Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Συμπεριφορά Θεού και ανθρώπων διαχρονικά.

Κατά Λουκά  Κεφάλαιο 18
H παραβολή του άδικου δικαστή και της χήρας
   1Tους έλεγε επίσης και μια παραβολή για την αναγκαιότητα να προσεύχονται πάντα και να μην αποθαρρύνονται. 2“Σε μια πόλη”, έλεγε, “υπήρχε ένας δικαστής, που ούτε το Θεό φοβόταν ούτε σε άνθρωπο έδινε σημασία. 3Ήταν και μια χήρα στην πόλη εκείνη, που ερχόταν σ’ αυτόν και του έλεγε: Aπόδωσε το δίκιο μου απ’ αυτόν που με αδικεί. 4Mα εκείνος για ένα χρονικό διάστημα δεν έδωσε σημασία. Kατόπιν όμως είπε μέσα του: Aν και δε φοβάμαι το Θεό κι ούτε δίνω σημασία σε άνθρωπο,5ωστόσο, επειδή η χήρα αυτή μου έγινε φορτική, θα της δώσω το δίκιο της για να μη με στενοχωρεί με τους ατέλειωτους ερχομούς της”. 6Kαι συνέχισε ο Kύριος: “Δώστε προσοχή σ’ αυτό που λέγει ο άδικος δικαστής! 7Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να μην κρίνει ο Θεός και να μην αποδώσει το δίκιο των εκλεκτών του, που κράζουν σ’ αυτόν μέρα και νύχτα και τους ακούει υπομονετικά; 8Σας λέω πως θα κρίνει και θα αποδώσει το δίκιο τους πολύ γρήγορα. Mα ο Γιος του Aνθρώπου, όταν έρθει, θα βρει άραγε την πίστη πάνω στη γη;”

Στο κανάλι θα βρείτε τις ομιλίες του Αρχ. Μάξιμου Κυρίτση, Καθηγούμενου της Ι.Μ. αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω.

Μνήμη Ευτέρπης Ηλία διευθύντριας των σχολείων στο Κονγκό Ραδιοπαραμυθία 14/02/2019


Είναι δύσκολο να ζήσεις στον κόσμο χωρίς πίστη και ακόμα πιο δύσκολο να πεθάνεις.


Λίγο πρίν τά μεσάνυχτα...




Λίγο πρίν τά μεσάνυχτα...

Μνήσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ ὁ Θεός. Μοῦ ἦρθε στό νοῦ ὁ ναός τῆς τοῦ Θεοῦ Εἰρήνης καί στό ἱερό σύνθρονό της ἒβλεπα τόν Ἱερό Χρυσόστομο τόν μεγάλο αὐτόν δάσκαλο καί ἑρμηνευτή καί τόν ἂκουσα νά ὁμιλεῖ γιά τόν τελώνη καί τόν φαρισαῖο καί νά λέει ὃτι εἶναι μεγάλο ἀγαθό νά μήν φαντάζεσαι γιά τόν εαυτό σου, κάνε μέ τό νοῦ σου δύο ἃρματα καί στό ἓνα ζέψε τήν ἀρετή μέ τήν ὑεπρηφάνεια καί στό ἂλλο τήν ἁμαρτία μέ τήν ταπείνωση. Θά δεῖς τότε ὃτι τό ἃρμα τῆς ἁμαρτίας θά εἶναι πιό μπροστά ἀπό τῆς ἀρετῆς, ὂχι γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι πιό δυνατή ἀπό τήν ἀρετή, ἀλλά γιατί τό ζευγάρι τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἀντίθετα τό ἃρμα τῆς ἀρετῆς μένει πίσω, ὂχι γιατί δέν ἓχει δύναμη ἡ ἀρετή, ἀλλά ἀπό τό βάρος καί τόν ὂγκο τῆς ὑπερηφάνειας. Ἒτσι ἡ ταπείνωση λόγῳ τοῦ μεγάλου ὓψους της, νικᾶ τό βάρος τῆς ἁμαρτίας καί ἀνεβαίνει καί φθάνει στόν οὐρανό, ἒτσι καί ἡ ὑπερηφάνεια λόγῳ τοῦ μεγάλου ὃγκου καί τοῦ βάρους της, νικᾶ τήν ἀνάλαφρη ἀρετή καί τήν τραβᾶ εὒκολα πρός τά κάτω. Ἒζεψε ὁ Φαρισαῖος τήν ἀρετή μέ τήν ὑπερηφάνεια καί ὁ Τελώνης τήν ἁμαρτία μέ τήν ταπεινοφροσύνη.

Αὐτά σᾶς τά λέω, ὂχι γιά νά ἁμαρτάνουμε, ἀλλά γιά νά ταπεινωθοῦμε, λέει ὁ Ἃγιος Χρυσόστομος ὁ Μέγας, πού ἒγινε τπεινός καί ἐδίδαξε μέ τό ὓψος τῆς ταπεινοφροσύνης του.

Ἡ ἀρετή καί ἡ ταπεινοφροσύνη. Τὀ καλύτερο ἃρμα. Ἡ ὣρα πάει 3 τό πρωί.

Ἀπό τό βιβλίο «Κωνσταντινούπολις - Παράκληση στήν Παυσολύπη» π. Αν.
Ἐκδόσεις Ἑρμηνεία - Ἃγιον Ὂρος

ΑΞΙΟΣ!! Νόμπελ Ειρήνης δεν παίρνουν οι άνθρωποι που αγωνίζονται για το καλό, αλλά οι δολοφόνοι..


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΗΡ ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Η ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΣΤΟΝ ΑΜΒΩΝΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2012 ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΕΠΙΤΑΛΙΟΥ


Καθώς δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς ψωμί και νερό, ούτω πως και δίχως προσευχή δεν μπορεί να ζήσει η ψυχή. Άγιος Άνθιμος της Χίου († 15 Φεβρουαρίου)


Πνευματικό τέκνο του πατέρα Ιωάννου από τον Άγιο Γεώργιο Περάματος αναφέρει για την καρδιακή προσευχή.

Πνευματικό τέκνο του πατέρα Ιωάννου από τον Άγιο Γεώργιο Περάματος αναφέρει για την καρδιακή προσευχή.

  Ο πάτερ το τελευταίο καιρό μας μας τόνιζε συνεχώς να προσευχόμαστε με την Προσευχή του Ιησού. Δηλαδή ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΈ ΕΛΈΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΌ.  Μάλιστα σε πολλά πνευματικά του παιδιά έδινε ως ευλογία κομποσχοινια για να παρακινουνται στην προσευχή αυτή. Μας έλεγε ότι η προσευχή αυτή δουλεύει συνεχώς μέσα στην καρδιά του συνεχώς και ότι έχει βρει μεγάλη ευεργεσια στην αναπαυση στην καρδιά του.  Ήταν μια πνευματική παρακαταθήκη που μας την έλεγε με πολύ αγάπη. 

ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ. Αγάπη… Σαν έννοια άφθαστη, σαν πράξη ακατόρθωτη, σαν λέξη «μαγική»… Και μόνο σαν λέξη να την προφέρεις στα χείλη σου, κάτι νιώθεις, σαν κάτι να σκιρτά μέσα σου…


Και ο Γεράσιμος άκουσε τη χρυσή σάλπιγγα....

Και ο Γεράσιμος άκουσε τη χρυσή σάλπιγγα....

Μας έλεγε:
Ο δυστυχής ο Φαρισαίος εκαμάρωνε πως έκανε νηστείες, “νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι”, 
Αυτός είναι ο νόμος του Μωϋσέως και θυμάμαι, δόξα τω Θεώ, μια φορά βρέθηκα στην Αθήνα, εκεί που μίλαγε ένας σπουδαίος δεσπότης, ο Αυγουστίνος Καντιώτης. Και είχε τόσο μεγάλη σχέση με τον κόσμο, το ακροατήριο, που πολλές φορές του λέγανε για ποιο θέμα θέλανε να μιλήσει. Μπήκε μέσα, λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος που ήταν μέγας και εις αρετή, και εις ήθος, και εις πίστη, και εις φλόγα, και εις Χριστό, και λέει:
-- Έχω σήμερα τρεις σάλπιγγες. Ποια θέλετε; 
Και ο κόσμος από κάτω φώναξε:
-- Να ακούσουμε. 
-- Η πρώτη είναι χρυσή, λέει.
-- Να ακούσουμε.
-- Του Κυρίου μας: “Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι”. Μπορείτε;
-- Όχι, φώναζε ο κόσμος από κάτω.
Μπόρεσαν λίγοι, όπως ο Απόστολος Ανδρέας. Τα άφησε όλα και έγινε απόστολος. Όπως ο Άγιος Γεράσιμος.
Όχι ο κόσμος. 
-- Έχω κι άλλη. 
-- Να ακούσουμε. 
-- Την ασημένια του Προδρόμου. “Ο ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ὁ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω”. Αν έχεις δυο, δώσε το ένα. Συμφωνείτε;
-- Όχι, ο κόσμος από κάτω.
-- Έχω και μια άλλη, χάλκινη, τη σημερινή, σ΄αυτή που ανταποκρινόταν ο Φαρισαίος, ο δυστυχής. Του Νόμου του Μωϋσέως: “ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι”. Μπορείτε; 
-- Ε, κάτι γίνεται.
Αυτά μας έλεγε... και ερχόμαστε κι εμείς να πούμε σήμερα ότι 
και ο Γεράσιμος Φωκάς, όταν απαρνήθηκε την περιουσία του και κάποιοι αμφισβήτησαν αν έκανε καλά, έθεσε το θέμα στο Γέροντα Παϊσιο και ζήτησε τη γνώμη του. Και ο όσιος πατέρας απάντησε:
“Καλά έκαμες, γιε μου, ο πνευματικός άνθρωπος δεν φαίνεται τόσο στα κομποσχοίνια, στις νηστείες και στις μετάνοιες, όσο στη στάση που έχει απέναντι στο χρήμα και στην ευσπλαχνία που δείχνει για τον ελάχιστο, τον πονεμένο συνάνθρωπό του”.

Ο π. Γεράσιμος άκουσε την χρυσή σάλπιγγα του Κυρίου μας. 
“Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι”. 
Κι εμείς.... που τον γνωρίσαμε, στο Όνομα της φλόγας της καρδιάς του, στο Όνομα των κόπων της ζωής του, στο Όνομα του Αγαπημένου του, του Ιησού Χριστού, αλήθεια, τι πρέπει να κάνουμε;

Ο ΓΈΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ Η ΚΟΠΈΛΑ.

Κάποτε, ο Γέροντας κάθε πρωί και για μερικές βδομάδες, μνημόνευε μια κοπέλα που είχε απομακρυνθεί τελείως από κοντά μας, επειδή είχε γίνει πόρνη. Τον άκουγαν και απορούσαν: «Γιατί μας λέει κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια; Ποιος είναι ο λόγος;». Τελικά τον ρώτησαν: Γέροντα, γιατί τη μνημονεύετε τόσο συχνά; Για να προσεύχεστε γι’ αυτήν. Σας ικετεύω να προσευχηθείτε πολύ για την ψυχή της, μας είπε. Ένα απόγευμα κάποια πιστή, καθώς ήταν πολύ κουρασμένη, σκεφτόταν: «Δεν μπορώ να μνημονεύω όλους αυτούς τους συγγενείς και γνωστούς μου. Ας νοιάζεται ο καθένας για το κεφάλι του. Μου αρκεί το δικό μου. Την άλλη μέρα που πήγε στον π. Γαβριήλ και γονάτισε να πάρει ευλογία, ο Γέροντας αφού την ευλόγησε της είπε: 
— Όχι μόνο για τους κοντινούς σου και για τους γνωστούς σου πρέπει να προσεύχεσαι, αλλά και για όσους βρίσκονται στις φυλακές, στους οίκους ανοχής, για τους ανήμπορους και τους οδοιπόρους.  Η προσευχή της μάνας για το παιδί της είναι πιο δυνατή και από τις ανοιγμένες φτερούγες του αετού

Two miracles of Saint Porphyrios in Greece


Ποτε και πως καθιερωθηκε η νηστεια.- Μερος Α' -- π. Ειρηναρχος Θεοδωρου --


Εξαιρετική αγιογράφηση του Γεωργίου Λαγάνη Σέκερη που αποτυπώνει την κατάσταση μιας μητέρας που μόλις έχει γεννήσει.

Εξαιρετική αγιογράφηση του Γεωργίου Λαγάνη Σέκερη που αποτυπώνει την κατάσταση μιας μητέρας που μόλις έχει γεννήσει. Τα πονηρά πνεύματα προσπαθούν να κάνουν δικό τους το νέο άνθρωπο που προορίζεται για τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Χριστός όμως στέλνει αγγέλους να περιφρουρήσουν τη μητέρα και το παιδί. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντική η ακολουθία με τις ευχές της πρώτης ημέρας που σήμερα αρκετοί χριστιανοί αγνοούν την ύπαρξή της.

ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ. Καμιά Κυριακή δεν μπορεί να’ ναι συννεφιασμένη εφ’ όσον αρχίζει με την Θεία Λειτουργία.

ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ. Καμιά Κυριακή δεν μπορεί να’ ναι συννεφιασμένη εφ’ όσον αρχίζει με την Θεία Λειτουργία.Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθώς ο Χριστός ανακλίνεται στους άρτους της προθέσεως, καθώς διδάσκει μέσα από τις σελίδες του Ευαγγελίου, καθώς σταυρώνεται πάνω στην αγία Τράπεζα και ανασταίνεται μέσα στο δισκοπότηρο, μπαίνουμε στο χρόνο του Θεού και η ψυχή μας αναγαλλιάζει, διότι νοιώθει να χορταίνει αιωνιότητα,οι Εκκλησίες είναι τα λιμάνια του Θεού μέσα στον φουρτουνιασμένο κόσμο μας, ο κατά Κυριακή εκκλησιασμός μας, δίνει μία άλλη διάσταση στη ζωή. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνον παραγωγικές μηχανές, μόνον ύλη, αλλά έχουμε μία άλλη καταγωγή και ένα θείο προορισμό. Μας καταξιώνει σαν ανθρώπους και σαν Χριστιανούς...

ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ. Όποιος είναι ερωτευμένος με Τον Θεό γιορτάζει εις τους αιώνας των αιώνων αμην


ΕΊΠΕ ΜΟΝΑΧΟΣ. Ο,τι ζει στις όμορφες αναμνήσεις του μυαλού μας,στις όμορφες γωνιές της ψυχής μας...ποτέ δεν πεθαίνει!!..έτσι κι όσοι δικοί μας έχουν φύγει απ αυτή τη ζωή!!..

Ο,τι ζει στις όμορφες αναμνήσεις του μυαλού μας,στις όμορφες γωνιές της ψυχής μας...ποτέ δεν πεθαίνει!!..έτσι κι όσοι δικοί μας έχουν φύγει απ αυτή τη ζωή!!..

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Θέατρο Σκιών παραδοσιακή τέχνη που κρατά ζωντανή την ιστορία μας Ραδιοπαραμυθία 15/02/2019


ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΥΓΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΠΥΚΝΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Ι.ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΗΣ ΔΥΤΙΚΟΝ ΠΕΛΛΗΣ.




Ημερολόγιο του Ιβάν Στάρτσκωφ, υπολοχαγού Β' τάγματος του Σοβιετικού στρατού

«...12 Δεκεμβρίου 1941... Βρίσκομαι στο Γενικό Νοσοκομείο κάποιας γερμανικής πόλεως... δεν ξέρω τ' όνομα της, αφού με μετέφεραν εδώ από το πεδίο μάχης ενώ ήμουν σε κώμα... Ή αλήθεια είναι πώς δε θέλω να μάθω τ' όνομα της... τι μ' ενδιαφέρει άλλωστε; Έκτος αυτού κανείς δεν έ­κανε τον κόπο να μου το πει.
Ή κατάσταση μου είναι κυριολεκτικά τραγική. Προ τριών μηνών περίπου στη φοβερή μάχη του Λένινγκραντ ηττηθήκαμε από τους Γερμανούς Ναζί, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Εγώ πληγώθηκα θανάσιμα στα δύο πόδια από έκρηξη χειροβομβίδας και στο αριστερό χέρι από κάποια αδέσποτη σφαίρα.
Με βρήκαν πλημμυρισμένο στο αίμα, ανάμεσα σ' ένα σωρό νεκρούς συναδέλφους δύο Γερμανοί στρατιώτες, πού μετά τη λήξη της μάχης έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για οτιδήποτε χρήσιμο ή πολύτιμο.
Με έ­να αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού με μετέφεραν σε κάποιο σταθμό πρώτων βοη­θειών οπού συνήλθα λίγο έπειτα με φόρ­τωσαν στο βαγόνι ενός τρένου, αφού μου κόλλησαν ένα νούμερο στο στήθος και στην πλάτη. Αυτό ήταν φυσικό, αφού για εκείνους δεν ήμουν τίποτε άλλο από ένα νούμερο...
Γεννήθηκα στο Σμολένσκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου εκατό χιλιόμετρα α­πό τη Μόσχα, το 1912. Από μικρό παιδί ήμουν σχεδόν άθεος, μεγαλώνοντας ασπά­σθηκα τον κομμουνισμό. Ό πατέρας μου ήταν αυστηρός μπολσεβίκος και είχε λάβει μέρος στην κομμουνιστική επανάσταση το 1917, πού ανέτρεψε το καθεστώς του Τσάρου.
Ή μητέρα μου ή Άννα ήταν καλή χριστιανή, αλλά από το φόβο του πατέρα έκανε τα καθήκοντα της τα χριστιανικά κρυφά. Είχα και έναν... μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό, τον Αλέξιο. Αυτήν την ώρα μόνο αυτόν θυμάμαι, αυτόν μπορώ και αυτόν θέλω να θυμάμαι...
Αργοπεθαίνω.
Οι γιατροί μου έκοψαν και τα δύο πόδια και το αριστερό χέρι γιατί κινδύνευα απ' τη φοβερή γάγγραινα των άκρων. Από τότε είμαι κλεισμένος, ακίνητος, πάνω σ' αυτό το κρεβάτι, στο σκοτεινό θάλαμο Νο Ο (μηδέν).
Με έχουν κάνει πειραματόζωο και φυσικά, αν δεν πεθάνω κάποια στιγμή, θα με σκοτώσουν οι γιατροί, όταν τελειώσουν τα πειράματα τους.
Είναι δώδεκα (12) Δεκεμβρίου. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τί περίεργο αλή­θεια! Για πρώτη φορά στη ζωή μου δακρύ­ζω σ' αυτή τη σκέψη. Ήμουν... ανέκαθεν άθεος. Ό αδελφός μου ό Αλέξιος όμως α­πό νήπιο ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία .
Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο. Ό πατέρας μου, όταν εγώ άρχισα τις σπουδές μου στη Στρατιωτική Σχολή της Μόσχας, ονειρευόταν και για τον Αλέξιο μια λαμπρή σταδιοδρομία αξιωματικού του Ερυθρού Στρατού. Όμως τη χρονιά πού εγώ τελείωνα τη Σχολή κι ό Αλέξιος... ήταν τότε είκοσι (20) χρονών, το 1935... μια νύχτα έφυγε για πάντα. Ή μη­τέρα βρήκε ένα γράμμα με λίγες λέξεις πά­νω στο μαξιλάρι: «Συγχωρήσατε με καλοί μου γονείς, Νικολάι και Αννούσκα... αλλά με καλεί ό ουράνιος Βασιλέας, να καταταγώ στο στρατό Τον. Δεν μπορώ ν' αρνηθώ την πρόσκληση.
Φεύγω κι εύχομαι καλή σωτηρία.
Υ.Γ.: Μην το πείτε παρακαλώ στον Ιβάν. Θα του γράψω εγώ».
Πράγματι, δε μου το είπαν αμέσως, διότι ήταν ή εποχή πού έδινα εξετάσεις για το δίπλωμα. Φυσικά, όταν γύρισα το φθινόπωρο στο σπίτι, μου έδειξαν το γράμμα. Ένας κόμπος μου ανέβηκε στο λαιμό.
Τώρα πού το θυμάμαι... ήθελα, αν ήταν δυνατόν, να τον έβλεπα τώρα, να του ζητήσω συγγνώμη... ναι, διότι ή θλίψη μου, έπειτα από λίγες στιγμές έγινε οργή και αρπάζοντας το στρατιωτικό μου όπλο, τράβηξα τον πατέρα μου απ` το μανίκι φωνάζοντας: «Γιατί δεν έψαξες να τον βρεις; Εγώ τώρα, οπού και να 'χει πάει, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω». Ή μητέρα έβγαλε μια κραυγή τρόμου.
Ό πατέρας κατέβασε από τον τοίχο το κυνηγετικό του όπλο, λέγοντας μου: «Δεν έψαξα, γιατί σε περίμενα. Όπως ξέρεις, ή τιμή ενός μπολ­σεβίκου δεν σηκώνει τέτοιο ρεζίλεμα σαν αυτό του Άλιόσα».
Ό θυμός μας είχε τυ­φλώσει. Νιώθαμε πώς μας είχε γίνει φοβε­ρή προσβολή και μάλιστα για κάτι τόσο βλακώδες, όπως ήταν ό Θεός του Αλεξίου... Φυσικά, για μας δεν υπήρχε Θεός και οι εκκλησίες έπρεπε να γίνουν όλες στάβλοι... Δύο μοναστήρια ήταν τα πλη­σιέστερα: Της Όπτινα (πού είχε ήδη κατα­στραφεί στη διάρκεια της Κομμουνιστικής Επανάστασης) και τα ερημητήρια των α­γρίων ορέων του Ροσλάβ.
Ψάξαμε ανάμεσα σ' αυτά, εισβάλλοντας με απειλές και κατάρες, και απαιτώ­ντας από τους καλόγηρους να μας παρα­δώσουν τον Αλέξιο.
Σ' ένα από τα ερημητήρια (όπως καταφέραμε να μάθουμε) είχε καταφύγει, ποθώντας ν' αφιερωθεί στο Θεό του... Αφού υβρίσαμε τον Ηγούμενο, ό πατέρας μου τον τράβηξε από τη γενειά­δα, λέγοντας: «Σκύλε παπά, δώσε μου πί­σω το μικρό μου γιο!». Εκείνος με ήρεμο βλέμμα του είπε να κοιτάξει ψηλά... Ό Α­λέξιος ντυμένος τα ράσα, ήταν στην κορυ­φή του καμπαναριού. Μας έπιασε ρίγος. «Αφήστε ήσυχους τους αδελφούς ευλογη­μένοι.
Ιδού, εγώ είμαι εδώ...». «Κατέβα α­μέσως κάτω, ειδάλλως θα πυροβολήσω», του είπα εγώ με φωνή πού έτρεμε. «Ησυχάστε. Θα είστε κουρασμένοι. Φάτε, ανα­παυθείτε κι έρχομαι έπειτα μαζί σας...». Φυσικά, δεν ήρθε μαζί μας, αλλά από κρυφή έξοδο αναχώρησε, όχι μόνο από το Μοναστήρι, αλλά κι απ' τη Ρωσία.
Από τότε δεν τον ξαναείδα πια ποτέ. Μας έστειλε έπειτα από τρία χρόνια ένα γράμμα: «Είμαι στο ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ, στην πρωτεύουσα της Ορθοδοξίας, την Ελλάδα. Προ δέκα ήμερων έγινα Μεγαλόσχη­μος Μοναχός κι έλαβα το όνομα: Χριστό­φορος.
Εάν θέλει ό Ιβάν, ας έλθει να μ' ε­πισκεφθεί. Είμαι στη ρωσική Μονή του Α­γίου Παντελεήμονος. Ό Θεός μεθ' υμών». Εγώ βέβαια, ούτε πήγα ποτέ, ούτε γράμ­μα του έγραψα... Νιώθω το σώμα μου να παγώνει... Δεν μπορώ να γράψω άλλο...».

«19 Δεκεμβρίου 1941... Κάθε μέρα πού περνάει νομίζω πώς είναι για μένα ή τελευταία. Ωστόσο, δεν παύω με το νου μου ν' αναπολώ τα περασμένα... Το σπίτι μας στο Σμολένσκ, το σχολείο, τη Στρατιωτική Σχολή, όλους όσους γνώρισα λίγο ή πολύ στη ζωή μου. Άραγε με θυμάται τώρα κα­νείς απ' αυτούς; Ό παππούς ό Βάνια, πού μου έμαθε να ρίχνω τη σφεντόνα, ή γιαγιά Κλαυδίγια, πού μου έπλεκε ζεστές μάλλι­νες κάλτσες για το χειμώνα.... οι γονείς μου πού, αγνοί βιοπαλαιστές, αγωνίστη­καν να μας μεγαλώσουν εμένα και τον α­δερφό μου... ή γειτόνισσα ή Λιούμπα, ό Πιότρ ό ταχυδρόμος, ό Άντρέι ό δάσκα­λος... δεκάδες πρόσωπα, πράγματα και γε­γονότα, πού μου φαίνονται όμως τώρα τό­σο μηδαμινά κι ασήμαντα...
Σήμερα έχω φριχτούς πόνους στα κομμένα μου πόδια... αισθάνομαι να σαπίζω ζωντανός. Καθημερινά σχεδόν έρχονται δύο γιατροί με πρόσωπα παγωμένα, και αφού με ναρκώσουν πειραματίζονται πάνω στο σώμα μου, χωρίς να ξέρω πώς, λόγω της νάρκωσης... Όταν συνέλθω συνήθως πονάω πολύ κι έχω συνεχή τάση για εμε­τό. Κρυώνω φοβερά μια και δεν υπάρχει θέρμανση στο θάλαμο. Μου έχουν ξυρίσει το κεφάλι, για κάποιο σκοπό πού μόνο τα διεστραμμένα τους μυαλά γνωρίζουν...
Ό νους μου τρέχει εδώ κι εκεί, χωρίς να στέκεται κάπου συγκεκριμένα, ακόμη και σε ανήθικες σκέψεις. Έξαλλου και στη ζωή μου δεν ήμουν ιδιαίτερα ηθικός. Γι' αυτό ό Αλέξιος μου είχε πει κάποτε: «Το σώμα σου πού παρέδωσες στη σαπίλα, θα σαπίσει ζωντανό, πριν βγει ή ψυχή σου Ιβάν. Πολύ λυπάμαι για την ψυχή σου...».
Είναι μέρες τώρα πού έχω μια παράξε­νη φοβία, πού ολοένα μεγαλώνει. Νιώθω σαν το αιχμάλωτο ζώο, πού πρόκειται να δοθεί ως τροφή σε σαρκοφάγα θηρία... Αν πίστευα στο Θεό, θα ονόμαζα τη φοβία μου «έλεγχο συνειδήσεως».
Αν πίστευα... λίγους μήνες πριν την εισβολή των Γερμανών στη Ρωσία, έλαβα ένα ακόμη σύ­ντομο γράμμα από τον αδερφό μου, πού ή­ταν και το τελευταίο: «Χθες χειροτονήθη­κα Ιερομόναχος εν ονόματι Ιησού Χρί­στου τον Κυρίου ημών, δια πρεσβειών της Αειπάρθενου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Εύχεσθε για μένα. Υ.Γ.: Ιβάν να με θυμη­θείς στην απομόνωση σου».
Τώρα σκέφτο­μαι ότι ό Αλέξιος ή μάλλον ό Χριστόφο­ρος είναι Άγιος. Ναι, σίγουρα είναι Άγιος. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε, ντυ­μένο Ιερομόναχο, με κατάλευκα άμφια, θυμιατό κι ένα ξύλινο φωτεινό σταυρό... Με κοίταξε λυπημένος. Κάποια στιγμή χαμογελώντας ελαφρά μου είπε με απαλή φωνή: «Ιβάν, μη φοβάσαι. Ό Χριστόφο­ρος είμαι». - «Πονάω πολύ αδελφέ μου, βοήθησε με», του είπα. «Ιβάν σε λίγες μέ­ρες θα 'έρθεις και συ εδώ, πού είμαι και γώ. Θα σε στείλει ό παπά-Στεφάν Ζινόφσκυ από την Αγία Πετρούπολη».
Έπειτα χάθηκε από τα μάτια μου. Του φώναζα να γυρίσει πίσω, αλλά μάταια. ...Μα, γιατί μου είπε πώς θα πάω εκεί που είναι και αυτός; Και ποιος είναι ό παπά-Στεφάν; Ε­γώ δεν γνωρίζω κανέναν παπά-Στεφάν... Τα μάτια μου βουρκώσανε, ή καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή... ό Χριστόφορος πέ­θανε, έχει πεθάνει! Κι εγώ θα πεθάνω σύ­ντομα... θα πεθάνω... Θεέ μου, δεν θέλω να πεθάνω!... Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. Τώρα θυμάμαι τί μου είπε ό Χριστόφορος το τελευταίο Πάσχα πού ήμασταν μαζί: «Ό θάνατος; Μα δεν υπάρχει θάνατος! Μόνο μεταβολή, χωρισμός ψυχής και σώματος. Ό άνθρωπος πλάσθη­κε από το Θεό ΑΘΑΝΑΤΟΣ, αλλά μόνον κοντά Του.
Μακριά Του είναι μια ζωή θανατηφόρα -πέραν του τάφου- γεμάτη αιώνια πικρότατη ΣΙΩΠΗ, φοβερότατο ΣΤΕΝΑΓΜΟ, μεγάλο ΦΟΒΟ και ΑΓΩ­ΝΙΑ, ΑΝΑΜΟΝΗ χωρίς ΕΛΠΙΔΑ, ακατά­παυστη ΟΔΥΝΗ, ψυχικό κι ατελεύτητο ΔΑΚΡΥ, ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΙΣ».
Τρέμω ολόκληρος... Δεν μπορώ... σταματώ εδώ...».

«24 Δεκεμβρίου 1941: ...Ό θάνατος είναι δίπλα μου, νιώθω τα παγωμένα του χέ­ρια να μου πιέζουν την καρδιά... Άλλα ας είναι... Διότι από σήμερα για μένα άλλα­ξαν τα πάντα. Προ ολίγου ήρθε κάποιος παράξενος άνθρωπος, με μπλε σκούρα ρούχα και μια κατάλευκη γενειάδα. Το βλέμμα του ήταν πονεμένο και χαρούμενο μαζί. Φαινόταν βιαστικός. Αφού σφάλισε την πόρτα, μου είπε ψιθυριστά στα Ρωσι­κά: «Δεν με γνωρίζεις παιδί μου, το ξέρω. Άλλα, μην φοβάσαι... Με λένε Στεφάν και είμαι ιερέας του Ύψιστου Θεού». - «Στε­φάν;» ρώτησα κεραυνοβολημένος. «Στε­φάν Ζινόφσκυ;» - «Ναι, από την Πετρού­πολη. Είμαι στην υπηρεσία του Νοσοκο­μείου, ως αιχμάλωτος πολέμου, στα κατα­ναγκαστικά έργα μεταφοράς ανθρώπινων πτωμάτων, στους κλιβάνους καύσεως για απανθράκωση και σαπωνοποίηση. Μας δίδεται καθημερινώς ένας κατάλογος με τους αριθμούς των θαλάμων και τα ονόματα εκείνων πού πρέπει να μεταφέρουμε.
Χθες στον κατάλογο διάβασα το όνομα σου. Θάλαμος Νο Ο, Ιβάν Στάρτσκωφ, κωδ. αρ. 542770.
Αντέγραψα σε άλλο χαρ­τί αυτά τα στοιχεία και τα φύλαξα».
Ή επόμενη κίνηση του ήταν να βγάλει από τον κόρφο του ένα πολύ λεπτό ύφασμα διπλωμένο σφιχτά, σε γαλάζιο χρώ­μα. - «Ιδού παιδί μου. Αυτό είναι το πε­τραχήλι, πού με θυσία αίματος μου έφτια­ξαν χέρια αδελφικά, ώστε κι εδώ στη φο­βερή αιχμαλωσία, έστω κι αν χάνονται σώματα να σώζονται ψυχές».
Τον διέκοψα απότομα ρωτώντας τον με αγωνία: - «Πέστε μου Μπάτουσκα (παππούλη), ειλικρινά τι σας παρακίνησε να έρθετε σε μένα;» Μου απάντησε ψιθυρι­στά: «Κοίταξε, παιδί μου. Το ξέρω ότι ο­νομάζεσαι Ιβάν Στάρτσκωφ, είσαι από το Σμολένσκ, και είσαι αδελφός του Αλεξίου Στάρτσκωφ, πού τώρα είναι...» - «Πώς τα ξέρετε όλα αυτά;» ρώτησα κατάπληκτος. -«Είναι πολύ απλό. Εγώ έχω ένα γιο πού τώρα είναι ιερομόναχος στο ερμητικό κελί του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, εκεί οπού είχε καταφύγει ό αδελφός σου αρχικά, για να γίνει Μοναχός. Συνέπεσε λοιπόν την ημέρα πού είχες έρθει με τον πατέρα σου, για να πάρετε τον Αλέξιο, ή μάλλον τον Χριστόφορο πίσω, να είμαι κι εγώ εκεί, διότι την επομένη επρόκειτο να γίνει ό γιος μου Μεγαλόσχημος Μονα­χός.
Είδα λοιπόν όλη τη σκηνή με τα μά­τια μου. Όταν εσείς μπήκατε στο αρχονταρίκι για ανάπαυση, ό αδελφός σου έ­τρεξε βιαστικά στο κελί του γιου μου, λέγοντας του: - «Πάτερ Μιχαήλ! Να πεις σε παρακαλώ στον Ηγούμενο να με συγχωρήσει, αλλά φεύγω αμέσως για το Α­ΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!» - «Αλέξιε, αδελφέ, είναι σωστό να φύγεις τώρα;» τον ρώτησε ό γιος μου. Είναι θέλημα Θεού αδελφέ! Μην αποκαλύψετε τίποτε στον πατέρα μου και στον Ιβάν... Ευλογείτε, αδελφέ! Να εύχεσθε για μένα!». - «Ή Παναγία μαζί σου Αλέξιε!»

Εκείνος έφυγε τρέχοντας και χάθηκε στο δάσος. Από τότε έστειλε δύο φορές επιστολή στον Ηγούμενο, την πρώτη για την κούρα του σε μεγαλόσχη­μο και τη δεύτερη για τη χειροτονία του. Από καιρού εις καιρόν πού επισκεπτό­μουν τους Μοναχούς εκεί, μάθαινα και για τα γράμματα του. Πριν από αρκετούς μήνες ήρθε κι ένα ακόμη γράμμα, το τρίτο και τελευταίο, σταλμένο από τον Ηγούμε­νο της Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμο­νος. Αυτό το είδα κι εγώ με τα μάτια μου"
Έγραφε: «ό αδελφός ημών Ιερομόναχος πατήρ Χριστόφορος, ανεπαύθη χθες, την έκτη πρωινή ώρα εν Κυρίω. Αύριον αρχίζουν την τέλεσε των μνημοσυνών του. Παρακαλείσθε όπως μνημονεύετε την ψυχή του αδελφού, αν και ημείς έχομεν μάλλον περισσοτέραν ανάγκην των ιδικών του ευχών, παρά εκείνος από τάς ιδικάς μας. Ήτο αγία ψυχή, πραγματικά τα­πεινός και άκακος Μοναχός, φίλος θερ­μός της αδιάλειπτου προσευχής και της ασκητικής ζωής. Ας είναι αιωνία του ή μνήμη».
Εγώ είχα μείνει εμβρόντητος από όσα είχα ακούσει. Πέρασαν ένα δύο λεπτά μέ­χρι να συνέλθω. Ένιωθα ένα συνεχές σφίξιμο στην καρδιά, σα να πιεζόταν βασανι­στικά από την αφόρητη θλίψη. Ξέσπασα σ' ένα σχεδόν βουβό κλάμα, με πνιγμένους λυγμούς... Τα κομμένα μου μέλη πονούσαν φρικτά, όχι τόσο από τον σωματικό όσο α­πό τον ψυχικό πόνο: «Μπάτουσκα, Μπάτουσκα (παππούλη, παππούλη), έχει πεθά­νει λοιπόν, το ήξερα, τόχα καταλάβει. Ήρ­θε στον ύπνο μου και μου είπε για σας...». «Ό πατήρ Χριστόφορος είναι πλέον στον Παράδεισο», είπε τότε ό παπά-Στεφάν δακρυσμένος, με βλέμμα να κοιτάει ψηλά έ­ξω τον έναστρο ουρανό.
- «Μπάτουσκα, ό αδελφός μου, ό μικρός μου Άλιόσα ήταν Άγιος... Εγώ... ε­γώ είμαι ένα κτήνος...» του έλεγα με λυγμούς. - «Σώπασε, παιδί μου, ησύχασε... Πρέπει να σου πω και κάτι άλλο ακόμη, Ή επιστολή του Ηγουμένου είχε και υστερόγραφο: «Διαβιβάσατε αδελφοί, εις την οικογένεια του π. Χριστόφορου, ότι έχα­σε την ζωή του εις ώραν ιερού καθήκο­ντος.
Διότι, αφού τέλεσαν ξημερώματα την Θεία Λειτουργία, και αφού κοινώνησε ό ίδιος, οι αδελφοί Μοναχοί της Μονής και τρεις φιλοξενούμενοι στρατιω­τικοί, ανέλαβε αυτοβούλως να οδηγήσει τους τελευταίους έως της παραλίας, όπου κρυφίως θα τους παρελάμβανε κάποιο κα­ράβι δια την Μέση Ανατολή. Δυστυχώς όμως, λόγω προδοσίας έπεσαν εις ενέδρα Γερμανών την ώρα όπου πλησίαζαν το καράβι στην παραλία, όπου ευρίσκοντο όλοι συγκεντρωμένοι. Οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν.
Τότε ό ευλογημένος π. Χριστόφορος, δια να σώσει την ζωή των άλλων, φωνάζοντας «Πέσατε κάτω αδελφοί», άρχισε να τρέχει κατά μήκος της παραλίας, κραυγάζων ατάκτως και κάμνων ζωηράς χειρονομίας, έλκοντας επά­νω του την προσοχήν των εχθρών. Μία σφαίρα τον εύρε εις την καρδίαν. Ήτο ξη­μερώματα Κυριακής, Ιουνίω μηνί - 1941.
Ό Θεός μεθ' υμών και ημών. Ταπεινός προς Κύριον ευχέτης
ό Καθηγούμενος γ Ιερομόναχος Σαμουήλ
και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί».
- «Όπως βλέπεις Ιβάν, ό αδελφός σου δεν ήταν μόνον Άγιος, αλλά και ήρωας». Εγώ πλέον είχα πνιγεί στο θρήνο. Ό π. Στεφάν ξεδίπλωσε το πετραχήλι, λέγοντας μου με τρεμάμενη φωνή: «Ιβάν, παιδί μου, αύριο πού είναι Χριστούγεννα, θα είσαι και συ στον Ουρανό.
Ό π. Χριστόφορος σε περιμένει...». - «Πώς το ξέρετε αυτό;» ρώτησα μέσα στ' αναφιλητά μου. - «Με ειδοποίησε παιδί μου... Έλα τώρα να πεις στο Χριστό μας τη ζωή σου». Άπλωσε πάνω μου το λεπτό πετραχήλι με τους κόκκι­νους κεντημένους σταυρούς. - «Σ' ακούει ό Χριστός τώρα, παιδί μου. Αύριο θα 'σαι στον Παράδεισο». - «Ήμαρτον, πάτερ, ήμαρτον... είμαι ένα θηρίο, ένα κτήνος...».
Του είπα όλη τη ζωή μου από μικρόπαιδί έως τότε. Αφού μου διάβασε την ευ­χή συγχωρήσεως όλων των εγκλημάτων μου, έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό καρύδι. Το πίεσε λίγο κι εκείνο άνοιξε. Τον κοίταξα σαστισμένος. - «Είναι ή Αγία Κοι­νωνία, Ιβάν, ό Ιησούς Χριστός...». - «Μα, πώς πάτερ...». - «Τελούμε πότε - πότε κρυ­φές Θείες Λειτουργίες, με τη σκέπη του Θε­ού. Υπάρχουν αρκετοί Ορθόδοξοι εδώ...Έλα τώρα παιδί μου να κοινωνήσεις. Κά­με το σταυρό σου...».
Έκανα τότε το σταυ­ρό μου, για πρώτη σχεδόν φορά στη ζωή μου κι έλαβα τη ΖΩΗ μέσα στην ψυχή μου. - «Τώρα όλα τέλειωσαν Ιβάν. Θα 'ρθω αύριο το πρωί να παραλάβω το σώμα σου». - «Μπάτουσκα, έχω εδώ μερικά κομμάτια χαρτί, σαν ημερολόγιο. Σάς παρα­καλώ, όταν έρθετε, να τα πάρετε. Θα το 'χω κάτω από το μαξιλάρι». Μου έσφιξε το χέρι, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Πήρα έτσι την ευχή του, φιλώντας το λε­πτό βασανισμένο χέρι του καλού Λευΐτη.
Με σταύρωσε και ψιθυρίζοντας μου: «Μακαριά ή οδός σου παιδί μου. Να εύ­χεσαι και για μένα τον ταπεινό», γλίστρησε αθόρυβα πίσω από την πόρτα και χά­θηκε μέσα στο σκοτάδι...
«...Τί ώρα να 'ναι άραγε; Ίσως τρεις ή τέσσερις ή πέντε τα ξημερώματα. Πάντως μου φαίνεται ότι το σκοτάδι διαλύεται, από ένα αμυδρό φως.
Είναι 25 του Δεκέμβρη 1941... ξημερώνει ή γιορτή των Χρι­στουγέννων...
Δεν μπορώ να σταματήσω το κλάμα, όχι από λύπη, αλλά από χαρά... Ήρθε ή ώρα να φύγω... δεν νιώθω πλέον τα μέλη μου, μόνο στην καρδιά μου υπάρ­χει ακόμη λίγο αίμα... να, μια ηλιαχτίδα ίσχυσε το σκοτάδι... Μπάτουσκα, φεύγω... Συγχώρεσε με, την ευχή σου...
Ιβάν Νικολάγιεβιτς Στάρτσκωφ ό αμαρτωλός».
Το σώμα του Ιβάν, ακρωτηριασμένο, χωρίς πόδια και αριστερό χέρι, βρέθηκε παγωμένο εκείνο το πρωί στο θάλαμο Ο (μηδέν). Εγώ ό ιερέας του Υψίστου Θεού, π. Στεφάν Ζινόφσκυ, με τη βοήθεια ενός άλλου αδελφού το μεταφέραμε, μαζί με άλλα πτώματα στους κλιβάνους. Έψαλα ψιθυριστά τη νεκρώσιμη ακολουθία, καθώς έριχναν το σώμα του Ιβάν στις φλό­γες. Τώρα πια δεν λυπάμαι, ούτε δακρύ­ζω.
Γιατί ξέρω, το νιώθω, ότι ό Ιβάν είναι ευτυχισμένος. Χαίρε ευλογημένε Ιβάν, πού με τους ποταμούς των δακρύων μιας σκοτεινής νύχτας, εξαγόρασες την αιώνια χαραυγή των Ουρανών.
ΤΕΛΟΣ

Σημείωση: Ό ιερέας π. Στεφάν Ζινόφσκυ ήταν αιχμάλωτος στα καταναγκαστι­κά έργα του Γενικού Νοσοκομείου (κέντρο Ιατρικών Πειραμάτων), κάπου μεταξύ των γερμανό-αύστριακών συνόρων. Έζησε στην αιχμαλωσία ως το 1944. Πεθαίνο­ντας μου εμπιστεύθηκε μερικά φύλλα τριμ­μένου χαρτιού, με τις σκέψεις των τελευ­ταίων ήμερων του Ιβάν Στάρτσκωφ, με την τελευταία επιθυμία να δοθούν μετά την απελευθέρωση (πού ήδη τότε διαφαι­νόταν στον ορίζοντα) στη δημοσιότητα. Σεβόμενος την επιθυμία αυτή την πραγματοποίησα. Ας είναι οι λίγες αυτές σελίδες ιερό και αιώνιο μνημόσυνο για τον Ιβάν, τον ακρωτηριασμένο μελλοθάνατο, πού σε μια νύχτα πάλεψε και νίκησε τον θάνατο.
Θεοντόρ Λουντμίλωφ, ετών εξήντα πέ­ντε, συναιχμάλωτος του π. Στεφάν και κατά σάρκα ανιψιός του. Επέζησα, χάριτι Θεού, από την αιχμαλωσία. Μας ελευθέρωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα των Άγγλο-άμερικανών το 1945.
ΚΙΕΒΟ, Απρίλης του 1970.

ΙΕΡΗ ΜΟΝΗ ΧΟΖΕΒΑ. ΠΑΤΗΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ.


Σύζυγοι, κοιτάξτε τους συζύγους τους σήμερα.





Σύζυγοι, κοιτάξτε τους συζύγους τους σήμερα. Αυτή είναι η ευτυχία σας. Δεν έχετε άλλοι.
Οι σύζυγοι, ρίξτε μια ματιά στις συζύγους σας σήμερα. Αυτή είναι η ευτυχία σας. Δεν υπάρχει άλλη. Δεν υπάρχει άλλη. Όχι πιο όμορφη, πιο έξυπνη. Εδώ, η ευτυχία σου.
Κανείς άλλος. Και αυτή είναι η ευτυχία σου.

(Αρχιερέας Αντρέι Τκατσέφ)

Γνωρίζατε ότι η προσευχή στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν σταματάει για ένα λεπτό. Όταν τελειώνει η βραδινή υπηρεσία στο Καλίνινγκραντ, ξεκινά η πρώιμη λειτουργία στην Πετροπαβλόφσκ-Καμτσάτσκυ;


ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ. Θυμηθείτε ότι οι ενέργειές σας και η συμπεριφορά σας μιλούν πιο δυνατά από το στόμα σας. Η ζωή σας μπορεί να είναι η μόνη "Βίβλος" για πολλούς ανθρώπους.




ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ. Θυμηθείτε ότι οι ενέργειές σας και η συμπεριφορά σας μιλούν πιο δυνατά από το στόμα σας. Η ζωή σας μπορεί να είναι η μόνη "Βίβλος" για πολλούς ανθρώπους.

Καθ 'όλη τη Ευαγγέλιο του Κυρίου ποτέ δεν καταδίκασε κανένα από τα μετανοημένος αμαρτωλός, και από την άλλη πλευρά κατήγγειλε και καταδίκασε όλη την υποκρισία. (ΠΑΤΗΡ Oleg Stenyaev)






Καθ 'όλη τη Ευαγγέλιο του Κυρίου ποτέ δεν καταδίκασε κανένα από τα μετανοημένος αμαρτωλός, και από την άλλη πλευρά κατήγγειλε και καταδίκασε όλη την υποκρισία.   (ΠΑΤΗΡ  Oleg Stenyaev)

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ... ΑΠΑΙΧΤΟΣ Π ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ)


ΕΙΠΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. Μερικοί έχουν την πρώτη τους αγάπη τελευταία




ΕΙΠΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.

 Μερικοί έχουν την πρώτη τους αγάπη τελευταία 

ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ ΣΠΑΤΑΛΟΥΝ ΤΗ ΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΦΑΡΜΑΚΑ


Πατήρ Βασίλειος Παπαδάκης - Ομιλία για την αξία της Ορθοδόξου Πίστεως 5-3-2017


Cum să depășim supărarea?

Η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στη Νότια Μαδαγασκάρη


π. Αθανάσιος Γιουσμάς: Oι πρώτοι μαθητές του Ιησού (Iωάν. 1, 38-52)


My dear angels, I bid you farewell...


Σύγχρονο κήρυγμα γιὰ ἕνα παλαιὸ ἅγιο ποὺ λάμπει ἀπὸ χαρὰ (9.2.2019)


«Πῶς τὸ σκοτάδι γίνεται φῶς, κατὰ τὸν Ἅγιον Πορφύριον» Πρωτ. Χαράλαμπος Παπαδοπούλος


Иеромонах Нил (Парнас) отвечает на вопросы в доме паломника (24.01.2019)


«Η Ταπεινή Επιμονή που Νικά» (Παρέα της Τρίτης 12-2-2019)


«Ἡ ἀξία τῆς Ἐρήμου» 14 Φεβρουαρίου 2019, Ναυπάκτου Ἱερόθεος


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΙΑΚΩΒΟ ΚΑΝΑΚΗ


13-2-2019 ΚΗΡΥΓΜΑ Π.ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Chronicles of the Desert Ep.2: "Blessed Simplicity"


Η επιθυμία να παντρευτείς...

Η επιθυμία να παντρευτείς δεν είναι τίποτα περισσότερο από την επιθυμία να είσαι ευτυχισμένη , να γίνεις συνειδητοποιημένη ως γυναίκα και μητέρα, να ζήσεις με πνευματική ζεστασιά και αρμονία, να δώσεις την αγάπη σου.

Πατηρ Αντρέι Τκατσέφ.

Οι αγάπες των ημερών μας! ΠΑΤΉΡ ΙΓΝΆΤΙΟΣ Ι ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

Οι αγάπες των ημερών μας!
Τραγουδιέται η αγάπη, διαφημίζεται, χορεύεται,
εξυμνείται, παίζεται στο θέατρο, στον κινηματογράφο,
στη τηλεόραση, είναι στα βιβλία, στο δρόμο, στην κοινωνία έξω,
στο κρεββάτι, στις σκέψεις, στα όνειρα, στις συζητήσεις, στο διαδίκτυο, είναι παντού...αλλά μόνον αγάπη δεν είναι!
Σήμερα θα γεμίσουμε ευχές, λουλούδια, γλύκες και "σορόπια" χα χα χα,...
αλλά δεν είναι αυτή η αγάπη!
Χριστός=η Μόνη Αγάπη, η Πανταγάπη(πάντα αγάπη, γνήσια).
Μόνον διαμέσου αυτής της Αγάπης όλες οι άλλες αγάπες, παίρνουν χρώμα, αξία και γίνονται αληθινές, και όχι "ψευτοθεούσικες",
και..."μπαμπέσικες", "πισώπλατες", του συμφέροντος και του τι θα πάρω από σένα, να σε στίψω σαν το λεμόνι...και να εξαφανιστώ!
Χρόνια πολλά, σωτήρια και με φωτισμό Χριστού. ΑΜΗΝ.

Orthodox women....

"It is my deep conviction that today, Orthodox women should assume a proactive public attitude as guardians of Christian moral values in the family and society. Along with their calling as wives and mothers, Christian women should be full-fledged members of civil society, since they are responsible for the destiny of the country. They must be actively involved in all areas of social life so that the voice of the faithful may be heard." - Patriarch Kirill

Fr. John

"Αν δεν έχεις την ικανότητα να δώσεις αγάπη, οι άνθρωποι δεν θα σε αποδέχονται και θα είναι ανελέητοι μαζί σου, όσο και χαρισματούχος να είσαι.“ πάτερ Νικολόζι


Now, here's a great cup of coffee! St. Andrew's Church, Kiev


Jeder von uns hat einen Heiligen Engel an seiner Seite


ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ. Ακούστε με τα αυτιά σας και ακούστε με την καρδιά σας. Ο λόγος του Θεού στο μυαλό είναι η γνώση και ο λόγος του Θεού στην καρδιά είναι αποκάλυψη.


ΕΊΠΕ ΜΟΝΑΧΟΣ. Συχνά στρέφομαστε προς τον Θεό, αλλά δεν ακούμε όταν μας μιλάει ...


Όλα είναι στα χέρια του Θεού.

Όλα είναι στα χέρια του Θεού. Και η προσευχή μπορεί να κάνει τόσα πολλά ! Έχω επανειλημμένα παρατηρήσει στη ζωή μου ότι μια συζήτηση με τον Θεό για ένα άτομο είναι πολύ πιο χρήσιμη από μια συζήτηση με έναν άνθρωπο για τον Θεό. 

Αρχιμανδρίτης Σάββα (Μαζούκο)

Κάποιος γέροντας έγραψε σε ένα χαρτάκι: Μην κρείνετε, ίνα μη κρειθήτε...

Κάποιος γέροντας έγραψε σε ένα χαρτάκι: Μην κρείνετε, ίνα μη κρειθήτε...
Το έγραψε επίτηδες ορθογραφικά λάθος και το έδωσε στον υποτακτικό του, για να εφαρμόσει αυτήν την εντολή του Ευαγγελίου.
Πήρε ο υποτακτικός το χαρτάκι, το διάβασε και λέει στον γέροντά του:
- Γέροντα, έκανες ορθογραφικά λάθη...
- Τι λέει παιδί μου το χαρτάκι; Μην κρίνεις...
- Λάθος είναι!
- Δεν το είπε παιδί μου αυτό ο Χριστός μας;
 - Έτσι το είπε, αλλά όχι με αυτήν την ορθογραφία...
- Εφάρμοσε παιδί μου την εντολή όπως την έγραψα - μην κρίνεις κανέναν... - και όταν το εφαρμόσεις, έλα τότε να σε διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη στο χαρτάκι!
Τότε κατάλαβε ο υποτακτικός, ότι ο γέροντάς του το έγραψε επίτηδες λάθος για να τον ταπεινώσει... 
Αυτό το γεγονός έγινε αιτία, να προοδεύσει πολύ στα πνευματικά ο υποτακτικός, διότι εφάρμοζε την εντολή του Ευαγγελίου και δεν έκρινε κανέναν...
Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα

Ο ΓΑΤΟΣ Ο ΧΕΡΜΑΝ.

Στην ερημό μας ζει εδώ και κάποια χρόνια ένας ηλικιωμένος γάτος, ονομάζεται Χέρμαν προς τιμήν του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, τον οποίο μας εμπιστεύθηκε να φροντίζουμε μια ορθόδοξη ψυχή της φυλής των Αλεουτίων που άφησε τον μάταιο αυτόν κόσμο εξαιτίας ανίατης ασθένειας. Από την πρώτη στιγμή που το πλάσμα του Θεού ήρθε εδώ, μας εξέπληξε με την αφοσίωση και την πραότητά του. Υιοθέτησε ως μόνιμο χώρο του ένα μαξιλάρι στον καναπέ δίπλα στο παράθυρο του καθιστικού όπου περνά ήρεμος τις μέρες του, ενώ βρίσκεται μόνιμα κάτω από τα σκαμνάκια μας στο παρεκκλήσιο τις ώρες της ακολουθίας. Στην αρχή εμείς δυσκολευτήκαμε να δεχτούμε την παρουσία του μέσα στον ναό με τον φόβο ότι ίσως τον βεβηλώνουμε και διαρκώς τον βγάζαμε έξω. Αυτός όμως τίποτε. Εκεί ακίνητος έξω από την πόρτα να νιαουρίζει μέχρις που να του ανοίξουμε. Για την επιμονή του αυτή η Γερόντισσα έδωσε εντολή να μην τον αφήνουμε να ξεπαγιάζει και να του επιτρέψουμε να μπαίνει. Δυσκολεύτηκα να το δεχτώ αλλά έκανα υπακοή.
Πριν μερικές μέρες, μετά την εορτή της Αγία Δωροθέας,  νωρίς το πρωί, την ώρα της ακολουθίας ένιωσα στα πόδια μου κάτι να τρίβεται κι ένα δευτερόλεπτο αργότερα να ορμά σαν αστραπή και να τραβά το κομποσχοίνι της Γερόντισσας σαν να ήθελε να της το αρπάξει. Νιαούριζε παράξενα. Σάστισα αλλά γρήγορα στο αμυδρό φως των κεριών είδα τα λαμπερά μάτια του Χέρμαν να με κοιτούν με απέραντη καλωσύνη. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει και βρίσκεται στο παρεκκλήσιο μόλις ανοίξουμε την πόρτα. Γλιστρά σαν σκιά και κρύβεται στο σκοτάδι, αφήνοντας την ζεστή του γωνιά δίπλα στην σόμπα αψηφώντας το κρύο και την παγωμένη ατμόσφαιρα. Αφού περάσει και μας χαιρετήσει, τρέχει στην Γερόντισσα και κρύβεται κάτω από το στασίδι της μέχρι που να τελειώσουμε. Αυτή του η αφοσίωση μας συγκινεί και μας κάνει να ελεγχόμαστε για την απροθυμία μας. Βλεποντάς τον έτσι αγριεμένο όμως, προσπάθησα να τον απομακρύνω για να μην ενοχλεί την Γερόντισσα στον κανόνα της κι εκείνη κοφτά με σταμάτησε με την βροντερή φωνή της: Αφήστε το ζώο αδελφή, κάτι του συμβαίνει!
Έπειτα με πιο απαλό τόνο προς τον Χέρμαν, όπως ακριβώς κάνει όταν προσεύχεται : Συγχωρεσέ μας πλάσμα του Θεού για την αδιακρισία μας! Πήγαινε στην θέση σου. Τι σου συμβαίνει; Αυτός όμως τίποτε! Την κοιτούσε στα μάτια και έκανε σαν τρελός. Κύριε ελέησον τι πειρασμός σκέφτηκα. Το ζωντανό συνέχιζε να νιαουρίζει και  να πηγαίνει πίσω μπρος προς την πόρτα ζητώντας να βγει έξω. Θα θέλει να κάνει την ανάγκη του, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ μέχρι σήμερα, ξανασκέφτηκα. Τη σκέψη μου όμως διέκοψε η Γερόντισσα που αφήνοντας το στασίδι της κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την άνοιξε η ίδια ακολουθώντας το ζώο έξω στο τρελό του χοροπήδημα. Πριν προφτάσω να αντιδράσω η φωνή της Γερόντισσας αντήχησε σαν καμπάνα στην παγωμένη αυλή: αδελφές τρέξτε φωτιά!
Ένα κάρβουνο από την παλιά σόμπα που κατά λάθος έμεινε μισάνοιχτη πετάχτηκε στο καλάθι με τα προσανάμματα και ευτυχώς που ο Χέρμαν μας ειδοποίησε έγκαιρα αλλιώς το ερημητηριό μας θα γινόταν παρανάλωμα. Δεν ξέρουμε πως αλλά το ζωντανό μέσα στο σκοτάδι και την ηρεμία του ναού κατάλαβε αυτό που εμείς ούτε καν μπορούσαμε να φανταστούμε. Μας έσωσε στην κυριολεξία από βέβαια καταστροφή και η ζημιά ευτυχώς είναι περιορισμένη, σχεδόν αμελητέα. Μόλις σβήσαμε τη φωτιά γυρίσαμε στον ναό για να συνεχίσουμε την ακολουθία και να δοξάσουμε τον Θεό κι εκεί, κάτω από το στασίδι της Γερόντισσας, βρήκαμε τον Χέρμαν να μας περιμένει μακάρια κουλουριασμένος και ήσυχος όπως πάντα. Περιμένοντας την όμως να συνεχίσει από το σημείο που διακόψαμε την ακούσαμε να απαγγέλλει μεγαλόφωνα : 
Σ' ευχαριστούμε Κύριε για την Κτίση Σου, σε παρακαλούμε κάνε να είμαστε κι εμείς αντάξιοι του μεγαλείου και της απλότητος των ανόων πλασμάτων Σου, σ' ευχαριστούμε που αυτά ακόμη μπορούν και αφοσιώνονται σε μας παρόλη την σκληρότητα που τους δείχνουμε και τον άμετρο εγωισμό μας,   «Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου, καὶ ἡ ἀλήθειά σου ἕως τῶν νεφελῶν·  ἡ δικαιοσύνη σου ὡς ὄρη Θεοῦ, τὰ κρίματά σου ὡσεὶ ἄβυσσος πολλή· ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε.» Ψαλμ. 35 6-7. Ο Χέρμαν για πρώτη φορά λες και καταλάβαινε γουργούριζε και τάραζε γλυκά την σιωπή του όρθρου κι εμείς δακρυσμένες στο σκοτάδι ζητούσαμε συσχώρεση για την αδιακρισία μας νιώθοντας  τα λόγια του ψαλμού να μπαίνουν λυτρωτική αύρα και να ευφραίνουν την ψυχή μας.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Νά σάς ζήσει ό γιός! Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΡΟΥΣΤΙΚΩΝ. Π ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΛΑΜΠΑΚΗΣ.





Νά σάς ζήσει ό γιός!


Ένας ιερέας της Κρήτης, πνευματικό παιδί τού πατρός Εύμενίου, έπισκέφθηκε μία φιλική του οικογένεια στον Βόλο, με επτά παιδιά. 

Ευρισκόμενος με τα μέλη της οικογένειας στο καθιστικό επικοινωνεί με τον πατέρα Εύμένιο καί τού λέει:

-Γέροντα, είμαι στον Βόλο, στο σπίτι τον Φώτη, στήν οικογένεια με τα πολλά παιδιά πού σου είχα πει.

-Πόσα παιδιά έχουν, ρώτησε ό π. Εύμένιος.

-Επτά έχουν, Γέροντα.

-Όχι, όχι παιδί μου, οκτώ έχουν, αποκρίθηκε ό πατήρ Εύμένιος.

-Μά, Γέροντα, επτά είναι τα παιδιά, έτσι δεν είναι Φώτη, απάντησε ό ιερέας στρεφόμενος προς τον πατέρα δίνοντάς του το τηλέφωνο γιά να μιλήσει με τον Γέροντα.
Τελειώνοντας τήν συνομιλία τους λέει ό Γέροντας στον πατέρα:

-Άντε, παιδί μου, να σου ζήσει και ό γιός! Να τον χαίρεσαι.
Απόρησε ό πατέρας και λέει στον ιερέα:
-Τί εννοεί ό πατήρ Εύμένιος μέ το να σου ζήσει ό γιός, οκτώ παιδιά;
Σε Λίγες μέρες, τα αποτελέσματα των εξετάσεων της συζύγου του έδειξαν ότι ήταν έγκυος στο όγδοο παιδί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΔΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΠΟΥΣΙΑ.Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΡΟΥΣΤΙΚΩΝ. Π ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΛΑΜΠΑΚΗΣ.

Ο φιλόλογος, Κώστας Γανωτής μιλά για την εκκλησία και την τέχνη. ΡΑΔΙΟΠΑΡΑΜΥΘΙΑ 13.02.2019


Να έχει όλος ο κόσμος την ευλογία του Γέροντα... Η Παναγία μαζί μας...!!!!


π Λίβυος Δικαίωμα στη θλίψη και διέξοδοι μέρος B Ραδιοπαραμυθία 05/02/2019


The Divine Liturgy: The Facts that You Didn’t Know





The Divine Liturgy is the most important divine office. There are countless articles and books describing it. In the same way that the Liturgy is versatile, its history is also multifaceted, so there are quite a few facts that only a handful of people seem to know about the Liturgy. Let’s find out what we don’t know about the Divine Liturgy.

There are a whole lot of books and papers that deal with the symbolism of the Liturgy: The Entrance with the Gospel is said to symbolize the beginning of the Lord’s public ministry, while the entrance with the Chalice before the Communion of the Faithful supposedly symbolizes the Apparition of the Risen Christ. Whilst I’m aware of the importance and didactic value of this method of explaining the Liturgy, I suggest that we step away from it and examine historical approaches, given that many parts of the Liturgy appeared as a result of its practical development and was assigned sacred meaning retroactively. To do so, we will have to travel in time to Constantinople, for it was there that our Liturgy gained its contemporary form.

How does a Liturgy start today? We go to church in the morning and listen to the Hours, then a deacon comes out and exclaims, Bless, Master! Looks familiar, huh? Things worked differently in Constantinople, however. There were lots of churches in honor of saints or holidays in Constantinople. That was why patron saint’s days in those churches were led by a bishop.


Procession in Constantinople. A miniature from a chronicle.
People would gather in the central square of the city early in the morning and proceed to the church, singing solemn hymns. The solemn hymns were the three antiphons that we hear either on weekdays or on great holidays. A lead singer sang a biblical verse, and the choir of the people responded to it with a chorus, e.g., By prayers of the Theotokos, O Savior, save us or Save us, O Son of God, Risen from the dead, for we sing thee: Hallelujah. That is to say, the Liturgy started on the way to the church, not inside it.


Hagia Sophia Cathedral. Remodeling, with a yard in the front.
When the procession made it to the church, the clergy and the faithful, and often even the emperor, gathered outside of the church in a church yard, where they read a solemn prayer of entrance. All people entered the church singing a hymn, such as the Trisagion. When the emperor arrived at the church, they would sing a verse from Psalm 20, “Save, Lord: let the king hear us when we call.” They would also bring the Holy Gospel in the church at the same moment. The Gospel book was usually preserved in a special building called sacristy.

I suppose that you have recognized several parts of our contemporary Liturgy, i.e., the solemn entrance with the Gospel, the singing of the Trisagion, and the exclamation O Lord Save The Pious (the Greeks did not have the emperor after the Fall of Constantinople in 1453 so they modified the exclamation).

Later, the processions stopped. The antiphons were sung in the church and the solemn entrance to the church was replaced by the solemn entrance of the clergy from the sanctuary into the nave but the hymns that had been used in earlier times remained.


High Place of the Church of Saint Irene. Constantinople
Let’s go back to Byzantium. After the entrance to the church, the bishop would walk to the sanctuary and ascend to the High Place. Nowadays, the High Place

is the east wall of the sanctuary, but it used to be a literal high place in the east side of the church, which the bishop climbed so that all the faithful could see him. It was from there that he greeted everyone else, Peace to All! – which marked the beginning of the Liturgy proper.

The pastoral greeting was followed by the reading of the Holy Scripture. Today, we are accustomed to the fact that the Holy Scripture is read either in the sanctuary or close to it, or – only in the cases when the Liturgy is celebrated by a bishop – it is read in the middle of the church. Reading in ancient times always took place in the center of the nave, on a special elevation called ambo. Currently, an ambo is the central part of the entrance to the altar but then it was a tall (sometimes as tall as 6.5 ft, e.g., in Novgorod) tower, which a reader or a deacon climbed to proclaim the Word of God.


Ambo of Saint Sophia Cathedral in Novgorod
The bishop would preach a sermon immediately after the Gospel reading. Originally, he preached from the High Place but then, since St. John Chrysostom time, bishops usually preached from the ambo.

The sermon was followed by a prayer for everyone who needed it. A deacon would name the needs to be prayed for and the faithful would respond with Lord have mercy, sometimes more than once. That was how our litanies came to be.

Subsequently, there were prayers for those who were not allowed to stay in the nave any longer, i.e., for catechumens, penitent sinners, and the possessed. They were allowed to stay only during the first part of the Liturgy and had to leave the church after being blessed.

As soon as they left the church, the Liturgy of the Eucharist started.

People would bring their offerings to the church before the service, including bread and wine. They laid those offerings in a special building outside of the church, which was called sacristy. Deacons and other clerics took bread and wine from that building.


Angels Carrying Gifts in a Liturgical Procession. Fresco from Gračanica Monastery.
When all catechumens and penitents left the church, some of the clerics would leave the church through a side door and go to the sacristy to bring the Holy Gifts while the remaining clergy led by the bishop were reading prayers before the beginning of the Eucharist and wash their hands. The clerics took bread and wine, along with necessary vessels, and returned to the church through the side door, where they were met by servers carrying candles. The clerics passed through the entire church, praying for those who had brought their offerings, and then gave the bread and the wine to the bishop.

You might guess that it was the origin of our Great Entrance. Then they started preparing the bread and the wine in the sanctuary, and thus the ritual of bringing the Holy Gifts into the church transformed into a symbolic procession with the prepared Gifts from the Oblation Table to the Holy Table.


Anaphora.
Next, the Byzantines had the kiss of peace ritual, when everyone present at church greeted each other with a kiss. Later, that ritual gave way to joint profession of faith, i.e., the singing of the Symbol of Faith.

Immediately afterwards, the anaphora was read. The anaphora is the main prayer of the Liturgy, in which we remember the Last Supper and ask the Lord to send his Holy Spirit onto us and onto our offering of bread and wine, and transform them into the True Body and Blood of Jesus Christ.

It’s time we talked about the names of our liturgical rites. Everyone knows that they are called the Liturgy of Saint John Chrysostom and the Liturgy of Saint Basil the Great. Most people believe that those saints were the authors of the current liturgical rite and wrote all prayers and hymns of those services. Of course, that’s not the case. The Liturgy was being developed for two millennia. There were parts of the Liturgy and prayers that entered the Liturgy centuries after St. John and St. Basil and could by no means belong to them. Why are they listed as the authors of our Liturgy? That is because (and most scholars support this point of view) they wrote the central prayer of the Liturgy – the anaphora – and that was why the respective Liturgies were named after them.

Back to the Liturgy. As soon as the anaphora was over, people got ready for receiving the Eucharist and sang Our Father. After the Lord’s Prayer, all who didn’t plan to partake of the Holy Mysteries on that day, left the church after a special prayer and a blessing. That is precisely why a deacon says, Bow your heads before the Lord after the Lord’s Prayer. The deacon takes communion every time, so he doesn’t bow his head. Those who do are the people who are not going to take communion and who are going to leave the church after the special prayer and the blessing.

We have merely scratched the surface of the history of our Liturgy. Naturally, we didn’t delve deep into the ins and outs of this service. There are dozens of research papers and monographs devoted to each part and even each hymn of the Liturgy. They investigate the origins of this or that part of the service in tiniest detail. However, even our brief account can give you an insight into the origins of some parts of the Liturgy and how they were incorporated into our contemporary service. I hope that it will help us to pray during this most important service of the Orthodox Church more consciously and attentively.