Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ









Το μεροκάματο


Άνθρωπος πλούσιος καί σκληρός τήν γνώμη κατοικούσε στά προάστια τών Αθηνών. Μιά χρονιά, πού είχαν μεγάλη σοδειά οί ελιές του, αποφάσισε να προσλάβη εργάτριες γιά τήν συλλογή τού έλαιοκάρπου.
(Εκείνα τά χρόνια τό μάζεμα της ελιάς εθεωρείτο κατ’ εξοχήν δουλειά τής γυναίκας.) Σύναξε γυναίκες πάσης ηλικίας και ολημερίς στεκόταν από πάνω τους, ανάσα να μή πάρουν. Και γιά την αναγκαία χρεία προτιμούσαν τό λέρωμα, παρά να του ζητήσουν τό δίλεπτο τής ώρας. Μια χωρατατζού έλεγε:
-         Μαρή, σαν να ’ναι βρεγμένες οί ελιές τί έγινε;
-         Μή τό ψάχνης.
Ακόμα κι όταν έπιαναν ψωμί, έκλωθε νευρικές βόλτες να μην άργοπορήσουν. Πόσο πιο γρήγορα να μασήση ή ξεδοντιασμένη από τά χρόνια καί τις κακουχίες γριά; Έλεγε ή παλιά στην νέα:
-         Μαρή, πιο αργά να προλάβουμε κι εμείς οί κακόσωτες να καταπιούμε- ή μπομπότα θά καθίση στο ψυχικό μας. Μιά μέρα βροχερή -πότε άρχιζε ό υετός καί πότε σταμάταγε- τό αφεντικό ήταν όλο νεύρα καί μονολογούσε κάτω απ’ την παχιά του τήν μουστάκα: Σήμερα τίποτε δεν θα κάνουμε·ούτε τό μεροκάματό τους δεν θα πιάσουνε». Κάποια στιγμή μια εργάτρια εξαφανίστηκε. Έψαχνε σαν λαγωνικό σκυλί να την βρει ό αναποδιασμένος. Συνεχώς μουρμούριζε: «Μήτ’ εδώ μήτ’ εκεί φαίνεται». Κάποτε φάνηκε να βγαίνη από την κουφάλα μιας γερασμένης μεγάλης ελιάς. Ή πιο ηλικιωμένη τής
ψιθύρισε:
-         Μαρή, που ήσουνα; Θα σε φάη ό μαύρος σκύλος. Ώρα σε ψάχνει αλαφιασμένος.
Κι αμέσως ακούστηκε ή σκληρή φωνή:
-         Πού ήσουνα, μωρή, τόσες ώρες;
-         Αφέντη, είχα ανάγκη μεγάλη.
-         Δεν τό πιστεύω - κάπου κοιμήθηκες. Αλλοτε δεν θα ’ρθης για μεροδούλι.



-         Οχι, θα βάλω βία να αναπληρώσω την καθυστέρηση.
Ό περίεργος έργοδιώκτης πήγε στήν κουφάλα τής παλιάς ελιάς καί είδε μωρό να κλαυθμυρίζη μέσα στά μεσοφούστανα τής καταπονημένης εργάτριας. Έκάμφθη ή καρδιά τού θηρίου. Κινήθηκαν τά άσπλαγχνα σπλάγχνα του.
-         Πάρε τό παιδί σου καί φύγε στο σπίτι σου.
-         Καί τό μεροκάματο, αφέντη;
-         Θα σου τό δώσω ολόκληρο.
*


«Μάννα βασανισμένη, πώς γέννησες μόνη σου;
»Μάννα, πώς πλάγιασες τό μωρό στήν βρεγμένη γή;
»Μάννα, πώς λεχώνα γύρισες στο μεροκάματο;
»Χαίρε, μάννα τής βίας καί τών καμάτων.
»Χαίρε, μάννα αγόγγυστη.
»Χαίρε, μάννα που δεν ρεματίζεις τό παιδί σου από ανέχεια, δεν διακόπτεις τήν κύηση, καί γεννάς στήν κόλα τών δένδρων κι έχεις στρωμνή λιθάρια καί τριβόλια Κανίσκι σου προσφέρουν τά πετεινά καί μπάνιο κάνεις στο μωρό σου τις σταγόνες τής φθινοπωρινής βροχής.
»Ζήσε, μάννα, γιά να ’σαι παρηγοριά στους απόρους και δασκάλα στους εύπορους».


ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 
ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: