Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΗΤΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΑ !!!






 Διαχείρισις ἥττας γιά τό Σινᾶ



Εφημερίς Εστία Ιούν 02, 2025


Ὁ μοιραῖος Γεραπετρίτης βρίσκει «ἐξαιρετική» τήν δήμευση τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης


ΚΑΙ ΟΜΩΣ τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν δηλώνει «ἱκανοποιημένο» μέ τά ὅσα ἔγιναν στό Σινᾶ! Σέ ἐπικοινωνίες πού εἶχαν δημοσιογράφοι μέ τόν κ. Γιῶργο Γεραπετρίτη, διεπίστωσαν ὅτι ἀφοῦ πέρασε τό πρῶτο «μούδιασμα» μέ τήν ἀναγγελία τῆς ἀποφάσεως δημεύσεως τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἄρχισε ἡ «διαχείρισις» τῆς ἥττας. Κανονικά ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νά ἀπολογεῖται γιά τό γεγονός ὅτι ἄφησε τά πράγματα νά ἐξελιχθοῦν κατά τρόπο τόσο δυσμενῆ γιά τόν ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, καί ταυτοχρόνως νά ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες γιά τήν ἀνατροπή τῆς καταστάσεως. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἄρχισαν οἱ αἰχμές γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παρουσιάζουν τά ΜΜΕ τήν κατάσταση! Ἰσχυρίζονται δηλαδή ὅτι δέν φταίει ἡ Κυβέρνησις, φταῖνε τά ΜΜΕ πού ἀποκαλύπτουν τήν πραγματικότητα. Γιά τόν κ. Γεραπετρίτη τά πράγματα ἐξελίχθηκαν κατά τρόπον «ἐξαιρετικό»!


Ἀποδεικνύεται ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέν εἶχε κἄν πληροφορίες γιά τίς κυοφορούμενες ἐξελίξεις σέ ἕνα τόσο σημαντικό ζήτημα, ὅπως τό καθεστώς τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ. Ἀλλά πῶς νά τίς ἔχει, ὅταν ἡ ΕΥΠ ἀντί νά κάνει τήν δουλειά της «κυνηγιέται» μέ Τούρκους μαφιόζους στήν Θεσσαλονίκη;


Ἡ τραγική πραγματικότης εἶναι ὅτι ἡ ἱστορική Μονή κατέστη ἕρμαιο ἑνός δικαστοῦ τῆς Ἰσμαηλίας καί ἡ ἑλληνική Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ἀνήμπορη νά παρέμβει. Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ μεγαλύτερη κρίσις στίς ἑλληνοαιγυπτιακές σχέσεις, ἡ ὁποία μάλιστα ξεσπᾶ μόλις τρεῖς ἑβδομάδες μετά τό Ἀνώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ἑλλάδας-Αἰγύπτου, κατά τό ὁποῖο ἐδόθησαν ἀμοιβαῖες διαβεβαιώσεις γιά τήν ἐξεύρεση μιᾶς λύσεως στό πρόβλημα πού εἶχε ἀνοίξει ἡ ὑπό τόν Μόρσι κυβέρνησις τῆς Μουσουλμανικῆς Ἀδελφότητος, προηγουμένης κυβερνήσεως τοῦ Καΐρου.


Ἡ κατάστασις κάθε ἄλλο παρά «ἐξαιρετική» εἶναι.


Ὅμως ἡ Ἀθήνα, καί συγκεκριμένα τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, ἐμμένει σέ μιάν ἀνακοίνωση τῆς Αἰγυπτιακῆς προεδρίας, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τά ἀντιφατικά, ὅτι «δέν ἀλλάζει τό καθεστώς τῆς Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ» καί ὅτι ἡ δικαστική ἀπόφασις εἶναι εὐθυγραμμισμένη μέ ὅσα εἶπε ὁ Πρόεδρος ἄλ Σίσι στήν Ἀθήνα!


ἔχει ὅμως ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, ὁ ὁποῖος μιλῶντας στό πρακτορεῖο εἰδήσεων Μέσης Ἀνατολῆς (MENA) σχετικά μέ τήν ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου ὑπεστήριξε ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ζημιά στήν Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, στούς ἀρχαιολογικούς της χώρους, στήν πνευματική της ἀξία, στήν θρησκευτική της θέση ἤ στά νεκροταφεῖα της. Προσέθεσε δέ ὅτι ἡ δικαστική ἀπόφασις σηματοδοτεῖ γιά πρώτη φορά ὅτι νομιμοποιεῖται τό καθεστώς τοῦ μοναστηριοῦ.


Ἀρκετά διαφορετική εἶναι ἡ εἰκόνα τήν ὁποία ἔδωσε ὁ νομικός ἐκπρόσωπος τῆς Μονῆς Χρῆστος Κομπιλίρης, μιλῶντας στό ραδιόφωνο τοῦ «Σκάι», ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε ὅτι εἶχαν γίνει προσπάθειες ἐξωδικαστικῆς διευθετήσεως πού ἔφθασαν σέ ἀρκετά προχωρημένο στάδιο. Ἐν τέλει ὅμως ἀγνοήθηκαν καί ἐξεδόθη μιά δικαστική ἀπόφασις ἡ ὁποία «προκάλεσε ἀναστάτωση καί ἀνασφάλεια».


Συγκεκριμένα εἶπε: «Ὅλο αὐτό τό διάστημα τόν τελευταῖο χρόνο ὑπῆρχαν διάφορες ἀναβολές τῆς ὑπόθεσης πού δικαζόταν σέ δεύτερο βαθμό ἀπό τό Ἐφετεῖο τῆς Αἰγύπτου. Πρόκειται γιά μιά ὑπόθεση πού ἔχει ξεκινήσει πάνω ἀπό 10 χρόνια καί εἶχαν γίνει σοβαρές προσπάθειες γιά νά μπορέσει ἡ ὑπόθεση νά κλείσει ἐξωδικαστικά. Στό πλαίσιο αὐτό, εἶχε κατέβει ἀντιπροσωπεία τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης στήν Αἴγυπτο μέ ἀξιωματούχους καί ἀπό τό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν καί μέ τόν κύριο Καλατζῆ ὡς γενικό γραμματέα Θρησκευμάτων ἀπό τό ὑπουργεῖο Παιδείας, γιά νά συναντηθεῖ μέ ἀντιπροσωπεία τῆς Αἰγύπτου καί τόν κυβερνήτη τοῦ νοτίου Σινᾶ.


Εἴχαμε καταλήξει σέ ἕνα κείμενο, ὅπου θά γίνονταν κάποιες τελικές παρατηρήσεις, γιά νά μπορέσει νά κλείσει ἡ ὑπόθεση ἐξωδικαστικά. Αὐτό λοιπόν τό κείμενο πού θά ἀποτελοῦσε συμφωνία μιλοῦσε γιά πλήρη ἀναγνώριση τοῦ ἰδιοκτησιακοῦ δικαιώματος τῆς Μονῆς ἐπί ὅλων τῶν ἐκτάσεων. Ἐνῷ ἡ ἀπόφαση ἡ ὁποία βγῆκε χθές, γιά νά εἴμαστε καί προσεκτικοί, ἀποτελεῖ χειρόγραφο σχέδιο τοῦ δικαστῆ, ὅπου μιλοῦσε γιά ἀναγνώριση περίπου 46 ἐκτάσεων, ὄχι τό σύνολο δηλαδή πού εἶχε συμφωνηθεῖ, καί κάνει ἀναφορά γιά κάποιο δικαίωμα κρίσης/κατοχῆς γιά νά μποροῦν νά ἀσκοῦνται τά θρησκευτικά καθήκοντα».


Ὁ κ. Κομπιλίρης ἔκανε λόγο γιά ὑπαναχώρηση ἔναντι τῆς ἀρχικῆς συμφωνίας, κατά τρόπον ὥστε νά ἐπηρεάζονται «ζωτικῆς σημασίας» ἰδιοκτησίες τῆς Μονῆς. Εἰδικώτερα:


«Πρέπει νά γίνει ἐδῶ καί μιά πολύ σημαντική διάκριση: ἀπό τή μία εἶναι ἡ θρησκευτική ἐλευθερία νά μποροῦν οἱ μοναχοί νά ἀσκοῦν τά θρησκευτικά καθήκοντα, ἀπό τήν ἄλλη ὅμως εἶναι τό ἰδιοκτησιακό. Μέ βάση τήν ἀπόφαση πού βγῆκε αὐτήν τή στιγμή φαίνεται νά εἶναι ἐκτός οἱ κεντρικοί κῆποι τῆς Μονῆς, γύρω στίς 16 ἐκτάσεις. Αὐτά εἶναι ζωτικῆς σημασίας γιά τούς μοναχούς, γιατί ἀπό αὐτά ζοῦν. Δηλαδή ἡ Μονή θά μείνει οὐσιαστικά χωρίς ἰδιοκτησία».


Ὅλα αὐτά μόνον «ἐξαιρετικά» δέν θά μποροῦσαν νά χαρακτηρισθοῦν. Μόνον ὁ Ἕλλην ὑπουργός Ἐξωτερικῶν ὑποστηρίζει ὅτι τά θεωρεῖ ἔτσι. Ὁ μοιραῖος κ. Γεραπετρίτης ὁ ὁποῖος φέρει πολιτικές εὐθῦνες γιά τόν ἀτυχῆ χειρισμό τῆς ὅλης ὑποθέσεως.


ΑΙΣΧΟΣ!!!!

Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 40

 




Περιπλανώμενος

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ξύπνησα και έφυγα από το δωμάτιο. Ο λαμπερός ήλιος του Ιουνίου είχε ήδη πλημμυρίσει τη γη. Ο αέρας ήταν ήσυχος και μύριζε εκείνη την ευχάριστη δροσιά που χαρακτηρίζει ένα καθαρό καλοκαιρινό πρωινό μετά από μια ευωδιαστή, ζεστή νύχτα. Κάθισα σε ένα τραπέζι στη μέση της αυλής και σκέφτηκα: «Θα είναι μια ωραία μέρα. Πρέπει να πάω στην Κουράσοφκα σήμερα». Αφού ήπια λίγο τσάι, ξεκίνησα αμέσως το δρόμο μου. Έπρεπε πρώτα να περάσω από αρκετούς προαστιακούς λαχανόκηπους και μετά περίπου εννέα μίλια χωραφιών. Η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη για έναν πεζό και όχι χωρίς δυσκολίες, ειδικά στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά για μένα πάντα φαινόταν πολύ μικρή, και αυτό, ίσως, οφειλόταν στο ότι πήγαινα σε εκείνο το χωριό για να επισκεφτώ έναν συγγενή και στενό φίλο.


Αφού πέρασα από τους λαχανόκηπους, μέρος του λιβαδιού και τα καμίνια, βρέθηκα έξω από το χωριό. Τώρα άνοιγε μπροστά μου ένα πλατύ χωράφι με σίκαλη, στο τέλος του οποίου, μακριά στον ορίζοντα, ακριβώς μπροστά μου, τα δάση του κόμη απλώνονταν σαν μια γαλαζωπή λωρίδα, στα δεξιά ήταν ορατά τα κοκκινωπά βουνά Γκρεμιάτσκι και στα αριστερά τα σπίτια και οι καθεδρικοί ναοί της πόλης μας ήταν μόλις διακριτά λευκά.


Δεν υπάρχει ψυχή στο χωράφι. Παρ' όλα αυτά, χιλιάδες διαφορετικοί ήχοι ακούγονταν στον αέρα: πουλιά κελαηδούσαν, ακρίδες κελαηδούσαν, μέλισσες βούιζαν... Η φύση έσφυζε από ζωή. Προχωρώντας αργά κατά μήκος του καταπράσινου έρημου δρόμου, ανέπνευσα με ευχαρίστηση τον ζωογόνο αέρα του χωραφιού. Έχοντας διανύσει περίπου το ένα τέταρτο της διαδρομής, επέλεξα ένα γραφικό μέρος στο δρόμο για να ξεκουραστώ και, ξαπλώνοντας στο γρασίδι, άρχισα να παρακολουθώ το πέταγμα ενός μεγάλου χαρταετού, ο οποίος πετούσε ψηλά από πάνω μου, κάνοντας σπειροειδείς κύκλους προς τα πάνω. Ξαφνικά ακούω δίπλα μου:


- Ουάου, τι ευλογία! Είναι ένας παράδεισος επί της γης και τίποτα περισσότερο. Γεια σου, νεαρέ!


«Γεια σας», απάντησα μηχανικά και κοίταξα τον ομιλητή.


Μπροστά μου στεκόταν ένας περιπλανώμενος περίπου πενήντα ετών, στηριγμένος σε ένα μακρύ μπαστούνι, και με κοιτούσε με απείρως ευγενικά μάτια. Στάθηκε με το κεφάλι του ακάλυπτο. Το καθαρό και εκφραστικό πρόσωπό του πλαισιωνόταν από μια ανοιχτόχρωμη καστανή γενειάδα, υπήρχε μια μικρή φαλακρή κηλίδα στο κεφάλι του και αραιές τούφες γκρίζων μαλλιών έπεφταν στους ώμους του στο πίσω μέρος. Ήταν ντυμένος με ένα πολύ φθαρμένο και σε ορισμένα σημεία μπαλωμένο μαύρο ράσο και ήταν ζωσμένος με μια απλή φαρδιά ζώνη. Είχε μια πάνινη τσάντα δεμένη στους ώμους του, μια λευκή τσίγκινη τσαγιέρα κρεμόταν από το πλευρό του, φθαρμένες μπότες στα πόδια του και ένα μακρύ μπαστούνι στα χέρια του.


«Λέω», συνέχισε ο περιπλανώμενος χαμογελώντας, «με τι θαυμαστή ομορφιά έχει ντύσει τη φύση ο Παντοδύναμος Κύριος». Και πόσο την αγαπώ στην γοητευτική της αγριότητα, άφθαρτη από τον πολιτισμό!


«Με εντυπωσίασαν αυτά τα λόγια του περιπλανώμενου, τα οποία αποκάλυψαν σε αυτόν ότι δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, κάτι που δεν μπορούσα παρά να του το προσέξω.»


«Ναι, νεαρέ», μου απάντησε, «κάποτε έμαθα πολλά, ήμουν πλούσιος και ευγενής, αλλά όλα αυτά πέρασαν...»


Αποφάσισα να του κάνω περισσότερες ερωτήσεις. Εν τω μεταξύ, συνέχισε να μιλάει για κάτι άλλο, κοιτάζοντας πότε τον καθαρό, γαλάζιο ουρανό, πότε την ελαφρώς ταραγμένη θάλασσα από σίκαλη, πότε τον δρόμο που ήταν κατάφυτος από πράσινο.


- Είδες τον Θεό, νεαρέ;


«Όχι», του απάντησα με έκπληξη.


— Και δεν είδα... Αλλά νιώθεις καθαρά την παρουσία Του μέσα σου και γύρω σου; Πιστεύετε, για παράδειγμα, ότι Αυτός δεν είναι πλέον μόνο ανάμεσά μας, αλλά διαπερνά και ολόκληρη την ύπαρξή μας και ακούει όχι μόνο τη συζήτησή μας, αλλά γνωρίζει και εκ των προτέρων όλα όσα θα πούμε στο μέλλον;


- Φυσικά: άλλωστε, είναι πανταχού παρών...


- Πολύ καλό; Είσαι χαρούμενος που πιστεύεις σε όλες αυτές τις αλήθειες χωρίς αμφιβολία. και κάποιοι άνθρωποι στις μέρες μας δεν θέλουν καν να το ακούσουν. Πολλοί πλέον δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη του Θεού. Αλλά η απόδειξη της παρουσίας Του είναι, ας πούμε, μπροστά στα μάτια τους ανά πάσα στιγμή και σε κάθε βήμα: είναι στη φύση. Πάρτε για παράδειγμα αυτόν τον απέραντο γαλάζιο ουρανό. Τι βλέπουμε σε αυτό; Τίποτα άλλο εκτός από τον ήλιο, ή, για την ακρίβεια, βλέπουμε μόνο διαφανή και σπάνιο αέρα. Τίθεται το ερώτημα: πώς συγκρατείται σε αυτήν το φωτιστικό σώμα, ή αυτή η γη, ή εκείνα τα αστέρια που θαυμάζουμε τη νύχτα, τα οποία δεν έχουν αριθμό; Πώς γίνεται όλοι αυτοί οι πλανήτες να μην διασκορπίζονται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και να εξαφανίζονται από τα μάτια μας; Το εξηγούν αυτό οι αστρονόμοι; Αλλά, στην πραγματικότητα, εξηγούν μόνο τα θαύματα του Θεού, τα οποία, ίσως, δεν αναγνωρίζουν. Στην πραγματικότητα, πώς θα μπορούσε η φυγόκεντρος δύναμη, η οποία μετριάζει την κεντρομόλο δύναμη και δημιουργεί με την τελευταία εκείνη τη δύναμη, χάρη στην οποία αυτοί οι πλανήτες δεν πλησιάζουν ούτε απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον, να αναπτυχθεί από μόνη της στους σταθερούς πλανήτες; Είναι αδύνατο να επιτρέψουμε στα ακίνητα ουράνια σώματα να τεθούν σε κίνηση: αυτή θα ήταν μια χυδαία παρανόηση... Ή ας πάρουμε τον ήλιο. Ποιος το άναψε με τον καλό σκοπό της ανάπτυξης και της υποστήριξης της ζωής όλων των ζωντανών όντων; Ένα τυφλό, παράλογο ατύχημα με τη μορφή ξαφνικής σύγκρουσης δύο πλανητών, όπως ισχυρίζονται κάποιοι; Αλλά αυτό που είναι τυχαίο δεν μπορεί να φέρει τόσο μακροχρόνιο και μεγάλο όφελος σε όλα τα ζωντανά όντα. Είναι προφανές ότι δεν άναψε κανένας άλλος παρά ο πάνσοφος Δημιουργός του κόσμου, στον οποίο πιστεύουμε και τον οποίο αποκαλούμε Πατέρα μας... Τώρα κοιτάξτε αυτή την ακμάζουσα γη. Τι ομορφιά μας ανοίγεται! Τι άρωμα μυρίζουμε! Τι ήχους ακούμε! Τα λεπτά στελέχη των σιτηρών που ωριμάζουν μας εκπλήσσουν με τη σοφή δομή τους. απαλό, αρωματικό γρασίδι διακοσμεί τη γη και τρέφει τα ζώα. Όμορφα λουλούδια σε διαφορετικά σχήματα, χρώματα και αρώματα αιχμαλωτίζουν τα μάτια μας και μας υπενθυμίζουν την επιθυμία για καλοσύνη και κοινωνία με τον Θεό, ο Οποίος είναι η πηγή και η πλήρης ενσάρκωση κάθε καλοσύνης και ομορφιάς. Το τραγούδι των πουλιών, που φτάνουν σε εμάς από τα ύψη του αέρα, το θρόισμα, το σφύριγμα εκατομμυρίων εντόμων που σέρνονται στα πόδια μας και έχουν πλήρη επίγνωση των ατυχημάτων τους... Και υπάρχουν πολύ περισσότερες αποδείξεις σαν κι αυτή... Ωστόσο, ήρθε η ώρα να προχωρήσω... Αντίο, νεαρέ μου. Και με αυτά τα λόγια άρχισε να σηκώνεται.


«Περίμενε», είπα, «πρέπει να έρθω μαζί σου...» Περπατήσαμε δίπλα-δίπλα. Ενδιαφέρθηκα για τη μυστηριώδη προσωπικότητα του περιπλανώμενου και άρχισα να του κάνω ερωτήσεις.


«Πες μου, σε παρακαλώ», του λέω, «για το παρελθόν σου». Άλλωστε, μου είπες ότι κάποτε σπούδασες πολύ, ήσουν πλούσιος, ευγενής και τώρα περιπλανιέσαι σε διάφορα μέρη. Η ιστορία σου μου φάνηκε πολύ χρήσιμη...


Αφού το άκουσε αυτό, ο περιπλανώμενος χαμογέλασε πράα και με κοίταξε με τέτοιο τρόπο που άθελά μου ντράπηκα.


«Εύχεσαι», είπε, «να αναστήσω ενώπιόν σου αυτό που έχει πεθάνει προ πολλού. Όσο δύσκολο κι αν μου είναι να θυμηθώ ξανά αυτό που νόμιζα ότι είχα θάψει για πάντα στην ψυχή μου, είμαι έτοιμος, αν μου το ζητήσεις, να σου πω για τη ζωή μου.


Και ο περιπλανώμενος άρχισε την ιστορία του.


— Γεννήθηκα σε μια πλούσια και ευγενή οικογένεια. Στη νεότητά του σπούδασε πρώτα στο γυμνάσιο και στη συνέχεια στο πανεπιστήμιο. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, βρήκε μια καλή δουλειά, δημιούργησε οικογένεια και έζησα όπως λένε, στο τριφύλλι. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την πρώιμη παιδική μου ηλικία ήμουν πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος και, ακόμη και όταν ήμουν στο λύκειο, σκεφτόμουν ένα μοναστήρι. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου όχι μόνο σταμάτησα να σκέφτομαι το μοναστήρι, αλλά ακόμη και τον Θεό, και αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά στις απολαύσεις της κοσμικής ζωής. Τότε ήταν που ο Κύριος άρχισε να με ξυπνάει από τον πνευματικό ύπνο των μεγάλων συμφορών. Μέσα σε ένα χρόνο έχασα όλη μου την οικογένεια, η οποία πέθανε από διάφορες ασθένειες, και έμεινα μόνος σε ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς τα αγαπημένα μου πλάσματα. Η θλίψη μου ήταν τρομερή. Αρρώστησα και όταν ανάρρωσα, κατάλαβα βαθιά τα λόγια του αγίου σοφού που είπε: «Τα πάντα είναι ματαιότητα ματαιοτήτων», και μετά από αυτό δεν μπορούσα πλέον να ζω στη μέση ενός αιώνια ξέγνοιαστου κόσμου. Έχοντας πουλήσει τα δύο υπέροχα σπίτια μου και χωρίς να αφήσω ούτε μια δεκάρα για τον εαυτό μου, τα οποία όλα δόθηκαν σε καλές πράξεις, έφυγα κρυφά από το σπίτι μου μια θυελλώδη φθινοπωρινή νύχτα και κατευθύνθηκα προς το μοναστήρι. Από τότε περιπλανιέμαι σε μέρη του Αγίου Βασιλείου μέχρι σήμερα, βρίσκοντας χαρά και παρηγοριά σε αυτό.


«Ορίστε, φίλε μου, όλο μου το παρελθόν», ολοκλήρωσε την ιστορία του ο περιπλανώμενος. «Περιπλανιέμαι εδώ και δεκαπέντε χρόνια και σε αυτό το διάστημα έχω επισκεφτεί τόσα πολλά μοναστήρια που δεν μπορώ καν να τα μετρήσω όλα. Έχω περπατήσει αρκετές φορές κατά μήκος και στην απέραντη πατρίδα μας, ξεκινώντας από το Σολόφκι και καταλήγοντας στο Ποτσάγιεφ, έχω επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους και τον Άθωνα δύο φορές, και τώρα πηγαίνω στο Κίεβο για πέμπτη φορά...»


- Άρα, έχεις συνηθίσει να περιπλανιέσαι;


- Θα μπορούσες να πεις ναι. Στην αρχή ήταν δύσκολο, αλλά τώρα το έχω συνηθίσει τόσο πολύ που αν τύχει να αρρωστήσω κάπου και πρέπει να ξαπλώσω για δύο ή τρεις μέρες, υποφέρω περισσότερο από το γεγονός ότι δεν μπορώ να κουνηθώ παρά από την ίδια την ασθένεια.


— Αλλά σίγουρα η περιπλάνηση συνδέεται με πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες: κρύο και ζέστη, πείνα και έλλειψη ρούχων, αδυναμία και έλλειψη στέγης;


«Ξέχασες την υπομονή», μου έφερε ταπεινά αντίρρηση ο περιπλανώμενος. — Το Ευαγγέλιο λέει: «Με την υπομονή σας θα σώσετε τις ψυχές σας», και επίσης: «Η βασιλεία του Θεού υφίσταται βία»...


Μιλώντας με αυτόν τον τρόπο, περπατήσαμε περίπου πέντε μίλια, και εγώ άφησα πολύ πίσω τον δρόμο από τον οποίο έπρεπε να στρίψω. Τελικά αποχαιρετηθήκαμε. Σταμάτησα και εκείνος συνέχισε να περπατάει. Με κάθε βήμα η φιγούρα του απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από εμένα. Τον κοίταξα επίμονα μέχρι που τελικά εξαφανίστηκε στις στροφές του δρόμου, πίσω από έναν τοίχο από ψηλή σίκαλη. Ένιωσα λύπη, σαν να είχα αποχαιρετήσει για πάντα κάποιον αγαπημένο και κοντινό μου άνθρωπο.


Και ο ήλιος συνέχισε να λάμπει χαρούμενα και να πλημμυρίζει το χωράφι. Τα πουλιά τραγουδούσαν στον γαλάζιο ουρανό, οι ακρίδες τιτίβιζαν στο γρασίδι, οι μέλισσες ζωντάνευαν στα λουλούδια...


Σιγά σιγά προχωρούσα προς τον στόχο του ταξιδιού μου. Και όλη την ώρα, καθώς πλησίαζα την Κουρασόφκα, όλο μου το είναι ήταν γεμάτο με τη σκέψη του περιπλανώμενου με τον οποίο μόλις είχα αποχαιρετιστεί. Η ασυνήθιστη μοίρα του με εντυπωσίασε πολύ, και το ευλαβικό μου βλέμμα άθελά του άπλωσε τον ουρανό, που τόσο υπέροχα διέπει την ανθρώπινη ζωή.


(L. Bibikova. “Russian Pilgrim”, 1908, No. 37)

Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 39

 



Κόκκινα μήλα

Πριν από πολλά χρόνια, ένας πλούσιος έμπορος ονόματι Ιβάν Ιβάνοβιτς Μιχαήλοφ ζούσε στη Μόσχα. Ο προπάππους και ο παππούς του ήταν ήδη διάσημοι πλούσιοι άνδρες, και αύξησε περαιτέρω τον πλούτο που άφησαν πίσω τους με την ευφυΐα, την ευρηματικότητα, την επιδεξιότητα και την επιχειρηματικότητά του, έτσι ώστε να θεωρείται ένας από τους πλουσιότερους εμπόρους στον κόσμο. Αλλά δεν ήταν μόνο πλούσιος, αλλά και ένας εξαιρετικά θεοσεβούμενος και ελεήμων άνθρωπος. Θα δώσει καταφύγιο σε κάθε φτωχό άνθρωπο και ποτέ δεν θα αρνηθεί σε κανέναν βοήθεια ή μια ευγενική και γλυκιά λέξη. Εκείνη την εποχή ζούσε στη Μόσχα ένας άτυχος ανάπηρος που δεν μπορούσε να βγάλει τίποτα για τον εαυτό του. Χάρη στην καλή καρδιά του Ιβάν Ιβάνοβιτς, είχε τα πάντα: φαγητό, ρούχα και μια ζεστή γωνιά στο σπίτι του ευεργέτη του. Αλλά όπως όλα στον κόσμο τελειώνουν, έτσι ήρθε και το τέλος του Ιβάν Ιβάνοβιτς. Πέθανε και ολόκληρη η περιουσία του πέρασε στα χέρια του γαμπρού του, ενός σκληρόκαρδου και πολύ τσιγκούνη, ο οποίος φερόταν στους φτωχούς πολύ διαφορετικά από τον εκλιπόντα πεθερό του. Έτσι αποδείχθηκε ότι ο καημένος ο ανάπηρος έχασε όλα όσα είχε στο σπίτι του Ιβάν Ιβάνοβιτς, επειδή ο νέος ιδιοκτήτης δεν διέταξε να του επιτραπεί η είσοδος στο σπίτι.


Με καυτά δάκρυα ο ανάπηρος πήγε στον τάφο του ευεργέτη του και, αφού έκλαψε χορτάτα, έσκυψε πάνω του και αποκοιμήθηκε. Αφού αποκοιμήθηκε, είδε σε όνειρο έναν νεκρό που του είπε: «Γιατί κλαις, Στέπαν Ιλίτς;» «Πώς να μην κλάψω», απάντησε, «όταν οι πόρτες του σπιτιού σου είναι ήδη κλειδωμένες για μένα και δεν έχω πού να ακουμπήσω το κεφάλι μου και πού να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου;...» Ο αποθανών αναστέναξε και είπε: «Αν οι πόρτες του σπιτιού μου είναι ήδη κλειδωμένες για σένα, τότε πήγαινε στο τέταρτο κατάστημα στα δεξιά του καταστήματός μου. Εκεί μένει ο έμπορος Νικολάι Σάββιτς Ρίζκιν. Πήγαινε σε αυτόν και πες του: για χάρη μου και για αυτά τα κόκκινα μήλα που ξέρεις, δώσε μου τρεις χιλιάδες ρούβλια - και θα σου τα δώσει, και αυτά τα χρήματα θα είναι αρκετά για να ζήσεις τη ζωή σου, απλώς προσευχήσου για την ψυχή μου». Ο Στεπάν Ιλίτς ξύπνησε και του φάνηκε ότι είδε ζωντανό τον ευεργέτη του. Θυμούμενος καλά τι άκουσε στο όνειρό του, ο σακάτης μας πήγε από τον τάφο του Ιβάν Ιβάνοβιτς κατευθείαν στο μαγαζί του εμπόρου Νικολάι Ρίζκιν. Όταν έφτασε, είδε εκεί μεγάλο πλούτο, πολλοί έμποροι και υπάλληλοι ήταν απασχολημένοι - μερικοί μετρούσαν πολύ ακριβά υλικά με μέτρα, άλλοι μετρούσαν και έπαιρναν χρήματα, και άλλοι έγραφαν χρήματα σε βιβλία. Ο ίδιος ο Νικολάι Σάββιτς καθόταν σε υπερυψωμένο μέρος, παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στο μαγαζί και θαύμαζε πώς μεγάλωνε ο πλούτος του. Ο σακάτης πλησίασε τον έμπορο με φόβο, αλλά ο έμπορος δεν έδειξε καμία υπερηφάνεια, αλλά σηκώθηκε και έδωσε στον ζητιάνο ένα σεντ. Ενθαρρυμένος από την ευγενική μεταχείριση του εμπόρου, ο ανάπηρος του διηγήθηκε όλο το όνειρό του με λεπτομέρειες. Αφού τον άκουσε, ο Νικολάι Σάββιτς Ρίζκιν σηκώθηκε, σταυρώθηκε και είπε: «Θα σου έδινα όχι τρεις, αλλά δέκα χιλιάδες, αν το επιθυμούσε ο αποθανών!» Και διέταξε να καταμετρηθούν αμέσως τρεις χιλιάδες γι' αυτόν. Ο ανάπηρος, που δεν είχε ξαναδεί τέτοιο χρηματικό ποσό και έμεινε έκπληκτος από όλα όσα είχαν συμβεί, έπεσε στα πόδια του εμπόρου και είπε: «Δεν θα πάρω αυτά τα χρήματα μέχρι να μου πεις εσύ, Νικολάι Σάββιτς, τι είναι αυτά τα κόκκινα μήλα για τα οποία δίνεις τόσο χρηματικό ποσό».


«Αν θέλεις να μάθεις», είπε ο έμπορος, «ας πάμε στο διαμέρισμά μου και θα σου τα πω εκεί».


Έφτασαν σε ένα πολύ πλούσια διακοσμημένο διαμέρισμα, όπου όλα έλαμπαν από χρυσό, ασήμι, πολύτιμους λίθους και μετάξι. Αφού υποκλίθηκε στις ιερές εικόνες, ο έμπορος έπιασε τον ανάπηρο από το χέρι, τον οδήγησε στο μπαλκόνι και τον κάθισε σε μια καρέκλα ανάμεσα σε ακριβά φυτά και όμορφα λουλούδια που ανέδιδαν ένα υπέροχο άρωμα, και άρχισε να λέει:


— Έγινε ως εξής. Ο Ιβάν Ιβάνοβιτς ήταν πλούσιος έμπορος, κι εγώ ήμουν πολύ φτωχός άνθρωπος και πουλούσα μήλα. Θα αγόραζα ένα καλάθι με μήλα χονδρικής και θα τα πουλούσα λιανικά για λίγα λεπτά. Αν βγάζω δέκα με δεκαπέντε καπίκια, τότε έχω κάτι να ζήσω, αλλά αν δεν βγάζω τίποτα, τότε πρέπει να ζήσω σε ακραία φτώχεια. Πήγαινα επίσης στο μαγαζί του Ιβάν Ιβάνοβιτς με μήλα, και εκείνος αγόραζε συνεχώς από μένα και με άφηνε να τα πουλήσω, κι έτσι προσπαθούσα να τον επισκέπτομαι όσο πιο συχνά γινόταν. Έπειτα παντρεύτηκε. Κάλεσε πολλούς σημαντικούς και πλούσιους καλεσμένους στο γάμο. Ενώ οι καλεσμένοι διασκέδαζαν, χόρευαν, έτρωγαν, έπιναν, άρχισε να πέφτει δυνατή βροχή, η οποία συνεχίστηκε όλη μέρα, και εξαιτίας της βροχής δεν πούλησα ούτε ένα μήλο. Ήταν ήδη βράδυ και δεν είχα τίποτα να αγοράσω ψωμί. Απελπισμένος, βυθισμένος στη λάσπη μέχρι το γόνατο, περπατούσα από σπίτι σε σπίτι και φώναζα: «Όμορφα, γλυκά μήλα, κόκκινα μήλα, αγοράστε τα, καλοί άνθρωποι!» Ο Ιβάν Ιβάνοβιτς κοίταξε τυχαία έξω από το παράθυρο και, βλέποντάς με παγωμένο και μουσκεμένο μέχρι το κόκκαλο, με λυπήθηκε και έστειλε έναν υπηρέτη να με στείλει στο σπίτι. Δεν τόλμησα να μπω στα πλούσια διακοσμημένα δωμάτια, αλλά βγήκε έξω και μου είπε: «Καημένο Νικολάι, γιατί δεν μένεις σπίτι με τόση βροχή;» «Επειδή πεινάω», ​​απάντησα, «δεν έχω κερδίσει ούτε μια δεκάρα σήμερα». «Περίμενε», μου είπε, και παίρνοντας το βρεγμένο καλάθι μου από πάνω μου, το μετέφερε στους καλεσμένους. Όλοι άρχισαν να ρωτούν τι σήμαινε. Και είπε: «Αγαπητοί μου καλεσμένοι, αγαπητοί αδελφοί, γιορτάζουμε εδώ, και αυτός ο φτωχός άνθρωπος που πουλάει μήλα δεν έχει φάει ούτε ψωμί σήμερα και ζητάει να αγοράσει τα προϊόντα του, γι' αυτό τον λυπήθηκα και τον αγόρασα». — «Και τι πληρώσατε;» — ρώτησε ένας πλούσιος έμπορος. «Εκατό ρούβλια», απάντησε ο Ιβάν Ιβάνοβιτς. «Είναι φθηνό», είπε ο πλούσιος, «θα σου δώσω 300 ρούβλια». Και ένας άλλος είπε: «Δίνω 500 ρούβλια, πρέπει να βοηθήσουμε τους φτωχούς στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού!» Και όλοι άρχισαν να μαλώνουν. Τότε ο Ιβάν Ιβάνοβιτς είπε: «Κύριοι, δεν υπάρχει λόγος να διαφωνείτε, γιατί έχω ήδη αγοράσει τα μήλα και πουλάω το καθένα για 50 ρούβλια!» «Εντάξει», φώναξαν όλοι και άρχισαν να ρίχνουν χρυσάφι στο τραπέζι.


Υπήρχαν 60 μήλα και ο αποθανών μου έφερε 3000 ρούβλια! Για τόσο πλούσιους ανθρώπους δεν ήταν τίποτα να δώσουν 3000 ρούβλια, και συνέχισαν να διασκεδάζουν, αλλά διασκέδαζαν περισσότερο γνωρίζοντας ότι είχαν κάνει κάτι ευάρεστο στον Θεό. Πήρα τα χρήματα με δάκρυα χαράς και πήγα στην εκκλησία για να ευχαριστήσω τον Θεό για μια τόσο απροσδόκητη ευτυχία. Προσευχόμενος στον Θεό, Τον παρακάλεσα να μην με αφήσει να πέσω στην υπερηφάνεια, αλλά να με βοηθήσει να αυξήσω αυτό το κεφάλαιο με έντιμο τρόπο, για τη δόξα και την ευτυχία του εαυτού μου και των πλησίον μου! Έπειτα γύρισα σπίτι, αγόρασα μερικά καλά ρούχα, αγόρασα ένα βιβλίο προσευχής και άλλα βιβλία και άρχισα να μαθαίνω να γράφω και να διαβάζω, και όταν έμαθα, πήγα να σπουδάσω σε έναν έμπορο. Του έδινα τα χρήματά μου για φύλαξη και τον υπάκουα σε όλα. Όσο ζούσε ο Ιβάν Ιβάνοβιτς, ήμουν συνεχώς στο σπίτι του, και από τότε που πέθανε, προσεύχομαι συνεχώς γι' αυτόν, και η μνήμη του έχει γίνει ιερή για μένα. Δέκα χρόνια αργότερα, μετά το περιστατικό με τα κόκκινα μήλα, παντρεύτηκα τη μοναχοκόρη του αφέντη μου και μετά τον θάνατό του ολόκληρη η περιουσία του έγινε δική μου. Και για όλη αυτή την ευτυχία οφείλω μόνο στον Κύριο Θεό και στην καλή καρδιά του Ιβάν Ιβάνοβιτς. Γι' αυτό χαίρομαι που σας δίνω τρεις χιλιάδες και σας εύχομαι ειλικρινά, με το ελαφρύ μου χέρι, να πολλαπλασιαστούν για εσάς όπως πολλαπλασιάστηκαν και για μένα, με το ελαφρύ χέρι του Ιβάν Ιβάνοβιτς. Τώρα θα ξέρεις τι σημασία έχουν τα κόκκινα μήλα στη ζωή μου και γιατί δεν θα φύγουν ποτέ από τη μνήμη μου...


Ποιος μπορεί να περιγράψει τη χαρά του καημένου ανάπηρου στον οποίο ο ύπνος έφερε τόσο μεγάλη ευτυχία;


(«Ο Τιμονιέρης», 1903, αρ. 25)

Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 38

 



Είναι αυτός!!!

Σε ένα από τα περίχωρα της Μόσχας υπήρχε ένα μικρό γκρίζο σπίτι. Το χωματόδρομο, οι ψηλοί, κεκλιμένοι φράχτες που εκτείνονταν μέχρι τα πλάγια, και, τέλος, το ίδιο το σπίτι, με τα κεκλιμένα παντζούρια και την μακριά, άβαφη στέγη, έδειχναν εκείνη την πικρή, επίμονη φτώχεια που φυτρώνει σε αυτό το στενό της μεγάλης πόλης.


Δεν υπάρχει ούτε ένας ήχος τριγύρω. αλλά δεν είναι η σιωπή που έχει ευχάριστη επίδραση στην ψυχή, για παράδειγμα, σε ένα σκιερό δάσος, ένα ζεστό απόγευμα, αλλά η βαριά, καταπιεστική σιωπή που βρίσκεις σε ένα σπίτι όπου όλη η οικογένεια είναι σιωπηλή κάτω από το βάρος της βαριάς θλίψης.


Το ίδιο ήταν και εδώ.


Σε αυτό το μικρό γκρίζο σπίτι ζούσε κάποιος Δ. Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας, ήδη πενήντα χρονών, αλλά ποτέ πριν δεν είχε βρεθεί σε τόσο δύσκολη στιγμή, ποτέ πριν δεν είχε βιώσει τέτοια ανάγκη όπως τώρα που του έπεσε η μοίρα.


Εργατικός από τα νιάτα του, κατάφερε να φτάσει σε ένα επίπεδο όπου η εργασία του τού επέτρεπε να ζει χωρίς να χρειάζεται ποτέ τίποτα. Δεν είχε οικογένεια και ο Δ. δεν έσωζε τίποτα, όπως λένε, για μια βροχερή μέρα, πιστεύοντας ακράδαντα στη δύναμή του.


Αλλά, δυστυχώς, αυτή η μαύρη μέρα έφτασε! Και όπως ακριβώς μια καθαρή μέρα ένα σκοτεινό σύννεφο ρίχνει ξαφνικά μια σκιά και, εκπέμποντας θαμπές βροντές, ρίχνει δυνατή βροχή, έτσι και αυτή η φτώχεια ήρθε ξαφνικά και απροσδόκητα.


Είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι ένα άτομο, εν μέσω μιας σειράς ευτυχισμένων ημερών, εν μέσω ευτυχίας που του χαμογελάει για πολύ καιρό, ξεχνά τον Θεό. έτσι συνέβη και με τον Δ. Και τώρα ο Κύριος, που τον είχε ευλογήσει με το έλεος Του μέχρι τώρα, τώρα τον απομακρύνθηκε... Ο Δ. αρρώστησε πολύ.


Η ασθένεια τον έπιασε σε μια στιγμή που δεν είχε τίποτα και ήταν σχεδόν απελπισμένος. Μόλις που κινούνταν, μετακινήθηκε από το κέντρο της πόλης στα απομακρυσμένα προάστια. και εδώ, ίσως, θα είχε πεθάνει από την πείνα, αν δεν ήταν για έναν παλιό φίλο που τον βοήθησε να τα βγάλει πέρα ​​με κάτι.


Ήταν δύσκολο και οδυνηρό γι' αυτόν. Το να χάσει ξαφνικά την υγεία του, η οποία του είχε δώσει τα πάντα, και να περάσει από μια άνετη ύπαρξη στη φτώχεια ήταν τρομερό.


«Αν είναι δύσκολο», είπε, «να μην έχεις ποτέ τίποτα, τότε το να έχεις και να χάνεις τα πάντα ταυτόχρονα είναι εκατό φορές πιο δύσκολο».


Οι δύσκολες μέρες περνούσαν ασταμάτητα γι' αυτόν. Δεν ήταν συνηθισμένος στη θλίψη, δεν την είχε βιώσει ποτέ, και τώρα ήταν ακόμα πιο δύσκολο γι' αυτόν.


Θυμόταν έντονα όλη του τη ζωή, όλες τις καλές της πτυχές, και αβάσταχτη μελαγχολία και θλίψη ανέβαιναν στο στήθος του. Πώς ήθελε να επιστρέψει στο παρελθόν, να επιστρέψει στις μέρες της χαράς, της διασκέδασης και της ξέγνοιαστης ζωής.


Αλλά όχι - η ασθένεια τον περιόρισε αδυσώπητα στην καρέκλα, επιτρέποντάς του να κουνήσει μόλις το χέρι ή το πόδι του. μόλις που μπορούσε να κάνει δέκα βήματα.


Φρικτά βάσανα παραμόρφωσαν το πρόσωπό του. Τα ασημένια γκρίζα μαλλιά στο κεφάλι του έλαμπαν όλο και περισσότερο. Έτσι πέρασε ένας μήνας, μετά άλλος ένας, και τα βάσανα δεν υποχωρούσαν.


Πικρή και δύσκολη είναι η μοναχική ζωή, ειδικά για έναν άρρωστο!


Μερικές φορές ο παλιός του φίλος ερχόταν σε αυτόν και έφερνε κάποια χρήματα και μερικές προμήθειες. κάθεται μαζί του, μιλάει, τον παρηγορεί, και ο Δ. έχει ήδη δάκρυα στα μάτια του - η ανησυχία του φίλου του αγγίζει την πονεμένη καρδιά του.


Πώς ήθελε να ζήσει ξανά. να ζήσει όχι τη ζωή που του είχε περιέλθει τώρα, αλλά την προηγούμενη ανέμελη, χαρούμενη.


— Δεν θα υπάρξει στ' αλήθεια τέλος σε αυτό;! - είπε μέσα από δάκρυα πόνου.


Αλλά δεν υπήρχε ακόμα τέλος. Συνέχισε να υποφέρει και κραυγές πόνου συνέχισαν να γεμίζουν την εχθρική κατοικία του. Και έτσι από το πρωί μέχρι το βράδυ και από το βράδυ μέχρι το πρωί.


Πέρασε άλλος ένας μήνας, μετά άλλος ένας, μετά ένας τρίτος και τέλος ένας χρόνος. Ο καημένος ο Ντ. μόλις που άντεχε την άθλια ύπαρξή του.


Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Μαΐου.


Η χαρούμενη νεαρή άνοιξη έχει προ πολλού ντύσει τα χωράφια και τα δάση με το σμαραγδένιο πράσινο της. Καλοκαιρινοί επισκέπτες, ξέγνοιαστα πουλιά, την αυγή γεμίζουν τον αέρα με χιλιάδες τριγμούς από τα κουδουνίσματά τους... Ο λαμπερός ήλιος, σαν να χαμογελούσε, έριχνε τις χρυσές ακτίνες του στη γη που ξύπνησε από τον χειμερινό της ύπνο. Όλα γύρω τραγουδούν, χαίρονται και διασκεδάζουν...


Ο Δ. καθόταν δίπλα στο παράθυρο, με βαριές σκέψεις να τριγυρνούν στο κεφάλι του. Θυμήθηκε με πόση χαρά είχε υποδεχτεί το ξύπνημα της φύσης, και τώρα... και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Μακριά, πολύ μακριά τον κουβαλούσαν τα όνειρά του και οι αναμνήσεις του, και περισσότερο από ποτέ ήθελε να ζήσει. Ήθελα να ζωντανέψω με τη φύση και να υποδεχτώ τον καθαρό ήλιο με ένα χαρούμενο χαμόγελο.


Και ο Δ. έκλαψε... Αυτά ήταν τα καυτά δάκρυα ενός απελπιστικά αφανισμένου ανθρώπου.


- Κύριε, ελέησέ με! Μη με στερήσεις, τον αμαρτωλό, από το έλεός Σου! - αναφώνησε, κλαίγοντας όλος...


Σε όλη του τη ζωή σκεφτόταν και θυμόταν τόσο λίγα για τον Θεό που όταν αυτή η καυτή αναφώνηση ξέσπασε από τα βάθη του πονεμένου στήθους του, τρομοκρατήθηκε από την προηγούμενη ζωή του και φοβήθηκε απερίγραπτα για τον εαυτό του. Ήθελε να προσεύχεται και να προσεύχεται ασταμάτητα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο: στο βάθος, μπροστά του, μπορούσε να δει τον χρυσό τρούλο της εκκλησίας, να λάμπει στις ακτίνες του ήλιου. Ο Δ. ήταν τρομερά χαρούμενος. με δάκρυα, αλλά όχι πια από απελπισία, αλλά από ειλικρινή μετάνοια, άρχισε να κάνει τον σταυρό του και να ψιθυρίζει προσευχές. Ξαφνικά ένιωσε φως και χαρά στην ψυχή του μετά από αυτή την προσευχή, και ακόμη και ένα ελαφρύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, στο οποίο δεν ήταν ορατό για πολύ καιρό...


Πέρασαν περίπου πέντε λεπτά.


Ο Δ. καθόταν ακόμα δίπλα στο παράθυρο, κάνοντας πού και πού το σταυρό του. Ξαφνικά παρατήρησε έναν νεαρό περιπλανώμενο να τον πλησιάζει από την άλλη πλευρά του στενού.


Ο Δ. έβαλε αμέσως το χέρι του στην τσέπη του, έβγαλε το τελευταίο χάλκινο νόμισμα που του είχε απομείνει και το έδωσε στον περαστικό.


- Δεν χρειάζεται! — είπε, σπρώχνοντας το χέρι του μακριά. Ο Δ. τον κοίταξε έκπληκτος. Του άρεσε πολύ το πρόσωπό του και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του.


«Αλλά τι χρειάζεσαι;» ρώτησε ο Δ.


- Λοιπόν, σου λέω: πίστεψε στον Θεό, προσευχήσου σε Αυτόν και θα σε σώσει!...


- Πιστεύω! — αναφώνησε ο Δ. δακρυσμένος, — αλλά δεν είμαι άξιος του ελέους Του για τις αμαρτίες μου.


Ο περιπλανώμενος έμεινε σιωπηλός για ένα λεπτό και είπε:


- Υποφέρεις πολύ. Ο Θεός σε λυπήθηκε. Πήγαινε στον άγιο του Θεού Παντελεήμονα και προσευχήσου... προσευχήσου σε αυτόν θερμά!!!


Ο Δ. άκουγε και φαινόταν να μην καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω του. Όταν συνήλθε, δεν υπήρχε κανείς στο παράθυρο.


Πέρασε όλη την ημέρα σε μεγάλο ενθουσιασμό. Το επόμενο πρωί ήρθε σε αυτόν ο φίλος του.


- Τι σου συμβαίνει; Είσαι αγνώριστος! — ρώτησε. Ο Δ. του τα είπε όλα και του ζήτησε να του δείξει τον δρόμο.


Μια ώρα αργότερα έφυγαν από το σπίτι. Ακουμπώντας στο μπράτσο του φίλου του, ο Δ. μόλις που μπορούσε να κουνήσει τα πόδια του. Δεν είχε πάει ποτέ σε παρεκκλήσια και έπρεπε να ρωτάει τους περαστικούς για οδηγίες. Όλοι όμως τον συμπάθησαν, βλέποντας ότι αυτός ο άρρωστος επρόκειτο να προσευχηθεί, και του έδειξαν πρόθυμα τον δρόμο. Περπάτησαν για πολλή ώρα, και μόνο ο Θεός είδε πόσα βάσανα υπέμεινε ο Δ. Κάθε βήμα έφερνε τρομερό πόνο σε όλο του το σώμα, αλλά συνέχιζε να περπατάει, κάνοντας τον σταυρό του στις εκκλησίες που συναντούσε στην πορεία.


Τελικά έφτασαν στο παρεκκλήσι. Πριν μπει μέσα, ο Δ. έκανε τον σταυρό του και μπήκε μέσα με μεγάλο ενθουσιασμό... Δάκρυα έτρεχαν στα μάτια του... Αλλά μόλις πλησίασε την εικόνα, ξαφνικά έγινε τρομερά χλωμός και ψιθύρισε: «Αυτός είναι!». Τότε ξαφνικά ξέσπασε σε καυτά δάκρυα και, πέφτοντας στα γόνατά του, άρχισε να προσεύχεται θερμά, θερμά...


Στην εικόνα της εικόνας είδε το πρόσωπο του περιπλανώμενου που είχε σταθεί χθες στο παράθυρό του.


Προσευχήθηκε για πολλή ώρα και για πολλή ώρα καυτά δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό του. Για πρώτη φορά βίωσε εκείνη την ευδαιμονία που προκαλεί η προσευχή στις ψυχές μας. Δεν ήθελε να φύγει από εδώ, δεν ήθελε να σηκωθεί από τα γόνατά του.


Τελικά σηκώθηκε και, πιάνοντας τον φίλο του από το μπράτσο, βγήκε έξω. Η ψυχή του ήταν φωτεινή και ευλογημένη, και η ακλόνητη πίστη του στο έλεος του Θεού και των αγίων Του τον ζωντάνεψε. ευχαριστημένος!!!


Έχει περάσει μια εβδομάδα. Όλα είναι ακόμα ήσυχα στο σπίτι όπου ζει ο Δ., αλλά ο ίδιος ο ιδιοκτήτης έχει αλλάξει πολύ: σε μια εβδομάδα ανάρρωσε τόσο πολύ που μπορούσε να φύγει από το σπίτι χωρίς εξωτερική βοήθεια και να περπατήσει, απολαμβάνοντας την ανοιξιάτικη φύση και ευχαριστώντας θερμά τον Παντοδύναμο, ο Οποίος τον ελέησε και τον θεράπευσε.


Ένα μήνα αργότερα ήταν απόλυτα υγιής και επέστρεψε στην κανονική του εργασία.


Όλα έγιναν τα ίδια όπως πριν από την ασθένεια, μόνο η ψυχή του ανυψώθηκε και καθαρίστηκε από τις προηγούμενες αμαρτίες της. Ταυτόχρονα, ο Κύριος θεράπευσε την καρδιά του αρρώστου και την άρρωστη συνείδησή του.


Ναι, ο Ελεήμων Κύριος δεν αποστρέφει το πρόσωπό Του από τους άπιστους και τους αμαρτωλούς, αλλά τους βοηθά να μπουν στο δρόμο της αλήθειας. Σε Αυτόν, τον Ύψιστο, είναι αγαπητή η ψυχή που έχει ξυπνήσει από το λάθος, όπως ακριβώς ο άσωτος υιός που επιστρέφει είναι αγαπητός στον πατέρα που τον θεωρούσε χαμένο.


(«Ο Τιμονιέρης», 1903, αρ. 19).

Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 37

 




Σχημα  μοναχός

Τον είδα για πρώτη φορά πριν από πολύ καιρό, στα φοιτητικά μου χρόνια. Εκείνο το καλοκαίρι, η μοίρα με έριξε σε μια από τις απομακρυσμένες γωνιές της απέραντης πατρίδας μας. Έζησα με έναν πλούσιο γαιοκτήμονα, του οποίου τον γιο έδινα μαθήματα. Στον ελεύθερο χρόνο μου, μου άρεσε να περιπλανιέμαι στην περιοχή γύρω από την Μποζεντάροφκα. Αυτό ήταν το όνομα του χωριού όπου έμενα. Αυτά τα περιβάλλοντα ήταν άγρια ​​και ταυτόχρονα μαγευτικά όμορφα: ένα αιωνόβιο, πανύψηλο δάσος γέμιζε το μεγαλύτερο μέρος του χώρου τριγύρω, κάλυπτε τους ψηλούς λόφους που ήταν διάσπαρτοι παντού και μαύριζε μυστηριωδώς στις κοιλότητες και ανάμεσα στους λόφους. Μεγάλα και μικρά χωράφια ήταν φιλόξενα κίτρινα από τις νεοφύτρες, και εκεί, στο βάθος, σαν στον ορίζοντα, ένα αρχαίο μοναστήρι στεκόταν πάνω σε έναν λόφο, με τα τείχη του λευκά, γύρω από το οποίο ελίσσεται ένα ήσυχο ποτάμι από κάτω... Όταν χτύπησαν οι καμπάνες στο μοναστήρι, φαινόταν σαν κάποιος γέρος, ήσυχος και λυπημένος να χτυπούσε σκεπτικά τις παλιές καμπάνες...


Παρατηρώντας τη συνήθειά μου να κάνω μοναχικούς περιπάτους και το ενδιαφέρον με το οποίο ρωτούσα για το μοναστήρι, ο γαιοκτήμονας κάποτε, με ένα ελαφρύ, σχεδόν κοροϊδευτικό χαμόγελο, με συμβούλεψε να πάω εκεί και να συναντήσω τους μοναχούς.


«Αλλά αυτός που σίγουρα σας συμβουλεύω να συναντήσετε», πρόσθεσε σοβαρά, «είναι ο πατέρας Άβελ, ο μοναχός σχήματος». Ένας άνθρωπος με πανεπιστημιακή μόρφωση, επιπλέον, ούτε καν ξένος προς την καθαρή επιστήμη στην εποχή του - και τώρα σχημα μοναχός!.. Λένε πολλά και διάφορα γι' αυτόν, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο, ότι αυτή η προσωπικότητα απέχει πολύ από το συνηθισμένο και είναι πολύ βαθιά... Μόνο που είναι πολύ δύσκολο να τον δει κανείς. Μόλις πρόσφατα κατάφερα να το κάνω αυτό. Μένει σε ένα ασκητήριο, αρκετά μίλια από το μοναστήρι, και η είσοδος στο ασκητήριο απαγορεύεται...


Έδωσα τότε τον λόγο μου να δω τον σχηματικό μοναχό με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και την επόμενη Κυριακή πήγα στο μοναστήρι, αλλά η επιθυμία μου δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί αυτή τη φορά.


- Τι λες, τι λες! — σαν να είχαν κάποια έκπληξη, μου είπαν οι μοναχοί, — την Κυριακή, και ήθελαν να δουν τον πατέρα Άβελ: τώρα, μπροστά σε ένα πλήθος ανθρώπων, σίγουρα δεν θα έφευγε από το ασκητήριο. Θα το κάνατε μια καθημερινή, ακόμα και την πιο απομακρυσμένη μέρα της εβδομάδας, όταν δεν υπάρχει ακάθιστος ή προσευχή...


Αλλά όσο κι αν πήγαινα τις καθημερινές, ακόμα και «τις πιο απομακρυσμένες καθημερινές», δεν μπορούσα να δω τον σχήμα-μοναχό. Ήταν ήδη τέλος Ιουλίου και άρχισα να σκέφτομαι με θλίψη το γεγονός ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να δω τον πατέρα Άβελ.


Και τότε ένα βράδυ, όταν εγώ, έχοντας απομακρυνθεί από την Μποζεντάροφκα, περιπλανιόμουν άσκοπα μέσα στο δάσος, ακούγοντας πώς ο θόρυβος των δέντρων σιγά σιγά κόπαζε και το δάσος γινόταν όλο και πιο ήσυχο, όλο και πιο μυστηριώδες, όχι μακριά μου άκουσα ξαφνικά ένα ήσυχο προσευχητικό τραγούδι. Ξαφνιασμένος, γύρισα. Περίπου τριάντα βήματα μακριά μου, μισοκρυμμένος από δέντρα, ένας γέροντας μοναχός καθόταν πάνω σε ένα κούτσουρο πεύκου. Στα χέρια του, εκτός από ένα μπαστούνι και χάντρες από κομποσχοίνι κρατούσε μια σακούλα με μανιτάρια. Τα μάτια του ήταν στραμμένα μέσα από τη συστάδα των δέντρων, εκεί που ο ήλιος ετοιμαζόταν να στείλει τον τελευταίο του χαιρετισμό στη γη. Τραγούδησε. Σχετικά με τι; Δεν τα κατάφερα, αλλά οι ήσυχοι προσευχητικοί ήχοι του τραγουδιού του έμοιαζαν αόριστα με το ήσυχο χτύπημα των παλαιών καμπανών των μοναστηριών και έμοιαζαν να συγχωνεύονται με τη στοχαστική σιωπή του πεσμένου καλοκαιρινού βραδιού...


Στάθηκα εκεί για πολλή ώρα, μη τολμώντας να διαταράξω την υπέροχη εικόνα. Τα χρώματα στη Δύση ξεθώριαζαν το ένα μετά το άλλο. μια ανάσα φρεσκάδας και υγρασίας ερχόταν από κάπου κάτω. Ο γέρος σώπασε και, προφανώς διαισθανόμενος την παρουσία ενός ξένου, στράφηκε προς το μέρος μου. Είδα βαθιά βυθισμένα, αυστηρά διαπεραστικά μάτια. Στην αρχή σταμάτησαν προς το μέρος μου, όπως φάνηκε, με αυστηρότητα, αλλά μετά - το πρόσεξα αυτό - το βλέμμα του μοναχού έπεσε στο καπέλο του φοιτητή, στο σακάκι της στολής, και κάτι χαρούμενο φάνηκε να φωτίζει τα μάτια του ηλικιωμένου.


— Μένεις κοντά; — με ρώτησε, και από τον τόνο της φωνής του, από την έκφραση που είχε στο πρόσωπο του ηλικιωμένου εκείνη τη στιγμή, ένιωσα ότι ήταν ένας βαθιά μορφωμένος άνθρωπος. Αμέσως κατάλαβα ποιος ήταν.


«Μάλιστα, πάτερ», έσπευσα να απαντήσω πλησιάζοντας την ευλογία, «στην Μποζεντάροφκα... παραδίδω μαθήματα...»


«Α, ναι, ναι, ναι», τον στήριξε στοργικά ο πατέρας Άβελ. Περπατήσαμε δίπλα-δίπλα μέσα στο σκοτεινιασμένο δάσος. Τα πόδια μας περπατούσαν είτε πάνω σε μαλακά βρύα είτε σε ξερά ξύλα που έτριζαν κάτω από τα πόδια μας.


- Και εγώ, πατέρα, ήθελα να σε δω εδώ και πολύ καιρό.


- Γιατί συμβαίνει αυτό; — ρώτησε απροσδόκητα αυστηρά ο γέρος.


«Ήθελα να σου μιλήσω για τη ζωή», είπα.


Προφανώς, επειδή το είπα αυτό απλά και ειλικρινά, ο σχηματικός μοναχός δεν θύμωσε, αλλά, αντίθετα, όταν ήμασταν ήδη κοντά στο ασκητήριό του, με κάλεσε ευγενικά να έρθω στο ασκητήριό του μια από τις επόμενες καθημερινές: πολύ λίγοι έλαβαν τέτοια άδεια...


Μια συγκεκριμένη μέρα επισκέφτηκα τον μοναχό σχήμα και έκτοτε κατάφερα να τον επισκεφτώ πολλές φορές πριν την αναχώρησή μου από την Μποζεντάροφκα. Κατάφερα να ρωτήσω τον γκριζομάλλη, έμπειρο μοναχό για πολλά, πολλά πράγματα. Ένας κόσμος υπέροχων σκέψεων και διαθέσεων ανοίχτηκε μπροστά μου από τις συζητήσεις με τον μοναχό. Και πόσο βαθύς, πόσο απλός, πόσο απερίγραπτα αγνός και διαυγής ήταν αυτός ο κόσμος της ψυχής, αποκομμένος από τους άλλους, κλεισμένος στον εαυτό του!


Η τελευταία μας συζήτηση μου έμεινε ιδιαίτερα αξέχαστη, το βράδυ που, ετοιμαζόμενος να φύγω από τη Μποζεντάροφκα, ήρθα στον πατέρα Άβελ για να τον αποχαιρετήσω. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, η εποχή που όλα στη φύση παγώνουν εν αναμονή του φθινοπώρου και όλα γίνονται τόσο ήσυχα, απαλά, θλιβερά και στοχαστικά. Τα λόγια του γκριζομάλλη μοναχού απέπνεαν επίσης μια ήσυχη, πράη στοχαστική διάθεση. Σε αυτό, για πρώτη φορά, μου αποκάλυψε το παρελθόν του και στράφηκε στην παρελθούσα, ασυνήθιστη ζωή του.


- Άρα, φεύγεις από τα φτωχά μας μέρη για την πρωτεύουσα; — είπε και κοίταξε στο βάθος με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και θαυμασμό.


Ένα πραγματικά μαγευτικό θέαμα ξεδιπλώθηκε μπροστά μας. Ο λόφος στον οποίο βρισκόταν το ασκητήριο φυλασσόταν εκατέρωθεν από δύο λόφους, και από πίσω τους, σαν σε πλαίσιο, μια πλατιά κοιλάδα φαινόταν πολύ πιο κάτω, να εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις προς τον ορίζοντα, εντελώς καλυμμένη με πυκνό δάσος. Στην κοιλάδα επικρατούσε ησυχία, το δάσος δεν θροΐζονταν, και φαινόταν ότι κάποιος σπουδαίος και μυστηριώδης κρυβόταν και περίμενε ή έκανε μια βαθιά σκέψη...


«Υπέροχη σιωπή», είπε ο πατέρας Άβελ με τρεμάμενη φωνή και έκανε τον σταυρό του με θέρμη, «μεγάλη, άγια σιωπή, γιατί μέσα σε αυτήν βρίσκεται ο Θεός!» Ανοίγει τις ψυχές των ανθρώπων, και ο Θεός μέσα σε αυτές, σώζει ανθρώπους… Έσωσε κι εμένα…


Ξαφνιασμένος, ήθελα να κάνω μια ερώτηση στον ερημίτη, αλλά ο ίδιος άρχισε να μιλάει παραπέρα, μιλώντας ήσυχα και σκεπτικά.


- Ναι, έτσι ήταν. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν περιτριγυρισμένα από θόρυβο: θορυβώδη παιχνίδια, συχνές επισκέψεις πολυάριθμων επισκεπτών στον πατέρα μου, γαιοκτήμονα και πρώην αξιωματικό, μακρές συζητήσεις με τους δασκάλους και τους εκπαιδευτικούς μου. Και σε όλη μου τη ζωή εκείνη την εποχή υπήρχε μια γωνιά στην οποία έβρισκα σιωπή και γαλήνη. Αυτό είναι το δωμάτιο της νταντάς, μιας ευσεβούς ηλικιωμένης κυρίας. Μερικές φορές έμπαινα στο μικρό της δωμάτιο, κοίταζα το αναμμένο καντήλι να τρεμοπαίζει, γονάτιζα μπροστά στην εικόνα, και η ψυχή μου γινόταν τόσο ήσυχη και ευχάριστη, που αναδύονταν σκέψεις και συναισθήματα, ακόμα αόριστα, τρυφερά, για πράγματα που δεν είχα σκεφτεί ποτέ στα παιχνίδια ή σε άλλα δωμάτια: για τον Θεό, για την Τελική Κρίση, για τον παράδεισο και την κόλαση... Αργότερα, όταν άρχισα να μεγαλώνω, η ζωή μου έγινε θορυβώδης και αγχωτική. Σύντομα όμως άρχισα να παρατηρώ ότι αυτός ο θόρυβος και η φασαρία με εξαντλούσαν, ότι ζούσα με έναν τρόπο που δεν ήταν αυτό που ήθελα να ζήσω, ότι καταπίεζα κάτι μέσα μου... Όλο και πιο συχνά άρχισα να θυμάμαι το δωμάτιο της νταντάς και άρχισα να με έλκει η σιωπή, έτσι ώστε εκεί, όντας μόνη με τον εαυτό μου, να μπορώ να καταλάβω τον εαυτό μου, να καταλάβω τι ήθελα. Μερικές φορές κατάφερνα να κρυφτώ από τον θόρυβο της ζωής, και μετά, κοιτάζοντας μέσα μου, παρατήρησα ένα παράξενο φαινόμενο: ενώ ήμουν με ανθρώπους, μου φαινόταν ότι αντιπροσώπευα κάτι αναπόσπαστο, αλλά μόλις απομακρυνόμουν από τους ανθρώπους, αμέσως ένιωσα ότι κάτι άλλο ζούσε μέσα μου, κάτι που έπρεπε να εξετάσω, κάτι που έπρεπε να ακούσω... Έτσι, ήδη ψαχουλεύοντας, πήγα στην ψυχή μου, σε εκείνη τη σπίθα της Θεότητας που όλοι ξεχνάμε μέσα μας, σαν να προσπαθούμε σκόπιμα να σβήσουμε... Η μελαγχολία δεν μειώθηκε. Δεν μπορούσα πλέον να ζω στη συνεχή φασαρία και άρχισα να ζω μοναχικά. Μη βρίσκοντας ακόμα τον εαυτό μου, το μονοπάτι μου, αποφάσισα να αφιερωθώ στην επιστημονική εργασία. Η αναζήτηση της αλήθειας, η εξέταση της ουσίας των πραγμάτων με ικανοποίησε εν μέρει, αλλά δεν μπορούσε να με ικανοποιήσει πλήρως, αφού έπρεπε να αναζητήσω την αιώνια, αδιαμφισβήτητη Αλήθεια... Και έτσι, κατά τύχη, έπρεπε να περάσω λίγο χρόνο στο μοναστήρι επικοινωνώντας με μοναχούς πλούσιους σε πνευματική εμπειρία, οι οποίοι αφιερώθηκαν στην στοχαστική ζωή. Άνοιξαν τα μάτια μου στη μελαγχολία μου και κατέστησαν σαφές ότι αυτό ήταν το κάλεσμα της ψυχής να την εξετάσει, το κάλεσμα του Θεού, που αποκαλύπτεται στις ψυχές μας... Άρχισα να αφιερώνομαι στο έργο της στοχασμού, και αυτό που αποκαλύφθηκε τότε στα πνευματικά μου μάτια είναι απερίγραπτο στην ανθρώπινη γλώσσα, γιατί υπήρχαν στιγμές που εγώ, ένας αμαρτωλός, ένιωθα ότι ο Θεός ήταν αόρατα παρών στην ψυχή μου και στεκόταν μπροστά στα πνευματικά μου μάτια... Είναι αδύνατο να το εκφράσω αυτό με λόγια. Ακόμα και τώρα, που το αναφέρω μόνο αυτό, νιώθω ότι τα λόγια μου απέχουν πολύ από την αλήθεια.


Ο πατήρ Άβελ σώπασε και μετά από λίγα λεπτά με αποχαιρέτησε... εφ' όρου ζωής...


Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Έτσι, πέρυσι, η μοίρα με έφερε ξανά στη Μποζεντάροφκα.


Ενθουσιασμένος με αυτή την ευκαιρία, αποφάσισα να δω τον πατέρα Άβελ αμέσως μόλις έφτασα. Φανταστείτε την απογοήτευση και την έκπληξή μου όταν μου είπαν ότι είχα φτάσει ακριβώς την ημέρα της κηδείας του μοναχού σχήματος! Αφήνοντας πίσω μου όλα τα άλλα, κατευθύνθηκα γρήγορα προς το μοναστήρι.


Την πλησίασα τη στιγμή που το φέρετρο του πατέρα Άβελ μεταφέρθηκε τρεις φορές γύρω από την εκκλησία πριν κατέβει στον τάφο. Ένα θλιβερό, απερίγραπτα θλιβερό χτύπημα γέμισε την γύρω περιοχή, και πάλι, όπως και πριν, μου φάνηκε ότι κάποιος γέρος, ήσυχος και λυπημένος χτυπούσε σκεπτικά τις παλιές καμπάνες...


(Ν. Καλεστίνοφ. «Ρώσος Προσκυνητής», 1909, αρ. 31)

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

ΣΚΈΨΟΥ.


Σκέψου πόσο χρόνο σπαταλάς με ανθρώπους που δεν σε καταλαβαίνουν, πόση στοργή σπαταλάς σε ανθρώπους που δεν σε νιώθουν, και για αυτούς τους λίγους που είναι οι αληθινοί σου αδελφοί, βρίσκεις μόνο λίγα λεπτά, λίγα χαμόγελα, λίγα άδεια λόγια. Δίνουμε ό,τι καλύτερο έχουμε μέσα μας σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τα χαρίσματά μας.

- Μίρτσεα Ελιάντε


Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 36

 



Ο αξιοσημείωτος θάνατος μιας χωρικής (Από το ημερολόγιο ενός ιερέα του χωριού)


Πόσο ικανοποιητικό είναι ότι ακόμη και στην εποχή μας, γεμάτη ματαιοδοξία και αμαρτία, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τον Θεό και είναι σαφώς θεόφιλοι! Φαίνονται απαρατήρητοι κατά τη διάρκεια της ζωής τους ανάμεσα στους βαθιά διεφθαρμένους αμαρτωλούς, αλλά μετά από προσεκτική παρατήρηση, στο «τέλος της ζωής τους», ξεχωρίζουν έντονα από το σκοτεινό περιβάλλον των απρόσεκτων ανθρώπων γύρω τους χάρη στο προφανές έλεος του Θεού προς αυτούς. Είναι ακόμη πιο ευχάριστο να βλέπουμε τέτοιους ανθρώπους όχι σε ένα περιβάλλον με υψηλή μόρφωση, όπου η απουσία αγάπης για τον Θεό δεν θα έπρεπε να είναι νοητή, αλλά στο περιβάλλον αμόρφωτων, απλών και, προφανώς, αγενών κατοίκων της υπαίθρου.

Στις 5 Φεβρουαρίου, είχα την ευκαιρία να γίνω μάρτυρας του αξιοσημείωτου θανάτου μιας από τις αγρότισσες της υπαίθρου μας, ονόματι Ιουστινία Ι. Ε., η οποία μου έδωσε βαθιά παρηγοριά και πολλή σκέψη, και μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για το έλεος του Θεού στους αμαρτωλούς, σε όλους όσους αγαπούν τον Θεό περισσότερο από ό,τι στους κοσμοπολίτες. — Τη Δευτέρα της Εβδομάδας του Τυρινής, μετά από σύντομη ασθένεια, πέθανε αυτή η αγρότισσα, η οποία ήταν μια ευσεβής χήρα μετά τον άντρα της για τρία χρόνια. Έχοντας μείνει φτωχή χήρα και χωρίς δικά της παιδιά, έζησε με τους θετούς γιους της σε διαφορετικά σπίτια, υπέμεινε πολλές θλίψεις και προβλήματα, άλλοτε από φτώχεια, άλλοτε από οικογενειακές διχόνοιες και καταπίεση, και έβρισκε τη μόνη της παρηγοριά στον ναό του Θεού, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα να επισκέπτεται τις ημέρες του Αγίου και τον καθοδηγούσε. Σαρακοστή. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αγάπης της για τις εκκλησιαστικές λειτουργίες ήταν ότι πάντα στεκόταν μπροστά σε όλους στον ναό του Θεού μπροστά στο ιερό, προσευχόταν θερμά και άκουγε πάντα με έντονη προσοχή τη θεία λειτουργία και τις ποιμαντικές διδασκαλίες. Πάντα φιλόξενη, στοργική και ειρηνική, όταν συναντούσε έναν ιερέα έσπευδε να λάβει την ευλογία του και έδινε πάντα καλές συμβουλές στους άλλους να αγαπούν έντονα την Εκκλησία του Θεού και να τιμούν τους ιερείς - τους ποιμένες του ποιμνίου του Χριστού. Η αγάπη της για την ιεροσύνη και η απλή, άψογη απλότητά της και η εμπιστοσύνη της εκφράστηκαν μια φορά ακόμη και μπροστά στα μάτια του αρχιερέα, ο οποίος τέλεσε τη Λειτουργία στην εκκλησία μας το 1887. Συνοδεύοντάς τον στο διαμέρισμά του μετά τη λειτουργία, πέρασε μέσα από το πλήθος, εμφανίστηκε ενώπιον του αγίου της Εκκλησίας του Θεού και, ζητώντας την ευλογία της, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να πει: «Τι αγαπητός άνθρωπος είσαι, τι ευχάριστος άνθρωπος είσαι! Πόσο μας παρηγόρησες και μας έκανες χαρούμενους: λοιπόν, και τέλεσες τη λειτουργία για εμάς, τους αμαρτωλούς! Ποτέ δεν είχαμε τέτοια χαρά, και ούτε οι παππούδες μας την είδαν ποτέ... Ο Θεός να σας φυλάει!» και ούτω καθεξής. Φυσικά, τίποτα το ιδιαίτερο δεν είναι αξιοσημείωτο σε τέτοιες σχέσεις μιας αγρότισσας με την Εκκλησία και το ιερατείο... Και δεν θα τις θυμόμασταν σε αυτόν τον κόσμο και, όπως πολλά παρόμοια πράγματα, σύντομα θα είχαν ξεχαστεί, αν δεν είχα γίνει μάρτυρας του χριστιανικού, αναίσχυντου και ειρηνικού θανάτου αυτής της αγρότισσας, που όμοιό του (θάνατο) σπάνια έχω δει στα πολλά χρόνια της ποιμαντικής μου ζωής. Οι εντυπώσεις μου στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης γυναίκας καταγράφηκαν αμέσως στο ποιμενικό μου ημερολόγιο και τις καταγράφω εδώ με κάθε λεπτομέρεια.

Μετά το μεσημεριανό γεύμα, στις 5 Φεβρουαρίου, στις 12 το μεσημέρι, ξάπλωσα, όπως συνήθως, και αποκοιμήθηκα ελαφρά. Ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι στον Άγιο Γεώργιο. Περπατώ γύρω από την Αγία Τράπεζα και τραγουδώ «με τους αγίους αναπαύστε» και ούτω καθεξής. Περπατάω γύρω από την Αγία Τράπεζα τρεις φορές, τραγουδώντας το ίδιο πράγμα, και μόνο αφού περπατήσω την τρίτη φορά, ξυπνάω από τον ήχο της φωνής της γυναίκας μου: με ξυπνάει και λέει ότι κάποιος έχει έρθει να με πάρει στην άρρωστη Ιουστίνα, η οποία με παρακαλεί για κάποιο λόγο να την επισκεφτώ το συντομότερο δυνατό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι είχα ήδη δώσει στην υπομονετική Θεία Κοινωνία και είχα χορηγήσει το Χρίσμα την 1η Φεβρουαρίου, είμαι προβληματισμένος ως προς το τι άλλο χρειάζεται από μένα. Ωστόσο, το όνειρο που μόλις είχα δει με έκανε να σπεύσω στην άρρωστη γυναίκα, και έτσι, παίρνοντας το βιβλίο προσευχών, πήγα στο προσκέφαλό της και ρώτησα τι χρειαζόταν από μένα... Χαρούμενη από την άφιξή μου και ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, αφού μου ζήτησε την αγαπημένη της ευλογία, μου ζήτησε να της διαβάσω την νεκρώσιμη ακολουθία. Μιλάει εύκολα και χαρούμενα, όπως πάντα, η αναπνοή της δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, μόνο με έναν συριγμό, και γι' αυτό τη συμβουλεύω να μην διαβάσω την νεκρώσιμη ακολουθία. «Δεν είμαι μακριά από εδώ», λέει, «θα έρθουν ξανά να με πάρουν αν υπάρχουν εμφανή σημάδια θανάτου».

- Λοιπόν, τι θα έκανες μαζί μου τώρα; Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω και θα ήθελα να μου διαβάσεις τις τελευταίες ιεροτελεστίες.

«Θα σε μαλώσω», λέω, «ας περιμένουμε τουλάχιστον μέχρι το πρωί: όταν δουν ότι πεθαίνεις, θα έρθουν να τρέξουν να με πιάσουν και θα εμφανιστώ σε σένα, ακόμα και τα μεσάνυχτα». Και τώρα σε ευλογώ στο όνομα του Κυρίου.

«Λοιπόν, εντάξει, μην με αφήνεις», είπε η Ιουστινία Ι. μου, η οποία, κρίνοντας από τη συζήτηση, σίγουρα δεν φαινόταν να διατρέχει άμεσο κίνδυνο. Θα είχε επίσης αρνηθεί να ομολογήσει, λέγοντας ότι όλες οι αμαρτίες της είχαν ήδη εξομολογηθεί.

Παρεμπιπτόντως, το αίτημά της να διαβάσει την προσευχή της κηδείας βαθιά και με αγωνία κατέκλυσε την καρδιά μου. Κάθισα στο προσκέφαλο της άρρωστης γυναίκας και σκέφτηκα: «Ποιος ξέρει, ίσως αυτή τη στιγμή να χρειαστεί να διαβάσω την νεκρώσιμη ακολουθία σύμφωνα με την επιθυμία της, και όχι σύμφωνα με την κρίση μου, και δεν θα είναι πολύ αργά αν αναβάλω την νεκρώσιμη ακολουθία για μια άλλη κλήση, και δεν θα αμαρτήσω βαριά ενώπιον του Θεού και ενώπιον της ετοιμοθάνατης γυναίκας αν δεν παρηγορήσω την ψυχή της στη δύσκολη στιγμή του χωρισμού από το αμαρτωλό σώμα της;» Εξέφρασα αυτή τη σκέψη στην οικογένειά της και σε όλους γύρω από το κρεβάτι της και περιμένω τη συμβουλή τους. Μια γυναίκα είπε ότι δεν ήταν μακριά από εδώ - θα είχαμε χρόνο να καλέσουμε έναν ιερέα αν τα πράγματα χειροτέρευαν, αλλά τώρα, όπως φαινόταν, δεν υπήρχε τίποτα επικίνδυνο. — Ο ασθενής λέει ξανά: «Ω, μακάρι να μου διάβαζαν τώρα τις τελευταίες ιεροτελεστίες, τότε δεν θα φοβόμουν τον θάνατο, σίγουρα δεν θα χρειαζόμουν τίποτα καλύτερο».

«Μα η συζήτησή σου, αγαπητή μου», λέω, «είναι τόσο ανάλαφρη και χαρούμενη;»

«Μην το βλέπεις αυτό, πατέρα», είπε η άρρωστη γυναίκα, «με αγχώνει τόσο πολύ: Νομίζω ότι δεν θα ζήσω μέχρι το βράδυ».

«Σε αυτή την περίπτωση, ας μην περιμένουμε άλλο και ας προσευχηθούμε στην Παναγία Θεοτόκο τώρα», είπα, «να παρηγορηθείς, μητέρα!»

— Αυτό θα ήταν υπέροχο! — η ασθενής χάρηκε.

Προσκάλεσα όλους σε προσευχή και άρχισα να διαβάζω τον κανόνα για την αναχώρηση της ψυχής. Η ασθενής άκουγε με βαθιά προσοχή τον κανόνα που διάβαζα και έκανε συνεχώς τον σταυρό της. Έχοντας διαβάσει τον κανόνα, παρόλα αυτά ανέβαλα την τελευταία προσευχή για την αναχώρηση της ψυχής για την επόμενη φορά, λέγοντας στην άρρωστη γι' αυτό και ζητώντας από την οικογένειά της να έρθει να με πάρει αν η άρρωστη αισθανόταν το θνητό της τέλος. Η ασθενής με ευχαρίστησε θερμά που την παρηγόρησα τόσο πολύ και ζήτησε από την οικογένειά της να μου δώσει κάποια χρήματα για τις προσπάθειές μου. Την ευλόγησα και ήθελα να πάω σπίτι.

Μετά από αυτό, ο ασθενής εξέφρασε την επιθυμία να «ξαπλώσει στο πάτωμα - πάνω σε άχυρο». Της ζήτησα να κάνει ό,τι ήθελε και πήγα στο σπίτι μου, γεμάτος πολλές σκέψεις για την ώρα του θανάτου και για την Πρόνοια του Θεού για εμάς τους αμαρτωλούς, χωρίς όμως να φαντάζομαι ότι το Εγώ μου θα μπορούσε να πεθάνει τόσο σύντομα. Αλλά μετά - όχι περισσότερο από μία ώρα αργότερα, τρέχουν ξανά πίσω μου και μου ζητούν να πάω γρήγορα στην ίδια Ιουστινία Α΄: «Υποφέρει, πατέρα, γρήγορα!» — με βιάζουν... Βιάζομαι, μπαίνω στο σπίτι και βλέπω: το Εγώ μου. είναι ήδη ξαπλωμένη στο πάτωμα — στο άχυρο, στην αριστερή της πλευρά, αναπνέει βαριά και ροχαλίζει με κοφτές ανάσες. μάτια κλειστά. Της είπαν ότι είχα έρθει... Χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, καθαρά και με την ίδια φωνή όπως πριν, μόνο με διαλείμματα λόγω συχνής και κοφτής αναπνοής, άρχισε να εκφράζει την εγκάρδια χαρά και ευγνωμοσύνη της που δεν είχα γίνει τεμπέλης - είχα έρθει σε αυτήν. «Σαν άγγελος από τον ουρανό πέταξες σε μένα», είπε, και μετά άρχισε να με ευχαριστεί «για τις υπηρεσίες μου» και τις οδηγίες μου, εκφράζοντας πόσο «αγαπούσε αυτές τις υπηρεσίες και τις οδηγίες, πώς πάντα παρηγοριόταν»... Μιλούσε για πολλή ώρα, και εγώ έμεινα έκθαμβος, ακούγοντας τις εγκάρδιες εκρήξεις της, κατά τις οποίες όλα τα σωματικά της βάσανα στις στιγμές του θανάτου φαινόταν να ξεχνιούνται από την ετοιμοθάνατη γυναίκα, κατά τις οποίες φαινόταν να βασιλεύει ήδη σε έναν αόρατο κόσμο, όπου δεν υπάρχει ούτε θλίψη ούτε στεναγμοί - μόνο παρηγοριά... Η φωνή της προς το τέλος γινόταν όλο και πιο αδύναμη: ο «γενναίος άνδρας» την έπνιγε όλο και πιο σκληρά και δυνατά, αλλά φαινόταν να μην το νιώθει αυτό, συνεχίζοντας να μιλάει για την παρηγοριά της, την οποία βρήκε στην εκκλησία του Θεού. Δεν αμφιβάλλω πια για την ώρα του θανάτου που πλησιάζει για τον άρρωστο μου. Κάλεσα όλους όσους την περιέβαλαν (ένα γεμάτο σπίτι) να προσευχηθούν για την αναχώρηση της ψυχής, γονατιστοί. Η άρρωστη γυναίκα σώπασε, έκανε τον σταυρό της και άκουσε την προσευχή με βαθιά προσοχή, αλλά με τα μάτια της κλειστά. Μετά την προσευχή, άρχισε ξανά να με ευχαριστεί και να μιλάει για την παρηγοριά της... Τελικά, ακόμη και τα λόγια της άρχισαν να διστάζουν: αντί για «παρηγορήθηκε» ή «παρηγοριά», για τελευταία φορά είπε «παρηγορήθηκε... παρηγορήθηκε...» «Δυσκολεύεσαι;» — ρώτησα σε αυτό το σημείο. «Είναι δύσκολο», είπε καθαρά, και μετά άρχισε να λέει ξανά: «εργασία... μονοπάτι», και σώπασε. Αλλά η τελευταία λέξη, «μονοπάτι», ακουγόταν μόνο στα χείλη της: δεν μπορούσε πλέον να την τελειώσει δυνατά, αφού η αναπνοή της γινόταν ακόμη πιο δύσκολη και αργή. Μετά τις λέξεις «τοκετός... μονοπάτι», η άρρωστη γυναίκα ξαφνικά έστρεψε το πρόσωπό της προς τα πάνω (δεν είχε ανοίξει ακόμα τα μάτια της), έκανε τον σταυρό της ευλαβικά και αργά με ένα σταθερό χέρι και - όπως ήταν αξιοσημείωτο - με βαθιά πίστη και ευλάβεια, ούρλιαξε ήσυχα τρεις φορές, έπειτα γύρισε ξανά το κεφάλι της προς τα αριστερά, βάζοντας και τα δύο χέρια από κάτω και ξαφνικά, με τα μάτια και το στόμα της ορθάνοιχτα, κοίταξε την εικόνα της Μητέρας του Θεού - στο ιερό, όπου έκαιγε το καντήλι. Έμοιαζε έτσι χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια της για πέντε λεπτά ή και περισσότερο. Στάθηκα και, ευλογώντας την ετοιμοθάνατη, παρακολούθησα τον θάνατό της με κάποια ανησυχία. Η αναπνοή της άρχισε να σταματά και να παρατείνεται όλο και πιο συχνά και για περισσότερο χρόνο. έπειτα ξαφνικά έσφιξε σφιχτά τα μάτια και τα χείλη της και φάνηκε να δέχεται ή να καταπίνει κάτι πολύ πικρό και δυσάρεστο, και μαζί με αυτό ακούστηκε κάτι σαν ελαφρύ ρέψιμο... ένας άλλος, ελαφρύς και σύντομος αναστεναγμός... και το τέλος.

Αφού ευλόγησα τους νεοαποχωρήσαντες και προσκάλεσα όλους σε μια νέα προσευχή, τέλεσα μια λιτανεία για την ανάπαυση της δούλης του Θεού Ιουστινίας και στη συνέχεια είπα ακούσια: «Όπως αγάπησες, εγώ. εγώ., όπως παρηγορήθηκες, έτσι και με αυτή την παρηγοριά ο Κύριος σου χάρισε να περάσεις στην αιωνιότητα - στον ουρανό στον Ουράνιο Πατέρα, με έναν υπηρέτη της Εκκλησίας του Χριστού, με θυμίαμα και προσευχή για την ευλογημένη ανάπαυσή σου εκεί, όπου υπάρχει αιώνια - αδιάσπαστη και άφατη παρηγοριά».

Ήταν τρεισήμισι η ώρα το απόγευμα όταν άφησα τον εκλιπόντα για το σπίτι μου. Τόσο ήσυχα και ειρηνικά πέθανε η Ιουστινία, σε δύο ώρες - όχι περισσότερο - δεν βρισκόταν σε κανέναν απολύτως θανάσιμο κίνδυνο και στις στιγμές του θανάτου φαινόταν να μην υποφέρει ούτε να πεθαίνει, αλλά μόνο να περνάει από το θνητό σώμα στον αόρατο κόσμο, μιλώντας στους ζωντανούς για την παρηγοριά της μέσω του σωματικού οργάνου της ομιλίας που άφησε στη γη.

Η οικογένεια της εκλιπούσας είπε ότι στις 4, την ημέρα πριν από τον θάνατό της, η ασθενής φαντάστηκε ότι μια γυναίκα ήρθε στο κρεβάτι της, της έδειξε μια εικόνα της Δευτέρας Κρίσης και στη συνέχεια, διπλώνοντάς την, έφυγε. Την ίδια μέρα, η ασθενής εξέφρασε την επιθυμία να «δώσει ελεημοσύνη από ζεστά χέρια» και να μετανιώσει που «δεν έχει τίποτα στα χέρια της». Στις 4, το Ευαγγέλιο διαβάστηκε στη Λειτουργία για την Τελευταία Κρίση, και δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η άρρωστη γυναίκα, που αγαπούσε τόσο πολύ τις εκκλησιαστικές λειτουργίες, συλλογίστηκε στην ψυχή της τι έκανε ο Άγιος. Η εκκλησία στην οποία δεν μπόρεσε να παραστεί λόγω ασθένειας. Δεν είναι άραγε μια οικοδομή για όσους έχουν χορτάσει από τις ευλογίες της γης σε σημείο που να ξεχνούν την ώρα του θανάτου και την κρίση του Θεού στο γαλήνιο τέλος της θεόφιλης ψυχής μιας φτωχής αγρότισσας, η οποία στις στιγμές του θανάτου παρηγοριόταν μόνο από την εκκλησιαστική λειτουργία και δεν ένιωθε κανένα φόβο ή θλίψη για τον χωρισμό από τον κόσμο; Είναι αυτός ο θάνατος ενός αμαρτωλού που δεν αγαπά την Εκκλησία και την ιεροσύνη και απορρίπτει την ανάγκη και τη μεγάλη τους σημασία στο ζήτημα της αιώνιας σωτηρίας και ευδαιμονίας;

(Κυριακάτικη Ανάγνωση, 1860, Αρ. 40)

Παρουσίαση βιβλίου «Κεφάλαια περί αγάπης» του Μαξίμου Ομολογητού με π. Ν. Λουδοβίκο & Χρ. Αραμπατζή.

 

Λουλούδια του παραδείσου από ρωσικό έδαφος. Ιστορίες για Ορθόδοξους ασκητές!!!! 35

 



Ένας υπέροχος φιλάνθρωπος

Αν κάποιος έλεγε ότι στην εποχή μας, όταν η πλειοψηφία είναι γεμάτη με σκέψεις μόνο για το πώς να ζήσει πιο ελεύθερα σε αυτόν τον κόσμο, μπορεί κανείς να συναντήσει ένα άτομο που θα αφιερωνόταν ολοκληρωτικά στη φροντίδα της ευημερίας των άλλων, ξεχνώντας εντελώς τα δικά του συμφέροντα και οφέλη, κανείς δεν θα το πίστευε. Εν τω μεταξύ, αποδεικνύεται ότι τέτοιοι ανιδιοτελείς άνθρωποι μπορούν να βρεθούν ακόμη και τώρα. Είναι αλήθεια ότι σπάνια τα βλέπουμε και δεν ακούγεται τίποτα γι' αυτά. παρ' όλα αυτά, προς τιμήν του αιώνα μας, υπάρχουν, έστω και μόνο ως εξαίρεση, ακόμη και τώρα. Στις 13 Δεκεμβρίου 1889, ένα τέτοιο άτομο θάφτηκε στο Νεκροταφείο Mitrofanievsky στην Αγία Πετρούπολη. Υπήρχαν τόσοι πολλοί πενθούντες στην κηδεία του που ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι έθαβαν έναν απλό χωρικό.


Ο «παππούς Μιχαήλοβιτς» (ο εκλιπών πέθανε σε ηλικία 72 ετών) ήταν γνωστός σε όλους σχεδόν τους φτωχούς της πρωτεύουσας, οι οποίοι συγκεντρώνονταν στις σοφίτες και τα υπόγεια της Αγίας Πετρούπολης. Ο εκλιπών έφτασε εδώ, όπως αποδεικνύεται, πριν από δεκαεπτά χρόνια, ντυμένος με ένα σπιτικό παλτό, με ένα λεπτό σακίδιο στους ώμους του και ένα μπαστούνι στα χέρια του. Στην αρχή, κανείς δεν του έδωσε σημασία, θεωρώντας τον έναν συνηθισμένο περιπλανώμενο, «που ζητιανεύει από τους εμπόρους». Αλλά τότε άρχισαν να παρατηρούν ότι κάποιος περιπλανώμενος περπατούσε συχνά μέσα από τις σοφίτες και τα υπόγεια των σπιτιών που γειτνιάζουν με την πλατεία Sennaya και μοίραζε χρήματα και τρόφιμα στους φτωχούς αρρώστους - πενήντα καπίκια σε μερικούς, είκοσι καπίκια σε άλλους, κ.λπ. Όλοι οι περιπλανώμενοι έμειναν έκπληκτοι. Ο ίδιος είναι ντυμένος με ένα σπιτικό παλτό, με παπούτσια από καστανό ύφασμα, όχι καλύτερος από οποιονδήποτε άλλο ζητιάνο, αλλά δίνει χρήματα στους φτωχούς.


«Πρέπει να φυλάς λίγα για μια βροχερή μέρα, παππού», του έλεγαν μερικές φορές οι ίδιοι φτωχοί άνθρωποι που βοηθούσε.


Αλλά ο «παππούς» ήξερε ένα πράγμα: έμπαινε σιωπηλά σε υπόγεια και σοφίτες, και γενικά σε σπίτια φτωχών, μοίραζε σιωπηλά ό,τι είχε αποθηκεύσει στο σακίδιό του, και έφευγε σιωπηλά.


Για πολύ καιρό οι φτωχοί άνθρωποι δεν γνώριζαν ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης ευεργέτης που τους επισκεπτόταν συχνά. Στην αρχή, υπέθεσαν ότι ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος, ότι δεν είχε πού να βάλει τα χρήματά του... Έλεγαν μάλιστα ότι το έκανε αυτό για να εξιλεωθεί για κάποια αμαρτία που είχε στην ψυχή του. Αλλά τώρα έχει γίνει επιτέλους γνωστό ότι ο ίδιος ο «παππούς Μιχαήλοβιτς» πηγαίνει σε γνωστά εμπορικά σπίτια στην πρωτεύουσα, συλλέγει ελεημοσύνη και δίνει όλα όσα λαμβάνει στους φτωχούς και τους άρρωστους. Ο ίδιος έτρωγε μόνο ψωμί και νερό.


Έτσι πέρασαν δεκαεπτά χρόνια. Η δημοτικότητά του μεταξύ των φτωχών της πρωτεύουσας μεγάλωνε καθημερινά. Οι ντόπιοι έμποροι, έχοντας μάθει για τον τρόπο ζωής του «παππού», το θεώρησαν τιμή τους όταν ήρθε να περάσει τη νύχτα με έναν από αυτούς.


Πριν από μια εβδομάδα κρύωσε με την ζιπουνίσκα του, την οποία φορούσε χειμώνα και καλοκαίρι, και αρρώστησε. Τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Όταν τον έγδυσαν, βρήκαν πάνω στο αδυνατισμένο σώμα του σιδερένιες αλυσίδες που ζύγιζαν ένα ολόκληρο πούντ. Όταν ο γιατρός τον ρώτησε πόσο καιρό φορούσε αυτές τις αλυσίδες, ο «παππούς» απάντησε ότι δεν τις είχε βγάλει για ακριβώς είκοσι πέντε χρόνια. Εφόσον οι αλυσίδες δεν ήταν δεμένες σε γάντζους, αλλά ήταν δεμένες με σιδερένιο κρίκο, έπρεπε να κοπούν με πριόνι, με εντολή του γιατρού. Ο «παππούς» αποδείχθηκε ότι ήταν ένας χωρικός, ο Αλεξάντερ Μιχαήλοφ . Ο Κράινεφ πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 1889 και στις 13 Δεκεμβρίου, παρουσία ενός τεράστιου πλήθους ανθρώπων, που αποτελούνταν κυρίως από φτωχούς και άπορους της πρωτεύουσας, τάφηκε στο νεκροταφείο Μιτροφάνιεφσκι. Οι αλυσίδες και το βαρύ ραβδί του, που ο εκλιπών είχε πάντα μαζί του, φυλάσσονται τώρα στο σκευοφυλάκιο της εκκλησίας του κοιμητηρίου.


(Κυριακάτικη Ανάγνωση 1890, Αρ. 17)

Sinai Monks Expelled: End of a 1700-Year Sacred Legacy!!!

 

Από το Κολοράντο στο Όρος Σινά: Η ιστορία δύο νεαρών Αμερικανών Ορθοδόξων που ζητούν να ενταχθούν στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης.From Colorado to Mount Sinai: The story of two young American Orthodox who seek to join the Monastery of St. Catherine,

 



Μου ζήτησαν βοήθεια την ώρα που στεκόμουν έξω από την πύλη της Μονής Σινά, παρατηρώντας τη σιγή και την ακινησία που είχε απλωθεί παντού. Ήταν δύο νεαροί Αμερικανοί, φανερά ταραγμένοι από την είδηση ότι η Μονή έχει κλείσει τις πόρτες της για το κοινό.

 



Αρχικά οι μοναχοί είχαν ανακοινώσει ότι η Μονή θα παραμείνει κλειστή μέχρι το απόγευμα της Κυριακής (1 Ιουνίου) αλλά τελικά μετά από διαβουλεύσεις, έντονες παρασκηνιακές πιέσεις και εσωτερικές συζητήσεις που διήρκεσαν ώρες, οι μοναχοί αποφάσισαν να άρουν την απόφαση απομόνωσης και να ανοίξουν ξανά τις πύλες του μοναστηριού για τους πιστούς και τους επισκέπτες.

 

«Θέλουμε να μιλήσουμε με κάποιον από τους μοναχούς. Θέλουμε να μείνουμε εδώ, να ενταχθούμε στην κοινότητα», μου είπαν με ειλικρίνεια, σχεδόν με δέος. Ο πρώτος λέγεται Χριστόδουλος Horch, είναι 22 ετών, σκηνοθέτης από το Κολοράντο, Ορθόδοξος Χριστιανός και συμμετέχει σε μια αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή που καταγράφει τη μοναστική ζωή στο Άγιον Όρος, με τη συμμετοχή αρκετών Ελληνοαμερικανών. Έμεινε τρεις μήνες στο Άγιον Όρος και αμέσως μετά ταξίδεψε προς το Σινά, αναζητώντας πνευματική συνέχεια. Όταν έφτασε στη Μονή, δεν γνώριζε τίποτα για τα όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες ημέρες. «Το έμαθα σήμερα. Ήρθα εδώ για να προσευχηθώ, δεν περίμενα τέτοια αναστάτωση», είπε ήρεμα, με εμφανή απογοήτευση.

 

O Χριστόδουλος Horch μιλάει για την ανάγκη του να προσευχηθεί

 

Το ταξίδι του προς την πίστη, όπως εξηγεί, δεν ξεκίνησε από κάποια θεολογική αναζήτηση αλλά από την ανάγκη να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του. «Αναζητώντας γνώση και ταξιδεύοντας, βρήκα τον Θεό. Και μάλιστα τον βρήκα στην Ελλάδα, σ’ ένα ταξίδι μου στη Ρόδο και στην Πάτμο. Η ελληνική φιλοξενία με έφερε πιο κοντά στον Θεό από ό,τι οποιοδήποτε βιβλίο», μας λέει. «Όταν μάλιστα επισκέφθηκα την Πάτμο, ένιωσα μια απίστευτη ενέργεια που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια. Είναι κάτι που σε διαπερνά».

 

Ο George Smith, φοιτητής Οικονομικών εξηγεί γιατί επισκέφτηκε τη Μονή Σινά

 

 

Στο πλευρό του, ο George Smith, 21 ετών, επίσης από το Κολοράντο, φοιτητής Οικονομικών. Το προσωπικό του οδοιπορικό ξεκίνησε από τη Χιλή, συνεχίστηκε στο Κιότο της Ιαπωνίας και το Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Τον Χριστόδουλο τον γνώρισε στο Κάιρο – και όπως λέει, ήταν εκείνος που τον έπεισε να επισκεφθούν τη Μονή του Σινά. «Ήρθα γιατί ένιωσα ότι κάτι με καλεί εδώ. Δεν είμαι βέβαιος για το τι θέλω, αλλά είμαι βέβαιος πως εδώ μπορώ να το ανακαλύψω», σημειώνει.

 

 



Κλείσιμο

Οι δυο τους περιφέρονται σήμερα έξω από την κλειστή πύλη της Μονής, παρατηρώντας τους τοίχους της σιωπής που έχουν υψώσει οι μοναχοί τις τελευταίες ώρες. Η Μονή παραμένει κλειστή για τους πιστούς, καθώς οι μοναχοί επέλεξαν να αποσυρθούν εσωτερικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόφαση αιγυπτιακού δικαστηρίου να δημεύσει την ακίνητη περιουσία της Μονής, προκαλώντας αβεβαιότητα και θλίψη στη μοναστική κοινότητα.

 

«Δεν θέλουμε να ενοχλήσουμε», μου λέει ο Χριστόδουλος. «Μόνο να μιλήσουμε με κάποιον. Να καταλάβουμε. Να προσευχηθούμε μαζί τους». Η επιθυμία τους να ενταχθούν στη Μονή – ακόμα κι αν δεν είναι άμεσα εφικτή – αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη ανάγκη που νιώθουν πολλοί νέοι σήμερα: να αποσυρθούν από τον θόρυβο του κόσμου και να βρουν αλήθεια εκεί όπου δεν υπάρχουν ούτε φώτα, ούτε θόρυβοι, ούτε εικόνες – παρά μόνο πίστη, σιωπή και προσευχή.

 

Τόσο ο Χριστόδουλος όσο και ο George καταδικάζουν ανοιχτά την απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου, χαρακτηρίζοντάς την άδικη και προσβλητική για την ιστορική σημασία και την πνευματική αποστολή της Μονής. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι σε δηλώσεις τους στο βίντεο που ακολουθεί, τέτοιες κινήσεις όχι μόνο προκαλούν ανασφάλεια, αλλά και πλήττουν τον πυρήνα της ορθόδοξης ζωής που για αιώνες ανθίζει στο Σινά.

https://www.protothema.gr/greece/article/1647961/apo-to-kolorado-sto-oros-sina-gia-na-proskunisoun-i-istoria-duo-nearon-amerikanon-orthodoxon/





Εγκαίνια του νέου Ναού του Αγίου Ευμενίου του Νέου!!!

 

"Watoto wachanga wanatabasamu kama watakatifu pekee wanajua kusali ..."

ΤΆ ΠΑΙΔΙΆ.



«Τα παιδιά είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας δίνει ο Θεός και ως γονείς έχουμε ιερό καθήκον να τα μεγαλώσουμε με φόβο και αγάπη Κυρίου. Η ημέρα τους δεν είναι απλώς μια γιορτή, αλλά ένα κάλεσμα για όλους μας να επιστρέψουμε στην απλότητα, την αγνότητα και την ανόθευτη πίστη τους. Ας τα διδάξουμε να προσεύχονται και να αγαπούν, γιατί με αυτόν τον τρόπο τους χτίζουμε μια σταθερή βάση για ολόκληρη τη ζωή τους.»
— Πατέρας Πίμεν Βλαντ

Ο ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ εχει 3 θρησκείες!!!!


Ο ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ εχει 3 θρησκείες 🔔🔔🔔



         ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΕΣ;



Μία ,την οποία ομολογούμε ,αλλα δεν την εφαρμόζουμε,την Χριστιανική.⛪


Δευτερη ,αυτή  που δεν την ομολογούμε, αλλα την εφαρμόζουμε...της αμαρτίας.👙


Και


Τρίτη, εκείνη που και την ομολογούμε και την εφαρμόζουμε ,που είναι η κοιλιά μας.🍕🌮🍝🍛🎂🥂


-Απο την σοφια του λαού-