Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ




Αλλά το κακόν είχε και συνέχεια. Ως και εις το απόσπασμα άναγινώσκομεν, πυκνότατοι σεισμοί έλαβον χώρα εις διάφορα μέρη της υδρογείου και προξένησαν πλείστας καταστροφάς.


Αρκετούς από τούς σεισμούς αυτούς περιγράφει λεπτομερώς ό Έγκλειστος Νεόφυτος εις τον «Περί σεισμών διαφόρων» λόγο του, ό όποιος και θεωρείται άριστον ηθικό δίδαγμα και πολλής αξίας ιστορικό βοήθημα. 'Ημείς όμως αρκούμεθα να άναφέρωμεν μόνον ένα, και τούτο διά να παρουσιάσωμεν προς τούς φιλοθέους άναγνώστας:


α) Την προστασία, την οποία παρέχει ό θεός προς τούς εκλεκτούς του.


β) Την Αγάπη, με την οποία περιέβαλλον τον Έγκλειστο Ασκητή οι θεοσεβείς κάτοικοι της γύρω περιοχής και το διά τον Άγιο μέγα ενδιαφέρον των.


γ) Πώς ό Άγιος μας μέσα από τας συμφοράς, έκκινών από τα 'Αγιογραφικά κείμενα, εξάγει ψυχωφελή διδάγματα και καθοδηγεί τας ψυχάς πλησίον του θεού.


δ) Πώς ό ίδιος ό Άγιος αντικρίζει και παρουσιάζει εις τούς άναγνώντας του τα φοβερά ξυπνήματα του Εγκέλαδου:


Εν τη αρχή της λαξεύσεως της Έγκλείστρας, προς τετάρτη της νυκτός ώρα, τοσούτος εξαίφνης έπηνέγθη σεισμός, ως προ μικρού δειν επί πρόσωπόν με πεσείν από του χαραδρίου μου (ή πλακόστρωτος κλίνη του) επί την γην. Γέγονε δέ ό τοιούτος σεισμός εν τη νυκτί εκείνη έως επτάκις, και κατέπεσον δέκα και τέσσαρες Έκκλησίαι καθ όλης της Επαρχίας Πάφου. Τότε γάρ και ο μέγιστος κατεστράφη Ναός της Άχράντον Θεοτόκον, ο εν τω Φρουρίω της Πάφου, ήν Λιμενιώτιασαν  καλούσιν οι λαοί. Τότε γάρ έτόπασαν πλείστοι άναιρεθήναί με τη νυκτί εκείνη υπό του σαθροτάτου κρημνού και του της 'Έγκλείστρας σπηλαίου• ήσαν γάρ τότε τα πάντα τεταριχευμένα και σεσαθρωμένα' άλλ’ ουδέ οι λίθοι πεπτώκασιν, ους τρουλλοειδώς τέθεικα περί τα πρόθυρα του σπηλαίου.“


Εντρομοι ετρεξαν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, πολύ πρωί, διά να δουν τί απέγινε ό φίλος Ασκητής. Με μεγάλη δε χαρά διαπίστωσαν ότι ό θεός διεφύλαξε και τον Αγιον και την Έγκλείστραν του αβλαβείς. Δόξασαν τότε τον θεόν και εζήτησαν να μάθουν την αιτία των σεισμών. Και ό Άγιος αντί να τούς δώση και εξήγηση τα γεωλογικά αίτια, τα όποια διά τούς περισσοτέρους θα ήσαν ακατανόητα, με βάσιν το ψαλμικό «ό επιβλέπων επί την γήν, και ποιών αυτήν τρέμειν...» (Ψαλμ. ργ'), εδωκε τας δεούσας ψυχωφελείς εξηγήσεις:


«Ό δούλος ενός βασιλέως, όταν σφάλλει, δεν υποφέρει να άντικρύζη το βλοσυρόν βλέμμα του κυρίου του, αλλά τρέμει από τον πολύν φόβο. Τοιουτοτρόπως συμβαίνει και με ήμάς: όταν άμαρτάνωμεν, ό βασιλεύς παντουργός θεός επιβλέπει επί την γήν με βλέμμα βλοσυρόν, ή δέ κτίσις δεν υποφέρει να βλέπη το φοβερόν θυμωμένον βλέμμα του Κτίστου και τρέμει και σείεται’ και αν δεν την συγκρατοΰσεν ό Κτίστης, θα κατεστρέφετο από την πολλήν ταραχήν του φόβου».


Αύται είναι αι άπλαί εξηγήσεις, αι όποίαι εδόθησαν από τον Αγιον εις τούς κατατρομαγμένους απλοϊκούς έπισκέπτας του. ’Ας ίδωμεν όμως και τί προς ημάς λέγει διά του προειρημένου έργου του.


Γνωρίζει καλώς ότι πρόκειται περί γεωλογικών φαινομένων και γνωρίζει επίσης οτιδήποτε άλλο σχετικό με τούς σεισμούς ήτο γνωστόν εις την εποχή του, αλλά γνωρίζει ωσαύτως και το Εύαγελικόν: των άνθρώπων «αι τρίχες της κεφαλής πασαι ήριθμημέναι» (Λουκά ιβ' 7) και την ρητήν διαβεβαίωσιν του Κυρίου: «και θρίξ έκ της κεφαλής αύτών ου μή άπόληται» (Λουκά κα' 18). Αναζητεί λοιπόν να άνευρη την αιτία, διά την οποία ό θεός «ό τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων» έπιτρέπει τούς σεισμούς και τας τόσας έκ των σεισμών συμφοράς. Και εύρίσκει ότι ή αιτία είναι διττή:
...τούτο μεν διά τούς πολυθέους και θεοποιούντας την κτίσιν, ίνα γνώσιν ότι εις ό Θεός ό κτίσας τον κόσμον και τινάσσων την γην ως χλαμύδα μικράν και στερεών αυτήν αυθις επί την ασφάλειαν αυτής, τούτο δέ και διά πλήθος πολύ των παρανομούντων άνθρώπων.


Αμαρτάνει ή λογική κτίσις και τότε μαστίζεται ή κτίσις ή άλογος και ανεύθυνος, διά να διδάσκη τούς ανθρώπους να αποφεύγουν την αμαρτίαν.
Τρομάσσει Θεός την γην, βουλόμενος και ημάς συντρομάξαι, και άποστήναι της αμαρτίας. Διά τούτο και κατά διαφόρους καιρούς σεισμοί φοβεροί έπηνέχθησαν προς Θεού, προς πίστιν και μετάνοιαν άγοντος τούς ανθρώπους.


Κάθε σοφός των σεισμών μελετητής διαβλέπει εις αυτούς την δύναμιν του θεού και την υπέρ ημών κηδεμονίαν Του: δύναμιν μεν, ότι την ούτω βαρειαν και παμμεγέθη γαίαν, βλέμματι και μόνω, ποιεί αν την τρέμειν καθάπερ φύλλον κηδεμονίαν δέ, ότι, άμαρτανόντων ημών, πατάσσει την γην, την μάλλον διαμένουσαν εν τη διατάξει Αυτού.


Και τελειώνων τας σκέψεις του ζητεί από τον θεόν να άπαλλάξη και ημάς από σεισμόν αίσθητόν και νοητόν:

Χριστός αισθητού τε και νοητού σεισμού και ημάς άπαλλάξαι, εν ελεεί Αυτόν, γαλήνης απαθείας ημάς καταξιώσετε και ζωής αιώνιου.


Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ. 

ΥΠΟ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ. ΜΕΡΑΚΛΗ. ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1976.

ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ.



Παρακαλεί τον -πολυέλεον θεόν να φυλάττη πάντας άτρωτους από τα βέλη του πονηρού και να βλέπη τα ανθρώπινα ολισθήματα ως παρανομίαν εξ απάτης αυτοίς προσγινομένην και ως τοιαύτην να την κρίνη. Αφού δέ, κατά θείαν οικονομίαν, τα παραπτώματα των μεν, συντελούν εις ψυχωφέλειαν των δέ, ας είναι ή ωφέλεια των πολλών μισθός τοις μετανοούσι..


Όχι μόνον προς τον θεό, αλλά και προς τούς ισχυρούς της γης απευθύνεται ό Άγιος Νεόφυτος και τούς ζητεί να προστατεύουν τούς αδυνάτους από τούς στερεωτέρους και να τιμωρούν τούς άδικούντας, διά να προλαμβάνεται χειρότερον ολίσθημα των κακών και να αποθαρρύνονται οι προς κακουργία ρέποντες.


Εις την προσπάθεια του να συγκράτηση τούς ανθρώπους από τον κατήφορον της άμαρτίας χρησιμοποιεί τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, εκλείψεις, σεισμούς και άλλας θεομηνίας, και ως βαθύς γνώστης της ζωής παραθέτει πολύτιμα λαογραφικά στοιχεία της εποχής του άναφερόμενα εις την αστρονομίαν, εις μαγέλαια, εις πολυτίμους λίθους, εις θρηνωδίας και άλλα.

 Έπί πλέον παραθέτει ιστορικά γεγονότα της εποχής του και προγενέστερα, τα όποια εξετάζει από πάσης άπόψεως και έξάγει συμπεράσματα και διδάγματα χρήσιμα και διά τούς μορφωμένους ανθρώπους και διά τούς απλοϊκούς.


