Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Ο Άγιος Καλλίνικος επίσκοπος Εδέσσης.(Μνήμη 8 Αυγ. )


Ο Άγιος Καλλίνικος επίσκοπος Εδέσσης.(Μνήμη 8 Αυγ. )

Οι προσευχές των Χριστιανών προς αυτόν εντείνονται και τα σημεία της παρουσίας του είναι εμφανή.
Ο μακάριος Καλλίνικος εμφανίζεται στον ύπνο των ανθρώπων, τους παρηγορεί και τους ενισχύει, τους προστατεύει από κάθε κακό, θεραπεύει τις ασθένειές τους, τους ενισχύει στον αγώνα τους. Χαίρεται με την χαρά τους και λυπάται με την λύπη τους.

Κάποια γυναίκα δίνει την μαρτυρία ότι εμφανίσθηκε στον ύπνο της, «το πρόσωπό του έλαμπε σαν το φως της μέρας» και «αποκαταστάθηκε η ημιπληγία» της.

Πολλοί ομολογούν: «Πέρασαν 15 χρόνια, οι φρικτοί πονοκέφαλοι με έχουν αφήσει εντελώς»∙ «με απάλλαξε από τους συνεχείς πόνους»∙ «πήγα στο μνήμα, προσκύνησα τον τάφο του αγίου και ω του θαύματος! Ο πόνος άρχισε να υποχωρή».«πῆγα στό μνῆμα, προσκύνησα τόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί ὤ τοῦ θαύματος! Ὁ πόνος ἄρχισε νά ὑποχωρῆ».

Τά σημεῖα τῆς παρουσίας του εἶναι πάμπολλα καί οἱ θεραπεῖες ἀσθενειῶν πολλές.
Μέ τήν δύναμη τῆς προσευχῆς του ἔβγαλε δαιμόνια ἀπό δαιμονισμένους ἀνθρώπους, πράγμα πού εἶναι ἡ οὐσία καί τό ἔργο τῶν Ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ: «σημεῖα δέ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι». (Μάρκ. ιστ´, 17-18).
Ἡ μαρτυρία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἀργολίδος κυροῦ Ἰακώβου ὅτι τό δαιμόνιο πού εἶχε εἰσέλθει σέ δύο κοπέλες, τήν ὥρα πού ἐκεῖνος διάβαζε τούς ἐξορκισμούς, φώναζε-οὔρλιαζε καί «ὁμολογοῦσε» ὅτι τόν ἔκαιγε ἡ παρουσία τοῦ Καλλινίκου, πού ἔλαμπε ἐκείνη τήν ὥρα στό Φῶς, καί ὅτι τό συγκεκριμένο δαιμόνιο τό εἶχε βγάλει ὁ Καλλίνικος, ὅταν ζοῦσε, ἀπό ἕναν δαιμονισμένο νέο, καί ὅτι ὁ Καλλίνικος ἁγίασε μέ τό «τρύπιο πορτοφόλι» του καί τήν ἀγάπη του, εἶναι ἀξιόλογη μαρτυρία καί ἐπιβεβαίωση τῆς ἁγιότητος τοῦ Καλλινίκου. Δέν πρόκειται γιά μαρτυρία τῶν δαιμόνων, ἀλλά γιά μαρτυρία εὐλογημένου αγίου Ἐπισκόπου, τοῦ μακαριστοῦ Ἀργολίδος Ἰακώβου.
Νά ἔχουμε τήν εὐχή καί τίς πρεσβεῖες τοῦ νεοφανοῦς ἁγίου Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ Καλλινίκου Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας. Αμήν!

Από ομιλία Ναυπάκτου Ιεροθέου.

«Η καλημέρα είναι του Θεού»!Το κουτσομπολιό, όμως, σίγουρα όχι! Είπε γέρων .

ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΑΓΑΠΗ!»



«ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΑΓΑΠΗ!»

    Ο γερο-Αντώνιος ο Γρηγοριάτης ήταν άνθρωπος του Θεού. Ήταν ακτήμων και στο κελλί του δεν είχε σχεδόν τίποτα. Έλεγε συνέχεια στη ζωή του το «Θεοτόκε Παρθένε...». Είπε κάποτε: «Μου φάνηκε στον ύπνο μου σαν να μου μιλούσε η Παναγία και μου έλεγε: “Θα σας σώσω όλους· μόνο να έχετε τη μεταξύ σας αγάπη!”».

ΕΚ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΚΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

""Ο επικεφαλής της Ελβετικής Επιτροπής Ενέργειας προέτρεψε τους συμπολίτες του να εφοδιαστούν με κεριά και καυσόξυλα.Ο ίδιος ο Werner Luginbuhl προμηθεύτηκε προσωπικά μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη ποσότητα καυσόξυλων, καθώς και φακούς τσέπης και μπαταρίες.""

Η ΑΓΆΠΗ


«Συχνά χανόμαστε στο πανηγύρι της ζωής αναζητώντας αξία σε πράγματα που δεν έχουν αξία.  Κουβαλάμε τον κόσμο στην καρδιά και στο μυαλό μας.  Όποιος δεν έχει βρει κάτι καλό εκεί, δεν θα το βρει έξω.  Οι άνθρωποι είναι αυτό που ξέρουμε να βρούμε σε αυτούς, φως ή σκοτάδι, αδυναμία ή αρετή, χαρά ή πόνο.
 Αν η ευτυχία των άλλων είναι η ευτυχία μας, τότε ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στο δρόμο της αγάπης.
 Η αγάπη είναι τέχνη της καρδιάς, είναι ζωή, είναι υπομονή και αιωνιότητα.
 Δεν μπορώ να συγκρατήσω την αγάπη σε αυτές τις ταπεινές γραμμές, ούτε το επιθυμώ, γιατί θα της έκλεβα την αξία της.
 Η αγάπη δεν μπορεί να φιλοσοφηθεί, δεν μπορεί να περιέχεται σε συνθήκες, αλλά τη νιώθεις, τη γεύεσαι, τη ζει κανείς στιγμή προς στιγμή.
 Η αγάπη σου κόβει την ανάσα, δεν έχει λογική και είναι πολύ δυνατή, διασχίζει βουνά, θάλασσες, χρόνια, ιστορία...
 Η αγάπη είναι ένα ουράνιο τόξο πάνω από την ψυχή σου».

 π. Πατήρ  Χρυσόστομος Φιλιπέσκου

Ο ΠΑΤΉΡ ΝΙΚΌΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΊΚΟΣ. ΑΝΑΦΈΡΕΙ.


Θυμάμαι λοιπόν ένα γεροντάκι στην Μονή Διονυσίου το οποίο είχε μία θαυμαστή βιοτή .Εχει κοιμηθεί τωρα πλέον....
Μιλώ για τον Γέροντα Αυξέντιο. Λοιπόν αυτός, όταν γέρασε, δεν μπορούσε πια να πηγαίνει στην εκκλησία , ή τουλάχιστον νόμιζαν οι μοναχοί ότι δυσκολευόταν να πάει στην εκκλησία και του έλεγαν: «Γέροντα, αρκετά χρόνια πήγες στην εκκλησία, μην πηγαίνεις τώρα πιά, κάτσε στο κελί, δεν χρειάζεται, αρκετά».
«Όχι», έλεγε, «θέλω να πάω, γιατί εκεί μέσα νιώθω ελευθερία».
Όταν νιώθει κανείς τον Θεό έτσι, τότε η εκκλησία είναι ο φυσικός του χώρος. Για να αρχίσουμε, λοιπόν, λέμε ότι ο άνθρωπος, ως προς την ελευθερία, είναι εικόνα του Θεού..

Π.Νικολαος Λουδοβίκος

Ξέρεις ποιοί θα παρακαλάνε τους τούρκους να μας χτυπήσουν για να ξεκινήσει πόλεμος; Οι «Έλληνες» πολιτικοί για να μην αποκαλυφθούν όσα έχουν κάνει! - Μακαριστός π. Παναγιώτης Τσιώλης των Αγράφων

Η Πίστη είναι το κυριότερο! Βοηθά ο Θεός. Μοχθούμε, μεριμνούμε, αλλά ο Θεός βοηθά. Και πολλά που φοβούμαστε να γίνουν, ο Θεός βοηθά. Και πολλά που φοβούμαστε να γίνουν, ο Θεός δεν τα επιτρέπει. Αφού δεν θέλουμε το κακό, ο Θεός μας φυλάει.Όσιος Παναής Χατζηϊωνάς, από τη Λύση της Κύπρου.

Άγιος Σωφρόνιος(Σαχάρωφ) ο Αθωνίτης.


Οι άνθρωποι σκέπτονται πολὺ και αδιάκοπα για το ποιό σύστημα αμοιβαίων σχέσεων, ποιούς κανόνες κοινωνικότητας κλπ., πρέπει να θεσπίσουν, ούτως ώστε να βελτιώσουν τη ζωή τους. Ωστόσο, είναι πολὺ λίγοι αυτοὶ που αξιόπιστα γνωρίζουν ότι αν δεν ΑΛΛΑΞΟΥΝ οι άνθρωποι ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ, κανένα σύστημα κανόνων δεν θα τους σώσει…


Άγιος Καλλίνικος Μητροπολίτης Εδέσσης, μνήμη 8 Αυγούστου.


Ας ρίξουμε ερευνητικό βλέμμα στις καρδιές μας. Ας εξετάσουμε μήπως το ΣΥΜΦΕΡΟΝ μας καθοδηγεί. Μήπως διάφορα πάθη έχουν καταλάβει τις καρδιές μας και για τον Επισκέπτη του Ουρανού δεν υπάρχει τόπος. Μήπως διαβάζουμε πολλά βιβλία και τον Ιερόν Ευαγγέλιον είναι άγνωστο. Μήπως ο Ιερός Ναός είναι ξένος προς εμάς. Μήπως τα Άχραντα Μυστήρια έχουμε να τα λάβουμε προ ετών. Μήπως η Ιερά Εξομολόγηση μας είναι άγνωστη. Μήπως δεν ζούμε κατά Θεόν, και επομένως η Πίστη μας προς τον Χριστό είναι αναιμική. 



«Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι ορισμός. Η ταπεινοφροσύνη είναι αυτό που διδάσκει τον άνθρωπο να κάθεται στη θέση του και να παίρνει ό,τι του αναλογεί. Εννοώ, όταν ο Θεός πρέπει να σου δώσει, σε ψάχνει και σου το δίνει! Δεν χρειάζεται να το ψάξεις, δεν χρειάζεται να το ζητήσεις». Πατήρ Καλίστρατος Τσιφάν

«Ξέρω ότι είμαι τόσο αμαρτωλός, που θα καταλήξω στην κόλαση, αλλά θα ψάλλω αξιώματα στη Μητέρα του Θεού όσο με κρατούν οι διάβολοι, και οι διάβολοι θα με πετάξουν από την κόλαση» (Πατήρ Ιωσήφ) .

Όταν κοιτάζω τα λουλούδια, μαθαίνω ότι πρέπει να αγαπώ τον Ήλιο, να δίνω ομορφιά και άρωμα, να κοιτάζω τον ουρανό. Και μαθαίνω επίσης ότι θα πεθάνω σύντομα. ΠΑΤΉΡ ΙΩΆΝΝΗΣ ΙΣΤΡΑΤΙ

Κρατήστε τη μπουκιά σας μακριά από τα δόντια αυτών που σας δάγκωσαν και γενικά μακριά από κάθε είδους κυνόδοντες. ΠΑΤΉΡ ΙΩΆΝΝΗΣ ΙΣΤΡΑΤΙ

Ας γίνουμε νέα λουλούδια για τον Κήπο της Θεοτόκου.


Τα μυράκια ήρθαν στην εκκλησία όχι για να φέρουν μύρο, αλλά ένα λουλούδι στη Μητέρα του Θεού.  Δεν ξέρουν ότι είναι ακόμα πιο όμορφα από τα λουλούδια που τα κουβαλούν!
 Ας γίνουμε νέα λουλούδια για τον Κήπο της Θεοτόκου.  Αλλά ανθισμένα λουλούδια, γιατί σε ποιον αρέσουν τα μαραμένα λουλούδια;

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ


ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ

Ὁ Ὅσιος Νικάνωρ (7/8) ἐγεννήθη στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας Θεσσαλονίκη τό 1491. Κατήγετο εκ γονέων ευσεβών, εναρέτων και πλουσίων, οι οποίοι ονομάζοντο Ιωάννης και Μαρία. Σύμφωνα με το συναξάρι του, η μητέρα του ήτο στείρα και τον γέννησε σε περασμένην ηλικίαν, ύστερα από όνειρο που είδε.
Έτσι, οι παρακλήσεις και τα θερμά δάκρυα των γονέων του εἰσακούσθηκαν από τον Θεόν ο Οποίος τους εχάρισεν τέκνο, το οποίον έμελλε να γίνη «δοχεῖον καθαρόν τοῦ παναγίου Πνεύματος καί πολλούς νά εἰσαγάγῃ εἰς Κύριον». Τό κοσμικόν όνομα του Οσίου ήτο Νικόλαος κι από μικρός έδειξε κλίση προς την προσευχή και τον ενάρετο βίο. Παρά το ότι κληρονόμησε από τούς γονείς του πλούτο και ευγένειαν, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και εκάρη μοναχός μετονομασθείς Νικάνωρ, που σημαίνει «νικητής ανδρών» και είναι όνομα Μακεδονικό το οποίον έφεραν αξιωματικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και χριστιανικόν, αφού το έφερε ένας εκ των επτά διακόνων των πρώτων Χριστιανικών χρόνων.
Ο Όσιος, ο οποίος σ' όλη την ζωή του ήθελε να υπηρετήση ολοκληρωτικά ψυχῇ τε και σώματι τον Κύριον και περνούσε με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές, ως μοναχός πολλαπλασίασε τα χαρίσματα που του έδωσεν ο Θεός.
Επειδή ζούσε με μεγάλην αρετή και θεοσέβειαν, ο τότε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος τον εχειροτόνησε διάκονο κι έπειτα πρεσβύτερο και τον διόρισε τυπικάρη στην Μητρόπολιν, έχοντας κατά νου να τον κάνη διάδοχό του στον θρόνο της Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο, ο Νικάνωρ δεν αγαπούσε τα αξιώματα, ακόμη κι αν επρόκειτο για εκκλησιαστικά και μοναδικός του πόθος ήτο να αποσυρθή σε τόπον ήσυχο για να ζήση αφοσιωμένος εις τον Θεόν.
Κάποια νύκτα, καθώς προσευχόταν, ήκουσεν ο μακάριος, φωνήν εκ του ουρανού, η οποία του έλεγε να μεταβή στο όρος του Καλλιστράτου κι εκεί να καλογερέψη.
Κατόπιν αυτής της Θεϊκής εντολής, ο Άγιος ανεχώρησεν από την Θεσσαλονίκη, σε σχετικά νεαρήν ηλικία -περίπου 27 ετών- και τράβηξε να πάη εκεί όπου τον είχε καλέσει ο Θεός. Κατά το ταξίδι του, στα χωριά που συναντούσε, δίδασκε ως άλλος απόστολος τους απελπισμένους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστη τους.
Σύμφωνα με κάποια παλαιά παράδοση, ο Όσιος Νικάνωρ συντροφευόταν εις τον δρόμο του υπό του συγχρόνου του Οσίου Διονυσίου, ο οποίος τελικώς ίδρυσε μεγάλο μοναστήρι στον Όλυμπον, πλησίον του Λιτοχώρου. Εκεί στο Καλλίστρατον Όρος, ακριβώς επάνω ἀπό τον οφιοειδή ρουν του ποταμού Αλιάκμονος, ο Όσιος εμόνασε επί πολλά έτη εντός σπηλαίου μαζί με την συνοδεία του. Τελικώς, με την οικονομικήν ενίσχυση δύο Κοζανιτών μαθητών του, κατάφερε και οικοδόμησε το 1534 την Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποίαν έγινε γνωστή ως Μονή Ζάβορδας, από το όνομα γειτονικού χωριού. Εκεί, ο Όσιος έμεινεν ως ηγούμενος τής Μονής κηρύττων και θεραπεύων τούς χιλιάδες προσκυνητάς, οι οποίοι προσήρχοντο οπό όλη την Μακεδονία. Προκειμένου να στερεώση την πίστη των Ορθοδόξων, ασχολήθηκε και με το έργο της ιεραποστολής, φθάνοντας μέχρι και την Ήπειρον. Έτσι με τον τρόπον αυτόν έγινε πρόδρομος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος ηργάσθη στις ίδιες περιοχές κατά του εξισλαμισμού των Ρωμιών.
Ο θεοφόρος Πατήρ, εκοιμήθη εν Κυρίῳ την 7ην Αυγούστου του 1549 και οι μοναχοί της Μονής εθρήνησαν τον Άγιο που τους παρηγορούσε και τον έθαψαν σε παρεκκλήσιον της Μονής. Η ευωδιάζουσα κάρα του βρίσκεται σήμερα στό Καθολικό της Μονής και «βρύει ἰάματα» προς όλους όσους επικαλούνται με πίστη το όνομά του.
Ο Όσιος Νικάνωρ τιμάται ως προστάτης των παιδιών από τις ασθένειες.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως…
Νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον στέφος, πάτερ ὅσιε, παρὰ τοῦ Κτίστου, τῶν σῶν ἀγώνων ἀντάξιον ἔπαθλον· τὴν γὰρ πατρίδα λιπὼν τὴν ἐπίγειον, τῆς οὐρανίου οἰκήτωρ γεγένησαι· ὅθεν πάντες σὲ πίστει καὶ πόθῳ γεραίρομεν· χαίροις Νικάνορ, Ὁσίων ὁμόσκηνε.
 
M α ν ώ λ η ς  M ε λ ι ν ό ς
Θεολόγος Συγγραφεύς
Διευθυντής τῆς Bιβλιοθήκης
τῆς ῾Iερᾶς Συνόδου 
τῆς ᾿Eκκλησίας τῆς ῾Eλλάδος
e-mail: ManolisMelinos@gmail.com 
http//: www.manolismelinos.com

Στρατιωτικοί ιερείς έφθασαν στην απελευθερωμένη περιοχή Χάρκοβο στη θέση των στρατιωτικών μονάδων της Δυτικής Στρατιωτικής Περιφέρειας στη ζώνη της ειδικής επιχείρησης Αγιάστηκαν τα πανό με την εικόνα του Αγίου Πρίγκιπα Ντμίτρι Ντονσκόι και τα παρέδωσαν στους μαχητές των προηγμένων μονάδων.

Διαφύλαξε ὅ,τι ἔχεις...ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΌΛΑΟΣ ΓΚΟΥΡΓΙΑΝΩΦ

Διαφύλαξε ὅ,τι ἔχεις...

Μερικοὶ θεωροῦν παράλειψη, τὸ ὅτι ἐνῶ ζοῦσε ὁ Γέροντας δὲν τοὺς ἐνημερώσαμε ὅλους καὶ ἰδιαίτερα τοὺς Ἀρχιερεῖς, ὅτι ὁ
Γέροντας Νικόλαος εἶναι μοναχὸς καὶ Ἀρχιερέας. Ὅτι ἐμεῖς δὲν μαγνητοσκοπούσαμε καὶ δὲν βιντεοσκοπούσαμε σκόπιμα τὸν
Γέροντα, τις σκέψεις του, ἰδιαίτερα γιὰ τὰ «αἰχμηρά», για κάποιουςθέματα, ὅπως τὴν Ἁγιότητα τοῦ μάρτυρα Γρηγόριου τοῦ Νέου
(Ρασπούτιν) καὶ τοῦ πιστοῦ Τσάρου Ἰωάννη τοῦ Τρομεροῦ. Τώρα αὐτὰ τὰ θέματα είναι «σημεῖο φιλονικίας».
Ἡ συνείδησή μας είναι ήσυχη. Ὁ Γέροντας δὲν μᾶς εὐλογοῦσε γιὰ τὶς μαγνητοσκοπήσεις καὶ βιντεοσκοπήσεις. Ζοῦσε μὲ ἄλλες πνευματικὲς ἔννοιες καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ μετατρέπει
τὴν ψυχή του σὲ «γραφεῖο». Καὶ ἐμεῖς δὲν θέλαμε νὰ γίνουμε ὡς
«χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α' Κορ., 13.1), δὲν θέλαμε νὰ
«σαλπίσομεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς
συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις» (Μθ., 6.2)
Ὁ Μάρτυρας Γρηγόριος ὁ Νέος (Ρασπούτιν) κάποτε εἶχε πει στὸν ἀνταποκριτὴ μίας ἐφημερίδας, κατὰ τὴν διάρκεια μίας
συνέντευξης σχετικὰ μὲ τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν ὁμολογητῶν-
ὀνοματοδόξων: «Καὶ νά, ἔφτασαν ἐδώ. Λένε, πῶς δὲν μποροῦν νὰ
καταλάβουν, πῶς τὸ «Χριστός», εἶναι Ἅγιο Ὄνομα, ἐνῶ τὸ
«Ἰησοῦς» δὲν εἶναι; Ὁ πατὴρ Μισαὴλ ἦρθε καὶ τοὺς εἶπε
«ὑπέγραψε». Στὰ πνευματικὰ θέματα «ὑπέγραψε»; Άραγε πῶς
γίνεται στὴν Πίστη νὰ ὑπογράψει; Εἶναι ὁ Ἄθωνας καὶ ὄχι τὸ
ὑπουργεῖο. Καὶ αὐτοὶ εἶπαν σὲ αὐτούς, «ὑπέγραψε, ὑπέγραψε!»
Τό ἴδιο ἔλεγε καὶ ὁ Γέροντας Νικόλαος: «Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὴν πίστη καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι,ὀφείλουν νὰ ἐμπιστεύονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον». Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει
τέτοια καρδιακὴ ἐμπιστοσύνη, κανένα ἔγγραφο καὶ καμμία
ὑπογραφὴ δὲν θὰ βοηθήσει. Ἐνῶ ζοῦσε ὁ πατήρ Νικόλαος,
θεωρούσαμε τὴν ἐξακρίβωση τῶν βιογραφικῶν του στοιχείων
ἐντελῶς ἀδύνατο πρᾶγμα. Γιὰ τὴν συνείδησή μας αὐτὸ ἦταν
ἀνεπίτρεπτο. Εἴχαμε ἐμπιστοσύνη σὲ κάθε λόγο τοῦ Γέροντα καὶ
τοὺς φυλάγαμε μὲ εὐλάβεια καὶ ἱερότητα στὴν μνήμη μας καὶ στὴν
καρδιά μας καὶ τίποτα ἀπὸ αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ Γέροντας, δὲν μᾶς
προκαλοῦσε ἔστω καὶ μία σκιὰ ἀμφιβολίας. Σήμερα ἔχει μείνει καὶ
διαφυλάσσεται στὰ ἔγγραφα, στὶς σημειώσεις, στὶς φωτογραφίες
καὶ στὰ βίντεο μόνο αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε Θέλημα Κυρίου καὶ
τὸ ὁποῖο ἐπιθυμοῦσε νὰ μᾶς μεταδώσει ὁ ἴδιος ὁ εὐλογημένος Γέροντας.
θέματα, ὅπως τὴν Ἁγιότητα τοῦ μάρτυρα Γρηγόριου τοῦ Νέου
(Ρασπούτιν) καὶ τοῦ πιστοῦ Τσάρου Ἰωάννη τοῦ Τρομεροῦ. Τώρα αὐτὰ τὰ θέματα εἶναι «σημεῖο φιλονικίας».
Ἡ συνείδησή μας είναι ήσυχη. Ὁ Γέροντας δὲν μᾶς
εὐλογοῦσε γιὰ τὶς μαγνητοσκοπήσεις καὶ βιντεοσκοπήσεις. Ζοῦσε
μὲ ἄλλες πνευματικὲς ἔννοιες καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ μετατρέπει
τὴν ψυχή του σὲ «γραφεῖο». Καὶ ἐμεῖς δὲν θέλαμε νὰ γίνουμε ὡς
«χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α' Κορ., 13.1), δὲν θέλαμε νὰ
«σαλπίσομεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς
συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις» (Μθ., 6.2)
Ὁ Μάρτυρας Γρηγόριος ὁ Νέος (Ρασπούτιν) κάποτε εἶχε πεῖ
στὸν ἀνταποκριτὴ μίας ἐφημερίδας, κατὰ τὴν διάρκεια μίας
συνέντευξης σχετικὰ μὲ τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν ὁμολογητῶν-
ὀνοματοδόξων: «Καὶ νά, ἔφτασαν ἐδώ. Λένε, πῶς δὲν μποροῦν νὰ
καταλάβουν, πῶς τὸ «Χριστός», εἶναι Ἅγιο Ὄνομα, ἐνῶ τὸ
«Ἰησοῦς» δὲν εἶναι; Ὁ πατὴρ Μισαὴλ ἦρθε καὶ τοὺς εἶπε
«ὑπέγραψε». Στὰ πνευματικὰ θέματα «ὑπέγραψε»; Άραγε πῶς
γίνεται στὴν Πίστη νὰ ὑπογράψει; Εἶναι ὁ Ἄθωνας καὶ ὄχι τὸ
ὑπουργεῖο. Καὶ αὐτοὶ εἶπαν σὲ αὐτούς, «ὑπέγραψε, ὑπέγραψε!»30
Τό ἴδιο ἔλεγε καὶ ὁ Γέροντας Νικόλαος: «Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος
ζεῖ σύμφωνα μὲ τὴν πίστη καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι,
ὀφείλουν νὰ ἐμπιστεύονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον». Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει
τέτοια καρδιακὴ ἐμπιστοσύνη, κανένα ἔγγραφο καὶ καμμία
ὑπογραφὴ δὲν θὰ βοηθήσει. Ἐνῶ ζοῦσε ὁ πατήρ Νικόλαος,
θεωρούσαμε τὴν ἐξακρίβωση τῶν βιογραφικῶν του στοιχείων
ἐντελῶς ἀδύνατο πρᾶγμα. Γιὰ τὴν συνείδησή μας αὐτὸ ἦταν
ἀνεπίτρεπτο. Εἴχαμε ἐμπιστοσύνη σὲ κάθε λόγο τοῦ Γέροντα καὶ
τοὺς φυλάγαμε μὲ εὐλάβεια καὶ ἱερότητα στὴν μνήμη μας καὶ στὴν
καρδιά μας καὶ τίποτα ἀπὸ αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ Γέροντας, δὲν μᾶς
προκαλοῦσε ἔστω καὶ μία σκιὰ ἀμφιβολίας. Σήμερα ἔχει μείνει καὶ
διαφυλάσσεται στὰ ἔγγραφα, στὶς σημειώσεις, στὶς φωτογραφίες
καὶ στὰ βίντεο μόνο αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε Θέλημα Κυρίου καὶ
τὸ ὁποῖο ἐπιθυμοῦσε νὰ μᾶς μεταδώσει ὁ ἴδιος ὁ εὐλογημένος  Γέροντας.
Οἱ σύγχρονοι καιροί, ἔγραφε ἁγιώτατος Αβέρκιος
(Τάουσεφ), εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Φιλαδελφείας, ὅπως
εἶχε εἰπωθεῖ στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου: «Καὶ τῷ
Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ Ἐκκλησίας γράψον· [...] οἶδά σου τὰ
ἔργα· ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς
δύναται κλεῖσαι αὐτήν· ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου
τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ Ὄνομά Μου. [...] ἔρχομαι ταχύ· κράτει
ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου». (Ἀποκ., 3.7-11).
Κύριο ἔργο μας τώρα εἶναι νὰ κρατήσουμε καὶ νὰ διαφυλάξουμε, ὅ,τι ἔχουμε...

Καλημερα, αγαπημενοι μου φιλοι! Καλη Κυριακη,να εχετε!Με μια αλλιωτικη φωτογραφια, σημερα! Το"χελιδονακι" μας, εγινε 26 χρονων! Εδω, καταθετει δαφνινο στεφανι, λιγα μετρα,απο τον τοπο,της θυσιας,του πατερα της, Ισαακ!!🇬🇷😪🌿ΑΘΑΝΑΤΟΣ🌿🇬🇷🇬🇷🇨🇾🇨🇾🇬🇷🇬🇷

Politika e osmanëve është e njëjtë gjatë shekujve: shndërroni kishat në xhami ose shkatërrojini ato.Foto;Kisha e Shën Anastasias në Gerani,Qipro Veriore (shek. XIX), është shembur në vitin 2008 dhe gurët e saj u përdorën si material ndërtimi.



«Ὁ κόσμος δὲν τὸ ἔχει ἀνάγκη»ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΌΛΑΟΣ ΓΚΟΥΡΓΙΑΝΩΦ



«Ὁ κόσμος δὲν τὸ ἔχει ἀνάγκη»


Γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς ὁ πατὴρ Νικόλαος ἦταν ὄχι μόνο Γέροντας-πνευματικός, ἀλλὰ ἀναπλήρωσε ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας, καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα. Δηλαδή, «τοῖς πᾶσι γέγονε τὰ πάντα», σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο... Αὐτὴ ἦταν ἡ
ἀληθινὴ πνευματικὴ συγγένεια, μὲ πνεῦμα καὶ μὲ πίστη. Τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς τὸν στήριζε ἀπὸ μόνη της ἡ ἴδια ἡ παρουσία του, ἦταν ἀρκετὸ ἁπλῶς νὰ βλέπουμε καὶ νὰ ἀκοῦμε τὸν Γέροντα.
Ἦταν ἀληθινὸς ποιμένας τοῦ Χριστοῦ καὶ μπορούσαμε νὰ ἐπαναλάβουμε τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα κάποτε εἶπε ὁ Ἀπόστολος
Φίλιππος στὸν Ναθαναήλ: «Ὅν ἔγραψεν Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται εὑρήκαμεν... Ἔρχου καὶ ἴδε...»
Θυμᾶμαι, πῶς παρακαλούσαμε τὸν Γέροντα: «Πάτερ, ή εὐλογημένη ζωή, ἡ πορεία Σας καὶ ὁ πνευματικός Σας ἀγῶνας, ὄχι
μόνο εἶναι διδακτικά, ἀλλὰ σωτήρια. Εἶναι ἀνάγκη γιὰ τὴν χριστιανικὴ τελειότητα νὰ τὰ γνωρίζει ὁ κόσμος. Βλέποντας τήν
εὐάρεστη στὸν Θεό ζωή Σας, τὸ πῶς ὑπομένατε τὶς θλίψεις καὶ τὶς
δοκιμασίες ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, γνωρίζοντας τὶς ἀληθινὲς
σκέψεις καὶ διδαχές Σας, πολλὲς ψυχὲς θὰ στερεωθοῦν. Εἴμαστε  ἀδύναμοι, Πάτερ, δὲν μποροῦμε χωρὶς ἐνίσχυση. Ἔχουμε ἀνάγκη
τὶς νουθεσίες Σας γιὰ στερέωση τῆς πίστεως. Γιὰ τὴν θεραπεία της
καρδιακῆς μας τύφλωσης καὶ γιὰ τὴν τελείωση...»
Ἐκεῖνες τις στιγμὲς δὲν ἦταν εὔκολο νὰ δεχτῶ τὰ λόγια τοῦ
πατρὸς Νικολάου: «ὁ κόσμος τοῦτος δὲν τὸ ἔχει ἀνάγκη». Ἀλλὰ νὰ
ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ ἔρχεται καὶ ἡ κατανόηση, γιατὶ ὁ Γέροντας τὸ
εἶπε. Σὲ ποιὸν ἀναφέρονταν τὰ λόγια τοῦ Γέροντα καὶ γιατί.
Ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ μακαριστοῦ Παΐσιου τοῦ
Ἁγιορείτου: «Ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μου εἶναι τὸ ὄνομά μου. Τὸ
μεγαλύτερο κακὸ μοῦ τὸ ἔχουν κάνει ὄχι οἱ ἐχθροί μου, ἀλλὰ οἱ γνωστοὶ καὶ οἱ φίλοι. Ἐὰν στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς ζωῆς μου
ἤξερα πῶς θὰ τελείωνε, θὰ ἔφευγα γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ θὰ γινόμουν μυστικὰ μοναχός... Κανεὶς δὲ θὰ γνώριζε γιὰ τὸ ὅτι εἶμαι μοναχὸς καὶ θὰ μποροῦσα νὰ ζῶ ἔτσι καὶ νὰ παραμένω ἄγνωστος».
Τέτοια ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς καρδίας τοῦ Γέροντα Νικολάου. Παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ παραμείνει μυστικὴ ἡ
ἐσωτερικὴ ζωή του. Καὶ ὁ Κύριος ἐκπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία τοῦ
Ἁγίου Του. Γιὰ τοὺς κοσμικούς τὸ μοναχικὸ ἀξίωμα τοῦ πατρὸς
Νικολάου, ὅταν ζοῦσε, ἔμενε μυστικό, ἐνῶ τὸ Ἀρχιερατικὸ ἀξίωμά
του ἄγνωστο. Ἀλλὰ ἡ ἄγνοια αὐτοῦ τοῦ μυστικοῦ, τοῦ ἐνδόμυχου
Σταυροῦ δὲν σήμαινε, ὅτι ὁ Γέροντας Νικόλαος δὲν τὸν
κουβαλοῦσε. Εὐλογώντας μὲ νὰ γράψω μετὰ τὴν κοίμησή του, γιὰ
ὅ,τι μᾶς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ γι' αυτόν, ὁ Γέροντας, ἄφησε διαθήκη νὰ
γράψουμε καὶ γιὰ τὸ μοναχικὸ καὶ γιὰ τὸ Ἀρχιερατικό του ἀξίωμα.
Ἦταν ὁ εὐλογημένος λόγος τοῦ Γέροντα καὶ ἦταν ἱερὸς γιὰ μᾶς.



Monastero del San Salvatore della Placa. Francavilla di Sicilia (XI sec).~ Iερά Μονή του Σωτήρος, εν Πλάκα της Σικελίας (11ος αιών).



~ Monastero del San Salvatore della Placa. Francavilla di Sicilia (XI sec).

~ Iερά Μονή του Σωτήρος, εν Πλάκα της Σικελίας (11ος αιών).
 
Poche notizie storiche illuminano sull’origine del monastero di S. Salvatore della Placa, che si lega indissolubilmente alla figura di S. Chremete, monaco nato durante la dominazione musulmana e vissuto tra le rovine di un antico convento non lontano da Francavilla di Sicilia. Il martirologio racconta l’incontro del monaco con Ruggero I, tra il 1080 e il 1093 d.C., al fine di restaurare il vecchio cenobio posto a nord dell’Etna e al limitare della cosiddetta foresta di Placa. Il conte pare accondiscendesse a tutte le richieste, ricostruendo il complesso in rovina, donando terre e fornendo anche libri. Seguendo, dunque, le indicazioni documentarie è lecito ritenere che il complesso precedente alla rifondazione normanna fosse un monastero sorto in epoca bizantina e giunto alla vigilia della liberazione dell’isola dal dominio musulmano in stato di rudere. Purtroppo della vita del S. Salvatore della Placa successivamente alla rifondazione normanna si conosce ugualmente poco. Nel 1130 il complesso entra a far parte dell’archimandritato del S. Salvatore di Messina e documenti inediti accennano ad alcuni igumeni. Il San Salvatore della Placa viene sicuramente retto da abati basiliani fino al 1457. Dalla seconda metà del XV sec. il monastero è soggetto a regime di commenda. Sembra che alle dipendenze del monastero vi fossero anche due chiese suffraganee, una di S. Paolo presso Maniace e un’altra presso un feudo omonimo in territorio di Randazzo. Probabilmente le strutture edilizie dovevano già da tempo minacciare rovina e, conseguentemente, intorno alla metà del XVIII sec. i monaci ottennero di essere trasferiti in luoghi più sicuri presso Francavilla di Sicilia, decretando così il definitivo e totale abbandono dell’ “arx placarum”. I ruderi del monastero sorgono su di un dado marnoso, piatto sulla sommità e accessibile solo ed esclusivamente da occidente. Per tre lati le pareti sono a strapiombo, gettandosi in un dirupo profondo centinaia di metri. I resti del complesso edilizio si riducono a poche macerie pericolanti. Gli ambienti principali sporgono verso oriente, lungo l’asse nord-sud, in contatto visivo con il castello di Francavilla. Ivi si distinguono un deambulatorio comune e alcuni vani di piccole dimensioni, probabilmente le celle dei monaci. Non lontano dovrebbe trovarsi l’ingresso principale del monastero e subito dopo tre vani a pianta quadrata. E’ inoltre possibile riconoscere la pianta rettangolare di una piccola chiesa con nartece quadrangolare e probabile abside poligonale, ricavato nella muratura della parete orientale. In questo luogo si riconoscono due sepolture: la prima, in parte inserita nella muratura, è addossata alla parete meridionale della chiesa, prossima ad un piccolo ingresso secondario; la seconda, accostata alla parete meridionale del nartece, è scavata nella roccia calcarea ed è coperta da una volta a botte. È ipotesi probabile che la chiesa sia il frutto di una ricostruzione a partire da un impianto originario di origine pre-normanna, probabilmente bizantina. Le due tipologie edilizie, che contraddistinguono il corpo di fabbrica della chiesa, farebbero ritenere che proprio in questo luogo un tempo abitasse una comunità cenobitica, forse sopravvissuta alla dominazione musulmana. Si tratta certamente di un complesso architettonico singolare, un unicum per tutta la Sicilia. L’isola, infatti, non offre altri esempi simili, anche perché conformazioni rocciose così particolari risultano rare. E’ possibile che un tempo il dado marnoso su cui ancor oggi sorge il castello di Castiglione avesse un aspetto simile a quello del S. Salvatore della Placa, cioè piatto alla sommità e isolato dall’ambiente circostante. Sarebbe, invero, doveroso richiamare alla mente un possibile confronto tra il monastero della Placa e i monasteri macedoni della regione detta delle “Meteore, presso la quale è possibile osservare complessi monastici sorti su alti e angusti speroni di roccia. Essi si presentano quasi del tutto isolati e accessibili solo per mezzo di scale a corda o instabili ponticelli di legno. La maggior parte di tali monasteri in Macedonia è sorta tra il XIII ed il XIV secolo d.C. Il monastero di San Salvatore della Placa presso Francavilla di Sicilia, che presenta caratteristiche del tutto simili, se non identiche agli impianti macedoni, ma edificato alla fine dell’XI secolo, potrebbe rappresentare un prototipo esportato, successivamente, dalla Sicilia alla Grecia.

Trasfigurazione, icona della Diocesi di Lungro.


"Infatti, non per essere andati dietro a favole artificiosamente inventate vi abbiamo fatto conoscere la potenza e la venuta del Signore nostro Gesù Cristo, ma perché siamo stati testimoni oculari della sua grandezza. Egli ricevette infatti onore e gloria da Dio Padre quando dalla maestosa gloria gli fu rivolta questa voce: «Questi è il Figlio mio prediletto, nel quale mi sono compiaciuto». Questa voce noi l'abbiamo udita scendere dal cielo mentre eravamo con lui sul santo monte". 
(Seconda Lettera di Pietro 1, 16-18)

~Trasfigurazione, icona della Diocesi di Lungro.
~ Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος. Εικόνα από τα Αρβανιτοχώρια της Καλαβρίας.

La tomba di San Clemente o Cremete di Placa in Sicilia.



~ La tomba di San Clemente o Cremete di Placa in Sicilia.

 ~ Ο τάφος του Οσίου Κλήμεντος της Πλάκας στην Σικελία.

"Un giorno alcuni monaci non vollero più ubbidire alla sua regola e pensarono di liberarsi di lui buttandolo giù dalla rocca. Ciò malgrado, Cremete sarebbe rimasto miracolosamente illeso e, da quel momento, cominciò ad essere considerato un santo.
Il santo, perdonò e benedisse i monaci che avevano attentato alla sua vita, e raccomandò a loro ed a tutti gli altri confratelli di disporre, al sopraggiungere della sua morte, il seppellimento del suo corpo dinnanzi alla porta del monastero di San Salvatore della Placa: non, dunque, in un sepolcro sontuoso ed onorifico, bensì in un “umile” fazzoletto di terra calpestato dai piedi umani. E da questa estrema dimora di San Cremete, in seguito scaturì miracolosamente una limpidissima fonte d’acqua".

ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΔΟΧΕΙΑΡΊΟΥ.ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΆ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΆ.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΟΎ ΣΙΝΑΙΤΙΚΟΥ ΜΕΤΟΧΊΟΥ ΚΑΘΊΣΜΑΤΟΣ ΚΟΙΜΉΣΕΩΣ ΘΕΟΤΌΚΟΥ ΑΛΕΠΟΧΏΡΙΟΥ ΜΕΓΆΡΩΝ.

ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΙΕΡΆΣ ΜΟΝΉΣ ΑΓΊΟΥ ΙΩΆΝΝΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΎ ΓΈΡΩΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΌΣ.ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΆ.

Να πάμε στις λειτουργίες πριν την καμπάνα, για να μας βρει η καμπάνα στον ναό. Γιατί ? Γιατί εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο ναό η Μητέρα του Θεού... ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ ΤΉΣ ΟΠΤΙΝΑ.

Η ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΊΑ.


Αυτός που δικαιολογείται όταν κάνει λάθη, μεταμορφώνει την καρδιά του σε δαιμονικό καταφύγιο και θα συνεχίσει να σφάλλει, αλλά ακόμα περισσότερο.  Αν δεν συντρίψει το εγώ του, θα συντριβεί από τον εγωισμό του χωρίς αποτέλεσμα.

 ~ Αγ.  Παΐσιος 

Ένας γέροντας μου είπε να σας πω:ΜΑ Σ'ΑΓΑΠΩ, ΕΙΠΕ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ

ΓΙΑ ΈΝΑ ΠΟΤΉΡΙ ΝΕΡΌ.




 Για ένα ποτήρι νερό

 Ένας 20χρονος σκεφτόταν μια μέρα ... τι να κάνω, σκέφτηκε, να παντρευτώ ή να γίνω μοναχός;

     Νομίζω ότι ό,τι και να διαλέξω δεν θα είναι εύκολο.  Αλλά αν γίνω μοναχός, όταν γεράσω ίσως να είμαι τόσο μόνος και άρρωστος που κανείς δεν θα είναι δίπλα μου να μου δώσει έστω και ένα ποτήρι νερό...Σκεπτόμενος έτσι, ο νεαρός έκανε ένα σχέδιο ότι καλύτερα να παντρευτώ.  Ήρθε η ώρα και παντρεύτηκε μια πολύ ωραία νεαρή γυναίκα.  Μαζί απέκτησαν 5 παιδιά τα οποία μεγάλωσαν πολύ σκληρά... όντας φτωχός αλλά φειδωλός άνθρωπος... δούλεψε πολύ για αυτά... Έμεινε και χήρος σε νεαρή ηλικία.  Έγινε γέρος με εγγόνια και δισέγγονα και απόλαυσε τον έρωτά τους.

    Ήταν ήδη 90 ετών και άρρωστος στο κρεβάτι.  Τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του ήταν γύρω από το κρεβάτι του πόνου και ο καθένας φρόντιζε να μην του λείπει τίποτα του γέρου 

 - Αγαπητοί μου, τους είπε, τώρα που ετοιμάζομαι να περάσω από αυτή τη ζωή θέλω να σας πω όλη μου τη ζωή... και ο γέρος τους είπε αυτό που θυμόταν... Κάποια στιγμή τους είπε και από εκείνη την περίοδο της νιότης του που βρισκόταν σε ισορροπία, που δεν ήξερε τι να κάνει, να γίνει μοναχός ή να παντρευτεί.  Και στο τέλος τους είπε τα εξής:

 - Αγαπητοί μου, δεν λυπάμαι που παντρεύτηκα, που είστε απόγονοί μου που με ευλόγησε ο ΘΕΟΣ, αλλά ξέρετε ποιο είναι το πιο περίεργο τώρα;!  που εδώ ανησυχούσα για ένα ποτήρι νερό στα νιάτα μου να μην το έχω στα γεράματά μου... και τώρα είμαι γέρος, άρρωστος και στο κρεββάτι μου... ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΨΩ ΚΑΘΟΛΟΥ...

 Ξέσπασαν όλοι σε γέλια.  Και ο γέρος επίσης.  :

 Συμπέρασμα.

 Μην ανησυχείς πολύ για πολλούς υπολογισμούς στη ζωή, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θα γίνουν όπως νομίζεις, μόνο όπως θέλει ο ΚΑΛΟΣ ΘΕΟΣ τους κανονίζει.

ΘΆ ΜΑΘΕΙΣ. ΠΑΤΉΡ ΧΡΥΣΌΣΤΟΜΟΣ ΦΙΛΛΙΠΕΣΚΟΥ



  "Και θα κλάψεις. Και θα λείψεις. Και θα μετανιώσεις. Και θα χάσεις. Και θα φύγεις. Και θα πονέσεις. Και θα μάθεις. Θα μάθεις να ζεις με αυτό Όλα. Θα μάθεις να ζεις με τα δάκρυα στο λαιμό σου. Και θα μάθεις να τα κλειδώνεις μακριά. Θα μάθεις να ζεις με τη λαχτάρα, ακόμα κι αν τη νιώθεις να σε ροκανίζει κάθε μέρα. Θα μάθεις να ζεις με τις τύψεις...παρά την πίεση που ασκούν στην ψυχή σου.Θα μάθεις να ζεις με τις απώλειες, ακόμα κι αν τα χέρια σου κρυώνουν...Θα μάθεις να ζεις με τον πόνο, ακόμα κι αν κάποια στιγμή θα νιώσεις ότι σε πνίγει. Θα μάθεις να χαμογελάς όταν νιώθεις ότι θέλεις να κλάψεις ή όταν είσαι πεσμένος. Θα μάθεις να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια και να αντιμετωπίζεις τα άδικα λόγια τους. Θα μάθεις να περπατάς ευθεία και με αυτοπεποίθηση. Θα μάθεις να κρύβεις κάθε ίχνος ανησυχίας και θα μάθεις να λες το περίφημο "είμαι καλά" όταν είσαι πραγματικά σκονισμένος. Θα μάθεις να ζεις με τη λήθη. Θα μάθεις να ξεχνάς... Θα μάθεις να αφήνεις τους ανθρώπους πίσω και  να συνεχίσεις τον δρόμο σου.  Θα μάθεις να είσαι δυνατός.  Η ζωή θα σου διδάξει κάθε μάθημα και αν δεν το μάθεις από την πρώτη, δεν πειράζει, θα το επαναλαμβάνει μέχρι να μπει στο αίμα σου.  Οπότε μην ανησυχείς, θα μάθεις!  Θέλοντας ή μη..."

        Αγαπητή ψυχή, πού βρήκες τόση δύναμη;  Από πού πηγάζει τέτοια δύναμη για να συγχωρείς και να συνεχίζεις να χαμογελάς, όταν ξέρεις καλά πόσα δάκρυα θα έπρεπε να ρίξεις;  Που έχεις ελπίδες;  Πού μαζεύεις ακόμα τη δύναμη και το κουράγιο σου για να ονειρεύεσαι;  Από πού;  με εκπλήσσεις...

Πατήρ Χρυσόστομος Φιλλιπεσκου.

Η ΦΙΛΊΑ.



«Ακόμη και στη σιωπή, ο διάλογος των καρδιών δεν χρειάζεται προϋποθέσεις, αλλά μόνο τη χαρά της προσφοράς, του μοιράσματος.  Η φιλία χτίζεται σιγά σιγά, τούβλο τούβλο, από τον ήλιο και τις βροχές της καρδιάς, από τα κομμάτια του χρόνου που περνάμε μαζί.
     Η φιλία δεν τελειώνει όταν δεν έχεις τίποτα να μοιραστείς, απλά αρχίζει.
     Η φιλία, η αγάπη δεν γερνάει!  Οι φίλοι μας δείχνουν το φως όταν βλέπουμε σκοτάδι, χαμογελούν όταν όλοι γύρω μας είναι συνοφρυωμένοι, σκουπίζουν τα δάκρυά μας, χαϊδεύουν το κεφάλι μας και φιλούν το μέτωπό μας.
     Μας προσφέρουν μαντήλια, μας σκουπίζουν τα δάκρυα με το πίσω μέρος των χεριών τους, μας καλούν να χορέψουμε.
     Οι φίλοι σε δέχονται όπως ο ήλιος, ο ωκεανός, το φεγγάρι, τα δέντρα, η γη.

 Άνθρωπε να είσαι χαρούμενος οπου είσαι!»

 Πατήρ Χρυσόστομος Φιλιπέσκου

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Κάποτε, ένα πνευματικό παιδί του γέροντα Αμβρόσιου τον ρώτησε.."


"Κάποτε, ένα πνευματικό παιδί του γέροντα Αμβρόσιου τον ρώτησε.."

--Σε ποιό μέρος της Θείας Λειτουργίας συγκινιόσουν, ένιωθες τον Θεό Γέροντα ;
Στό "Αξιόν  εστίν ως αληθώς"
 παιδί μου, απάντησε..
Γιατί εκεί ;
Διότι έβλεπα την Κυρία  Θεοτόκο και τον 
Υιόν της ολοζώντανους..

Γέροντας Άμβρόσιος Λάζαρης 

(Φωτογραφία ο Γέροντας Αμβρόσιος με τον μακαριστό Σιατίστης Αντώνιο)

Ο ΛΗΣΤΉΣ






«Τα χάπια του είναι εδώ. Στις 10 να του δώσεις μισή μπανάνα κι ένα αχλάδι. Το μεσημεράκι να φάει νωρίς. Μη του δώσεις όμως από το δικό μας, ίσως τον πειράξει. Το δικό του φαγητό είναι στο τάπερ με το μπλε καπάκι στο ψυγείο. Ζέστανέ το στο φούρνο μικροκυμάτων. Να το ζεστάνεις όμως, όχι να το βάλεις στην Κόλαση! Μην τον αφήσεις να κοιμηθεί αμέσως μετά το φαγητό! Βάλε του να δει καμιά εκπομπή στην τηλεόραση, να ξεχαστεί. Για ό,τι άλλο προκύψει, κάνε μου αναπάντητη στο κινητό. Μην το κλείσεις αμέσως! Άσε το να χτυπήσει δυο φορές και θα σε πάρω». Η μεσόκοπη γυναίκα είπε όλες τούτες τις φράσεις με μια ανάσα.  Ύστερα έσκυψε, φίλησε βιαστικά στο κεφάλι τον ηλικιωμένο άνθρωπο πού ’στεκε αμίλητος και ανέκφραστος, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από το σεκρετέρ, άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε.

Η Σούζυ, η νεαρή γυναίκα που έκανε συντροφιά στον παππού και ταυτόχρονα μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε, όσο έλειπαν οι δικοί του από το σπίτι, έκατσε νωχελικά στην πολυθρόνα, δίπλα στο κρεβάτι του. Έβγαλε από την τσέπη το κινητό της, το άνοιξε μηχανικά, ύστερα το έκλεισε και το ξανάβαλε στην τσέπη. Έχει καιρό τώρα που ο γαμπρός του παππού άλλαξε τον κωδικό του wifi και δεν της τον έδωσε.

Τη θυμάμαι με φρίκη εκείνη τη μέρα. Είχε κάνει βιντεοκλήση στη μητέρα της κι εκείνη της έβαλε τα δυο παιδιά της να της τραγουδήσουν το τραγούδι που θα έλεγαν στη γιορτή του σχολείου τους. Με κόπο συγκρατιόταν να μην κλάψει. Η μικρή της κόρη με μια φωνή βελούδινη, μεταξένια τραγουδούσε στα Φιλιπιννέζικα ένα παραδοσιακό τραγούδι «Μαζεύω τις στάλες τις χαράς μου για όταν θα γυρίσεις από την ξενιτιά». Κόμπος έγινε στο λαιμό η λαχτάρα της και τα μάτια της λαμπύριζαν παράξενα. Σαν τέλειωσε το τραγούδι και αντάλλαξαν ψηφιακές αγκαλιές και φιλιά, έκλεισε το τηλέφωνο με την ίδια πάντα φράση «θα έλθω σύντομα αγάπες μου». Ύστερα μάζεψε τα κομμάτια της και έκανε αναζήτηση στο YouTube  όσα παραπονιάρικα τραγούδια της πατρίδας της θυμόταν. Τραγούδια της ξενιτιάς, του αποχωρισμού… Έβαλε την ένταση στο φουλ κι έκλαιγε με την ψυχή της. Η αλήθεια είναι πως τα δυο παιδιά της ζούσαν πριγκιπικά με τα χρήματα που τους έστελνε. Ούτε όμως, το ιδιωτικό σχολείο που πήγαιναν ούτε οι ευκαιρίες που είχαν ήταν τόσο δυνατές για να γείρει η ζυγαριά που ’χε βαρύνει από τον καημό της να τα δει από κοντά. Κάποια στιγμή στέρεψε το κλάμα, κουράστηκε η ψυχή κι έκλεισε το κινητό της. Τότε ήταν που άκουσε τον παππού να βογκάει. Έτρεξε αλαφιασμένη στο δωμάτιό του και τον βρήκε ανάσκελα ανάμεσα στο κρεβάτι και την πολυθρόνα. Όταν κατάφερε και τον σήκωσε, τον κοίταξε έντρομη. Αλλά ο παππούς χαμογελούσε. «Ευτυχώς» της είπε. «Δεν έπαθα τίποτα». Όταν ήρθε η κόρη του από τη δουλειά, στην αρχή τής το έκρυψε. Αλλά το μελανό σημάδι λίγο πιο κάτω από τον αγκώνα του δεξιού χεριού μαρτυρούσε την προσπάθειά του να προστατέψει το κεφάλι του την ώρα που έπεφτε και κάθε απόπειρα να μην μαθευτεί το γεγονός ήταν μάταιη.

Η κυρία Χριστίνα έγινε έξαλλη. Απαιτούσε να μάθει όλες τις λεπτομέρειες του ατυχήματος. Και τις έμαθε, αφού η Σούζυ στην προσπάθειά της να κρυφτεί, έπεσε σε αντιφάσεις. Η τιμωρία ήταν άμεση και αυστηρή. «Για να μη σε στείλω από κει που ήρθες, το wifi θα κοπεί» της είπε εκνευρισμένα. Και το ίδιο βράδυ ο κύριος Πάνος, ο γαμπρός του παππού, άλλαξε τον κωδικό και τον έκανε ισχυρό, πολύ ισχυρό, με γράμματα, αριθμούς και σύμβολα. Η Σούζυ που φοβόταν πολύ χειρότερα, δεν ανησύχησε με τούτη την απαγόρευση. Την άλλη μέρα πήρε μια κάρτα από το περίπτερο και μια χαρά πλοηγήθηκε στον κόσμο του internet. Και ξανάβαλε τα παραπονιάρικα τραγούδια στο YouTube. «Κι ας τρώνε πολλά δεδομένα …» μουρμούρισε. Μόνο που η ένταση τώρα ήταν πιο χαμηλή. Η κάρτα ωστόσο, σώθηκε σε τρεις μέρες και αναγκάστηκε να βάλει καινούργια. Με το ρυθμό και το νταλκά που είχε, έφαγε τρεις κάρτες σε μια βδομάδα. Τότε συνειδητοποίησε πως είχε ξοδέψει ένα ποσό που δεν λογάριαζε και θα έστελνε μετρούσε λιγότερα χρήματα στον υπάλληλο της Western Union από όσα έδινε συνήθως. Μέχρι να βρει λύση έκανε υπομονή. Έλεγε καμιά κουβέντα παραπάνω με τον παππού, έβλεπε καμιά χαζοεκπομπή στην τηλεόραση και περνούσε η ώρα του μεσημεριού.

Σήμερα ο παππούς ήταν πεσμένος. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες ούτε ήθελε τηλεόραση. Προσπάθησε να του πιάσει την κουβέντα. «Το διπλανό σπίτι ξενοικιάστηκε. Ήρθαν άλλοι τώρα. Μα δεν είναι ξένοι. Ένας παπάς ήρθε με μια γυναίκα και τρία παιδιά».

Ο παππούς άξαφνα σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε έντονα. «Ναι, για το διπλανό σπίτι σου μιλάω» είπε εκείνη. «Το airbnb». «Ναι, κατάλαβα» είπε εκείνος. «Το ΑΤΜ». Η Σούζυ δεν γέλασε. Ήξερε πως ο παππούς δεν το είχε με τα αγγλικά και δυσκολευόταν πολύ να αποστηθίσει ακρωνύμια που έχουν εισβάλλει δυναμικά στην καθημερινότητα τα τελευταία χρόνια. Το μόνο που κατάφερε να λέει σωστά ήταν το ΑΤΜ, από τον καιρό που ένα πρωί όλη η χώρα ξύπνησε με κλειστές τράπεζες και ξεροστάλιαζαν όλοι στα μηχανήματα ανάληψης για να πάρουν τα λίγα χρήματα που επέτρεπε το σύστημα. Τότε έδωσε στην κόρη του την καταχωνιασμένη κάρτα του για να πάρει ως συνδικαιούχος, όσα χρήματα μπορούσε από τη σύνταξή του. Από τότε όλα τα ξένα ακρωνύμια τα έλεγε ΑΤΜ. Και όλοι το είχαν συνηθίσει και κανείς δεν  γελούσε.

Η είδηση που του έφερε η Σούζυ τον αναστάτωσε. Το διπλανό τους σπίτι από τότε που χτίστηκε ήταν προορισμένο να στεγάσει ξένους. Βλέπεις η κωμόπολη στην οποία ζούσαν είχε παγκοσμίως ισχυρό brand name από τα αρχαία που βρέθηκαν στις ανασκαφές των αρχών του 20ου αιώνα κι όλη η ζωή τους περιστρεφόταν γύρω από τον τουρισμό. Αυτή ήταν η βαριά βιομηχανία της περιοχής τους. Ολάκερες οικογένειες ζούσαν από αυτή: ξεναγοί, υπάλληλοι ξενοδοχείων, εργαζόμενοι εστίασης, ιδιοκτήτες καταστημάτων με souvenir, ταξιτζήδες, ιδιοκτήτες αμαξών κι ένα σωρό άλλα επαγγέλματα, όσα η ευφυία -ή και η κουτοπονηριά- του Νεοέλληνα εφευρίσκει.

Στο διπλανό σπίτι, ένα γουστόζικο τεσσάρι με κήπο, μπάρμπεκιου και τεράστια αυλή με μουριές, έμεναν συνήθως οικογενειάρχες κάθε εθνικότητας που είχαν όνειρο ζωής να γνωρίσουν από κοντά ένα από τους πιο διάσημους αρχαιολογικούς χώρους του πλανήτη και να περάσουν 3-4 μέρες με εκδρομούλες και επισκέψεις στα πέριξ αξιοθέατα. Παπάς, όμως πρώτη φορά έτυχε ένοικος στο σπίτι.

«Άκουσα να μιλάνε και κατάλαβα πως έρχονται από μακριά, από την Αμερική» συμπλήρωσε η Σούζυ σαν είδε το ενδιαφέρον του παππού για τον νέο τους γείτονα.

«Έχουν έλθει μέρες;» ρώτησε εκείνος.

«Ήλθαν προχτές» απάντησε η Σούζυ, θέλοντας να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά πως δεν της ξεφεύγει τίποτα από τη γειτονιά ούτε καλό ούτε ύποπτο.

«Άραγε θα φύγουν αμέσως;»

«Θα τους ρωτήσω» είπε με σιγουριά η Σούζυ.

«Πώς; Αφού ούτε καλημέρα δεν έχετε πει» απάντησε ο παππούς.

Η Σούζυ το εννοούσε πως θα βρει τρόπο να μάθει και το πέτυχε. Το ίδιο μεσημέρι βγήκε από την πόρτα της κουζίνας και βλέποντας πίσω από το φράχτη ένα μικρό κοριτσάκι να παίζει αμέριμνα στην κούνια, της είπε τάχα αδιάφορα:

«Welcome!»

«Γεια» απάντησε με αθωότητα κείνο στα ελληνικά και δυο αθώα γαλανά μάτια στράφηκαν προς το σπίτι.

«Ντάντυ, ένα κορίτσι».

«Καλημέρα πάτερ! Ευλογείτε!» χαιρέτησε η Σούζυ με σεβασμό, κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση. Είχε μάθει από τα αφεντικά της να σέβεται τα πιστεύω του άλλου, ακόμα κι αν δεν ταιριάζουν με τα δικά της.

Η συνέχεια ήταν προκλητικά ευνοϊκή. Ο παππούλης με μεγάλη χαρά αποδέχθηκε το γεγονός πως από την τρίτη μέρα γνωρίστηκε με τους γείτονες ή τέλος πάντων με την υπηρέτρια. Έμαθε στη συνέχεια την ύπαρξη του παππού, μα δίσταζε να ζητήσει να τον δει. Του έστειλε μόνο χαιρετίσματα και μια εικονίτσα της Παναγίας, ευλογία -λέει- από το Μοναστήρι στην Αριζόνα.

Ο παππούς που δεν είχε ιδέα αν στην Αριζόνα υπήρχε μοναστήρι, ενθουσιάστηκε όταν πήρε την εικονίτσα.

«Πες του να έλθει αύριο εδώ!» είπε στη Σούζυ.

Εκείνη συννέφιασε απότομα. «Κι αν το μάθει η κυρία; Πως ήλθε ξένος άνθρωπος στο σπίτι; Α πα πα! Φοβάμαι…»

«Πες του και θα σου δώσω μεγάλο δώρο!» είπε αυθόρμητα εκείνος, δίχως να πολυσκεφτεί τι έταζε.

«Τι θα μου δώσεις;» είπε βαριεστημένα εκείνη. «Λεφτά δεν έχεις, λογαριασμούς, κάρτες, όλα τα έχει η κυρία. Τα κοσμήματα της μακαρίτισσας τα έχει φυλαγμένα καλά. Τι θα μου δώσεις;»

«Πες του να ’ρθει και δε θα βγεις ζημιωμένη» της είπε σοβαρά.

Λίγο η περιέργεια, λίγο η λαχτάρα της μήπως βρεθεί ξανά ανέξοδος τρόπος επικοινωνίας με τα παιδιά της, η Σούζυ κανόνισε και ο νέος γείτονας χτύπησε την πόρτα τους το επόμενο πρωί. Τον συνόδευε η πρεσβυτέρα, μια νεαρή όμορφη κοπέλα που κρατούσε στην αγκαλιά της το μικρό τους παιδί.

Τους έμπασε γρήγορα στο σπίτι και τους πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του παππού. Εκείνος ανασηκώθηκε από το κρεβάτι και με λαχτάρα φίλησε το χέρι του παππούλη. «Δόξα τω Θεώ!» είπε ανακουφισμένος. Και κάνοντας νόημα στη Σούζυ να τους αφήσει μόνους στράφηκε προς τον ιερέα και είπε σιγανά, ψιθυριστά: «Έχω πατήσει τα 93. Όπου να ’ναι έρχεται το express να με πάρει. Έχω όμως μια εκκρεμότητα. Ο Θεός σε έστειλε. Θέλω να εξομολογηθώ».

Ο νεαρός ιερέας που δεν περίμενε την τροπή της επίσκεψης, τον κοίταξε ίσια στα μάτια κι η καλοσύνη όλη της ψυχής του είχε ανέβει ως τα εκεί και ξεχείλιζε.

«Πότε;» ψιθύρισε.

«Τώρα, μπορείς;» είπε παρακαλετά ο παππούς.

Ο ιερέας έκανε νόημα στην πρεσβυτέρα. Εκείνη έφυγε βιαστικά κι όταν γύρισε κρατούσε μια μικρή πάνινη τσάντα που ’ταν μέσα τυλιγμένο το πετραχήλι. Ύστερα αθόρυβα βγήκε από το δωμάτιο και πήγε προς το σαλόνι που ήταν η Σούζυ.

Ο ιερέας με αργές κινήσεις φόρεσε το πετραχήλι. Ψιθύρισε μια προσευχή κι ύστερα κατέβασε τα μάτια.

«Είμαι ληστής» είπε θαρρετά ο παππούς. «Έχω ληστέψει πολύ κόσμο, πολλούς πλούσιους κι αμέτρητους φτωχούς».

Ο ιερέας δεν μίλησε. Με κατεβασμένα μάτια μόνο άκουγε. Μόνο το δεξί του χέρι χώθηκε στην τσέπη του ράσου κι αναδεύτηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα τα χείλη κινήθηκαν ανεπαίσθητα στο ρυθμό των δακτύλων που κόμπο – κόμπο μετρούσαν τα δάκρυα μιας ψυχής και δέονταν γι’ αυτήν.

«Εργάστηκα 35 χρόνια στην Πολεοδομία, την πιο διεφθαρμένη υπηρεσία του δημοσίου, όπως λέει ο κόσμος και όχι άδικα. Στην αρχή ήμουν ένα απλός υπάλληλος. Ύστερα με τα χρόνια το δεξί χέρι του προϊσταμένου. Στη δουλειά και στην παγαποντιά. Εκείνος έκανε τις ρεμούλες κι εγώ ήμουν ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα σ’ εκείνον και στον κόσμο.

»Εκατοντάδες, χιλιάδες υποθέσεις. Από τις πιο απλές ως τις πιο δύσκολες. Δεν υπήρχε ταρίφα. Όσο πιο γρήγορα έπρεπε να βγει η απόφαση, τόσο ανέβαινε το κόστος του “γρηγορόσημου”. Δεν ήθελε κάποιος να πληρώσει; Ε, τότε θα αργούσε πολύ, πάρα πολύ η υπόθεσή του: μήνες, χρόνια. Μέχρι να έλθει παρακαλετός και να πει: “Όσα θέλετε, σας τα δίνω, αρκεί να βγει η απόφαση”.

»Την πρώτη φορά που πήρα χρήματα μού φάνηκε πως είχαν βγει από το φούρνο. Έκαιγαν. Τα χέρια μου ιδρώσανε. Ήταν 200.000 δραχμές, όταν ο μισθός μου ήταν 100.000 δραχμές. Δυο μηνιάτικα, έτσι για πλάκα, δώρο! Δεν ήξερα τι να πω στη γυναίκα μου που ήταν και θεοφοβούμενη. Τα έκρυψα. Έπειτα ήρθαν κι άλλα λεφτά. Κάποια στιγμή δεν ήξερα τι να τα κάνω. Έπρεπε να τα φανερώσω. Τότε έσκασε το οικόπεδο στην παραλία. Το είχε κατασχέσει η τράπεζα από έναν κακομοίρη που δεν είχε λεφτά να πληρώσει το δάνειο, γιατί τον σχολάσανε. Μας ειδοποίησε ο διευθυντής της Τράπεζας -που είχε μεγάλη υποχρέωση στον δικό μου προϊστάμενο- και το χτύπησα σε πλειστηριασμό (ο Θεός να τον κάνει πλειστηριασμό!) Το φανέρωσα στη γυναίκα μου σαν δήθεν ευκαιρία και της είπα πως πήρα δάνειο από τη δουλειά.

»Στη συνέχεια έβαλα μπρος το σπίτι. Όλοι οι μηχανικοί ήταν δικοί μας. Οι άδειες βγήκαν αμέσως -κι ας ήταν στη ζώνη του αιγιαλού- και με ελάχιστη χρέωση. Ο μηχανικοί, οι εργολάβοι έκαναν τις πιο οικονομικές τιμές. Ας έκαναν κι αλλιώς, θα κοβόντουσαν με το μαχαίρι οι απαιτήσεις των πελατών τους. Όλοι κι όλα ήταν στο μεγάλο κόλπο.

»Η μεζονέτα χτίστηκε, διακοσμήθηκε, επιπλώθηκε, έγινε του κουτιού. Με τα χρήματα του απλού λαού. Που τους τα έφαγα σιγά - σιγά επί ολόκληρα χρόνια. Η γυναίκα μου ήταν περήφανη για μένα, δεν είχε υποψιαστεί το παραμικρό».

Εδώ ο παππούς έκανε μια μικρή παύση, σαν το αεροπλάνο που σταματά για λίγο στον τελικό διάδρομο απογείωσης, παίρνει φόρα κι αφήνει ό,τι γήινο πίσω του.

«Το Σεπτέμβρη του 95 έγινε ο μεγάλος σεισμός. Οι σεισμολόγοι όλα τα χρόνια έλεγαν για επικίνδυνα και σαθρά εδάφη που ήταν ακατάλληλα για οικοδομές, αλλά ποιος τους άκουγε; Όλα τα σπίτια που ’χαν χτιστεί δίπλα στην αμμουδιά τσακίστηκαν, κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Το δικό μου δε στάθηκε εξαίρεση. Όταν φτάσαμε -μας είχε βρει ο σεισμός στο δρόμο- η στέγη με τα κεραμίδια είχε γείρει κι είχε ακουμπήσει στο γκαζόν. Πόρτες, παράθυρα, έπιπλα είχαν γίνει ένα με τους γκρεμισμένους τοίχους.

»Τότε ξύπνησα για πρώτη φορά. Τότε είπα “αυτό ήταν η τιμωρία μου”. Η γυναίκα μου μόλις αντίκρισε το θέαμα σταυροκοπήθηκε και ξέσπασε σ’ ένα βουβό κλάμα. Η μοναχοκόρη μας έφυγε βρίζοντας. Μόνο εγώ ήμουν απολύτως ατάραχος. Ήξερα πως αυτό το σπίτι χτίστηκε στο σαθρό έδαφος της αδικίας κι ήταν η μοίρα του να χαθεί.

»Όσα δεν χάλασε ο σεισμός, τα αποτελείωσε η θάλασσα. Ένα δυνατό μπουρίνι μπήκε και αφάνισε ό,τι είχε απομείνει. Το κύμα ταξίδεψε τα οικοδομικά υλικά, τα έπιπλα κι όλα τα απομεινάρια της αδικίας, σαν αν ήθελε να τα εξαλείψει από προσώπου γης.

»Το (τότε) Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος αρνήθηκε να καταβάλλει αποζημιώσεις για έκνομες οικοδομικές πράξεις. Τώρα στο -μη πλέον οικοδομήσιμο- οικόπεδο έχουν κάνει κατοικία γλαροπούλια που παίζουν αμέριμνα μέσα στις καλαμιές που έχουν καλύψει τα πάντα.

»Θα μπορούσε να έχει τελειώσει εδώ η ιστορία της αδικίας. Αν δεν συνέβαινε κάτι που με τάραξε συθέμελα. Ήταν ένα βράδυ πριν από ενάμιση χρόνο. Δεν είχα ύπνο. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι, όταν θυμήθηκα πως η συγχωρεμένη η γυναίκα μου -μας άφησε εδώ και τέσσερα χρόνια- τα βράδια πριν τηνε πάρει ο ύπνος έβαζε σιγανά κι άκουγε έναν εκκλησιαστικό ραδιοφωνικό σταθμό  που ’χε αναμετάδοση στην περιοχή μας. Άνοιξα το λοιπόν, το μικρό ραδιοφωνάκι που ’ταν ακόμα ακουμπισμένο στο κομοδίνο της. Ήταν συντονισμένο στην ίδια συχνότητα από τότε. Χαμήλωσα την ένταση για να μην ενοχλήσω τους υπόλοιπους στο σπίτι και έστησα αυτί.

»Μια γλυκιά γυναικεία φωνή συνομιλούσε με κάποιον ηλικιωμένο κύριο που φαινόταν πως είχε μεγάλη μόρφωση, όχι μονάχα ανθρώπινη. Δεν κατάλαβα αμέσως για ποιο πράγμα μιλούσαν, θυμάμαι όμως πως τινάχτηκα σαν άκουσα τον ηλικιωμένο κύριο να λέει στη γυναίκα: “Παιδί μου, ξεχνάμε πως άλλο είναι η ανθρώπινη δικαιοσύνη κι άλλο το δίκιο του Θεού. Ο ληστής που ’ναι χωμένος στη φυλακή για χρόνια όταν αποφυλακιστεί, θα είναι εντάξει με τον ανθρώπινο νόμο. Με το Θεό όμως, δεν έχει κλείσει λογαριασμό. Και ίσως τον περιμένει ο Θεός και του παρατείνει τα χρόνια, για να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία μετάνοιας. Για να μη χαρεί ο διάβολος σαν σταθεί η ταλαίπωρη ψυχή του μπροστά στο θρόνο του Πανάγαθου”.

»Παππούλη μου, εκείνη την ώρα ένιωσα πως για μένα τα έλεγε ο ηλικιωμένος σοφός κύριος. Πως ήταν ένα σημάδι και μου έλεγε: “Πέρασες τα 90 κι ακόμα χρωστάς στο Θεό”. Ταράχτηκα. Εκείνη τη νύχτα ένιωσα πως ο Θεός με άφησε να ζήσω ως τα τώρα, για να προλάβω και να πω το μεγάλο κρίμα μου πριν το χώμα αφανίσει την ύπαρξή μου.

»Πρέπει να σου πω, πως μετά το σεισμό ξεκίνησα να πηγαίνω εκκλησία, να εξομολογούμαι, να μεταλαβαίνω. Αυτό όμως, το μεγάλο κρίμα δεν μπορούσα να το πω. Φοβόμουν. Ο τόπος εδώ είναι μικρός. Ο παπάς, καλός δε λέω, αλλά … Ο γαμπρός μου είναι ο τωρινός προϊστάμενος της Πολεοδομίας. Η κόρη μου έχει δικό της τεχνικό γραφείο. Τα δυο παιδιά τους σπουδάζουν στο Πολυτεχνείο. Φαντάζεσαι τι θα γινόταν αν -ὅ μοι γένοιτο- του ξέφευγε του παπά και έλεγε κάτι;

»Παρακαλούσα την Παναγία να στείλει κάποιον που να μην ξέρει κανέναν εδώ και να πάω να εξομολογηθώ. Και περίμενα … Περίμενα … Μήνες … ενάμιση χρόνο».

«Πόσο καιρό έχεις να κοινωνήσεις;» διέκοψε ήσυχα ο ιερέας.

«Από τότε που ξεκίνησε η πανδημία. Δεν με αφήνουν. Φοβούνται μην κολλήσω. Έτσι που μου ’ρχεται κάποια μέρα να πω της κοπέλας να καλέσει ένα ταξί και να πάω κρυφά. Μα … ούτε και να νηστέψω μπορώ. Εκείνοι κανονίζουν τα πάντα για μένα. Τι τρώω, τι φάρμακα παίρνω, τι κάνω …»

Ο παππούς σταμάτησε και κοίταξε στα μάτια τον ιερέα. Ύστερα τα έκλεισε σαν να του ’πε: «Τώρα η σειρά σου».

Δεν μίλησε για πολύ ο ιερέας. Μόνο στο τέλος είπε τονίζοντας μια - μια τις λέξεις: «Μπάρμπα Σπύρο, την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ, πήγα και βρήκα τον ιερέα της ενορίας σας. Χάρηκε πολύ και μάλιστα μεθαύριο που είναι του Σωτήρος, με παρακάλεσε να  λειτουργήσω στην ενορία σας, γιατί πρέπει να φύγει με την παπαδιά στην Αθήνα, για ένα θέμα υγείας της και το είχε έγνοια που θα άφηνε την ενορία χρονιάρα μέρα. Μετά τη Λειτουργία θα έλθω εδώ να σε κοινωνήσω».

Ο παππούς τον κοίταξε χωρίς να μιλά. Με έκπληξη και ευγνωμοσύνη συνάμα. Ο ιερέας έγειρε και άπλωσε το πετραχήλι απαλά πάνω στο γέρικο κεφάλι του παππού…

Την Παρασκευή 6 Αυγούστου του 2021, ανήμερα του Σωτήρος ο παππούς που περίμενε ενάμιση χρόνο αυτή τη στιγμή, μετέλαβε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Ύστερα, πιστός στην υπόσχεσή του, άνοιξε το μπλε χοντρό βιβλίο που ’χε στη Βιβλιοθήκη του και πήρε από μέσα 530€, όσα είχε προλάβει να κρύψει προτού η μονάκριβη θυγατέρα του ελέγχει ολοκληρωτικά τη ζωή του. «Έλα» είπε στη Σούζυ. «Πάρε κι εσύ το δώρο σου και σ’ ευχαριστώ πολύ!»

Εκείνη δεν πίστευε στα μάτια της. Το ποσό ήταν υπερβολικά μεγάλο για την εξυπηρέτηση που του έκανε. Ύστερα άρχισε να αναρωτιέται και να ψάχνει απαντήσεις. «Πού τα βρήκε τόσα χρήματα ο παππούς; Μήπως υπήρχαν πολλά χρήματα στο σπίτι;» Αυτά κι άλλα πολλά τριβέλιζαν το μυαλό της κι απάντηση ικανοποιητική δεν έβρισκε. Η απορία έδωσε τη θέση της στην πονηριά κι η πονηριά στην θρασύτητα.

«Θα μου δώσεις κι άλλα!» του είπε ξεδιάντροπα την άλλη μέρα.

«Μα πού να τα ’βρω;» είπε εκείνος απορημένος.

«Αν δεν μου δώσεις, θα σε μαρτυρήσω ότι έχεις λεφτά κι ότι έφερες τον παπά μέσα στο σπίτι».

Ο παππούς είπε ήσυχα: «Όσα είχα στα έδωσα. Τι θα πεις για τον ιερέα; Ότι εσύ του άνοιξες την πόρτα;».

Η Σούζυ ένιωσε πως χάνει έδαφος και δεν το ήθελε με τίποτα. Αποφάσισε να βγάλει τον άσσο από το μανίκι και να τον ρίξει στο τραπέζι.

«Άκουσα τι είπες στον παπά». Ο άσσος ήταν ψεύτικος, ανύπαρκτος, τίποτα δεν είχε ακούσει, μόνο καταλάβαινε πως ο παππούς είπε κάτι σημαντικό στον παπά.

Στο άκουσμα της φράσης ο παππούς πάγωσε. Δεν τον ένοιαζε να μαθευτεί το κρίμα του. Εξάλλου, όλα τα χρόνια κάποιοι της πιάτσας σιγοψιθύριζαν πως η Πολεοδομία δεν ήταν και η πιο διάφανη υπηρεσία του Δημοσίου. Το γαμπρό του και την κόρη του όμως… Δεν ήθελε με τίποτα να τους καταστρέψει. «Μικρό χωριό, κακό χωριό» λέει ο λαός. Μικρή ήταν η πόλη τους. Το παραμικρό όμως, έκανε το γύρο στις γειτονιές και τα καφενεία και συζητιόταν μέχρι να έλθει κάτι άλλο που θα το σκέπαζε.

Η ύαινα σκάναρε το φόβο στα μάτια του θύματος και έριξε τη χαριστική βολή: «Αν δεν μου δώσεις κι άλλα χρήματα μέχρι τη Δευτέρα, εγώ θα τα πω όλα».

Την Κυριακή έφυγε για το καθιερωμένο ρεπό της. Ο παππούς ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Είχε φτάσει βράδυ και ακόμα δεν ήξερε τι να κάνει. Βυθισμένος στις σκέψεις του δεν άκουσε το τηλέφωνο που χτύπησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα όταν η τσιριχτή φωνή της θυγατέρας του τον αφύπνισε: «Και τι θα κάνω εγώ τώρα; Ποιος θα κάτσει μαζί του όλο το πρωί; Αλίμονό μου!»

Από τα μισόλογα και τις αντιδράσεις της κατάλαβε πως η Σούζυ, ύστερα από την Κυριακάτικη έξοδό της μαζί με άλλες ομοεθνείς της, παραπάτησε και στραμπούληξε άσχημα το πόδι της. Την είχαν μεταφέρει εσπευσμένα στο Νοσοκομείο όπου της τοποθέτησαν γυψονάρθηκα, τον οποίον θα αφαιρούσαν μετά της Παναγίας!

Είδε κι έπαθε να πείσει τη θυγατέρα του πως δεν χρειαζόταν να πάρει κι άλλη άδεια για να τον προσέχει, πως δεν θα κουνούσε ρούπι από το κρεβάτι (ας είναι καλά οι πάνες ακράτειας!), πως θα έπαιρνε τα φάρμακά του την ώρα που θα του τηλεφωνούσε, πως θα έτρωγε το φαγητό από το ταπεράκι που ήταν δίπλα του στο τραπεζάκι, πως αν συνέβαινε το παραμικρό θα τους έπαιρνε τηλέφωνο (είχε γίνει μέσα σε μια μέρα ο καλύτερος μαθητής στη χρήση των προεπιλεγμένων κλήσεων του κινητού του), πως θα ήταν ένας υπάκουος και φρόνιμος παππούς… Δέχτηκε εκείνη. Κανείς ωστόσο, στο σπίτι δεν είχε αναρωτηθεί γιατί τις τελευταίες μέρες είχε μια ανεξήγητη χαρά και μια γαλήνη.

Ξημέρωσε η Παρασκευή 13  Αυγούστου του 2021. Ο παππούς Σπύρος είχε πλέον μάθει μια χαρά το μάθημά του. Δεν κουνούσε από το κρεβάτι του κι ήταν όλοι ήσυχοι πως δεν θα πάθαινε τίποτα, μέχρι να επιστρέψει η Σούζυ.

Έκανε την προσευχή του, πήρε το πρωινό του, τα φάρμακά του κι ύστερα με μια διάθεση ανεξήγητη κι έναν ενθουσιασμό μικρού παιδιού, έβαλε τον αγαπημένο του σταθμό να ακούσει. Μα ως φαίνεται, είχε κάποιο πρόβλημα ο αναμεταδότης και δεν μπορούσε  να ακούσει καθαρά τι λέγανε.

Έκλεισε το ραδιόφωνο. Έπιασε να σιγοψέλνει. Τα τραγούδια της Μεγάλης Μάνας. Σαν τότε που ήταν μικρό παιδί και τον έπαιρνε η δική του γιαγιά από το χέρι να ακούσουν την Παράκληση στην εκκλησιά του χωριού τους. Τότε που ήταν όλα αθώα. Τότε, που μαζί με τα χείλη του ακουμπούσε και την ψυχή του στο εικόνισμα της Παναγιάς το πνιγμένο από τα άνθια.

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε …». Πήρε βαθιά ανάσα για να συνεχίσει.

«…Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ …»

Έκανε μια μεγάλη παύση, μα ήθελε πολύ να συνεχίσει.

«… κηδεύσατέ μου το σῶμα». Τώρα η ανάσα του είχε γίνει κοφτή και γρήγορη. Σταμάτησε το ψάλσιμο κι έλεγε τα λόγια συλλαβιστά.

«… καὶ σὺ Υἱὲ καὶ Θεέ μου …»

Σταμάτησε απότομα, σαν να μην είχε άλλη αντοχή. Ήθελε όμως, τόσο πολύ να αποτελειώσει το τραγούδι της Μάνας!

Έκανε μια ύστατη προσπάθεια.

«… παράλαβέ μου το πνεῦμα».

Έκανε τρεις κοφτές εκπνοές.

Ύστερα έγειρε ήσυχα το κεφάλι. Σαν πουλάκι. Ανάμεσα στο ντιβάνι και τον τοίχο. Δίπλα από την χάρτινη εικονίτσα Της, την πνιγμένη με τα άνθια της μετανοίας του.

Υπ.