Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Μονή Κουδουμά: Το "Άγιον Όρος" της Κρήτης.







Το "Άγιον Όρος της Κρήτης", η Μονή Κουδουμά, προσφέρει την ηρεμία και τη γαλήνη που (ψάχνει;) χρειάζεται κανείς για να 'ρθει σε απόλυτη επαφή με το Θεό.

Γύρω τριγύρω από τη μονή, σε "τοπαλάκια" ευκολοδιάβατα ή όχι, αλλά πάντα στραμμένα στη θάλασσα, είναι "σπαρμένα" δεκάδες σπήλαια που μαρτυρούν πως εκεί υπήρχε ζωή ήδη από τον 6ο αιώνα.


«Σε μελέτη που διεξήγαγε η μονή για την αναστήλωση των σπηλαίων», λέει μιλώντας στην εφημερίδα "Νέα Κρήτη" ο ηγούμενος της μονής Αρχιμανδρίτης Μακάριος, «έχουμε ανακαλύψει πως αυτά χρησιμοποιήθηκαν σε τρεις περιόδους ως κελιά ασκητών: τον 7ο, το 14ο και βέβαια τον 20ό αιώνα με τους Αγίους Πατέρες. Ο τελευταίος ασκητής της περιοχής κοιμήθηκε πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, ωστόσο όλοι το ξέρουν αυτό: τ' Αστερούσια έχουν τον τρόπο να κρύβουν καλά τα μυστικά τους»!

​Η παραλία του Κουδουμά είναι μία από τις πιο όμορφες -και βέβαια καθαρές - θάλασσες της Κρήτης

Ο Όσιος Κοσμάς ο Ερημίτης και Ομολογητής

Μία από τις μεγαλύτερες μορφές του Ασκητισμού, ξεχασμένος εν πολλοίς σήμερα, που έζησε εκεί τον 7ο αιώνα, είναι ο Όσιος Κοσμάς ο Ερημίτης, ο οποίος τιμάται στις 2 του Σεπτέμβρη, σε ένα σπηλαιώδη ναό, τον Αββακόσπηλιο, που βρίσκεται στα δυτικά της Μονής Κουδουμά, σε μια απόσταση περίπου 15 λεπτών χαλαρής πεζοπορίας, ο οποίος μάλιστα είναι διαμορφωμένος έτσι εξαιτίας της αρμύρας που έχει "φάει" τα βράχια, με αποτέλεσμα κανείς να "βλέπει" εκεί την αναπαράσταση μορφών της Εκκλησίας.


Τα όσα με καρτερία και εσωτερικότητα αντιπάλεψε ο Άγιος και ο τρόπος που τίμησε το Θεό τού χάρισαν την αφθαρσία. Για περισσότερα από 400 χρόνια το σκήνωμά του παρέμενε "χτισμένο" μέσα στο σπήλαιο...

Κι όμως, όταν το 1058 Βενετοί έμποροι παραβίασαν την κρύπτη του αγίου και έκλεψαν το λείψανο, αυτό παρέμενε όπως την ημέρα που είχε κοιμηθεί, «άφθαρτο και ευωδιάζον».

Οι Βενετοί το μετέφεραν στη Βενετία και το κατέθεσαν στην Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου τού Μείζονος, όπου και παραμένει ακόμη και σήμερα τοποθετημένο στο παρεκκλήσι του Αγίου Βενέδικτου. Τα τελευταία χρόνια, όπως λέει ο ηγούμενος Μακάριος, γίνονται κινήσεις προκειμένου ο Άγιος να επιστρέψει στον τόπο του.

​Σήμερα στη Μονή Κουδουμά, με τα δύο κύρια μετόχια της, των Τριών Ιεραρχών στο Λουσούδι και του Αγίου Νικολάου πάνω από το χωριό Στέρνες και τα πολλά της παρεκκλήσια, ζουν οκτώ Πατέρες και δύο υποψήφιοι δόκιμοι

Η Ιερά μονή Κουδουμά το 14ο αιώνα

Η ιστορία συνεχίζεται το 14ο αιώνα, όταν και απαντώνται αναφορές για τη μονή στα χειρόγραφα του Ιωσήφ Φιλάγρη. Υπερασπιζόμενος αυτός ένα μοναχό, τονίζει πως ο εν λόγω μοναχός «εγκαταστάθηκε από πολύ μικρή ηλικία στο μονύδριο Κουδουμά, κάτω από το όρος Κόφινα, υπό την καθοδήγηση του Δομέτιου Καππαδόκη, αδελφού της Μονής Κουδουμά», που δίδασκε τα ιερά και όχι μόνο γράμματα.

Μάλιστα, όπως αναφέρεται στις επιστολές Φιλάγρη, η μονή αποτέλεσε και ιδιότυπο σχολείο, κάτι που πιστοποιείται και από την τοιχογραφία που υπάρχει και σώζεται ως και σήμερα στο καθολικό.

Κι ύστερα, η Μονή Κουδουμά χάνεται από το ιστορικό προσκήνιο ως και τη σύγχρονή μας εποχή. Ίσως αυτό να οφείλεται στις εποχές της παντοκρατορίας των πειρατών. Ίσως στην κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους. Μπορεί πάλι να αποτελεί απλώς μια συγκυρία...

​Γύρω τριγύρω από τη μονή, σε "τοπαλάκια" ευκολοδιάβατα ή όχι, αλλά πάντα στραμμένα στη θάλασσα, είναι "σπαρμένα" δεκάδες σπήλαια, που μαρτυρούν πως εκεί υπήρχε ζωή ήδη από τον 6ο αιώνα

Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος

Στον 20ό αιώνα, η επανίδρυση και επαναλειτουργία της Ι.Μ. Κουδουμά οφείλεται σε δύο μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, τους Οσίους Παρθένιο και Ευμένιο, αδέρφια οι δυο τους, με καταγωγή από το χωριό Πιτσίδια, που έγιναν μοναχοί στην Οδηγήτρια και ασκήθηκαν στο Μάρτσαλο.

Με προτροπή της Παναγίας πήγαν στο Κουδουμά και με δική της προτροπή "έστησαν" και πάλι το μοναστήρι. Σύμφωνα με τα ιερά κείμενα, η ίδια η Παναγία ήταν αυτή που προέτρεψε τον Όσιο Παρθένιο να μείνουν εκεί και να ξαναχτίσουν τη μονή, και μάλιστα έθεσε εαυτόν και οικονόμο!

«...Μείνε εδώ να ιδρύσεις μονύδριον και να εκτελείτε τα της μοναδικής πολιτείας καθήκοντα και την τάξιν της ακολουθίας σώαν και μη φοβού διότι Εγώ θα είμαι οικονόμος», του είπε, κι έτσι ξεκίνησε ο αγώνας τους να χτιστεί το μοναστήρι, πάνω στα ερείπια του παλαιού, στο οποίο δεν υπήρχαν παρά μόνο κάποια απομεινάρια του παλαιού τοίχους.

Η Μονή Κουδουμά σήμερα

Σήμερα, στη Μονή Κουδουμά, με τα δύο κύρια μετόχια της, των Τριών Ιεραρχών στο Λουσούδι και του Αγίου Νικολάου πάνω από το χωριό Στέρνες, και τα πολλά της παρεκκλήσια, ζουν 8 Πατέρες και δύο υποψήφιοι δόκιμοι. Στη πλειοψηφία τους οι Πατέρες είναι νέοι σε ηλικία άνθρωποι, και μάλιστα ανώτερου μορφωτικού επιπέδου.

«Η Παναγία οικονόμησε και γι' αυτό», λέει ο ηγούμενος, που κλείνει πια τα 21 χρόνια ως μοναχός στη Μονή Κουδουμά και σημειώνει πως έφτασαν περίοδοι που στο μοναστήρι δεν υπήρχαν παρά ένας-δυο μοναχοί. Όπως αναφέρει, «όλοι οι μοναχοί γνωρίζουν για ποιο σκοπό έχουν έρθει στο μοναστήρι και επιζητούν αφενός να βρουν τη σωτηρία τους και αφετέρου να θυσιαστούν για την αγάπη στον άνθρωπο και πάνω απ' όλα για το Θεό».

Κύριο έργο τους είναι η λατρεία του Θεού, οι καθημερινές ακολουθίες και η Θεία Λειτουργία. Κατόπιν, απασχολούνται και σε διάφορα διακονήματα, όπως αγιογραφία, ψηφιδωτό, συλλογή αλατιού από τις αλυκές της μονής, παρασκευή θυμιάματος - σαπουνιού, καθώς επίσης έχουν και τη φροντίδα της περιουσίας της μονής και των ζώων αυτής.

Και βέβαια, κυρίαρχο ρόλο έχει η φιλοξενία! Στο κομμάτι αυτό μάλιστα, στη φιλοξενία δηλαδή, τόσο σε ό,τι αφορά τη διαμονή όσο και τη σίτιση, επιδίδονται με εξαιρετική θέρμη, παρόλο που αυτό είναι... "κοστοβόρο" όχι μόνο οικονομικά αλλά και ουσιαστικά, καθώς, πέραν των υλικών, απαιτούνται και άτομα επιφορτισμένα με τη φροντίδα των επισκεπτών.

​Ο Όσιος Κοσμάς ο Ερημίτης έζησε τον 7ο αιώνα σε μια σπηλιά, τον Αββακόσπηλιο, στα δυτικά της Μονής Κουδουμά

Φροντίδα των επισκεπτών: «Εντολή» της Παναγίας η φιλοξενία

«Δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς», λέει ο ηγούμενος, και τονίζει πως είναι «εντολή της Παναγίας» να προσφέρουν στους προσκυνητές, μιας κι η περιοχή δεν προσφέρει ούτε τις στοιχειώδεις ανέσεις.

«Όσες φορές κι αν σκεφτήκαμε στο παρελθόν να διακόψουμε ή να ελαττώσουμε τη φιλοξενία, στην τράπεζα συνήθως, η Παναγία επενέβαινε με διάφορους τρόπους και μας φανέρωνε πως είναι θέλημά της να συνεχιστεί. Κι όταν μάλιστα μια περίοδο είχαμε αντικειμενική οικονομική δυσκολία να προσφέρουμε τροφή σε τόσο πολύ κόσμο, έρχονταν άνθρωποι, από μόνοι τους και χωρίς να γνωρίζουν, και πρόσφεραν συγκεκριμένα για το τραπέζι της Κυριακής για παράδειγμα», λέει ο ηγούμενος.

Και βέβαια, οι μοναχοί "συνειδητοποίησαν" την εντολή της Παναγίας όταν ένα πρωινό εμφανίστηκε στην πόρτα της μονής ένας πιστός από το χωριό της Αγίας Βαρβάρας Ηρακλείου, με φορτωμένο στο αγροτικό του αυτοκίνητο ένα τρίμετρο (!) τραπέζι. Στην απορία των μοναχών γιατί τους έφερε ένα τόσο μεγάλο τραπέζι και στη διάθεσή τους να το επιστρέψουν, ο πιστός απάντησε πως αυτό ήταν αδύνατο.

Όπως τους είπε, τις τελευταίες τρεις ημέρες τον επισκέπτονταν στον ύπνο του μια μαυροφορεμένη γυναίκα, που του έλεγε πως το έπιπλο αυτό που φυλάσσονταν στην αποθήκη πρέπει να πάει στο σπίτι της στο Κουδουμά, γιατί θέλει να κάνει τραπέζια στους ανθρώπους. «Αυτό είναι ένα ακόμη δείγμα του θελήματος της Παναγίας», λέει ο ηγούμενος, κι ας υπάρχουν διάφοροι που μιλούν για "κοσμικότητες" που επισκιάζουν το πνευματικό έργο του μοναστηριού.

"Διακοπές" στο Κουδουμά

Στο μεταξύ, δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν με συμφεροντολογική ματιά τη φιλοξενία του μοναστηριού. Μην ξεχνάμε πως η παραλία του Κουδουμά είναι μία από τις πιο όμορφες - και βέβαια καθαρές - θάλασσες της Κρήτης. Είναι αρκετοί αυτοί που "κατασκηνώνουν" εκεί κάνοντας έτσι τις... "διακοπές" τους οικονομικά και με αποκούμπι το μοναστήρι.

Μάλιστα, παραθέτοντας και προσωπική εμπειρία, δεν είναι λίγες οι φορές που οι επισκέπτες "ξεχνούν" σε ποιο τόπο βρίσκονται και κυκλοφορούν στον αύλειο χώρο της μονής με περιβολή... "παραλίας".

Ωστόσο κι εδώ η Παναγία κάνει τη "δουλειά" της. Λίγο η επιβλητικότητα του τοπίου, πολύ η πνευματικότητα του τόπου κι άλλο τόσο η μυσταγωγία των ψαλμών της εκκλησίας που ακούγονται από τα μεγάφωνα του μοναστηριού, κανείς δε φεύγει χωρίς να 'χει στην ψυχή του κλείσει τη γαλήνη της πίστης.

Από την εποχή του Αποστόλου Παύλου έως σήμερα: Ένα φιλόδοξο σχέδιο "γνωριμίας" με το Χριστιανισμό

Τη μονή "περιτριγυρίζουν" δέκα μεγάλα σπηλιάρια, τα πιο κοντινά, γιατί μέσα στο φαράγγι υπάρχουν κι άλλα πολλά, τα οποία τώρα ανακατασκευάζονται με σκοπό να λειτουργήσουν ως εκκλησίτσες τα τρία, ενώ τα δύο μάλιστα είναι ήδη έτοιμα.

Τα υπόλοιπα θα γίνουν μέρος ενός πολύ φιλόδοξου σχεδίου της μονής. Θα διαμορφωθούν ως μουσεία, με σκίτσα και κείμενα που θα δίνουν την ευκαιρία στον προσκυνητή που θα τα επισκέπτεται να μαθαίνει όλη την ιστορία του Χριστιανισμού στην Κρήτη, με έμφαση βέβαια στα Αστερούσια, από την εποχή του Αποστόλου Παύλου έως σήμερα! Το κάθε κελί, δηλαδή, θα είναι αφιερωμένο σε κάθε μία από τις περιόδους του Χριστιανισμού.

«Αυτό θα είναι και το μοναδικό που θα μας κρατήσει», λέει ο ηγούμενος, σημειώνοντας πως κανείς πρέπει να γνωρίζει από πού έρχεται και ποιες είναι οι ρίζες του, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως αυτή που ζούμε, που όλα φθίνουν.

Ρεπορτάζ: Μαίρη Καριωτάκη



Μακεδονική ταυτότητα: Με τον Σαράντο Καργάκο - Μέρος Γ'


π.Θεμ. Μουρτζανός : ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (29.1.2018)


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΕΩΣ -1655- -Αφηγηματική Βιογραφία-




Κατά το έτος 1630 περίπου, στ’Ανάπλι, ήρθε στον κόσμο κι’είδε το φως του Χριστού ο Άγιος Αναστάσιος.Λέγεται πως γεννήθηκε την μέρα τη Λαμπρής γι’αυτό κι’όταν  τον Βαπτίσανε του δώσανε αυτό το καλό όνομα.
Είχε γονείς  απλούς και αγαθούς .Φτωχικούς μέν από τα αγαθά του κόσμου τούτου μα πλούσιους από την αγάπη του Χριστού και  της Βασιλείας Του.
Τούτη την άγια κληρονομιά δώσανε στον γιό τους  τον Αναστάση και σαν μεγάλωνε  και έπαιζε με τ’άλλα παιδιά του μαχαλά , έκοφτε συχνά  το παιχνίδι και πήγαινε στις Εκκλησίες και στα ‘ξωκκλήσια ν’αποθαυμάζει  τις Αγιογραφίες και τα ‘κονίσματα που’χαν  ιστορήσει  ευλαβείς ζωγράφοι.Τον γοήτευε περίσσια η τέχνη της Θεογραφίας, γιαυτό κι’όταν ενηλικιώθη έβαλε σκοπό να μάθει τούτη την άγια τέχνη και να ιστορεί και κείνος τον Χριστό και τα θαυμάσιά  Του.
Αφού λοιπόν εξεπεδεύθη  ικανώς  και επί καιρόν στους αδελφούς Αγιογράφους Γεώργιον και Δημήτριον  Μόσχον,  δείχνοντας αξιοθαύμαστο ζήλο, έγινε κατόπιν ένας  άξιος και ικανότατος  Αγιογράφος όχι μόνο στα εικονίσματά που έφτιαχνε αλλά και στην ζωή του, αποδείχνοντας την ψυχή του  άξια ζωγραφιά των αρετών του Χριστού.
Φθάνοντας το 25ον έτος της ηλικίας του λοιπόν και έχοντας ψυχήν αισθαντικήν και καλλιτεχνικήν,  αγάπησε και ερωτεύθηκε με όλην του την καρδιά μία κοπέλα απ’τ’Ανάπλι και αφού συνεφώνησαν να νυμφευθούν εβάλανε το λοιπόν τον αρραβώνα
Μα ο μεγαλαδελφός της κοπέλας δεν συμπαθούσε ποσώς τον Αναστάση .
Τούτος ήταν τρανός Σαράφης στ’Ανάπλι , αρπατονύχης στ’αλήθεια, που με διάφορα νιτερέσια και δώσε -πάρε με την Τουρκιά  και τους Αγάδες είχε καταφέρει να κάμει γρήγορα πολύ παρά και να μαυρίσει την ψυχή του  σαν του κοράκου απ’την απληστία  και την αχορταγιά του.
Γιαυτό και ποτές δεν είδενεν με καλό μάτι την αγνή αγάπη τ’Αναστάση με της αδελφής του . Ο Αναστάσης είχε όνομα καλού και πιστού χριστιανού και θρήσκου καθ’όλην την εντέλειαν.Μάλιστα πολλάκις είχε πιαστεί και στα χέρια με κάποιους μωχαμέτηδες πού’χαν υβρίσει την άγια πίστη του. Δεν ήθελε λοιπόν να βγάλει τούτος ο σκύλος όνομα ότι συγγένευσε με έναν ζηλωτήν Χριστιανόν βάζοντας έτζι σε κίνδυνο την θέση του και τον παρά του. Γι΄αυτό και δεν ξεκουράζονταν ποτέ από το να βάζει διαβολιές και μαναφούκια  στην αγάπη τους ,ακόμη και μάγια να κάμει,σε σημείο να καταφέρει από καιρό εις καιρόν  να  ρίξει δηλητήριο και έτζι να τους χωρίσει.
Τούτο έκοψε την καρδιά τ’Αναστάση στα δύο και έκτοτε σαν άνθος δίχως ικμάδα, ως ζωντανός νεκρός , άρχισε ν’αποξεχνιέται και να περιφέρεται αφηρημένος  απ’εδώ και απ’έκεί σαν χαμένος  σε δρόμους ,σοκάκια και αγρούς.
Απ ‘την υπερβολική  μελαγχολία δεν άργησε να χάνει και τα λογικά του σιγά-σιγά και να παραφρονήσει τελείως.Έγινε  σαν κουζουλός , περίγελος των πάντων και όλοι οι  χασομέρηδες  τονε πρόγγιζαν  κάνοντας χάζι μαζί του.
Έτζι περνούσαν οι μέρες και κάποιοι ευχαριστούσαν τον Θεό για τούτη τη συφορά ΄που συνέβη  στον Αναστάση :
«-Δόξα να’χει ο Θεός, λέγαν ,  δεν μας άφησε να πλήξουμε. Μας έστειλε τον Τρελο-Αναστάση  να γελάμε.»
Ακόμη και ο Χασάνης ο μπαρμπέρης  αποφαινότανε πειραχτικά:
«-Ελάτε  γειτόνοι να καμαρώσετε την κατάντια του Κουζουλαναστάση  . Ευτυχώς ο Αλλάχ στον πιο καλό καιρό τον μώρανε,  θα χουμε τώρα και τζάμπα θέατρο  στο μαχαλά μας να κάνουμε χάζι.
Κατόπιν  το έριξε στο ζητιανιλίκι. Πήγαινε τις καθμερινές στην Αγορά να κάμει τον ικέτη μα  μόλις τον συναντούσαν τα τουρκαλβανάκια τον πρόγγιζαν  και του πετούσαν  εις το πρόσωπόν του όσες ακαθαρσίες βρίσκανε στα σκουπίδια.
Το πρωί  λοιπόν περπατούσε μέσα στο κόσμο και στις αγορές , πεινασμένος, διψασμένος και υβριζόμενος και το βράδι πήγαινε σε κάτι βρώμικες γωνιές, έδιωχνε τους σκύλους που ρεμπέλευαν εκεί κι’εκοιμόντανε   στο δρόμο.
Βλέποντας κιόλας ο Μουσταφά Μπέης την κατάντια του κι’ότι δεν έχει νουν να συντάξει τον εαυτόν του, εκμεταλεύτηκε την αρρώστια του κι’ένα πρωί του’θεσε στην κεφαλή του ένα  άσπρο Σαρίκι λέγοντας του πειραχτικά: «Να τώρα γίνηκες άνθρωπος !Δεν είσαι πλέον χριστιανός.Από τώρα  και στο εξής βαπτίζεσαι Ιμπραήμ και θα ‘σαι πιστός του Μεγάλου Προφήτη.»
Μα ο άνθρωπος  όσο κι’αν ξεστρατίσει κάποτες , σαν έχει όμως  γερές ρίζες στην ψυχή του,  έρχεται εις νουν και βρίσκει να κουμαντάρει  το πηδάλιο της ζωής του.
Μετά από καιρό όπου  συνέβει τούτο και μια εσπέρα, όπου περνούσε έξω απ’το Εκκλησάκι της Αγίας Σοφιάς  στ’Ανάπλι, εξήστραψε εμπρός του μία φωτερή λαμπηδόνα που ανέτελλε από το παραθύρι του Ιερού.Τούτο το φως τον έκανε να συγκλονισεί , να πισωστρατίσει  και να νοιώσει κάτι σαν σκοτεινά λέπια που του φυλάκιζαν τόσον καιρόν τον λογισμόν του , να ξεπέφτουν από την κεφαλή του βλέποντας πλέον πεντακάθαρα και διάφανα μέσα    και γύρω του .
Αμέσως φούχτωσε το σαρίκι όπου φορούσε, το περιεργάστηκε με αποστροφή  και το πέταξε στις πλάκες πατώντας  το, φτύνοντάς το και φωνάζοντας στον εαυτό του: «Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και χριστιανός θε να πεθάνω»
Δεν έχασε καιρό και ευθέως έτρεξε σα μεθυσμένος στα καλντερίμια  και στην αγορά κράζοντας σαν τελάλης:
«Δόξα στον Χριστό και στην Παναγία Έγινα και πάλι χριστιανός!»
-Φτού σας το λοιπόν Μωχαμέτηδες , ψωριασμένα σκυλιά , εσείς και η Τουρκιά σας που’ρθατε ‘δώ να μαγαρίσετε την πίστη μας! Άϊντε να ξεκουμπιστείτε από τούτη τη γης να ξεμουνταρέψει  ο τόπος μας !»
Αυτά και άλλα εφώναζε τότενες που’ρθε στα συγκαλά του και αποτρελάθηκε πλέον με την καλή  και άγια τρέλα της αγάπης του Χριστού.
Επειδή όμως  είχε βραδυάσει πλέον και γνωρίζοντας όλοι  την κουζουλάδα που κουβαλούσε μέσα του δεν τονε πήρανε  τότενες στα σοβαρά και έτζι τον αφήσανε ελεύθερο να φωνάζει.
Σαν ξημέρωσε όμως ,πιότερο μεθυσμένος πλέον απ’την αγάπη του Χριστού, γυροβολούσε κι’έτρεχε σαν ελαφομόσκι σ’όλη την πόλι αναβαίνων στα τειχιά, στις πολεμίστρες και στην αγορά όπου χάραζαν οι ανθρώποι και έκραζε την μετάνοια και την πίστη του πού’χε αρνηθεί.
Επέρασε και απ’έξω από το μεγάλο Τζαμί και γέμισε με κοπριές και ακαθαρσίες τα τσουράπια των μουσουλμάνωνε προγγίζοντας αυτούς και την πίστη τους.
Σε λίγο που αποτέλειωσε ο ύμνος στον προφήτη και ξαμολυθήκανε ( κι’ήταν πολλοί στρατιώτες και ζαπτιέδες τότε  στ’Ανάπλι ,που’χαν  είχαν αλαργέψει  άθλιοι και μανιασμένοι απ’τον Χάνδακα της Κρήτης ) μόλις αντικρύσανε τον Αναστάση να λέει και να κάμει αυτά τα πράγματα και άλλη αφορμή δεν ζητούσανε πλέον για  να βγάλουν το δηλητήριο της βάρβαρης ψυχής τους , χιμήξανε σαν θεριά απάνω του και με κλωτσιές και γρονθιές τονε  κάμανε τόσο λυπόθυμο που κάποιοι είπανε πως πέθανε. Μα μόλις είδανε πως αναπνέει ακόμη δεν χάσανε καιρό και πιάνοντάς τον σηκωτό τονε φέρανε  στον Αγά-Εφέντη να κάμει κρίση γιαυτό τον μωραμένο που μόλυνε το Κοράνι τους.
Ο Αγάς εγνώριζε  από καιρό τον Ιμπραήμ γιαυτό και μόλις τον είδε σ’αυτά τα χαλιά και έμαθε για το τι συνέβη στο Τζαμί  λέγει  του τάχατες και με ψυχοπονιά :
-Ξέρω πώς είσαι Μουσουλμάνος καί πώς λέγεσαι Ιμπραήμης, κι όχι Αναστάσης.Τό λοιπόν έλα στά σωστά σου καί μή γίνεσαι ρεζίλι στον κόσμο, καί δίνεις αιτία νά σηκωθούνε ρεμπελιά κι ακαταστασίες!
Μά ο Αναστάσης  δέν πλανεύτηκε , καί λέγει του Αγά:
-'Εγώ Αναστάσης  γεννήθηκα καί  Αναστάσης  θέ ν' αποθάνω!
Μόνο τούτα τά λόγια είπε καί σώπασε, κοιτώντας τόν Αγά κα­τάματα. Κι ό Αγάς συγκρυάστηκε, γιατί πρώτη φορά τόν κοίταξε μέ τέτοιο μάτι ένας ραγιάς. Μά πάλε έκανε υπομονή καί καμώθηκε πώς δε θύμωσε, καί του ξαναλέγει:
-Δε λυπάσαι, μωρέ  Ιμπραήμη τά νιάτα σου; Δε βάζεις μέ τό νου σου πώς τό μαχαίρι κ' ή θελειά είναι στο λαιμό σου; πώς κάνεις  λοιπόν τέτοιες ζεβζεκιές, πού νά κρέ­μεται από μιά τρίχα ή ζωή σου; Πέ μου πώς είσαι Τούρκος καί πάνε νά προσκυνήσεις στο Τζαμί, γιά νά συχωρεθείς καί νά ζήσεις δίχως νά σέ πειράξει κανένας!
Κι ό Αναστάσης του απάντησε:
 -Τότες πού ήμουνα σα χαμένος κι’είχαν αμολύσει τα λογικά μου  , έπεσα στη μεγαλύτερη αμαρτία, και μόλεψα τα’Άγιο Βάπτισμα φορώντας το σαρίκι σας  μά τώρα πια με φώτισε ο Χριστός μου. Γιά τούτο μή χάνεις τά λόγια σου άδικα, μόνο κάνε σύντομα ό,τι έχεις να κάμεις!
Πάλε ο Αγάς καμώθηκε πώς δέν τόν συνερίστηκε καί ξανά­πιασε τις γαλιφιές, τάζοντας του νά τόν κάνει μπέη καί νά τόν παν­τρέψει μέ μιαν όμορφη χανούμισσα. Μά ό Αναστάσης  του ξανάπε νέτα -σκέτα πώς ή απόφαση του ήτανε νά πεθάνει καί πώς ή θρησκεία τους είναι γιά φτύσιμο!
Ακούγοντας τον νά μιλά έτζι, ο Τούρκος γάβγιξε σάν σκύλος και του έκραξε λυσασμένος:
-Αν δεν έρθεις'στά μυαλά σου καί δε γυρίσεις στην πίστη μας, έχω κατά νού νά σέ μπομπέψω καταμεσίς στο παζάρι, κ' ύστερα να σε χαλάσω μέ τόν πιο σκληρό θάνατο.
Τότες πια ο Αναστάσης ξάναψε και τ’αποκρίθηκε:
-Ψωριασμένε σκύλε, είπα και το ξαναλέγω πώς δέν ήρθα για να κάνω ριτζά σαν αδικημένη χήρα, μηδέ τεμενά σαν σκλάβος! 'Ηρθα να θανατωθώ, για να ξεπλύνω μέ το αίμα μου το κρίμα μου! Κ' εσύ πολεμάς να μέ μεταστρέψεις με λόγια πού λένε στα  μωρά, να γίνω άπιστος από χριστιανός καί Τούρκος από Γραικός! Ποιος είναι κεί­νος πού θε’να έβγαζε τα μεταξωτά σαλβάρια γιά νά φορέσει ψειριασμένον έλιφιέ; Ποιος άνθρωπος σκεφτικός θάν άλλαζε ένα άτι σελωμένο μ'ενα μαδημένο γαϊδούρι; Ποιο αηδόνι θε ‘να έστρεγε νά ζήσει,σάν του παίρνανε τή λαλιά του καί του δίνανε στον τόπο της το κράξιμο του κοράκου; Έσύ θαρρείς πώς θά δειλιάσω καί θά προσκυνήσω τον ντουρά; Το κορμί  μου μπορείς νά τοτυραγνήσεις, μά ή ψυχή μου στέκεται σάν βαλανιδιά, κ' έσύ μοιάζεις το μερμήγκι πού δαγκάνει τή ρίζα της καί θαρρεί πώς θά τή ρίξει κάτου! Ψοφίμια! Ή Χριστιανωσύνη δέν ξεκληρίζεται μηδέ μέ το σπαθί, μηδέ μέ την κρεμάλα, μηδέ με τίποτα, γιατί είναι ή γωνιακή πέτρα του κόσμου!
Ακόμα δέν είχε τελειώσει τούτα τά λόγια καί τον αρπάξανε οί ζαπτιέδες καί τον τραβολογούσανε δέρνοντας τον. Καί κείνος γύριζε το κεφάλι καί  φώναζε τ' Αγά, ως πού τον βγάλανε άπ' το Κονάκι.Ό κόσμος ακλουθούσε καταπόδι.
Σά φτάξανε στή φυλακή, δεν τον βάλανε μέσα, μόνο τον ξεγυμνώσανε πρώτα καί τον ξαπλώσανε στο χώμα μπρούμυτον, κ' ύστερα ένας αράπης τον έδειρε αλύπητα μ' ένα βούνευρο. Καί σάν τον ξεθεώσανε κ' είδανε πώς δε σπάραζε, τον άρ­πάξανε καί τον ρίξανε μέσα στο μπουντρούμι.
Για πολλές μέρες τον τυραγνούσανε καί τον μπομπεύανε, Κάθε μέρα μέσα στο παζάρι τρέχανε άξαφνα οι χριστιανοί κατά τή φυλακή, λέγοντας ο ένας στον άλλο: «Πάλε τον Αναστάση  δέρνουνε!» Μά μ' ούλα τά βασανιστήρια ‘κείνος δέν άλλαζε γνώμη καί δέν έβγανε πλια γρύ άπ' το στόμα του, μηδέ ρωμέϊκο, μηδέ τούρκικο.
Ό Αγάς σάν είδε κι απόειδε πώς δέν έκανε τίποτα μέ τις φο­βέρες καί πώς μόνο ρεζιλευότανε ή αρχή από 'ναν ραγιά, έβγαλε απόφαση νά τονε  αποκεφαλίσουν.
Κείνον τον χρόνο έπεσε βαροχειμωνιά. "Οξω στά χωράφια φυ­σούσε ένα άγριοβόρι σά μολύβι. Τά νερά ήτανε παγωμένα, και το κρύο τάντανο .
Ξημέρωσε  πια και η 1η Φεβρουαρίου , η μέρα του που  θά τον σφάζανε.
Κατά το μεσημέρι οί ζαπτιέδες τ’Αναπλιού κουβαλήσανε μιά μεγάλη πλάκα σαρμουσακόπετρα όπού θα τον θανατώνανε.
 Οί Χριστιανοί  στο μαχαλά χαιρετιόντανε μονάχα μέ το κούνημα του κεφαλιού.
Κατά το σούρουπο οί στρατιώ­τες στήσανε τον σοφά γιά τον Αγά καί γιά το συμβούλιο.
Σάν σκοτείνιασε, ο κόσμος αρχίνησε νά κατεβαίνει στο παζάρι άπ' ούλες τις μεριές. Κείνοι πού δέ βαστούσ' ή καρδιά τους νά δούνε το κακό παγαίνανε στα  βουνά ,στα παρεκκλήσια και κάμανε προσευχές και μετάνοιες.
Οί Τούρκοι φοβούντανε κανένα ρεμπελιό από  μέρος τών Χρι­στιανών, καί γι' αύτό άραδιάσανε γύρω άπ' τή φυλακή καμμιά πενηνταριά μπασιμποζούκηδες. Στο παζάρι φυλάγανε άλλα εκατό ζεϊμπέκια αρματωμένα ίσαμε τά δόντια καί μέ λουμπούτια  στά χέρια, γιά νά βαστούνε μακριά τον κόσμο.
Μιαν αναμπαμπούλα κ' ένα πατιρντί έβγαινε άπ' το πλήθος, πού ζουλιόντανε σάν γίδια, πασκίζοντας να ζυγώσουνε στό μέρος που θα κάνανε την εκτέλεση.Κάμποσοι πάλε φουκαράδες χώνανε ανάμεσα στους άλλους για να ζεσταθούνε.Μονάχα  κάποιοι   μεγαλοπιασμένοι γραικοί και κοτζταμπάσηδες, όσοι ήντουσαν σαγανογλείφτες των Αγάδων , χαμένα κορμιά, που είχε πέραση ο λόγος τους ,κουνούσαν αδιάφορα τους ώμους  και δικαιολογούσαν τα πράγματα αποκρινόμενοι σε όσους τους παρακαλούσαν  να στέρξουν να βοηθήσουν τον Αναστάση:
-Άϊντε βρε χασομέρηδες ! με τούτον τον Ζεβζέκη ασχολείστε; Τρελός είναι ,καλά να τα πάθει.Ποιος του πε να τα βάλει με την Τουρκιά;θαρρείτε του λόγου σας πως θα καθήσουμε να βάλουμε  το κεφάλι μας στον ντορβά για έναν συφοριασμένο;
Τέλος εφταξ' ο αγάς με τη δωδεκάδα και καθήσανε στις θέσες τους. Πεντ' - εξι σκλάβοι βαστούσανε από 'να μεγάλο φανάρι κι ο τόπος έφεγγε σαν μέρα, μ' όλο πού τ' αναβόσβηνε ο βοριάς. Ό αγάς, άφού διπλοπόδισε, έστριψε και κοίταξε άγρια τον κόσμο κ' είπε σιγανά, χτενίζοντας με τά δάχτυλα τά γένεια του: «Όλέν, μπού γκιαουρλάρ νέ ίστερλέρ;» «Μωρέ, τούτοι οί γκιαούρηδες τί θέλουνε;»
Κοντά στην πλάκα στεκότανε ο μπόγιας, μ' ακόμα δυο - τρία ζεϊμπέκια, γιά νά του κάνουνε γιαρντίμι, ούλοι τους άγριαθρώποι πού δε γέννησε ή φύση. Ό μπόγιας ήτανε ένας Άτσίγγανος  .    Ή δουλειά του ήτανε γύφτος, μα έπειδής δούλευε και στό σαλαχανά τις μέρες πού 'χανε πολλά βόδια γιά σφάξιμο, ήτανε πρώτος μάστορας στό μαχαίρι και στο θανατικό. Τό κορμί του τό 'χε φασκιωμένο μέσα σ' ένα κόκκινο ζουνάρι, που’πιανε άπ' τά βυζιά του κ' έφτανε ίσαμε τη μέση του, κι από πάνου ήτανε ζωσμέ­νος με πλατιά λουριά ένα σαλαχλίκι παραγιομισμένο μ' ενα σωρό μαχαίρια και μασάτια και τσιμπούκια, πού φτάνανε γιά ν' αρματωθούνε γερά τρεις και τέσσερες νομάτοι. Τά ποδάρια του ήτανε μελανά και κοκκαλιάρικα, με ροζασμένα γό­νατα σάν της καμήλας.. Ούλο το σουλούπι του ήτανε ίδιος δαίμονας, Ανάμεσα στά δόν­τια του δάγκανε ένα γυμνό χαντζάρι παραπάνου άπό μισή οργυιά. Οί άλλοι συντρόφοι του είχανε και κείνοι τό ίδιο σκέδιο, μόνο  που φοράγανε στό κεφάλι κάτι μπασλίκια ψηλά τρεις πιθαμές, κ' οί μαρχαμάδες πέφτανε άπάνου στά μαύρα μούτρα τους και τά κάνανε πιό άγρια.
Τρεις αρματωμένοι τόν είχανε περιζωσμένον, μά δεν είχανε ολότελα χέρι απάνω του. Κείνος περπατούσε με τά χέρια μπαγλαρωμένα πιστάγκοινα, μέ τά στήθια μπρος, τό κεφάλι ριχμένο κατά πίσω. Τά ρούχα του ήτανε κατακάθαρα, γιατί του τά 'χανε στείλει στη φυλακή  κάποιοι καλοί χριστιανοί, νά 'ναι συγυρισμένος.Τά μάτια του γελαζούμενα, τά γένεια του σαν του Χριστού .Τό πρόσωπο του είχε μιά τέτοια  ήμερότη, που’λεγες πώς έβλεπε κιόλας τόν θεό. Τό  αντερί του ήτανε κουμπωμένο σεμνά στό λαιμό του, κ' ή φλέβα του λαιμού φούσκιονε, όπως ήτανε τραβηγμένες οί πλά­τες του κατά πίσω άπ' τό δέσιμο. Μπροστά του πάγαινε ένα φανάρι.
Σάν έφταξε στη μέση, τόν σταματήσανε μπροστά στον κριτή. Κι ό αγάς θέλησε νά του πει κατιτίς, μά δέν πρόφταξε, γιατί ο Αναστάσης , δίχως νά στήσει αυτί στό τί θά του 'λεγε ο κόπρος, γιά καλό, γιά κακό, πήγε και γονάτισε πάνω από την πλάκα που θα τονε σφάζανε κι’έσκυψε τό κε­φάλι του. Ό αγάς απόμεινε μέ βουλωμένο στόμα, κι ούλοι οί Τούρκοι σταθήκανε ντροπιασμένοι.
Εις τό μεταξύ ο  μπόγιας σίμωσε τόν Αναστάση  όπως ήτανε γονατισμένος και τόν έβαλε μέσα στά σκέλια του, κ' ένας άλλος ζεϊμπέκης έφεγγε μέ το φανάρι άπάνου άπ' τό κεφάλι.
Σηκώθηκε ο μουφτής πού καθότανε δίπλα στον άγά και, ζυγώνοντας το μελλοθάνατο, τον ρώτηξε αν μετάνοιωνε, για νά του χαριστεί ή ζωή. Άλλα εκείνος κούνησε με φούρια το κεφάλι του πώς όχι.
Τότες ό γύφτος ξέσκισε βλαστημώντας το  ζωστικό του Αναστάση ένα γύρο στο λαιμό του κ' έχωσε τά δάχτυλα μέσα στά μαλ­λιά του, λες κ' ήθελε νά τόν χαδέψει, και με τ' άλλο χέρι χάραξε γλήγορα - γλήγορα το λαιμό μ' ενα μικρό μαχαίρι. Τόσο σβέλτα κι άξαφνα τό 'κανε, π' όσοι βλέπανε ξαφνιαστήκανε σάν είδανε τ' άλικο αίμα πόσταξε άπάνου στην πλάκα.
Τό κορμί τίναξε, μά τό στόμα μουρμούριζε ακόμα: «Κύριε Ίησού Χριστέ, δέξου τό πνεύμα μου!» — επειδής τό μαχαίρι δέν είχε κόψει τό λαρύγγι.
Ωστόσο, ίσαμε νά παίξει τό μάτι, όλοι οι παραστεκάμενοι Τούρκοι στρατιώτες και ζαπτιέδες σαν να τους δώκανε σύνθημα και όπως μανιάζει ταύρος,τραβήξανε τα χατζάρια και τα πελέκια  τους κι’ό,τι άλλο φονικό και κοφτερό βαστούσανε και πέσανε δαιμονισμένοι πάνω στον Άγιο να τον κομματιάσουνε  .Τον σπρώξανε στην αρχή και τον ερίξανε σαν ασκί  κάτω και αρχίζανε να τον τραβολογούν και να τον σέρνουν κατά την θάλασσα που τότες έφτανε  κοντά  στην παλιά Εκκλησιά της Παναγίας . Ο Άγιος μούγκριζε απ΄’τον πόνο και έβγαζε πηχτό αίμα απ’τις πληγέςπου του κάμαν τα βίαια σουρσίματα.Τό αίμα γιουργιάρισε απάνω στα στήθια του και στο ζωστικό του .
Τότες ο σκύλος ο μπόγιας μαζί μ’όλο το τουρκομάνι με κραυγές και σαματά άρχιζαν να κουνούνε πάνω κάτω τα μαχαίρια  και να ξεκοιλιάζουνε και να πετσικόβουνε τον Άγιο λες και ήταν γη που την αλέθι τ ’άλέτρι .
Το αίμα π’εβγαινε πιτσιλούσε στις  λιγδιασμένες μούρες τους και ύστερα άρχισε να ρέει χάμω στις ρίζες μιάς ελαιάς  που ‘ταν εκεί Οί χοχλιοί τ'Αγιου αναποδογυριστήκανε μέσα στις ματότρυπες και τό μαυράδι κρύφτηκε ολότελα. Τά νεύρα παίζανε άπάνου στά μάγουλα, τό στόμα ανοιγόκλεινε κ' έβγαζε ματωμένον αφρό. Και ‘κείνοι οι δαίμονες τον έσφιγγαν ανάμεσα στά ποδάρια τους και τα μεριά τους,  αφού το σώμα τ’αγίου τρανταζόντανε σαν τ’αρνιού που το κόβει  ο χασάπης, μεθυσμένοι άπ' τό αίμα κ' έπαιζαν με τέχνη τρομερή τα μαχαίρια σά νά κλάδευαν  κανένα δέντρο.
Μά  κάποια μαχαίρια ήταν  στομωμένα ξεπίτηδες γιά νά τόν τυραγνήσουν, και δεν έκοβαν , μόνο πριγιόνιζαν το σώμα του. Κ' έβλεπες νά πέφτουνε μαζί με τό αίμα κομμάτια κρέατα, πού πηδούσανε ακόμα απάνου στην ελιά και τό κορμί τίναζε ανάμεσα στά χέρια και στά ποδάρια πού τό σφίγγανε σά νά 'θελε νά φύγει. Τέλος ο τζελάτης ακούμπησε στο κατακομματιασμένο κορμί τό 'να γόνατο καί, βά­ζοντας τά δυνατά του, τού 'χωσε τό μαχαίρι όσο μπόρεσε πιό βαθιά στο λαιμό. Έπεσε λαχανιασμένος από πάνω του δίχως να παρατήσει το μαχαίρι, επειδής είχε σφηνώσει τόσο γερά μέσα στο κόκκαλο, πού μάταια πάσκιζε να το βγάλει, και πέρασε κάμποσο ως να μπορέ­σει να το τραβήξει χτυπώντας το μέ μια πέτρα.
Ποια καρδιά μπορεί νά βαστάξει σ' έναν τέτοιον αγώνα; Τίνος μάτια δε θά σφαλούσανε για νά μη βλέπουνε πια; Και ‘κείνο  το χώμα  κάτου απ’την Ελιά  λές κι ανετρίχιαζε από τ' άγριο πάλεμα πού γινότανε απάνου της!Καί, σάν πάνιασε πλια τό κορμί κ' ή άγια ψυχή είχε πάγει στον ουρανό, τό παράτησανε  γιά μιά στιγμή να ξανασάνουν απ’το σατανικό μεθύσι τους , νά σφουγγίξουν τά χέρια τους, κ' ύστερα χώ­ρισαν τό κεφάλι άπ' τό  πονεμένο κορμί βαρώντας άπ' τό σβέρκο. Τέλος σηκώθηκε ο  τζελάτης  άπάνου βαστώντας το αψηλά, κι άφου πρώτα τό 'δειξε στον Αγά που κοιτούσε τόσην ώρα με ικανοποίηση  κουνούντας το κεφάλι του λές και’ βλεπε τίποτες  παιχνίδι στο παζάρι   τό τριγύρισε ύστερα νά τό δούνε κ' οί χριστιανοί.
Στο μεταξύ ο   μπόγιας  με την βοήθεια κάποιων άλλων που’χαν γίνει οι μούρες τους κατακόκινες απ’ το αίμα  μαζέψανε στα βιαστικά όσα κομμάτια  μπορούσαν απ’το κορμί του Αναστάση, όπως αναμαζώνει ο θεριστής τα στάρια που του πέσανε απ’το δεμάτι ,  τα φορτωθήκανε  και πήγανε και τα πετούσανε   στη θάλασσα , θροφή στα ψάρια.
Όμως τότενες συνέβη κάτι παράδοξο :Η θάλασσα σαν άλλη καλή γης που βυζαίνει την βροχή για να την κάνει άνθος έτζι  και αυτή σαν στοργική μητέρα  δέχονταν το άγιο και τυραγνισμένο κορμί  κι’όπου ακουμπούσε το νερό φωτίζονταν , σαν κομμάτι από χρυσάφι γίνονταν , κάμνοντας τους δήμιους να ξανοίγουν με τρόμο  το στόμα τους και να ανατριχιάζουν  σ’όλο το κορμί τους   
 Με τον τρόπο αυτό  μαρτύρησε για τήν πίστη ο Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιέας, ο γενναίος  στρατιώτης του Ιησού Χρίστου, περιφρονημένος και αδικημένος απ’ αυτόν τον κόσμο μα δοξασμένος από τον ουρανό, σφραγίζοντας έτσι  και το δικό του όνομα στο ματω­μένο βιβλίο πού πρωτάνοιξε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος.

ΉΤΑΝ ΟΠΑΔΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΓΟΥ. ΠΟΝΤΑΡΕ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΕΛΠΊΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ.

Ο ερημίτης ασκητής και ο ληστής της ερήμου


Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, ο οποίος ασκήτευσε σ’ ένα έρημο τόπο 70 χρόνια, με νηστεία, παρθενία και αγρυπνία. Στα τόσα δε χρόνια που δούλευε στο Θεό, δεν αξιώθηκε να δει καμία οπτασία και αποκάλυψη εκ Θεού. Και σκέφθηκε, λέγοντας τούτο:
«Μήπως για καμίαν αφορμή που δεν ξέρω εγώ, δεν αρέσει του Θεού η άσκησή μου, και η εργασία μου είναι απαράδεκτη; Μήπως για τούτο δεν μπορώ να έχω αποκάλυψη και να δω κανένα μυστήριο:».
Αυτά λογιζόμενος ο γέροντας, άρχισε να δέεται και να παρακαλεί το Θεό περισσότερο, προσευχόμενος και λέγοντας: «Κύριε, εάν σου αρέσει η άσκησή μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαί σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, να χαρίσεις και σε μένα κάποιο από τα χαρίσματά σου, για να πληροφορηθώ με μία φανέρωση ενός μυστηρίου ότι άκουσες τη δέησή μου, για να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητική μου ζωή».
Ενώ τα έλεγε αυτά ο άγιος γέροντας και παρακαλούσε, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: «Αν με αγαπάς και θέλεις να δεις τη δόξα μου, πήγαινε μέσα στη βαθύτατη έρημο, και θα σου αποκαλυφθούν μυστήρια».
Όταν άκουσε αυτή τη φωνή ο γέροντας, βγήκε από το κελλί του. Αφού απομακρύνθηκε, τον συνάντησε ένας ληστής, ο οποίος όταν είδε τον αββά, όρμησε με βία εναντίον του, θέλοντας να τον σκοτώσει.
Όταν τον έπιασε, του είπε:
«Σε καλή ώρα σε συνάντησα, Γέροντα, για να τελειώσω την εργασία μου και να σωθώ. Διότι εμείς οι ληστές έχουμε τέτοια συνήθεια και τέτοιο νόμο και πίστη. Ότι δηλαδή όποιος μπορέσει να κάνει εκατό φόνους, πηγαίνει στον παράδεισο. Εγώ, μετά από πολλούς κόπους έως τώρα, έκανα ενενήντα εννιά φόνους. Μου λείπει ακόμα ένας για να τελειώσω την εκατοντάδα μου και να σωθώ. Λοιπόν, σου χρωστάω μεγάλη χάρη και σε ευχαριστώ, γιατί σήμερα για σένα θ’ απολαύσω τον παράδεισο».
Όταν άκουσε τα λόγια του ληστή ο γέροντας, ξαφνιάστηκε και τρόμαξε με το ξαφνικό και ανέλπιστο πειρασμό. Και αφού με το νου του κοίταξε προς το Θεό, σκέφτηκε και είπε:
«Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, που θέλησες να δείξεις σε μένα το δούλο σου; Τέτοια συμβουλή έδωσες σε μένα τον αμαρτωλό, να βγω από το κελλί μου, για να με πληροφορήσεις τέτοιο φοβερό μυστήριο; Με τέτοιες δωρεές αμείβεις τους κόπους της ασκήσεως που έκανα για σένα; Τώρα αληθινά γνώρισα, Κύριε, ότι όλος ο κόπος της ασκήσεώς μου ήταν μάταιος· και όλες οι προσευχές μου θεωρήθηκαν από σένα σίχαμα και βδέλυγμα. Όμως ευχαριστώ τη φιλανθρωπία σου. Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την αναξιότητα μου, όπως μου πρέπει, για τις αμέτρητες αμαρτίες μου και με παρέδωσες στα χέρια του ληστή και φονιά». Αυτά λέγοντας ο γέροντας, λυπημένος, δίψασε πολύ και είπε στο ληστή:
«Παιδί μου, επειδή με το να είμαι αμαρτωλός, με παρέδωσε ο Θεός στα χέρια σου να με θανατώσεις και να γίνει έτσι η επιθυμία σου, όπως το θέλησες, και εγώ στερούμαι τη ζωή, σαν κακός άνθρωπος που είμαι, γι’ αυτό σε παρακαλώ κάνε μου μία χάρη και ένα πολύ μικρό θέλημα και δος μου λίγο νερό να πιω, και μετά αποκεφάλισέ με».Όταν άκουσε ο ληστής το λόγο του γέροντα, θέλοντας με προθυμία να εκπληρώσει την επιθυμία του, έβαλε στη θήκη το σπαθί, που κρατούσε, και έβγαλε από τον κόρφο του ένα δοχείο και πήγε στο ποτάμι που ήταν εκεί κοντά και έσκυψε να το γεμίσει, για να φέρει στο γέροντα να πιεί. Και εκεί που προσπαθούσε να γεμίσει το αγγείο, πέθανε.
Όταν πέρασε λίγη ώρα και δεν ερχόταν ο ληστής, σκεπτόταν ο γέροντας και έλεγε: «Μήπως και ήταν νυσταγμένος και έπεσε και αποκοιμήθηκε και για αυτό αργεί και έτσι μπορώ νά φύγω και να πάω στο κελλί μου; Επειδή όμως είμαι γέρος, φοβάμαι, γιατί δεν έχω δύναμη να τρέξω, θα κουραστώ και θα με προφθάσει, και στο θυμό του θα με τυραννήσει χωρίς λύπη, κόβοντάς με ζωντανό σε πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αλλά ας πάω στο ποτάμι, να δω τί κάνει».
Πήγε λοιπόν ο γέροντας με­ τέτοιες σκέψεις και τον βρήκε πεθαμένο. Όταν τον είδε γέμισε θαυμασμό και έκπληξη. Και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό έλεγε:
«Κύριε φιλάνθρωπε, εάν δεν μου αποκαλύψεις το μυστήριο αυτό, δεν κατεβάζω τα χέρια μου. Λυπήσου λοιπόν τον κόπο μου και φανέρωσέ μου αυτό το πράγμα».Ενώ προσευχόταν ο γέροντας, ήλθε Άγγελος Κυρίου και του είπε:
«Βλέπεις, αββά, αυτόν που βρίσκεται μπροστά σου πεθαμένος; Εξαιτίας σου πέθανε με αιφνίδιο θάνατο, για να γλυτώσεις εσύ και να μη σε θανατώσει. Λοιπόν θάψε τον ως ένα σωσμένο. Διότι η υπακοή που έκανε σε σένα και έκρυψε το φονικό σπαθί στη θήκη του, γιά να πάει να σου φέρει νερό, να σβήσει τη φλόγα της δίψας σου, με αυτό το έργο καταπράυνε την οργή του Θεού και τον δέχθηκε ως εργάτη της υπακοής. Και η ομολογία των ενενήντα εννέα φόνων θεωρήθηκε ως εξομολόγηση.
Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τους σωσμένους. Και γνώρισε απ’ αυτό, το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαχνίας του Θεού. Καί πήγαινε χαίροντας στο κελλί σου και να είσαι πρόθυμος στις προσευχές σου και να μη λυπάσαι και να λες, ότι πως είσαι αμαρτωλός και στερημένος από αποκάλυψη.
Γιατί όπως είδες σου απεκάλυψε ο Θεός ένα μυστήριον. Να ξέρεις δε και τούτο, ότι όλοι οι κόποι της ασκήσεως σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού, διότι δεν υπάρχει κανένας κόπος που γίνεται για το Θεό και να απορρίπτεται απ’ αυτόν».
Αφού άκουσε αυτά ο γέροντας έθαψε τον νεκρό.
Από χειρόγραφο «Γεροντικό»,
της Ι. Μονής Φιλοθέου❇

γ.ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ μοναχός ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ( συλλαλητήριο 4 ΦΕΒ.2018. )


ἝΛΛΗΝΕΣ......
 ὍΛΟΙ οἱ Ἕλληνες.....
  Ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ὥστε νά δώσει τό μήνυμα πρός πᾶσα κατεύθυνση σύσσωμο τό ἔνδοξο Ἑλληνικό Ἔθνος ὅτι   Η  ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΑΔΑ.
  
ὍΛΟΙ ,  μικροί καί μεγάλοι νά δώσουμε το παρών στό συλλαλητήριο της Ἀθήνας τήν Κυριακή 4 Φεβρουαρίου, ὥρα 14.00  ποῦ συντονίζει ἡ Πανελλήνια Ὁμοσπονδία Πολιτιστικῶν Συλλόγων Μακεδόνων.
  
Ἡ παρουσία μας εἶναι τιμή γιά ὅλους τούς ἐνδόξους πεσόντες προγόνους μας.

«.....Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας.....»

Δέν λησμονοῦμε: «Μάχου ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος».

ΚΑΛΟΝ ΑΓΩΝΑ.
 ΚΑΛΗ  ΛΕΥΤΕΡΙΑ.....
  
γ. Χερουβείμ μοναχός
Ἱερόν Κ. Ἁγίων Ἀρχαγγέλων- Κουκουζέλη 
Ἅγιον Ὄρος

ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΜΟΥ Είμαι ένα μωράκι που δεν έχω ονοματάκι… ΠΑΤΉΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ



ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΜΟΥ

Είμαι ένα μωράκι που δεν έχω ονοματάκι…

ΕΛΕΓΕ ο Άγιος Παϊσιος πως ακόμη και ένα μικρό ταγκαλάκι μπορεί να βάλει κάτω σε πονηριά και 100 Δικηγόρους.
Ένα όμως σαλτιμπάγκος (σάλτα στον πάγκο και αέρα πατέρα)πολιτικός βάζει κάτω 100 δαιμόνους  και όπως και πάλι έλεγε ο Θεοφώτιστος Όσιος Παϊσιος:  πως οι πολιτικοί κάνουν φροντιστήριο στον διάβολο!
Θα βαπτίσουν λένε τα Σκό(ρ)πια με Νονό κι’ανάδοχο τον Νίμιτς  κάνοντάς το μπλουμ και δίνοντας το ονοματάκι: Republika GornaMakedonija (Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας). Σλαβικά και αμετάφραστα . (Μήπως ξεχάσανε να του πάρουνε τις μπουμπουνιέρες και την λαμπαδίτσα απ’ταjampo;)
Ο λόγος δε που προκρίνεται η ονομασία αυτή είναι γιατί, (λένε στην Κυβέρνηση) είναι σλαβική,  εκφωνείται σε μια λέξη και δεν θα υπάρχει ποτέ η λέξη «Μακεδονία» σκέτη στο όνομα.Και άλλαξε ο Μανωλιός κι’έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.
Δηλαδή θα ιδρύσουνε ειδική μεταφραστική Αστυνομία που θα πατάσσει ανα την οικουμένη  πάσα μετάφραση;
Και πως ο λεξικολόγος του μέλλοντος  θα περιγράψει ετυμολογικά την προέλευση της λέξηςGornaMakedonija ;
Πιο θέμα θα καταγράψει ο Σλάβος φιλόλογος ως ρίζα και αναγωγή του ανωτέρου όρου ; "το κορνέ της γιαγιάς;"
Όμως καθώς αποφαίνεται σοφά ο λαός :«όταν χαθούν οι χαζοί θα πεθάνουν οι έξυπνοι» και φαίνεται, προς λύπην τους, πως το είδος των χαζών στον Ελληνικό χώρο σιγά-σιγά  εκλείπει και συνεπώς έρχεται η ώρα να πεθάνουν και οι «έξυπνοι» !
_______________________________
  Μετά το  Λ(μ)υστήριο θα επακολουθήσει τραπέζι –δεξίωση και αριστερίωση -(ε ρε γλέντια) στο εστιατόριο
«PRODOSIA»  (αγγλικά και αμετάφραστα!)
Παρακαλούμε ενημερώστε μας για τυχόν  απουσία σας
(δυστυχώς θα λείπουμε ,θα είμαστε όλοι στο συλλαλητήριο!)



Πρεσβ.Διονύσιος Ταμπάκης

Anna Porphyrogenita (Joan Francesc Oliveras Pallerols)

Anna Porphyrogenita (Joan Francesc Oliveras Pallerols)

Τρεις φίλοι νεαροί σε ηλικία, στέκονται έξω από την μεγάλη εξώπορτα του μοναστηρίου και δείχνουν αναποφασιστοι αν θα την διαβούν, η όχι.



Τρεις φίλοι νεαροί σε ηλικία, στέκονται έξω από την μεγάλη εξώπορτα του μοναστηρίου και δείχνουν αναποφασιστοι αν θα την διαβούν, η όχι.

“Ρε Λευτέρη δεν κάνει με τα τσιγάρα στο στόμα να μπούμε μέσα, θα μας διώξουν…”

“Τι είναι αυτά που λες, περπατάτε και στο φινάλε η δικιά μου μάνα είναι άρρωστη, αν δεν μας αφήσουν,

Αυτή δεν θα γίνει καλά …”

Ο Λευτέρης με περίσσεια ειρωνία και το τσιγάρο στο στόμα ανοίγει την πόρτα, ενώ οι άλλοι δυο φίλοι του κοντοστέκονται πιο πέρα και δείχνουν διστακτικοί …

Κοιτάζει μέσα στο εσωτερικό και βλέπει ενα μοναχό να σκουπίζει λίγα μέτρα πιο πέρα.

“Ανοικτά είναι; να μπούμε;” ρωτάει κρατώντας τώρα το τσιγάρο στο χέρι με θράσος και ειρωνικό χαμόγελο.

Ο μοναχός συνεχίζει να σκουπίζει χωρίς να του απαντήσει …

“Σε σένα μιλάω παπά” και γυρίζοντας στους δυο φίλους του:

“Ρε σεις το μοναστήρι των κουφών είναι αυτό;”

Οι φίλοι του μαζεύονται και διστάζουν να μπουν, ενώ η φωνή του μοναχού που έχει σταματήσει το σκούπισμα και κοιτάζει με τρομερή ηρεμία, αλλά και ένα περίεργο χαμόγελο, αναγκάζει και τους τρεις να μείνουν ακίνητοι:

“Σβήστε τα τσιγάρα και μπείτε, αλλιώς μείνετε έξω γιατί μέσα απαγορεύεται το κάπνισμα.

Ο Λευτερης κοιτάζει σαστισμένος στην αρχή, αλλά θυμωμένος αργότερα και με περίσσεια αυθάδεια απαντάει στον μοναχό.

“Γιατί αν δεν το σβήσω, τι θα πάθω;”

Ο καλόγερος τον πλησιάζει δείχνοντας ήρεμος και με εκείνο το περίεργο χαμόγελο του λέει:

“Πλησίασε και τράβα μια ρουφηξιά …”

Ο Λευτέρης υπακούει χαμογελώντας ειρωνικά και βάζοντας το τσιγάρο στο στόμα εισπνέει με βαθιά ρουφηξιά, δείχνοντας να το ευχαριστιέται.

Όμως αμέσως διαπιστώνει οτι δεν μπορεί να εκπνεύσει τον καπνό και αρχίζει να βήχει τόσο έντονα που κινδυνεύει να πνιγεί …

“Αν δεν βγεις έξω από την πόρτα τώρα αμέσως δεν θα μπορέσεις να βγάλεις τον καπνό που έχεις μέσα σου και θα πνιγείς ” λέει ο μοναχός …

Ο Λεύτερης βγαίνει γρήγορα έξω και παρατηρεί ότι όντως ο καπνός βγαίνει από τα σωθικά του και συνέρχεται.

Με πείσμα όμως μπαίνει πάλι μέσα και προσπαθεί να βγάλει τον καπνό που ρούφηξε πάλι από το τσιγάρο.

Παθαίνει τα ίδια και αναγνωρίζει οτι πρέπει να το σβήσει …

Το πετάει και κάνοντας νόημα στους δυο φίλους του μπαίνουν στην αυλή όπου ο μοναχός συνέχιζε να σκουπίζει.

Ο Λεύτερης είχε μέσα του μια έντονη απορία, αλλά και έναν κρυφό θαυμασμό για την ικανότητα του μοναχού.

Δεν προχώρησε στα ενδότερα της μονής άλλα έρχεται και στέκεται δίπλα του …

“Θα μου πεις το μυστικό του κόλπου που μου έκανες και με ανάγκασες να βήχω;”


Ο μοναχός τον κοιτάζει με σοβαρότητα αλλά και τρυφερότητα τόση που χωρίς να μιλήσει νιώθει τους τρεις φίλους να λιώνουν δίπλα του και να τον κοιτάζουν στα μάτια σαν τον πιο στοργικό πατέρα που δεν γνώρισαν ποτέ …

“Παιδί μου ο Χριστός δεν επιτρέπει να κάνεις κακό στον εαυτό σου”

“Έξω από τη μονή γιατί μου το επιτρέπει πάτερ;”

“Έξω από τη μονή σε αφήνει ελεύθερο να κάνεις οτι θέλει ο σατανάς, όταν έρχεσαι στο σπίτι Του όμως, απαιτεί να τηρείς τους δικούς Του κανόνες, για το δικό σου καλό

Αλήθεια, γιατί ήρθες σήμερα εδώ;”

“Ήρθα να ανάψω ενα κερί για τη μάνα μου που είναι άρρωστη” …

“Πως το δέχθηκες αυτό και ήρθες, αφού δεν πιστεύεις;”

“Πιστεύω δεν πιστεύω η μάνα μου το είπε και της το υποσχέθηκα”

“Η μάνα σου θέλει να κάνεις και άλλα πράγματα για εκείνην, όπως να είσαι πιο ευγενικός αλλά και λεπτός …

Να αντιδράς πιο ήρεμα και χωρίς φωνές …

Να μην προκαλείς φασαρίες αλλά και να σέβεσαι τους συνανθρώπους σου …

Έτσι δεν σου έλεγε εχθές το βράδυ;”

“Μα πώς το ξέρεις αυτό; ποιος είσαι;”

“Σου είπα ο Χριστός δεν θέλει το κακό σου και εσύ οφείλεις να Τον ακούς και να τηρείς τις εντολές Του, αυτό έχει σημασία προς ώρας, γιατί σε λίγο καιρό Εκείνος θα σας προστατεύσει από τα δεινά που έρχονται …

Τι θα κάνεις αν δεν βρεις τσιγάρο να καπνίσεις;”

“Φόνο, γιατί χωρίς φαΐ και νερό ζω,

Χωρίς τσιγάρο, ούτε λεπτό …”

“Στο μυαλό σου μέσα είναι παιδί μου αυτή η ανάγκη και είναι ψεύτικη …

Μια ουτοπία σε κυριαρχεί, αλλά και μια στερητική εξάρτηση που σε κάνει όργανο των παθών σου και δίνει ικανοποίηση στον Σατανά …

Ο Χριστός δεν σου δημιουργεί τίποτα από όλα αυτά, το αντίθετο σε προστατεύει και δεν σε αφήνει να γίνεις έρμαιο των κακών τους επιβουλών ….

Σε λίγο καιρό ο κόσμος, και εσύ μαζί, θα στερηθείτε βασικά αγαθά και θα ξεχάσεις τα πάθη σου, γιατί δεν θα έχεις χρόνο και διάθεση να ασχοληθείς με αυτά, δίνοντας αξία σε άλλες προτεραιότητες , πιο ανθρώπινες …

Η πείνα παιδί μου και η δίψα είναι το χειρότερο κακό που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος και οδηγεί στον θάνατο …

Αυτό θα γίνει η μάστιγα των ανθρώπων και όχι μόνο, γιατί ο φόβος και οι πράξεις εναντίον σας από τους “εντεταλμένους” αλλοδαπούς θα συμπληρώσουν το κλίμα της εξαθλίωσης που θα υποστείτε …

Τα σύγχρονα μέσα διαβίωσης παιδιά μου θα εκλείψουν και η ζωή σας θα αλλάξει αφήνοντας πίσω της δικαιώματα, ελευθερίες και ανέσεις που μετά από εργασία, αγώνες και διεκδικήσεις κερδίσατε … ”

“Γέροντα πέτυχες να με τρομάξεις , αλλά τι προτείνεις να κάνουμε;”

“Σας προτείνω να είστε κοντά στον Σωτήρα Χριστό”

“Πως θα το πετύχουμε αυτό;”

“Αν είσαι Λευτέρη κοντά στην μητέρα σου και τις δείχνεις οτι είσαι ευγενικός, ήρεμος, υπομονετικός με κατανόηση, τότε είσαι κοντά στον Χριστό»

Και εσείς παιδιά μου, αγαπάτε τον πλησίον σας για να μπορείτε να καμαρώνετε οτι αγαπάτε τον Χριστό …

Να θυμάστε ότι ο Κύριος στις δύσκολες στιγμές που θα έρθουν κανέναν δεν θα αφήσει απροστάτευτο …”

Ο μοναχός αφήνει τη σκούπα και απομακρύνεται αμίλητος προς το εσωτερικό της μονής, ενώ τα τρία παλληκάρια προς τον ναό …

Μπαίνουν με ευλάβεια μέσα, μετά τον προβληματισμό των λόγων του καλόγερου και προσκυνούν, δείχνοντας πόσο βαθιά διείσδυσαν τα λόγια Του στη ψυχή τους …

Κατά την έξοδο ο Λευτέρης ρωτάει τον μοναδικό μοναχό που βρισκόταν στον ναό και άναβε τα καντήλια:

“Πως λένε τον πατέρα που σκούπιζε πριν από λίγο την αυλή της μονής; μας μίλησε, αλλά δεν ρωτήσαμε Το όνομα του …”

Ο καλόγερος απορημένος απαντάει:

“Όλοι οι μοναχοί που ζουν στη μονή εκτός από εμένα βρίσκονται εδώ και πολλή ώρα με τον ηγούμενο …

“Κανείς από αυτούς δεν είναι δυνατόν να σκούπιζε την ώρα που λέτε …

Για ποιον άλλο μονάχο μου μιλάτε;”

Οι τρεις φίλοι έμειναν άναυδοι, το ίδιο και ο καλόγερος όταν του εξήγησαν τι συνέβη !!!

agios nektarios.net

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ο Λευτέρης εγινε καλόγερος, και αυτος εστειλε την ιστορία.. ειναι απο το 2012.. http://anargyros61.blogspot.gr/2015/01/8.html#links+++ <3 p="">