Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Διεθνής ημερίδα για τις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Βενετίας ____


Διεθνής ημερίδα για τις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Βενετίας
____
Παρά τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν την πόλη, η Ορθόδοξη Αλήθεια παρακολούθησε την ενδιαφέρουσα εκδήλωση που πραγματοποίησε πρόσφατα το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Γαληνοτάτη
Ανταπόκριση - Ελληνικό Ινστιτούτο βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών Βενετίας
Ένας σοφός άνθρωπος του Θεού δίδασκε, ότι « Μπορεί κάποιος να χτίσει μια πόλη χωρίς τον Θεό, όμως αυτή η πόλη θα είναι πάντοτε εναντίον του ανθρώπου”. Η ικανότητα μας να κατανοούμε ο ένας τον άλλον, η δυνατότητα να συμφωνούμε και το επίτευγμα να μπορούμε να συνεργαζόμαστε, όλα αυτά ισχύουν όταν οι χριστιανοί αγαπάμε τον Θεό και αγωνιζόμαστε να Του μοιάσουμε. Αν αυτά δεν τα έχει η ιστορία του χριστιανισμού, τότε η πόλη θα είναι πάντοτε εναντίον του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν οι Άνθρωποι αγωνίζονται να έχουν τον Θεό μαζί τους και να τον κηρύττουν στην Οικουμένη, η “η πόλη” θα είναι υπέρ του ανθρώπου. Ακριβώς όπως έκαναν οι χριστιανοί του Βυζαντίου όταν μετέδωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στην Βόρεια Αδριατική. Με αυτές τις σκέψεις παρακολουθήσαμε προσκεκλημένοι του Ελληνικού Ινστιτούτου βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών Βενετίας που ιδρύθηκε το 1951, την ημερίδα που αφιερώθηκε στη θεματική «Οικουμενικό Πατριαρχείο και Βενετία» το Σάββατο 15 Νοεμβρίου παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν την πόλη της Βενετίας. Στην ημερίδα δεν κατάφερε λόγω των καιρικών συνθηκών να παρευρεθεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, την κεντρική εισήγηση του οποίου ανέγνωσε ο Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης κ. Γεννάδιος, η έδρα του οποίου είναι στην Βενετία.


Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος
Στη μακροσκελή εισήγησή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέθεσε τεκμηριωμένα τα οικουμενικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πνεύματος, όπως αυτά εκφράστηκαν από μεγάλες μορφές της εκκλησιαστικής παράδοσης, τα οποία σε συνδυασμό με την οικουμενικότητα της χριστιανικής πίστης κυριάρχησαν στον υπερχιλιετή πολιτισμό του Βυζαντίου και συνεχίζουν να εκφράζονται από την Μητέρα Εκκλησία και το κέντρο όλου του Ορθοδόξου κόσμου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ειδική αναφορά έκανε στις μακραίωνες, πολύπλοκες αλλά και καθοριστικές σχέσεις της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη Γαληνοτάτη, σχετικά με την εδραίωση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη και αναφέρει ανάμεσα σε άλλα ότι ο Μέγας Αθανάσιος της Αλεξανδρείας φιλοξενούμενος από τον Επίσκοπο Fortunaziano της Ακουηλίας επηρέασε σημαντικά στη διαμόρφωση του μοναχισμού στην περιοχή του Βένετο. Η Εκκλησία της Ακουηλίας, η πρώτη Εκκλησία της Βορείου Αδριατικής, ήταν μια κοινότητα χριστιανική που έλκυε την καταγωγή της από την Αλεξάνδρεια. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως είχε σχέση με τον Cromazio μητροπολίτη Ακουηλίας, ο οποίος τον βοήθησε στον δρόμο της εξορίας του. Μετά από αίτημα του διοικητή του Βυζαντινού στρατού στην Ιταλία Ναρσή δωρήθηκαν πολλά λείψανα για τις Εκκλησίες της Βενετίας από τις περιοχές της ευρύτερης βυζαντινής επικράτειας με σκοπό να λατρεύεται η μνήμη των αγίων της Ανατολής, όπως του αγίου Θεοδώρου, του αγίου Μηνά, Μωυσή, Ζαχαρία και Ευφημίας της Χαλκηδόνας. Η διάδοση του Ελληνικού πνεύματος στην Βενετία πραγματοποιήθηκε μέσω της Αλεξάνδρειας, περνά μέσα από την Ακουηλία, την πόλη του Γκράδο, τη νέα Ρώμη- Κωνσταντινούπολη για να επηρεάσει στο τέλος την ιστορία της Πόλης της Βενετίας της β΄ χιλιετίας.


Τόπος εξορίας
Ο πρώτος από τους εισηγητές, Επ. Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ κ. Ι. Παναγιωτόπουλος, υποστήριξε με ικανά επιστημονικά επιχειρήματα, που ανατρέπουν τα μέχρι σήμερα δεδομένα, τη χρήση των νήσων της Βενετίας ως τόπου εξορίας των εικονόφιλων επισκόπων της Ανατολής κατά την περίοδο της εικονομαχίας. Ο διαπρεπής ιστορικός της Scuola Grande di San Marco, κ. Frederic Laurintzen στην εισήγησή του με τίτλο «Ορθόδοξη Βενετία», ανέλυσε την πολιτική ανεκτικότητας των Βενετών έναντι των Ορθοδόξων στις Βενετοκρατούμενες περιοχές τον 13ο και 14ο αιώνα, πολιτική που συνδέεται με την ανάπτυξη και καλλιέργεια των διαφόρων πτυχών της Ορθόδοξης Πνευματικότητας στις συγκεκριμένες περιοχές. Η πολιτική αυτή, κατά τον κ. Lauritzen, γίνεται περισσότερο εμφανής κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, όταν οι Βενετοί προσφέρουν πλούσια φιλοξενία στην αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων στο ταξίδι της προς την Φερράρα και Φλωρεντία. Συμπληρωματική της εισήγησης του κ. Lauritzen ήταν η επιστημονική συμβολή της Αν. Καθηγήτριας κ. Ευαγγελίας Αμοιρίδου, η οποία ανέδειξε μέσα από τις πηγές την πολιτική των Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Βυζαντινών αυτοκρατόρων ήδη από τον 11ο αιώνα έναντι των Βενετών, η οποία συνίστατο στον σεβασμό των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των εκκλησιαστικών τους εθίμων και του τρόπου με τον οποίο εκδήλωναν την χριστιανική τους πίστη. Αυτό αποτέλεσε κατά την εισηγήτρια τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν οι σχέσεις Βενετίας και Οικουμενικού Πατριαρχείο καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου.


Ανέκδοτα έγγραφα
Η δεύτερη συνεδρία της ημερίδας άνοιξε με εισήγηση της ερευνήτριας και διδάσκουσας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Δρ. κυρίας Κατερίνας Κορρέ, η οποία παρουσίασε για πρώτη φορά ανέκδοτα έγγραφα του Αρχείου της Αδελφότητας, που φανερώνουν τις διάφορες διακυμάνσεις στις σχέσεις των Μητροπολιτών Φιλαδελφείας που είχαν ως έδρα τους την Βενετία από τον 16ο αιώνα, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο είχαν την διοικητική και πνευματική αναφορά τους. Κατόπιν ο Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας και Διδάσκων στο ΑΠΘ κ. Αθανάσιος Τζιερτζής αναφέρθηκε στις προσπάθειες της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Βενετίας να αποσπαστεί κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. από την πνευματική και διοικητική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην ιστορική του προσέγγιση το γεγονός συνδέθηκε με τις ευρύτερες πολιτικές και εκκλησιαστικές εξελίξεις που συνέβαιναν στην Ελλάδα, την Βαλκανική χερσόνησο αλλά και την Ρωσία την ίδια περίοδο.



Πρωτοβουλίες σχετικά με την πνευματική αναγέννηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών
Οι εισηγήσεις ολοκληρώθηκαν με τον π. Κωνσταντίνο Κενανίδη, Δρ Θ. και Διευθυντή του Ορθοδόξου Κέντρου «Απόστολος Παύλος» στις Βρυξέλλες, ο οποίος αναφέρθηκε στις προτεραιότητες και τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την πνευματική αναγέννηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και τον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε έναν ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο. Ανέλυσε διεξοδικά τον δεσπόζοντα ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον διάλογο με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες στην Ευρώπη, την παγκόσμια επιτυχή πρωτοβουλία του οικουμενικού πατριάρχη για την προστασία του περιβάλλοντος, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία των παιδιών, καθώς και τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, ιδιαίτερα στις χώρες, οι οποίες βρίσκονται σε εμπερίστατη κατάσταση.
Της Α΄συνεδρίας προήδρευσε ο πρόεδρος της Εποπτικής επιτροπής κ. Χρήστος Αραμπατζής και της Β΄ συνεδρίας προήδρευσε ο Πρέσβης επί τιμή, κ. Αλέξανδρος Αλεξανδρής.

 Η σύνδεση ταυτότητας με τη Μητέρα Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως
Ο αναπληρωτής Διευθυντής του Ινστιτούτου κ. Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος στην προσφώνησή του αναφερόμενος στον λόγο για τον οποίο καλούμαστε να θυμόμαστε τους δεσμούς της Βενετίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πριν και μετά την άλωση της Βασιλεύουσας, όπως και στην αιτία για να ανιχνεύσουμε τις αμφίδρομες μεταξύ των δύο πόλεων διαδρομές των λόγιων και των Ορθόδοξων κληρικών που μετακένωσαν με πλήθος έργων το θαύμα της ορθόδοξης θεολογίας, διδάσκοντας στα τοπικά σχολεία και εκδίδοντας τα βιβλία τους μέσω των τυπογραφείων της Βενετίας, ανέφερε τα εξής: « Tο γεγονός ότι όχι μόνον επετράπη στον χειροτονηθέντα Ορθόδοξο Έλληνα Επίσκοπο Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο να παραμείνει στη Βενετία, αλλά προκειμένου η τοπική εκκλησία να περιβληθεί με μεγαλύτερη ισχύ και να προσδοθεί σε αυτήν μεγαλύτερο κύρος, μετατέθηκε δια συνοδικής εγκυκλίου, η έδρα της Αρχιεπισκοπής Φιλαδελφείας στη Βενετία και έκτοτε, όλοι οι διάδοχοι του πρώτου Ιεράρχη της Γαληνοτάτης αναβαθμίστηκαν ως Επίτροποι και Έξαρχοι Πατριαρχικοί, τι νόημα μπορεί να έχει σήμερα για εμάς;

Ορθόδοξη ψυχή
Ο λόγος που ανατρέχουμε στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι ουσιαστικός, υπαρξιακός. Η σχέση μας με τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είναι μια σχέση ταυτότητας. Η ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι ζωντανή. Η μοίρα Του ταυτίζεται με τη μοίρα κάθε μίας ορθόδοξης ψυχής. Και όταν λέμε ορθόδοξη ψυχή εννοούμε την αληθινή ψυχή του κάθε ανθρώπου. “Ονομάζουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεσμό», αναφέρει ο μητροπολίτης Περγάμου κ.κ. Ιωάννης, «αλλά είναι κάτι περισσότερο. Είναι ένα ιστορικό παράδοξο, ένα μυστήριο της Ιστορίας”. Και ο ίδιος Ιεράρχης συνεχίζει: “Πώς μια τόσο αρχαία εκκλησία μπορεί να είναι συγχρόνως και τόσο σύγχρονη; Πώς ένας τόσο αδύνατος εξωτερικά θεσμός χωρίς καμία ουσιαστικά κρατική υποστήριξη, μέσα σε περιβάλλον αλλόθρησκο και με ελάχιστα στελέχη μπορεί να ανοίγεται τόσο πλατιά στο σύγχρονο κόσμο και με τόση ευαισθησία για τον άνθρωπο κάθε εποχής;” Παραμένει ένας ανθρώπινα ευάλωτος θεσμός, ιδιαίτερα μετά την άλωση, που ωστόσο δεν έπαυσε ακόμα και με την πτωχεία και την εξουθένωσή του, να σώζει και να πλουτίζει πολλούς όπως οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν. Επιβεβαιώνει συνεπώς ιστορικά εκείνο που είπε ο Κύριος στον Απόστολο Παύλο, όταν του ζήτησε να τον απαλλάξει από σκόλοπα τη σαρκί του: “Αρκεί σοι η χάρις μου. Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται”.
Η σχέση μας μαζί του δεν είναι όμοια με εκείνην προς τις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου. Είναι μια σχέση πνευματική. Και όπως λέει ο νεοφανής Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ η πνευματική σχέση είναι αμιγώς οντολογική σχέση. Είναι μια σχέση και γνώση, σε γνώση του Πατέρα προς τον Υιό, του Υιού προς τον Πατέρα και της εν Αγίω Πνεύματι Κοινωνίας».

Κενά στην έρευνα
Η Ημερίδα έκλεισε με τα ερωτήματα φοιτητών και ερευνητών προς τους εισηγητές και τις αντίστοιχες απαντήσεις. Όπως τόνισε ο Πρόεδρος της Εποπτικής Επιτροπής καθηγητής Χρ. Αραμπατζής, οι εργασίες τις ημερίδας απέδειξαν τα κενά που υφίστανται ακόμη στην έρευνα των σχέσεων του Βυζαντίου με τον δυτικό κόσμο, και ειδικά για την ιστορία των Ελληνικών κοινοτήτων την μεταβυζαντινή περίοδο. Το γεγονός ενισχύει την αναγκαιότητα ψηφιοποίησης όλου του Αρχείου της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Βενετίας, που φυλάσσεται στο Ελληνικό Ινστιτούτο, ανήκει στο Ελληνικό Κράτος και παραμένει ακόμη και σήμερα δυσπρόσιτο στους ερευνητές.
___________
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 27.11.2019

Δεν υπάρχουν σχόλια: