Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 7 Μαΐου 2023

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΓΔΟΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ.ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΗΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΡΕΛΙΝ .


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΓΔΟΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ


Ἡ ὄγδοη βιβλικὴ ἐντολὴ λέγει: «Οὐ κλέψεις», δηλαδὴ νὰ μὴ
σφετεριστεῖς κάτι τοῦ ἄλλου, ἕνα ξένο πράγμα.
Οἱ ἠθικὲς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀνθρώπου συμπεριλαμβάνουν τις σχέσεις
του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους, τὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό
του. Κατ' ἀναλογίαν, ἡ ἐντολὴ «οὐ κλέψεις» ἀφορᾶ αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν
στὸν Θεό, στὸν κόσμο, στοὺς ἀνθρώπους καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἰδίους.
Στὸν Θεὸ ἀνήκει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, Ἐκεῖνος τὴν ἔπλασε γιὰ τὸν
ἑαυτό του. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς θείας
ἀγάπης, ἡ μόνη ἀξία στὸν χτιστὸ κόσμο, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς θέλει νὰ
τὴν ἔχει δική του. Μόνο ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἱκανὴ νὰ εἰσέλθει σὲ μυστικὴ ἔνωση μὲ
τὸν Θεό, νὰ ἀντικατοπτρίζει καὶ νὰ ἀντανακλὰ τὶς θεῖες τελειότητες
Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὀνομάζεται Διαθήκη. Ἡ διαθήκη εἶναι οἱ ὅροι
ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὁποίων ἡ ψυχὴ ἐντάσσεται στὸ πεδίο του
θείου φωτὸς τόσο, ὅσο τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σύμφωνα μὲ
τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅσο τὸ ἀποδέχεται καὶ τὸ ἐκπληρώνει. Γιὰ νὰ
χωρέσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει ὁ ἴδιος νὰ μάθει
νὰ ἀγαπάει τὸν Θεό, νὰ δώσει στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν χῶρο τῆς
καρδίας του. Ἡ πρώτη κλοπή, τὴν ὁποία διέπραξε καὶ διαπράττει
συνέχεια ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἡ κλοπὴ τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπὸ τὸν Θεό.
καὶ ἡ πώληση τοῦ ἑαυτοῦ του σὲ αὐτὸν τὸν πρόσκαιρο, σκληρὸ
καὶ ξένο κόσμο. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ σπίθα τοῦ θείου φωτός, αὐτὴ δὲν
μπορεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό της στὸν ὑλικὸ κόσμο, καὶ ἔτσι, κλέβοντας
τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ἄνθρωπος κλέβει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ
τὸν ἑαυτό του.
Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὰ
ὁποῖα ἔχουν τὶς ἀνάγκες τους. Ἀλλὰ ἡ ἀθάνατη ψυχὴ εἶναι τόσο
πολυτιμότερη ἀπὸ τὸ σῶμα, ὅσο ὑψηλότερος εἶναι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴν
γῆ, καὶ ὅσο ἡ αἰωνιότητα εἶναι ἀπείρως μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν χρόνο
τῆς ζωῆς. Μερικές δεκάδες χρόνια μᾶς ἔχουν δοθεῖ γιὰ τὴν παραμονή
σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἀλλὰ ἐμεῖς τὸ μεγαλύτερο μέρος αὐτοῦ τοῦ
χρόνου τὸ δαπανᾶμε στὶς σωματικὲς ἀνάγκες μας καὶ ἀπαιτήσεις,
καὶ ἑπομένως συνεχῶς κλέβουμε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν στην ψυχή.
Ἔχουμε δημιουργηθεῖ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ ἐμεῖς, βυθιζόμενοι
στὶς κοσμικὲς μέριμνες, στο νεκροποιό τους κενό, ἁρπάζουμε τὴν
αἰωνιότητα ἀπὸ τὴν ψυχή μας.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτὲς νὰ τὶς
ἀφιερώνει στὸν Θεό. Αὐτὸν τὸν χρόνο ὁ Κύριος τὸν ὄρισε γιὰ τὸν
ἑαυτό του, ἐνῶ ἐμεῖς τὸν χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὶς βιοτικὲς δουλειές.
καὶ γι' αὐτὸ πάλι κλέβουμε αὐτὸ ποὺ ἀνήκει στὸν Θεό. Ὅταν ξεχνάμε
τὴν προσευχὴ ἢ προσευχόμαστε ἀμελῶς, κλέβουμε τὴν καρδία μας
ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν»' Γενικὰ
κάθε ἁμαρτία εἶναι κλοπὴ τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπὸ τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο
πρέπει κανονικὰ νὰ ἀνήκουμε καὶ δούλους τοῦ ὁποίου ὑποκριτικὰ
ὀνομάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας. Ὁ μόνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν κλέβουμε,
ἀλλὰ ἀντίθετα δίνουμε μὲ εὐχαρίστηση, εἶναι ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος
είναι ξένος πρὸς ἐμᾶς· δὲν ἔχει σὲ μᾶς κάτι δικό του. Ἐμεῖς ὅμως
δεικνύουμε σὲ αὐτὸν μία ἀσυνήθιστη εὐσπλαγχνία, συμμεριζόμαστε
του ὅλα ὅσα ἔχουμε, μέχρι καὶ τὴν ψυχή μας.
Τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ εἶναι ἀμέριστα. Ὁ Θεὸς ἀνήκει στὸν ἴδιο
βαθμὸ σὲ ὅλους, ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο ὁ καθένας μπορεῖ ἐσωτερικὰ
νὰ χωρέσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τὰ δὲ παρερχόμενα ἀγαθὰ τοῦ
κόσμου τούτου εἶναι πενιχρὰ καὶ περιορισμένα, γι' αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος,
βυθισμένος στὴν κοσμικὴ ζωή, μάχεται μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ αὐτὰ τὰ
ἀγαθά, θέλει νὰ τὰ ἁρπάξει ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τὰ κάνει δικά
του. Ὅμως, αὐτὰ ποὺ ἔχουμε, δὲν εἶναι δικά μας, ἀλλὰ δανεισμένα,
καὶ ἀνάλογα μὲ τὸ πῶς θὰ τὰ χρησιμοποιήσουμε, θὰ ἐξαρτηθεῖ ἡ
αἰώνια ζωή μας.
Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ περὶ τοῦ ἀδίκου οἰκονόμου διηγεῖται,
πῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔκανε κατάχρηση τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ
ἀφεντικοῦ του καὶ ἔκλεψε τὴν περιουσία του. Αὐτὴ ἡ περιουσία εἶναι
ὁ χρόνος τῆς ζωῆς, οἱ δυνάμεις καὶ οἱ ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου,
τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ τὴν ἀγαθοεργία καὶ τὴν
ἐλεημοσύνη. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ χρησιμοποιεῖ
πρὸς ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του. Ὁ Κύριος μᾶς κάλεσε ἀπὸ τὴν
ἀνυπαρξία, δὲν φέραμε τίποτε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ οὔτε θὰ
πάρουμε κάτι ἀπὸ αὐτόν. Ὅλα ὅσα νομίζουμε ὅτι εἶναι δικά μας,
εἶναι «ἄδικο» κτῆμα, δηλαδὴ μὴ πιστό, ἀπατηλό, προσωρινό. Ἂν
ἐμεῖς ἔχουμε περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι χρειαζόμαστε καὶ δὲν θέλουμε νὰ
μοιραστοῦμε μὲ τοὺς ἔχοντες ἀνάγκη, αὐτὸ εἶναι δεῖγμα τῆς ἐλάττωσης
τῆς ἀγάπης μας στοὺς συνανθρώπους, δηλαδὴ πνευματικὴ ἀπώλεια.
Γι' αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος: «Οὐαὶ τοῖς πλουσίοις». Ἀλλὰ ἡ πλεονεξία
καὶ ἡ πραγματοφιλία φέρνουν τὴν ἐκδίκηση στὸν ἄνθρωπο ὄχι μόνο
στὴν μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτήν, φορτώνοντάς
καὶ δυνάμεις, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν γιὰ τὸ πρῶτο ζητούμενο – τὴν
βάρος τῶν μεριμνῶν, δένοντάς τον στὴν γῆ, ἀφαιρώντας
αἰώνια σωτηρία
Όταν αυξάνονται τὰ πράγματα ποὺ ἀποκτᾶ κανείς, αὐτά, σὰν
τὰ πυκνὰ σύννεφα, κλείνουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὸν οὐρανὸ καὶ
ἀρπάζουν ἀπὸ τὴν ψυχή του τὸν Θεό. Ἁμαρτάνει, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ
καταλαβαίνει, ἐναντίον τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης. Ὅταν ξεχνάμε
ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ Δημιουργὸς καὶ ὁ Προνοητής, ἀλλὰ καὶ
ὁ Πατέρας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψει τὰ παιδιά του, ἰδιαίτερα
δὲ ὅσους ποιοῦν τὸ θέλημά του, ἁμαρτάνουμε ἐναντίον τῆς ἐλπίδος.
Ὅταν προσκολλούμαστε στὴν περιουσία ἢ στὰ χρήματα καὶ δὲν τὰ
μοιραζόμαστε μὲ τοὺς φτωχούς, δικαιολογούμενοι ὅτι θέλουμε νὰ
ἐξασφαλίσουμε τὰ παιδιὰ καὶ τὰ γεράματά μας, ἢ τὰ μαζεύουμε
γιὰ κάθε ἀπρόβλεπτο ενδεχόμενο (κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο «γιὰ
τὴν μαύρη μέρα»), τότε διαπράττουμε ἁμαρτία κατὰ τῆς ἀγάπης.
Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα εἶδος κλοπῆς: τὸ ψέμα. Τὸ ψεῦδος ἔχει
ἐνσωματωθεῖ στὴν ζωή μας καὶ ἔγινε στοιχεῖο της. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος
λέει ψέμα, αὐτὸ σημαίνει ὅτι κρύβει κάτι, συνέχεια κρύβει πίσω
ἀπὸ τὸ πέπλο τὸν ἑαυτό του τὰ ἔργα, τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες
του. Πόσο συχνὰ ἐκμεταλλευόμαστε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων
καὶ τοὺς ἀνταποδίδουμε ἀγνωμοσύνη! Πόσο συχνὰ δείχνουμε στὸν
ἄνθρωπο τὴν ὑποκριτικὴ καλή μας διάθεση πρὸς αὐτόν, μὲ σκοπὸ
νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἐξυπηρέτηση καὶ τὴν βοήθειά του! Πόσο
συχνὰ ἐμεῖς, σὰν τοὺς ἠθοποιούς, «παίζουμε» τὴν ἀγάπη, χωρίς
νὰ θεωροῦμε ἁμαρτία μία τέτοια ὑποκρισία καὶ φιλαρέσκεια. Η
ὅταν λάβουμε ἐκεῖνα ποὺ θέλαμε, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται πιὰ
ἄχρηστος γιὰ μᾶς, καὶ τὸν βλέπουμε σὰν κάτι ξένο καὶ ἄγνωστο.
Καὶ ὄχι μόνο – γνωρίζοντας ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες σε
αὐτόν, νευριάζουμε καὶ θέλουμε νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ αὐτόν. Καὶ
ἐδῶ συμβαίνει τὸ παράδοξο, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὸ φαινόμενο: ὁ
άνθρωπος ἀνταποδίδει γιὰ τὸ καλὸ μὲ κακό. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα
είδος ψυχικῆς κλοπῆς.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ τὸ ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσο
χαμηλὰ καὶ ἂν πέσει, αὐτὴ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποτὲ δὲν ἐξαλείφεται
τελείως ἀπὸ αὐτόν: ὅσο λερωμένος καὶ ἂν εἶναι ὁ χρυσός, τὸν
παραδεχόμαστε ὡς χρυσό, ὄχι ὡς λάσπη. Πόσο συχνὰ ὅμως
προσβάλλουμε τὸν ἄνθρωπο, ξεχνώντας ὅτι εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ,
ἔστω θολωμένη, σκονισμένη, δυσδιάκριτη! Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο
κλέβουμε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν αἰώνια ἀξία του.
Οἱ φύλακες Ἄγγελοι ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους
καὶ ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπο, ὡς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη,
συμπαθώντας τον καὶ μὴ ἀπορρίπτοντάς τον. Ἐνῶ ἐμεῖς γιὰ μηδαμινὰ
πράγματα εἴμαστε ἕτοιμοι αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο,
νὰ τὸν ἀμαυρώσουμε μὲ τὰ χειρότερα λόγια καὶ νὰ τὸν συγκρίνουμε
μὲ τὸν δαίμονα. Εἶναι τὸ ἴδιο σὰν νὰ πάρει κανεὶς μία παλαιά, μαύρη
ἀπὸ τὸν καπνὸ εἰκόνα, νὰ τὴν φτύσει καὶ νὰ τὴν ποδοπατήσει. Ο
Κύριος εἶπε: «Ὅποιος πεῖ στὸν ἄνθρωπο “μωρέ”, εἶναι ἄξιος τῆς
γιέννης τοῦ πυρός»", καὶ αὐτὸ διότι ἐκεῖνος ἀφαίρεσε ἀπὸ τὸν
ἄνθρωπο τὴν δόξα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὅταν προσβάλλουμε
τὸν ἄνθρωπο, τοῦ κλέβουμε ἐκείνη τὴν οὐράνια ἀξία, γιὰ τὴν ὁποία
γράφει ὁ Ψαλμωδός: «Ἠλάττωσας (σύ, ὁ Κύριος) αὐτὸν (τὸν ἄνθρωπο)
βραχύ τι παρ᾽ ἀγγέλους»'5. Ἄρα, ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους πάντα
γινόμαστε κλέφτες.
Πόσο συχνὰ θέλουμε παράνομα νὰ ὑποτάξουμε τὸν ἄλλο ἄνθρωπο
στὸν ἑαυτό μας, νὰ τὸν ὑποδουλώσουμε, νὰ τὸν μετατρέψουμε σὲ
κάποιο ἀντικείμενο ποὺ ἀνήκει σὲ μᾶς! Ἀκόμη, ὁ Κύριος σέβεται
τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ ἔδωσε τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία,
ἐνῶ ἐμεῖς συνηθίσαμε νὰ βλέπουμε τὸν πλησίον ὡς ἕνα μέσο πρὸε
ἐκπλήρωση τῶν σχεδίων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν μας, δηλαδὴ σὰν ἕνα
πιόνι τοῦ σκακιοῦ. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ κλοπὴ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ
τὸν ἄνθρωπο.
Ἐδῶ πρέπει νὰ κάνουμε μία διευκρίνιση. Ὁ δάσκαλος εἶναι
ὑπεύθυνος γιὰ τοὺς μαθητές του, οἱ γονεῖς γιὰ τὰ παιδιά τους.
Ἡ ἐλευθερία δὲν σημαίνει ἀσυδοσία. Ὁ μεγαλύτερος είναι κάπως
ὑπεύθυνος γιὰ τὸν μικρότερο, ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἄλλου τινός
ὄχι περὶ τῆς μαθήσεως καὶ τῆς ὑπακοῆς, ἀλλὰ περὶ τῆς καταπιέσεως
τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, περὶ τῆς καταχρήσεως τῆς θέσεώς μας
περὶ τῆς παράλογης ἀπαιτητικότητος, περὶ τῆς συνεχοῦς πνευματικῆς
ἐπιθετικότητος. Ὅταν οἱ παιδαγωγοὶ καὶ οἱ γονεῖς μεταβάλλονται
σὲ δουλαγωγούς, τότε τὰ παιδιὰ καὶ οἱ μαθητές τους γίνονται ἢ
ἄβουλα ὄντα ἡ μικρὰ δαιμονάκια. Ἡ κοινωνία οἰκοδομεῖται μὲ τὴν
ἱεραρχικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ἀλληλο-συνυποταγῆς, ἀλλὰ
στὴν κατάχρηση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει κλοπὴ καὶ λεηλασία. Ἡ
ἐξουσία τοῦ προϊσταμένου δὲν πρέπει νὰ καταφρονεῖ τὸ πρόσωπο
τοῦ ὑφισταμένου, ἀλλὰ νὰ λαμβάνει ὑπ' ὄψιν τὴν ὠφέλεια ἐκείνου,
ἀλλιῶς ἡ ἐξουσία του μετατρέπεται σὲ μία πρέσα.
Τὴν μεγαλύτερη ὅμως ἀδικία ὁ ἄνθρωπος τὴν διαπράττει πρὸς
τὸν ἑαυτό του. Δὲν μπορεῖ τόσο ἀνελέητα νὰ κλέψει τὸν ἄλλο, ὅπως
τὸν ἑαυτό του, στερώντας στὸν ἑαυτό του τὴν αἰώνια σωτηρία. Ο
ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ἢ μᾶλλον, ἀπὸ τὸ
σῶμα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα, καὶ ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο
ποὺ τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ὄντα, τὰ ὁποῖα κατοικοῦν
στὴν γῆ. Τὸ πνεῦμα εἶναι ἡ στροφὴ τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν αἰωνιότητα
καὶ τῆς αἰωνιότητος, μεταξὺ τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ. 
Χάρις στὸ πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὰ μεθόρια τοῦ χρόνου
πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό. Ἐνῶ τὸ πνεῦμα μας
ἔχει λεηλατηθεῖ, κλαπεῖ, συνάμα δὲ προσβληθεῖ καὶ δαρεῖ.

Ἡ ψυχὴ ποὺ στρέφεται πρὸς τὴν γῆ, ἔχει ἁρπάξει στὴν ἐξουσία
της τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς πόθους τοῦ ἀνθρώπου.
Μοιάζει μὲ τὸν σφετεριστή, ὁ ὁποῖος καθαίρεσε τὸν βασιλιά, τὸ
πνεῦμα, ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ ὑπηρετεῖ τὸν δοῦλο,
στὴν συγκεκριμένη περίπτωση – τὸ σῶμα μας.
-
Ὁ πρῶτος σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ θεοκοινωνία. «Ἡ βασιλεία
τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν»" – εἶπε ὁ Κύριος. Αὐτὴ τὴν βασιλεία,
τὸν κλῆρο τῶν Ἀγγέλων, μόνοι μας τὴν κλέβουμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας.
-
Ἡ ζωή μας εἶναι μία συνεχὴς κλοπὴ τοῦ χρόνου, μὲ τὸν ὁποῖο
έπρεπε νὰ κερδίζουμε τὴν αἰωνιότητα· κλοπὴ τοῦ χρόνου ἀπὸ τὸ δικό
μας πνεῦμα γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν μας, γιὰ τὰ μάταια
ἔργα καὶ γιὰ τὶς ἀκόμη πιὸ μάταιες κουβέντες. Ἂν ρίξουμε μιὰ
προσεκτική ματιὰ στὴν ζωή μας, προσπαθώντας νὰ καταλάβουμε
πόσο χρόνο ἀφιερώσαμε στὸ πνεῦμα μας καὶ πόσο στὴν ψυχή, θὰ
δοῦμε ὅτι στὸ πνεῦμα ἀφήσαμε μόνο κάποια μικρὰ ψίχουλα. Πολλοὶ
ἅγιοι, πρὶν πεθάνουν, ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν παράταση τῆς
ζωῆς τους μὲ σκοπὸ νὰ μετανοήσουν, ἐνῶ ἐμεῖς μόνοι μας κλέψαμε
ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας τὸν χρόνο, τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ γυρίσουμε
πίσω, καὶ τώρα ἱστάμεθα γυμνοὶ ἐνώπιον τῶν θυρῶν τῆς αἰωνιότητος.


Δεν υπάρχουν σχόλια: