Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΚΟΓΛΩΣΣΙΑ. Φιλοσοφημένες εμπειρικές αλήθειες, του άειμνήστου Δημητρίου Παναγοπούλου.









Γιά την κακογλωσσιά

Αναφορικώς μέ την κακογλωσσιά, πού τόσο είμεθα ένοχοι οί πάντες, αναφέρω τό έξης διήγημα:
Μακρυά από κάθε θόρυβο άνθρώπινο, επάνω σε μιά πλαγιά άπόμερη, ένα άπλοϊκό σπιτάκι, δέχεται καθημερινά κόσμο καί κόσμο, κουρασμένο από την ζωή. Σάν τό λιμάνι είναι τό σπίτι ενός Πνευματικού.



Μέσα ένας Εσταυρωμένος στόν τοίχο άνατολικά καί μπρος του ένα κανδηλάκι άκοίμητο, καί άπό τό λιβανιστήρι ανεβαίνουν άκατάπαυστα τά μυρωμένα τού μοσχολιβάνου κύματα.
Μπρος εκεί γίνεται ή ευχαριστία, καρδιές βαρημένες άπό την άμαρτία ξεκουράζονται. Άνθρωποι τρέχουν καθημερινά, άλλοι μέ συναίσθησι βαθειά καί άλλοι έτσι γιά τόν τύπο, άπό συνήθεια, όπως κάνουμε εμείς δυστυχώς στίς μεγάλες έορτές πού έξομολογούμεθα γιά νά κοινωνήσουμε χωρίς μετάνοια όμως, γιά νά ξανακάνουμε τά ίδια μετά την έορτή.
Τί δράματα ξετυλίγονται μέσα εκεί στό φτωχικό κελλάκι; Ό Γέρο Πνευματικός στερεωμένος καλά στήν πίστη καί φωτισμένος δυνατά μέ την Χάρι του Θεού, έχει μια ξέχωρη δύναμη νά ξεκλειδώνη τίς ανθρώπινες καρδιές, νά μπαίνη μέσα σάν κυρίαρχος, νά γιατρεύει οσες γιατρεύονται πληγές καί νά γλυκαίνη οσες δέν γιατρεύονται.


Ό άμαρτωλός άνακουφισμένος χύνει δάκρυα καί ό πνευματικός σφογγίζοντάς τα μέ στοργή, κλειδώνει πάλι την καρδιά του. Μεγάλη ανακούφιση αυτό τό αποτέλεσμα γιά τόν Πνευματικό.
Μα μερικές φορές, έρχονται καί μερικοί άπό άπλή συνήθεια, μέ χωρίς συναίσθησι. Πόσο τότε κοπιάζει εκείνος; Ιδρώνει, υποφέρει, ικετεύει τόν Θεόν νά φθάση ή χάρις του, είναι μαρτύριο σωστό γιά τόν Πνευματικό κάτι τέτοιες ψυχές.
Μια τέτοια γυναίκα παρουσιάσθηκε μια μέρα στόν Πνευματικό νά έξομολογηθή καί μέ λόγια πολλά καί ζωηρά άρχισε νά τού λέη πώς νηστεύει, πώς κάνει ψυχικά πολλά, πώς έχει άρετές πολλές, καί μόνο γιά την άμαρτία δέν έκανε κουβέντα, δηλ. ήλθε νά πάρη συγχαρητήριον εύχήν καί ούχί συγχωρητήριον.


Ό Γέρων μέ την δυνατή ματιά του έρεύνησε τά βάθη της καί είδε πώς κάποιο πάθος δυνατό την έχει δαγκωμένη, τό πάθος τής κακογλωσσιάς, τό νά όμιλή καθημερινώς γιά τούς άλλους, νά κατηγορή τούς πάντας καί τά πάντα, γνωρίζοντας ή μή γνωρίζοντας καί άρχισε να της μιλάη γι’ αυτό καί νά τής δείχνη πώς ή κακογλωσσιά σπίτια ολόκληρα σαλεύει άπό τά θεμέλια, οικογένειες ρημάζει καί άτομα ρίχνει στήν δυστυχία, άκόμη καί στόν θάνατο καί την καταστροφή.
Εκείνη τόν κύτταξε μέ περιέργεια καί του είπε τί λές Γέροντα; Μέ λίγα λόγια πού θά πούμε δέν χάθηκε ό κόσμος, δηλ. ζήτησε νά πείση καί εκείνον πώς δεν είναι τίποτα.
Ό Γέρων στάθηκε άμίλητος ολίγον καί έσκυψε τό κεφάλι, έπειτα έριξε ένα βλέμμα επάνω της καί τής είπε: καλά, πήγαινε παιδί μου έξω στήν αυλή, πιάσε ένα περιστέρι καί φέρε μου το έδώ.


Ή γυναίκα βγήκε στήν αυλή αμέσως, λίγες όρνιθες σκάλιζαν ήσυχες στο χώμα ζητώντας την τροφή τους καί καμιά δεκαριά περιστεράκια παίζανε χαρούμενα κάτω από τό δένδρο. ’Ήτανε όλα άγαπημένα τό ένα κοντά στο άλλο.


’Έτρεξε έκείνη καί άπλωσε απότομα τά χέρια της στά περιστέρια καί έπιασε ένα, ένώ τά άλλα έφτερούγισαν τρομαγμένα πάνω στο δένδρο.
Τό αιχμάλωτο περιστεράκι στά χέρια τής γυναίκας, ένα ολόλευκο χαριτωμένο, προσπαθούσε μέ άσκοπα φτερουγίσματα καί άπελπιστικές κινήσεις νά ξεφύγη άπ’ τά χέρια της, μά έκείνη τό κρατούσε δυνατά καί μόνον μερικά φτερά ξετινάχθηκαν καί χάθηκαν μακριά από τόν άέρα πού φυσούσε έκείνη τή στιγμή.
Σέ λίγο τό έφερε στόν πνευματικό καί εκείνος τό πήρε στα χέρια του τό χάιδεψε μέ στοργή, καί τό έδωσε πάλι στή γυναίκα καί τής είπε:
-Ανέβα στήν ταράτσα τού κελιού καί μάδησέ το ζωντανό, εκείνη τόν κοίταξε μέ απορία. Νά τό μαδήσω ζωντανό; Ναί! μάδησέ το ζωντανό τής ξαναείπε επιτακτικά ό Γέρων καί εκείνη ανέβηκε στο δώμα καί άρχισε να τό μαδά.


Τό άμοιρο πουλί, ώς ήτο φυσικόν, πονούσε και έτρεμε σε κάθε ξερίζωμα των φτερών του, πού τά άρπαζε ό άνεμος καί τά σκόρπιζε στα τέσσερα σημεία τού όρίζοντος.
Σέ λίγο τό όμορφο περιστέρι μαδημένο καί γυμνό μέσα στα χέρια της γυναίκας, είναι να τό λυπάται κανείς όσο τό βλέπει.
Ώ! ταλαίπωρο πουλί είπε ό Γέρων όταν τό έφερε ή γυναίκα καί τό χάιδεψε μέ στοργή καί πόνο.


Πήγαινέ το παιδί μου της είπε, πήγαινέ το μέσα στην αυλή καί ρίξε το να ζήση μαζί μέ τά άλλα περιστέρια.
Εκείνη τό έφερε καί τό έριξε, καί εκείνο τό άμοιρο έτρεξε να φθάση τά άλλα περιστέρια καί δοκίμασε να πετάξει μα άνώφελα, δεν είχε φτερά, σάν ντροπιασμένο τώρα, ζάρωσε σέ μια γωνιά καί στεκόταν σάν κομένο, ενώ τά άλλα περιστέρια, πού πρό ολίγου παίζανε όλα μαζί χαρούμενα μέ άγάπη, άγρίεψαν μόλις τό είδαν έτσι γυμνό, χύμηξαν έπάνω του καί άρχισαν να τό τσιμπούν μέ άπονιά.


Εκείνο τό άμοιρο φώναζε σπαρακτικά σέ κάθε τσίμπημα, προσπαθώντας να σωθή, αλλά έξακολουθοϋν να τό τσιμπούν τά άλλα καί να τώρα τό γέμισαν πληγές καί άρχισαν τά αίματα να τρέχουν.
Ώ! δυστυχία, είπε μέ οίκτο ή γυναίκα στο καημένο τό περιστέρι, Γέροντα τό ξέσχισαν, τό περιστέρι θα ψοφήση δεν είναι κρίμα;
Πήγαινε καί πάρτο γρήγορα, είπε ό Γέρων, να δούμε τί θα κάνουμε. ’Έτρεξε εκείνη τότε καί πήρε τό μαδημένο περιστέρι, ενώ τά χέρια της γέμισαν από αίματα.

Τό καημένο τί θα άπογίνη τώρα Γέροντα, μάτωσε ή καρδιά μου πού τό είδα έτσι, τί θα γίνη, είπε μέ άληθινή συμπόνοια εκείνη καί ό Γέρων, παίρνοντάς το στα χέρια του, της είπε αυστηρά: Βλέπεις τί έκαμες; τί θα άπογίνη τώρα τό περιστέρι; πώς θα ζήση;

Μα έγώ φταίω; Γέροντα, έσύ δεν μου είπες να τό μαδήσω ζωντανό; Ναι εγώ σου είπα είναι άλήθεια, μα τέλος πάντων άνέβα καί πάλι στο δώμα καί μάζεψε τά φτερά πού έβγαλες από πάνω του καί εγώ θα τά κολλήσω πάλι καί θα ξαναζήση τό πουλί.

Τά φτερά; είπε εκείνη μέ απορία, τά φτερά; Τά πήρε όλα ό άνεμος, στο πέρασμά του σείονταν σύγκορμα τά δένδρα καί θα έμεναν κάτω τά φτερά πάτερ; όχι θα τά βρής τά φτερά της είπε, γι’ αυτό πήγαινε στο δώμα να τά μαζέψης, θα τά βρής.


Εκείνη ανέβηκε στο δώμα βιαστικά, μα ούτε ένα φτερό δεν βρήκε καί αμέσως κατέβηκε μονολογώντας, θάμεναν φτερά μέ τέτοιον άνεμο δεν σου τό είπα Γέροντα, ούτε ένα δεν βρήκα, τά σκόρπισε όλα ό άνεμος.
Τώρα λοιπόν παιδί μου, είπε μέ πόνο ό Γέρων, πές μου τί θα άπογίνη, έκανες ένα κακούργημα- άφήρεσες όλα τά φτερά από ένα άμοιρο περιστέρι καί τό έκανες άνίκανο γιά να ζήση, τώρα καί σύ πονάς γι’ αυτή την κατάντια του καί θέλεις να τό σώσης, μα τά φτερά τά πήρε ό άνεμος καί δεν μπορείς να κάμης τίποτα, έκαμες τό κακό, καί τώρα θέλεις να βοηθήσης, μα δεν έχεις τή δύναμη να τό έπανορθώσης.
Εγώ φταίω πάτερ; είπε μέ ταραχή ή γυναίκα, έσύ δεν μου είπες να τό μαδήσω, καί ό Γέρων μέ συγκίνησι βαθειά καί μέ πόνο άπήντησε:

Ναι εγώ σου είπα, είναι αλήθεια, μα σου είπα γιά να σου άποδείξω πόσο κακό μεγάλο, πόσο κακούργημα μεγάλο είναι να μιλάς γιά τόν άπόντα αδελφόν σου.

Με την κακογλωσσιά, έτσι σάν τό περιστέρι αφαιρείς από τόν αδελφό σου την τιμή, την ύπόληψι καί κάθε άλλο εφόδιο άπαραίτητο γιά τή ζωή καί τότε πώς θα ζήση; πονεΐς σάν τόν δής σ’ αυτό τό χάλι καί προσπαθείς να έπανορθώσης τό κακό πού έκανες, μα τά λόγια σάν τά φτερά τά πήρε ό άνεμος, που να τά βρής, που να τά μαζέψης, που ενθυμείσαι τί είπες γιά τόν απόντα άδελφόν σου;
Τό κατάλαβες παιδί μου; ποτέ σου λοιπόν μην ανοίξεις τό στόμα σου να πής κακό.


Ή γυναίκα έσκυψε τό κεφάλι μετανοημένη, ταπεινωμένη καί δάκρυα αληθινής μετάνοιας κύλησαν από τά μάτια της. Είχε συνέλθει καί είπε, ναι πάτερ μου έχω καταξεσχίσει σάρκες, έχω μιλήσει εναντίον άπόντων αδελφών μου, έχω ρυτιδώσει υπολήψεις, έχω μολύνει ονόματα, τώρα τό καταλαβαίνω, ότι έξεγύμνωσα πολλές ψυχές απούσες.
Γι’ αυτό αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, ποτέ, μα ποτέ στη ζωή σας μην ανοίξετε τό στόμα σας να πείτε κακό γιά τόν απόντα αδελφό σας, ούτε γιά αστείο. Κάμνετε κακόν ανεπανόρθωτο.


"Αν μια ημέρα τόν λυπηθείτε γιά τό κατάντημά του, δεν θα έχετε την δύναμη να επανορθώσετε καί θα μείνη μέσα στήν καρδιά σας ό πόνος ό άγιάτρευτος, μην τό κάμνετε, μην πείτε κακό γιά τόν αδελφό σας.


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΙΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 100ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ 35 ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: