Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Ο ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994.





Το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα βρίσκεται δέκα μίλια μακριά από εκείνο του Αγίου Θεοδοσίου, λίγο βορειότερα της Νεκράς Θάλασσας. Γύρω από τον Άγιο Θεοδόσιο το έδαφος εξακολουθεί με προθυμία να δίνει καρπούς και τα ελαιόδεντρα ορθώνονται με φόντο τις πεζούλες που ’ναι βαθιά χαραγμένες πάνω στις σκληρές, λευκές λοφοπλαγιές. Προχωρώντας όμως προς τ’ ανατολικά, οι καλλιέργειες αρχίζουν να υποχωρούν.

 Το χώμα γίνεται όλο και λιγότερο εύφορο, τα λαγκάδια πιο βαθιά, τα χωριά φτωχότερα. Ο ταξιτζής με προειδοποίησε ότι μπαίνουμε σε περιοχή της Χαμάς και σκέπασε το μισό παρμπρίζ με μια παλαιστινιακή κουφίγια, για να μη μας περάσουν για ισραηλινούς εποίκους και μας λιθοβολήσουν οι ντόπιοι σαμπάμπ.
Αφήνοντας πίσω μας το τελευταίο χωριό, μπήκαμε στην έρημο, στο LOCUS HORRENDAE ET VASTAE SOLITUDINIS της Βίβλου. Κάτω απ’ τα πόδια μας οι γυμνοί λόφοι από σχιστόλιθο κατηφόριζαν προς το χαμηλότερο σημείο της γης, τη Νεκρά Θάλασσα, μια σταγόνα από υδράργυρο που τρεμόπαιζε στο βάθος. Μπροστά μας, σε αρκετά μεγάλη απόσταση, ένα βαθύ ουάντι σχημάτιζε το φόντο για δυο μικρά, ορθογώνια βυζαντινά φυλάκια που υψώνονταν κάθετα στο χείλος του. Από την κορφή του λόφου η θέα απλωνόταν σ’ ένα τοπίο σαράντα μιλίων. Εκείνα τα δυο φυλάκια ήταν τα μοναδικά χτίσματα που διακρίνονταν στον ορίζοντα.


Μόνο τη στιγμή που περνούσαμε κάτω απ’ τις πολεμίστρες του κοντινότερου πύργου αποκαλύφτηκε στα μάτια μας το μεγάλο μοναστήρι που ήταν κρυμμένο σε μια απάνεμη γωνιά, προστατευμένο πίσω απ’ τους κατακόρυφους βράχους της χαράδρας. Οι δυο πύργοι συνδέονται μ’ ένα οδοντωτό τείχος, που με μια έντονη κυκλοτερή κίνηση βουλιάζει για να περιβάλει το μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα με τους τιρκουάζ θόλους και τους τρούλους, τα μπαλκόνια και τις σπηλιές-κελιά, τα σκαλοπάτια και τις εξέδρες, στηριγμένα όλα πάνω σε στενές προεξοχές τεχνητών βράχων, που είναι φτιαγμένοι από βαριά, βαθμιδωτά αντιτειχίσματα. Παρά το συμπαγή, πέτρινο όγκο του, η παράλογη ανέγερσή του σ’ ένα φαράγγι στη μέση της ερήμου κάνει το μοναστήρι να μοιάζει με εικόνα φανταστική -χιμαιρική σχεδόν-, σαν ένα από εκείνα τα κάστρα των παιδικών παραμυθιών, που λες ότι θα εξαφανιστούν μόλις ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρά σου.


Την εποχή του Ιωάννη Μόσχου, στην έρημη γη της Ιουδαίας συνωστίζονταν τόσοι μοναχοί και μοναστήρια, που, σύμφωνα με κάποιο χρονικογράφο, «η έρημος είχε γίνει πόλη». Παρ’ όλα αυτά, από τα εκατόν πενήντα μοναστήρια που ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια της βυζαντινής διοίκησης, μόνο έξι κατοικούνται, κι απ’ αυτά μόνο ένα -το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα- εξακολουθεί να στεγάζει αρκετούς καλόγερους, ώστε δικαίως να θεωρείται ζωντανή μοναστική κοινότητα. Από τότε που θεμελιώθηκε, στα τέλη του πέμπτου αιώνα, μέχρι σήμερα κατοικείται χωρίς διακοπή. Μετά το δεκαπενθήμερο χάσμα που διαδέχτηκε τη σφαγή των μοναχών από τους Πέρσες το 614 μ.Χ. -η ίδια επιδρομή ερήμωσε και τον Άγιο Θεοδόσιο-, η Θεία Λειτουργία ψάλλεται στο πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Σάββα κάθε πρωί, εδώ και 1.380 χρόνια. Όπως και στον Άγιο Θεοδόσιο, οι νεκροκεφαλές εκατοντάδων μοναχών που δολοφονήθηκαν από τους Πέρσες, αλλά κι εκείνων που έχασαν τη ζωή τους από τους Βεδουίνους, που στη συνέχεια ανέλαβαν το πλιάτσικο, είναι ευλαβικά φυλαγμένες στην εκκλησία της μονής, στοιβαγμένες σε τακτικές σειρές, με την ίδια φυσικότητα που άλλα μοναστήρια θα στοίβαζαν τα βιβλία των ψαλμών.


Ο Μαρ Σάμπα -δεν άργησα να το διαπιστώσω- εξακολουθεί να είναι το αυστηρότερο μοναστήρι. Οι μοναχοί ξυπνούν στις δύο το πρωί και ψάλλουν τη λειτουργία που διαρκεί πέντε ώρες, μέχρι που πάνω απ’ το εικονοστάσι της εκκλησίας αρχίζει να χαράζει η μέρα. Έπειτα οι αδερφοί αναπαύονται μέχρι τις έντεκα, οπότε και τρώνε το μοναδικό γεύμα της μέρας: ψωμί (ψήνεται μία φορά τη βδομάδα και διατηρεί τη γεύση του για τρεις μέρες, αλλά έπειτα γίνεται όλο και πιο σκληρό και μπαγιάτικο), αραιή σούπα, βραστά λαχανικά και σκληρή φέτα. Δεν τρώνε κρέας και την πολυτέλεια του ψαριού και του λαδιού (για τα λαχανικά) την επιτρέπουν στους εαυτούς τους μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές. Μετά το γεύμα αποσύρονται στα κελιά τους για το υπόλοιπο της μέρας, βγαίνοντας μόνο για να ψάλλουν τον Εσπερινό και την τελευταία προσευχή της μέρας, σε καθορισμένες πάντα ώρες.


Αν το μοναστήρι του Μαρ Σάμπα ξεχωρίζει σήμερα κυρίως για τη φοβερή αυστηρότητα του ασκητισμού του, κάποτε ξεχώριζε για τους διανοουμένους του και, παρά την υπερβολική του απομόνωση, δεν έπαυε να αποτελεί ένα από τα βυζαντινά εργοστάσια παραγωγής πνευματικού και φιλοσοφικού έργου. Όταν ο αγγλοσάξονας προσκυνητής Άγιος Ουίλιμπαλντ επισκέφτηκε το μοναστήρι στις αρχές του ογδόου αιώνα, σχολίασε το γεγονός ότι όλοι οι μοναχοί ήταν απασχολημένοι αντιγράφοντας χειρόγραφα και συνθέτοντας ύμνους και ποιήματα. Μεταξύ των συλλογών μεσαιωνικών χειρογράφων, η βιβλιοθήκη του μοναστηριού -που τώρα φυλάσσεται στο μέγαρο του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου στην Ιερουσαλήμ- σχεδόν δεν έχει ανταγωνισμό, όσον αφορά το εύρος και το ειδικό ενδιαφέρον των περιεχομένων της, καθώς και τον αριθμό των γλωσσών που αντιπροσωπεύονται. Εξάλλου, είναι εμφανής η εξαιρετική ποιότητα που χαρακτηρίζει τα προϊόντα της αντιγραφής και της καλλιγραφίας που προέρχονται από το εργαστήριο του Μαρ Σάμπα.


Εδώ έγραψε ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης την Ιστορία των μοναχών της Παλαιστίνης, ένα ασυνήθιστα κριτικό και ευφυές αγιογραφικό κείμενο. Η υμνογραφία στον Άγιο Σάββα -με έργα μεταξύ άλλων και του Ρωμανού του Μελωδού- ήταν, σύμφωνα με το σπουδαίο βυζαντινολόγο Μπρεγιέ, «η πιο αυθεντική έκφραση της ποιητικής μεγαλοφυΐας των Ελλήνων των μέσων χρόνων». Επιπλέον, σ’ ένα κελί του Μαρ Σάμπα ήταν που έγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το περίφημο έργο του Πηγή γνώσεων, ίσως το πιο σύνθετο και εγκυκλοπαιδικό θεολογικό κείμενο που γεννήθηκε στο χριστιανικό κόσμο μέχρι την εποχή του Θωμά του Ακινάτη. Άλλωστε, ο Ακινάτης είχε επηρεαστεί βαθιά από τη θεολογία του Ιωάννη και ο ίδιος έγραψε ότι κάθε μέρα, κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του, διάβαζε λίγες σελίδες από το έργο του Ιωάννη Δαμασκηνού.


 Ωστόσο, το εύρος των ενδιαφερόντων που κάλυπτε η συλλογή χειρογράφων του μοναστηριού και η πολυμάθεια του Ιωάννη Δαμασκηνού βρίσκουν ίσως τη θεαματικότερη έκφρασή τους σ’ ένα από τα πιο ασυνήθιστα προϊόντα τους, το Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, μια ινδική ιστορία του Βούδα που ξαναδουλεύτηκε για να γνωρίσει τη χριστιανική εκδοχή της, ενώ αργότερα μεταφράστηκε από τα ελληνικά και στα λατινικά και κυκλοφόρησε ευρέως στη Δύση. Μιλώντας όμως στους σημερινούς αδερφούς του Μαρ Σάμπα, δεν θα μπορούσες να μαντέψεις τίποτε απ’ όλα αυτά.
«Εσείς λοιπόν είστε συγγραφέας, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο αμπούνα Θεοφάνης εκείνο το βράδυ μετά τον Εσπερινό, όταν μου έφερε το δείπνο μου πάνω σ’ ένα δίσκο. «Εγώ έχω σταματήσει να διαβάζω βιβλία».
«Α, ναι;»

«Η Θεία Λειτουργία περιέχει όλα τα κείμενα που χρειάζομαι. Όταν έχεις διαβάσει το Λόγο του Θεού, όλα τ’ άλλα σου φαίνονται πληκτικά».
«Λένε ότι τα βιβλία είναι σαν την τροφή», επισήμανε ο αμπούνα Ευδόκιμος, ο αναπληρωτής αρχιμανδρίτης• «δίνουν τροφή στο μυαλό».
"Μα πάτερ», είπε με σιγανή φωνή ο Θεοφάνης, «οι μοναχοί πρέπει να προσπαθούν να τρώνε όσο  γίνεται λιγότερο
Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Καθόμασταν έξω στη βεράντα, παρακολουθώντας το τελευταίο φως της μέρας που λιγόστευε στον ουρανό. Καθώς μιλούσαμε, ο Θεοφάνης έβγαλε ένα κουτί σπίρτα και βάλθηκε ν’ ανάψει δυο παλιές, ταλαιπωρημένες λάμπες θυέλλης. Στον Μαρ Σάμπα δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα.
«Κοίτα εκείνα τα σύννεφα στ’ ανατολικά», είπε ο αμπούνα Ευδόκιμος. «Αύριο μπορεί να βρέξει. Τι λες, Θεοφάνη;»
«Εδώ στην Παλαιστίνη οι βροχές δεν είναι σαν τις βροχές της Ελλάδας», αποκρίθηκε ο άλλος μοναχός. «Εκεί έχουμε μεγάλες βροχές, κανονικά σύννεφα που εκρήγνυνται». Χαμογέλασε ευτυχισμένος σ’ αυτήν την ανάμνηση. «Αχ, οι βροχές της Ελλάδας», είπε, «σου φέρνουν στο νου τον Κατακλυσμό».
«Τι κάνατε στην Ελλάδα πριν γίνετε μοναχός;» ρώτησα το Θεοφάνη.


«Ήμουν αστυνομικός στην Αθήνα», αποκρίθηκε σηκώνοντας τα μάτια του απ’ τις λάμπες, που τους έκοβε τα φιτίλια με τα δάχτυλά του. «Την πρώτη φορά ήρθα εδώ σαν προσκυνητής. Απ’ την πρώτη στιγμή που είδα το μοναστήρι κατάλαβα ότι αυτό είναι το αληθινό μου σπίτι. Επέστρεψα στην Αθήνα, ανακοίνωσα την παραίτησή μου και αποχαιρέτησα τη μητέρα μου. Μια βδομάδα μετά ήμουν πάλι εδώ. Από τότε δεν έχω ξαναφύγει».
«Ποτέ;»
«Γύρισα πίσω μόνο μία φορά- για σαράντα μέρες».
«Ήταν δύσκολο;»
«Μερικές φορές η μητέρα μου έβαζε τα κλάματα. Κατά τ’ άλλα όμως, όχι. Τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Με το ζόρι αναγνώρισα την παλιά μου πόλη. Ο λαός μου είχε ξαφνικά πλουτίσει απ’ την ΕΟΚ σας. Υπήρχαν τόσα πολλά καινούργια κτίρια• καινούργια κτίρια και καινούργια εγκλήματα».
«Και δεν σας λείπει τίποτε απ’ την παλιά σας ζωή;»
«Τι να μου λείψει; Εδώ τα έχω όλα».
«Πρέπει όμως να ήταν μεγάλη η αλλαγή απ’ την προηγούμενη δουλειά σας».
«Δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά», αποκρίθηκε ο μοναχός. «Τώρα είμαι ο αστυνόμος της ψυχής μου. Ο δαίμονας κι ο εγκληματίας μοιάζουν πολύ μεταξύ τους- είναι και οι δυο πολύ ηλίθιοι- είναι και οι δυο κολασμένοι».


Τώρα οι λάμπες ήταν αναμμένες και οι φλόγες τους τρεμόπαιζαν, σκορπίζοντας σκιές στη βεράντα και πάνω στο πρόσωπο του Θεοφάνη.
«Πιστεύετε στους δαίμονες;» ρώτησα.
«Βεβαίως. Υπάρχουν στη Βίβλο».
«Κάποιες φορές, την ώρα που προσευχόμαστε, οι δαίμονες κάνουν περίεργους θορύβους», πρόσθεσε ο αμπούνα Ευδόκιμος, που καθόταν ήσυχα στη γωνιά χαϊδεύοντας τη γενειάδα του. «Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλώς τα ζώα της ερήμου. 


Μετά όμως πρόσεξα ότι οι θόρυβοι ήταν δυνατότεροι όταν προσευχόμουν. Είναι οι δαίμονες που προσπαθούν να μας αποσπάσουν απ’ την προσευχή».
«Κάθε δαίμονας έχει τη δική του προσωπικότητα», είπε ο Θεοφάνης. «Ζουν στην έρημο κι έρχονται στις πόλεις για να κάνουν τους ανθρώπους εγκληματίες και ρωμαιοκαθολικούς».
«Κάνουν θαύματα και ψεύτικες προφητείες», είπε ο Ευδόκιμος.
«Είναι χειρότεροι κι από εγκληματίες», είπε ο Θεοφάνης. «Εδώ όμως, μέσα στα τείχη του Μαρ Σάμπα, είμαστε προστατευμένοι».
«Τι εννοείτε;»
«Ο Άγιος Σάββας είναι ζωντανός. Είναι εδώ και προστατεύει το μοναστήρι του. Το έχω ζήσει».
«Πώς;»
«Πριν από τρία χρόνια, μια χειμωνιάτικη νύχτα που φύσαγε δυνατός αέρας, προσευχόμουν στη σπηλιά μου. Δεν είχα ανάψει λάμπα και ήταν θεοσκότεινα. Καθώς προσευχόμουν, άκουσα βήματα στο διάδρομο. Ήταν ένας μοναχός που 
περπατούσε- άκουγα το θρόισμα του ράσου του. Τα βήματα όλο και πλησίαζαν κι έπειτα σταμάτησαν έξω απ’ το κελί μου. Περίμενα να ακούσω τη φωνή του μοναχού αλλά δεν έγινε τίποτε.


«Ξαφνικά, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση, άκουσα πολύ καθαρά το θόρυβο από πολλά πόδια που κουτρουβαλούσαν στις σκάλες. Ήταν σαν μανιακοί που κατέβαιναν τρέχοντας τα σκαλοπάτια - θορυβώδη, ακανόνιστα βήματα- πρέπει να ’ταν εννιά ή δέκα από δαύτους, κι όλοι έτρεχαν. Σκέφτηκα: οι Βεδουίνοι θα σκαρφάλωσαν στα τείχη, θα μπήκαν μέσα και τώρα θα θέλουν να μας σκοτώσουν όλους. Πάγωσα πίσω απ’ την πόρτα μου, αλλά δεν συνέβη τίποτε. Πέρασαν πέντε λεπτά. Δεν είχαν μπει ακόμη. Έτσι άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα και βγήκα έξω.


«Εκείνη τη νύχτα είχε πανσέληνο. Μπορούσα να δω καθαρά ότι ο διάδρομος ήταν άδειος. Στο μοναστήρι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ανέβηκα στον περίβολο κι εκείνη τη στιγμή είδα τη λάμπα του πατέρα Ευδόκιμου να κινείται από τα αποχωρητήρια προς το δωμάτιό του. Έτσι πήγα κοντά του και του είπα: “Πάτερ, έχουν μπει κλέφτες στο μοναστήρι”. Εκείνος ρώτησε: “Είσαι σίγουρος;” Του απάντησα ότι ήμουν. “Εντάξει”, είπε, “θα ψάξουμε μαζί”. Έτσι πήραμε και οι δυο από ένα ραβδί και επί μία ώρα ψάχναμε παντού. Ψάξαμε στην εκκλησία, στους πύργους, μέσα στις πιο βαθιές σπηλιές. Τίποτα. Η πόρτα ήταν ασφαλισμένη και κανείς δεν είχε πηδήξει απ’ τον τοίχο».


«Μόνο μετά από καιρό», είπε ο αμπούνα Ευδόκιμος, «όταν το συζητήσαμε με τον αρχιμανδρίτη, καταλάβαμε τι είχε συμβεί. Τα πρώτα βήματα ήταν του Αγίου Σάββα. Η φασαρία ήταν οι δαίμονες που είχαν έρθει για να κάνουν τον πατέρα Θεοφάνη μασόνο. Ο Άγιος Σάββας ήξερε το σχέδιό τους κι έτσι στάθηκε φρουρός μπροστά στην πόρτα του πάτερα Θεοφάνη. Έπειτα κυνήγησε κι έδιωξε τους δαίμονες».
«Ο διάβολος θα τους κυριεύσει όλους, αν του δοθεί η ευκαιρία», είπε με σοβαρό ύφος ο Θεοφάνης. «Οι άγιοι όμως μας προστατεύουν. Σ’ αυτό το μοναστήρι αισθάνομαι ασφαλής, παρ’ όλο που βρίσκεται στη μέση της ερήμου κι ο τόπος είναι γεμάτος Βεδουίνους. Είμαστε προστατευμένοι».


Ήταν αργά και οι μοναχοί άρχισαν να αποσύρονται στα κελιά τους, κουβαλώντας τις λάμπες τους. Ο Θεοφάνης μου έδειξε το δικό μου και μου υποσχέθηκε να με ξυπνήσει στις δύο για τον 'Όρθρο.


Οι καμπάνες χτυπούσαν όλη νύχτα, όπως κατάλαβα. Στη μία ένας μοναχός άρχισε να χτυπάει το ξύλινο σήμαντρο, καλώντας τους αδερφούς του να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους. Το ξαναχτύπησε στη μιάμιση και στις δύο παρά πέντε. Στις δύο απόλαυσα μια επίδειξη κωδωνοκρουσίας σε πλήρη κλίμακα- τις καμπάνες στο καμπαναριό, συν μία ποικιλία από καμπάνες χειρός, που κάποια τη χτυπούσε έξω απ’ την πόρτα του κελιού μου ο αμπούνα Θεοφάνης. Μόλις όμως επικράτησε και πάλι ησυχία, με ξαναπήρε ο ύπνος και κόντευε πια τέσσερις όταν τελικά κατάφερα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ήταν ακόμη σκοτεινά κι έκανε πολύ κρύο. Ντύθηκα στο φως της λάμπας κι έπειτα βρήκα το δρόμο μέσα απ’ τις άδειες σκάλες και τους διαδρόμους του Μαρ Σάμπα, προς το βαθύ, αυξανόμενο ήχο και τις περιδινήσεις της μοναστικής ψαλμωδίας.


Μέσα στην εκκλησία όλες οι λάμπες ήταν αναμμένες και σκόρπιζαν μια αχνή λάμψη στη βασιλική. Ο θόλος αντηχούσε από τα μοναστικά «Κύριε». Μόνο το περιστασιακό τρίξιμο κάποιου ξύλινου καθίσματος μαρτυρούσε τη θέση των ψαλτών οι ίδιοι οι μοναχοί ήταν αόρατοι μες στα μαύρα τους ράσα, κουρνιασμένοι στους πάγκους της χορωδίας. Κάθε λίγο και λιγάκι ένα ελαφρύ αεράκι στροβίλιζε κάποιον από τους πολυελαίους, αναγκάζοντάς τον να περιστρέφεται ελαφρά, με τις σκιές να τρέχουν γύρω απ’ το εσωτερικό της εκκλησίας και το φως των κεριών να επιστρέφει περιοδικά για να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες στις τοιχογραφίες, τα φτερά των αγγέλων και τις μακριές, λευκές γενειάδες των πατέρων της ερήμου. Η ψαλμωδία κύλησε έξω στο στενό φαράγγι, με τον ήχο να ανακλάται στους θόλους και στους τρούλους, για να επιστρέφει δυνατότερος, πολλαπλασιασμένος. Καθισμένος στο πίσω μέρος της εκκλησίας, σκεφτόμουν ότι τον ίδιο ακριβώς ήχο πρέπει να άκουγε κι ο Ιωάννης Μόσχος πριν από χίλια τετρακόσια χρόνια.


Γύρω στις έξι το πρώτο φως άρχισε να γλιστράει μέσα, φωτίζοντας απαλά τον Παντοκράτορα Χριστό στο θόλο. Μισή ώρα αργότερα, με τον ήλιο τώρα να ανατέλλει πάνω απ’ την έρημο, άρχισα να διακρίνω τους ίδιους τους μοναχούς -μαύρες γενειάδες, μαύρα ράσα, κουκούλες, πρόσωπα σκεπασμένα- που ήταν καθισμένοι στα στασίδια τους. Εκείνο που νόμιζα αρχικά ότι ήταν ένα μικρό τραπεζάκι πλάι στο αναλόγιο αποδείχτηκε ότι ήταν ο αμπούνα Ευδόκιμος, γονατιστός, πεσμένος μπρούμυτα στο έδαφος, σε στάση μετάνοιας μπροστά στο τέμπλο.


Ο ένας μετά τον άλλο οι μοναχοί άρχισαν να γλιστρούν αθόρυβα έξω απ’ την εκκλησία, σταματώντας για ν’ ασπαστούν τις μορφές των αγίων στις τοιχογραφίες και τα εικονίσματα. Γύρισα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα μέχρι το μεσημέρι, οπότε με ξύπνησε ο αμπούνα Θεοφάνης μ’ ένα δίσκο με φαγητό, ένα κομμάτι σκληρή φέτα με έντονη μυρωδιά, λίγο σκληρό μοναστικό ψωμί και, καθισμένο μόνο και καμαρωτό σ’ ένα άσπρο πιάτο, ένα στρογγυλό σοκολατάκι.


«Είναι η γιορτή του Αγίου Μεθοδίου του Στυλίτη», είπε ο αμπούνα Θεοφάνης με σοβαρό ύφος. «Αυτό είναι για να γιορτάσεις».


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: