Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

"Ο παπα Νικόλας και οι πατάτες των Λαμύρων",



Ο παπα Νικόλας κοιμήθηκε στις 14 Μαΐου 1982, 
και προς τιμήν και μνήμη του παραθέτω 
το διήγημα του Γεωργίου Ι. Φαλαγκά 
"Ο παπα Νικόλας και οι πατάτες των Λαμύρων", 
από την συλλογή διηγημάτων "Οι φουρτούνες του πλατάνου".
Το διήγημα έχει γραφτεί σε πολυτονικό.

Καλή ανάγνωση!
---------

Το να γεννηθείς ανθρωποειδές δεν είναι καμιά σπουδαία υπόθεση, αλλά ένα απλούστατο βιολογικό γεγονός, αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου ζευγαρώματος δύο άλλων ετερόφυλων ανθρωποειδών ή ενός επιτυχημένου πειράματος των εργαστηρίων μιας γυναικολογικής κλινικής· το να πεθάνεις όμως … “Άνθρωπος”, αυτό αποτελεί Θείο προνόμιο ελαχίστων.

Αυτό λοιπόν το Θείο προνόμιο το είχε ο μακαρίτης ο παπα-Νικόλας Καλογήρου, ιερέας του Άη-Γιώργη των Στενιών. Επειδή δε, σε κάτι τέτοιους ταπεινούς ανθρώπους, η ανθρώπινη ματαιοδοξία και υστεροβουλία δεν κολλάει στομφώδη μάρμαρα και δεν αλίσκεται σε πομπώδεις επικήδειους, αποφάσισα να του κάμω το γραφτό τούτο μνημόσυνο, γιατί η ζωή του παπα-Νικόλα αποτελεί το καλύτερο δίδαγμα ανθρωπιάς μέσα στη σημερινή φαυλότητα, τον ατομικό ευδαιμονισμό και την κάθε μορφής λαγνεία.

Ο παπα-Νικόλας καταγότανε από τη Σίφνο και ξεκίνησε τον βιοπορισμό του ως μηχανικός του εμπορικού ναυτικού - αλλά πολύ νέος και αμέσως μετά το γάμο του άφησε την θάλασσα και χειροτονήθηκε παπάς. Εύσωμος και με τρομερή ηράκλεια δύναμη ήτανε πάντοτε πράος και ήρεμος. Ουδέποτε ασχολήθηκε με τον εαυτό του, παρά μονάχα πώς να τον προσφέρει στην εξυπηρέτηση όλων των πλασμάτων της γης ακόμη και των αψύχων. Δεν έκανε διάκριση, ο παπα-Νικόλας, σε καλούς και κακούς ούτε σε ζώα και ανθρώπους, αλλά προσέφερε τον εαυτό του σε όλους και σε όλα με την ιδία αγάπη και το ίδιο πάθος, μια και όλα τα θεωρούσε πλάσματα του ίδιου Πατέρα Δημιουργού. Με άλλα λόγια, υπήρχε στον παπα-Νικόλα έμφυτο το ένστικτο του πανθεϊσμού και του ιδεαλιστικού Έρωτα της προσφοράς, τα οποία κυριαρχούσανε στον ψυχισμό του και τον έκαναν να ενεργεί, όπως ενεργούσε· δηλαδή αυτόματα και χωρίς καμιά προσπάθεια ή αναγκαστική θρησκοληπτική υπαγόρευση λόγω του ιερατικού σχήματός του.

Άριστος και αυτοσχέδιος στιχοπλόκος μας χαιρετούσε — όλους τους Στενιώτες ναυτικούς — στους ωκεανούς με τους απλοϊκούς μεν, αλλά γεμάτους αγάπη και λυρισμό στίχους του. Μάλιστα έχω στην κατοχή μου την έμμετρη αυτοβιογραφία του, την οποία όμως θα δημοσιεύσω κατ’ αποκλειστικότητα στον τρίτο τόμο της σειράς «ΣΤΕΝΙΩΤΙΚΑ».

Άπειρα είναι τα περιστατικά, τα όποια επιβεβαιώνουν την αλήθεια των παραπάνω, αλλά θα αναφέρω - έτσι για την ιστορία - τρία χαρακτηριστικά επεισόδια, τα όποια μέσα στη γλαφυρότητά τους σκιαγραφούν με ενάργεια την προσωπικότητα του αείμνηστου παπα-Νικόλα.

Επεισόδιο πρώτο: Με την κατοχή ο παπα-Νικόλας ζούσε με τα τρία ανήλικα παιδιά του και την παπαδιά στα Λάμυρα, όπου εκτελούσε και τα καθήκοντα του ιερέα· αλλά, για να επιβιώσει, έκανε και τον κολίγο στα περιβόλια, ορισμένων μεγαλοαστών, μια και τον βοηθούσε σ’ αυτό η τρομερή δύναμη και αντοχή του. Κάποτε λοιπόν, για καλύτερη εξυπηρέτηση των αγροτικών αναγκών του, προμηθεύτηκε ένα γάιδαρο. Αλλά κι εδώ ο παπα-Νικόλας λειτούργησε με τη συνηθισμένη καλοκαγαθία του, διότι δεν αγόρασε ένα γάιδαρο σωστό, αλλά ένα ζώο προβληματικό, για να μην το τυραννάει ο ιδιοκτήτης του· δηλαδή το ζώο από γεννησιμιού του παρουσίαζε ένα ορθοπεδικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αυτό δε, συνίστατο στο ότι το δεξί πισινό ποδάρι του γαϊδάρου ήτανε στραβό προς τα έσω, πράγμα πού έκανε το βάδισμα του πολύ δύσκολο, όταν ήτανε φορτωμένος και ιδιαίτερα στις ανηφοριές.
Μια μέρα λοιπόν φορτώσανε τον γάιδαρο ξύλα από το περιβόλι του Δανιόλου και ξεκινήσανε για την ανηφοριά της Λειβάδας. 


Μπροστά ο παπα-Νικόλας με διπλάσιο φορτίο από τον γάιδαρο — για να μην υποφέρει το φουκαριάρικο το ζώο — και πίσω ο ανήλικος τότε πρωτογιός του Βαγγελάκης βαστώντας το σκοινί τού γαϊδάρου πιάσανε την ανηφόρα. Από τα πρώτα όμως σκαλιά αρχίσανε τα πισινά ποδάρια του γαϊδάρου να μπλέκουνε μεταξύ τους και το ζώο ήτανε αδύνατο να συνεχίσει. Αμέσως ο παπα-Νικόλας δεν διστάζει ούτε στιγμή, αφήνει κάτω το φορτίο του, σκύβει και παίρνοντας το φορτωμένο γάιδαρο στην πλάτη συνέχισε την ανηφόρα. Πλησιάζοντας στο σπίτι του Ανδρέου κάποια γειτόνισσα αντικρίζοντας το θέαμα έβαλε τις φωνές. Ακούγοντας τις φωνές πετάχτηκε έξω αλαφιασμένη και κατατρομαγμένη η παπαδιά, όπου και έμεινε στήλη άλατος βλέποντας τον παπα-Νικόλα να καταφθάνει με τον φορτωμένο γάιδαρο στην πλάτη.

Επεισόδιο δεύτερο: Μαύρη κατοχή, πείνα και εξαθλίωση. Ανάμεσα στα κολιγικά περιβόλια, που είχενε ο παπα-Νικόλας, ήτανε και το περιβόλι ενός άτεκνου μικροεφοπλιστού, πού έμενε στη Χώρα. Σ’ αυτό το περιβόλι είχενε φυτέψει πατάτες. Πριν όμως έλθει η εποχή της συγκομιδής άρχισε να τις μοιράζει κρυφά σε όσους έβλεπε, ότι υποφέρανε από την πείνα. Αλλά - όπως γίνεται πάντα - κάποιος καλοθελητής, το σφύριξε του ιδιοκτήτη, ο οποίος αμέσως τον ειδοποίησε, ότι την τάδε μέρα θα έλθει να βγάλουν τις πατάτες.

Αμέσως ο παπα-Νικόλας έπεσε σε μαύρη απελπισία βλέποντας, ότι οι πεινασμένοι συνάνθρωποι του θα έχαναν κι αυτήν την ελάχιστη τροφή. Αφού παίδεψε το μυαλό και την ψυχή του αρκετή ώρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση και άφησε με τρόπο το ίδιο βράδυ να διαδοθεί στην περιοχή, ότι την άλλη μέρα θα ερχότανε ο νοικοκύρης να βγάλουν τις πατάτες. Όπως φαντάζεσαι, αγαπητέ αναγνώστη, την άλλη μέρα το πρωί δεν υπήρχε ούτε μια πατάτα στο περιβόλι προς μεγάλη ψυχική αγαλλίαση και ανακούφιση του παπα-Νικόλα, έστω κι αν δεν είχενε μείνει τίποτα και για τη δική του φαμίλια.

Επεισόδιο τρίτο: Ο παπα-Νικόλας ήλθε ως ιερέας στην ενορία του Άη-Γιώργη των Στενιών το 1953, δηλαδή πάνω στο ξεκίνημα της μεταπολεμικής κοινωνικοοικονομικής ακμής της ναυτικής, ιδιόμορφης και πολύ δύσκολης Στενιώτικης κοινωνίας.




 Ήλθε στις Στενιές με την τετραμελή φαμίλια του, ενδεής και ακτήμων με μοναδική περιουσία το ψυχικό του μεγαλείο και το τριμμένο νιτερί του. Δεν είχανε περάσει πολλές μέρες από την εγκατάσταση του στις Στενιές, όταν μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα πέρασε από το σπίτι του μια κουρελιασμένη γύφτισσα κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μυξιασμένο και ξεπαγιασμένο βρέφος. Την ίδια ώρα η παπαδιά, φορώντας μια πρόχειρη παλιά ρόμπα, είχενε πάει σ’ ένα γειτονικό περιβόλι να ταΐσει τις κότες και να μαζέψει τ’ αυγά πριν τα μοιράσει ο παπάς - κατ’ ευθείαν από τη φωλιά - σε πλούσιους και φτωχούς. Βλέποντάς την ξεπαγιασμένη ζητιάνα ο παπα-Νικόλας δεν έχασε καιρό έτρεξε στην ντουλάπα, πήρε το μοναδικό καλό μάλλινο φόρεμα της παπαδιάς και το πρόσφερε στην γύφτισσα. Όσον άφορα την παραγωγή του, από το γάλα της αγελάδας του, μέχρι τα λαχανικά πηγαίνανε σε ορισμένες πενόμενες και αναξιοπαθούσες γριούλες των οποίων — πάντοτε σιωπηρώς — είχεν αναλάβει την διατροφή και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Με άλλα λόγια ο παπα-Νικόλας δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό του και την οικογένεια του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, πού αναγκαζότανε συχνά η, επίσης αξιοσέβαστη και καλοκάγαθη, παπαδιά, να του τραβάει τα χαλινάρια, για να μην... πεινάσουν τα παιδιά της.

Τελειώνοντας πρέπει να τονίσω, ότι, οποιοσδήποτε άλλος παπάς την εποχή εκείνη στις Στενιές, θα είχε χτίσει πολυκατοικία. Και όμως ο παπα-Νικόλας έφυγε από την ζωή με το τριμμένο νιτερί του, όπως ακριβώς ήλθε στο χωριό, αφήνοντας όμως πίσω του την πιο σπουδαία κληρονομιά, την αγαθή μνήμη, το παράδειγμα της πιο τέλειας Ανθρωπιάς και την καλοκαγαθία του στις ψυχές των απογόνων του.
-----

Δεν υπάρχουν σχόλια: