Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Β'. ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ- ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ




Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ


Β . Φυσική κατάσταση


Ή φυσική κατάσταση στη χρήση των υλικών αγαθών είναι ό συνηθισμένος τρόπος ζωής, πού ταιριάζει σ' όλους τους ανθρώπους. Δηλαδή ικανοποιεί όλες τις ψυχολογικές και υλικές ανάγκες ενός συνηθισμένου άνθρωπου. Όλοι επομένως οι άνθρωποι (και οι χριστιανοί), και οι πιο αδύνατοι στο χαρακτήρα, ικανοποιούνται με τη φυσική αυτή κατάσταση και αρμονικά αναπτύσσουν μια φυσική ζωή.
Γι' αυτούς τούς συνηθισμένους (κοινούς) ανθρώπους έγραφε ό Μ. Βασίλειος: «Πρέπει να μη δημιουργείτε πρωτότυπες καταστάσεις, πού δεν ταιριάζουν με τη φύση τού άνθρωπου και τούς όρους πού όρισε ό ευεργέτης της φύσεως (ό Θεός)...»


1. Κι ό άγιος Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης γράφει: «Μην απαιτείς απ' τούς άλλους ούτε πέρα απ' τη φυσική κατάσταση, ούτε υπερβολική χρήση, έξω απ' το μέτρο στην υγεία και ευτυχία, αλλά σε κάθε περίσταση υπολόγιζε το ανθρώπινο στοιχείο, και πάρε τα μέτρα σου για τις αλλαγές των περιστάσεων, πού μπορούν μέσα σε μια μέρα πολλές φορές ν' αλλάξουν ακριβώς στο αντίθετο την κατάσταση των πραγμάτων. Γιατί έτσι και ευτυχισμένος θα είσαι και την ευημερία ασφαλώς θα έχεις. Κι αν όμως συμβεί κάποια μεταβολή, δεν θα πάθεις κάτι το ανυπόφορο, όταν μάλιστα εκ των προτέρων έχεις χρησιμοποιήσει για την ψυχή σου τα πλούτη της θείας σ' εσένα φιλανθρωπίας».
Σ' αυτή τη φυσική κατάσταση διακρίνω τέσσερα σκαλοπάτια για τη χρήση των υλικών αγαθών, στο θέμα δηλαδή της ιδιοκτησίας. Την κοινοκτημοσύνη, την κοινοχρησία, την αυτάρκεια (ή πολύ μικρή ατομική ιδιοκτησία) και την «οικονομική» και «απαθή» χρήση της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας.


2ο σκαλοπάτι: Ή κοινοκτημοσύνη

Ή χριστιανική κοινοκτημοσύνη είναι ή καλύτερη μορφή (σκαλοπάτι) στη φυσική κατάσταση για τη χρήση των υλικών αγαθών. Ή χριστιανική κοινοκτημοσύνη εφαρμόζεται με επιτυχία σε μικρές κοινότητες (κοινωνίες), πού τα μέλη τους συνδέονται με την αγάπη.
Για ν' ακριβολογήσουμε πρέπει να την πούμε: κοινή χρήση στην περιουσία τού Θεού. Ό όρος «κοινοκτημοσύνη» προϋποθέτει αναγνώριση ατομικής κτήσεως. Χρησιμοποιώ όμως τον όρο κοινοκτημοσύνη γιατί επεκράτησε, είναι κατανοητός και μονολεκτικός.
Ή κοινοκτημοσύνη είναι το πρότυπο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας γι' αυτό το εφαρμόζουν με επιτυχία στα μοναστήρια («κοινόβια») συνέχεια εδώ και 1700 χρόνια περίπου.

«Δι' ημάς τούς ορθοδόξους, γράφει ό Σ. Άγουρίδης, ή άντίληψις περί τού κοινοβίου ως τού ιδεώδους τού ανθρωπίνου βίου αποτελεί στερρώς έμπεδωμένον βίωμα εις την συνείδησιν τού λαού. Ό κοινοβιακός μοναστικός βίος απετέλεσε πάντοτε το πρότυπο και την είκόνισιν τού οιουδήποτε κοινωνικού βίου. Άτομοκρατικά πρότυπα είναι ξένα προς την συνείδησιν τού ορθοδόξου λαού. Το «κοινόβιο» είναι ό κοινωνικός δείκτης της οδού προς το «τέλος», δεν είναι το «τέλος». Οι μοναχοί είναι ή πρωτοπορία της ανθρωπότητας...».


Ό αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής τού Οσίου Γρηγορίου τού Αγίου Όρους Γεώργιος Καψάνης είπε: Στο Αγιον Όρος «ή μυστική ζωή κατά έναν πολύ ουσιαστικό τρόπο είναι κοινωνική ζωή, διότι μ' αυτήν ό άνθρωπος πραγματικά κοινωνεί με τον θεό και τούς αδελφούς του... Αυτό το ευλογημένο κοινόβιο των Ιεροσολύμων συνεχίζεται, χάριτι θεού, στα κοινόβια πού αποτελούν και τη βάση τού αγιορείτικου μοναχισμού... Οι μοναστικές τράπεζες στρώνονται καθημερινά με αγάπη όχι μόνο για τούς μοναχούς, αλλά και για τούς αδελφούς προσκυνητάς και έπισκέπτας, πού κατακλύζουν τα ιερά σκηνώματα. Αυτό γίνεται μόνο στο Αγιον Όρος. Γίνεται με θυσία και κόπο των πατέρων. 

Στο Αγιον Όρος μοιραζόμεθα τα πνευματικά και υλικά αγαθά με τούς αδελφούς μας εν τω ονόματι τού Χριστού... Έτσι οι μοναχοί επανέρχονται διά της αγάπης στην προ της πτώσεως κατάσταση τού Αδάμ, όταν ή αμαρτία δεν είχε διασπάσει την ενιαία ανθρώπινη φύση. Μιμούνται ακριβώς τη ζωή τού Χριστού με το χορό των Αποστόλων, "όπου κοινά τα πάντα, και κοινόν εαυτόν τοις άποστόλοις παρέσχηκεν" ό Σωτήρ. Ζηλούν την ζωήν των αγγέλων "το κοινωνικόν, ώσπερ εκείνοι, δι' ακριβείας φυλάξαντες"... Προς αυτή την αγάπη, ενότητα και κοινοκτημοσύνη, πρέπει να προσανατολίζονται και οι χριστιανικές κοινότητες στον κόσμο, εάν θέλουν να εκπληρώσουν το Ευαγγέλιο τού Χριστού. Στον ορθόδοξο κοινοβιακό μοναχισμό ευρίσκονται οι αρχές για τη σωστή λύση τού κοινωνικού μας προβλήματος. Λύση αληθινή, ανθρώπινη, πού δεν θα παραβλέπει την πνευματική και θεοειδή φύση τού άνθρωπου».


Ή κοινοκτημοσύνη  στην αληθινή της μορφή είναι ατομική ακτημοσύνη, πού καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και δέχεται το σύστημα της κοινής διαχείρισης των κοινών υλικών αγαθών, ή κατ' εντολή διαχείριση αυτών. Αυτή είναι μια χριστιανική μορφή της διαχείρισης τού κοινοβίου.  Μπορεί όμως να παρουσιασθεί και με μια άλλη μορφή. Να δεχθεί την ατομική ιδιοκτησία με το νομικό τύπο της κοινής και εξ αδιαιρέτου περιουσίας, στη μορφή λ.χ. τού συνεταιρισμού.

Αύτη είναι μια μορφή κοινοκτημοσύνης δεύτερης ποιότητας και είναι ανεκτή από το Χριστιανισμό.

Απ' την ιστορία θα αναφέρω μόνο την πρώτη χριστιανική Εκκλησία, την οικογένεια και τη μοναστηριακή ζωή. Δε αναφέρω τούς αρχαίους "Έλληνες φιλοσόφους, γιατί ή σχολή τού Πυθαγόρα λ.χ. σε μικρό κύκλο εφάρμοσε την κοινοκτημοσύνης, ενώ ό Πλάτωνας θεωρητικά την υπεστήριξε. Δε θ' αναφέρω την κοινοκτημοσύνη των Εσσαίων, γιατί είναι μια απ' τις πνευματικές προετοιμασίες (όπως κι όλη ή ιστορία των Ισραηλιτών) για την εμφάνιση τού Χριστιανισμού. Δε θ' αναφέρω ακόμη ούτε την κοινοκτημοσύνη, πού οργάνωσαν οι Ιησουίτες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για 178 χρόνια, από το 1608 μ.Χ., σ' όλη τη χώρα της Παραγουάης, γιατί πρέπει πρώτα να μελετηθεί το ιστορικό αυτό γεγονός και να αξιολογηθεί ορθόδοξα.
Οι Απόστολοι με τον Κύριο πρώτοι είχαν ένα κοινό ταμείο -το «γλωσσόκομον», όπως το έλεγαν. Δηλαδή το κοινό ταμείο πρέπει να ήταν κάτι μεταξύ κοινοκτημοσύνης και κοινοχρησίας.

Τον ίδιο χαρακτήρα πρέπει να είχε και ή χρήση των υλικών αγαθών στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Δηλαδή ήταν μια ελεύθερη και υποτυπώδης κοινοκτημοσύνη, πού θα πλησίαζε ίσως την κοινοχρησία (καθώς θα δούμε στην επόμενη παράγραφο).

Ό Ευαγγελιστής Λουκάς την περιγράφει με αυτά τα λόγια: «Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν ένα φρόνημα και μια καρδιά και κανείς δεν έλεγε πώς κάτι απ' τα υπάρχοντα του είναι δικό του, αλλά σ' αυτούς ήταν όλα κοινά. Και με μεγάλη δύναμη έδιναν τη μαρτυρία οι Απόστολοι για την ανάσταση τού Κυρίου Ιησού, και μεγάλη χάρη ήταν πάνω σ' όλους. 

Δεν υπήρχε κανένας φτωχός μεταξύ τους, γιατί όσοι ήταν ιδιοκτήτες χωραφιών ή σπιτιών, τα πουλούσαν και τα χρήματα (πού έπαιρναν) απ' την πώληση τους τα έβαζαν μπρος στα πόδια των Αποστόλων. Γινόταν δε διανομή στον καθένα σύμφωνα με την ανάγκη πού είχε». Και πιο πάνω ό Λουκάς μάς λέει: «Όλοι οι πιστοί έμεναν μαζί και τα είχαν όλα κοινά, και πουλούσαν τα κτήματα τους και τις περιουσίες τους και τα μοίραζαν σ' όλους κατά την ανάγκη πού είχε ό καθένας. Και στο ναό (τού Σολομώντος) έρχονταν κάθε μέρα όλοι με μια ψυχή, (και) στα σπίτια τους έκοβαν τον άρτο, και τρώγαν με αγαλλίαση και με απλότητα στην καρδιά, δοξολογώντας το θεό και όλος ό λαός τούς αγαπούσε». Το σύνολο των χριστιανών σ' αυτή την πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων ήσαν 3.000 περίπου.

Σχολιάζοντας την περίπτωση αυτή ό Μ. Βασίλειος λέει: «... Ας έρθουμε στο παράδειγμα των τριών χιλιάδων. Πρέπει να ζηλέψουμε το πολίτευμα των πρώτων χριστιανών, πού τα "είχαν όλα κοινά". Τον τρόπο της ζωής, την ψυχική διάθεση, τη συμφωνία μεταξύ τους, την κοινή τραπεζαρία, μια αδελφότητα χωρίς διαιρέσεις, είχαν την αγάπη χωρίς υποκρισία, τα πολλά άτομα για ένα (και το ίδιο) εργάζονταν (-απέβλεπαν). Οι διάφορες ψυχές συναρμολογούνταν σε μια (κοινή ζωή) μονοιασμένοι».

Και ό Χρυσόστομος σχολιάζει τη ζωή των πρώτων χριστιανών: «Πρόσεξαν, πώς τα πνευματικά είναι κοινά, και κανένας δεν είχε παραπάνω απ' τον άλλον, και γρήγορα έφθασαν στο να δώσουν σ' όλους τα δικά τους... Τούτο είναι ένας αγγελικός τρόπος ζωής, το να μ ή λέει κανείς απ' αυτούς πώς είναι κάτι δικό του. Απ' το σημείο αυτό κόπηκε ή ρίζα των κακών, και με την πράξη τους απέδειξαν πώς εφάρμοσαν αυτά πού άκουσαν...

»Δεν υπήρχαν οι ψυχρές λέξεις: το "δικό μου" και το "δικό σου". Γι' αυτό ήταν αγαλλίαση της ψυχής το να κάθεσαι στο τραπέζι. Κανείς δεν αισθανόταν σαν να 'τρωγε απ' τα δικά του, κανείς σαν να 'τρωγε από τα ξένα. (Αυτό πού λέω) νομίζει κανείς πώς είναι αίνιγμα. Αυτά πού 'ταν των αδελφών δεν τα νόμιζαν πώς ήταν ξένα, επειδή ήταν δεσποτικά. Ούτε τα δικά τους (τα νόμιζαν δικά τους), αλλά των αδελφών. Ούτε ό φτωχός ντρεπόταν, ούτε ό πλούσιους υπερηφανευόταν. Τούτο (ακριβώς) είναι (πού προκαλεί την) ευχαρίστηση. Κι εκείνος ό φτωχός αισθανόταν πώς είχε μια ευεργεσία, και μάλλον τα πέρναγε καλά. Κι αυτοί οι πλούσιοι σαν να δοξάζονταν μ' αυτή την κατάσταση, και πιο πολύ είναι ενωμένοι μαζί τους».

Κι άλλου λέει πάλι ό Χρυσόστομος: «Πες μου λοιπόν, ή αγάπη γέννησε την ακτημοσύνη, ή ή ακτημοσύνη την αγάπη; Εγώ νομίζω πώς ή αγάπη γέννησε την ακτημοσύνη, ή και τη δυνάμωσε περισσότερο. "Άκουγε ακόμη τί λένε οι Πράξεις των Αποστόλων: "Όλοι όσοι πίστεψαν, είχαν ένα φρόνημα και μια καρδιά". Πρόσεξε: φρόνημα και καρδιά τα ίδια ήταν. "Και κανείς δεν έλεγε πώς κάτι απ' τα υπάρχοντα του είναι δικό του, αλλά σ' αυτούς ήταν όλα κοινά"... "Όπως στο πατρικό σπίτι όλα τα παιδιά έχουν τον ίδιο σεβασμό, έτσι αισθάνονταν κι οι πρώτοι χριστιανοί». «Καλά είπε, "χάρη ήταν σε όλους" (Πράξ. δ' 33). Ή χάρη ήταν γι' αυτό, γιατί κανείς δεν ήταν πια φτωχός δηλαδή απ' τη μεγάλη προθυμία για προσφορές κανείς δεν ήταν φτωχός. 

Γιατί δεν έδιναν ένα μέρος απ' την περιουσία τους, κι άλλο μέρος φύλαγαν ούτε πάλι τα 'διναν μεν όλα, αλλά τα θεωρούσαν σαν να είναι δικά τους. Έβγαλαν από μεταξύ τους την (κοινωνική και ψυχολογική αυτή) ανωμαλία, και ζούσαν με πολλή αφθονία- κι αυτοί το έκαναν με πολύ αλληλοσεβασμό. Γιατί δεν τολμούσαν να δώσουν (τις προσφορές τους) στα χέρια των Αποστόλων, ούτε τα προσέφεραν με υπερηφάνεια, αλλά τα άφηναν στα πόδια τους, και τούς ανέθεταν να γίνουν διαχειριστές, και τούς έδωσαν την εξουσία, για να τα ξοδεύουν στο μέλλον σαν κοινά, κι όχι σαν δικά τους. 

Τούτο βοηθούσε ακόμη στο να μην έχουν κενοδοξία. Τούτο, αν και τώρα γίνει, θα ζούσαμε με πιο πολλή ευχαρίστηση, και πλούσιοι και φτωχοί...».
Στην οικογένεια τη χριστιανική επικράτησε τέλεια ό θεσμός της κοινοκτημοσύνης. Ό φυσικός δεσμός (ό εξ αίματος) μεταξύ των μελών της χριστιανικής οικογένειας ενισχύθηκε πολύ με τις πνευματικές τους σχέσεις, σαν μέλη της Εκκλησίας. Έτσι δημιουργήθηκε ή πιο μικρή χριστιανική κοινότητα, ή «κατ' οίκον Εκκλησία», κι έγινε ένα πρότυπο χριστιανικής κοινωνίας.

Ειδικά για την κοινοκτημοσύνη στην οικογένεια έγινε ολόκληρος αγώνας για τα ρωμαϊκά (ειδωλολατρικά) οικογενειακά έθιμα, πού βασίζονταν στον ατομισμό-εγωισμό τού άντρα. Κι έγιναν χριστιανικά, γιατί βασίσθηκαν πάνω στη χριστιανική αυτοθυσία.

Για τον αγώνα της Εκκλησίας να επικρατήσει ή κοινοκτημοσύνη στα μέλη της χριστιανικής οικογένειας έχουμε ένα κομμάτι από λόγο τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Διδάσκει τούς άντρες πώς θα εκπαιδεύσουν στη χριστιανική κοινοκτημοσύνη τις γυναίκες τους, πού έχουν πάρει προίκα.

Πρώτα τούς συνιστά να διαλέγουν για συζύγους γυναίκες φτωχότερες απ' αυτούς, κι όχι πλουσιότερες.

Σ' αυτούς όμως πού έχουν πλούσιες γυναίκες, λέει: «...Γιατί θα σάς πει ίσως ή γυναίκα σας: Ποτέ, τίποτα δεν ξόδεψα απ' τη δική σου περιουσία, ακόμα χρησιμοποιώ τα δικά μου -απ' αυτά πού με προίκισαν οι γονείς μου. Τί λες γυναίκα; Ακόμα χρησιμοποιείς «τα δικά σου»; Τί υπάρχει πιο χειρότερο απ' αυτές τις λέξεις; Δεν έχεις δικό σου το σώμα σου, κι έχεις δικά σου χρήματα; Μετά το γάμο τα σώματα δεν είναι δύο, άλλα γίνονται ένα. Κι οι περιουσίες είναι δύο, κι όχι μία; Χα, χα! Κοίταξε τον έρωτα του χρήματος. Ένας άνθρωπος, ένα σώμα και οι δύο, γίνατε, κι ακόμα λες: «δικά μου»; Ή καταραμένη και σιχαμένη αυτή λέξη, απ' το διάβολο ήρθε. Ό Θεός όλα, τα πολύ πιο αναγκαία απ' αυτά, τα δημιούργησε για μάς κοινά, κι αυτά τα χρήματα δεν είναι κοινά; 

Δεν μπορείς να πει το δικό μου φώς, ό δικός μου ήλιος, το δικό μου νερό. Όλα τα σπουδαιότερα είναι κοινά για μάς. Τα χρήματα όμως δεν είναι κοινά; Χίλιες φορές να χαθούν τα χρήματα. Ή μάλλον όχι τα χρήματα, αλλά οι ανθρώπινες διαθέσεις, πού ενώ δεν ξέρουν πώς να χρησιμοποιούν τα χρήματα, εντούτοις αυτά προτιμούν απ' όλα στον κόσμο. Και (σύ σύζυγε), μαζί με τα άλλα πού θα πεις στη γυναίκα σου, να τη διδάξεις κι αυτά -αλλά με πολλή χάρη: ...Καί προπάντων βγάλε απ' την ψυχή της «το δικό μου και το δικό σου». "Αν σου πει «τα δικά μου», πες της: Ποιά λες δικά σου; Γιατί δεν καταλαβαίνω. Εγώ τίποτα δεν έχω δικό μου πώς λοιπόν λες «τα δικά μου», ενώ όλα είναι δικά σου; Πες της αυτό το λόγο -έτσι για χάρη της. Δεν προσέχεις πώς αυτό (ακριβώς) κάνουμε στα παιδιά; "Όταν (τα βλέπουμε) να αρπάζουν κάτι δικό μας και θέλουν κι άλλο να πάρουν, τα συγχωρούμε και τούς λέμε: Ναι, αυτό είναι δικό σου, κι εκείνο. Το ίδιο κάνουμε και στη γυναίκα, γιατί ή σκέψη της είναι αφελής. Κι αν πει λοιπόν «τα δικά μου», πες της: Όλα είναι δικά σου, κι εγώ ό ίδιος δικό σου, είμαι. Τα λόγια αυτά δεν είναι κολακεία, αλλά έχουν πολύ σοφία. Έτσι θα μπορέσεις να εκτονώσεις το θυμό της και να σβήσεις τη μικροψυχία της. Αυτό πού είπα είναι ή πιο μεγάλη φιλοσοφία, γιατί κολακεία είναι όταν κάποιος για κακό σκοπό φερθεί άπρεπα. 

Να της πεις, λοιπόν: Παιδί μου, κι εγώ είμαι δικός σου. Αυτό ό Απόστολος Παύλος με συμβουλεύει να στο πω, γιατί λέει: «Ό άνδρας δεν εξουσιάζει το δικό του σώμα, το εξουσιάζει ή γυναίκα του». Αν όμως δεν εξουσιάζω το σώμα μου, αλλά σύ το εξουσιάζεις, πολύ περισσότερο δεν εξουσιάζω τα χρήματα. Λέγοντας αυτά την ξεκούρασες ψυχικά, έσβησες τη φωτιά, νίκησες το διάβολο. Μάλλον την έκανες αφοσιωμένη δούλη σου. Με τα λόγια αυτά την έδεσες. Ώστε μ' αυτά πού θα πεις μάθε τη να μη λέει ποτέ: Δικό μου και δικό σου». Αυτά για την κοινοκτημοσύνη στην οικογένεια.

Ό άγιος Αμβρόσιος ό Μεδιολάνων (Μιλάνο της Ιταλίας, "(397 μ.Χ.) λέει για την κοινοκτημοσύνη και την ατομική ιδιοκτησία: «Αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν σαν προϋπόθεση της δικαιοσύνης το να αντιμετωπίζει κανείς τα κοινά αγαθά, δηλαδή τα δημόσια, σαν δημόσια και τα ιδιωτικά, σαν ιδιωτικά. Ούτε κι αυτό όμως είναι σύμφωνο με τη φύση, καθώς ή φύση όλα τα πράγματα τα έκανε κοινά για όλους. Ό Θεός κανόνισε τα πράγματα έτσι, ώστε όλα να παράγονται για την κοινή ωφέλεια και ή γή να είναι, κατά κάποιον τρόπο, κοινή ιδιοκτησία. Ή φύση λοιπόν γέννησε το κοινό δίκαιο και ό σφετερισμός το ιδιωτικό. Με την ευκαιρία αυτή, λέγεται ότι ήταν άποψη των στωικών, ότι κάθε τί πού παράγεται πάνω στη γή, παράγεται για χρήση των ανθρώπων: ότι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν άνθρωποι, για να μπορούν να αλληλοβοηθούνται».

 Ό Τερτυλλιανός λέει πώς εμείς οι χριστιανοί «στενά ενωμένοι με το πνεύμα και με την ψυχή, δεν διστάζουμε να μοιράζουμε τα αγαθά μας με τούς άλλους. Τα πάντα είναι σε μάς τούς χριστιανούς κοινά, έκτος απ' τις γυναίκες μας» .
Όταν ό Χριστιανισμός επεκράτησε και ό Μ. Κωνσταντίνος προτιμούσε τούς χριστιανούς για αξιωματούχους στη διοίκηση της πολιτείας, μερικοί από συμφέρον γίνονταν χριστιανοί. Μ' αύτη την αιτία και μ' άλλες (πού πραγματική αφορμή έχουν την κακή προδιάθεση, πού έχουμε όλοι μέσα μας) ή Εκκλησία έχασε την καθαρότητα της. 

Το ποσοστό των πραγματικών χριστιανών μίκραινε. Τότε σαν μια διαμαρτυρία για το συμφεροντολογικό, υλιστικό και ατομικιστικό πνεύμα πού ξαπλωνόταν στην Εκκλησία, άρχισαν μερικοί να απομακρύνονται απ' τις εκκλησιαστικές ενορίες των πόλεων και να καταφεύγουν στις ερημιές. Ήταν ασκητές και αναχωρητές οι πρώτοι. Ή κίνηση αυτή της διαμαρτυρίας για τον περιορισμό τού ποσοστού της αγιότητας στην Εκκλησία κατέληξε στον οργανωμένο μοναχισμό, δηλαδή στο κοινόβιο, πού μετά τον Ευστάθιο Αντιοχείας τον οργάνωσε ό Μ. Βασίλειος. Τρεις ήταν οι βασικές αρχές τού μοναχισμού: Ή υπακοή, ή ακτημοσύνη και ή αγαμία. Εδώ βέβαια θ' ασχοληθούμε μόνο με την ακτημοσύνη κατά τούς Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Θα δούμε δηλαδή την κοινοβιακή μοναστική ζωή.

Ή «Πρωτοδευτέρα» Σύνοδος, πού έγινε το 861 μ.Χ., αποφάσισε: «Οι μοναχοί οφείλουν να μην έχουν τίποτα δικό τους. Κάθε τί δε το δικό τους "προσκυρούται" στο μοναστήρι».


Ό Θεόδωρος ό Στουδίτης γράφει σ' έναν ηγούμενο: Πρόσεχε, «πάντως με πολλή προσοχή να φυλάς ώστε στην αδελφότητα τού μοναστηριού όλο να είναι κοινά, και αδιανέμητα, και τίποτα στην ξέχωρη κυριότητα τού καθενός, ή κοινοκτημοσύνη δηλαδή να φθάνει μέχρι και τη βελόνα». Ό Μ. Βασίλειος είναι πιο σαφής: «Μια κοινή αποθήκη να είναι για όλους τούς μοναχούς και κανένα πράγμα ούτε να λέγεται πώς είναι τού καθενός: ούτε ρούχο, ούτε παπούτσι, ούτε κάτι άλλο πού είναι απαραίτητο για τις ανάγκες τού σώματος. Ή χρησιμοποίηση όμως (όλων των υλικών αγαθών) να είναι στην εξουσία τού ηγούμενου, και στον καθένα να χορηγείται το κατάλληλο και το χρήσιμο, σύμφωνα με τις οδηγίες τού ηγούμενου». Δηλαδή, συνεχίζει ό Μ. Βασίλειος, «ταιριάζει βέβαια στον ασκητή (μοναχό), πού διάλεξε τη (χριστιανική αυτή) κοινωνία, όπως αναπτύξαμε πιο πάνω, να είναι ελεύθερος από κάθε ιδιαίτερη - ατομική ιδιοκτησία υλικών πραγμάτων».

«Αυτοί (οι μοναχοί), λέει άλλου πάλι ό Μ. Βασίλειος, κατόρθωσαν να εφαρμόσουν την ακτημοσύνη. Τίποτα δεν είχαν δικό τους κι όλα ήταν κοινά (αλλήλων). Κοίταξε, πόσα μεγάλα είναι τα αγαθά πού προκάλεσε σε μάς ή ενανθρώπιση τού Σωτήρα μας Χριστού. Αυτοί οι μοναχοί μάς έδειξαν καθαρά τον τρόπο πού πρέπει να ζουν οι άνθρωποι. Την ανθρώπινη φύση (την ενότητα της κοινωνίας - την κοινωνικότητα), πού έσπασε κι έγινε μυριάδες κομμάτια, πάλι σ' αυτή (την ενότητα) μαζεύτηκαν (οι μοναχοί και ενώθηκαν) μεταξύ τους και με το Θεό. Γιατί αυτή είναι ή ουσία κι ό σκοπός της ενανθρωπίσεως τού Σωτήρος, για να συγκεντρώσει δηλαδή την ανθρώπινη φύση στον εαυτό της (σε μια κοινωνία) και προς τον Εαυτό του (το Χριστό). Να βγάλει δηλαδή το πονηρό κομμάτιασμα της ανθρωπότητας, και να ξαναφέρει την πρώτη (κοινωνική) ενότητα. Ό Χριστός είναι σαν ένας εξαίρετος γιατρός, πού με φάρμακα ξανασυνδέει το σώμα, πού κόπηκε σε πολλά κομμάτια». «Αλλά στα μοναστήρια (λέει ό Χρυσόστομος)... δεν υπάρχει καμιά ανωμαλία. Ούτε άλλοι μεν ζουν ευτυχισμένοι, κι άλλοι στην έσχατη αθλιότητα. 'Αλλ' όλοι ζουν με μια ειρήνη, με χαρά και με δόξα. Έτσι τώρα κι εδώ στις πόλεις πρέπει να ζουν οι χριστιανοί. Το «δικό σου» και το «δικό μου», τούτο, πού φέρνει τη φασαρία κι ανατρέπει τα πάντα, έχουν ξεριζωθεί. Και τα πάντα είναι γι' αυτούς κοινά, και το τραπέζι και ή κατοικία και τα ρούχα».
Ό Μ. Βασίλειος αφού μίλησε γενικά για το μοναχισμό, συνεχίζει:
«Σκεφθήκαμε πώς πρέπει να προτρέψουμε κι αυτούς πού ζουν σε κοινόβια με τα λόγια μας. Επειδή οι περισσότεροι ασκητές ζουν σε οργανωμένα κοινόβια, πού ό ένας προτρέπει την ψυχή τού άλλου στην αρετή, και παρακινούνται στην ηθική τελειοποίηση με τη σύγκριση των ηθικών τους κατορθωμάτων. Για να επιδείξουν προθυμία και αντάξιο ζήλο της σπουδαιότητας για τα κατορθώματα, πρέπει να γνωρίσουν πρώτα πόσο μεγάλο και σπουδαίο είναι το καλό πού επιδιώκουν κι έτσι να υποδεχθούν την προτροπή μας σ' αυτό.

«Πρώτα-πρώτα λοιπόν με το κοινόβιο ξανάρχονται στο φυσικό καλό, αφού δέχονται την κοινωνία και τη συμβίωση. Γιατί εγώ λέω πώς κοινοβιακή ζωή είναι ή τελειότητα τού βίου, πού ό θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας έχει εξοριστεί. Έχουν εκλείψει οι αντιθέσεις στις αντιλήψεις. Έχει χαθεί κάθε είδος ανησυχίας, φιλονικίας και ζήλειας. Αφού όλα είναι κοινά: οι ψυχές, οι γνώμες, τα σώματα, κι αυτά τα υλικά, πού χρειάζονται για να τραφούν και να εξυπηρετηθούν τα σώματα. Κοινός για όλους, είναι ό θεός, κοινός ό σκοπός της ευσέβειας, κοινή ή σωτηρία, κοινοί οι πνευματικοί αγώνες, κοινοί οι κόποι, κοινά τα βραβεία. Όλοι είναι σαν ένας μόνος, αλλά βρίσκεται μέσα σ' όλους.

»Τί μπορεί να παραβληθεί μ' αυτή τη ζωή τού κοινοβίου; Τί είναι πιο αληθινό απ' τη σύνδεση και την ένωση των ανθρώπων; Τί είναι πιο χαριτωμένο απ' την ανάμειξη των χαρακτήρων και των ψυχών; Ξεκίνησαν άνθρωποι από διάφορες φυλές και χώρες και ταίριαξαν με τέτοια ακρίβεια σε μια ενότητα, πού να νομίζονται ότι είναι μια ψυχή σε πολλά σώματα και τα πολλά σώματα να φαίνονται όργανα μιας γνώμης. Ό αδύνατος σωματικά έχει πολλούς να υποφέρουν μαζί του. Ό ψυχικά άρρωστος κι αδύνατος έχει πολλούς πού τον θεραπεύουν και τον βοηθούν να σηκωθεί. Είναι εξίσου δούλοι ό ένας στον άλλον, είναι εξίσου κύριοι ό ένας στον άλλον.

»Με την πιο μεγάλη ψυχική ελευθερία συναγωνίζονται για να δείξουν ό ένας στον άλλον την τέλεια υπακοή στο θεό, πού δεν τη δημιούργησε βέβαια κάποια αναπόφευκτη δυστυχία, πού φέρνει μεγάλη ανησυχία σ' αυτούς πού τούς κυριεύει, αλλά δημιουργήθηκε με χαρά απ' την ελεύθερη γνώμη τους. Γιατί ή αγάπη υποτάσσει τούς ελεύθερους, τον ένα στον άλλο, κι εξασφαλίζει την ελευθερία με την ατομική εκλογή τού καθενός. Έτσι μάς ήθελε απ' την αρχή ό θεός και γι' αυτό μάς δημιούργησε. Αυτοί ξαναφέρνουν το αρχαίο κάλλος, την ενότητα δηλαδή, γιατί σκεπάζουν την αμαρτία τού πρωτόπλαστου Αδάμ. Δεν θα υπήρχε βέβαια διαίρεση μεταξύ των ανθρώπων, και διάσταση και πόλεμος, αν ή αμαρτία δε δίχαζε τη φυσική κατάσταση τού άνθρωπου.

«Αυτοί λοιπόν οι μοναχοί τέλεια μιμούνται το Στήρα και την επίγεια ζωή Του. "Όπως δηλαδή Εκείνος, όταν είχε συγκροτήσει την ομάδα των μαθητών του, πρόσφερε στους Αποστόλους τα πάντα κοινά, και τον ίδιο τον Εαυτό του, έτσι κι αυτοί -όσοι βέβαια με ακρίβεια το εφαρμόζουν στη ζωή τους- υπακούουν στον ηγούμενο και μιμούνται με ακρίβεια τη ζωή των Αποστόλων τού Κυρίου. Αυτοί ζηλεύουν τη ζωή των αγγέλων, γιατί όπως εκείνοι, ζουν με ακρίβεια τον κοινό βίο».
Οι Σαρακηνοί λεηλάτησαν και πήραν τα πάντα απ' τον άββά Σισώη και τον υποτακτικό του. Ό Σισώης έψαχνε να βρει τροφή. Βρήκε δύο σπυριά κριθάρι. Το ένα το έφαγε και το άλλο το φύλαξε για τον υποτακτικό του. Υπόδειγμα κοινοβιακής αντιλήψεως, πού είναι μια εφαρμογή της κοινωφελούς ζωής τού χριστιανού,' όπως λ.χ. λέει ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος: «Ό καλός (χριστιανός) τα πάντα πρέπει να κάνει για την ωφέλεια όλων».
Όταν όλα τα μέλη τού κοινοβίου αποφεύγουν να ασχοληθούν με την υπεύθυνη διαχείριση των υλικών αγαθών τού κοινοβίου, κατ' ανάγκην ασχολούνται μερικά: Ό ηγούμενος λ.χ. και ό οικονόμος. Ποιά είναι λοιπόν ή ψυχολογική στάση όσων διαχειρίζονται τα υλικά αγαθά στα κοινόβια; θα κατορθώσουν να μείνουν αδούλωτοι στα «κτίσματα»;
Στον άββά Γελάσιο, πρώην μαθητή τού Παχώμιου, όταν έγινε ηγούμενος και το μοναστήρι του απέκτησε περιουσία από δωρεές, ένας γέροντας τού είπε: «Φοβάμαι, άββά Γελάσιε, μήπως δεθεί ό λογισμός σου στα χωράφια και στην υπόλοιπη ιδιοκτησία τού κοινοβίου». Κι ό Γελάσιος τού απάντησε: «Περισσότερο δένεται ό δικός σου λογισμός στην εργασία πού κάνεις εσύ, παρά ό δικός μου λογισμός στα κτήματα». Το πρόβλημα δηλαδή για τον χριστιανό δεν είναι αυτή καθεαυτή ή ιδιοκτησία (ό θεσμός της ιδιοκτησίας), αλλά το πώς σκέπτεται -τί συναισθήματα έχει σχετικά με την ιδιοκτησία (ατομική-δική του, ή τού κοινοβίου).
Και προχωρούμε. Ή κοινοκτημοσύνη βοηθάει στην πραγματική όχι μόνο ισότητα υλικών αγαθών (ιδιοκτησία), αλλά και ισότητα συναισθημάτων μεταξύ των μελών της αδελφότητας. Τότε μόνο δημιουργείται πραγματική χριστιανική αδελφότητα, όταν υπάρχει και ισότητα συναισθημάτων.

Ό Μ. Βασίλειος, ό οργανωτής της χριστιανικής κοινοβιακής αδελφότητας, τα λέει καθαρά: «Οι αδελφοί πρέπει να έχουν μεταξύ τους αγάπη, όχι όμως να δημιουργούνται ιδιαίτερες φιλίες μεταξύ δύο ή τριών. Γιατί αυτό δεν είναι αγάπη, αλλά στάση και διαίρεση και απόδειξη της κακίας εκείνων πού συγκεντρώνονται ιδιαίτερα. Γιατί, αν αγαπούσαν την κοινή καλή τάξη, θα είχαν την αγάπη κοινή και ισότιμη για όλους. Αν όμως αποσπούν και χωρίζουν τούς εαυτούς των και οργανώνονται με σύστημα, είναι πονηρή ή συγκέντρωση τέτοιων φίλων. Τούς συγκεντρώνει κάποιος λόγος ξένος προς την κοινότητα, πράγμα πού είναι καινοτομία, διαφορετική απ' την ευταξία πού επικρατεί.

 Δεν πρέπει λοιπόν κανείς για να εφαρμόσει την αγάπη να συνδέεται με αδελφό πού έχει πονηρούς σκοπούς και διαστρέφει τούς κανόνες της κοινής καλής τάξης. Αλλά εφόσον όλοι παραμένουν στο καλό, ας επικοινωνεί κι ας είναι ενωμένος με όλους». Και: «Ό θεσμός της αγάπης στη συγκατοίκηση τού κοινοβίου δεν συγχωρεί τις ιδιαίτερες φιλίες και συντροφιές. Γιατί θα βλάψουν σε πολλά την κοινή συμφωνία (και ομόνοια) οι προσπάθειες πού γίνονται από μερικούς».
Γι' αυτόν, πού ενώ μετέχει στο χριστιανικό κοινόβιο, έχει κάποια (έστω την ελάχιστη) ατομική ιδιοκτησία, γράφει ό Μ. Βασίλειος: «Γιατί, αν δεν κάνει τούτο (δεν τα έχει όλα κοινά): Πρώτα-πρώτα καταστρέφει την τέλεια κοινωνία με την ιδιαίτερη περιουσία του. 

Έπειτα παρουσιάζει μεγάλα δείγματα απιστίας σε βάρος του, γιατί δεν πιστεύει στο θεό πώς θα συντηρήσει τούς συγκεντρωμένους στ' όνομα Του. Κι ακόμη δεν κατάλαβε τα λόγια τού Δαβίδ: «Ήμουν νέος και γέρασα και δεν είδα ευσεβή (δίκαιο) εγκαταλελειμμένο, ούτε τούς απογόνους του να διακονεύουν το ψωμί». Είτε εννοεί το νοητό ψωμί της σωφροσύνης, είτε το αισθητό, πού μ' αυτό τρέφεται το σώμα. Γιατί, αν ό Χριστός βρίσκεται μεταξύ των δύο ή τριών συγκεντρωμένων στο όνομα Του, πολύ περισσότερο βρίσκεται εκεί πού είναι ή συγκέντρωση μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη. Λοιπόν κανένα από τα αναγκαία δεν θα μάς λείψει, αφού ό Χριστός βρίσκεται μεταξύ μας, αφού βέβαια ούτε οι Ισραηλίτες στερήθηκαν τα απαραίτητα στην έρημο. "Η, κι αν ακόμη μάς λείψει κάτι για να δοκιμασθούμε, είναι καλύτερα να είμαστε φτωχοί κοντά στο Χριστό, παρά να 'χουμε όλα τα πλούτη της ζωής και να στερούμεθα την κοινωνία Του. Όμως αυτού τού είδους ή περιουσία (ή ατομική ιδιοκτησία) δεν βλάπτει μόνο σ' αυτό, αλλά μάς ζημιώνει ακόμη περισσότερο. Γιατί αυτός πού προσπαθεί ν' αποκτήσει κάτι δικό του δεν ετοιμάζει τίποτε άλλο, παρά χωρισμό και αποστασία.

 Γιατί, αν σ' αυτό δεν αποβλέπει, τί θέλει ν' αποκτήσει, ενώ ξέρει πώς με τη χάρη τού Χριστού οι δούλοι του έχουν πάντοτε άφθονα όλα τ' αναγκαία; Είναι φανερό λοιπόν πώς ό τέτοιος ετοιμάζει την αποκοπή και πνευματική του νέκρωση. Γιατί πουλάει τη σωτηρία του αντί για λίγα χρήματα. Γιατί -ας μού επιτραπεί- γίνεται δεύτερος Ιούδας, αφού αρχίζει από κλοπή —γιατί ή ατομική περιουσία είναι κλοπή- και καταλήγει στην προδοσία. Κι αυτός βέβαια προδίδει το λόγο της αλήθειας (της χριστιανικής ζωής), όπως ακριβώς κι εκείνος τον Κύριο. Όταν λοιπόν ό κανονισμός τού κοινοβίου ορίζει: να μη χωριζόμαστε από την κοινοβιακή οργάνωση πού δεχθήκαμε, ούτε ν' αποκτάμε δική μας περιουσία (ιδιοκτησία), ούτε να διαπραγματευόμαστε κάτι λαθραίο, ή κάτι πού γίνεται κακό παράδειγμα σ' αυτούς πού θέλουν να σωθούν, (κι αυτό γίνεται) για ηθική ζημιά των αδελφών.

 Τότε, αν κάποιος περιφρονήσει το φόβο τού θεού και τούς νόμους τού αγίου Πνεύματος, με το να σκέπτεται την κλοπή (γιατί κλοπή είναι ή ιδιαίτερη (ατομική) περιουσία πού αποκτήθηκε οπωσδήποτε), την απομάκρυνση του και το χωρισμό του, πώς αυτός ό άνθρωπος δεν προδίδει το λόγο της αλήθειας (το Χριστιανισμό) και δεν γίνεται δεύτερος Ιούδας προδίδοντας, από μέρους του, την αλήθεια; Πρέπει λοιπόν με κάθε τρόπο ν' αποφεύγουμε την ατομική ιδιοκτησία, ότι δηλαδή δεν ανήκει στο κοινόβιο. Και να μη το διατηρούμε μόνο στο νου μας ακηλίδωτο, αλλά και τον εσωτερικό άνθρωπο να καθαρίζουμε απ' όλους τούς μολυσμούς. Απ' τούς ακάθαρτους δηλαδή και πονηρούς λογισμούς, πού θολώνουν το εσωτερικό κατάλυμα τού Πνεύματος, και από δόλο, υποκρισία, βασκανία και έριδες, πού ξεριζώνουν την αγάπη και απομακρύνουν το θεό απ' την ψυχή των ανθρώπων αυτού τού είδους. Γιατί, αν ό θεός είναι αγάπη, αυτός πού δεν έχει την αγάπη έχει στερηθεί απ' τη θεία Χάρη».

Και ή «Πρωτοδευτέρα» Σύνοδος γι' αυτόν τον μοναχό, πού τυχόν διατηρεί δική του (ατομική) περιουσία, αν και είναι μέλος σε κοινόβιο, επιβάλλει να μοιράζεται ή περιουσία του αυτή στους φτωχούς κι ό μοναχός να τιμωρείται σαν φιλοχρήματος.
Ή κοινοκτημοσύνη λοιπόν είναι μια φυσική κατάσταση για την ανθρωπινή κοινωνία, επομένως και για χριστιανούς. Αφού ό θεός δημιούργησε τη φύση, κάθε φυσική κατάσταση είναι θέλημα Θεού, δηλαδή είναι και χριστιανική.


Ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέει: «Ή γή κι ότι βρίσκεται σ' αυτή και τη γεμίζει δεν είναι τού Θεού; Αν λοιπόν τα δικά μας είναι τού Κυρίου όλων μας, άρα αυτά είναι και των συνανθρώπων μας. Γιατί ότι είναι τού Κυρίου είναι κοινά (για τούς δούλους Του)». Και άλλου λέει: «Τα δικά σου και τού συνανθρώπου σου είναι κοινά. Όπως ό ήλιος είναι κοινός, κι ό αέρας, κι ή γή, κι όλα τ' άλλα. Κι όπως ακριβώς στο ανθρώπινο σώμα: Ή εξυπηρέτηση πού κάνει κάθε μέλος τού σώματος είναι για όλο το σώμα και για κάθε μέλος χωριστά. Όταν όμως ή εξυπηρέτηση απ' το ένα μέλος του σώματος γίνεται μόνο γι' αυτό το ίδιο το μέλος, τότε χάνεται και το αποτέλεσμα της ενέργειας του. Το ίδιο (ακριβώς) συμβαίνει και με τα χρήματα (τα υλικά αγαθά)».


Κατάχρηση για ένα μέλος του κοινοβίου είναι το να έχει ατομική ιδιοκτησία, έστω και την ελάχιστη. Ανέφερα πριν πώς ό Μ. Βασίλειος τον μεν καταχραστή τον λέει Ιούδα, τις δε ιδιαίτερες φιλίες και συντροφιές (τα κόμματα θα λέγαμε σήμερα) τις χαρακτηρίζει σαν διάσπαση της ισότιμης για όλους αγάπης. Κι αυτό, γιατί ή χριστιανική κοινοκτημοσύνη βασίζεται στην κοινή και ισότιμη αγάπη για όλους τούς ανθρώπους, κι αν δεν υπάρχει ή ισότητα της αγάπης, δε θα υπάρχει ούτε ή κοινοκτημοσύνη»στά υλικά αγαθά.


Ό επίσκοπος Άμασείας Αστέριος μάς λέει ποιος είναι ό χριστιανός ακτήμονας. Κάθε είδους ακτημοσύνη (ρωτάει) έχει και ηθική αξία; Όχι, λέει ό 'Αστέριος. Ας δούμε τα ίδια του τα λόγια: «Εκείνος πού είναι άπορος κι έχει έλλειψη από χρήματα, και τριγυρνάει ντυμένος μ' ένα ελεεινό πανωφόρι, δεν δικαιούται τον έπαινο της αρετής. Ούτε να νομίσει πώς μόνον ή φτώχεια φθάνει για να σωθεί ψυχικά. Γιατί δεν επαινείται ό κατ' ανάγκην φτωχός, αλλά θαυμάζεται εκείνος πού περιορίζει την περιουσία του θεληματικά, με δική του και μόνο απόφαση. Κι αυτό επειδή ή αναγκαστική ακτημοσύνη γίνεται αφορμή για τολμηρές πράξεις πολλές και πονηρές, από κείνους πού απλώς και μόνον δεν μπορούν και δεν κατορθώνουν να ζήσουν, γιατί είναι φτωχοί».


Κι ό Κλήμης λέει πώς «ό Θεός θέλει και ή χρήση των υλικών αγαθών να είναι κοινή σε όλους».


Στον 'Ανανία όμως και τη Σαπφείρα φαίνεται καθαρά ή πονηριά, πού προκαλεί ή φιλόπλουτη διάθεση στον άνθρωπο. Ή φιλόπλουτη αύτη διάθεση είναι μια διαστρέβλωση της φυσικής ψυχολογικής κατάστασης τού άνθρωπου. Αυτή πάλι είναι ή αιτία για στενοχώριες, για έχθρες, και για διάσπαση της ενότητας στην κοινότητα των ανθρώπων.

Αίτια της χριστιανικής κοινοκτημοσύνης λοιπόν είναι ό πνευματικός δεσμός των ανθρώπων πού τούς συνδέει μεταξύ τους και με το θεό, κι όχι το υλικό συμφέρον (το ατομικό ή το κοινό). Στην «Επιστολή τού Βαρνάβα», πού γράφτηκε στις αρχές τού Β' αιώνα μ.Χ., φαίνεται καθαρά: «Να επικοινωνήσεις σ' όλα με τον πλησίον σου, και να μην πεις πώς είναι δικά σου τα υλικά αγαθά. Γιατί αν επικοινωνείτε στα άφθαρτα (αιώνια, πνευματικά), πόσο μάλλον στα φθαρτά (υλικά αγαθά) πρέπει να επικοινωνείτε». Είδαμε πώς τα ίδια είπε ό Χρυσόστομος, κι ό Μ. Βασίλειος τονίζει μάλιστα πώς ό σκοπός της ενανθρωπίσεως του Σωτήρα είναι ή ενότητα των ανθρώπων μεταξύ τους και με το θεό.

Αποτελέσματα της κοινοβιακής ζωής είναι ή κατάργηση της έχθρας, ή ενίσχυση της αγάπης, πού φέρνει την ισότητα και την ενότητα των ανθρώπων, τη Χάρη τού θεού, τη δημιουργία μιας τέλειας κοινωνίας και τέλος δημιουργεί την επιθυμία και των άλλων ανθρώπων να γίνουν χριστιανοί. Τελικός σκοπός βέβαια τού χριστιανικού κοινοβίου είναι ή πραγματοποίηση τού «έλθέτω ή Βασιλεία σου» και ή δόξα του θεού.
«Δεν υπάρχει πια το "δικό μου" και το "δικό σου", έχει φυγαδευθεί αυτή ή νοοτροπία, πού είναι ή αιτία των πολέμων», λέει ό Χρυσόστομος. Κι άλλου ό ίδιος, όπως είδαμε, είπε ότι αυτός ό ατομισμός «φέρνει τη φασαρία και ανατρέπει τα πάντα».
Ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος προσέχει ότι «εκείνος πού έχει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, δεν ανέχεται να έχει ό ίδιος τίποτα περισσότερο απ' τον πλησίον του». Δηλαδή απόλυτη θεληματική ισότητα. Είπαμε ακόμη πώς ό Μ. Βασίλειος πρόσεξε σαν συνέπεια της κοινοκτημοσύνης την ενότητα των ανθρώπων, πού θέλει ό Θεός, και ό Χρυσόστομος πρόσεξε πώς ή κοινοκτημοσύνη δυνάμωσε την αγάπη, πού αυτή ή ίδια ήταν και ή αιτία της.
Και ζουν «τώρα στα μοναστήρια με τον ίδιο τρόπο (με την κοινοκτημοσύνη), όπως άλλοτε οι πρώτοι χριστιανοί. Λοιπόν ποιος πέθανε από πείνα στα μοναστήρια; Ποιος δεν έζησε στα μοναστήρια με πολλή (σχετικά) αφθονία;... Πόση νομίζεις πώς είναι σ' αυτά ή Χάρη;» λέει ό Χρυσόστομος. Και όπως γράφει ό Ευαγγελιστής Λουκάς: «Χάρη ήταν σε όλους». Δηλαδή δεν δημιουργήσαμε μια ιδεώδη κοινωνία, «τελειότατη κοινωνία», όπως είπε ό Μ. Βασίλειος;.

Τέλος, ό Χρυσόστομος λέει: «Και τώρα, αν γίνει αυτό (ή κοινοκτημοσύνη), θα φέρουμε στο Χριστιανισμό όλη την οικουμένη χωρίς θαύματα». Η άλλου λέει: Αν είχαμε ακτημοσύνη «ποιος θα έμενε ειδωλολάτρης; Εγώ νομίζω κανείς δε θα 'μενε. Έτσι όλους θα αποσπάσουμε και θα ελκύσουμε προς εμάς».

Κι αυτό, όπως λέει ό Μ. Βασίλειος, εκτός απ' όσα είδαμε πιο πάνω: «Ό καθένας τα έχει όλα, κι όλοι δικά τους κάνουν όλα τα καλά». Αυτά είναι τα αποτελέσματα της κοινοκτημοσύνης.

Ας δούμε τώρα μερικούς χαρακτηρισμούς απ' τούς Έλληνες Πατέρες για την κοινοβιακή ζωή.
Ή κοινοκτημοσύνη, λέει ό Μάρκος, είναι το πρώτο σκαλοπάτι για τούς πνευματικούς αγώνες. Λέει ακριβώς: «Αυτός πού δεν έχει απαλλαγεί απ' την κυριότητα των υλικών αγαθών κι απ' τις μεγάλες τους φροντίδες, πώς θ' απαλλαγεί απ' τις πονηρές σκέψεις» 

Ό Μ. Βασίλειος μάς είπε (το είδαμε πριν) πώς στην κοινοβιακή ζωή παρουσιάζεται «μια ψυχή σε πολλά σώματα». Κι ακόμη το σύστημα αυτό της ζωής χαρακτηρίζεται: «αγγελικός τρόπος ζωής» (Χρυσόστομος). Τα μέλη στο χριστιανικό κοινόβιο είναι αυτοί «πού με μεγάλη ακρίβεια μιμούνται το Σωτήρα Χριστό» (Μ. Βασίλειος) κι έχουν την «πιο τέλεια κοινωνία» (Μ. Βασίλειος), γιατί είναι ένας «επίγειος παράδεισος», όπως λέει ό Ιωάννης ό Σιναΐτης στην Κλίμακα, αφού «δεν μπορεί να βρεθεί μεταξύ των ανθρώπων κανένα πολίτευμα (τρόπος ζωής) λαμπρότερο, πιο χαριτωμένο ή πιο ανώτερο».

«Το καλύτερο και δικαιότερο σύστημα για τούς αδελφούς χριστιανούς είναι ή ίση διανομή των υλικών αγαθών», λέει ό Γρηγόριος ό Νύσσης.
Γιατί όπως γράφει ό Ψευδό-Κλήμης, «σε όλα να κοινωνήσεις με τον αδελφό σου και να μην πεις πώς είναι μόνο δικά σου, αφού ό Θεός προετοίμασε κοινή τη χρήση των υλικών αγαθών απ' όλους τούς ανθρώπους».

Κι ακόμη, όπως λέει ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης: «Το χριστιανικό κοινόβιο είναι εχθρός της πνευματικής αδιαφορίας», γιατί τα μέλη τού κοινοβίου συναγωνίζονται για την πνευματική τους πρόοδο. Και πιο κάτω λέει πάλι ό ίδιος ό Ιωάννης ό Σιναΐτης: «Το χριστιανικό κοινόβιο μοιάζει μ' ένα εργαστήρι πού ξύνει τις ψυχές των μελών και τις καθαρίζει απ' τη βρώμα της αμαρτίας, την αναισθησία και την παραμόρφωση της ψυχής».

Έλεγα πριν πώς πρότυπο ορθόδοξης ζωής είναι το μοναστικό κοινόβιο. Προσέξτε τώρα και το Χρυσόστομο, πού κι αυτός πιστεύοντας ακριβώς το ίδιο έλεγε σ' ένα λόγο πώς θέλει - ονειρεύεται να φτιάξει τη χριστιανική κοινωνία: «Σ' όσα Λέγαμε μέχρι τώρα, ας τονίσουμε και τούτο: Και όλοι να πουλήσουν όλα τα υπάρχοντα τους, και να φέρουν εδώ τις εισπράξεις, μπροστά μας. Με τα λόγια το λέω. Μην ταραζόσαστε. Κανείς, ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός... Έτσι και στα μοναστήρια τώρα ζουν, όπως άλλοτε οι πρώτοι πιστοί χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα... Αν όμως είχαμε την πείρα της κοινοβιακής ζωής, τότε θα 'χατε κι εσείς όλο το θάρρος να την πραγματοποιήσετε. Και πόση χάρη έχει αυτός ό τρόπος ζωής... "Αν προχωρούμε έτσι, σ' αυτό τον τρόπο ζωής, πιστεύω στο Θεό, ότι κι αυτό θα γίνει. Μόνο να 'χετε εμπιστοσύνη σ' έμενα, και με την τάξη θα κατορθώσουμε να το πραγματοποιήσουμε. Κι αν δώσει ό Θεός ζωή, πιστεύω, πώς γρήγορα θα σάς οδηγήσω σ' αυτό τον τρόπο της ζωής, στην κοινοκτημοσύνη».

Αυτά έλεγε ό Χρυσόστομος, αλλά καθώς ξέρετε δεν πραγματοποίησε την επιθυμία του αυτή κι ακόμη πέθανε στην εξορία.

Τώρα μπορούμε να συνοψίσουμε: 1) Ή κοινοβιακή ζωή είναι το ψηλότερο σκαλοπάτι (ή καλύτερη μορφή) της φυσικής κατάστασης, της επικοινωνίας των ανθρώπων σχετικά με τα υλικά αγαθά. Γιατί ή ιδιοκτησία «τού Κυρίου» είναι για όλους τούς δούλους του. 2) Με την κοινοκτημοσύνη καταργείται (ή, σε ατελέστερη μορφή, περιορίζεται) ή ατομική ιδιοκτησία. 3) Ή κοινοκτημοσύνη εφαρμόζεται με επιτυχία σε μικρές κοινότητες, πού τα μέλη τους συνδέονται με τη χριστιανική αγάπη. 4) Για τούς ορθόδοξους χριστιανούς ή μοναστική κοινοβιακή ζωή είναι το πρότυπο της κοινωνικής και οικονομικής τους ζωής. 5) Ή κοινοβιακή ζωή είναι ή ιδανική κοινωνική οργάνωση (Ιωάννης Σιναΐτης, Ιωάννης Χρυσόστομος, Μ. Βασίλειος). 6) Ή κοινοβιακή ζωή για το χριστιανό είναι ή συνέπεια της τελείας αγάπης, γιατί ό άνθρωπος εξίσου αγαπάει όλους τούς ανθρώπους (εξίσωση συναισθημάτων - Μ. Βασίλειος), όπως ό Θεός. Γι' αυτό «εκείνος πού έχει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, δεν ανέχεται να έχει ό ίδιος τίποτα περισσότερο απ' τον πλησίον του» (Συμεών ό Ν. Θεολόγος). 7) Με χριστιανική κοινοκτημοσύνη έζησαν μέχρι σήμερα προ πάντων οι πρώτοι χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα, όλες οι πραγματικές χριστιανικές οικογένειες και οι μοναχοί στα κοινόβια εδώ και 1700 χρόνια συνέχεια. 8) Αποτέλεσμα της χριστιανικής κοινοκτημοσύνης είναι (I) ή εξάλειψη τού ατομιστικού (ειδωλολατρικού - ρωμαϊκού - συγχρόνου ευρωπαϊκού) πνεύματος («τό σόν και το έμόν έξώρισται», Ί. Χρυσόστομος), πού είναι ή αιτία στις ζήλειες, στις φιλονικίες, στους χωρισμούς, στις έχθρες, στους πολέμους και στις υλικές καταστροφές. 9) "Έχει αποτέλεσμα (II) την ισότητα και ενότητα και στα υλικά αγαθά και την υλική αφθονία. Γι' αυτό όποιος έχει ατομική ιδιοκτησία μέσα στο κοινόβιο είναι σαν τον προδότη "Ιούδα, αφού είναι «κλοπή ή ιδιάζουσα κτήσις» (Μ. Βασίλειος). 10) Έχει ακόμη αποτέλεσμα (III) την ευλογία (χάρη) τού Θεού, τη δημιουργία της πιο τέλειας -υποδειγματικής κοινωνίας, γι' αυτό κι οι άπιστοι γίνονται χριστιανοί («την οίκουμένην έπιστρέψαι άπασαν», Χρυσόστομος), ενώνει όλο τον κόσμο, κι έτσι δοξάζεται ό Θεός στη γή. )


 Ή χριστιανική κοινοβιακή ζωή βοηθάει ηθικά, κι επομένως πνευματικά, τον άνθρωπο. Γιατί τον απαλλάσσει απ' τις πολλές φροντίδες για τα υλικά κι έτσι τον βοηθάει χρονικά και ηθικά για ν' ασχοληθεί με τα πνευματικά, καταργεί τον «τύφο» (υπερηφάνεια) τού πλούσιου και δίνει αξιοπρεπή (χωρίς εγωισμό) ζωή στο φτωχό, αναπτύσσει τη συνεργασία (κοινωνικότητα) και ενότητα (και τη συναισθηματικότητα) των ανθρώπων, αναπτύσσει την ελπίδα σε κάθε άνθρωπο και στον Θεό και τελικά αναπτύσσει την αγάπη (που είναι η αιτία της κοινοκτημοσύνης) στον άνθρωπο και σε αυτή την γη ζει ευτυχισμένος




Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ.
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΟΡΑΛΙ 1982


Δεν υπάρχουν σχόλια: