίτλο σύμφωνο με τον αντίστοιχο γαλλικό: “Η Θυσία του Αδελφού”. Σύμφωνο με την καρδιά της, με τη ζωή της, με αυτό που η ίδια δήλωνε στα κείμενά της. Όπως έγραψε: “Κανένας όγκος σκέψης δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλήξει σε μια πιο υπέροχη διατύπωση από αυτές τις δυο λέξεις, “αγαπάτε αλλήλους”, εφόσον αυτό αφορά μια άνευ όρων και μέχρι τέλους αγάπη”.
Από τα γραπτά της αγίας Μαρίας του Παρισιού παραθέτουμε ακόμα ένα απόσπασμα με τίτλο:
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΙ ΝΑ ΖΕΙΣ

‘Εντελώς νόμιμα και αξιοπρεπώς μπορείς να περπατάς πάνω στη γη: να μετράς, να ζυγίζεις και να προγραμματίζεις για το μέλλον. Aλλά είναι εξίσου δυνατό να περπατάς επί των υδάτων. Τότε είναι αδύνατο να μετράς και να προγραμματίζεις το μέλλον. Το μόνο πράγμα που είναι απαραίτητο είναι να πιστεύεις διαρκώς. Μια στιγμή ολιγοπιστίας κι αρχίζεις να βυθίζεσαι”

Η προφορική παράδοση τη θέλει να παίρνει τη θέση μιας μητέρας Εβραίας με παιδιά, να οδηγείται στο Ράβενσμπρουκ και να πεθάνει η ίδια στα κρεματόρια

Νιώθουμε ευγνώμονες για όσα μας παρέδωσε η Μελίτα Αντωνιάδου μαζί με το φωτογραφικό υλικό, αλλά και για την ευκαιρία να στοχαστούμε και να θαυμάσουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που παρέδωσαν την κοσμική τους ζωή κι έγιναν άγιοι, έζησαν  κοσμογονίες και μίκρυναν για να ρέει στους υπόλοιπους η θεία χάρη, να ποτιστεί ο κόσμος, να  φωτίζεται η σκιά, να παρηγορείται η θλίψη των ανθρώπων.

Σοφία Χατζή
Δημοσιεύθηκε στην ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ομιλία εἰς την Π.Ο.Ε.: π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος: «Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος εις την ζωήν των πιστών κατά τον Άγιον Κύριλλον Ἀλεξανδρείας»


ΑΞΊΖΕΙ! Ένας υπέροχος λόγος για τα παιδιά.


Πέρα από τον ορθόδοξο περσοναλισμό: Nέοι προβληματισμοί για τη θεολογική σημασία του Εαυτού


Δεκάχορδος ουρανός (μέρος 1ο) - Νώντας Σκοπετέας


«ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει»: «Παγκοσμιοποίηση και Ταυτότητες»


«ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει... 2018»: π. Αυγουστίνος Θεοδωρόπουλος


Иеромонах Нил (Парнас). ПРИШЕСТВИЕ В МИР СПАСИТЕЛЯ - ЧАСТЬ 2 (5.10.2018)


Ο "νέος" άνθρωπος του Λουθήρου


Nεανικό Αρχονταρίκι 01 Νέοι και Εκκλησία


"Now we can do everything we want!" (Fr. Rafail Noica)


''ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2018'' 13η ΗΜΕΡΑ - ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ & ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ κ. ΙΕΡΕΜΙΑ


''ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2018'' 13η ΗΜΕΡΑ - ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ κ. ΙΕΡΕΜΙΑ. “Η μετάνοια κατά την Παλαιά Διαθήκη".