Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ .ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ .Άγάθη ή αγαθή. ΜΟΝΗ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΠΑΤΜΟΣ





Άγάθη ή αγαθή


Μιά φορά με αξίωσε ό καλός μας Θεός νά βρεθώ σε ενα χωριό πού τό περιέβαλλαν ψηλά καί βραχώδη βουνά. Εκεί ευτύχησα νά καμαρώσω τον αετό, το πουλί τού αιθέρα. Καί θυμήθηκα την αφήγηση τού αετού με
τό σπουργίτι, πού δείχνει την τύχη καί τον μισθό τών εύεργετούντων. 


Άρχισα νά την διηγούμαι στην μικρή συντροφιά μου:
Κάποτε ό σπουργίτης λέγει στον αετό:
-         Μεγάλε, δεν με παίρνεις στις φτερούγες σου νά μ’ άνεβάσης ψηλά νά καμαρώσω από ’κει την πλάση;
Ό αετός έσκυψε τό κεφάλι καί άρχισε νά τό συλλογάται.
Τό σπουργίτι δεν άφησε τά παρακάλια:
-         Δεν βλέπεις τό πέταγμά μου, πού φθάνει ως τά σπαρτά, τά δένδρα καί τις κεραμοσκεπές;
Σπλαγχνίσθηκε σάν βασιλιάς τών πουλιών τον μικρό
σπουργίτη. Τον πήρε στις φτερούγες του καί σιγά-σιγά τον ανέβασε. Όμως ό μικρός ξεθάρρεψε. Έφυγε από την ράχη τού αετού. Πέταξε μόνος κάτω από τον θόλο τού ουρανού και άρχισε νά έμπαίζη τον αετό:
-         Κεφάλα, νυχά, μαύρε.
Ό αετός τραβήχτηκε. Κι έπεσε στην άβυσσο τό ξεδιάντροπο πουλί.



Ή ιστορία άρεσε στον παπά καί στον δάσκαλο καί  σκέφθηκε να το φέρη στα παιδιά παράδειγμα αχαριστιας.
Έπαυσα να μιλώ. Ξάπλωσα στο γρασίδι καί κοίταζα τους αετός. Είχαν φωλιές στα βράχια καί συνεχώς φτερούγιζαν .Με δυσκολία το γυμνό μάτι του ανθρώπου τούς διέκρινε. Θαύμαζα  καταπληττόμουνα, άλλα τίποτε τό συγκεκριμένο δεν μπορούσε να συγκράτηση ό νους μου. Έτσι καί ό άνθρωπος πού πετά ψηλά- τον θαυμάζεις, άλλα δύσκολα τον περιγραφείς. 


Τα συγκεκριμένα του είναι ελάχιστα. Έχει ανέβη τόσο ψηλά, πού για να τον δεις πρέπει να γίνης ισοβάθμιος.
Κάποτε στα Καυσοκαλύβια επεσκέφθησαν Γέροντα γιατρός καί ιερομόναχος αγιορείτης.
-         Γέροντα, πόσα χρόνια είσαι στην Σκήτη;
-         Εξήκοντα καί πέντε.
-         Είχε καλούς πατέρες;
-         Όλοι ήταν περισσότερο από καλοί.
Πάλι ή ίδια ερώτηση επαναλήφτηκε:
-         Ήταν καλοί;
Έψαχναν τα καλά τών αειμνήστων πατέρων, για να ωφεληθούνε, όπως έλεγαν. Ό γέρος έπιασε τον σφυγμό τους και άπαντά στον καλολουσμένο παπά:
-         Όλοι είχανε την άλουσία.
Πάρτε, υψηλοί επισκέπτες, μια άρετή πού είναι άνυπόφορη στην έποχή μας.



Οί μεγάλοι ούτε γράφονται ούτε διαβάζονται· μόνον βιώνονται. Έτσι ήταν ή μοναχή Άγάθη ή Αθηναία. Όπως ό καλός αχινός, τό μικρό αυτό όστρακο πού δεν διαθέτει ούτε μάτια ούτε χέρια, όταν νιώσει φουρτούνα, μαζεύει φύκια,
πέτρες καί άμμο στήν ράχη του, για να μή τον συμπαρασύρουν τα μανιασμένα κύματα, έτσι καί ή μικρόσωμη Άγάθη κουβάλαγε στις ράχες του νου παραδόσεις καί διδασκαλίες άγιων ανδρών, ώστε στις φουρτούνες του κοινοβίου έμενε ασάλευτη. Άς χανότανε τό σύμπαν. Άς καιγότανε τό μοναστήρι από τα πεπυρωμένα βέλη του πειράζοντας. Εκείνη
ζούσε στον κόσμο τής ειρήνης.
-         Αδελφή μου, αν σου φωνάξουν «Καιγόμαστε», θά ταραχθής;
-Όχι· ουδόλως, Γρηγόριέ μου.’Άν στα ράσα μου φθάση, δεν θά χάσω την ειρήνη μου.



Ήταν πάντα ειρηνική, γιατί υπήρξε άνθρωπος δικαιοσύνης.’Άν κάποια σάλευε την αδελφότητα καί είχε δίκιο, όλες νά την καταδίκαζαν, από την Άγάθη δεν τό έχανε. 'Υπήρξε άνθρωπος τής αληθινής δικαιοσύνης καί τής ειρήνης. Γι’ αυτό, αν καί δεν είχε προίκα την φυσική ομορφιά, έλαμπε τό πρόσωπό της μέσα στο μαύρο της μαντήλι. Ή έκφρασή της υπήρξε άκτινοβόλος καί ή ματιά της ανοιχτό βιβλίο στον κατεργάρη.
-         Αδελφή, έψεύσθης στον Γέροντα.
Καί μάλιστα αδελφή από τις τά πρώτα φέρουσες.
Κατεβαίνοντας τήν σκάλα τού πύργου, έπεσε χαμαί καί έθραυσε τον πόδα της.
-         Γρηγόριέ μου, καλή ή άδελφούλα μας, αλλά στο Γεροντάκι δεν ψευδόμεθα, δεν παίζουμε με τήν αγωνία του.
Όλες λαχτάρησαν με τό πέσιμο. Ή Άγάθη εν ειρήνη
διήγε:
-         «Πάσα παράβασις καί παρακοή έλαβεν ένδικον μισθποδοσίαν πώς ημείς έκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσανε σωτηρίας;»



Εκεί όμως πού έβλεπες κορυφές, ήταν ή βία στήν διακονία καί στις άνημποριές τού μικροκαμωμένου σώματος. ’ Ητανε ράφτρα. 'Όσο καί νά τήν κατέτρυχε ή αρρώστια,επρεπε νά βγάλη τό ράψιμο τού κοινοβίου.
-         Αδελφή μου, εσύ τρέμεις· δεν ξαπλώνεις;
-’Όχι, Γρηγόριέ μου· μοναχός έστι βία φύσεως. Τό βραδυ έχουν προγραμματίσει κουρά· πρέπει νά είναι έτοιμα τα  ράσα τής αδελφής.
-         Κι έσύ να θαφτής.
-         Στήν βία καί στην κούραση, αδελφέ μου, θάψε την ανεση για να άναστήσης αρετές.



Στο τραπέζι στον Αγιο Νεκτάριο σπαρταρούσε. Πέρναγε  κριση μεγάλη καί με παρεκάλει:
-         Φέρε τό σώμα σου μπροστά, να μη καταλάβη ό Γέροντας.
-         Πήγαινε να πλαγιάσης.
-’Όχι, αδελφέ μου. Τον Γέροντα δεν πρέπει να τον πληγώνουμε ούτε με τα σωματικά ούτε με τα ψυχικά μας πάθη. Βία διηνεκής, άδελφούλη μου, τό χαρακτηριστικό των μοναχών.
Καί την ακτημοσύνη σπουδαίως έξήσκησε. Δεν νομίζω ότι είχε κάτι ιδιαίτερο πού να ζήλευε ή άλλη. Στήν τσεπούλα της μόνον τό απέριττο μαντήλι χωρούσε. Από την αρχή τής έγκαταβιώσεώς της έξασκούσε τήν μοδιστρική. Έρραπτε καί κοσμικά φορέματα μαζί με τά καλογερικά, γιά νά έρθουν κάποια χρήματα στο φτωχό μοναστήρι. Όμως, όταν τό 1968 τής έδωσα χρήματα στήν Αθήνα να ύπάγη στον αδελφό της, δεν τα γνώριζε.
-         ’Αδελφούλη μου, δεν γνωρίζω τα χρήματα. Μετά την Κατοχή που πήγα στο μοναστήρι χρήματα δεν επιασα. Εξήγησε μου, για να μη δυσκολευτώ.



’Ίσως φάνηκε υπερβολή ό χαρακτηρισμός του ύψιπέτου αετού, άλλα δεν είναι δικός μου. Είναι του όσιου διδασκάλου του Σιναίτου: «Μοναχός άκτήμων, αετός υψιπετής». Είναι καί αυτό από τάς χάριτας του κοινοβίου. Μοναχός πού εξασκούσε τον έρημητικό βίο μου έλεγε:
-         Σκέψου, Γέροντα, να πεθάνω αιφνιδίως καί να βρουν χρήματα στο κελί μου. Αυτό ντροπιάζει τήν ζωή του μοναχού. Μακάρι ό Κύριος να με γλυτώσει από αυτόν τον ψόγο.


Κατηγορία ήτανε τα πρώτα χρόνια του μοναχισμού να ’χης φώς στο κελί σου καί νά τρώγεις στο πιάτο νερό με αλάτι· σούπα τό χαρακτήριζαν. Τώρα...δυστυχία νά μήν υπάρχουν πάστες καί διπλά καί τριπλά φαγητά στο τραπέζι. Το κινητό καί τό ραδιόφωνο σημαδεύουν τήν εποχή μας.Ας άφήσουμε τά άλλα στά άζήτητα του κόσμου...
Καί στήν διάκριση, τήν βασίλισσα τών αρετών, καθόλο. δέν υστερούσε. ’Ήξευρε νά καθίση δίπλα στον μεγάλο καί να τον διακονήση χωρίς νά εκμεταλλεύεται τήν παρρησία της
Τό βράδυ ό Γέροντας, πριν πλαγιάση, έλεγε τά αλλόκοτα της ήμέρας. Κάπου καί αυτός, αν καί υπήρξε πνευματικό μέγεθος, ήθελε νά άκουμπήση τής τρικυμίας τά κύματα. Στήν Άγάθη έσκαγαν, χωρίς νά τον πιτσιλούνε. Τίποτα δεν γύρισε πίσω νά ταράξη τήν συνοδεία. Έσπαζαν καί χάνονταν στην καρδιά τής αβύσσου.


Φιλόστοργα διακονούσε τις αρρώστιες καί τήν ανημποριά του γήρατος, σάν μωρομάννα πού ξεύρει τις ανάγκες  μωρού, χωρίς αυτό νά μιλά. Οί κινήσεις του, τό βλέμμα ευλαλος γλώσσα για τήν μάννα. Ή Άγάθη «αποκλειστική» όχι μόνον για τον Γέροντα, άλλα για όλο τό μοναστήρι. Γνώριζε να μαλακώνει καρδιά, χωρίς να φαίνεται. Εξασκούσε κάποια  επιρροή ό λόγος της σαν τήν δροσιά τής νύχτας του καυτού καλοκαιριού.


Διακονούσε στο 'Ιερό, χωρίς να φαίνεται τό πρόσωπό της.
Το χεράκι της μόνον διέκρινες καί τον σιγανό βηματισμό της.
Ποτέ νεύρα. Ποτέ φωνές. Γρήγορη χωρίς βιασύνη. Χαρούμενη με  τούς πιο νόστιμους αστεϊσμούς, χωρίς γέλια καί ακούσματα. 'Όταν κάπου μάς φίλευαν, καθότανε με τόση παιδική
απλότητα, πού ομόρφαινε όλο τό τραπέζι. Έλεγες καί ξανάλεγες: «Αυτό τό χαρούμενο μικρό πού βρέθηκε ανάμεσα μας:». Γλυκείες στιγμές, πού δεν ακούμπησαν τα χαμαίζηλα τού κόσμου. Πέταγε ό αετός ψηλά κι εσύ γέμιζες ουράνιους  στοχασμούς.



Έξευρε νά γιορτάζει Χριστούγεννα καί Πάσχα, γιατί το πρόσωπό της γινότανε πιο όμορφο, πιο συμπαθές από τις χίλιες ημέρες τού χρόνου. Γιατί δυστυχώς πολλοί καί πολλές αυτές τις μεγάλες άγιες ημέρες βγάζουν καινά καί παλαιά, γιά νά ταράξουν τήν ειρήνη τής ημέρας. Μ’ έβαζε πολλές φορές μεσίτη στον  Γέροντα γιά κάτι πού ήθελαν οί αδελφές καί πασιχαρής μού έλεγε:
- Καί εμείς οί μύγες κάτι κάνουμε.
Ρωτήθηκε αδελφή τού κοινοβίου, πώς είδε τις καλογριές τού Ευαγγελισμού.
-'Όλες καλές καί ωραίες, αλλά πάντων υπερείχε ή ’Αγάθη.
Ό Γέροντας τής ύποσχέθηκε:
-Άν βρω παρρησία στον ουρανό, πρώτη εσένα θά καλέσω. Έτσι έγινε. 

Ετοίμαζε τά πράγματά της υπό τήν πίεση τής Γερόντισσας νά ταξιδέψει στήν Αθήνα γιά γιατρούς. Άλλ’ εκείνη, βλέποντας τού τέλους τήν απόφαση, έκανε αργά-αργά, γιά νά φθάση όχι πιά στήν Αθήνα, αλλά στον ουρανό.




Σ’ αυτό τό εύλογημένο κοινόβιο υπήρχαν και άλλες γυναίκες πού είχαν απολύσει πολλή καλούμα για τον αετό τους στον ουρανό· δεν μπορώ να τον πώ χαρταετό. Είχε την αδελφή Παρασκευή, πού αν τήν ονομάσω χρυσόπτερη, δεν θά λαθέψω. Οί αναγνώσεις της στήν λατρεία ήτανε ξένα και παράδοξα. Ό εξάψαλμος από τα χείλη τής Παρασκευής σ’ Εμπαζε στήν ώρα τής φρικτής εξετάσεως. Έπρεπε να ήσουνα λιθάρι, για να μή ψάλης μετά τήν απαγγελία γηθοσύνως τό «Θεός Κύριος καί έπέφανεν ήμΐν...». 

Έζησε με τόση πολλή ακρίβεια καί σχολαστικότητα τήν μοναχική ζωή, ώστε μπορούμε σήμερα νά τήν χρησιμοποιήσουμε ως μέτρο συγκρίσεως των μοναζουσών: «’Άν περπατάς όπως ή Παρασκευή, θά ’βρης έλεος από τον ελεήμονα Θεό». Αυτές οί γυναίκες άνδρικώς ήγωνίζοντο. Είχαν τελείως άποβάλει κάθε γυναικεία συμφορά Έτρεχαν... Ετρεχαν... κουτσές, ανήμπορες καί ανάπηρες, τοσο γρήγορα πού μόνον σκιές έβλεπες φευγαλέες.’Άν ό ανδρικός μοναχισμός εφθανε σ’ αυτά τά μέτρα, θά είχαμε μεγάλη παρηγοριά.


’Άς δώση καί σ’ έμάς ό Κύριος τό σφρίγος καί τήν τόλμη τών Μυροφόρων, γιά νά προσκυνούμε τον ζωηφόρο τάφο, προτού φανή τό φως τής ημέρας, κάθε μέρα στο Καθολικό τού μοναστηριού μας.




ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 


ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: