Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

ΠΡΙΝ ΒΑΛΕΙΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ 

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΕΠΤΑΗΜΕΡΟ (29 ΙΑΝ. - 4 ΦΕΒ.2023)

ΠΡΙΝ ΒΑΛΕΙΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ 

π. Δημητρίου Μπόκου 


Ο αββάς Μωυσής ρώτησε κάποτε έναν νεότερο μοναχό, τον Ζαχαρία: Πες μου, τί να κάνω για να σωθώ; Ο Ζαχαρίας τότε έπεσε στα πόδια του και του λέει: Εσύ ρωτάς εμένα, πάτερ; Και του απαντάει ο γέροντας: Πίστεψέ με, παιδί μου Ζαχαρία, είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει πάνω σου και γι’ αυτό αναγκάζομαι να σε ρωτήσω. Τότε ο Ζαχαρίας πήρε το κουκούλι (το σκουφί) από το κεφάλι του, το έριξε στα πόδια του και το καταπάτησε. Αν δεν τσαλαπατηθεί έτσι ο άνθρωπος, είπε, δεν μπορεί να γίνει αληθινός μοναχός(από το Γεροντικό).


Ένα τέτοιο τσαλαπάτημα κάνει και ο Χριστός σε μια δυστυχισμένη μάνα, τη Χαναναία, που τον παρακαλεί να θεραπεύσει τη δαιμονισμένη της κόρη (Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου).Το κάνει βέβαια επίτηδες. Για να τη δοξάσει και να την κάνει πρότυπο για όλους μας. Στην αρχή δείχνει αδιαφορία στις ικεσίες της. Μετά της λέει ότι δεν θα πάρει το ψωμί απ’ τα παιδιά του να το ρίξει στα σκυλιά. Παιδιά του ήταν οι Ισραηλίτες και σκυλιά οι ειδωλολάτρες. Όμως η Χαναναία δεν αντιδρά θιγμένη. Δέχεται την ταπείνωση. Αρπάζεται από τα λόγια του Χριστού και λέει: Δεν αρνούμαι ότι είμαι ένα σκυλάκι. Αποδέχομαι την «προσβολή». Δος μου λοιπόν αυτό που μου αναλογεί.«Την τροφήν του κυνός». Δεν ζητώ τίποτε παραπάνω. Σκυλί με ονόμασες, δος μου το ψίχουλο. Αφού και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ το τραπέζι των κυρίων τους. Με ονομάζεις σκυλί; Τότε είσαι ο Κύριός μου. Το όχι λοιπόν του Χριστού γίνεται ναι για τη γυναίκα. Χωρίς να κατηγορεί ή να αυθαδιάζει, επιμένει και περιμένει τη σωτηρία. 

Αν δεν γνωρίζουμε καλά, όπως η Χαναναία, τη θέση μας έναντι του Θεού, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ισορροπία. Να γίνουμε θρασείς. Απαιτητές. Υπερήφανοι. Θα νομίζουμε τότε ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ότι εμείς παραγγέλλουμε και ο Θεός είναι το γκαρσόνι που τρέχει να μας εξυπηρετήσει. Κι αν δεν κάνει σωστά την παραγγελία μας, του βάζουμε και τις φωνές.

Πήγε κάποτε στον προφήτη Ελισαίο με μεγαλόπρεπη πομπή, ιππικό και άρματα ο αρχιστράτηγος της Συρίας Νεεμάν. Ήταν λεπρός και ζητούσε να θεραπευτεί. Ο Ελισαίος, χωρίς να τον δεχτεί σε άμεση α-κρόαση, του μήνυσε με αγγελιοφόρο να πάει να λουστεί στον Ιορδάνη εφτά φορές και θα γίνει καλά. Ο Νεεμάν όμως θίχτηκε που δεν τον δέχτηκε προσωπικά ο προφήτης. Θύμωσε. Τα ήθελε όλα με τον δικό του τρόπο. Έπρεπε να βγει να με συναντήσει, να σταθεί μπροστά μου και να επικαλεστεί τον Θεό του, να βάλει το χέρι του επάνω μου και να μαζέψει τη λέπρα μου. Έχει η πατρίδα μου καλύτερα ποτάμια απ’ τον Ιορδάνη, είπε. Και γύρισε να φύγει. Οι υπηρέτες του όμως κατάφεραν να τον καλμάρουν. Είναι τόσο απλό αυτό που ζήτησε ο προφήτης! του είπαν. Αν σου ζητούσε κάτι πιο δύσκολο, δεν θα το έκανες; Ο Νεεμάν λούστηκε τελικά στον Ιορδάνη και θεραπεύτηκε. Η σάρκα του έγινε απαλή σαν του μικρού παιδιού(Δ΄ Βασ. κεφ. 5).

Ως πού μας πάει το απαιτητικό πνεύμα; Κάθε πρωί, λέει το ανέκδοτο, ένας τύπος έδινε σ’ ένα ζητιάνο ένα ευρώ. Μετά από ένα τρίμηνο το έκανε μισό ευρώ. Μετά από ένα χρόνο το μείωσε στα 20 λεπτά και, τέλος, σταμάτησε να του δίνει εντελώς. Στην εύλογη απορία του ζητιάνου, γιατί έγινε αυτό, ο τύπος απάντησε: Στην αρχή ήμουν ελεύθερος και σου έδινα ένα ευρώ. Μετά παντρεύτηκα, ξέρεις, γυναίκα, έξοδα…, σου έδινα μισό ευρώ. Μετά κάναμε παιδί, γάλατα, πάνες…, σου έδινα 20 λεπτά. Μετά ήρθε και δεύτερο παιδί, αυξήθηκαν τα έξοδα, οπότε σταμάτησα να σου δίνω. Και ο ζητιάνος έξαλλος: Καλά ρε, δεν ντρέπεσαι; Κάνεις παιδιά με τα λεφτά μου; 

Η αποθέωση του θράσους! Μήπως κάπως έτσι εγείρουμε δικαιώματα κι εμείς ενώπιον του Θεού; Τελικά, μας χρωστάει ο Θεός ή του χρωστάμε; 

Καλή εβδομάδα!


ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ(29ΙΑΝ.-4ΦΕΒ.2023)(για τους εντοπίους)

1. Την Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου,29-1-2023, η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, ώρα 7.00-10.00 π.μ.

2. Τη Δευτέρα, 30-1-2023, των Τριών Ιεραρχών, ώρα 7.00-9.30 π. μ. 

3. Την Τετάρτη, 1-2-2023, του αγίου Τρύφωνος και Μικρός Αγιασμός της πρωτομηνιάς, ώρα 7.00-9.30 π. μ. 

4. Την Πέμπτη, 2-2-2023, η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ώρα 7.00-9.45 π. μ. 

5. Το Σάββατο,4-2-2023, του αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου,ώρα 7.00-9.30 π. μ. 

6. Κάθε μέρα, Θ΄ Ώρα-Εσπερινός-Μικρό Απόδειπνο-Χαιρετισμοί, ώρα 5.00-6.15 μ. μ. 

«Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα 

Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504. 

E-mail:antiyli.gr@gmail.com


Πως γίναμε έτσι οι άνθρωποι ...;


Πως γίναμε έτσι οι άνθρωποι ...;
Θρηνούμε τους νεκρούς μας διαδικτυακά..
Γιορτάζουμε τους ανθρώπους μας μπροστά σε οθόνες...
Εκθέτουμε τα παιδιά μας σε κοινή θέα για να μαζέψουμε λαϊκ...
Πονάμε με φατσούλες, γελάμε με αυτοκόλλητα...
Δηλώνουμε πως νιώθουμε σε άγνωστους και άσχετους, που στην ουσία δεν τους καίγεται καρφάκι.
Προσποιούμαστε ότι ζούμε ζωές που δεν υπάρχουν...
Περνάμε τους εαυτούς μας από φίλτρα για να δείχνουμε αψεγάδιαστοι...!
Και τελικά... λαμπερά ψέματα, ψηφιακά συναισθήματα, κορνίζες απάτες, τέλεια τίποτα και ουάου για την πλάκα μας...
Κι η αλήθεια...;
Που πήγε η αλήθεια..;;

Ἅγ. Ἰλάριος Poitiers (+13 Ἰαν. 368)Περί Τριάδος, De Trinitate, 34


"Ὅταν διαβάζεις τά λόγια τῆς Γραφῆς καί δέν τά καταλαβαίνεις, θά ἦταν προτιμότερο νά μήν πεῖς τίποτα, ἤ νά προσευχηθεῖς μέ σέβας νά σοῦ ἀποκαλυφθεῖ τό νόημά τους, παρά νά παρεκκλίνεις σέ ἀσεβεῖς ὑποθέσεις, πού προσιδιάζουν στήν τρέλα νά νομίζεις ὅτι μέ τό μυαλό σου θά κατανοήσεις τήν ἀλήθεια"
Ἅγ. Ἰλάριος Poitiers (+13 Ἰαν. 368)
Περί Τριάδος, De Trinitate, 34

Ο ΦΤΩΧΌΣ


"Καθώς βάδιζα, βλέπω κατά σύμπτωση ἕνα κουρελιάρη φτωχό, πού πάνω ἀπό τό κεφάλι του – τί θαῦμα! – στεκόταν ἡ μορφή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ πού προχωροῦσε ὁ φτωχός τόν συνάντησε κάποιος ἐλεήμων καί τοῦ ἔδωσε ἕνα κομμάτι ψωμί. Μόλις λοιπόν ἅπλωσε τό χέρι του ὁ φιλόπτωχος ἐκεῖνος πρός τόν ζητιάνο, ἅπλωσε καί ὁ Κύριος τό χέρι Του ἀπό τήν εἰκόνα, πῆρε τό ψωμί καί τόν εὐχαρίστησε. Ἔπειτα τό ἔδωσε στόν φτωχό. Οὔτε αὐτός ὅμως οὔτε καί ὁ ἐλεήμων κατάλαβαν τίποτε. Θαύμασα καί πίστεψα. Ἀπό τότε ἤξερα ὅτι ὅποιος δίνει στούς ἀδελφούς ὅ,τι ἔχουν ἀνάγκη, τό βάζει πραγματικά στά χέρια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τή βλέπω νά στέκεται πάνω ἀπ’ ὅλους τούς φτωχούς καί γι’ αὐτό μέ δέος ἀσκῶ ὅσο μπορῶ, τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης πού τόσο εὐχαριστεῖ τόν Κύριο"
Ἅγιος Νήφων Κωνσταντιανῆς, Βίος, 1986, 83-84

Όσιος Κλήμης: Ο φάρος του Σαγματά🌿➕



Όσιος Κλήμης: Ο φάρος του Σαγματά
🌿➕

"Ξέρεις, παιδί μου, οι σκέψεις μας είναι κλωστές. Όταν είναι μαύρες και σκοτεινές, ο αργαλειός της διάνοιάς μας, που τις γνέθει, φτιάχνει ένα μαύρο ύφασμα. Αυτό σκεπάζει και το νου και την καρδιά. Έτσι γεννιέται η θλίψη. Καλό και φωτεινό λογισμό να έχουμε! Μόνο αυτός μπορεί να μας ελευθερώσει από τον ιστό της θλίψης."

Ξέρεις πώς ανέβηκα τα απότομα βράχια, αδελφέ; Πετώντας! Με αξίωσε ο Θεός να γνωρίσω επίγειο άγγελο, να ζήσω αληθινή λατρεία, να διδαχθώ αγιασμένη εμπειρία. Συζητώντας με τους πατέρες στο μοναστήρι έμαθα πως ο αββάς Κλήμης είναι στυλίτης. Μπορεί να σου είναι δύσκολο να το πιστέψεις, μα είναι αλήθεια.
Βρήκε έναν βράχο που μοιάζει με κολώνα, σαν αυτές του Παρθενώνα. Εκεί ανέβαινε και προσευχόταν...
🌿
1100 Δεκεμβρίου 25
«Αγαπημένε μου αδελφέ,
Σήμερα, ημέρα της γεννήσεως του Κυρίου μας, βρήκα λίγο χρόνο να σου γράψω. Βλέπεις, εδώ ο χειμώνας είναι σκληρός, αλλά και η μοναχική ζωή δύσκολη. Αυτά τα δυο, χειμώνας και καλογερική ζωή, τελικά μοιάζουν. Χτυπούν οι πειρασμοί σαν τους κεραυνούς. Καταχνιά στην ψυχή ο εγωισμός. Φουρτούνα στους λογισμούς ο κόσμος. 
Ο κόσμος που άφησες, για να ανέβεις χωρίς το βάρος του, του ουρανού τα μονοπάτια. 
Δε σου κρύβω ότι πολλές φορές θάβω αυτή τη βαρυχειμωνιά μέσα μου. Όμως ο Κύριος, που βλέπει όχι αυτό που δείχνω αλλά και αυτό που είμαι, μου έδωσε ένα μεγάλο στήριγμα. Ναι, αδελφέ, μια παρηγοριά, ένα καταφύγιο. Τον πατέρα Κλήμη. 

Όλοι οι πατέρες είναι καλοί, αλλά αυτός είναι η λιακάδα στη βαρυχειμωνιά μου. Γι’ αυτόν θέλω να σου πω, να σου γράψω. Μα ό,τι και να πω θα είναι λίγο και φοβάμαι πως θα αδικήσω του Θεού τον άνθρωπο.
Όταν ήρθα στο μοναστήρι, μου είπαν για έναν ερημίτη που ζει σε μια σπηλιά. Πέρασαν δυο εβδομάδες. Η κόπωση ξύπνησε την αμφιβολία. Είναι ο δρόμος που διάλεξα ο κατάλληλος; 
Κι αν είναι ο δρόμος και δεν είναι ο τόπος; 
Έγινε το μυαλό μου πεδίο μάχης. Βγήκα έξω από το μοναστήρι και τριγύριζα στο βουνό. Δεν ξέρω αν προσευχόμουν. Το σίγουρο είναι πως υπέφερα. 

Ξαφνικά μέσα από τα βράχια, μέσα από τον γκρεμό, ακούστηκε θόρυβος. Θεέ μου! Κάποιο άγριο ζώο θα είναι. Σκέφτηκα να τρέξω, αλλά δεν πρόλαβα. Πετάχτηκε μπροστά μου ένας άνθρωπος. Λες κι έβγαινε από τα βάθη της γης. Ψηλός και αδύνατος, σα κολώνα που σηκώνει αγόγγυστα το βάρος του κτίσματος. Με πλησίασε. Το κουκούλι δε με άφηνε να δω το πρόσωπό του, σαν το ύφασμα που κλείνει την πύλη του ιερού και κρύβει το άγιο Βήμα.

– Ειρήνη να έχεις, παιδί μου, είπε.

– Τράβηξε το κουκούλι του και με κοίταξε στα μάτια. Τι να σου πω, αδελφέ! Ένας αέρας φύσηξε μες στης καρδιάς τα βάθη και πήρε μακριά της αμφιβολίας την ομίχλη. Κάτι έσπασε μέσα μου. Ελευθερώθηκα, λυτρώθηκα. Όλο το υλικό που μάζευε η ταλαίπωρη ψυχή μου χύθηκε, χάθηκε στης λησμονιάς το χωράφι. Έτσι γνώρισα τον αββά Κλήμη. Το κλήμα, που ρίζωσε μες τα βράχια του βουνού μας και ποτίστηκε από το ζωντανό νερό, τον Χριστό.

Θέλησα, λοιπόν, να μάθω για τη ζωή του. Ρωτώ τους πατέρες. Λίγα και αυτοί γνωρίζουν. Έμαθε, βλέπεις, τόσα χρόνια να κρύβει καλά τα κατορθώματά του, να αφανίζει τα χνάρια της πορείας του, μην τυχόν και τον ακολουθήσει η έπαρση. Ό,τι όμως επιτρέψει ο Θεός να μάθω, θα στο γράψω. Είναι σπουδαίο να μοιράζεσαι το μέλι του Θεού με τους αδελφούς. Να με συμπαθάς. Πρέπει να πάω στον πατέρα Αρσένιο. Είναι άρρωστος και υποφέρει».
🌿
1110 Φεβρουαρίου 2

«Αγαπημένε μου αδελφέ,
Προσεύχομαι πάντα να είστε καλά. Χθες το βράδυ η αγρυπνία για την Υπαπαντή του Κυρίου μας ήταν συγκλονιστική. Συναντήθηκαν, βλέπεις, τα υπέροχα λόγια των τροπαρίων, οι γλυκιές φωνές των πατέρων και η προσευχή στην αυλή της κατάνυξης. Ήρθε κι ο πατήρ Κλήμης.
Όταν μπήκε στην εκκλησία, ακόμα και οι ψάλτες σταμάτησαν. Σε καθηλώνει αυτός ο άνθρωπος, σε συναρπάζει! Κάθισε σε μια γωνιά. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Έφυγε, χωρίς να το καταλάβουμε, από το γνωστό μονοπάτι της σιωπής και χάθηκε μέσα στα βράχια. 

Έμαθα ότι ο ασκητής μας είναι από την Αθήνα και προέρχεται από αρχοντική οικογένεια.
Η Αθήνα, αδελφέ, είναι ιδιαίτερος τόπος. Περπατάς και νιώθεις ρίγη στην ψυχή, λες και κάτι λειτουργεί μυστικά κάτω από το χώμα της. Παντού συναντάς ιερά και ναούς. Εκεί σπούδασε την ιερότητα της ζωής ο π. Κλήμης. Επιθύμησε το ύψος, αφού μεγάλωσε ανάμεσα σε κολώνες. Ζήλεψε τη λευκότητα και λαχτάρισε τη μορφή. Ναι, τη μορφή! Στην Αθήνα όλες οι ακατέργαστες πέτρες πήραν μορφή. Έτσι κι αυτός. Ό,τι ακατέργαστο είχε μέσα του, ήθελε να το μορφοποιήσει με τη χάρη του Θεού. Έτσι, έγινε ο τεχνίτης της σωτηρίας του. Για να γίνεις τεχνίτης, χρειάζεσαι εργαστήριο και μάστορα να σου μάθει την τέχνη. Έφυγε, λοιπόν, από την Αθήνα για τον Κιθαιρώνα, για να συναντήσει τον μάστορα της αρετής, τον Μελέτιο, και το εργαστήρι του, το περίφημο μοναστήρι του. Μέσα σε αυτό πολλές ψυχές πήραν τη μορφή του Χριστού. Εκεί το αρχοντόπουλο της Αθήνας, ο Κλήμης, συνάντησε τον άρχοντα της ασκήσεως, τον Μελέτιο.

Εκεί να δεις αγώνα, αδελφέ! Ο νεαρός Αθηναίος με την πένα της προσοχής έγραφε στην ψυχή του ό,τι έκανε και ό,τι έλεγε ο γέροντάς του. Τα βράδια άνοιγε την καρδιά, για να προσευχηθεί, αλλά και να μελετήσει τους λόγους της αγιασμένης εμπειρίας του ηγουμένου Μελετίου. Και τι δεν είχε σημειώσει για την αγάπη του γέροντα, την υπομονή, την προσευχή, τη λατρεία, την αγιότητα. Η καρδιά του παλικαριού ποθούσε, – πώς να στο πω; – ζήλευε… Ναι, ζήλευε την αγιότητα. Πόσο σπουδαίο είναι να ποθείς, όχι τον πλούτο και τη δόξα αυτού του ψεύτικου κόσμου, αλλά τον πλούτο του πνεύματος και τη δόξα του Θεού.

Ο π. Μελέτιος, όταν με τη χάρη του Θεού κοίταζε τις ψυχές των πατέρων, στην ψυχή του Κλήμη αναπαυόταν. Εντόπιζε τη σταθερότητα της πίστης, τη δύναμη της προσευχής, τη συνέπεια της άσκησης, τη σιωπή της ταπείνωσης, την υπομονή της πνευματικής ωριμότητας, τη θερμότητα της λατρείας. «Αυτή δεν είναι ψυχή», σκεφτόταν, «Παράδεισος είναι! Nαός ευωδιαστός. Είναι η πατρίδα του Χριστού».

Είχε διάκριση ο π. Μελέτιος. Ούτε τον Κλήμη επαινούσε, αφού ο έπαινος είναι ο σπόρος του εγωισμού, ούτε τον ξεχώριζε από τους πατέρες, αποφεύγοντας έτσι συγκρίσεις και αντιπάθειες. Όμως, ένα γεγονός έγινε αιτία να ξεχωρίσει μέσα στη συνοδεία. Δεν τον ξεχώρισε η αγάπη του γέροντά του αλλά η αρετή του.

Κάθε απόγευμα ο π. Κλήμης μετά την εσπερινή ακολουθία, έβγαινε από το μοναστήρι, ανέβαινε λίγο ψηλότερα, στην τοποθεσία που οι πατέρες είχαν ονομάσει «πόρτες». Από εκεί απλωνόταν μέσα στο βλέμμα του ο κάμπος της Θήβας και το βουνό του Σαγματά. Στεκόταν ώρες ολόκληρες γονατιστός, ώσπου η ομορφιά του τοπίου χανόταν, έσβηνε μπροστά στην ωραιότητα και τη δόξα της παρουσίας του Χριστού. Βλέπεις, ψυχή και σώμα επικοινωνούν. Αρρωσταίνει η ψυχή, υποφέρει το σώμα. Πονά το σώμα, αγωνιά η ψυχή. 

Η ψυχή του Κλήμη ανέβαινε με της προσευχής τη δύναμη σε ύψη πνευματικά. Σε αυτό το ανέβασμα παρέσυρε και το σώμα. Σε αυτήν την κατάσταση τον είδε ο π. Ιάκωβος. Ναι, να μην πατά στη γη!
Το πνεύμα, δυνατότερο από το σώμα, τον τράβηξε στον ουρανό. Ο π. Ιάκωβος, νομίζω πως ζει ακόμα, τα έχασε. Δεν περίμενε να δει κάτι τέτοιο. Κρατήθηκε να μην φωνάξει. Άρχισε να τρέχει προς το μοναστήρι. Μπαίνοντας μέσα δεν άντεξε:

– Πατέρες, πατέρες, γέροντα, τρέξτε!!!

Έτρεξαν κοντά του, να δουν τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. Η έκπληξη και το τρέξιμο του είχαν κόψει την ανάσα.

– Ο π. Κλήμης..., είπε και σταμάτησε.

– Τι έπαθε ο π. Κλήμης; Κάποιο κακό του συνέβη; Και αυτός ο ευλογημένος όλο στις ερημιές τριγυρίζει.

– Ο π. Κλήμης πετάει!!!

Μια βαριά σιωπή διαδέχθηκε τον αλλόκοτο λόγο. Πώς να μαζέψει ο π. Μελέτιος της είδησης το σάλο; Τους εξήγησε τη δύναμη της προσευχής, το ύψος της αρετής, τους προέτρεψε να μιμηθούν τον αδελφό τους.
Τους παρακάλεσε να μην του δείξουν, να μην του πουν κάτι, γιατί η συγκάτοικός του, η ταπείνωση, θα επαναστατήσει. Και εκείνοι οι καημένοι προσπάθησαν. Δεν του είπαν τίποτα. Πώς όμως να κρύψουν το σεβασμό, την τιμή και την ευλάβειά τους στο ιερό του πρόσωπο;

Η ευαίσθητη ψυχή του ένιωσε τη διαφορά. Έβλεπε να υπολογίζουν τη γνώμη του. Να του δίνουν τη θέση τους. Να του ζητούν να προσευχηθεί για δύσκολες περιπτώσεις. Έπρεπε να φύγει. Να τρυπώσει στην αγαπημένη του αφάνεια, γιατί εκεί φανερώνεται ο Θεός. Η στιγμή του αποχωρισμού είναι πάντα δύσκολη. Όμως, τον Μελέτιο τον παρηγορούσε η ωριμότητα του Κλήμη και τον Κλήμη η προσευχή, που θα γινόταν δρόμος, για να συναντά τον άγιο γέροντά του. Κίνησε για το βουνό που έβλεπε από τον τόπο της προσευχής του. Έτσι έφτασε εδώ. Και το βουνό μας πλέον κρύβει μέσα στα σπλάχνα του τον πολύτιμο, τον ανεκτίμητο θησαυρό μας».
🌿

1110 Μάρτιος

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Να εύχεσαι να μας αξιώσει ο Θεός να διανύσουμε το στάδιο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να εορτάσουμε το Άγιο Πάσχα. Είχα την ευλογία, πριν μπει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να κατεβώ τρεις φορές στο ασκητήριο του π. Κλήμη. Άλλο να στο γράφω κι άλλο να το ζεις! Εμείς ούτε μέρα δε θα μέναμε εκεί. Είναι στο γκρεμό! Κατεβαίνεις με δυσκολία, δεμένος με σχοινί, ανάμεσα από τα απότομα βράχια

Κάτω από τα πόδια σου … το χάος! Την πρώτη φορά τρόμαξα. Πίστευα πως δεν θα μπορέσω να ανέβω. Σ’ αυτόν το γκρεμό, όμως, ένιωσα να γεμίζει το χάος της ψυχής μου με ουρανό!

Μέσα στο ταγάρι μου είχα πρόσφορο και κρασί για τη Θεία Λειτουργία. Είχα μερικά παξιμάδια για το γέροντα. Νερό έμαθα πως μαζεύει σε μικρές γούρνες των βράχων από την υγρασία και τη βροχή. Μα είναι δυνατόν τέτοιο λουλούδι να μην το ποτίζει ο Θεός; Η Θεία Λειτουργία; 
Τι να σου πω! Μοναδική εμπειρία. Εκεί, μέσα στο βράχο, σε πέτρινη πρόθεση και Αγία Τράπεζα έσπαγε η σκληρότητα της ψυχής.

Ο παπα- Κλήμης με την τριμμένη και ξεθωριασμένη στολή, λειτουργός. Άλλο τυπικό, αδελφέ. Τον λειτουργικό λόγο τον διαδεχόταν η κατάνυξη. Ο λυγμός ήταν ο ήχος. Και τα δάκρυα οι διάκονοι. Ώρες κράτησε η μυσταγωγία. Δεν ξέρω πόσες. Έχασα τον χρόνο και τον τόπο μη σου πω…! Μια άφλεκτη βάτος ο λειτουργός, εκεί, στη ρίζα του βράχου. Δεν τολμούσα να τον κοιτάξω. Πριν τη λειτουργία δεν μου είπε λέξη. Μετά, όμως, δυο λεξούλες άκουσα κι αυτές μου φτάνουν για την υπόλοιπη ζωή μου:

–Ξέρεις, παιδί μου, οι σκέψεις μας είναι κλωστές. Όταν είναι μαύρες και σκοτεινές, ο αργαλειός της διάνοιάς μας, που τις γνέθει, φτιάχνει ένα μαύρο ύφασμα. Αυτό σκεπάζει και το νου και την καρδιά. Έτσι γεννιέται η θλίψη. Καλό και φωτεινό λογισμό να έχουμε! Μόνο αυτός μπορεί να μας ελευθερώσει από τον ιστό της θλίψης.

Ξέρεις πώς ανέβηκα τα απότομα βράχια, αδελφέ; Πετώντας! Με αξίωσε ο Θεός να γνωρίσω επίγειο άγγελο, να ζήσω αληθινή λατρεία, να διδαχθώ αγιασμένη εμπειρία. Συζητώντας με τους πατέρες στο μοναστήρι έμαθα πως ο αββάς Κλήμης είναι στυλίτης. Μπορεί να σου είναι δύσκολο να το πιστέψεις, μα είναι αλήθεια.

Βρήκε έναν βράχο που μοιάζει με κολώνα, σαν αυτές του Παρθενώνα. Εκεί ανέβαινε και προσευχόταν.

Για σκέψου… να τον ψήνει ο ήλιος μέσα στον καύσωνα του καλοκαιριού. Να τον σκεπάζει το χιόνι και να τον μουσκεύει η βροχή. Να τον χτυπά ο δυνατός αέρας της περιοχής μας. Εδώ μέσα στο κελί μου και ζεσταίνομαι και κρυώνω και αγριεύομαι από του καιρού τις ακρότητες. Είμαι, όμως, βέβαιος πως στον καύσωνα τον επισκεπτόταν η δροσιά του Πνεύματος, τον θέρμαινε στο ψύχος η φωτιά του Θεού. Τον στήριζε στον αέρα η ακλόνητη πίστη και τον κάλυπτε στη βροχή η Αγία Σκέπη της Παναγίας μας.

Αυτόν τον αγώνα έμαθε και ο αυτοκράτορας, ο ευσεβής Αλέξιος ο Κομνηνός. Έστειλε τεχνίτες της πέτρας να κτίσουν το μοναστήρι. Στήριξε με οικονομική βοήθεια. Παραχώρησε με χρυσόβουλο πολλά κτήματα. Ακόμη και ψηφιδωτά έστειλε να φτιάξουν, που έξω από τη Βασιλεύουσα δύσκολα συναντάς. Το πολυτιμότερο όμως δώρο… τμήμα του Τιμίου Ξύλου που είχε στο παλάτι. Έδωσε όλα αυτά και ζήτησε για αντάλλαγμα μόνο ένα, την προσευχή του Οσίου να τον συνοδεύει στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας.

Και ο Όσιος από αυτό που ζήτησε ο αυτοκράτορας έχει πολύ. Έχω την αίσθηση, αδελφέ, ότι δεν υπάρχει λεπτό της ζωής του έξω από την προσευχή.

Την ημέρα που έφτασε το Τίμιο Ξύλο στο μοναστήρι, έγινε χαλασμός. Μου έλεγαν οι πατέρες πως το βουνό μας γέμισε κόσμο, θυμιάματα, λαμπάδες, ύμνους, δάκρυα. Ένας επίσκοπος από τη Βασιλεύουσα κρατούσε ψηλά τον Σταυρό που λαμποκοπούσε, όταν τον άγγιζαν οι ακτίνες του ήλιου. Και ο π. Κλήμης περίμενε με λαχτάρα, σαν τη μάνα που καρτερεί να έρθει το σπλάχνο της από της ξενιτειάς τα μέρη.

Όταν πλησίασε ο Δεσπότης με τον Σταυρό, ο ασκητής γονάτισε. Αυτός ο γίγαντας έγινε ξαφνικά ένα κουβαράκι. Όταν σηκώθηκε, το πρόσωπό του έλαμπε. Αγκάλιασε τον Σταυρό του Κυρίου μας και τον φιλούσε.

Έτσι έγινε το βουνό μας, εκτός από το Θαβώρ της Μεταμορφώσεως και Γολγοθάς της Σταυρώσεως.

– Καλή η δόξα και το φως της Μεταμορφώσεως, πατέρες μου, έλεγε ο π. Κλήμης, αλλά εάν δεν τα ανεβάσεις στον Γολγοθά και δεν τα καρφώσεις στον Σταυρό της Θυσιαστικής Αγάπης, αναστάσιμα δεν γίνονται! Ο Σταυρός να γίνει το κέντρο του μοναστηριού αλλά και της ζωής μας. Ό,τι δεν σταυρώνεται μέσα μας δεν θα αναστηθεί, θα μείνει λάφυρο στα χέρια του θανάτου…

Κάθε φορά που μπαίνει στο μοναστήρι, τρέχει σαν παιδί που πεινά, πέφτει στα γόνατα, προσκυνά το Τίμιο Ξύλο, σαν να το βλέπει για πρώτη φορά».
🌿

1110 Απρίλιου 17

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Μεγάλους πειρασμούς έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δοκιμασίες φοβερές. Ξέρεις τί είναι το μοναστήρι; Ένα στάδιο, σαν αυτό των Ρωμαίων χωρίς κερκίδες.

Ναι, χωρίς κερκίδες! Κανείς δεν παρακολουθεί. Όλοι παλεύουν. Όλοι αγωνίζονται. Μιλώ, όμως, εγώ για δοκιμασίες; Παραπονιέμαι για το αεράκι και το ψιλόβροχο, ενώ οι Άγιοί μας βρέθηκαν μέσα στον ανεμοστρόβιλο και την καταιγίδα; 
Μην πας μακριά. Θα σου πω για τον Άγιο πατέρα μας, το μεγάλο ασκητή μας, την παρηγοριά και το στήριγμά μας, τον πατέρα Κλήμη.

Μπορεί, πιστεύεις, άνθρωπος να σκεφτεί άσχημα ή να πει λόγο κακό για το γέροντα; Κι όμως, σε πληροφορώ πως τον γέροντα τον καταράστηκε και τον αφόρισε ολόκληρος ηγούμενος!
Σου φαίνεται απίστευτο, είναι όμως γεγονός.
Ένας διάδοχος του Οσίου πατρός Μελετίου στην ηγουμενία θέλησε να μαζέψει όλους τους ερημίτες και ησυχαστές μοναχούς που προέρχονταν από το μοναστήρι του Κιθαιρώνα. Τους έστειλε μήνυμα να επιστρέψουν. Ένας από τους αγγελιαφόρους μοναχούς έφτασε και στο Σαγματά. Θέλησε να κατέβει στη σπηλιά του Κλήμη, μα δεν τα κατάφερε και τον περίμενε στη μονή. Ήταν σίγουρο πως θα ανέβαινε την Κυριακή για τη Θεία Λειτουργία. Πλησίασε το γέροντα, του είπε το θέλημα του ηγουμένου. Περίμενε απάντηση.

– Δεν μπορώ να φύγω από τον βράχο μου.

Τόσα χρόνια συνήθισε ο ένας τον άλλον. Πώς θα αφήσω τους πατέρες; Τον Σταυρό, το Τίμιο Ξύλο, την πνευματική μου καρδιά… Πώς;

Ο μοναχός, παρ’ ότι ήταν κουρασμένος από το ταξίδι και φορτωμένος με το βαρύ θέλημα του ηγουμένου, προσπάθησε να δικαιολογήσει τον γέροντά του. Ο αββάς Κλήμης δεν ήθελε να σηκώσει το φορτίο του δικού του θελήματος. Τί σε ξεφορτώνει και τί σε ξεκουράζει; Το θέλημα του Θεού. Παραδόθηκε, λοιπόν, στην προσευχή ζητώντας στις στράτες της το θέλημα Εκείνου. Ο Θεός μίλησε και ο Κλήμης υπάκουσε. Δεν θα άφηνε το βράχο του, τη φωλιά του, τα αγαπημένα πρόσωπα των αδελφών του. Έτσι, ο μοναχός του Κιθαιρώνα φορτώθηκε πάλι το βαρύ θέλημα του ηγουμένου, την τολμηρή άρνηση του Κλήμη και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Άστραψε και βρόντηξε ο ηγούμενος! Έδωσε εντολή να τον ειδοποιήσουν σε μικρό διάστημα να βρίσκεται στο μοναστήρι. Ακλόνητος, αδελφέ, ο Κλήμης, σαν τον βράχο του. Αμετακίνητος στο θέλημα του Θεού.

Αχ, αυτός ο εγωισμός πόσες ζημιές κάνει! Ο ηγούμενος τον αφόρισε! Αφού, να σκεφτείς, οι κάτοικοι της περιοχής «αφορισμένο» έλεγαν τον ασκητή μας. Και το παράδοξο; Στην προσευχή του «αφορεσμένου» έτρεχαν, όταν αρρώσταιναν τα παιδιά και τα ζωντανά τους ή όταν κινδύνευαν οι καλλιέργιές τους. Και ο «αφορεσμένος» ή μάλλον ο αδικημένος γέροντας τους έστελνε τη χάρη του Θεού και οι ασθενείς θεραπεύονταν και οι καρποί σώζονταν.

Σήκωσε αγόγγυστα το σταυρό της αδικίας. Κι ο Χριστός έσκυψε περισσότερο πάνω από το πληγωμένο παιδί του. Μεγάλος πειρασμός! Όμως, όπως λένε και οι πατέρες, το μαύρο σύννεφο της δοκιμασίας του δεν κατάφερε να σκιάσει τον ήλιο της γαλήνης του. Επιστράτευσε την αγάπη, οπλίστηκε με την υπομονή, καλύφθηκε στην προσευχή, στηρίχθηκε στη Λειτουργία και συγχωρούσε διαρκώς ελεύθερος από του φθόνου την παγίδα. Ο Θεός όμως, αδελφέ, εκεί που σπέρνει ο άνθρωπος αδικία, θερίζει ο Παντοδύναμος δικαιοσύνη. Ο ηγούμενος αρρώστησε και είδε πως τα βήματά του μέσα στο μάταιο τούτο κόσμο λιγόστεψαν. Ξέρεις, αδελφέ, όταν βλέπεις το θάνατο να έρχεται…έχεις ένα μεγάλο πίνακα μπροστά σου, που έχει αποτυπωθεί σε αυτόν ολόκληρη η ζωή σου.

Είδε, λοιπόν, ο καημένος την αδικία και την ακρότητά του στο πρόσωπο του Κλήμη. Θέλησε να καθαρίσει το σημείο αυτό της γήινης πορείας του. Ζήτησε, λοιπόν, από τον αδικημένο να τον συγχωρήσει και να διαγραφεί η αδικία:

– Θέλω τον πατέρα Κλήμη! Γρήγορα!

Βλέπεις, ένιωθε τη βαριά αναπνοή του θανάτου. Τί να έκαναν οι πατέρες; Βρήκαν ένα γερό άλογο. Και έτρεξαν. Σύννεφο σκόνη έβλεπες από μακριά να σηκώνεται στο πέρασμά του μέσα στο θηβαϊκό κάμπο.

Πλησίαζαν στην κορυφή του Σαγματά αλλά και ο θάνατος στον ηγούμενο. Αγωνία! Ναι, η αγωνία έκανε τις καρδιές να χτυπούν γοργά σαν του αλόγου τα πέταλα που χτυπούσαν αλύπητα το χώμα, τάραζε το νου, σκοτείνιαζε το βλέμμα. Έπεσαν πάνω στον Κλήμη. Ήθελαν να τον παρακαλέσουν. Έκλαιγαν.

– Τον έχω συγχωρήσει, πατέρες μου καλοί.

Εάν δεν είχα συγχωρήσει τον αδελφό μου, πώς θα προσευχόμουν, πώς θα λειτουργούσα, πώς θα προσκυνούσα το Τίμιο Ξύλο της συγχωρήσεως του Θεού μας;

– Γέροντα, είμαστε βέβαιοι για την αγάπη σας, του είπαν, αλλά ο ίδιος δεν το γνωρίζει. Πάμε να τον δείτε…

Έκαναν να σηκωθούν. Ο πατήρ Κλήμης στάθηκε όρθιος. Κάρφωσε το βλέμμα του στην πλευρά του Κιθαιρώνα. Είδε τον ουρανό να ανοίγει. Είδε την ψυχή του ηγουμένου να ετοιμάζεται για την έξοδό της. Άκουσε και τον ψίθυρο από τα χείλη του.

– Κλήμη, πού είσαι Κλήμη μου;

– Εδώ, γέροντά μου, τον άκουσαν οι μοναχοί που συγκλονισμένοι παρακολουθούσαν.

– Συγχώρα με, Κλήμη μου!

– Ο Θεός, πατέρα μου! Ο Θεός να σε συγχωρήσει, αδελφέ, και τώρα και μέσα στην απέραντη αιωνιότητα της Βασιλείας Του.

Η αγωνία έφυγε. Η πνοή του θανάτου χάθηκε. Η ευωδία της παρουσίας του Χριστού απλώθηκε παντού σφραγίζοντας με την ειρήνη τις ψυχές. Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του κεκοιμημένου ηγουμένου. Η φωνή του Κλήμη μας, που ακούστηκε από τη σπηλιά του Σαγματά στο μοναστήρι του Κιθαιρώνα, είχε γαληνέψει τα πάντα. Όταν οι απελπισμένοι μοναχοί επέστρεψαν, δεν πίστευαν πως αυτό που άκουσαν οι ίδιοι δίπλα του, το άκουσαν και όσοι βρίσκονταν δίπλα στο μακαρίτη τον ηγούμενο. Βλέπεις, αδελφέ, πώς ο Θεός τακτοποιεί, βάζει τα πράγματα στη θέση τους; Πάντοτε θα επικρατεί, όχι η δική μας αταξία, αλλά η τάξη της αγάπης Του».
🌿

1111 Φεβρουαρίου 6

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Πώς γίνεται να έχω στην καρδιά μου χαρά και θλίψη; Πώς χωρούν και τα δύο; Έχω θλίψη, πόνο, γιατί έφυγε ο π. Κλήμης. Ο αετός πέταξε, άφησε τη φωλιά του τη γήινη και ξεχύθηκε στους ουρανούς της αιωνιότητας.

Έχω χαρά, γιατί νιώθω τα φτερά του ανοιχτά να σκεπάζουν το μοναστήρι του και όλη την περιοχή. Θέλω να στα γράψω με τη σειρά.

Μετά το Πάσχα όλοι παρατηρήσαμε πως ο γέροντας δεν ανέβαινε τακτικά στο μοναστήρι. Κουράστηκε, έλεγαν οι περισσότεροι, από τη Σαρακοστή, τα έχει και τα χρονάκια του… Άρχισα να πηγαίνω τακτικά. Αρκετές φορές λειτουργούσε κι εγώ με την αγριοφωνάρα μου προσπαθούσα να ψάλλω. Εκεί να δεις! Αηδόνι αυτός, κοράκι εγώ. Τι να σου λέω, αδελφέ! Στα γράφω και κλαίω. Ή εκείνος την ώρα της Λειτουργίας κατέβαζε τον ουρανό σε αυτή τη μικρή τρύπα του βράχου ή εμένα τον αμαρτωλό ανέβαζε στα ουράνια.

Το καλοκαίρι, των Αγίων Αποστόλων μου φαίνεται, καθίσαμε για λίγο στη σκιά ενός μικρού θάμνου, που είχε φυτρώσει – ο Θεός ξέρει πως – πάνω από το βράχο της σπηλιάς. Άρχισε να μου μιλά για το θάνατο:

– Ξέρεις, παιδί μου, τί είναι ο θάνατος; Αυτός που βλέπουμε εμείς ως θάνατο; Τώρα σκέψου την αποθήκη του μοναστηριού. Παλιά πράγματα, πολλά άχρηστα, αταξία, σκόνη, σκοτάδι. Βγαίνεις από την αποθήκη και πας στον ναό. Τάξη, καθαριότητα, ευωδιές, φως παντού. Η ζωή μας εδώ είναι η αποθήκη! Η πόρτα είναι ο θάνατος! Ανοίγεις την πόρτα και βρίσκεσαι στον ναό. Μια πόρτα και … μεταβαίνεις από το σκοτάδι στο φως, από την αταξία στην τάξη, από την αποθήκη του χρόνου στον ναό της αιωνιότητας.

Τον άκουγα και προσπαθούσα να ερμηνεύσω το λόγο του. «Μήπως θα πεθάνω και με προετοιμάζει», σκέφτηκα. Εκείνος μειδίασε.

– Δεν θα φύγεις εσύ, καλογεράκι μου, εγώ φεύγω. Το είπε και το μειδίαμα έγινε πλατύ χαμόγελο.

Εκεί να δεις, αδελφέ. Έπεσα στην αγκαλιά του. Έκλαιγα σα μωρό. Τον κρατούσα σφιχτά, σα να ’θελανα διώξω μακριά τον θάνατο. 
Δεν ήθελα κανείς να αγγίξει τον θησαυρό μας. Όμως, αδελφέ, τέτοιοι θησαυροί έχουν θέση στο θησαυροφυλάκιο του Βασιλέως, του Χριστού. 
Μου είπε για την Ανάσταση. Για τον θάνατο, που νικήθηκε από τον Κύριο. Σηκώθηκε, πήρε από την πρόθεση την Αγία Λαβίδα.

– Τί κοινωνάμε με αυτό, παιδί μου;

– Τον Χριστό, παππούλη. Τον Χριστό, την αιωνιότητα.

– Χορταίνεις με ένα κουταλάκι; Χορταίνεις τον Χριστό;

– Όχι, είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.

– Είναι αλήθεια! Δεν τον χορταίνεις. Εκεί, λοιπόν, είπε δείχνοντας ψηλά, είσαι μέσα σε αυτόν και κοινωνάς διαρκώς την παρουσία Του.

Κατάφερε, όπως πάντα, να διώξει τη θλίψη απ’ την καρδιά μου. Δεν ήθελα να φύγω. Λες κι αν έμενα, δεν θα έφευγε εκείνος. Από εκείνη τη μέρα κατέβαινα καθημερινά στο ασκητήριο. Έβαζα τη μνήμη μου να κρατά γερά τα πάντα, τους λόγους, τις κινήσεις, όλα!

Δεν ήθελα τίποτα να χάσω. Οι μέρες περνούσαν. Ήρθε το φθινόπωρο. Οι δυνάμεις του διακριτικά υποχωρούσαν. Κι εκείνος ένιωσε την υποχώρηση και χαιρόταν, σα μικρό παιδί που του δίνεις γλυκό. Μέσα στο Σαρανταήμερο των Χριστουγέννων λειτούργησε αρκετές φορές. Τα Χριστούγεννα ήταν εξαντλημένος. Ο ηγούμενος και όλοι οι πατέρες κατέβηκαν να τον δουν στη σπηλιά. Τον παρακαλούσαν να ανέβει στο μοναστήρι, για να μπορούν να τον περιποιηθούν. Να ζεσταθεί και λίγο. Τους ευχαριστούσε με τα δυο χεράκια του στο στήθος. Ζητούσε τις προσευχές τους. Παρακαλούσε να τον συγχωρήσουν.

Μπήκε ο Ιανουάριος. Το χιόνι σκέπασε τα πάντα. Το μυαλό μου ήταν διαρκώς στο ασκητήριο και τον Άγιο κάτοικό του. Τρεις μέρες δεν μπόρεσα να κατέβω. Όλα σκεπασμένα. Άφησα τη συνήθεια να με οδηγήσει. Κινδύνευσα, αλλά κατέβηκα. 
Και ο παππούς μας στη γωνιά του. Το φωτεινό του πρόσωπο με καλωσόρισε με ένα χαμόγελο. Δεν μιλούσε. Το βράδυ έμεινα κοντά του. Είχε ξαστεριά και πολύ κρύο. Τα αστέρια και τα μάτια του φώτιζαν τη βραδιά. Η προσευχή του ζέσταινε κι εμένα, που έτρεμα από την παγωνιά.

Ξημέρωσε η 26η Ιανουαρίου. Σύρθηκε μέχρι την άκρη της σπηλιάς. Βγήκε έξω. Μου έκανε νόημα να τον σηκώσω. Τον κράτησα γερά, χωρίς να δυσκολευτώ. Είχε φροντίσει η άσκηση να αφαιρέσει το βάρος.

Σηκώθηκε. Κοίταξε τη Θήβα, τον κάμπο, τον Κιθαιρώνα… Τα σταύρωσε! Έστρεψε το βλέμμα προς το μοναστήρι. Γονάτισε με δυσκολία και έκανε πως προσκυνά. «Το Τίμιο Ξύλο ασπάζεται», σκέφτηκα. Γυρίσαμε με δυσκολία στη γωνιά του. Ακούμπησε την πλάτη στον βράχο του. Έκλεισε τα μάτια και έφυγε.

Τι γλυκύτητα μέσα στον άγριο βράχο! Τι ζεστασιά μέσα στην παγωμένη μέρα! Ο παππούς μας στον ουρανό, στην αγκαλιά του Κυρίου.

Ανέβηκα στο μοναστήρι. Πέντε πατέρες τον ανεβάσαμε με δυσκολία μέσα στο χιόνι. Κάναμε αγρυπνία και την άλλη μέρα την ταφή. Όχι στο κοιμητήρι αλλά πάνω από τη σπηλιά του, κοντά στη γωνιά του. Και μοιάζει ο τάφος, αδελφέ, με φυλάκιο κι ο Όσιος… φρουρός όλης της Βοιωτικής γης! Εάν φτάσεις στον τάφο του, με το βλέμμα αγκαλιάζεις όλη την περιοχή, όπως κι εκείνος με την ικεσία του».

(Από το βιβλίο: "Στα μονοπάτια της αγάπης του Θεού”,των π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου και Αθανασίου Καραπέτσα)
(συνοδοιπορία)
!!!
...................
🌿
Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Κλήμεντος

Τόν πλοῦτον καί τήν δόξαν τοῦ ματαίου αιῶνος ἐμίσησας θεόφρων, ὁσιώτατε Κλήμη, καί ὄρος κατέλαβες τραχύ, ἔν ᾧ προσομίλεις τῷ Θεῷ, διά τοῦτο συνελθόντες, ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε: δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ πᾶσι ἰάματα.

🌿
Ο Όσιος Κλήμης έζησε αρκετά χρόνια στη Μονή Σαγματά, ασκούμενος στο απόκρημνο σπήλαιό του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 26 Ιανουαρίου του έτους 1111. 
Ο τάφος του σώζεται ως τα σήμερα, ο οποίος προστατεύεται από νεόδμητο παρεκκλήσι.
Στην Ι.Μονή Σαγματά σώζεται και η χαριτόβρυτη Κάρα του, η οποία ευωδιάζει, αγιάζει και θαυματουργεί.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Ιανουαρίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.
Ας έχουμε τις πρεσβείες και τις ευλογίες αυτού του μεγάλου Ασκητή και Στυλίτη!
Αμήν
.................
Το κείμενο είναι μακροσκελές ...🙂
Δεν θα μπορούσα όμως να παραλείψω ούτε λέξη !

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Πάει πολύ καλά....Πάτερ Ιγνάτιος Καζάκος.Με την ευχή σου Γέροντα γρήγορη ανάρρωση με την ευχή σου.

ΜΗΤΈΡΑ ΑΛΕΞΆΝΔΡΑ



«Ένα πράγμα ξέρω: η χρυσή κλωστή που δένει μια ζωή μαζί είναι η αγάπη – στις πολλές και υπέροχες μορφές της.  Αγάπη για την ομορφιά, αγάπη για τα παιδιά, αγάπη για την ανθρωπότητα, αγάπη για το σπίτι και την πατρίδα, και τελικά αγάπη για τον Θεό – του οποίου η τέλεια αγάπη τα περιλαμβάνει όλα.»

 - Μητέρα Αλεξάνδρα

𝐆𝐄𝐁𝐄𝐓 𝐅𝐔𝐄𝐑 𝐃𝐈𝐄 𝐒𝐂𝐇𝐔𝐄𝐋𝐄𝐑


𝐆𝐄𝐁𝐄𝐓 𝐅𝐔𝐄𝐑 𝐃𝐈𝐄 𝐒𝐂𝐇𝐔𝐄𝐋𝐄𝐑

Herr Jesus Christus, unser Gott, Du hast in den reinen Herzen Deiner zwölf Apostel gewohnt durch die Gnade Deines Heiligen Geistes, der in Gestalt von Feuerzungen herabkam und ihre Münder öffnete, so daß er sie in fremden Sprachen zu reden befähigte. Du selbst, Herr Jesus Christus, unser Gott, sende denselben Heiligen Geist auch über mich, Deinen Diener, erleuchte meinen Verstand und pflanze in meine Ohren die von Dir eingegebene Heilige Schrift so wie alle gute und nützliche Lehre. 

Sende in meinen Verstand und in mein Herz den Geist der Weisheit, der Wissenschaft, der Frömmigkeit und der Furcht vor Dir, den guten Geist, welcher auf die rechte Bahn führt, zum Verständnis und zur Erfüllung eines jeden guten Werkes, so daß Dein Name immer gepriesen werde. Durch die Fürbitten Deiner allreinen Mutter, Deiner weisen Apostel und aller Deiner Heiligen. Denn Du bist die Erleuchtung unserer Seelen und Leiber, und Dir senden wir Lobpreis empor, samt Deinem anfanglosen Vater und Deinem allheiligen, gütigen und lebenspendenden Geist, jetzt und immerdar und in alle Ewigkeit. 
 
Amen


𝟐𝟓. 𝐉𝐀𝐍𝐔𝐀𝐑:𝐆𝐎𝐓𝐓𝐄𝐒𝐌𝐔𝐓𝐓𝐄𝐑𝐈𝐊𝐎𝐍𝐄 "𝐃𝐈𝐄 𝐌𝐈𝐋𝐂𝐇𝐒𝐏𝐄𝐍𝐃𝐄𝐍𝐃𝐄"


𝟐𝟓. 𝐉𝐀𝐍𝐔𝐀𝐑:𝐆𝐎𝐓𝐓𝐄𝐒𝐌𝐔𝐓𝐓𝐄𝐑𝐈𝐊𝐎𝐍𝐄 "𝐃𝐈𝐄 𝐌𝐈𝐋𝐂𝐇𝐒𝐏𝐄𝐍𝐃𝐄𝐍𝐃𝐄"

Ikone der Gottesmutter befand sich ursprünglich im Kloster (sog. „Lavra“) von St. Sava dem Heiligen, in der Nähe von Jerusalem. Vor seinem Tod sagte der heilige Gründer des Klosters voraus, dass ein königlicher Pilger – der den gleichen Namen wie er trägt – das Kloster besuchen würde. St. Sava wies die Brüder an, diesem Pilger die wundertätige Ikone als eine wohltätige Gabe auszuhändigen.

Im 13. Jahrhundert besuchte St. Sava von Serbien das Kloster. Als er sich dem Reliquienschrein von St. Sava dem Heiligen näherte, fielen die Mitarbeiter des Heiligen vor ihm auf die Füße. Die Brüder fragten den Besucher nach seinem Namen und er antwortete ihnen, er sei der Erzbischof Sava von Serbien.

Den Anweisungen ihres Gründers folgend, gaben die Mönche seinen Begleitern die „Milchgeberin“-Ikone sowie die Ikone „der drei Hände“.
Der heilige Erzbischof brachte die Ikone nach Hilandar auf dem Berg Athos und stellte sie auf die rechte Seite der Ikonostase von Karyes, welches an Hilandar angeschlossen ist.

Die Ikone wurde später „Typikonissa“ genannt, seit die Regel (Typikon) ( schriftliche Festlegung von liturgischen und anderen Vorschriften) des St. Sava dort bewahrt wurde.


Cyprian von Karthago.


Die Geduld ist es, die uns unserem Gott empfiehlt und bewahrt. Sie ist es, die den Zorn mäßigt, die Zunge im Zaum hält, die den Sinn leitet, den Frieden behütet, die Zucht lenkt, die das Ungestüm der Begierde bricht, die Gewalt des Stolzes unterdrückt, den Brand der Feindschaft auslöscht, die Macht der Reichen in Schranken hält, die Not der Armen lindert, die an den Jungfrauen ihre glückselige Unschuld, an den Witwen ihre mühevolle Keuschheit, an den ehelich Verbundenen ihre unzertrennliche Liebe schützt. 

Sie macht demütig im Glück, mutig im Unglück, sanftmütig gegen Unrecht und Kränkung. Sie lehrt, den Fehlenden schnell zu verzeihen, wenn man aber selbst sich vergeht, lange und inständig [um Verzeihung] zu bitten. Sie überwindet die Versuchungen, sie erträgt die Verfolgungen, sie führt das Leiden und das Martyrium zur Vollendung. Sie ist es, die die Grundlagen unseres Glaubens unerschütterlich befestigt, sie ist es, die das Wachstum unserer Hoffnung gewaltig fördert. 

Sie leitet unser Tun und Lassen, so daß wir imstande sind, den Weg Christi einzuhalten, indem wir in seiner Geduld wandeln. Sie bewirkt es, daß wir Gottes Kinder bleiben, indem wir die Geduld des Vaters nachahmen.

Cyprian von Karthago