Εις δύο εκλείψεις ήλιου,  τάς όποίας και ό ίδιος παρηκολούθησε και τάς περιγράφει λεπτομερώς, διείδεν ό Άγιος Νεόφυτος συμφοράς δι’ ολόκληρον την άνθρωπότητα, ιδιαιτέρως δέ διά την Κύπρον, οπου και εγένοντο αι παρατηρήσεις του. Και τούτο διότι όταν υπεχώρησαν ό ζόφος και ό σκοτασμός και αντί αυτού εισήχθη το συνηθισμένο φώς της ημέρας δεν άπέκτησεν, αμέσως, ό ήλιος τας συνήθεις ακτίνας του αλλά, κατά πρώτον μεν έγινε ζοφώδης, έπειτα δέ, επί δύο ώρας και πλέον, έφαίνετο αιματώδης.


Και πράγματι ή Κύπρος δοκίμασε άφόρητο θλίψιν. Έπηκολούθησεν ανομβρία και έκ ταύτης έλλειψης άρτου και μεγάλη στέρησης. Ή έλλειψης άρτου επέφερε πείνα, ή οποία «πικρώς και δεινώς διά θανάτου κατεθέρισε πασαν ήλικίαν», εξ αιτίας δέ  της πείνης έπήλθε και πλήθος άλλων κακών, άλληλοφονία και πλεονεξία και πλεονεξία και τα τούτων αισχρότερα. 

Ή πεινά αφ’ ενός και φοβερά επιδημική νόσος αφ’ ετέρου, ή όποια τιάρα πολλούς θανάτωσε και εκ της οποίας τα σώματα των ασθενών ύφίσταντο τόσην φθοράν και διάλυσιν, ώστε οι ένταφιασταί δεν κατώρθωναν να τα σηκώσουν με τον συνήθη τρόπον διά την ταφήν, αλλά τα τύλιγαν πρώτα μέσα εις ψαθία, ειχον ως αποτέλεσμα να μή άπομείνη ούτε το εν τρίτον του πληθυσμού της Κύπρου. ,.και επί πέντε έτη, έκ θείας οργής, λιμός ου μέτριος και θάνατος άσχετος, ου μόνον άνθρώποις, άλλα και κτήνεσι και πετεινοις φθορά πλείστη κατέλαβε, και θλίψεις πολύπλοκοι και πλείστα ανιαρά, και λοιμική νόσος δι  ης και πολλούς διαλυθέντας οι ένταφιασταί ψαθίοις περισφίγγοντες τη ταφή παρεδίδοσαν, άλληλοφονία και πλεονεξία και κλεψιά και τα τούτων αισχρότερα, σεισμοί δέ πυκνότατοι, σημεία τε έν ήλίω και σελήνή και άστροις, και τον λαού το τρίτον ουκ εναπέμεινε,


Και συμπεραίνει ό Άγιος: Αίτιος όλων αυτών δεν είναι ό Θεός, αλλά η πλαγιότης ημών και αι πράξεις ημών αι σφαλεραί και ό διεστραμμένος βίος.

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ. 

ΥΠΟ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ. ΜΕΡΑΚΛΗ. ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1976.

Ο ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994. ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΣΧΟΥ.





Πέρασα το απόγευμα στο δωμάτιό μου, διαβάζοντας τις ιστορίες του Ιωάννη Μόσχου για τους μοναχούς της ερήμου της Ιουδαίας. Όλες μαζί οι ιστορίες του Λειμωνάριου δίνουν μια λεπτομερή εικόνα μιας από τις πιο περίεργες περιόδους στην ιστορία της περιοχής. Για διακόσια χρόνια περίπου στις ερήμους των Αγίων Τόπων συνωστίζονταν όχι μόνο εκατόν πενήντα μοναστήρια που λειτουργούσαν κανονικά αλλά και αναρίθμητοι ερημίτες που κατοικούσαν σε σπηλιές καθώς και τεράστια κοπάδια από «βοσκούς» — νομάδες μοναχούς, που, σύμφωνα με τον Ιωάννη Μόσχο, «τριγυρνούν στην έρημο σαν άγρια ζώα• πετούν γύρω απ’ τους λόφους σαν πουλιά- ψάχνουν για την τροφή τους σαν κατσίκια. Το καθημερινό τους πρόγραμμα είναι άκαμπτο, πάντα προβλέψιμο, γιατί τρέφονται με ρίζες, τα φυσικά προϊόντα της γης».
Σήμερα μοιάζει ανεξήγητο πώς τόσοι πολλοί άνθρωποι -πολλοί από αυτούς εξαιρετικά μορφωμένοι- απ’ όλα τα μέρη του πολιτισμένου βυζαντινού κόσμου ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ταξιδέψουν χιλιάδες μίλια για να ζήσουν μια ζωή υπερβολικά σκληρή, στις δύσκολες συνθήκες της ερήμου• κι όμως, στο βυζαντινό νου τίποτε δεν φαινόταν πιο λογικό.


 Σε κάποια από τις ιστορίες του Μόσχου ένας ξένος επισκέπτεται το διάσημο άγιο άντρα άμπα Ολύμπιο στο μοναστήρι του, μες στη ζέστη και την υγρασία της κοιλάδας του Ιορδάνη. «Πώς μπορείτε να ζείτε σ’ αυτόν τον τόπο που φλέγεται απ’ τη ζέστη κι έχει τόσα πολλά ζωύφια;» ρωτάει. Ο άγιος άντρας δίνει μια απλή απάντηση: «Ανέχομαι τα ζωύφια για να γλιτώσω από εκείνο που οι γραφές αποκαλούν “το σκουλήκι που δεν κοιμάται”. Έτσι ανέχομαι και τη ζέστη, φοβούμενος την αιώνια φωτιά. Το ένα είναι προσωρινό, το άλλο όμως δεν έχει τέλος».
Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Μπορεί ο Μόσχος να μην υποτιμά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι πατέρες της ερήμου, ξέρει όμως ότι στη ζωή τους υπήρχαν και χαρές. 


Μάλιστα, στα γραπτά του διατυπώνει την πεποίθηση ότι ζώντας με απόλυτη απλότητα και αγιότητα, οι μοναχοί επέστρεφαν στις συνθήκες που επικρατούσαν στον Κήπο της Εδέμ, σε αρμονία τόσο με το φυσικό κόσμο, όσο και με το Δημιουργό του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους «βοσκούς», που έτρωγαν σαν τον Αδάμ χωρίς να φυτεύουν και υποτίθεται ότι είχαν τα άγρια ζώα κάτω απ’ τις διαταγές τους. «Με τον Χριστό», έγραφε ο πρώιμος χριστιανός περιηγητής Σουλπίκιος Σεβήρος, «κάθε άγριο κτήνος γίνεται σοφό και κάθε βάρβαρο πλάσμα ευγενικό». Η στενή σχέση ανάμεσα στα κτήνη και τους αγίους δεν ήταν καινούργιο θέμα στη μοναστική φιλολογία. 0 πρώιμος κοπτικός Βίος του Αγίου Παχωμίου, για παράδειγμα, περιγράφει πώς ο άγιος καλούσε κροκόδειλους για να τον περάσουν στην απέναντι όχθη του Νείλου, με τον ίδιο περίπου τρόπο που σήμερα κάποιος θα έπαιρνε ταξί από την πιάτσα. Εξάλλου, ο Παράδεισος πατέρων, ένα από τα λογοτεχνικά πρότυπα του Μόσχου, περιέχει διάφορες ανάλογες ιστορίες.


«Υπήρχε ένας γέρος που ζούσε πλάι στον Ιορδάνη σαν ασκητής. Μια μέρα μπήκε σε μια σπηλιά για να γλιτώσει απ’ τη ζέστη, κι εκεί βρήκε ένα λιοντάρι που άρχισε να του τρίζει τα δόντια και να βγάζει βρυχηθμούς. Τότε ο γέρος τού είπε: “Γιατί ταράζεσαι; 


Εδώ υπάρχει χώρος και για μένα και για σένα. Αν δεν μπορείς να με ανεχθείς, σήκω και φύγε!”• και το λιοντάρι αντί να του επιτεθεί, βγήκε έξω».
Ο Μόσχος θίγει για πρώτη φορά αυτό το θέμα στην ιστορία που διηγείται ο άμπα Αγαθόνικος, ηγούμενος του Καστελιού, αδερφός κάποτε στο μοναστήρι του Μαρ Σάμπα, ερείπιο τώρα, πέντε μίλια πιο κάτω, στην Κοιλάδα των Κέδρων.


«Μια μέρα», λέει ο άμπα Αγαθόνικος στο Μόσχο, «κατέβηκα στη Ρουβά να επισκεφτώ τον άμπα Ποιμένα το βοσκό. Όταν τον βρήκα, του είπα τους λογισμούς που με βασάνιζαν. Όταν έπεσε η νύχτα, με άφησε σε μια σπηλιά. Ήταν χειμώνας κι εκείνη τη νύχτα έκανε πραγματικά πολύ κρύο έτρεμα απ’ το κρύο. Την αυγή ο γέροντας επέστρεψε και μου είπε: “Τι συμβαίνει παιδί μου; Δεν αισθάνθηκα το κρύο”. Έμεινα άφωνος, γιατί ήταν γυμνός. Ζήτησα απ’ την αγιότητα του να μου πει πώς και δεν ένιωσε το κρύο. Είπε: Ένα λιοντάρι ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου- αυτό με ζέσταινε


Όμως, ο πιο αξιομνημόνευτη ιστορία με θέμα τους στενούς δεσμούς που συνέδεαν τους μοναχούς με τα άγρια θηρία στην έρημο -μια κατάσταση που φέρνει στο νου εικόνες απ’ την Εδέμ- είναι ίσως η φημισμένη ιστορία του Μόσχου για τον Άγιο Γεράσιμο και το λιοντάρι. Αιώνες αργότερα στη Δύση με την ιστορία αυτήν μπολιάστηκε κατά λάθος ο βίος του Αγίου Ιερώνυμου, προφανώς εξαιτίας της άγνοιας των λατινόφωνων προσκυνητών. Στην ανατολική Εκκλησία, αντιθέτως, η ιστορία σωστά εξακολουθεί να αποδίδεται στον Άγιο Γεράσιμο, και παραμένει μια απ’ τις δημοφιλέστερες ιστορίες για τους ορθόδοξους αγίους. Εκτός αυτού, είναι μια απ’ τις ελάχιστες ιστορίες του Μόσχου που εντάχθηκαν στο ρεπερτόριο της βυζαντινής τέχνης και κάποιες φορές είναι η τοιχογραφία που κοσμεί τους τοίχους ορθόδοξων μοναστηριών. Στον Άθω, για παράδειγμα, είδα αρκετές σκηνές της ιστορίας ζωγραφισμένες στο πρόπυλο της Μονής Ξενοφώντος. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου, «περίπου ένα μίλι από τον άγιο Ιορδάνη».


«Όταν [ο Σωφρόνιος κι εγώ] επισκεφθήκαμε το μοναστήρι», γράφει ο Μόσχος, «οι εκεί αδερφοί μάς είπαν ότι μια μέρα ο Άγιος Γεράσιμος περπατούσε στις όχθες του αγίου Ιορδάνη, όταν συνάντησε ένα λιοντάρι που έβγαζε δυνατούς βρυχηθμούς, γιατί πονούσε το πόδι του. Μια καλαμένια ακίδα είχε μπηχτεί βαθιά μέσα του, προκαλώντας φλεγμονή.

 Όταν το λιοντάρι είδε το γέροντα, τον πλησίασε και του έδειξε το πόδι του, κλαυθμυρίζοντας και παρακαλώντας τον να το θεραπεύσει. Όταν ο γέροντας είδε πόσο υπέφερε το λιοντάρι, κάθισε κάτω, έπιασε το πόδι του, το έσκισε και αφαίρεσε την ακίδα και αρκετό απ’ το πύο. Καθάρισε καλά την πληγή, την έδεσε και άφησε το λιοντάρι να φύγει. Όμως το θεραπευμένο λιοντάρι δεν άφηνε το γέροντα. Τον ακολουθούσε παντού σαν μαθητής. Ο γέροντας θαύμασε την ευγενική καρδιά του λιονταριού και από τότε άρχισε να το ταΐζει με ψωμί και βραστά λαχανικά.


Η λαύρα, πάλι, είχε ένα γάιδαρο που κουβαλούσε νερό για τις ανάγκες των γερόντων, που πίνουν το νερό του αγίου Ιορδάνη, ο οποίος απέχει ένα μίλι από το μοναστήρι. Οι πατέρες είχαν τη συνήθεια να δίνουν το γάιδαρο στο λιοντάρι, για να τον βόσκει στις όχθες του αγίου Ιορδάνη. Μια μέρα, καθώς τον έβοσκε το λιοντάρι, ο γάιδαρος απομακρύνθηκε αρκετά από το φύλακά του. Κάποιοι καμηλιέρηδες που έρχονταν απ’ την Αραβία βρήκαν το γάιδαρο και τον πήραν στην πατρίδα τους. Έχοντας χάσει το γαϊδούρι, το λιοντάρι γύρισε πίσω στη λαύρα και πλησίασε τον άμπα Γεράσιμο, σκυθρωπό και κατσουφιασμένο. Ο αβάς νόμισε ότι το λιοντάρι είχε κατασπαράξει το γάιδαρο. Του είπε: “Πού είναι ο γάιδαρος;” Το θηρίο έστεκε σιωπηλό, σχεδόν σαν άνθρωπος. Ο γέροντας του είπε: “Το έφαγες; Από δω και μπρος [για τιμωρία] θα εκτελείς τα ίδια καθήκοντα που εκτελούσε ο γάιδαρος”. Από τότε, με εντολή του γέροντα, το λιοντάρι κουβαλούσε σαμάρι φορτωμένο με τέσσερις στάμνες και έφερνε νερό.


»[Μετά από πολλούς μήνες] ο καμηλιέρης που είχε πάρει το γάιδαρο επέστρεψε στην Αγία Πόλη, έχοντας μαζί του το ζώο, που το είχε φορτώσει στάρι με σκοπό να το πουλήσει. Μόλις διέσχισε τον άγιο Ιορδάνη, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το λιοντάρι. Βλέποντας το θηρίο, άφησε τις καμήλες και το έβαλε στα πόδια. Αναγνωρίζοντας το γάιδαρο, το λιοντάρι έτρεξε προς το μέρος του, δάγκωσε το καπίστρι του με το στόμα, όπως το είχαν εκπαιδεύσει να κάνει, κι έσυρε όχι μόνο το γάιδαρο, αλλά και τις τρεις καμήλες. Έφερε όλα τα ζώα στο γέροντα, βγάζοντας χαρούμενους βρυχηθμούς. Τότε ο γέροντας κατάλαβε ότι άδικα είχε κατηγορήσει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήρε το όνομα Ιορδάνης και έζησε στη λαύρα πέντε χρόνια, χωρίς να αποχωριστεί ποτέ το γέροντα.


»Όταν ο αβάς Γεράσιμος αποδήμησε εις Κύριον και θάφτηκε από τους πατέρες, χάρη στη Θεία Πρόνοια το λιοντάρι δεν βρισκόταν στη λαύρα. Λίγο αργότερα επέστρεψε και αναζητούσε το γέροντα, βγάζοντας δυνατούς βρυχηθμούς. Όταν το είδαν ο αβάς Σαββάτιος και οι άλλοι πατέρες, χάιδεψαν τη χαίτη του και του είπαν: “Ο γέροντας μας άφησε και πήγε στον Κύριο”, αλλά ούτε τότε κατάφεραν να το κάνουν να πάψει το κλάμα και το θρήνο του. Τότε ο αβάς Σαββάτιος του είπε: “Αφού δεν μας πιστεύεις, έλα μαζί μου και θα σου δείξω πού αναπαύεται ο Γεράσιμος”. Πήρε το λιοντάρι και το οδήγησε εκεί που είχαν θάψει το γέροντα, μισό μίλι από την εκκλησία. Ο αβάς Σαββάτιος είπε στο λιοντάρι: “Να, εδώ βρίσκεται ο φίλος μας” και γονάτισε. Μόλις το λιοντάρι είδε τη μετάνοια, άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στη γη και να βρυχάται. Αμέσως [κύλησε στο έδαφος] και πέθανε εκεί, πάνω στον τάφο του γέροντα».



 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.

Ο ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994.





Το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα βρίσκεται δέκα μίλια μακριά από εκείνο του Αγίου Θεοδοσίου, λίγο βορειότερα της Νεκράς Θάλασσας. Γύρω από τον Άγιο Θεοδόσιο το έδαφος εξακολουθεί με προθυμία να δίνει καρπούς και τα ελαιόδεντρα ορθώνονται με φόντο τις πεζούλες που ’ναι βαθιά χαραγμένες πάνω στις σκληρές, λευκές λοφοπλαγιές. Προχωρώντας όμως προς τ’ ανατολικά, οι καλλιέργειες αρχίζουν να υποχωρούν.

 Το χώμα γίνεται όλο και λιγότερο εύφορο, τα λαγκάδια πιο βαθιά, τα χωριά φτωχότερα. Ο ταξιτζής με προειδοποίησε ότι μπαίνουμε σε περιοχή της Χαμάς και σκέπασε το μισό παρμπρίζ με μια παλαιστινιακή κουφίγια, για να μη μας περάσουν για ισραηλινούς εποίκους και μας λιθοβολήσουν οι ντόπιοι σαμπάμπ.
Αφήνοντας πίσω μας το τελευταίο χωριό, μπήκαμε στην έρημο, στο LOCUS HORRENDAE ET VASTAE SOLITUDINIS της Βίβλου. Κάτω απ’ τα πόδια μας οι γυμνοί λόφοι από σχιστόλιθο κατηφόριζαν προς το χαμηλότερο σημείο της γης, τη Νεκρά Θάλασσα, μια σταγόνα από υδράργυρο που τρεμόπαιζε στο βάθος. Μπροστά μας, σε αρκετά μεγάλη απόσταση, ένα βαθύ ουάντι σχημάτιζε το φόντο για δυο μικρά, ορθογώνια βυζαντινά φυλάκια που υψώνονταν κάθετα στο χείλος του. Από την κορφή του λόφου η θέα απλωνόταν σ’ ένα τοπίο σαράντα μιλίων. Εκείνα τα δυο φυλάκια ήταν τα μοναδικά χτίσματα που διακρίνονταν στον ορίζοντα.


Μόνο τη στιγμή που περνούσαμε κάτω απ’ τις πολεμίστρες του κοντινότερου πύργου αποκαλύφτηκε στα μάτια μας το μεγάλο μοναστήρι που ήταν κρυμμένο σε μια απάνεμη γωνιά, προστατευμένο πίσω απ’ τους κατακόρυφους βράχους της χαράδρας. Οι δυο πύργοι συνδέονται μ’ ένα οδοντωτό τείχος, που με μια έντονη κυκλοτερή κίνηση βουλιάζει για να περιβάλει το μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα με τους τιρκουάζ θόλους και τους τρούλους, τα μπαλκόνια και τις σπηλιές-κελιά, τα σκαλοπάτια και τις εξέδρες, στηριγμένα όλα πάνω σε στενές προεξοχές τεχνητών βράχων, που είναι φτιαγμένοι από βαριά, βαθμιδωτά αντιτειχίσματα. Παρά το συμπαγή, πέτρινο όγκο του, η παράλογη ανέγερσή του σ’ ένα φαράγγι στη μέση της ερήμου κάνει το μοναστήρι να μοιάζει με εικόνα φανταστική -χιμαιρική σχεδόν-, σαν ένα από εκείνα τα κάστρα των παιδικών παραμυθιών, που λες ότι θα εξαφανιστούν μόλις ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρά σου.


Την εποχή του Ιωάννη Μόσχου, στην έρημη γη της Ιουδαίας συνωστίζονταν τόσοι μοναχοί και μοναστήρια, που, σύμφωνα με κάποιο χρονικογράφο, «η έρημος είχε γίνει πόλη». Παρ’ όλα αυτά, από τα εκατόν πενήντα μοναστήρια που ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια της βυζαντινής διοίκησης, μόνο έξι κατοικούνται, κι απ’ αυτά μόνο ένα -το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα- εξακολουθεί να στεγάζει αρκετούς καλόγερους, ώστε δικαίως να θεωρείται ζωντανή μοναστική κοινότητα. Από τότε που θεμελιώθηκε, στα τέλη του πέμπτου αιώνα, μέχρι σήμερα κατοικείται χωρίς διακοπή. Μετά το δεκαπενθήμερο χάσμα που διαδέχτηκε τη σφαγή των μοναχών από τους Πέρσες το 614 μ.Χ. -η ίδια επιδρομή ερήμωσε και τον Άγιο Θεοδόσιο-, η Θεία Λειτουργία ψάλλεται στο πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Σάββα κάθε πρωί, εδώ και 1.380 χρόνια. Όπως και στον Άγιο Θεοδόσιο, οι νεκροκεφαλές εκατοντάδων μοναχών που δολοφονήθηκαν από τους Πέρσες, αλλά κι εκείνων που έχασαν τη ζωή τους από τους Βεδουίνους, που στη συνέχεια ανέλαβαν το πλιάτσικο, είναι ευλαβικά φυλαγμένες στην εκκλησία της μονής, στοιβαγμένες σε τακτικές σειρές, με την ίδια φυσικότητα που άλλα μοναστήρια θα στοίβαζαν τα βιβλία των ψαλμών.


Ο Μαρ Σάμπα -δεν άργησα να το διαπιστώσω- εξακολουθεί να είναι το αυστηρότερο μοναστήρι. Οι μοναχοί ξυπνούν στις δύο το πρωί και ψάλλουν τη λειτουργία που διαρκεί πέντε ώρες, μέχρι που πάνω απ’ το εικονοστάσι της εκκλησίας αρχίζει να χαράζει η μέρα. Έπειτα οι αδερφοί αναπαύονται μέχρι τις έντεκα, οπότε και τρώνε το μοναδικό γεύμα της μέρας: ψωμί (ψήνεται μία φορά τη βδομάδα και διατηρεί τη γεύση του για τρεις μέρες, αλλά έπειτα γίνεται όλο και πιο σκληρό και μπαγιάτικο), αραιή σούπα, βραστά λαχανικά και σκληρή φέτα. Δεν τρώνε κρέας και την πολυτέλεια του ψαριού και του λαδιού (για τα λαχανικά) την επιτρέπουν στους εαυτούς τους μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές. Μετά το γεύμα αποσύρονται στα κελιά τους για το υπόλοιπο της μέρας, βγαίνοντας μόνο για να ψάλλουν τον Εσπερινό και την τελευταία προσευχή της μέρας, σε καθορισμένες πάντα ώρες.


Αν το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα ξεχωρίζει σήμερα κυρίως για τη φοβερή αυστηρότητα του ασκητισμού του, κάποτε ξεχώριζε για τους διανοουμένους του και, παρά την υπερβολική του απομόνωση, δεν έπαυε να αποτελεί ένα από τα βυζαντινά εργοστάσια παραγωγής πνευματικού και φιλοσοφικού έργου. Όταν ο αγγλοσάξονας προσκυνητής Άγιος Ουίλιμπαλντ επισκέφτηκε το μοναστήρι στις αρχές του ογδόου αιώνα, σχολίασε το γεγονός ότι όλοι οι μοναχοί ήταν απασχολημένοι αντιγράφοντας χειρόγραφα και συνθέτοντας ύμνους και ποιήματα. Μεταξύ των συλλογών μεσαιωνικών χειρογράφων, η βιβλιοθήκη του μοναστηριού -που τώρα φυλάσσεται στο μέγαρο του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου στην Ιερουσαλήμ- σχεδόν δεν έχει ανταγωνισμό, όσον αφορά το εύρος και το ειδικό ενδιαφέρον των περιεχομένων της, καθώς και τον αριθμό των γλωσσών που αντιπροσωπεύονται. Εξάλλου, είναι εμφανής η εξαιρετική ποιότητα που χαρακτηρίζει τα προϊόντα της αντιγραφής και της καλλιγραφίας που προέρχονται από το εργαστήριο του Μαρ Σάμπα.


Εδώ έγραψε ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης την Ιστορία των μοναχών της Παλαιστίνης, ένα ασυνήθιστα κριτικό και ευφυές αγιογραφικό κείμενο. Η υμνογραφία στον Άγιο Σάββα -με έργα μεταξύ άλλων και του Ρωμανού του Μελωδού- ήταν, σύμφωνα με το σπουδαίο βυζαντινολόγο Μπρεγιέ, «η πιο αυθεντική έκφραση της ποιητικής μεγαλοφυΐας των Ελλήνων των μέσων χρόνων». Επιπλέον, σ’ ένα κελί του Μαρ Σάμπα ήταν που έγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το περίφημο έργο του Πηγή γνώσεων, ίσως το πιο σύνθετο και εγκυκλοπαιδικό θεολογικό κείμενο που γεννήθηκε στο χριστιανικό κόσμο μέχρι την εποχή του Θωμά του Ακινάτη. Άλλωστε, ο Ακινάτης είχε επηρεαστεί βαθιά από τη θεολογία του Ιωάννη και ο ίδιος έγραψε ότι κάθε μέρα, κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του, διάβαζε λίγες σελίδες από το έργο του Ιωάννη Δαμασκηνού.


 Ωστόσο, το εύρος των ενδιαφερόντων που κάλυπτε η συλλογή χειρογράφων του μοναστηριού και η πολυμάθεια του Ιωάννη Δαμασκηνού βρίσκουν ίσως τη θεαματικότερη έκφρασή τους σ’ ένα από τα πιο ασυνήθιστα προϊόντα τους, το Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, μια ινδική ιστορία του Βούδα που ξαναδουλεύτηκε για να γνωρίσει τη χριστιανική εκδοχή της, ενώ αργότερα μεταφράστηκε από τα ελληνικά και στα λατινικά και κυκλοφόρησε ευρέως στη Δύση. Μιλώντας όμως στους σημερινούς αδερφούς του Μαρ Σάμπα, δεν θα μπορούσες να μαντέψεις τίποτε απ’ όλα αυτά.
«Εσείς λοιπόν είστε συγγραφέας, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο αμπούνα Θεοφάνης εκείνο το βράδυ μετά τον Εσπερινό, όταν μου έφερε το δείπνο μου πάνω σ’ ένα δίσκο. «Εγώ έχω σταματήσει να διαβάζω βιβλία».
«Α, ναι;»

«Η Θεία Λειτουργία περιέχει όλα τα κείμενα που χρειάζομαι. Όταν έχεις διαβάσει το Λόγο του Θεού, όλα τ’ άλλα σου φαίνονται πληκτικά».
«Λένε ότι τα βιβλία είναι σαν την τροφή», επισήμανε ο αμπούνα Ευδόκιμος, ο αναπληρωτής αρχιμανδρίτης• «δίνουν τροφή στο μυαλό».
"Μα πάτερ», είπε με σιγανή φωνή ο Θεοφάνης, «οι μοναχοί πρέπει να προσπαθούν να τρώνε όσο  γίνεται λιγότερο
Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Καθόμασταν έξω στη βεράντα, παρακολουθώντας το τελευταίο φως της μέρας που λιγόστευε στον ουρανό. Καθώς μιλούσαμε, ο Θεοφάνης έβγαλε ένα κουτί σπίρτα και βάλθηκε ν’ ανάψει δυο παλιές, ταλαιπωρημένες λάμπες θυέλλης. Στον Μαρ Σάμπα δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα.
«Κοίτα εκείνα τα σύννεφα στ’ ανατολικά», είπε ο αμπούνα Ευδόκιμος. «Αύριο μπορεί να βρέξει. Τι λες, Θεοφάνη;»
«Εδώ στην Παλαιστίνη οι βροχές δεν είναι σαν τις βροχές της Ελλάδας», αποκρίθηκε ο άλλος μοναχός. «Εκεί έχουμε μεγάλες βροχές, κανονικά σύννεφα που εκρήγνυνται». Χαμογέλασε ευτυχισμένος σ’ αυτήν την ανάμνηση. «Αχ, οι βροχές της Ελλάδας», είπε, «σου φέρνουν στο νου τον Κατακλυσμό».
«Τι κάνατε στην Ελλάδα πριν γίνετε μοναχός;» ρώτησα το Θεοφάνη.


«Ήμουν αστυνομικός στην Αθήνα», αποκρίθηκε σηκώνοντας τα μάτια του απ’ τις λάμπες, που τους έκοβε τα φιτίλια με τα δάχτυλά του. «Την πρώτη φορά ήρθα εδώ σαν προσκυνητής. Απ’ την πρώτη στιγμή που είδα το μοναστήρι κατάλαβα ότι αυτό είναι το αληθινό μου σπίτι. Επέστρεψα στην Αθήνα, ανακοίνωσα την παραίτησή μου και αποχαιρέτησα τη μητέρα μου. Μια βδομάδα μετά ήμουν πάλι εδώ. Από τότε δεν έχω ξαναφύγει».
«Ποτέ;»
«Γύρισα πίσω μόνο μία φορά- για σαράντα μέρες».
«Ήταν δύσκολο;»
«Μερικές φορές η μητέρα μου έβαζε τα κλάματα. Κατά τ’ άλλα όμως, όχι. Τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Με το ζόρι αναγνώρισα την παλιά μου πόλη. Ο λαός μου είχε ξαφνικά πλουτίσει απ’ την ΕΟΚ σας. Υπήρχαν τόσα πολλά καινούργια κτίρια• καινούργια κτίρια και καινούργια εγκλήματα».
«Και δεν σας λείπει τίποτε απ’ την παλιά σας ζωή;»
«Τι να μου λείψει; Εδώ τα έχω όλα».
«Πρέπει όμως να ήταν μεγάλη η αλλαγή απ’ την προηγούμενη δουλειά σας».
«Δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά», αποκρίθηκε ο μοναχός. «Τώρα είμαι ο αστυνόμος της ψυχής μου. Ο δαίμονας κι ο εγκληματίας μοιάζουν πολύ μεταξύ τους- είναι και οι δυο πολύ ηλίθιοι- είναι και οι δυο κολασμένοι».


Τώρα οι λάμπες ήταν αναμμένες και οι φλόγες τους τρεμόπαιζαν, σκορπίζοντας σκιές στη βεράντα και πάνω στο πρόσωπο του Θεοφάνη.
«Πιστεύετε στους δαίμονες;» ρώτησα.
«Βεβαίως. Υπάρχουν στη Βίβλο».
«Κάποιες φορές, την ώρα που προσευχόμαστε, οι δαίμονες κάνουν περίεργους θορύβους», πρόσθεσε ο αμπούνα Ευδόκιμος, που καθόταν ήσυχα στη γωνιά χαϊδεύοντας τη γενειάδα του. «Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλώς τα ζώα της ερήμου. 


Μετά όμως πρόσεξα ότι οι θόρυβοι ήταν δυνατότεροι όταν προσευχόμουν. Είναι οι δαίμονες που προσπαθούν να μας αποσπάσουν απ’ την προσευχή».
«Κάθε δαίμονας έχει τη δική του προσωπικότητα», είπε ο Θεοφάνης. «Ζουν στην έρημο κι έρχονται στις πόλεις για να κάνουν τους ανθρώπους εγκληματίες και ρωμαιοκαθολικούς».
«Κάνουν θαύματα και ψεύτικες προφητείες», είπε ο Ευδόκιμος.
«Είναι χειρότεροι κι από εγκληματίες», είπε ο Θεοφάνης. «Εδώ όμως, μέσα στα τείχη του Μαρ Σάμπα, είμαστε προστατευμένοι».
«Τι εννοείτε;»
«Ο Άγιος Σάββας είναι ζωντανός. Είναι εδώ και προστατεύει το μοναστήρι του. Το έχω ζήσει».
«Πώς;»
«Πριν από τρία χρόνια, μια χειμωνιάτικη νύχτα που φύσαγε δυνατός αέρας, προσευχόμουν στη σπηλιά μου. Δεν είχα ανάψει λάμπα και ήταν θεοσκότεινα. Καθώς προσευχόμουν, άκουσα βήματα στο διάδρομο. Ήταν ένας μοναχός που 
περπατούσε- άκουγα το θρόισμα του ράσου του. Τα βήματα όλο και πλησίαζαν κι έπειτα σταμάτησαν έξω απ’ το κελί μου. Περίμενα να ακούσω τη φωνή του μοναχού αλλά δεν έγινε τίποτε.


«Ξαφνικά, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση, άκουσα πολύ καθαρά το θόρυβο από πολλά πόδια που κουτρουβαλούσαν στις σκάλες. Ήταν σαν μανιακοί που κατέβαιναν τρέχοντας τα σκαλοπάτια - θορυβώδη, ακανόνιστα βήματα- πρέπει να ’ταν εννιά ή δέκα από δαύτους, κι όλοι έτρεχαν. Σκέφτηκα: οι Βεδουίνοι θα σκαρφάλωσαν στα τείχη, θα μπήκαν μέσα και τώρα θα θέλουν να μας σκοτώσουν όλους. Πάγωσα πίσω απ’ την πόρτα μου, αλλά δεν συνέβη τίποτε. Πέρασαν πέντε λεπτά. Δεν είχαν μπει ακόμη. Έτσι άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα και βγήκα έξω.


«Εκείνη τη νύχτα είχε πανσέληνο. Μπορούσα να δω καθαρά ότι ο διάδρομος ήταν άδειος. Στο μοναστήρι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ανέβηκα στον περίβολο κι εκείνη τη στιγμή είδα τη λάμπα του πατέρα Ευδόκιμου να κινείται από τα αποχωρητήρια προς το δωμάτιό του. Έτσι πήγα κοντά του και του είπα: “Πάτερ, έχουν μπει κλέφτες στο μοναστήρι”. Εκείνος ρώτησε: “Είσαι σίγουρος;” Του απάντησα ότι ήμουν. “Εντάξει”, είπε, “θα ψάξουμε μαζί”. Έτσι πήραμε και οι δυο από ένα ραβδί και επί μία ώρα ψάχναμε παντού. Ψάξαμε στην εκκλησία, στους πύργους, μέσα στις πιο βαθιές σπηλιές. Τίποτα. Η πόρτα ήταν ασφαλισμένη και κανείς δεν είχε πηδήξει απ’ τον τοίχο».


«Μόνο μετά από καιρό», είπε ο αμπούνα Ευδόκιμος, «όταν το συζητήσαμε με τον αρχιμανδρίτη, καταλάβαμε τι είχε συμβεί. Τα πρώτα βήματα ήταν του Αγίου Σάββα. Η φασαρία ήταν οι δαίμονες που είχαν έρθει για να κάνουν τον πατέρα Θεοφάνη μασόνο. Ο Άγιος Σάββας ήξερε το σχέδιό τους κι έτσι στάθηκε φρουρός μπροστά στην πόρτα του πάτερα Θεοφάνη. Έπειτα κυνήγησε κι έδιωξε τους δαίμονες».
«Ο διάβολος θα τους κυριεύσει όλους, αν του δοθεί η ευκαιρία», είπε με σοβαρό ύφος ο Θεοφάνης. «Οι άγιοι όμως μας προστατεύουν. Σ’ αυτό το μοναστήρι αισθάνομαι ασφαλής, παρ’ όλο που βρίσκεται στη μέση της ερήμου κι ο τόπος είναι γεμάτος Βεδουίνους. Είμαστε προστατευμένοι».


Ήταν αργά και οι μοναχοί άρχισαν να αποσύρονται στα κελιά τους, κουβαλώντας τις λάμπες τους. Ο Θεοφάνης μου έδειξε το δικό μου και μου υποσχέθηκε να με ξυπνήσει στις δύο για τον 'Όρθρο.


Οι καμπάνες χτυπούσαν όλη νύχτα, όπως κατάλαβα. Στη μία ένας μοναχός άρχισε να χτυπάει το ξύλινο σήμαντρο, καλώντας τους αδερφούς του να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους. Το ξαναχτύπησε στη μιάμιση και στις δύο παρά πέντε. Στις δύο απόλαυσα μια επίδειξη κωδωνοκρουσίας σε πλήρη κλίμακα- τις καμπάνες στο καμπαναριό, συν μία ποικιλία από καμπάνες χειρός, που κάποια τη χτυπούσε έξω απ’ την πόρτα του κελιού μου ο αμπούνα Θεοφάνης. Μόλις όμως επικράτησε και πάλι ησυχία, με ξαναπήρε ο ύπνος και κόντευε πια τέσσερις όταν τελικά κατάφερα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ήταν ακόμη σκοτεινά κι έκανε πολύ κρύο. Ντύθηκα στο φως της λάμπας κι έπειτα βρήκα το δρόμο μέσα απ’ τις άδειες σκάλες και τους διαδρόμους του Μαρ Σάμπα, προς το βαθύ, αυξανόμενο ήχο και τις περιδινήσεις της μοναστικής ψαλμωδίας.


Μέσα στην εκκλησία όλες οι λάμπες ήταν αναμμένες και σκόρπιζαν μια αχνή λάμψη στη βασιλική. Ο θόλος αντηχούσε από τα μοναστικά «Κύριε». Μόνο το περιστασιακό τρίξιμο κάποιου ξύλινου καθίσματος μαρτυρούσε τη θέση των ψαλτών οι ίδιοι οι μοναχοί ήταν αόρατοι μες στα μαύρα τους ράσα, κουρνιασμένοι στους πάγκους της χορωδίας. Κάθε λίγο και λιγάκι ένα ελαφρύ αεράκι στροβίλιζε κάποιον από τους πολυελαίους, αναγκάζοντάς τον να περιστρέφεται ελαφρά, με τις σκιές να τρέχουν γύρω απ’ το εσωτερικό της εκκλησίας και το φως των κεριών να επιστρέφει περιοδικά για να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες στις τοιχογραφίες, τα φτερά των αγγέλων και τις μακριές, λευκές γενειάδες των πατέρων της ερήμου. Η ψαλμωδία κύλησε έξω στο στενό φαράγγι, με τον ήχο να ανακλάται στους θόλους και στους τρούλους, για να επιστρέφει δυνατότερος, πολλαπλασιασμένος. Καθισμένος στο πίσω μέρος της εκκλησίας, σκεφτόμουν ότι τον ίδιο ακριβώς ήχο πρέπει να άκουγε κι ο Ιωάννης Μόσχος πριν από χίλια τετρακόσια χρόνια.


Γύρω στις έξι το πρώτο φως άρχισε να γλιστράει μέσα, φωτίζοντας απαλά τον Παντοκράτορα Χριστό στο θόλο. Μισή ώρα αργότερα, με τον ήλιο τώρα να ανατέλλει πάνω απ’ την έρημο, άρχισα να διακρίνω τους ίδιους τους μοναχούς -μαύρες γενειάδες, μαύρα ράσα, κουκούλες, πρόσωπα σκεπασμένα- που ήταν καθισμένοι στα στασίδια τους. Εκείνο που νόμιζα αρχικά ότι ήταν ένα μικρό τραπεζάκι πλάι στο αναλόγιο αποδείχτηκε ότι ήταν ο αμπούνα Ευδόκιμος, γονατιστός, πεσμένος μπρούμυτα στο έδαφος, σε στάση μετάνοιας μπροστά στο τέμπλο.


Ο ένας μετά τον άλλο οι μοναχοί άρχισαν να γλιστρούν αθόρυβα έξω απ’ την εκκλησία, σταματώντας για ν’ ασπαστούν τις μορφές των αγίων στις τοιχογραφίες και τα εικονίσματα. Γύρισα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα μέχρι το μεσημέρι, οπότε με ξύπνησε ο αμπούνα Θεοφάνης μ’ ένα δίσκο με φαγητό, ένα κομμάτι σκληρή φέτα με έντονη μυρωδιά, λίγο σκληρό μοναστικό ψωμί και, καθισμένο μόνο και καμαρωτό σ’ ένα άσπρο πιάτο, ένα στρογγυλό σοκολατάκι.


«Είναι η γιορτή του Αγίου Μεθοδίου του Στυλίτη», είπε ο αμπούνα Θεοφάνης με σοβαρό ύφος. «Αυτό είναι για να γιορτάσεις».


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ.


Άγιος Γεώργιος. Ο Άραβας καβαλάρης που σκότωσε τον δράκο σε μια πηγή στη Λιβύη για να σώσει τη βασιλοπούλα... Όλοι οι Άραβες, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, τον αποκαλούν "Χερντ" - ο Πράσινος και αποτελεί έναν θρύλο στην ανατολική Μεσόγειο.


Το σημερινό μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου στη Βηθλεέμ της Παλαιστίνης είναι χτισμένο πάνω στις γαίες που ήταν η προίκα της μητέρας του Αγίου. Σήμερα, η έκτασή του έχει μειωθεί, καθώς (μεταξύ άλλων) ένα μεγάλο μέρος από την έκτασή του αφαίρεσε το τείχος των Ισραηλινών που περνά μέσα από τα χωράφια... Οι τριγύρω εκτάσεις συνεχίζουν να αποκαλύπτουν κατά την άροση βυζαντινά κατάλοιπα, κίονες, κιονόκρανα... Το μοναστήρι έχει συνδεθεί με την ίαση της τρέλας. Ο στρατιώτης άγιος που πολεμάει τους δαίμονες και κατατροπώνει τις δυνάμεις του κακού... Σε μια βυζαντινή κολόνα, που παραμένει στην αυλή του, δένονταν δαιμονισμένοι και ψυχοπαθείς για να γιατρευτούν από την τρέλα... Σήμερα, ένα κομμάτι από την αλυσίδα του αλόγου του Αγίου επιδεικνύεται περήφανα στους επισκέπτες..









https://www.facebook.com/paterasignatios?ref=ts&fref=ts

Aya Yorgi (Aziz Yorgo) Bayramı


23 april Aya Yorgi Kilisesi.


Büyükada Island Istanbul, Turkey - Monastery of Saint George.


Monastery of St George, Büyükada, Prince's Island.


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ. ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘ. ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΑΝΩΤΗ.


Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΓΚΑΚΟΣ


Ο ΑΓΙΟΤΑΦΙΤΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Π. ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΣΗΦΑΚΗΣ.



Ο νυν ηγουμένος και γέροντας της μονής
του Αγίου Θεοδοσίου ,π.Ιεροθέος Σηφάκης από την Κρήτη.
Είναι περίπου 87 ετών και έχει κοντά 60 χρόνια στους Θεοβάδιστους
Τόπους της Αγίας Γης.
Από την Κορέα που ήταν φαντάρος ,βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα
να ζει μια καθημερινή "μάχη Κορέας"...με τους αλλοπίστους
φανατικούς ..........!!!
Δεν υπάρχουν σήμερα πολλοί παρόμιοι αγωνιστές!!!
Να εύχεσθε για μας τους λίγους Αγιοταφίτες .

ΜΗΝ ΜΑΣ ΞΕΧΝΑΤΕ ΣΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΣΑΣ!!!

ΠΑΤΗΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ.












https://www.facebook.com/paterasignatios?fref=ts

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Η ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ


ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΑΒΟΥΛΑΡΕΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΟΥ.



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!


Σήμερα το πρωί τηλεφώνησα κανά δυό φορές τον γέροντα Χρυσόστομο στη μονή του Αββά Γερασίμου,αλλά δεν το απαντούσε. Μετά από μισή ώρα με τηλεφώνησε εκείνος ...όλο χαρά!!!
Ευχήθήκαμε ο ένας στον άλλον, και με ρώτησε ....που χάθηκα και δεν πήγα καθόλου κοντά του,αλλά μόνος του και πάλι απήντησε και μου ανέφερε ότι ήταν μεγάλος ο φόρτος των ημερών,και ότι καταλαβαίνει." Γέροντα....,του είπα, τι μήνυμα να δώσω στην παρέα στο διαδίκτυο;;;Θα τους γράψω κάτι από σας.

Να τους πεις, μου είπε, να έχουν, και να έχουμε όλοι μας........ΥΠΟΜΟΝΗ,ΥΠΟΜΟΝΗ,ΥΠΟΜΟΝΗ......,την "χρυσή υπομονή" και την ελπίδα στο Θεό!!! 

Ζήσαμε ,μου είπε, με πολλή γλυκειά κούραση και κόπωση τις Αγιες αυτές ημέρες!!! Ηταν κοπιαστικά,αλλά πλην όμως πανέμορφα!!! 
Εσύ γέροντα μου,μου είπε,ξέρεις να μιλάς και να γράφεις,οπότε τι να σου πω;;; Ξέρεις εσύ, .....μετέφερέ τους την πολλή μας αγάπη και ότι τους έχουμε έννοια,στο μυαλό μας και στις προσευχές μας ....ΟΛΟΥΣ!!! Την ευχή μου να έχουν και του αγίου μας,....σε φιλώ πολύ...βρε Ιγνάτιε μου!!!".
Αγνή ψυχή και ευλογημένη ο γέροντας Χρυσόστομος,όπως πάντα.!!!!!
Την ευχή του να έχουμε.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

https://www.facebook.com/groups/69108808124/?fref=ts

WATCHFULNESS, PRAYER AND CONFESSION A Homily by Elder Ephraim of Philotheou, translated from Greek by Fr. Seraphim Bell.





My beloved children:

Today we will say a few things about the great virtue of watchfulness.
As you know, watchfulness is a patristic teaching, it is the experience of the great neptic fathers of the Church and of the desert. The word nepsis comes from nepho, which means to be sleepless, to guard, to inspect, examine, watch over, and keep under surveillance. All these things the fathers sum up in one continuous attention to the nous. Watchfulness is described as the axe which shatters the large trees, hitting their roots. And when the root is struck, it doesn’t spring up again. Thus also when the nous of the man, of the Christian, has heed for the soul, it keeps watch over the heart and the five senses of the soul, the bodily as well as the spiritual. When the nous is awake, when it is attentive, when it keeps watch over the speculations, the thoughts, when it controls the imagination, then the whole man, body and soul, is kept pure. And when the man is rendered pure through watchfulness and spiritual works, his prayers have boldness before God, they cross the sky, they go beyond the stars, they pass through the heavens and draw near to the Divine Throne of Grace, where the blessings of God are granted. And this being the case, the man at prayer is enriched by the grace of God.


The neptic fathers tell us that one of our thoughts may rise to heaven and another may descend to hell: By our thoughts we are improved or defiled. In other words, a thought which may inattentively attack us, may pollute us, may pleasure us, and is able to render us worthy of hell. A heavenly thought, a thought of self-denial, a brave thought, a thought of prayer and the vision of God, makes us worthy to draw near the Divine throne and to taste of heavenly things. By the thoughts either we will become unclean or we will become better. The beginning of sins starts with our thoughts.


The thoughts come from the five senses, the spiritual as well as the physical. When we allow the sense of sight to be uncontrolled and it carelessly sees anything, this carelessness will become no end of dirty and sinful images. Since these images are placed in the imagination, afterwards they drip the poison of sinful pleasure inside the heart of man. This pleasure is the poison, by which the heart is polluted and then becomes unclean and guilty before the un-sleeping eye of God.
Just like the sense of sight, so it is also of touch, and also of taste and hearing and of smell. And so the five senses create analogous sinful images, which render the man unclean before the face of God. Here rests the entire philosophy of the spirit.


All sermons are beneficial, exactly because when a tree which is diseased is pruned, it is cleansed, and thus the word of God helps in the reduction of a passion. However, the teaching of the Fathers concerning watchfulness radically effects the cleansing from the passions. When the axe strikes the root, the entire tree falls down, it withers and is finished. So also when watchfulness takes a place in the life of the Christian; a tree of passion falls, it withers and thus in time, the old man, the man of sin and of passion, the earthly Adam is freed and he becomes a new man. For this reason, neptic work frees us radically from evil. Here then we must give heed to our life. If we want to cleanse ourselves, we should make sure to enrich our nous by the application of watchfulness.

A part of watchfulness is also noetic prayer. The vision of God is another part of watchfulness. Spiritual warfare is also another part. All these parts, when they are united in an effort of man, in time bring about holiness.
Abba Paphnoutios, a great desert father, was going along one day on his way and there he saw two men committing some sin. The thought of his passion said: “Look what great evil they are doing!” The eye saw them and immediately the thought flared up, trying thereby to attack the purity of the Saint’s soul by judging the brother or also by his being tempted. Having watchfulness, however, he was being vigilant, immediately his mind was enlightened and he said to his thought, “They are sinning today, I will sin tomorrow. They will repent, but I know myself to be a hard man, unrepentant, egotistical, and thus, I won’t repent. I will be punished since I am worse than these two. And what do I have to do about these careless sinners, since I am a much greater sinner and more passionate?” And speaking in this manner and putting a lock on the provocation of sin, he was saved and didn’t judge the brothers who were sinning.

He didn’t go very far and an Angel of God appeared before him having a double-edged cutless dripping blood; in other words, a knife which had cut him from both sides, and he says to him:
—Paphnoutios, you see this knife? Do you see that it is dripping blood?
—I see it, Angel of God.
—With this knife I kill by taking the heads of the ones who judge their neighbors. And since you didn’t judge, you didn’t condemn those who were in fact sinning—not imagining or guessing that they were sinners, but seeing them sin with your own eyes—but you condemned yourself more, for this reason your name has been written in the book of eternal life.

Success. His name is written in eternal life, because he didn’t judge the sinners, he didn’t condemn the sin of his brother. He would have judged if he hadn’t had watchfulness, if he
hadn’t been noetically vigilant in guarding his soul. Do you see what his good attentiveness produced? And do you see what harm he would have suffered, if he had been inatten-tive to the thought and allowed it to work within him? His thought “informed” him that they were in fact sinning; he even saw them commit the sin. In spite of his observations, however, even though the thought had “spoken” to him, the correct thought triumphed and thereby he escaped the shipwreck of his soul.


All of the passions have their own images, their own fantasies and their own pleasures. Murder has one image and another pleasure, gluttony has another and so many other sinful passions have others. All of the pleasures are otherwise poisons which bring about the death of the soul. We must take as our view that, if we want to clean the “inside of the cup,” the interior of the soul, our heart, this center of man, we must strive to keep watchful. We should take care to become better; that is, we should be vigilant to always have our hand on the trigger. With the first appearance of the enemy, we should shoot. As soon as an evil thought comes to us, immediately knock it down. A dirty image comes, immediately spoil it. We shouldn’t allow it to become more vivid in colors and in appearance, because it will lead us to immediate difficulty.

When evil is struck at its root, it is impossible for it to sprout and increase. When such spiritual struggle comes about with diligence, we will cleanse our soul and thereby we will be found clean and with boldness before God.
A pagan priest asked some monks:
—Does your God appear to you? Do you see Him? Does He speak to you?
The fathers said:
—No.
The pagan says:
—If He doesn’t speak to you and doesn’t appear to you, this means that you don’t have pure thoughts. When I pray, my God answers me.
Naturally, God didn’t answer the pagan, the demons answered him, but nevertheless the fathers took it as an occasion of benefit and said:

—Indeed, the impure thoughts prevent us sinful men from communicating with God.
Watchfulness does nothing less than cleanses the nous and the heart from every impurity. For this reason, with a little ascetical toil, watchfulness brings about the greatest spiritual results. When we strive ascetically and aren’t mindful of our thoughts, we accomplish nothing.

The Sacred Chrysostom wrote many chapters about prayer and about wakefulness. And in the midst of them he says something very beautiful: Prayer, he says, is enlightenment of the soul, true consciousness of God, a mediator between God and man, a physician of the passions, an antidote against diseases, medicine against every illness, tranquility of the soul, a guide which carries us to heaven, which doesn’t revolve around the earth, which marches towards the apse of heaven. It passes over the buildings, it passes mentally through the air, it walks above the air, it passes over the whole of the stars, it opens the gates of heaven, it surpasses the angels, it transcends the Thrones and Principalities, it passes over the Cherubim and when it has passed through all of the foundation of nature, it comes near to the unapproachable Trinity. There it worships the Divinity. There it is made worthy to become an interlocutor in the Heavenly Kingdom. Through this (prayer), the soul, which is lifted up in the air to the heavens, embraces the Lord in an inexpressible manner, exactly as the baby embraces its mother and with tears cries loudly, desiring the enjoyment of divine milk. But it seeks the things which are necessary and receives a gift superior to all visible nature.


Prayer is our venerable representative. It gladdens the heart. It gives rest to the soul. It creates within us the fear of the punishment of hell, the desire for the Kingdom of Heaven. It teaches humility, it grants awareness of sin and in general it adorns man with every good thing, like a robe adorned with all the virtues which enfolds the soul. It brought a gift to Anna, Samuel, and it made known that Prophet of the Lord. This prayer also made Elias a zealot of the Lord. 

And it became a guide for the descent of the heavenly fire for the sacrifice. For while the priest of Baal was calling all day long to the idol, he, after he lifted up his voice which came from his pure heart and cried out through his mouth and his soul, the fire came down from heaven as a sign of the righteousness of his prayer. Since he was standing like an eagle over the altar with his fierce nature, he offered everything as a sacrifice. But the great servant of God, the zealot Elias, did this, as all that happened then, teaching us by the spirit, that we also crying loudly from the depths of our soul to God, should move the ineffable fire of the 


Holy Spirit to come down to the altar of our heart and to offer ourselves fully as a sacrifice to God.
All of the great fathers of the Church, especially the desert fathers, succeeded in becoming worthy of great gifts exclusively
through watchfulness and vision of God theoria. Keeping vigil all night and coming to the vision of the Light of God.


We have St. Gregory Palamas, the instructor of the desert, the instructor of neptic activity, the teacher of noetic prayer. This saint would remain enclosed in his cell for the entire week. He didn’t go outside at all. There, on his knees and with hands upraised, he was vigilant about his nous and his heart and he received heavenly theology [literally “theology from above”—trans.] by the Holy Spirit. This is the theology which made known to him the Uncreated Light of the Divine Glory, of the Divine Nature.


The Uncreated Light is the glory of the Divine Nature. There was the goal and the conclusion of asceticism and of prayer. When the saints received this Light, they became all Light. And since the light floods the nous and the heart, how could they know less than the mysteries of the secrets which are known only to the angels? Through watchfulness the fathers attained to the pinnacle of the virtues and of the graces. And we, if we are watchful, if we pray, even if we are in the world, and even if we don’t attain to similar states, no matter what, we will attain to a condition of purity. When we succeed by watchfulness in not judging our brother, this is no small achievement. We put into practice the commandment of our Christ, which is as follows: Judge not, that ye be not judged.

For with what judgment ye judge, ye shall be judged; and with what measure ye mete, it shall be measured to you again. (Mt 7:1-2).
This is the commandment of Christ. It is not the commandment of some saint. It is God’s. And therefore, by not judging, we put into practice a Divine commandment. When we do not judge, we will not be judged. Judge, and we will be judged. Sin is widespread. Wherever we turn our eyes and our imagination, we recognize the errors of men. Therefore, if we are inattentive, without watchfulness, we will always be found in the error of violation of this evangelical commandment of not judging our neighbor.


There was a monk in a monastery. The tempter had conquered him in negligence. He didn’t do his canon, he didn’t go to church, he didn’t do his rule of prayer, and thus the fathers, not knowing much about him other than what they observed, regarded him negligent. The hour of death came and the fathers drew near him to see something, which per-haps God would show, in order that they may be benefited. Drawing near to the dying negligent monk, the fathers saw that he was very joyful. They were perplexed and they said in their thoughts:
—Look, why is he peaceful? The negligence which he had in his life doesn’t worry him? What happened to the debts which have been gathered because of sloth? Does his con-science not rebel? Does it not make him worry? Why is it that he doesn’t despair?
He continued to be joyful. They compelled him to answer their question:
—Forgive us, brother, we see you doing so-so. We know and you know that you lived in negligence and sloth in monastic duties. Now you are heading to the judgment of Christ, and you should be somewhat sorry, worried, etc. But we see you otherwise, joyful, peaceful, with hope and we question: What is it that supports this state of yours?
He answered them and said:
—You are right, my fathers, that’s how it is. I was negligent and didn’t do what you did, but one thing I guarded in my life: Not to judge my brother. I read in the Holy Gospel, where the Lord says that the one who does not judge, will not be judged. Thus I tried, at least, not to judge. And I hope in the mercy of God that I will not be judged. For this reason I am departing with faith that God will apply His word to me, in spite of my negligence and slothfulness.


The fathers looked at each other, thought about what they heard and concluded that in fact, this brother was very intelligent and that he masterfully gained his salvation.
If we are watchful, we will not criticize. For without falling into the offense of judging, immediately watchfulness will set up a barrier and the thought of judgment will be prevented from continuing. 

Then we will experience what Abba Paphnutios experienced. And so we will escape from the sin of judging and of criticism of the tongue and our names will be written in eternal life. A man who keeps his tongue pure, both inner and outer, that is to say, the inner thought and the tongue, and does this in the knowledge of God, this becomes his guarantee that he is saved. This spiritual attentiveness becomes light and as light, illumines our path towards salvation.


Another illumined path of watchfulness is also our path to sacred confession. The attention illumines it, which urges the man to settle his account with God. And he is guided by the light of watchfulness to this great mystery and there he deposits his entire debt, all the uncleanness of sins. He enters into this mysterious bath and comes out entirely clean. And I say that we must have much joy in our souls when we are accounted worthy to come into this bath. We must celebrate and thank the Lord who allowed this bath on earth, who allowed this authority of binding and loosening. 

Whatever things your spiritual father loosens, God also loosens. Whatever the representative of God forgives, the Lord also forgives. And when the man has been judged here below, he is not judged above in the great and fear-some judgment.
It is a great occasion when one arrives at this bath of holy confession. For this reason, all those who have been accounted worthy of this sacrament and continuously cleanse every soiling of the soul with this spiritual holy mystery of God, should have very great joy; the door of Paradise will always be open for them. And even if death follows, there is no anxiety. He is prepared and not disturbed. When the man is prepared, he is not disturbed at the approach of death. He knows that it is not possible for the word of God, which gave this authority, to be wrong. We experience it as a mystery of the Church and we see it in action and in application. When the man makes sacred confession with ardent desire, with humility, and with awareness, he feels the happiness within his soul, the lightness and the elation. A vivid proof that his sins have been forgiven. And when sins are forgiven, then every anxious and uncertain fear about the next life is removed.


Our thanks to God must be unceasing. Our thanksgiving must never stop, because we are made worthy every time we want to receive this cleansing, and every time we feel a sin, immediately turn the mind to God. I have sinned Lord, forgive me. With this I have sinned Lord, forgive me, God answers: My child, you are forgiven; the power of the law is remitted. Proceed to the application of the law. And the application is beneath the petraheli (stole). There, all the sinfulness of man is ended. Forgiveness is so easy!
It is very wrong for any man, when such a forgiveness is so easy and so free, and his egotism prohibits him from receiving it; his actions are those of a man who does not to want to open the doors of Paradise and walk eternally in the glory of God!
Many men say: ‘Man should call upon God because of one sin? But this thing is wrong. Where is the love of God? Isn’t God a Father? "Yes, He is a Father, but when this opportunity comes for Him to forgive you, why do you turn your back? Why do you not receive His mercy? Why do you refuse His embrace and go far away? Why do you accept the embrace of the devil and not of God? Perhaps your god seeks money or possessions or favors and you don’t have all these things and for this reason you don’t come to let go of your debt? But this is certainly not so; it is a deception!
God is very rich, as we see also in the parable of the prodigal. The prodigal wanted to depart far away. He demanded that he assume part of the possessions which belonged to him.

 And God gave him what he was owed as physical gifts. He didn’t deprive him of them. However, he squandered these gifts, the spiritual possessions, living prodigally. And when he arrived at the wretched end, he came to his senses; he came to himself; for he was not himself when all the prodigality reigned. And when he came to himself he said: How many serve my father and they enjoy the good things of 


His possessions, and I His child, par excellence His child, am in such misery that I graze pigs and am allotted husks! I will return; He is a Father, He will receive me. I will ask forgiveness and will say to him, do not receive me as Your child, neither restore me to the first adoption, but I will ask Him to become one of His servants. And this will be a great thing.

Once he thought these things and took on the journey of return, the Father had already come outside of His house and waited with open arms. He accepted him with all His heart and all His soul. He embraced him, He kissed him, He wept from joy, because he was dead and he was restored to life, he was lost and was found. He made him His child again with all of the original wealth. He forgave everything. He cleansed him of every sin. He clothed him in the original garments. In the end, he gave him everything...

Our Heavenly Father does exactly the same things to anyone of us, who as sinners return to Him. He cleanses us, washes us, gives us the original garments of baptism, gives us son-ship and makes us worthy of His Kingdom. Everything is free. When the prodigal returned, He didn’t seek an account, neither did He rebuke him nor did He seek to blame him. He begins at the point of the prodigal son’s return; this was sufficient for the Father. Only to say “sinner,” to leave his sins with humility, to understand his mistakes and from then on everything is loosened. But the sinful man doesn’t do this. He doesn’t  return, he isn’t humbled. He holds on to his egotism. The most important step is the one that guides man to the confessional! And from then on the sinful ways of past life are finished. However, the tears of egotism hold back the sinful man. And when this comes to his hour of death and the reality of it hits him, then he will repent and he will be remorseful, but he may be too late. In this, God maintains little tolerance and has no respect for the person who refuses to humble his spirit.


As for Lucifer, this great battalion commander, who was once in the first place among all angelic hosts, what was the cause of his fall? What was the cause of the collapse, of the transformation from angels to demons? It was pride and egotism. The error came from these two passions. And as with the angels, so was also with our forbearers. The fall of our forbearers came about from pride and egotism. Because,
before God accomplished the verdict of guilt, he approached the man, Adam, and said to him: Adam, why did you do this? Adam didn’t seek forgiveness, he didn’t say: Godforbid this, I was wrong. If he had done this, he wouldn’t have been evicted out of Paradise and neither would we have all this banishment and suffering today. By not saying God forbid this, I was wrong all this plethora of evil came about. And thus now man doesn’t say God forbid this—I was wrong and remains in his evil. But all this same has to do is to just say it: Godforbid this—I was wrong! And God will stretch out His arms of forgiveness, and He takes him back in Paradise.


We, as Orthodox Christians, have been made worthy to know this great mystery of sacred confession. We should thus have very great joy; because whenever we fall down upon a sin, into something evil, we can run immediately to correct it and to preserve the health of our souls. And when death comes, we will go to meet the Lord, cleansed, repentant, and returned as prodigal sons. And our Heavenly Father will accept us and will place us within Paradise, the place of eternal bliss, where there is no end to Divine joy and sees no conclusion to that spiritual bliss, which cannot be compared to anything earthly.


And even the holy Apostle Paul, he that went up to the third heaven and saw the eternal good things, in spite of his apostolic and graceful tongue, he remained unable to express with human words the things of Paradise and the life above! Indeed, such is the inexpressible gift of happiness that is attained through sacred confession.

Therefore, my brethren, with much yearning, love, and awareness we must all run to be cleansed, to be made ready and when death follows, to depart in peace. Amen.


Orthodox Heritage-Vol. 12, Issue 03-04

Μοίρασέ το!!!!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