Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ .Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ.




Τό θέμα μας απόψε τό βράδυ θά έχη σχέσι μέ δύο θανάσιμες άμαρτίες οί όποιες κατά κάποιον τρόπον μένουν άπαρατήρητές από τούς περισσοτέρους έξ ημών. Πολλοί λέγουν ότι τά θανάσιμα αμαρτήματα είναι έπτά. Αλλά όταν κανείς διαβάση τόν Ευαγγελικό νόμο, πού είναι στό πέμπτο, έκτο καί έβδομο κεφάλαιο κατ’ έξοχήν του Ματθαίου, θά βρει εκεί ότι πολλά πράγματα τά όποια εμείς τά έχουμε ότι δέν είναι τίποτα, είναι ή άρχή ένός θανάσιμου άμαρτήματος. Πολλές μικρολεπτομέρειες, όπως θα λέγαμε, περνούν απαρατήρητες καί θεωρούνται ώς παρωνυχίδες’ έν τούτοις όμως έχουνε ένα τέλος πού λέγετε θανάσιμον άμάρτημα. Όταν λέμε θανάσιμον άμάρτημα τίθεται άμέσως τό έρώτημα: Ποιόν θανατώνει ώστε νά είναι τέτοιο!


Τόν ίδιο τόν άνθρωπο θανατώνει τό θανάσιμον άμάρτημα, τόν κολάζει, δηλαδή, σέ τελευταία άνάλυσι. Κι όταν ό άνθρωπος πράττη κάτι πού κολάζεται πάει νά πει ότι ενεργεί θανασίμως εναντίον τής άθανάτου ψυχής. Πολλά είναι αύτά τά όποια δυσκολεύουν τήν σωτηρία του ανθρώπου. Δέν είναι εύκολο μέσα σέ μιά διάλεξη μιας ώρας νά θιγούν, πολύ μάλιστα φοβούμαι μήπως δέν προλάβω ούτε τό ένα άπό τά τρία τά όποια είχα ύπόψιν μου νά μιλήσω, νά άναπτύξω θανάσιμον άμάρτημα. Δέν είναι ανάγκη ένίοτε νά γίνεται συζήτηση περί αύτών διότι δίδεται ή ευκαιρία εις τόν άνθρωπο νά έλέγχη τόν έαυτόν του. Όπως όταν άκούομεν τό ραδιόφωνο καί δίδει τήν ώρα, την άκριβή ώρα, του αστεροσκοπείου άμέσως κοιτάζουμε τό ρολόι καί τό διορθώνουμε, κατ’ άναλογία ή εμπρός πηγαίνει ή μάς εχει μείνει πίσω, γιά νά συμβαδίζουμε. Αύτό τούτο πρέπει νά γίνεται καί στην ύπόθεσι τής πίστεως του ανθρώπου καί των έργων του ανθρώπου, ένίοτε νά έλέγχη τόν έαυτό του. Αυτόν τόν λόγον έχουν οί διαλέξεις, αυτόν τόν λόγον έχει ή έκκλησία καί υπενθυμίζει κατ’ έτος πολλές φορές κατά κόρον τά ίδια πράγματα. Διότι αύτά, έάν δέν προσεχθούν, αποτελούν θανάσιμον άμάρτημα, εκτελούν, όπως θα λέγαμε καί δίδουν τήν χαριστική βολή εις τήν ψυχήν καί τήν άποστέλλουν στήν κόλαση.
Τό πρώτον πού θα ήθελα νά θίξω έχει σχέσι μέ τήν Κυριακή Προσευχή πού λέγεται Πάτερ ήμών. Ό Χριστός μας μέσα στά λίγα λόγια του Πάτερ ήμών έχει κλείσει καί μιά ύποχρέωσι του πιστού ό όποιος συχνά άμαρτάνει, ό όποιος πρέπει νά συγχωρή αν θέλη νά συγχωρεθή. Αύτό βρίσκεται στά λόγια «καί άφες ήμΐν τά όφειλήματα ήμών ώς καί ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ήμών».


Μάς βάζει μπροστινούς όπως θα λέγαμε. Μάλιστα εμείς έχωμε τό θράσος νά του τό ύποδεικνύουμε. Πρόσεξέ μας τί κάνουμε εμείς, άφησέ μας, συγχώρεσέ μας διότι εμείς συγχωρήσαμε. Καί πολλάκις συλλαμβανόμεθα ψευδόμενοι, δέν έχουμε συγχωρήση όχι προσωρινώς άλλά άπό πολλά χρόνια δέν έχουμε συγχωρήσει καί ούτε καν είμεθα διατεθειμένοι να συγχωρήσαμε. Αυτή ή μη συγχωρητικούς ή οποία δυστυχώς επικρατεί σέ πολλούς λεγομένους χριστιανούς, αποτελεί θανάσιμον άμάρτημα. Δέν μπορεί νά ζητάς άπό τόν Θεόν συγχώρηση καθ’ ήν στιγμήν δέν έχεις συγχωρήσει. Καί οί άνθρωποι μάλιστα βρίσκουνε δικαιολογίες νά μείνουνε κρυμμένοι πίσω άπό ώρισμένα περιστατικά γιά νά μή συγχωρήσουν. Άν δέν άφήσετε τά παραπτώματα τοϊς άνθρώποις, αναφέρει στόν Ευαγγελικό νόμο στό έκτο κεφάλαιο κατά Ματθαίον, ούτε ό Πατέρας μου θα συγχώρηση τά παραπτώματα ύμών. Ερωτώ εγώ τόν εαυτόν μου επί τή ευκαιρία καί εσείς τόν ίδικόν σας, συγχωρήτε πράγματι εκ τών καρδιών σας; Έχετε αγαθές σχέσεις μέ όλους καί μέ αύτούς τούς έχθρούς σας άκόμη; Πιθανόν ορισμένοι όχι, νά μήν πώ οί περισσότεροι όχι.


Τί μέτρα παίρνετε έναντι αυτής τής ύποθέσεως; Πώς δικαιολογείτε τήν διαμάχην αύτήν, τήν έχθραν μεταξύ του συνανθρώπου; Πώς μπορείτε νά έπαγγέλεσθε ότι έχετε Πατέρα στόν ούρανό τήν στιγμήν πού έδώ πολιτευόμεθα σάν θηριάκια μάλλον παρά σάν αγγελάκια; Πώς μπορούμε νά όνομαζόμεθα χριστιανοί; Καί πώς έχωμε τήν άξίωσι νά δεχθή ό Χριστός τήν προσφορά μας, τήν δωρεά μας, τήν έλεημοσύνη μας, τήν προσευχή μας καθ’ ήν στιγμήν εμείς δεν είμεθα συνεπείς μέ εκείνο πού είπε ό Χριστός μας: «Λέγω γάρ υμίν αγαπάτε τούς έχθρούς ύμών». Εμείς στεκόμαστε στό άντίθετο, νά αγαπούμε τούς φίλους μας, αυτούς πού τρώγωμε μαζί, πού πίνωμε μαζί ή πού άμαρτάνομε μαζί. Τόν έχθρόν μας δεν τόν αγαπούμε, δεν κατορθώσαμε άκόμα νά πείσουμε τόν έαυτό μας ότι ό εχθρός μας είναι ό ύπ’ αριθμόν ένα εύεργέτης τής ψυχής μας. Άνευ εχθρών δεν ύπάρχουν άγιοι, όλοι οί άγιοι ήγΐασαν δυνάμει των εχθρών των, τών κακών ανθρώπων, τών οικιακών πρώτα' διότι οί εχθροί τού ανθρώπου οι πρώτοι είναι μέσα από τό σπίτι του, έπειτα έρχονται οι άλλοι απ’ έξω.


"Εναντι λέγω αυτής τής ύποθέσεως τής συγχωρητικότητας ειμεθα συνεπείς; Οι περισσότεροι δεν είμεθα. Καί από τήν στιγμή πού άκούομε κατά κάποιον τρόπον τού άστεροσκοπείου καί λέγει πηγαίνεις πίσω, είμεθα διατεθειμένοι νά τό διορθώσουμε τό ώρολόγιον έ; Είμεθα διατεθειμένοι νά συγχωρήσομε, νά αγαπήσομε, νά πούμε τήν καλημέρα τού Θεού, νά συνθηκολογήσωμε έστω καί μέ ζημία; Διότι οι συνθηκολογήσεις αυτές οι εν Χριστώ έχουνε ζημίες καί γενικές καί κατ’ όνομα, αλλά τό κέντρον τού βάρους δεν είναι αν ζημιωθώ κάτι, δεν είναι ότι κάτι είπε εις βάρος μου, άλλά πώς ό Χριστός θά τό έκλάβη.


Ό Χριστός διά τούς σταυρωτός του βρήκε δικαιολογητικό καί είπε «Πάτερ, άφες αύτοΐς ού γάρ οϊδασι τή ποιοΰσι». Εμείς πιστεύουμε ότι αύτός πού μάς έχθρεύεται, πού μάς βλάπτει, πού μάς πειράζει, πού μάς κηλιδώνει τό όνομα πού κυκλοφορεί στήν κοινωνία καί πιστεύομε ότι δεν ξέρουμε τί κάνουν ή νομίζουμε ότι εν γνώσει τό κάνουν. Όχι, είναι όργανα στά χέρια τού Σατανά. Ό Σατανάς τούς βάζει. Άν αυτοί κάποια μέρα αποταχτούν τόν σατανά καί συνταχτούν στόν Χριστό, όπως ώμολόγησαν στό βάπτισμά τους, τά πράγματα θά άλλάξουν θάρθοΰν νά σου φιλήσουν τό πόδι, νά σου ζητήσουν συγγνώμη, νά σου αποκαταστήσουν τήν ζημιά καί θά φροντίσουν νά πούνε: Έγώ έψεύσθην, έγώ ευθύνομαι, δεν εύθύνονται αυτοί. Έφ’ όσον όμως τό θηρίο αυτό, πού λέγεται σατανάς, μένει μέσα στόν άνθρωπο πάντοτε θά είναι έκτος. Μή βλέπης λοιπόν άνθρωπο, βλέπε άρρωστο, έναν άνθρωπο αιχμάλωτο στά χέρια του Σατανά, έναν εχθρόν σου έτσι θά τόν δής.


Μά σύζυγος είναι, μά πατήρ είναι, μά αδελφός είναι, μά γείτων είναι, μά προϊστάμενος είναι, μά δούλος είναι, οτιδήποτε είναι. Έτσι θά βλέπης τόν άνθρωπον καί άς σέ βλάπτη κατά κάποιον τρόπον, διότι είναι αιχμάλωτος, είναι δούλος. Καί τί πρέπει νά κάνωμε γιά έναν αιχμάλωτο, γιά ένα δοΰλον; Καί δεν έχεις απλώς έναν αγά Τούρκο έπί παραδείγματι ή ένα σκληρό προϊστάμενο, έχεις αύτόν τόν σατανά καί τόν κυβερνά καί τόν άγει καί τόν φέρει καί τόν στρέφει εναντίον σου. Τί πρέπει νά κάνωμε; Πολλοί ζητούνε εκδίκηση, ει δυνατόν νά δή τό μάτι σου βγαλμένο, αδύνατον νά άκούση τήν καρδιά του.


Πολλοί χριστιανοί πού κρατάνε λαμπάδα τό Πάσχα, πού έχουν τήν εικόνα τού Χριστού καί τής Παναγίας στό σπίτι τους, πού άνάβουν τήν κανδήλα καί καίει μέρα νύχτα, περνούν από εκκλησίες καί άνάβουν κεριά, αλλά θέλουν νά βγάλουν τό μάτι του άλλου. Τόν έβαλα λέγουν στήν θέση του, βγήκες όμως εσύ από τήν θέση σου βάζοντάς τον αύτόν στήν θέση του. Άλλος είναι αύτός πού θα τόν βάλη στην θέση του, σύ καί εγώ δεν είμεθα. Μά αφού έχασα τήν άξιοπρέπειά μου; Έχασες τήν Χριστιανοπρέπειά σου, εις μάτην ή άξιοπρέπειά σου. Διότι όταν είσαι ένα όργανο άντίθετα από ότι λέγει ό Χριστός «αγαπάτε τούς έχθρούς ήμών καί συγχωρήτε τούς πάντας», όποιαδήποτε αξιοπρέπεια κατά κόσμον δεν είναι τίποτα. Είναι άνάγκη νά τό καταλάβη ό άνθρωπος.


Θάθελα νά θέσω τό έξης έρώτημα: Έάν δής εκεί πού έχεις άφήσει τό παιδί ένα φίδι νά έχη πάει, νά τό έχη κυκλώσει καί νά έχη γίνει κουλούρα δίπλα του τί θά κάνης; Θά τρέξης νά είδοποιήσης τήν άστυνομία νά πάρη ένα πολυβόλο νά πάη νά σκοτώση τό φίδι; Θά σκοτώση καί τό παιδί. Η θά πάρης εσύ τήν κλαδευτήρα νά πας νά σκοτώσης τό φίδι, όχι όμως καί τό παιδί. Ετσι είναι ό άνθρωπος πού τίθεται εναντίον, οποιοσδήποτε καί άν είναι, ό σύζυγος μπορεί νά είναι, ή σύζυγος μπορεί νά είναι, ό πατέρας μπορεί νά είναι, τό παιδί μπορεί νά είναι, οποιοσδήποτε έτσι θά τόν βλέπης. Τό θέμα είναι τίνι τρόπω θά τόν άπαλλάξης τόν άνθρωπον αύτόν από τόν εχθρόν τόν άρχαΐον, τόν διάβολον ό όποιος τόν έχει κυριαρχήσει καί ομιλεί δι’ αυτού καί πράττει δι’ αυτού καί άνθίσταται. Αυτό θά σκεφθής, γι’ αύτό ό Χριστός λυπούμενος τόν άνθρωπο, πού πέφτει στά χέρια τού σατανά, ζητάει από τόν άλλον επιείκεια, ζητάει μακροθυμία, ζητάει από τόν άλλον άγάπη. 


Γνωρίζουμε εμείς, όπως είπα καί νωρίτερα, ότι αυτοί είναι οι ύπ’ άριθμόν ένα φίλοι μας καί εύεργέται μας; Ότιδήποτε καί άν φτιάξη ό άνθρωπος μόνος του από τόν έαυτόν του θά έχη μέσα ξένες υλες, θά έχη συμφέρον, θά έχη υπολογισμόν, θά έχη ιδιοτέλειαν, θά έχη πολλά πράγματα. Ότι φτιάξη ή κακία του άλλου όμως είναι  καρατίων, είναι άκρατον, είναι τέλειον.
Ή κακία τοϋ άλλου είναι εκείνη ή οποία μπορεί νά μάς παρουσιάση μιά μέρα στό Χριστό, αρκεί εμείς όμως νά κάνωμε καλή χρήσι. Εμείς όμως δεν είμεθα διατεθειμένοι διότι έχουμε εγώ επάνω μας. Αυτό τό εγώ είναι πού δυσκολεύει τόν άνθρωπο νά άκολουθήση τόν Χριστό καί νά πράξη ότι ό Χριστός λέγει. Αγαπητοί μου όχι μόνο στά μικρά μέρη, στά χωριά, στίς κωμοπόλεις καί στίς πόλεις των επαρχιών, αλλά καί σ’ αύτήν τήν πρωτεύουσα πού είναι μεγαλύτερη, ύπάρχει αύτό πού σάς λέγω. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει συγχωρητικότης καί κατά συνέπεια δεν νικάται ό σατανάς" έχει νικήσει ό σατανάς. Ό άνθρωπος θά πρέπη νά εκμεταλλεύεται τίς εύκαιρίες, νά τό θεωρή μιά μεγάλη εύκαιρία καί ευλογία γι’ αυτόν νά υπάρχουν έχθροί, νά τόν βλάψουν ύλικώς ή ήθικώς κατά κόσμον. 

Επειδή εμείς δεν τά έχωμεν έτσι, γι’ αύτό βλέπετε τά σκαλοπάτια των δικαστηρίων νά έχουνε φαγωθή καί άμα βλέπετε τά σκαλοπάτια των δικαστηρίων καί τής αστυνομίας νά έχουνε φαγωθή νά ξέρετε ότι ό κόσμος αυτός είναι δούλος τοϋ σατανά ακόμη. Έρωτήθη κάποτε ένας γέρων ότι, πότε μπορούμε νά έννοήσουμε ότι μία κοινωνία έχει πρόοδο ή πηγαίνει καλά; Όταν δήτε λέγει των εκκλησιών τά σκαλοπάτια νά έχουν ξεφλουδίση καί τών δικαστηρίων νά μένουν ανέπαφα. Σήμερα συμβαίνει τό αντίθετο. Τά σκαλοπάτια τών εκκλησιών μένουν καινούργια,
οι αυλές έχουν χορταριάση καί των δικαστηρίων έχουν λυώσει όπως τό σαπούνι. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει πρόοδος Χριστιανική.

"Ανθρωποι αδελφοί νά μένουμε μακρυά ακόμη από τήν αγάπη. Τήν καλημέρα δεν τήν λέμε ορισμένοι, βρίσκουν δικαιολογίες νά μή τήν λένε. Ήκουσα μιά κυρία πού ακούσε ένα παρεμφερές κήρυγμα στάς Αθήνας ή οποία στό τέλος μου είπε: Εγώ, μου λέγει κ. Παναγόπουλε, πράγματι ήμουνα στήν περίπτωση πού μιλήσατε άπόψε. Αλλά έχω νά σάς πω τό έξης: Είναι μία κυρία στήν ίδια πολυκατοικία μέ τήν όποιαν δεν ομιλώ μαζί της. Κάποτε όμως άποφάσισα νά τής πω τήν καλημέρα του Θεού, αλλά έφόσον εκείνη δεν μέ καλημέρισε έσταμάτησα νά τήν καλημερώ καί έχω ήσυχη τήν συνείδησί μου. Εχετε λάθος τής λέγω. Μου λέγει, καί έφόσον τήν καλημέρισα καί δεν μέ καλημέρισε; Καί δεν βρήκες άλλη καλημέρα, μιά τήν είχες τής τήν έδωσες καί περιμένεις νά στήν δώση πίσω γιά νά τήν ξαναδώσης όταν τήν συναντήσης. Λυπούμαι πολύ, τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι χριστιανοί. Ποτέ να μή σου πή, έσύ όμως, όταν βρεθή στήν πλώρη σου, θά πής τήν καλημέρα του Θεού, θά εύχηθής' ποτέ άς μή σου πή αύτός. Έσύ άνοιξε από τήν πλευράν σου τό παράθυρο, άν θελήση κέρδισες, δεν θελήσει έπέμενε. Μόνον σέ μιά περίπτωση λέγουν οι Πατέρες άπαγορεύονται οι σχέσεις καί ή έπανασύνδεσις τής φιλίας, όταν πρόκειται περί σαρκικής αμαρτίας- τότε δεν θά πής καλημέρα, διότι θά τό έκμεταλλευθή ό διάβολος καί θά σάς ξαναρίξη στήν άμαρτία.


 Άλλοι πάλι μου είπαν: Πώς να πώ καλημέρα πού οταν άρχίσουμε φιλία κλπ., θάχουμε τά ιδια' καί καλημέρα θά λές, άλλά θά τόν κρατάς από τό σακκάκι μακρυά μήν σέ δαγκώσει, καλημέρα καί στό σπίτι σου καί έγώ στό δικό μου, όχι σούρτα φέρτα πάλι. Έχει πολλούς τρόπους ό χριστιανισμός όταν ό άνθρωπος θέλει, άλλά δεν θέλει γιατί έχουμε εγώ. Πολλά αμαρτήματα ό άνθρωπος κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο άποτινάσσονται, όμως τό εγώ είναι τό δυσκολότερο πράγμα. Γι’ αύτό καί ό Χριστός μας γνωρίζοντας τήν διεστραμμένη φύσι τού ανθρώπου έδωσε τό σύνθημα άν θελήση να πάη κοντά του να άπαρνηθή τόν εαυτόν του πρώτα. Ό δέκατος έκτος μανδύας λέγει ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος είναι αυτός πού βγαίνει τελευταίος μαζί μέ δέρμα από τόν άνθρωπο, διότι πονάει όταν είναι μαζί μέ δέρμα. Θά έχετε νοιώση τόν πόνο αύτόν όταν πρόκειται να αλλάξετε μιά πληγή πού έχεις κολλήσει γάζα έπάνω, τί μπορεί να νοιώσης. 


Μεγάλο θέμα τό έγώ. Είναι έγώ μέσα πού δεν τό καταλαβαίνει ό άνθρωπος, ύποβόσκει καί βρωμάει στά μάτια τού Θεού.
Χαρά στούς άνθρώπους πού θά θελήσουν να ταπεινωθούν, πού θά θελήσουν, όταν τούς κάνη μιά ζημιά κάποιος, να πούνε περισσότερα μού αξίζουν, αύτά μόνον; Αυτός ό έξευτελισμός μόνον; Αυτός ό διασυρμός μόνον; κι άλλα μού αξίζουν. Γιά κάμε το καί θά δής τότε πόσο γρηγορότερα θά νικήσης, διότι πολλές φορές τό αξίζουμε καί πολλές φορές πειραζόμεθα στήν έπιφάνεια δήθεν άδικα καί δημιουργούμε εχθρούς χωρίς να γνωρίζουμε όμως ότι πιθανόν να πληρώνουμε τίποτα παλιά βερεσέδια, διότι ό Θεός κάνει πολλούς συσχετισμούς διά τήν σωτηρία τού ανθρώπου- καί μπορεί σήμερα να σέ βάλη έστω καί φυλακή ένας, εσύ να τόν νομίζης εχθρό σου γιά μιά στιγμή καί αύτός να έκτελή τήν πρόνοια του Θεού. Είναι κάτι πράγματα μυστήρια. Ό άνθρωπος πρέπει να ζητήση να δή γιά πιό λόγο τό κάνω αύτό καί θέλω αυτό, γιατί μοϋ συνέβη αύτό, μήπως ευθύνομαι, μήπως πληρώνω τίποτα παλαιό; γιατί πολλοί μάλιστα βλέπουμε πάντα από τήν έπιφάνεια.


Μου έλεγε μιά μέρα ένας κρεοπώλης απέναντι από τό σπίτι μου καί πήραμε τό ταξί μαζί: «Καλά κάματε κ. Παναγόπουλε καί πήρατε ταξί, διότι έχω Δικαστήριο». Τί δικαστήριο, λέω, κύρ Άντώνη; Μέγραψε λέει ένας τής άγρονομίας. Στό τσιγκέλι δεν είχα κρεμάσει τό ανάλογο κρέας, τό ξεκρέμασα μέ τό χαρτί πού είχε καί τό κάρφωσα στό άλλο τό μπροστινό έφ’ όσον ή τιμή ήτανε γιά μπούτι καί έως ότου να ζυγίσω πέρασε ή άγρονομία καί τό βρήκε αύτό κρεμασμένο. Μπορείς, μοϋ λέει, να δής αυτόν τόν άνθρωπο ξανά; Δεν είναι μοΰ λέει αδικία αυτή; Του λέω θά μου έπιτρέψης να σου πω κάτι έως ότου φθάσουμε στήν Ακαδημία; Γιά λέγε, μου λέει, καί του είπα τό εξής περιστατικό τό όποιον λέγω πάντοτε καί εις τόν έαυτό μου, διότι ύπάρχουν μερικά πράγματα πού ίσως μάς διαφεύγουν καί ό Θεός θέλει να τά εξοφλήσουμε.


Λέγεται, κάποτε, κάποιος κακός άνθρωπος έκανε μήνυση σέ έναν ιερέα γιά πράγμα τό όποιον ό ίερεύς ήτο άθώος, εν τούτοις όμως τόν έδίκασε και τόν έβαλε ένάμισι χρόνο φυλακή. Καταλαβαίνετε τώρα ό ίερεύς να μπή στήν φυλακή καί μάλιστα άθώος. Όταν μπήκε μέσα έξεπλάγησαν οι άλλοι ώς έκ τής θέσεως καί άμφιέσεώς του. Τί έγινε πάτερ, πώς σέ φέρανε εδώ; Αδίκως μέ φέραν παιδί μου, λέει. ’Ά! μή τό πής αύτό ξανά, έδώ δεν έρχεται άδικα κανένας. Μά δεν ξέρω έγώ, λέει, σάς τό ορκίζομαι στήν ίερωσύνη μου. Καί λέγει ό ίερεύς. Έσύ πώς είσαι έδώ; Δίκαια μέ φέρανε λέγει, έσύ; ρωτώ άλλον δίκαια, έσύ, έσύ, όλοι λέγει είμαστε δίκαια, πώς έσύ είσαι άδικα; Ό ίερεύς έπεσε σέ μεγάλη στενοχώρια, άφ’ ένός μέν διότι είχε φυλακιστεί άδικα, άφ’ έτέρου διότι άφησε τό σπίτι του, τά παιδιά του, τήν πρεσβυτέρα του καί ότι έγένετο αιτία νά σκανδαλίζονται καί οί άνθρωποι.


Τό βράδυ, όταν νύχτωσε πήγαν γιά νά κοιμηθούν, ό πάτερ δέν είχε ύπνο, ήτανε πολύ στενοχωρημένος. Έν πάση περιπτώσει μεταξύ ύπνου καί έγρηγόρσεως είδε έναν ψηλό Κύριο νά πηγαίνη έμπρός του καί νά τού θέτει τό έρώτημα: Πάτερ, είσαι άδικα έδώ; Άδικα, λέει, τέκνον μου άδικα. Ναί του λέγει έπιμένω άδικα είμαι έδώ. Ξέρεις τί πληρώνεις έσύ; Όχι λέει, τί πληρώνω; Ένθυμήσαι όταν ήσουν λαϊκός στό παζάρι μίαν ήμέραν καί είχες βάλει τά σακούλια σου στήν άκρη καί δίπλα μία κυρούλα είχε δέσει μίαν μοσχάρα καί ή μοσχάρα έκανε ζημιά στά σακούλια σου καί έσύ έκοψες τό σχοινί τής μοσχάρας καί ή μοσχάρα έφυγε καί πήγε κάτω καί τήν πιάσανε οί χασάπηδες καί τήν σφάξανε καί ή καημένη ή κυρούλα άναστέναξε ώς τόν ούρανό! Αύτήν τήν μοσχάρα πληρώνεις τώρα πάτερ. Μήν ξαναπείς ότι είσαι άδικα έδώ. Ένεθυμήθη ότι είχε κάνει αύτή τήν άδικία καί όταν ξύπνησε πρωΐ πρωΐ τρέχει στους άλλους καί τούς λέγει: Παιδιά, λέγει, ελάτε νά σάς πώ, δίκαια είμαι έδώ. Δέν σου είπαμε εμείς ότι έδώ δέν έρχεται κανείς άδικα, κάποιος λόγος θά ύπάρχη.


Εμείς δυστυχώς πιάνουμε τά θέματα άπό τήν επιφάνεια, χωρίς νά έξετάζουμε τήν ρίζα καί δημιουργούμε εχθρούς. Όταν τού είπα αυτό τού φίλου μου τού άπέναντι τού χασάπη, μου λέει άν είναι έτσι έχω νά πληρώσω καί άλλα πολλά, γιατί τά έχω γλυτώσει, αλλά παρηγορήθηκε. Έν πάση περιπτώσει πλήρωσε δύο χιλιάρικα τόσο τού στοίχισε αυτό τό τσιγκέλι. Δέν ήταν τό τσιγκέλι, ήταν νά πληρώση τά άλλα πού κατόρθωνε καί τά γλύτωνε.


Υπάρχουν κάτι ψιλά πράγματα πού ό άνθρωπος δέν πρέπει νά στέκεται εκεί. «Ξέρεις μου εκανε!». Μήπως άξιζες καί έγινε έτσι; Σου δίδεται μία ευκαιρία νά γίνης κάπως καλύτερος. Διότι τό νά συγχωρήσης έναν πού σέ άγαπά καί τόν αγαπάς δέν είναι άξιο, τό νά έχης τήν δύναμιν νά συγχωρήσης τόν έχθρόν σου τότε είναι ή καλλιέργεια εις βάθος τού Χριστιανού. Αύτά τά δείγματα έχει ό Χριστιανισμός, τό έδειξε ό Χριστός, τό έδειξε ό πρωτομάρτυς Στέφανος, στήν συνέχεια οι Αγιοι, οί όποιοι ήγίασαν, είχαν αυτήν τήν δύναμιν νά συγχωρήσουν τόν έχθρόν τους, διότι τόν έχθρόν τους τόν έβλεπαν ώς τόν ύπ’ άριθμόν ένα φίλο τους. ’Άν σάς πώ ότι τό πρώτο κερί πού θά άνάψης στήν έκκλησία πρέπει νά είναι γιά τόν έχθρόν σου καί άν σου πώ οτι στό ψυχοχάρτι σου υπέρ υγείας νά γράψης πρώτα τον εχθρόν σου από πάνω όχι τόν φίλο σου ούτε τόν άρρωστό σου, άλλά αύτόν τόν πνευματικά άρρωστο νά βάλης από πάνω καί τότε ό Θεός, όταν δη τέτοια άγάπη, τέτοια ταπείνωσι, όταν δει τέτοιον άνθρωπον έφαρμόζονας αύτήν τήν εντολή, νά άγαπήσης τόν έχθρόν σου, έχει τήν δύναμι νά μεταποιήση τά πράγματα, νά στρέψη τίς καρδιές καί νά διευκολύνη τήν κατάστασι. 


Δυστυχώς, όμως, εμείς δέν του δίνουμε τέτοια ευκαιρία καί δέν αισθανόμεθα τέτοια χαρά, άλλά κοιτάζουμε πότε θά τόν έχουμε στό χέρι. «Δέν θά μου πέσης στό χέρι, θά σέ κανονίσω εγώ». Θά κανονίσης έσύ αύτόν άλλά άμφότεροι θά κανονιστήτε από κάποιον άλλον καί τότε τά πράγματα θά είναι άσχημα νά πέση ό άνθρωπος σέ χέρια Θεού ζώντος, καί μάλιστα όταν ό άνθρωπος παραβαίνει τήν έντολή του Χριστού γιά τό έγώ του ή γιά συμφέρον του.
’Έχω εμπρός μου μία γνώμη του Μ. Βασιλείου καί μιά γνώμη του θείου Χρυσοστόμου, πώς ό άνθρωπος πρέπει νά συμπεριφέρεται καί πώς πρέπει νά βλέπη τόν έχθρόν του. Ό Μ. Βασίλειος λέγει: «Έχθρόν σάν ευρύς, δηλ. πού τόν βρήκες, σέ περίπτωσι πού μπορείς νά τόν άδικήσης μή έπιβάλης τήν οργήν άλλά κ.λ.π.». Πήγαινε νά βρής ένα παράδειγμα καί πρόσεχε νά μήν του βάλης τήν θηλιά αυτού του άνθρώπου, διότι είναι έχθρός σου, άλλά νά τόν θρέψης όπως έθρεψε ό Ιωσήφ ό Πάγκαλος τούς άδελφούς του πού τόν έπρόδωσαν εις τούς Μαδιανΐτες.


Ό θείος Χρυσόστομος έπάνω στό άμάρτημα αύτό τό θανάσιμο λέγει τά έξης: «Όταν ό έχθρός σου πέσει στά χέρια σου μήν τόν τιμωρήσεις σέ μιά στιγμή, αλλά μιά στιγμή νά τόν σώσης. Μπορούσα νά σου κάνω ζημιά, άλλά δέν σου κάνω. Ωραία είναι ή συμπεριφορά του Δαβίδ πρός τόν Σαούλ, πού έκοψε από τό ρούχο του άκόμη γιά νά τού άποδείξη ότι μπορούσε νά τόν έκτελέση καί δέν τόν έξετέλεσε καί τότε παρεδόθη μπροστά στήν μακροθυμία αυτή».
Πώς θέλουμε ό Θεός νά είναι μακρόθυμος σέ μάς καθ’ ήν στιγμή εμείς δέν είμεθα μακρόθυμοι στους άλλους; Ζητούμε έκδίκηση, γιατί δέν είμεθα καλλιεργημένοι εις βάθος. Ξέρεις ποιος είναι αύτός; ξέρεις τί μου έκανε; Μά τί σού έκανε; Διάβαζα ένα ώραΐο γύρω από τήν ύπόθεσι τού Σωκράτους. 


Κάποτε, λέγει, πού πήγαιναν στήν άγορά ό Σωκράτης μέ τούς μαθητάς του έλακτίσθη από κάποιον, τόν έκτύπησε. Ό Σωκράτης προφανώς ήτο πράος άνθρωπος καί δέν έμίλησε καθόλου. Τού είπανε νά άντιδικήση οί μαθηταί του καί άπήντησε σοφά. Μέ κλώτσησε λέει ένας όνος θά γίνω καί εγώ όνος νά τόν κτυπήσω; Άνθρωπος πρό Χριστού χωρίς καμιά εντολή τέτοια. Τώρα εμείς πού έχουμε έντολή ρητή, ότι δέν θά συγχωρηθούμε εμείς οτιδήποτε άλλο άμάρτημα κάναμε εμείς, άν δέν συγχωρήσουμε. Τί έχουμε νά πούμε; Είμαστε θηριάκια, ζητούμε έκδίκηση, έχουμε έγώ άκόμη....
Είναι άλήθεια ότι ό άνθρωπος δέν μπορεί καί μπλέκει τά πράγματα, διότι δέν είναι διαβασμένος. Δέν διαβάζουμε τήν Γραφή καί τόν Νόμο τού Χριστού. Δέν διαβάζουμε τούς Πατέρας πού τάχουν αυτά κάπως άπλοποιήσει καί τά ’χουν άφήσει εύκολα, καί έπάνω στό θυμό μας δημιουργούμε καταστάσεις. ’Άν ήθελε ό άνθρωπος νά έφαρμόση εκείνα πού άναφέρονται εις τόν τέταρτον ψαλμόν, στίχος 4 «όργίζεσθε καί μή άμαρτάνετε... έν ταις κοίταις υμών κατανύγετε». Θύμωσες, όργίσθηκες μή τό σκέπτεσαι, ούτε νά χειροδικήσης, άστο νά τό σκεφθής τό βράδυ στό κρεβάτι σου, άστο γιά αύριο. ’Άν σάς πω στά έκατό άμαρτήματα τά ενενήντα δέν θά έγίνοντο. Αλλάζει ό άνθρωπος.


Κάποτε ένας μυαλωμένος Γέρων συνήντησε έναν νέον πού πήγαινε φουριόζος γιά νά κτυπήση κάποιον άλλον, πού είχε δημιουργηθεί μιά κατάστασι από συζήτησι των γυναικών. Πού πας; Πάω νά καθαρίσω, όπως λένε οι μάγκες σήμερα. Τί νά καθαρίσης, θά τά λερώσης πιό πολύ τού λέγει, μήν πας, καί τού είπε τό έξης: «Δέν μοϋ λές, όταν λασπωθή τό παντελόνι σου πότε τό τρίβεις μέ τήν βούρτσα, όταν ξεραθή ή όταν είναι μαλακό; Τού άπαντά, όταν ξεραθή, διότι δέν βγαίνει, θά τό κάνης χειρότερο όταν είναι μαλακό. Λοιπόν άφησε τό γεγονός νά ξεραθή καί πάς αύριο. Καί τόν έγύρισε πίσω καί τήν άλλην ήμέρα πού είχε ύπόψιν του νά πάη νά τόν ζητήση, ήλθε ό άλλος στό σπίτι καί τού ζήτηση συγγνώμη. Ποιος από μάς ένδιαφέρθη νά βρή τρόπους συμβιβάσεως, συμφιλιώσεως, αγάπης, διότι θά κρατήση τόν Θεόν μαζί του, τήν χάρι μαζί του. Μπορεί νά καθήση ή χάρις σέ τέτοιες καταστάσεις, σέ πικρίες, σέ τέτοια πράγματα πού ύπάρχουν εδώ σέ μάς; Δέν μπορεί. Γι’ αύτό πολλοί άνθρωποι δέν έχουν πιάσει τό θέμα αύτό όσο πρέπει.


"Ενας άλλος άγιος πατήρ τής Εκκλησίας μας, ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής ό λεγόμενος, σε ένα μέρος λέγει: «Μή μνημόνευε έν τω καιρω τής ειρήνης των έν τω καιρω τής λύπης ύπό τού αδελφού σου λεχθέντων». ’Έγινε κάτι, έλέχθη κάτι, μιά αδικία, ένας λόγος δέν ξέρω, έγινε στό παρελθόντα χρόνον, τί κάθεσαι τώρα πού δέν συμβαίνει τέτοιο πράγμα, μόλις βρήκες έναν άνθρωπο, κάθεσαι καί τού συζητάς τί έγινε κάποτε, τί τά ξαναβγάζεις στήν έπιφάνεια, τί τά φρεσκάρεις καί δέν τά άφήνεις εκεί. «Μή μνημόνευε έν τω καιρω τής ειρήνης -τώρα πού δέν έχωμε καυγάδες, φασαρίες, βλασφημίες, έχθρες- των έν τω καιρω τής λύπης ύπό του αδελφού σου λεχθέντων». 
«Καν τε από τό πρόσωπον τά λυπηρά έρέθη», αν σου τά είπε κατάματα- «καν τε ύπό του περισσού παράτου», είπε σ’ έναν άλλον γιά σένα καί μετά ταΰτα, αφού τά έμαθες έσύ «ίνα μή τόν λογισμόν τής μνησικακίας άνεχόμενος εις τόν όλέθριον μίσος του αδελφού σου ύποστρέψη» -διότι όταν τά ξανασυζητήσεις, ξαναβγαίνουνε έπάνω καί σέ κρατάνε σέ μνησικακία καί σέ έχθρα-. Έφ’ όσον άν τά ξεχάσης άστα, άστα, πάνε, στό παρελθόν, άστα νά ξεχασθούν, άστο να σβύση αύτό. Όταν τό ξαναβγάζης καί τό ξαναζωπυρής καί του ρίχνεις καί του βάζεις την σάλτσα καί τό καρίκκευμα πιπέρι καί άλάτι, αύτό κρατάει τόν θυμό καί την έχθρα καί θά ζητάς πάντοτε έκδίκηση.


’Έχω έπιστρατεύσει έπάνω στό ίδιο θέμα αύτό, μία ώραία γνώμη του θείου Χρυσοστόμου ή όποια γενικά όμιλεϊ γιά πολλά πράγματα καί γιά πολλές άμαρτίες, πού εμείς οί Χριστιανοί τίς έχουμε δυστυχώς, καί έχωμε την τόλμη να λέμε τό Πάτερ ήμών. Γιά να πής τό Πάτερ ήμών καί να πής Πατέρα τόν Θεόν, πρέπει να φροντίσης κατά κάποιον τρόπον να έχης καί κάποιαν μικρήν όμοίωσιν, γύρω από την προσωπικότητα του Θεού γύρω από τίς άρετές, από την άνεκτικότητα, από την μακροθυμία, άπ’ όλα. Εμείς δέν τάχουμε αύτά τά πράγματα.


Λέγει λοιπόν καί γενικά γιά την μνησικακία καί γιά την έχθρα καί γιά όλα αύτά τά πράγματα τά έξης: «Ού γάρ δύναται Πατέρα καλεΐν τόν φιλάνθρωπον Θεόν» δέν μπορή ό άνθρωπος να καλή Πατέρα τόν φιλάνθρωπον Θεόν «ό την γνώμην έχων θηριώδη καί άπάνθρωπον». Καί πράγματι πολλοί από μάς έχουμε γνώμη θηριώδη καί άπάνθρωπον. «Όταν γάρ τις σκιρτά μέν ώς ταύρος, λακτίζη ώς όνος, μνησίκακη ώς κάμηλος, άρπάζη ώς λύκος, δάκνη ώς σκόρπιός ύπουλα, χλημαντρίζη έπί γυναικί ώς θηλυμανής, πώς δύναται ό τοιούτος άναπέμψαι φωνήν καί Πατέρα αύτόν καλεΐν τόν Θεόν. Τί ούν ονομάζεται χρή τόν τοιούτον». Πώς να τόν πούμε πού έχει τόσα ελαττώματα, τόσων θηρίων συμπεπυκνωμένα πολύ; Θηρίον να τόν πούμε; Αλλά τά θηρία από τών έλαττωμάτων κατέχοντα. Ή άλεπού είναι πονηρά, ό λύκος είναι οργίλος κάνει ζημιά, ό χοίρος έχει άκρασία. Εμείς τάχουμε όλα καί πονηροί, καί οργίλοι καί μνησίκακοι καί σαρκολάτραι κλπ.


Τί να τόν πούμε θηρίον, λέγει; ’Άν ήταν άπλώς θηρίον θά είχε ένα έλάττωμα. Έδώ είναι σύνολον έλαττωμάτων. «Ούτος δέ πάντας συναγαγεΐν έν έαυτώ καί τοις έκείνων άλογίαις λέγουσι άλογότερον», εκείνος είναι άλογότερος τών ζώων τών άλογων  «ουδέ γάρ ούτος ό Θεός μισεί καί άποστρέφεται, ώς άνθρωπον μνησίκακον καί διατηροΰντα οργήν». Δεν μισεί, λέγει ό Θεός, τόσο τόν άνθρωπον ει μή τόν μνησίκακον άνθρωπον καί αυτόν ό όποιος διατηρεί οργήν «τίς γάρ βούλει δούλος γενόμενος αύτοίς χαλεπώς καί ασύγγνωστος!». Πώς λέγει, γίνεσαι έτσι πρός τόν σύνδουλόν σου θά πή κανείς- σέ ύβρισε ό συνδοΰλός σου; Είσαι σέ θέσι να μή τόν συγχωρήσης καί να ζητάς εκδίκηση" καί σύ τόν Θεόν ύβρίζεις πολλάκις, ίσον σύνδουλος καί δεσπότης; άν ό Θεός θελήση να σέ έκδικηθή, τίς ύποστήσεται Κύριε, Κύριε- έάν άνομίαις παρατηρήσης; Μπορεί καί να τόν έβρισες, μπορεί καί να έκαμες καμιά χειρονομία, μπορεί καί να τού είπανε.... καί έχει τόν λόγο καί σου τό κάνει αυτό. Αγαπητοί μου, δυναμικά ό Χριστιανισμός δέν ατιμάζει, έθελοντικά. Τό νοιώθεις, θά κάμης άβαρία καί θά φροντίσης να άγαπήσης. Να σου πω να μήν πας στήν Εκκλησία ξανά, μέχρι να συμφιλιωθής; δέν θάναι μακρυά. Να σου πω, δέν θά πας δώρο στήν εκκλησία, μέχρι να άγαπήσης; δέν θά πώ ψέμματα.


Όποιαδήποτε έκδήλωσίς σου θρησκευτική, δέν είναι δεκτή από τόν Θεόν, έάν δέν προϋπάρχη συμφιλίωσις καί μάλιστα έχει ένα ανάποδο πράγμα πού σοκάρει πολλούς.
Όταν πας τό δώρον σου στήν έκκλησία καί εκεί μνησθής ότι έχει κάποιος εναντίον σου, σταμάτα, λέει, μή τό πηγαίνεις τό δώρο σου, άφησέ το απ’ έξω στήν πόρτα, πήγαινε να συμφιλιωθής, πρώτα μ’ αυτόν καί τότε νάρθης να δώσης τό δώρο σου. Γιά σκέψου το.... Πολλοί άνθρωποι έχουν δικαστήρια, έχουν αντιδικίες, χρόνια όχι γιά φόνο αλλά γιά τό γιλέκο. 

Γνωρίζω έναν φίλτατον θρησκευόμενον άνθρωπο καί έχει δικαστήριο μέ τόν αδελφόν του στά Τρίκαλα, γιά ένα δωμάτιο 3X3, ένα από Τουρκοκρατίας. ’Έχει χαλάσει 300.000 δρχ. καί συνεχίζει να μάχεται γιά κείνο. Βρε Γιώργο, που θά παρουσιαστής, τί Χριστιανός είσαι σύ, ποιος να τό άκούση αύτό τό πράγμα. Λες καί διεκδικούσε κάποια κολοσσιαία περιουσία καί σέ δελεάζει τό ποσόν. Τό καταλαβαίνω, άλλά εδώ δέν είναι αύτό, είναι τό γιατί. Τόν έχει δέσει ό διάβολος 35 χρόνια. Καί λεγόμεθα προχωρημένοι, προσεληνώθημεν έφ’ όσον δέν προσγειώθημεν. Έν πάση περιπτώσει αυτά περί αύτών καί νομίζω ότι είμαστε πολύ έξυπνοι καί καταλάβαμε περί τίνος πρόκειται. Τό Πάτερ ήμών να σταματήση, έφ’ όσον δέν έχωμε συγχωρήσει τούς άνθρώπους, γιά να μή κοροϊδεύουμε τόν έαυτόν μας. Γιατί αν φωνάξη ό Χριστός ψέμματα θά κοπούν τά γόνατά μας. Καί όταν ή Εκκλησία λέει' «καί άφες ήμΐν τά οφειλήματα ήμών, ως καί ήμεϊς άφίεμεν τοις όφειλέταις ήμών», εμείς πρέπει να βγαίνουμε έξω, έπειδή φοβάμαι μήν πέσει ό πολυέλεος κάτω. Ό ψάλτης καλά τό λέει, άλλά έγώ δέν είμαι συνεπής καί αν κοροϊδεύουμε τόν Θεόν; έδώ νομίζουμε ότι τόν κοροϊδεύουμε. Τόν έαυτόν μας κοροϊδεύουμε καί άλλοίμονό μας, αν πέσουμε σέ χέρια Θεού ζώντος.


Όταν άνοιξη ή έκκλησία την πύλη, σηκώνει ό διάκονος τό ωράριο καί λέγει" «έν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν». Δέν υπάρχει ειρήνη; Δέν ύπάρχη άγάπη, τίποτε. «Άγαπήσωμεν άλλήλους καί ούτω
 έν όμονοία όμολογήσωμεν Πατέρα, Υιόν καί άγιον Πνεύμα». ’Άν δεν άγαπήσουμε, δεν συγχωρήσουμε, με άβαρΐες, με ζημίες ήθικές καί ύλικές, εις βάρος μας, «Πάτερ ήμών» δεν μπορούμε να λέμε, καί άγιο Πνεύμα δέν μπορούμε να ζητάμε. Αύτό λένε τά χαρτιά μας, αύτά λέγει τό Ευαγγέλιο, αυτά λέγει ή Εκκλησία.


Γιά μένα άποτελεϊ θανάσιμο άμάρτημα τό μίσος, έχουμε θανατώσει την ψυχή μας, έφ’ όσον δέν έχουμε την αγάπη ακόμη. Μάλιστα ή άγάπη θά έχη περισσοτέραν άξίαν αν είναι μέ θυσία άγάπη. Θυμάμαι ένα πρόσωπο πού ακόυσα ένα τηλέφωνο μιά μέρα. Πρόκειται περί ένός ανιψιού, ό όποιος είχε αδικηθεί από τόν θείο. Από την Χίο ήτανε. Ό όποιος όταν πέθανε ό πατέρας τού παιδιού τούς τά πήρε όλα καί τάφησε στό δρόμο καί την χήρα καί τά παιδιά. Μεγάλωσαν τά παιδιά, τώρα γνωρίζουν την ζημία πού τούς έκανε ό θείος καί την ληστεία πού τούς έκανε ό θείος καί έξακολουθοΰσε ό θείος άκόμη καί τούς έπαιρνε κάποιο μερίδιο καί ήκουσα τό τηλέφωνο καί λέγει: «Θείε, δέν θά κατορθώσης τίποτα. Από αύτό πού έχεις δηλώσει, μπορεί να μάς πάρης καί τά ύπόλοιπα, μπορεί να μάς ξαναφήσης στό δρόμο, μπορεί πολλά μπορεί, ένα δέν θά κατορθώσης μόνον καί στό δηλώνουμε- να κατορθώσης να μάς πείσης να σέ μισήσουμε, έμείς θά σέ αγαπούμε. Να μάς πάρης τά ύπόλοιπα καί τό σάλιο μπορείς να σέ μισήσουμε, δέν θά τό κατορθώσης. Εμείς θά συνεχίσουμε να σέ αγαπούμε».

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΙΜΟ ΤΕΥΧΟΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: