Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Η ΣΟΦΙΑ ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΥ ΑΔΕΛΦΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ


Θά σάς πω καί γιά τήν Σοφία, μία πνευματική μου αδελφή στον κόσμο. Οί δικοί της ήταν πρόσφυγες άπό τήν Καππαδοκία καί εξασκούσαν πολύ τήν αυτοσχέδια προσευχή, τό «τατλί». Στο σπίτι τους είχαν πιάτα πήλινα, ξύλινα κουτάλια, έτρωγαν μέ πολλή απλότητα. Εστρωναν τό τραπεζομάντηλο κάτω καί κάθονταν γύρω-γύρω' τό φαγητό τους ήταν πολύ λιτό, ταχίνι, λίγες έλιές καί ψωμί. 


Τά πρόσωπά τους λάμπανε. Ή γιαγιά της πολλές φορές τήν ώρα πού έκανε προσευχή, δεν πατούσε στήν γη, τά χέρια της ακουμπούσαν στο ταβάνι. Πολλά θαύματα έκανε αυτή. Όταν κοιμήθηκε, τό λείψανό της ευωδίαζε. Όταν τήν πήραν νά τήν θάψουνε, λέγανε, πρώτη φορά είδαμε τέτοιο λείψανο νά εύωδιάζη. Καί τό δωμάτιο πού έμενε ευωδίαζε γιά σαράντα μέρες μετά την κοίμησί της. Όταν έγινε ή εκταφή, τά οστά της ήταν όπως είναι τά σφουγγαράκια εκείνα τά ωραία, τά κίτρινα. Όλα τα οστά της ζύγιζαν πενήντα δράμια, τόσο βάρος είχαν και έκανε ή Σοφία μιά ώραία λειψανοθηκούλα και τά είχε στο σπίτι της, και έλεγε: «τά άγια λείψανα τής γιαγιάς μου». Είχανε ένα κρεββάτι και δένονταν καί βάζανε μία τριχιά, την δένανε στήν μέση τους, γιά νά μή νυστάζουν, νά μή τούς πάρη ύπνος καί δεν αισθανόντουσαν την κούρασι από την προσευχή τους- καί από ’κεί άρχιζαν τό «τατλί». Κάτω τσιμέντο, δυο σανίδια στο κρεββάτι, κουρελού πάνω- κάτω, δεν είχαν ούτε σκεπάσματα ούτε τίποτε. Μόνο κουρελού είχαν. 


Άρχιζε ή γιαγιά της τό «τατλί» καί σήκωνε ψηλά τά χέρια της· όλο έτσι προσευχόταν. Ή Σοφία ήταν μικρό τότε, καί οπότε πήγαινε την έβλεπε κι έκανε προσευχή καί τά χεράκια της ακουμπούσαν στο ταβάνι.
-Ήταν δυνατόν; Ρώτησε μία άδελφή.
-Ήταν ψηλά, δεν πατούσε στή γή, αυτή ήταν στο μπόι κοντή. Τόσο αγιασμένη ήταν, Φεβρωνία την λέγανε. Έγινε καί μοναχή. Σκέφτηκε ό πνευματικός της, τέτοια αγιασμένη γυναίκα πρέπει νά γίνη μοναχή. Πώ, πώ, καί ώς μοναχή ακόμη πιο πολύ αγώνα. Πώ, πώ, τί Αγάπη είχε! Τί προσευχή είχε!




Ερχόταν πολλές φορές τό Σοφάκι στο σπίτι καί έλεγε: «άντε, Μαρικάκι, νά πάμε νά κάνουμε προσευχή, νάρθής νά κάνουμε προσευχή άπόψε, θάρθής». Άλλο πού δεν περίμενα καί ’γώ... Μιά φορά είχαμε πάει στο παρεκκλησάκι, τον άγιο Ταξιάρχη, εκεί πού έχουμε τις ελιές. Εκεί πηγαίναμε καί κάναμε όλονύκτιο αγρυπνία μόνες μας. Εκείνη την μέρα θά ερχόταν ό ίερεύς νά κάνη όλονύκτιο άγρυπνία. Εμείς πήγαμε νωρίτερα. Πίσω άπό την εκκλησία ήταν όλο χαλίκια- μου λέει ή Σοφία: «Πάμε νά κάνουμε προσευχή πίσω άπό την εκκλησία;». Σκοτεινά τώρα έ, νά μή έχη φως καθόλου. Πήγαμε εκεί πέρα, γονατίσαμε, αυτή άρχισε τό «τατλί», άρχισε νά λέη λόγια, λόγια έρωτικά στόν Χριστό, πώ, πώ, αφού τό πρόσωπό της στά σκοτεινά τό έβλεπα λαμπερό καί τά μαγουλάκια της ροζέ. Γιά μία στιγμή έσιώπησε, δεν άκουγα τίποτε, φοβήθηκα και σκέφτηκα, γιατί δεν μιλάει, τί έπαθε, την σκούντησα λίγο καί μου είπε:
-Είδες την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, είδες τούς αγίους Αποστόλους, είδες τον απόστολο Παύλο;
-Πού νά τά ’δώ εγώ; Έσύ τά βλέπεις.



Καί μετά σηκωνόμαστε άπό ’κει, την παίρνω σιγά- σιγά και πάμε στήν εκκλησία. Αρχισε τις μετάνοιες εκεί, μετάνοιες, μετάνοιες καί τό πρόσωπό της έλαμπε καί άστραφτε. Είχαμε δάκρυα, κατάνυξι. Υπήρχαν κι άλλες κοπέλλες πού αγωνίζονταν, ασκούσαν τή νοερά προσευχή καί έκαναν «τατλί». Τί όμορφα χρόνια!
-Ή λέξις «τατλί», τί σημαίνει, Γερόντισσα; Ρώτησε μία άδελφή.
-Γλυκύτατε Ιησού, Ιησού γλυκύτατε.
Αυτές στά τουρκικά τά λέγανε τά πιο πολλά. Καί λέω στή Σοφία: «Γιά στάσου, όλο τουρκικά; Εμείς δεν θά καταλάβουμε τί λές στόν Χριστό;». 


Υστερα άρχισε στά έλληνικά: «ένδυσόν με χιτώνα αφθαρσίας, ένδυσόν με σανδάλια νά βαδίσω την οδό τής σωτηρίας». Πώς τάλεγε, πώς τά ταίριαζε, τί ποιητικά λόγια ήταν, όλο τό Εύαγγέλιο τό έλεγε σέ αυτοσχέδια προσευχή. Πώ, πώ, θυμάμαι τά βότσαλα, πώς γονάτιζε μέσ’ στις πέτρες! Πού αντέχουμε εμείς τέτοια πράγματα; Είχαν αύταπάρνησι! Κι υστέρα τό πρωΐ έβλεπες τά πρόσωπά τούς, Παναγία μου, τί λαμπερά ήταν, τί άγια καί σεμνά! Είχαν πολλή προσευχή, τέτοια προσευχή δεν έχω συναντήσει. Πολλή Αγάπη είχαν στον Χριστό, πάρα πολλή Αγάπη. Συναντιόμαστε τότε καί δεν είχαμε τίποτε άλλο στον νου μας, είχαμε μόνο τον Θεό κι όταν συναντιόμαστε συζητούσαμε πώς είναι ό Θεός άπάνω, πώς είναι ό Παράδεισος, πώς είναι τά ουράνια. Άσπαζόμαστε ή μιά την άλλη καί άπό τά στόματα έβγαινε ευωδία, τά κεφάλια μας τό ίδιο. 


Τί γινότανε! Τί ομορφιά, νά φεύγης άπό την εκκλησία καί νά μή μιλάς καθόλου. Μάς έλεγε ό παλιός πνευματικός: «Αμα μιλήσετε μετά άπό την εκκλησία, νά ξέρετε θά χάσετε την Χάρι του Θεού». Κι όταν φτάναμε σπίτι, λέγαμε τρεις φόρες τό «δόξα σοι ό Θεός», καί ’κει σάν νά έβγαινε άπό τό στόμα μας ευωδία της Θείας Μεταλήψεως. Εύωδίαζε τό δωμάτιό μου, σάν νά λιβανίζαμε- τόσο πολύ, πιστέψτε με.


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.   ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ  ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: