Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

ΛΑΧΤΑΡΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ 2001

Ιδού, έρχομαι ταχύ. Αμήν ναι έρχου, Κύριε Ιησού.
(Άποκ. κβ' 12, 20)
Ομιλία του Πατρός Δαμάσκηνου προς τάς αδελφάς της Ί. Μ. Αγ. Ιωάννου, την 23ην Αυγούστου 1984.
Ό θείος λόγος του Ευαγγελίου, ο όποιος εξέρχεται από τον άμβωνα της Εκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα αληθείας και θεο­γνωσίας. Ή μελέτη του θείου λόγου να είναι ή τρυφή και ή τροφή της ζωής μας.
Εγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Ευαγ­γέλιο για να εισχώρηση μέσα μου ο Κύριος. Με το Ευαγγέλιο γίνεται ή αλληλοπεριχώρησις του ημαγμένου Αμνού και της ψυχής μας. Όλοι οι άνθρωποι κληθήκαμε ν' αγιάσουμε. Να γίνομαι ευωδία Χριστού. Σκοπός μας είναι να ανταποκριθούμε στην κλήσι του Θεού και να γίνομαι φως. Με την τήρηση του Ευαγγε­λίου να γίνομαι λόγος του Θεού.
Μέσα στην Εκκλησία, λοιπόν, αρπάζει ο ένας τον θείο λόγο και πηγαίνει εις τάς έρη­μους, για να πραγμάτωση το Ευαγγέλιο. Ό άλλος το αρπάζει και πηγαίνει στην Αφρική, στην Ασία κ.λπ. να φώτιση τους ανθρώπους ως ιεραπόστολος. Ό άλλος παίρνει τον θείο σπόρο και τον καλλιεργεί μέσα στην κοινωνία ως επίσκοπος, ως ιερεύς, ως οικογενειάρχης και κάνει έργο του την σπορά του θείου λό­γου. Εμείς πήραμε το Ευαγγέλιο από την Ά­για Τράπεζα ο καθένας και ήλθαμε στο μονα­στήρι, για να δοξάσομε τον Θεό με την τήρηση των εντολών Του.
Κάθε μοναστήρι είναι ένα πέραμα, ένα φεριμπότ, πού θα μας πέραση απέναντι, στην ό­χθη του ουρανού. Σήμερα αυτό με απασχόλησε εμένα αυτό ακριβώς το ταξίδι. Πρέπει να σπάσουμε τον φραγμό του θανάτου με την επιθυμία της αιωνίου ζωής. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θα μπορέσομε το μήνυμα του θανάτου να το περιμένουμε ως την πλέον ευχάριστη αγγε­λία. Προχθές αναφέραμε μερικές θείες αποκα­λύψεις, πού είχε ο Μητροπολίτης Έ. στις τελευταίες του στιγμές. και χάρηκε ή ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος, ο αγαπήσας τον Θεό, δέχεται τέτοιες αποκαλύψεις στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Ό Κύ­ριος του παρουσιάζει ήδη από την παρούσα ζωή τι απολαύσεις τον αναμένουν στην πανη­γύρι των πρωτοτόκων, εκεί πού βασιλεύει το φως, το άκτιστο φως, το γλυκύτατο ως ή χιών.
Ή ζωή του ουρανού είναι φως, γλυκύτατο, λευκότατο. Επιθυμώ αυτήν την λευκότατη, την χιονάτη ζωή της βασιλείας του Θεού. Για­τί δεν υπάρχει πιο ευχάριστο γεγονός από αυ­τήν την διάβασι στην αντίπερα όχθη. Εάν νοσταλγούμε να μεταβούμε σε μια παραλία, π.χ. στην Κέρκυρα ή στον Άγιο Διονύσιο, οπού θα αντικρίσομε γήινες ομορφιές, πού παρό­μοιες έχομε ήδη απολαύσει, σκεφθείτε πώς πρέπει να νοσταλγούμε αυτό το πέραμα στην άλλη ζωή, στο αιώνιο Φως. Μέσα στο μονα­στήρι γίνεται αυτή ή ετοιμασία για την μετάβαση στην ουράνια όχθη της βασιλείας του Θεού. και αν από τώρα γνωρισθούμε για τα καλά με τον άνω κόσμο, θα έχουμε μία καλή συνοδεία φίλων 'Αγίων κατά την έξοδο μας.
Με πόση ευχαρίστηση πρέπει να αναμένουμε τον θάνατο! Να μην τον αντικρίζουμε ως μάχαιρα πού θα μας κόψη από την ζωή, αλλά σαν φωτεινή πύλη, πού θα μας εισαγάγει στην αιωνιότητα. Αυτή ήταν ή σκέψης μου έμενα σήμερα. Άλλωστε, έχομε πει πολλές φορές ότι πρέπει να κάνομε τον θάνατο ευχάριστο. Να μην τον αντιμετωπίζουμε με φόβο. Άπαξ και ο Χριστός εσταυρώθη και ανέστη, κατελύθη ή ισχύς του θανάτου, εσπάσθησαν τα κλείθρα του άδου. Ή θύρα ηνοίχθη και ελευθέρως πλέον κάθε πιστός ημπορεί να εισέλθει στην αιώνια μακαριότητα.
-τι είναι όμως αυτό πού θα μας κάνη να επιθυμήσουμε τον θάνατο;
-Ή φλόγα της δροσερής αγάπης προς τον Θεό ανάβει την δίψα της αιωνίου ζωής.
«Αγαπήσατε τον Θεό και ευρήσετε χάριν αιώνιων... και ανάπαυσιν μετά πάντων των α­γίων», λέγει ο υμνωδός (Ακολουθία 'Αγ. Α­ντωνίου, δοξαστικό της Λιτής).
Εάν ή καρδιά μας φλέγεται από θείον ε­ρωτά, ο Κύριος θα ανταποκριθεί αμέσως στην αγάπη πού θα του προσφέρομαι εμείς και θα μας χαρίσει την αιώνιο ατενίσει της θεϊκής Του μορφής.
Θα μου πείτε: «Καλά το συζητάμε τώρα αυτό το θέμα. 'Αλλά μόλις φθάσομε στην ώρα του θανάτου, αμέσως μας καταλαμβάνει ένας φόβος». Πράγματι έτσι λέει ή πείρα της ζωής. Ό πιστός όμως δεν συναντά αυτή την δειλία. και σκεπτόμουν σήμερα πώς θα νιώθουν αυτοί οι πιστοί, οι μεγάλοι αγωνισταί, πού ο Κύ­ριος τους πληροφορεί -είτε ο Ίδιος, είτε δια της Θεοτόκου είτε δια των Αγίων Του- ότι «εντός ολίγου θα σε πάρω». σκεφθείτε τι θα αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην ψυχή τους! τι άγαλλίασις θα πληρώνει την ύπαρξη τους, όταν θα ετοιμάζονται να μετα­βούν προς την αιωνιότητα! Αυτήν την μεγάλη δωρεά ο Θεός δεν την παρέχει μόνο σε ωρισμένους, αλλά σε όλους εκείνους πού την επι­θυμούν. και έλεγα σήμερα μόνος μου: «Άραγε είναι δύσκολο ή χάρις του Θεού να μας αξιώσει και μας να φθάσουμε στην ευχάριστη αυτή στιγμή και να ακούσουμε την ευφρόσυνη αγγελία;»
Λέμε ότι αγαπήσαμε τον Θεό... τι είναι ή α­γάπη του Θεού; Χαρά και άγαλλίασις! Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν, όταν φθάνει ο θάνατος, να μας καταλαμβάνει δυστυχία και σκότος, α­φού ή αγάπη του Θεού είναι φως και αιωνιότης και ειρήνη άφραστος; Αυτό το θέμα του θανάτου δεν το έχουμε πολυκαλλιεργήσει μέσα μας και δεν φθάσαμε ακόμη στο σημείο να έχουμε πλήρη την συνείδησι της αθανάτου ζωής και την πληροφορία της αιωνιότητας. Το πι­στεύομε, το ξέρομε όλοι, αλλά δεν το αναμένουμε ως ένα γεγονός ευχάριστο, ενώ γι' αυτό φύγαμε από τον κόσμο' για να φθάσουμε σ' αυ­τή την ευφρόσυνο στιγμή, ν' αναχωρήσουμε α­πό τον παρόντα αιώνα προς το μέλλοντα, προς την αιωνιότητα.
«Αγαπήσατε τον Θεό»! Πώς τον αγαπάμε τον Θεό; Μόνο με τα λόγια; Είναι δυνατόν να λέει ένας άνθρωπος «Αγαπώ τον Θεό» και τα έργα του να είναι ανάποδα, αντίθετα από τον θείο νόμο; Είναι δυνατόν να μη πραγματώνει το Ευαγγέλιο; Όταν λέμε ότι πήραμε στα χέ­ρια μας το Ευαγγέλιο και υποσχεθήκαμε ότι θα το πραγματώσομε, τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Σημαίνει ότι θα ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού" θα τηρήσουμε το Ευαγγέλιο, και θα το εναποθέσουμε πάλι στην αγία Τράπεζα της ορθοδόξου Εκκλησίας, ο­μολογώντας ότι μείναμε «πιστοί άχρι θανά­του», με τους λόγους: «Τον δρόμο τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα' λοιπόν απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, όν αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ήμερα, ο δίκαιος κριτής» (Β' Τιμ. δ', 7-8). Είθε να αξιωθεί ή ψυχή μας να πει αυτόν τον λόγο προς τον Θεό, προς την α­γάπη του Θεού.
Ό,τι και να κάνουμε, όσο και να προσπαθήσουμε και να αγωνισθούμε, εάν δεν προσα­νατολισθούμε προς την αιώνιο ζωή και την ανέσπερη βασιλεία, νομίζω ότι μέσα μας δεν θα έχουμε την πληροφορία της σωτηρίας. Όταν τηρώ τάς εντολάς, ή συνείδησης μου είναι α­ναπαυμένη απέναντι του Θεού. Άλλα για να πετύχουμε την τελεία ανάπαυση, είναι απαραί­τητη και ή καλλιέργεια της προσδοκίας της α­ναχωρήσεως μας και ή δίψα αυτής της στιγ­μής του θανάτου.
Είδατε; Μόλις ακούμε την λέξη «θάνατος», μας πιάνει φόβος. Πρέπει όλοι όμως να έχομε δίψα θανάτου ιδιαίτερα οι μοναχοί, αλλά και κάθε χριστιανός. Να διψάμε αυτήν την ώρα της μεταβάσεως μας στα ουράνια σκηνώματα. Αυτήν την δίψα είχαν όλοι οι Άγιοι της Εκ­κλησίας μας και αυτήν έχουν και οι σημερινοί άγιοι και ειδικότερα οι Αγιορείτες. Άλλα και οι πιστοί στον κόσμο και οι εργάται του Ευαγγελίου και οι ιεραπόστολοι, με αυτήν την δίψα του θανάτου πραγματώνουν τον θείο λόγο και τελούν τα έργα της πίστεως με­τακινούν ακόμη και όρη. και εμείς, λοιπόν, δια της πίστεως να μετακινήσουμε την ψυχή μας. και από τον Άδη να την ανεβάσουμε στην βασιλεία του Θεού.
Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας ανοίγει φωτεινούς ορίζοντας πίστεως και αγάπης προς Αυτόν. Ή πίστης δεν είναι απλό πράγμα ούτε ο άνθρωπος, πού είναι εικόνα του Θεού. Ό άνθρωπος έχει άπειρες διαστάσεις. Επειδή επλάσθη «κατ' εικόνα» Θεού, κατευθύνεται προς το άπειρο, προς την άνω Ιερουσαλήμ. Όταν λέω «κατευθύνομαι προς τον άπειρο», σημαίνει σκέπτομαι τον άπειρο Θεό και την μετάβαση μου στην αιωνιότητα.
Άλλα πώς θα αγαπήσω τον Θεό; πώς θα ανοίξω την ψυχή μου προς Αυτόν και πώς θα διαθέσω όλη μου την ύπαρξη στην αγάπη Του; Υπάρχουν πολλοί τρόποι της αγάπης του Θεού. και όταν ο άνθρωπος είναι διατεθειμένος να θυσιάζεται για τον Θεό, δεν κάνει και α­μαρτίες. Έτσι δεν είναι, παιδιά; Προσέχει τον λόγο του, προσέχει τις σκέψεις του, τις διαθέσεις του.
Με την αγάπη του Θεού ανοίγει ο ορίζων της ψυχής αμέσως και ο άνθρωπος γίνεται διάπλατος. Ή ύπαρξης του αμέσως ευρύνεται, γιατί τείνει προς τον άπειρο Θεό και την αιώνιο ζωή. Αυτόν τον άπειρο Θεό αγαπή­σαμε και ξεκινήσαμε να Τον συναντήσουμε. Γι' αυτό μας αναπαύει ή ησυχία και ή ερημιά. Δεν μας αναπαύει ο κόσμος και τα του κό­σμου, παρά μόνον ή ησυχία και ή ερημιά. και επιθυμούμε να βασιλεύει στην ψυχή μας ή ει­ρήνη του Θεού και ή αγάπη του Θεού.
Όταν λέγω «αγαπώ τον Θεό», ή καρδία μου πλαισιώνεται αμέσως με ευλογία. Ό Θεός - όπως έχομε συζητήσει πολλές φορές - είναι «ζηλότυπος» για κάθε ψυχή. Την θέλει όλη δι­κή Του. Θέλει δηλαδή να την δοξάσει, θέλει να την γέμιση με την χάρη Του. Ό Θεός δεν έ­χει ανάγκη της ιδικής μας αγάπης. Άλλα επειδή ο ίδιος έχει άπειρον αγάπη και απερινόητον, θέλει την ψυχή μας ολόκληρη κοντά Του. Εάν εμείς τολμάμε να λέμε ότι αγαπήσαμε τον Θεό, αντιλαμβάνεσθε ποία είναι ή αγάπη του Θεού προς ημάς! Γι' αυτό πρέπει ή σκέψης μας να είναι όλη την ήμερα προσηλωμένη στον Θεό. Ούτε τρίχα να μην κάνομε πέρα α­πό την δική Του αγάπη. Ουδεμία ματιά να ρίχνουμε προς τον κόσμο' ούτε αριστερά, ούτε δεξιά. Μόνο το πρόσωπο του Κυρίου να μας ελκύει. Το βλέμμα μας να ατενίζει διαρκώς την αντίπερα όχθη. Να αναμένουμε την ευχάριστο διάβαση όχι τον θάνατο του αφανισμού και του σκότους, αλλά την διάβαση προς το φως το ανέσπερο, προς το άκτιστο φως, το αιώνιο φως, την λαμπρά δόξα του Θεού και την άφατο λαμπρότητα της βασιλείας Του. Με τους οφθαλμούς της ψυχής μας να έχουμε «συνόρασι» μετά του θείου οφθαλμού. Να θέτουμε τον εαυτό μας εις τον θείον οφθαλμό και εκεί να αναπαυώμεθα. Τότε θα είμεθα ε­λεύθεροι για τα ανοίγματα εις τον ορίζοντα της αίωνιότητος.
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας περιέχουν τις ευχές των Πατέρων, πού εκφράζουν όλα τα αιτήματα της ψυχής μας. Άλλα έχομε και εμείς μια δική μας γλώσσα ο καθένας, με την οποία αναφέρομε τα μυστικά μας προς τον Θεό. Θέλομε να ομιλήσομε με τον πιστό μας Φίλο. Έτσι δεν είναι; Το θέμα της διαβάσεως μας είναι ένα μυστικό της ζωής. και θέλω να το συζητήσω από κοντά με τον Θεό, για να μου ετοιμάσει την εκδημία. Άπαξ και αναμένω αυτό το Πάσχα της ψυχής μου, δεν θα πρέπει να έχω ουδεμία ανάπαυση μέχρις ότου μι­λήσω από κοντά με τον Θεό, για να τακτοποί­ηση μέσα μου αυτήν την επιθυμία, αυτήν την λαχτάρα -να το πούμε έτσι-.
Μη με παρεξηγήσετε πού λέγω «λαχτάρα» για τον θάνατο. Λαχταρώ την μετάβαση στον ουράνιο κόσμο. Έτσι είναι! Γιατί εμείς, πού πιστεύομε εις τον Θεό και ασχολούμεθα με την αγάπη του Θεού, ήλθαμε εδώ πέρα ακρι­βώς γι' αυτό το ταξίδι. Μας αναμένει ο Θεός, ή ζωή, ή αιωνιότης, ή μακαριότης! Δεν πρέπει να έχουμε ουδένα δισταγμό για τον θάνατο, αλλά μια ευχάριστη αναμονή, μία λαχτάρα πότε θα έλθει. Ό θάνατος δεν μας ξενίζει κα­θόλου. Είναι για μας μία εορτή. Είναι ή εορτή της μεταβάσεως του ανθρώπου εις τον ουρανό. Γι' αυτό και εορτάζαμε τους Άγιους την ή­μερα της εκδημία τους. Είδατε, ο Μέγας Βα­σίλειος 49 ετών πέθανε. Παλικάρι πέθανε. Όμως δεν τον ενδιέφερε τίποτε. Είχε ετοιμά­σει το εισιτήριο του. Μπήκε μέσα στο φερι-μπότ και πέρασε απέναντι, στην όχθη την ου­ράνιο.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να φεύγει ποτέ από το μυαλό μας ότι θα πεθάνουμε. Όχι απλώς έχω φόβο, επειδή θα πεθάνω. Ούτε, επειδή θα πε­θάνω, προσέχω να μην αμαρτήσω. Όχι τέτοια πράγματα! Να ετοιμασθώ καλύτερα, ν' αγα­πήσω την διάβαση, γιατί αγαπώ τον Θεό! Θέ­λω να πάω να Τον δω. Πώς το λένε; Θέλω να Τον δω! Ό Απόστολος Παύλος έλεγε «επιθυμία έχω αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α' 23). Ήθελε να Τον Ίδή, τέλος πά­ντων, και να Του ομιλήσει πρόσωπον προς Πρόσωπον.
Διότι, εάν είμαστε ξεροί μοναχοί και όχι μουσκεμένοι με τα δάκρυα της αγάπης και της ευχαριστίας, αν δεν είμαστε δοσμένοι στον θείο ερωτά, εάν δεν είμαστε οι ψυχές οι ερώσες τον Νυμφίο Χριστό, τι ήρθαμε να κάνομε εδώ πέρα; Να κακομοιριάσωμε; -Όχι! Να είμαστε οι ζωντανοί άνθρωποι, οι αγρυπνούντες; οι «λαχταρισταί» της διαβάσεως. Τότε πάνε περίπατο και τα ενδιαφέροντα του κό­σμου και οι μέριμνες του κόσμου και οι επιθυ­μίες του κόσμου. Όταν είμαστε προσηλωμένοι μόνο στην αγάπη του Θεού, τότε είμαστε ενω­μένοι και όλοι μαζί μεταξύ μας. Να μας καίη αύτη ή αγάπη του Θεού και αυτός ο ερωτάς της μεταβάσεως στην έπαυλη του Παμβασιλέως Χριστού!
Έχω έρωτα γι' αυτό το ταξίδι! Επιθυμώ να πάω εκεί πέρα! Εάν τόσο επιθυμούμε να πάμε να προσκυνήσουμε έναν άγιο τόπο, σκεφθείτε πόσο περισσότερο πρέπει να έχουμε αυ­τή τη λαχτάρα για το αιώνιο ταξίδι, πού θα μας φέρει στην αγία Ιερουσαλήμ, ή οποία «ου χρείαν έχει τον ηλίου ουδέ της σελήνης' η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν και ο λύ­χνος αυτής το Άρνίον», όπως γράφει ή Αποκάλυψις (Άποκ. κα' 23). Αυτή ή δόξα μας α­ναμένει.
Πρέπει, λοιπόν, να είμεθα πάντοτε έτοι­μοι, ώστε ο θάνατος να μη μας ξενίσει ούτε να μας φοβίσει. Αντιθέτως να επιθυμούμε την εκδημία από εδώ και την ενδημία εκεί. Να μας απασχολεί ο ωραίος «μετεωρισμός».
Εδώ είμεθα, αλλά στον ουρανό ευρισκόμεθα νοητός. Να επιθυμήσομε τον ζωφόρο θάνατο. Αυτός ο θάνατος είναι ζωή. Συνεχώς να με απασχολεί πώς θα κάνω την ώρα του θανάτου, την ή­μερα της κλήσεως του Κυρίου, ήμερα χαράς και εορτής! Την έξοδο μας να την θεωρούμε το μεγαλύτερο πανηγύρι, την πιο χαρμόσυνη ήμερα, επειδή θα μεταβούμε εις την αγάπη του Θεού! Όχι να λυπηθώ, επειδή θα πεθάνω, άλλ' αντιθέτως να χαρώ και να πω: «Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός, πού με κάλεσες να φύγω!».
Είναι μια εργασία πολύ λεπτή αύτή' να μπορέσουμε αυτή την κρίσιμη στιγμή να πού­με: «Δόξα Σοι ο Θεός, πού με κάλεσες να φύ­γω από τον παρόντα κόσμο, για να ατενίζω την δόξα του προσώπου Σου στην αιωνιότη­τα!».
Άλλα χρειάζεται μεγάλη προσοχή αυτή ή εργασία, ταπεινοφροσύνη μεγάλη και αγάπη πολλή προς τους εχθρούς. Χωρίς αυτή την α­γάπη δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Αυτό είναι το διαβατήριο για το αιώνιο ταξίδι.
'Ας έχομε βεβαία την εμπιστοσύνη εις το έλεος του Θεού. Θα μας ελεήσει ο Κύριος. Ή ήμερα του θανάτου δεν είναι υπόθεσης απελ­πισίας και απογοητεύσεως, πού εμποδίζει την ελπίδα εις το έλεος του Θεού. Θα μας ελεήσει ο Θεός. Παρ' όλη την άναξιότητά μας, θα μας ελεήσει ο Θεός! Να έχομε βεβαία την ελπίδα και την πεποίθηση στο έλεος του ουρανίου Πατρός και να σκεπτώμεθα την συνάντηση με­τά του Κυρίου. «Πότε θα έλθω, Κύριε, κοντά Σου; Πότε θα Σε Ιδώ; Πότε το Πρόσωπο Σου διηνεκώς θα ευφραίνει την ψυχή μου;»
'Ας δουλέψουμε, λοιπόν, το πέραν του τά­φου... 'Αν είναι ο νους μου συνεχώς στον Θεό, δεν αμαρτάνω και θα μπορέσω να σπάσω αυτή την πύλη του θανάτου, ώστε να είναι ανοικτή σε μένα από την παρούσα ζωή. Να στέκομαι στην ακτή της παρούσης ζωής και εκεί να έχω στημένο το εκτοξευτήριο, άπ' οπού θα πετάξω πλέον με χαρά στην ατελεύτητη μακαριότητα... Γιατί θα φύγομε από τον βίο απότομα... Μας αναμένει ο Κύριος... Μας αναμένει...
Μας αναμένει.... Αυτός είναι ή ανεκλάλητη χαρά, ή αιώνιος Ζωή, ή καυστική γλυκύτης, ή τρισήλιος δόξα! Ευχηθείτε στον Θεό να μου δώσει χριστιανά τα τέλη· να πεθάνω όρθιος και να με αξίωση να πεθάνω για την αγά­πη Του.
Ό θάνατος είναι ελευθερία! Να έχουμε ευ­φροσύνη όταν σκεπτούμεθα τον θάνατο. Αυτό θα βοηθήσει εμάς προσωπικά, αλλά και την Εκκλησία.

Σημειώσεις εκδότου
Προκειμένου το χαρμοαναστάσιμο περιεχόμενο αυτής της ομιλίας να γίνει ψυχωφελές εντρύφημα πε­ρισσοτέρων αγωνιζομένων ορθοδόξων χριστιανών μας επανεκδίδεται, με την ευλογία της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μακρινού Μεγάρων, α­πό τις εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», προς δόξα του Άγιου Τριαδικού Θεού, τιμήν μακαριστοί Γέρο­ντος και ψυχική ωφέλεια πιστών χριστιανών.Διανέμεται δωρεάν. Πληροφορίες στο τηλ.: 2310212659.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ Η «ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΑ»

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ Η «ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΑ»

Η Παναγία ακολούθησε τον πόνο και την προσφυγιά των ελλήνων Ποντίων.
Διωγμός – πόνος – φτώχεια –θάνατος.
Και η καλή μας Παναγιά πιστή ακόλουθος και προστάτης.
Την φέρανε μαζί όλοι οι πιστοί από την ΜΑΛΑΦΑ ΤΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ το 1922.
Τώρα βρίσκεται στην εκκλησία «ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» σε ένα χωριό κοντά στην ΕΔΕΣΣΑ.

Πολύ θαυματουργική εικόνα.
Το 1947 που υπήρχε εμφύλιος είχαν φύλακα να φυλάει το χωριό και πριν μπουν οι αντάρτες μια μαυροφορεμένη γυναίκα ξύπνησε τον φύλακα (Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ) και του είπε αφού τον σκούντησε (ΣΟΥΚ ΗΡΘΑΝ) Σήκω ήρθαν φύγετε.

Χτύπησαν το χωριό ανελέητα.
Η Παναγιά μας δάκρυσε .
Δάκρυα έτρεχαν από τα ματάκια της.
Η εικόνα αγιογραφήθηκε δια χειρός του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ιερέως, το 1727 και από τότε έχει επιτελέσει σε όσους την επικαλούνται πολλά θαύματα.
Μέχρι σήμερα είναι προστάτης των ποντίων, ακοίμητος φρουρός.
Η Παναγία όλων των Ελλήνων .
Το στολίδι τον Ποντίων.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΟΥΣΕΝΙ.


Μια πνευματική θυγατέρα του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης



ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ

ΜΙΑ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ
Σύμφωνα με τους κανόνες του ινστιτούτου όλες οι μαθή­τριες έπρεπε να παρακολουθούν την Θεία Λειτουργία, να εξο­μολογούνται και να κοινωνούν την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής· αλλά όπως ανέφερα ήδη, εκείνη την χρονιά περισσότερες από τις μισές μαθήτριες ήταν στο κρεβάτι με ιλαρά, αρρώστια πού κράτησε όλη την άνοιξη. Γι' αυτό, δεν μπορέσαμε να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσομε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι αρχές λοι­πόν του σχολείου αποφάσισαν να εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον στην περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, στο τέλος των διακοπών, πού συνήθως διαρκούσαν μέχρι τις 16 Αυγούστου.
Ξαφνικά, άρχισα να ανυψώνομαι από το έδαφος δίχως ν' αλλάξω θέση. Εξακολουθούσα δηλαδή να είμαι γονατισμένη, τα πόδια μου δεν τέντωσαν προς τα κάτω, αν και έχανα την επαφή μου με το έδαφος. Πετούσα όλο και πιο ψηλά, αλλά όχι συνέχεια. Πότε - πότε χαμήλωνα λίγο, αλλά μετά ξανάρχιζα ν' ανεβαίνω, μέχρις ότου σταμάτησα, αφού είχα φθάσει σε μεγά­λο ύψος.
Είδα τότε ότι βρισκόμουν σε κάποιον άλλο κόσμο - στον Ουρανό σκέφτηκα. Μια ανείπωτη γλυκύτητα γέμιζε την ψυχή μου. Όλα ήταν τόσο φωτεινά, τόσο υπέροχα όμορφα, πού δεν μπορώ να τα εκφράσω με λέξεις.
Σχεδόν δίπλα μου είδα τότε πάρα πολλά ανθρώπινα όντα να στέκονται σε μακρές σειρές. Ήταν τόσο πολλά, πού δεν μπορούσα να διακρίνω το τέλος αυτών των σειρών. Τα σώμα­τα αυτών των όντων ήταν όλα όμοια χωρίς όμως να είναι τρα­χιά και σκληρά, όπως τα δικά μας γήινα σώματα. Ήταν λεπτά και διαφανή σαν να είχαν σχηματισθεί από σύννεφα και μάλι­στα τόσο διαφανή, ώστε μπορούσε κανείς να βλέπει την μια σειρά μέσα από την άλλη και μέχρι και την τελευταία.
Μόνο τα χρώματα ή μάλλον οι σκιάσεις αυτών των δια­φανών σωμάτων δεν ήταν όμοιες, όπως και τα σύννεφα στον ουρανό δεν έχουν το ίδιο χρώμα. Μερικά είχαν κίτρινες σκιά­σεις, άλλα κόκκινες, γαλάζιες, λευκές κ.ο.κ. αλλά όλα ήταν ελαφρά και διαφανή.
Αφού λοιπόν ανέβηκα εκεί κατά τρόπον άγνωστο σε μένα, σταμάτησα μπροστά στην πρώτη σειρά στο δεξιό της άκρο. Ήμουν ακόμη στην ίδια στάση της προσευχής, γονατισμένη δίχως να έχω μετακινηθεί πολύ σ όλη την διάρκεια του οράμα­τος, αλλά και άπ' αυτήν τη στάση μπορούσα να βλέπω αρκετά.
Καθώς κοίταζα τα θαυμάσια σώματα τους, άρχισα ν' αναρωτιέμαι: "Μήπως έγινα κι εγώ σαν κι αυτούς;" Αλλά όχι δεν είχα γίνει. Κοιτάζοντας τον εαυτό μου είδα ότι ούτε ή εμφάνι­ση μου ούτε ή θέση μου άλλαξαν. Βρισκόμουν στον εναέριο χώρο με την σχολική μου στολή και γονατισμένη.
Την στιγμή πού κοίταζα τον εαυτό μου, έριξα ασυναίσθητα μια ματιά προς τα κάτω και είδα τη γη μακριά, πολύ μακριά. Άπ' εκεί έρχονταν κάποιοι απροσδιόριστοι θόρυβοι, σαν αναφιλητά, κραυγές, γέλια κ.τ.λ. Παρ' όλο πού αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή, όσο δηλαδή κοίταζα τον εαυτό μου, ακόμη και ή σκέψη της ζωής στην γη με τρόμαξε και έσπευσα να επι­στρέψω στο εκπληκτικό ουράνιο όραμα μου.
Δεν μπορώ να ειπώ, αν αυτά τα άγια όντα πού είδα φορού­σαν στολές ή όχι (αυτήν την ερώτηση μου έκαναν κάποτε). Τότε ούτε καν μου πέρασε άπ' το μυαλό μια τέτοια ερώτηση και τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ. Το μόνο πράγμα πού μπορώ να ειπώ είναι ότι, κι αν ακόμη ήταν ντυμένα, οι στολές τους θα πρέπει να ήταν διαφανείς, γιατί μπορούσα κι έβλεπα καθαρά τις πίσω σειρές μέσα από τις πρώτες. Όλα εκεί ήταν διαφανή και καθαρά, χωρίς κανένα ίχνος τραχύτητας και γενικά χωρίς κανένα χαρακτηριστικό της ύλης.
Όλα αυτά τα άγια όντα ήταν διατεταγμένα έτσι, ώστε να σχηματίζουν δύο χορούς, οι μακριές δηλαδή σειρές τους, πού έφθαναν πέρα μακριά (όπως μου φαινόταν) ήταν χωρισμένες, ώστε να υπάρχει μεταξύ τους ένα λαμπρό κενό διάστημα σαν διάδρομος. Εγώ βρισκόμουν σε μια τέτοια θέση, ώστε μπο­ρούσα να βλέπω και τους δύο χορούς και το κενό μεταξύ τους διάστημα.
Όλοι έψαλλαν, πότε ο κάθε χορός με την σειρά του και πότε και οι δύο χοροί μαζί. Όταν άρχισαν να ψέλνουν, βγήκε από τα στόματα τους ένα κύμα ευωδιάς σαν το θυμίαμα, πού βγαίνει άπ' το θυμιατό. Αυτό το κύμα δεν έμεινε ούτε ξαπλώ­θηκε εκεί κάτω, αλλά υψώθηκε και στροβιλίστηκε στον αέρα δίχως να κρύβει την θέα των αγίων εκείνων όντων. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό πού έψαλλαν, αλλά ήταν απερίγραπτα όμορφο.
Από την θέση μου στην αρχή των δύο μπροστινών σειρών, απέναντι από τον κενό μεταξύ τους χώρο, μπορούσα να βλέπω ευδιάκριτα μέχρι πέρα. Ήταν σαν ή εικόνα να γινόταν
καθαρή, όσο πιο μακρινή ήταν ή απόσταση. (Δεν ξέρω, αν αυτό συνέβαινε πράγματι ή αν ήταν ψευδαίσθηση). Άρχισα να κάνω την σκέψη ότι εκεί πέρα ήταν ο Θρόνος του Θεού, ή
Πηγή του Φωτός, και ότι αυτός ο ίδιος κατοικούσε εκεί. Μόλις ήλθε στον νου αυτή ή σκέψη, εκείνη ακριβώς την στιγμή ένα από τα άγια εκείνα όντα να με πλησιάζει και το άκουσα να δίνη απάντηση στο ερώτημα μου «θέλεις να ιδείς τον Κύριο; Δεν είναι ανάγκη να πάς μέχρις εκεί πέρα. Ό Κύριος είναι εδώ, παντού, γύρω μας. Είναι πάντα μαζί μας και βρίσκε­ται στο πλευρό σου !».
Καθώς τα έλεγε αυτά, εγώ σκεφτόμουν "Ποιος είναι αυτός και πώς κατάλαβε τις σκέψεις μου, όταν αυτές δεν ήταν καν διαμορφωμένες μέσα μου ευκρινώς;". Άλλα ούτε κι αυτή ή σκέψη του ξέφυγε. 'Αφού μίλησε για την παρουσία του Θεού, συνέχισε σαν ν' απαντούσε στην τελευταία μου σκέψη. "Είμαι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος!".
Ακόμη δεν είχε καλά-καλά τελειώσει αυτά του τα λόγια, όταν δεξιά μου είδα τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό να με αντικρίζει. Με τρόμο επιχειρώ να περιγράψω την θεία Του όψη. Ξέρω πώς τίποτε, κανένας λόγος, δεν μπορεί να το έκφραση και φοβούμαι, μήπως κάποια λέξη δεν είναι αρκετά δυνατή και μείωση έτσι τον Μέγα.
Είναι αδύνατο να θυμηθώ και πολύ περισσότερο να περι­γράψω την Θεία και μεγαλοπρεπή εμφάνιση του γλυκύτατου Κυρίου, δίχως τρυφερή συγκίνηση και τρόμο. Έχουν περάσει εικοσαετίες από την ήμερα, πού είδα το όραμα, αλλά πάντοτε βρίσκεται στην ψυχή μου ζωντανό και ανεξίτηλο.
Ό Κύριος ήταν εκεί και στεκόταν μπροστά μου θαυμάσιος και γεμάτος μεγαλοπρέπεια. Όλη Του ή μορφή ή με άλλα λόγια όλο Του το σώμα ήταν σαν καμωμένο από τον ήλιο ή μάλλον το αντίθετο, ο ίδιος ο ήλιος είχε την μορφή ανθρωπί­νου σώματος. Φορούσε ένα πορφυρό ωμοφόριο ή σινδόνι, πού ήταν ριγμένο επάνω Του από την πλάτη στον αριστερό Του ώμο, όπως φαίνεται στις εικόνες, πού δεν ήταν φτιαγμένο από ύφασμα (τίποτε το υλικό δεν υπήρχε εκεί), αλλά ήταν σαν μια πορφυρή, φλόγινη λάμψη, σαν αυτήν, πού βλέπουμε στον ορίζοντα το σούρουπο. Από τον αριστερό ώμο έπεφτε κάτω και μπροστά και σκέπαζε το αριστερό μέρος του στή­θους και όλη την μορφή· έπεφτε διαγώνια προς τα πόδια πού τα κάλυπτε και μετά ανέβαινε προς την δεξιά πλευρά. Ήταν σαν να κυμάτιζε στους παλμούς του εναερίου διαστήματος, πού στο μέσον του στεκόταν ο Κύριος.
Το δεξί Του χέρι και ή δεξιά πλευρά του στήθους Του δεν καλύπτονταν από το ωμοφόριο και ήταν σαν τον ήλιο, όπως και τα πόδια Του πού ήταν ακριβώς σαν τ' ανθρώπινα και είχαν ίχνη πληγών, πού φαίνονταν καθαρά στο μέσο των πελμάτων. Το δεξί Του χέρι ήταν χαμηλωμένο και πάνω του μπορούσα να ιδώ τις ίδιες πληγές. Άπ' ότι θυμούμαι το αριστερό Του χέρι ήταν υψωμένο και μ' αυτό ακουμπούσε ή κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, πού ήταν το μόνο πράγμα φτιαγμένο από γήινο υλικό, δηλαδή από ξύλο. Ή κεφαλή Του ή μάλλον το πρόσωπο Του στεφανωνόταν από μια κόμη πού έπεφτε πους ώμους Του και πού έμοιαζε σαν καμωμένη από ακτίνες ή κάτι τέτοιο), πού κυμάτιζαν προς τα κάτω και κινούνταν ανάλαφρα στο ελαφρό ανάδεμα του αέρα.
Δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου Του τόση ήταν ή λαμπρότητα, ώστε αυτό ήταν αδύνατο, θυμούμαι μόνο τα μάτια Του, υπέροχα ανοιχτά γαλάζια μάτια, πού φαίνονταν να αντανακλούν όλον τον γαλάζιο ουρανό. Με κοίταζαν με μια τέτοια ευσπλαχνία, μια τέτοια αγάπη !Βλέποντας τον Κύριο παρέλυσα από έκσταση και λατρεία. Δεν ένοιωθα καθόλου φόβο παρά μόνο αγάπη - μιαν ατέλειωτη και θεία αγάπη, πού κατέλαβε όλο μου το είναι.
Δεν ξέρω πόσο παρέμεινα σ' αυτήν την κατάσταση της στάσεως κοιτάζοντας την γλυκεία μορφή του Κυρίου, αλλά τελικά ρίχθηκα στα πόδια Του και άπλωσα τα χέρια μου για να αγκαλιάσω και να τα φιλήσω. Αυτό το έκανα αυθόρμητα παρακινούμενη από το αίσθημα, πού με κατείχε. Ό Κύριος όμως εν μ' άφησε ν' αγγίξω τα πόδια Του. Έσκυψε και με το δεξί του χέρι άγγιξε την κορυφή της κεφαλής μου και είπε: "Δεν ήλθε ακόμη ή ώρα". Αυτό το θαυμάσιο άγγιγμα και ή γλυκεία φωνή με διέλυσαν τελείως και, αν εν τω μεταξύ δεν τέλειωνε το όραμα, νομίζω ότι θα έβγαινε ή ψυχή μου.
Στο κεφάλι μου ένοιωθα ακόμη το θείο άγγιγμα και στα αυτιά μου αντηχούσαν ακόμη τα γλυκύτατα λόγια. Όλο το μαξιλάρι μου και το στήθος μου ήταν βρεγμένα με δάκρυα, πού πρέπει να τα' χυσα στον ύπνο μου, όσο έβλεπα το όραμα.
Ανακάθισα στην κουκέτα μου και σιγά-σιγά συνειδητοποίησα ότι είχα βρεθεί σ έναν τόπο έξω άπ' αυτόν τον κόσμο και ότι τώρα ήμουν πάλι πίσω ξυπνητή ! Ω ! τι απέχθεια ένοιωσα, αν κατάλαβα ότι είχα επιστρέψει στον συνηθισμένο ρυθμό της επίγειας ζωής!
Έχοντας στην σκέψη μου όλα όσα είχα ιδεί, προσπάθησα πάλι να ξανακοιμηθώ νομίζοντας ότι θα μπορούσα έτσι να επι­στρέψω στο όραμα μου, αλλά μάταια!
Τελικά, κατάλαβα ότι το όραμα τέλειωσε και ότι, όπως μου είπε ο Κύριος, δεν ήταν ακόμη για μένα καιρός να μεταβώ σ' εκείνη την ευδαίμονα χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου πού ήταν γε­μάτα δάκρυα. Όλα μου φαινόταν τόσο μελαγχολικά, τόσο λυ­πητερά! Με παρηγορούσε μόνο κάπως το γεγονός ότι όλες οι άλλες μαθήτριες κοιμόταν, ότι παντού γύρω μου επικρατούσε τέλεια σιωπή, ότι κανείς δεν με είχε ιδεί και μπορούσα έτσι ελεύθερα να κλάψω και να προσευχηθώ.
Έμεινα έτσι πολλή ώρα με την ανάμνηση και με τους λογι­σμούς του οράματος. Με σεβασμό άγγιζα την κορυφή της κε­φαλής μου, πού μου φαινόταν ότι είχε αγιαστεί. Με χαρά θυ­μόμουν τα λόγια του Σωτήρος "Δεν ήλθε ακόμη ή ώρα" πού τα ερμήνευα ότι οπωσδήποτε κάποτε θα ερχόταν ή ώρα, πού θα μπορούσα πάλι να Τον ιδώ, πού δεν θα μ' εμπόδιζε πια να γο­νατίσω μπροστά στ' άχραντα πόδια Του και να τα φιλήσω. Τέλος, γεμάτη φόβο, μήπως με αντιληφθεί κανείς, σηκώθηκα σιωπηλά, πλύθηκα, ντύθηκα και βγαίνοντας με προφύλαξη από τον κοιτώνα, κατευθύνθηκα προς τις θύρες της εκκλησίας πού ήταν διπλές! Οι εξωτερικές ήταν ξύλινες χονδρές και δεν κλειδώνονταν ποτέ. Οι εσωτερικές ήταν γυάλινες και ήταν πάντα κλειδωμένες. Το διάστημα μεταξύ τους ήταν αρκετά μεγάλο και αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο. Ήξερα ότι κανείς δεν θα μ' έβρισκε εκεί. Αν και διέσχισα μέσα στ' άγρια μεσάνυχτα ατέλειωτους διαδρόμους και σκάλες από τον τέταρτο όροφο του σχολείου μέχρι τις θύρες της εκκλησίας, δεν φοβήθηκα. Ήμουν ευχαριστημένη, πού βρήκα αυτό το καταφύγιο και το υπόλοιπο της νύχτας πέρασε γρήγορα και απαρατήρητα. 'Αλλά εντελώς ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι για την έγερση των μαθητριών. Ήξερα ότι θα χτυπούσε κι ένα δεύτερο κου­δούνι, για να καλέσει τα κορίτσια σε προσευχή και μ' έπιασε ρίγος στην σκέψη, του πώς θα έβγαινα από κει πού ήμουν, τι θα έλεγα, πώς θα ξαναγύριζα στην συνηθισμένη ρουτίνα της ζωής κ.τ.λ.
Δεν είχα άδικο. Όταν χτύπησε το δεύτερο κουδούνι, μόλις βγήκα έξω από το καταφύγιο μου, με περικύκλωσαν όλες οι μαθήτριες με μια βροχή από ερωτήσεις. Που ήσουν, τι σου συνέβη, Γιατί κλαις; κ.τ.λ. Ή σιωπή μου το μόνο πού κατά­φερε ήταν να μεγαλώσει την γενική περιέργεια. Όχι μόνο τα κορίτσια, αλλά και ή δασκάλα υπηρεσίας με πλησίασε με τις ίδιες ερωτήσεις. Αντί ν' απαντήσω, ξέσπασα σε κλάματα. Αποφάσισα να μην αποκαλύψω το μυστικό μου σε κανένα, παρά μόνο στον ιερέα μας. Δεν μπόρεσα ν' αποφύγω τα ψέμα­τα κι εκτός τούτου δεν ένοιωθα αρκετά δυνατή για να μιλήσω. Στο τέλος μ' άφησαν ήσυχη. Όταν μπήκαν στην τάξη όλα τα κορίτσια μετά την προσευχή και το πρόγευμα, ζήτησα την άδεια από την δασκάλα μου να παραμείνω στον διάδρομο και να περιμένω τον ιερέα, για να του ειπώ λίγα λόγια, κι αυτή δέχθηκε. Όταν τα διηγήθηκα όλα στον ιερέα, αυτός με φίλησε στο μέτωπο και είπε «Αυτή είναι ή κλήση σου. Κράτησε το μυ­στικό σου και ο ίδιος ο Κύριος θα τελείωση το έργο Του».
Μετά άπ' αυτό μου ήταν πιο εύκολο να συναναστρέφομαι με τους ανθρώπους. Είχα κάνει όμως την εκλογή της ζωής μου. Ένοιωθα στην ψυχή μου μια ένταση. Συνειδητοποίησα ότι μου ήταν αδύνατο να ζήσω μια συμβατική ζωή. Αντίθετα όλα με απωθούσαν όλο και πιο πολύ. Μόνο χάρη στις εξαιρε­τικές μου ικανότητες κατόρθωνα να συνεχίζω τις σπουδές μου και μάλιστα να είμαι πάντα μεταξύ των καλυτέρων μα­θητριών. Όμως ή αγάπη μου και ή προσοχή μου ήταν συγκε­ντρωμένες στο Άγιο Ευαγγέλιο. Μερικές φορές έπαιρνα μέρος σε διασκεδάσεις, αν και δεν έβρισκα σ' αυτές καμιά ευχαρίστηση· απλώς συμμετείχα παρά την θέληση μου, επειδή δεν μπορούσα ν' αποφύγω το κοινό πρόγραμμα ψυχαγωγίας. Τότε όμως συγχυζόμουν και ντρεπόμουν τόσο τον εαυτό μου με την ανάμνηση αυτής της ουράνιας ομορφιάς, πού είχα ιδεί, αισθανόμενη την αληθινή γλύκα των πνευματικών απολαύσε­ων, ώστε μου ήταν αδύνατο να χορέψω, να συμμετάσχω σε παιγνίδια ή να κάνω οτιδήποτε παρόμοιο. Τα έχανα, σάστιζα και μερικές φορές μου ερχόταν δάκρυα, πράγμα πού προ­καλούσε την γενική κατάπληξη κι ακόμη και το γέλιο. στις μεγαλύτερες τάξεις αυτές οι διασκεδάσεις ήταν πιο συχνές, αλλά τότε ο ίδιος ο Κύριος άρχισε να με προστατεύει και να με κρατά μακριά άπ' αυτές. Μόλις άρχιζε ο χορός, ζαλιζόμουν, γινόμουν ωχρή και τρίκλιζα, ώστε αναγκάζονταν να με απομακρύνουν. Τελικά, μου έδωσαν την άδεια να μην πηγαίνω στα πάρτι κι ακόμη ούτε και στα μαθήματα χορού. Όταν έμενα μόνη μέσα στην τάξη, ενώ όλες οι συμμαθήτριες μου ήταν μαζεμένες στην αίθουσα δεξιώσεων για το πάρτι, διάβαζα πνευματικά βιβλία ή προσευχόμουν για τις συμμαθήτριες μου, πού, όπως μου φαινόταν, δεν ήταν εντελώς αναμάρτητες με την λαχτάρα και την αγάπη, πού είχαν για διασκέδαση. Δεν ξέρω πώς μου έρχονταν αυτές οι σκέψεις και οι γνώμες· κανείς δεν μου τις ενέπνευσε. Αντίθετα σ' εμένα έριξαν το φταίξιμο για την συμπεριφορά μου, και με ονόμασαν " Ή παρά­ξενη".
Δεν είχα ποτέ μου διαβάσει τίποτε σχετικά μ' αυτά τα θέμα­τα, ή μόρφωση μου ήταν καθαρά κοσμική, όχι πνευματική. Όμως λαχταρούσα μόνο να προσεύχομαι και να νηστεύω. Όταν συνέβαινε να παραβαίνω τους κανόνες, πού εγώ ή ίδια έθετα στον εαυτό μου, είτε λόγω της νεαράς μου ηλικίας ή από κάποια εξωτερική επίδραση, τρομοκρατούμουν άπ' αυτήν την εκτροπή, σαν να είχα διαπράξει κάποια μεγάλη αμαρτία και διπλασίαζα τον αγώνα μου για προσευχή και νηστεία. Φυσικά, δεν μπορούσα να κρατήσω αυστηρή νηστεία, αλλά κατανοώντας ότι ή νηστεία συνίσταται περισσότερο στην ποιότητα της τροφής, παρά στην ποσότητα, στερούσα τον εαυτό μου από τα περισσότερα θρεπτικά και νόστιμα φαγητά. Αυτά τα φαγητά τα έδινα σ' εκείνες από τις φίλες μου, πού δεν είχαν συγγενείς και στερούνταν έτσι την χαρά να δέχονται άπ' αυτούς δώρα και γλυκά. Μερικές φορές συνέβαινε να θέλω κι εγώ να φάω κάτι νόστιμο. Τότε, για να μην πέφτω στον πειρασμό να παραβώ τους κανόνες, πού είχα θέσει στον εαυτό μου και να διακόψω την νηστεία μου καθώς επίσης και για να μου δίνεται ή ευκαιρία να δείχνω αγάπη στα φτωχά ορφανά, υποσχόμουν σκόπιμα να τους δίνω τα καλά και νόστι­μα φαγητά λέγοντας τους να μου το υπενθυμίζουν, όταν αυτά τα φαγητά θα εμφανίζονταν στην τραπεζαρία. Παρά το ότι προσπαθούσα πάντοτε να δικαιολογώ τις ενέργειες μουαυτές λέγοντας "δεν μ' αρέσει αυτό" ή "είναι βλαβερό για την υγεία μου" τα πραγματικά μου κίνητρα, κατά κάποιον τρόπο, γινόταν πάντοτε γνωστά…………………………………..

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Τα παιδιά του δρόμου

Με το μήνυμα αυτό θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι υπάρχει μία λύση για να μην πετάμε τίποτα από τα ρουχαλάκια και παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούν πια τα παιδιά μας και που είναι φυσικά σε καλή κατάσταση.

"Τα παιδιά του Δρόμου" είναι ένα σπίτι που φιλοξενεί και "χρηματοδοτεί" φτωχά παιδιά και οικογένειες απ' όλο τον κόσμο που "δεν έχουν στον ήλιο μοίρα".


Αφορά παιδιά που είτε είναι ορφανά, είτε οι οικογένειές τους είναι πολύ φτωχές.

Δέχονται τα πάντα σε καλή κατάσταση (ρούχα, παιχνίδια, μικροέπιπλα, καρότσια, κλπ) για ηλικίες που αφορούν ακόμη και βρέφη.

Γι' αυτό το λόγο, εάν θέλετε, μπορείτε να συμβάλλετε κι εσείς βοηθώντας αυτά τα παιδάκια δίνοντάς τους λίγη χαρά.


"Τα παιδιά του δρόμου" βρίσκονται στη διεύθυνση

Αρίστωνος 6-8 και γωνία Κωνσταντινουπόλεως 165
Μεταξουργείο, Κολωνός
Υπεύθυνη Κοινωνική Λειτουργός : κα Μυρτώ Λαιμού

Τηλέφωνο : 210.5239.402 και 210.5221.149


Ώρες : 11.00 - 18.00 καθημερινά

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

5. Στον εισοδηματία Μόμτσιλο Ν. πού ρωτά τι υπήρχε πριν από τον Χριστό.

Παρόλο πού είστε χριστιανός ρωτάτε: «Όταν οι χριστιανοί μιλούν περί Χριστού ως κέντρου και άξονα της ανθρωπι­νής ιστορίας, τι υπήρχε στον κόσμο πριν από την εμφάνιση του Χριστού;». Όπως μαθαίνω, είστε άνθρωπος διαβασμέ­νος και ευγενικός, οπότε πιστεύω πώς όταν μπείτε λίγο πιο βαθιά στην επιστήμη της πίστης του Χριστού, θα σας είναι όλα σαφή.
Θα σας καταστεί σαφές, ότι πριν από τον Χριστό πάλι υπήρξε ο Χριστός. Και ότι στο τέλος του κόσμου πάλι θα είναι ο Χριστός. Δηλαδή πριν από την εμφάνιση του Λόγου του Θεού, της Σοφίας τού Θεού, του αιώνιου Λόγου, στο ανθρώπινο σώμα, στην προσωπική αποστολή στη γη, ήταν τούτος ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, τούτη ή Σοφία του Θεού, τούτος ο αιώνιος Λόγος της θεϊκής Τριάδας, όχι εμφανιζό­μενος στη σάρκα αλλά ενεργώντας ακούραστα μέσω εκλεγ­μένων ανθρώπων, των υπηρετών Του: Μέσω προφητών, δί­καιων και σοφών. Όλοι εκείνοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους υπηρέτες του Θεού . Ό Χριστός δεν είναι υπηρέτης αλλά ο Υιός, δεν είναι στρατιώτης του βασιλιά αλλά ο Βασιλιάς, δεν είναι κανενός πρόδρομος αλλά ο Μεσσίας.
Εσείς οπωσδήποτε θα έχετε δει κάποιο δράμα στο θέα­τρο, όπου ο πρωταγωνιστής δεν εμφανίζεται αμέσως αλλά αργότερα. Όμως όλα τα πρόσωπα τα όποια εμφανίζονται στη σκηνή πριν από τον πρωταγωνιστή αυτόν προσδοκούν, αυτόν αγγέλλουν και ότι συμβαίνει υπαινίσσεται αυτόν. Έτσι και στο πελώριο δράμα ολόκληρου του κόσμου όλοι προσδοκούσαν και όλα υπαινίσσονταν τον μεγαλειώδη Μεσσία, τον πρωταγωνιστή. Και ο προφήτης έτσι Τον ονο­μάζει λέγοντας: «Κύριος ο Θεός των δυνάμεων εξελεύσεται» (Ήσ. 42,13) «... και οφθήσεται ή δόξα Κυρίου, και όψεται πάσα σαρξ» (Ήσ. 40,5). Έτσι προφητεύτηκε πολ­λές εκατοντάδες χρόνια πριν - έτσι και συνέβη. Αφού οι διαστάσεις του δράματος του Χριστού, και χρονικά και χωρικά, είναι περισσότερο από γιγαντιαίες.
Διαβάστε την παραβολή Του περί των κακών σπορέων (Ματθ. 21,33). Αυτή θα σας τα εξηγήσει όλα καλύτερα άπ' ότι εγώ ο θνητός. και ακούστε μαρτυρίες του ίδιου του Κυ­ρίου περί του εαυτού Του: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί» (Ίωάν. 8,58). Ό Αβραάμ γεννή­θηκε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν άπ' Αυτόν. Ακόμα μία μαρτυρία ακουστέ από το ίδιο το στόμα Του: Όταν Τον ρώτησαν οι Εβραίοι «Συ τις ει;» τους είπε ο Ιησούς «την αρχήν» (Ίωάν. 8,25). Έτσι Τον ονομάζει και ο τέταρτος Ευαγγελιστής λέγοντας: «Εν αρχή ην ο Λόγος» (Ίωάν.1,1).
Τελικά στο όράμα της Αποκάλυψης του Ιωάννη Εκείνος λέγει για τον εαυτό Του από τους ουρανούς: «Εγώ ειμί το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμε­νος, ο παντοκράτωρ» (Απ. 1,8) «και ο ζων, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζών ειμί εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τάς κλείς του θανάτου και του άδου» (Απ. 1,18).
Βλέπετε, λοιπόν, ότι πριν από τον Χριστό και πάλι ο Χρι­στός ήταν, και μετά τον Χριστό - πάλι ο Χριστός. και πάλι στο τέλος θα αγγελθεί «μετά δυνάμεως και δόξης πολλής» (Λουκ, 21,27). Θα έρθει πάλι, για να δώσει το τέλος αυτού του δράματος του κόσμου, του οποίου ο Ίδιος έκανε και την αρχή.
Θα πείτε: «το μυστήριον τούτο μέγα εστίν» (Εφ. 5,32)! Άραγε ή πεταλούδα είναι μικρό μυστήριο; Πόσο μάλλον ο Δημιουργός της πεταλούδας!
Ειρήνη σε Σάς και χαρά από τον Κύριο Χριστό

4. Σε ένα θεολόγο για τη σημασία της φράσης «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν» (Εφ.15.16).

Ρωτάς τι σημαίνουν τα λόγια: «Εξαγοραζόμενοι τον και­ρόν». Ό μακάριος Ιερώνυμος ερμηνεύει ως εξής: «Όταν χρησιμοποιούμε τον χρόνο σε καλές πράξεις, τότε τον εξα­γοράζουμε». Ό μακάριος Θεοφάνης ο Εσώκλειστος λέει: «Να στρέφουμε τον χρόνο σε όφελος μας για τους αιώνιους στόχους μας». Τα λόγια του απόστολου του Θεού έχουν παρόμοια σημασία με τα λόγια του Θεού: «Πραγματεύσασθε εν ώ έρχομαι» (Λουκ. 19,13). Και όταν Αυτός επιστρέψει, δηλαδή όταν ο Χριστός ξαναέρθει για να κρίνει τον κό­σμο , θα μας ρωτήσει πώς πραγματευόμασταν με τα δοσμέ­να μας τάλαντα. Πώς χρησιμοποιούσαμε τον καιρό της ζωής μας. Εάν δίναμε το φθηνό για να κερδίσουμε το ακριβό, όπως ο Ιακώβ, ή αντίθετα το ακριβό για να αποκτήσουμε το φθηνό, όπως ο Ησαύ. Εάν υποκύψαμε στους σκανδαλισμούς αυτού του εφήμερου αιώνα και πουλήσαμε την ψυχή μας για τις «γλυκές» γήινες πικρίες ή αν δώσαμε τα πάντα για την ψυχή μας;
Γι' αυτό να εκτελείς τις εντολές του Χριστού κάθε μέρα όπως οι περιστάσεις ζητούν. Με τούτο θα εξαγοράζεις τις χαρισμένες μέρες σου από τον Θεό. Αφού στην αλήθεια το να εξαγοράζουμε σημαίνει κυριολεκτικά να πληρώνουμε. Πλήρωνε με τα λίγα, για να λάβεις το μεγάλο. Εργάσου λί­γο, για να βασιλεύεις αιώνια. Αφού ο Δημιουργός μας, μας υποσχέθηκε την αιώνια βασιλεία στην αιώνια ζωή. Εάν κά­ποιος είναι δεμένος σκλάβος στη φυλακή, να μην τεμπελιάζει και να μην λέει: «εγώ δεν είμαι σε θέση τίποτα να κά­νω»! Ας μετανοεί Και ας προσεύχεται στον Θεό από το πρωί έως το βράδυ στο σκοτάδι του κελιού του. Και αυτό θα το μετρήσει ο Θεός το ίδιο όπως και σε εκείνον πού χτίζει εκκλησίες με τον πλούτο του. Ό Δημιουργός μας βλέπει τις συνθήκες του καθενός, και ζητά από τον κάθε άνθρωπο να κάνει εκείνο πού μπορεί αναλόγως με τις συνθήκες.
Σκύψε το κεφάλι κάθε μέρα για να διακονήσεις την ψυχή σου. Πλήρωσε την με την πνοή του Πνεύματος του Θεού μέ­σα σου ,το οποίο σε κινεί προς κάθε καλό. Εάν δεν το κά­νεις, θα σε τσαλακώσει σαν πανί και θα σε πάει στην κατα­στροφή. Παρόμοια με το ορμητικό ποτάμι, στο όποιο οι αδέξιοι δεν ξέρουν να στρέψουν τον δικό τους νερόμυλο αλλά κατεβαίνουν μαζί του στην άβυσσο. Έτσι είναι και ο χρόνος της ζωής μας εδώ στη γη. Τους έλλογους σώζει και σηκώνει επάνω στα φτερά, ενώ τους άφρονες παρασύρει και κατρακυλά ως την κατάρρευση. Τους πρώτους διακο­νεί, στους δεύτερους κυριαρχεί. Ό καιρός για τους πρώτους είναι σέλα, για τους δεύτερους αναβάτης.

Το φως του Χριστού να σε φωτίσει

3. Στον ταχυδρόμο Ηλία Κ. για την απόδειξη του Όντος του Θεού.

Ένας φίλος σας, σας λέει ασταμάτητα ότι δεν υπάρχει Θεός! Αυτό σας βασανίζει σαν μαστίγωμα. Μάχεστε για την ψυχή σας Και τη ζωή σας. Καλά καταλάβατε: εάν δεν υπάρ­χει ζωντανός Και παντοδύναμος Θεός, δυνατότερος από τον θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μόνος παντοδύναμος Θεός. Τότε όλα τα ζωντανά πλάσματα στον κόσμο είναι παιχνι­δάκια στα πόδια του παντοδύναμου θανάτου, σαν μικρός ποντικός στα πόδια πεινασμένης γάτας. Μια φορά αναστα­τωμένος είπατε στον κακομοίρη φίλο σας: «Ό Θεός υπάρ­χει, εσύ δεν υπάρχεις»! Και δεν κάνατε λάθος. Αφού εκείνοι οι όποιοι χωρίζονται από τον αιώνιο Ζωοδόχο σ' αυτό τον κόσμο, θα είναι χωρισμένοι Και στον άλλον. Και έτσι ούτε εδώ ούτε εκεί δεν θα ξέρουν για τον θαυμαστό Δημιουργό όλων των πλασμάτων. Αλλά ο χωρισμός από Εκείνον είναι χειρότερος από το να μην υπάρχει.
Στη θέση σας εγώ θα του έλεγα ακόμα Και το έξης:
Λανθασμένα λες, φίλε, ότι δεν υπάρχει ο Θεός. Ενώ ορθά θα λες εάν πεις: «Δεν έχω Θεό». Αφού εσύ από μόνος σου βλέπεις, ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω σου Τον αισθάνο­νται, γι' αυτό Και σου λένε ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, δεν είναι ότι δεν υπάρχει ο Θεός αλλά εσύ δεν Τον έχεις.
Μιλάς λανθασμένα, όπως ο άρρωστος πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει υγεία στον κόσμο. Αυτός μπορεί μόνο να πει δίχως να ψεύδεται: «Εγώ δεν είμαι υγιής», ενώ θα ψευδό­ταν αν έλεγε: «Δεν υπάρχει γενικώς υγεία στον κόσμο».
Μιλάς λανθασμένα, όπως Και ο τυφλός πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει φως στον κόσμο. Υπάρχει φως, όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από φως, αλλά αυτός, ο κακόμοιρος τυφλός, δεν έχει φως. Εάν θα ήθελε να μιλήσει σωστά, το μόνο πού θα μπορούσε να πει είναι: «Εγώ δεν έχω φως».
Μιλάς λανθασμένα, σαν τον ζητιάνο πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει χρυσός στον κόσμο. Υπάρχει ο χρυσός στη γη Και κάτω από τη γη. Όποιος λέει ότι δεν υπάρχει χρυσός γε­νικώς λέει ψέματα. Θα έλεγε αλήθεια, εάν έλεγε:«Εγώ δεν έχω χρυσό».
Μιλάς λανθασμένα, Όπως Και ο κακοποιός πού θα μας έλεγε ότι δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο. Σε εκείνον τον ίδιο δεν υπάρχει καλοσύνη, όχι στον κόσμο. Γι' αυτό δεν θα έκανε λάθος εάν θα έλεγε: «Εγώ δεν έχω καλοσύνη».
Κατά τον ίδιο τρόπο, γείτονα μου, λανθασμένα μιλάς όταν λες ότι δεν υπάρχει Θεός! Αφού εκείνο πού εσύ δεν έχεις, δεν σημαίνει πώς δεν το έχουν Και οι άλλοι, ούτε ότι δεν υπάρχει γενικώς. Ποιος σε εξουσιοδότησε να μιλάς εν ονόματι ολόκληρου του κόσμου; Ποιος σου έδωσε το δικαί­ωμα, την αρρώστια σου να την αποδίδεις σ' όλους Και την ανέχεια σου να την επιβάλεις σ' όλους;
Εάν όμως ομολογήσεις Και πεις: «Δεν έχω Θεό»,τότε λες την αλήθεια Και εκφράζεις την ομολογία σου. Αφού υπήρχαν Και θα υπάρχουν εξαίρετοι άνθρωποι, πού όντως δεν έχουν Θεό. Όμως ο Θεός τους έχει, τους έχει έως την τελευ­ταία τους πνοή. Εάν Και στην τελευταία τους πνοή δηλώ­σουν ότι δεν έχουν τον Θεό, τότε Και ο Θεός δεν θα τους έχει πια. Και τους απογράφει στα έξοδα. Γι' αυτό σε παρα­καλώ , φίλε μου, για την ψυχή σου, για την αιώνια ζωή Και για τη βασιλεία του Θεού, ένεκεν των δακρύων Και πληγών του Χριστού, σε παρακαλώ, μεταμόρφωσε την πεισματική σου εξομολόγηση σε μετανοητική εξομολόγηση. Και εκείνα πού έπειτα άπ' αυτό πρέπει να πράξεις, θα σου τα πει ή Εκκλησία, ρώτα!

Ειρήνη Και ευλογία από τον Κύριο

2. ΠΡΟΣ ΤΟΝ Κ.Π.Γ ΠΟΥ ΡΩΤΑ ΓΙΑΤΙ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ

Πρώτα επειδή ή πίστη μας είναι φως. Είπε ο Χριστός: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ίωαν. 8,12). Το φως του καντηλιού μας προειδοποιεί για το φως με το όποιο ο Χρι­στός φωτίζει τις ψυχές μας.
Δεύτερον, για να μας θυμίσει το φως του χαρακτήρα εκεί­νου του αγίου, μπροστά στον όποιον ανάβουμε το καντήλι. Αφού οι άγιοι έχουν ονομασθεί «υιοί φωτός» (Ίωαν. 12,36).
Τρίτον, για να μας χρησιμεύει ως μομφή για τα σκοτεινά μας έργα, και τις κακές σκέψεις και τις θελήσεις, και για να μας καλέσει στην οδό του ευαγγελικού φωτός. Για να κο­πιάσουμε έτσι με ζήλο να πραγματώσουμε την εντολή του Σωτήρα: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα» (Ματθ. 5,16).
Τέταρτον, για να είναι μικρή ή θυσία μας προς τον Θεό, ο Όποιος θυσιάστηκε όλος για μας. Ένα μικρούτσικο σημάδι της μεγάλης ευγνωμοσύνης και της λαμπρής αγάπης μας προς Εκείνον, από τον Όποιον στην προσευχή ζητάμε και τη ζωή και την υγεία και τη σωτηρία και όλα εκείνα πού μόνον ή άνευ ορίου ουράνια αγάπη μπορεί να δώσει.
Πέμπτον, για να είναι σκιάχτρο στις κακές δυνάμεις, οι όποιες καμιά φορά μας επιτίθενται και κατά την προσευχή και μας αποσπούν τις σκέψεις στην άλλη πλευρά από τον Δημιουργό μας. Αφού οι κακές δυνάμεις αγαπούν το σκο­τάδι και αποτραβιούνται από κάθε φως, ιδιαίτερα από εκείνο πού είναι αφιερωμένο στον Θεό και σ' εκείνους πού Τον ευχαριστούν.
Έκτον ,για να μας παροτρύνει στην αυτοπροσπάθεια. Όπως το λάδι και το φυτίλι καίγονται στο καντήλι, υποταγ­μένα στη βούληση μας έτσι ας καίγονται και οι ψυχές μας με τη φλόγα της αγάπης σ' όλα τα πάθη, υποταγμένες πά­ντα στη βούληση του Θεού.
Έβδομον, για να μας μάθει, πώς όπως το καντήλι δεν μπορεί να ανάψει χωρίς το χέρι μας έτσι ούτε ή καρδιά μας, αυτό το εσωτερικό καντήλι μας, δεν μπορεί να ανάψει χωρίς την αγία φλόγα της χάρης του Θεού ακόμα και αν είναι γε­μάτη μ' όλες τις αρετές. Αφού όλες οι αρετές μας είναι σαν καύσιμο, αλλά από τον Θεό είναι ή φλόγα πού τις ανάβει.
Όγδοον για να μας θυμίζει ότι ο Δημιουργός του κόσμου πριν άπ' όλα δημιούργησε το φως, και κατόπιν όλα τα αλλά κατά σειρά, «Και είπε ο Θεός γενηθήτω φως, και εγένετο φως» (Εξ. 1,3). Έτσι πρέπει και στην αρχή της πνευμα­τικής μας ζωής πρώτα να λάμψει μέσα μας το φως της αλή­θειας του Χριστού. Απ' αυτό το φως της αλήθειας του Χρι­στού έπειτα δημιουργείται και ξεφυτρώνει και μεγαλώνει μέσα μας κάθε καλό.

Το φως του Χριστού ας φωτίσει κι εσάς.


1. Στον κατεστραμμένο έμπορο πού όλοι εγκατέλειψαν


Γράφεις ότι καταστράφηκες. Οι φίλοι σε εγκατέλειψαν. Οι μεν αποστρέφουν την κεφαλή τους από σένα, οι δε σε κοροϊ­δεύουν. Μόνο ή πίστη στον Θεό σε κρατά, για να μην τρελα­θείς ή να μην κάνεις κακό στον εαυτό σου. Έτσι γράφεις.
Καταστράφηκε ή περιουσία σου, δεν καταστράφηκες εσύ. Κατεστραμμένος έμπορος δεν σημαίνει και κατε­στραμμένος άνθρωπος. Ό πλούτος δεν γεννήθηκε μαζί σου στο δρόμο της ζωής τον απέκτησες και στο τέλος της ζωής πρέπει να αποκολληθείς άπ' αυτόν.
Αλλά επειδή ο πλούτος αποκολλήθηκε από σένα πριν από το τέλος της ζωής σου, αυτό σε πικραίνει. Όμως ακριβώς αυτό τους πολλούς εξυπηρέτησε ως μέγιστη τύχη. Αφού ξε­κολλώντας από τον σάπιο πλούτο του χώματος, εκείνοι είχαν
ακόμα αρκετό χρόνο να πλουτίσουν τις ψυχές τους με το Θεό.
Για εκείνους όμως πού πετούν από πάνω τους το σαμά­ρι του πλούτου
ταυτόχρονα με το σαμάρι του σώματος, μπορεί να είναι αργά για όλα και όλα να έχουν χαθεί.
Τίμια δούλεψα, γράφεις. Όμως στην τιμιότητα έχει υπο­σχεθεί αιώνιο βραβείο και όχι εφήμερο. Από την τίμια εργα­σία ο άνθρωπος μπορεί να πλουτίσει, μπορεί και να φτωχύ­νει. Αλλά όπως ο πλούτος δεν κάνει τον τίμιο περισσότερο άνθρωπο, έτσι και ή φτώχια δεν τον κάνει λιγότερο άνθρω­πο. Όποιος σκέφτεται διαφορετικά, τούτος δεν ζει στην χριστιανική εποχή αλλά στην παλιά ειδωλολατρική, στην οποία ή αξία του ανθρώπου ζυγιζόταν με το βάρος του χρυσού. Ό Χριστός γι' αυτό και παραδόθηκε στο να Τον σταυ­ρώσουν στον Γολγοθά, ώστε να καταστρέψει αυτό το βάρ­βαρο ζύγι ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τοποθετήσει άλλο, πνευματικό και ηθικό.
Κατά το ζύγι του Χριστού εκείνο πού κάνει μόνιμη την αξία μέσα στον άνθρωπο ούτε από το πλούτο απορρέει ούτε από την φτώχια χάνεται. Αλλά από την ισχυρότερη ή ασθενέστερη αγάπη απέναντι στον νόμο του Θεού εξαρ­τάται ή παλίρροια ή, ή άμπωτης αυτής της μόνιμης αξίας πού δεν κατεβαίνει στον τάφο μαζί με το σώμα.
Το ότι σε εγκατέλειψαν οι φίλοι στην ανάγκη και τώρα ή αποστρέφουν την κεφαλή τους από σένα ή σε κοροϊδεύουν ανοιχτά, αυτό σε πονά όντως, όμως είναι μόνο μια νέα μαρ­τυρία της παμπάλαιης ανθρώπινης εμπειρίας. Όταν σταύ­ρωσαν τον Κύριο Χριστό, που ήταν εκείνοι οι όποιοι πριν από αυτό ήθελαν να Τον κάνουν βασιλιά και Του φώναζαν «Ωσαννά»; Κανένας τους πουθενά. Κάτω από το σταυρό στέκονταν μόνο οι αδιάφοροι και οι χλευαστές. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες χασμουριόντουσαν με ανία, ενώ τα εβραϊκά σκυλιά γάβγιζαν μοχθηρά. Να χαίρεσαι πού ή σταγόνα της πίκρας σου μοιάζει με τη Θάλασσα της πίκρας του σταυρω­μένου Κυρίου.
Είναι καλό πού κρατάς την πίστη στον Θεό. Κι εκείνη Θα κρατά εσένα σ' αυτές τις δύσκολες μέρες, οι όποιες θα πε­ράσουν σαν ομίχλη. Κοίτα, κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν το μπαστούνι σαν στολίδι, άλλοι πάλι για βοήθεια στους δύ­σκολους δρόμους. Ή πίστη στον Θεό και στολίζει και βοηθά τον άνθρωπο. Όσο ήσουν ευκατάστατος περισσότερο την κρατούσες σαν στολίδι τώρα σου έχει γίνει απαραίτητο στή­ριγμα. Εκείνη έχει πιο φωτεινό πρόσωπο όταν διακονεί και βοηθά, παρά όταν μόνο στολίζει.
Φοβάσαι να μην τρελαθείς, γράφεις. Μην φοβάσαι, είναι ελάχιστοι εκείνοι πού τρελάθηκαν από την φτώχια, αλλά πάρα πολλοί εκείνοι πού τρελάθηκαν από τον πλούτο.
Φοβάσαι να μην κάνεις κακό στον εαυτό σου, λες. Αυτο­κτονία σκέφτεσαι; Μα αυτό είναι το τέλειο συμπόσιο των διαβόλων. Αυτό σημαίνει να μην πηγαίνεις ούτε κατά τη βούληση του Θεού ούτε κατά τη βούληση την δική σου αλλά κατά τη βούληση του διαβόλου. Σχοινί γύρω από το λαιμό -ή αιώνια ζωή χαμένη. και όντως, στην απότομη και δυσμενή στροφή της ζωής σου τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο εκτός από την ζωντανή πίστη στον ζώντα Θεό, ο οποίος δίνει και παίρνει, και παίρνει και δίνει, δοκιμάζοντας παράλληλα την πίστη μας και την αγάπη μας.
οι άπιστοι κατεβαίνουν με τον Ιούδα στο ποτάμι για να κρεμαστούν, ενώ οι ψυχές με ηρωική πίστη ανεβαίνουν στο Γολγοθά για να πιουν το ποτήρι της πίκρας και ν' αναστη­θούν.Ό Θεός ας σου δίνει βοήθεια

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα»

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα»

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ

(Iωάν. στ' 57)

Ο νους μου εισήλθε εις τα βάθη της ψυχής ενώθηκε μαζί της και ησυχάζει εκεί. Αναπνέει μόνον το Όνομά Σου και αποκτά μια απλότητα. Η απλότητα αυτή σημαί­νει πως η ψυχή δεν αγαπά τίποτε άλλο εκτός από εσένα.
Δεν ενθυμείται τίποτε άλλο, παρά το θείον σου Όνο­μα. Παύει ο μετεωρισμός που σκορπίζει τον πλούτον της ψυχής.
Απλότης της ψυχής σημαίνει, ότι δεν υπάρχει τίπο­τε άλλο μέσα εις την ψυχήν, εκτός από τον Θεό Πατέρα. Η απλότης αυτή εκφράζεται ως φως και χαρά και ειρή­νη. Εκφράζεται ακόμη ως μια δυνατή αγάπη που δεν μοιράζεται με κανέναν άλλον.
Πόσο ζημιώνουν την ψυχήν οι λογισμοί που όταν εισέρχονται εις τον χώρον της ψυχής αποκτούν δικαιώ­ματα και η ψυχή αναγκάζεται να συνομιλή μαζί τους και τότε χάνει την δύναμίν της και τον χρόνον της. Ο εμπα­θής λογισμός κλέπτει την καθαρότητα και την απλότητα της ψυχής και επομένως και την αναμαρτησία της.
Όταν η ψυχή είναι απλή, χωρίς λογισμό, τότε είναι αναμάρτητη, διότι αγαπά μόνον τον Θεόν Πατέρα της. Η αναμαρτησία είναι γνώρισμα της Αγγελικής φύσεως, διότι οι Άγγελοι λατρεύουν μόνον τον Θεόν, χωρίς άλλον λογισμόν. Η Υπεραγία Θεοτόκος έγινε Τιμιωτέρα των Αγγέλων, επειδή αγάπησε τόσο δυνατά και καθαρά τον Υιόν της και Θεόν. Και κάθε ψυχή, όταν προσεύχεται κα­θαρά, αγαπά μόνον τον Άγιον Θεόν και ζει αγγελικά.
Η σύνθεσις είναι αρχή της διασπάσεως και απομακρύνσεως της ψυχής εκ της μνήμης και αγάπης του Θε­ού. Έστρεψε η ψυχή το βλέμμα της σε κάποιο άλλο κτί­σμα, που ονομάζεται από την Γραφήν Δένδρον της γνώ­σεως, τότε έχασε την μοναδικήν αγάπην, τον γλυκύτατον Νυμφίον αυτής.
Σύνθεσις σημαίνει ότι εισέρχεται εις τον χώρον της ψυχής άλλη επιθυμία, άλλη μνήμη, οπότε η ψυχή δεν α­γαπά τον Κύριον εξ όλης της καρδίας και ισχύος και διανοίας αυτής.
Απλότης είναι ο φωτισμός της ψυχής εκ της Χάρι­τος του Αγίου Πνεύματος. Μέσα εις το φως βασιλεύει μόνον η αγάπη, η χαρά και η ειρήνη και η δοξολογία του Αγίου Θεού. Η ψυχή ζει εν Θεώ.

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα μου».

Πόσο με φωτίζει ο λόγος σου Κύριε. Πτερά δίδει εις την ψυχήν μου, η οποία θέλει να πετάξει, να έλθει κοντά σου και να σε συνάντησει. Θέλει να έλθει πλησίον σου και ιματισμένη και σωφρονούσα να προσπέσει εις τους πόδας σου και να παραμένει πάντα εκεί.
Εσύ λέγεις Κύριε: Εγώ ζω δια τον Πατέρα μου. Αλλά και εγώ θέλω να ζω δια Σένα και μόνον. Η καρδιά μου χτυπά μόνο το ιδικόν Σου Όνομα. Αναπνέει μόνο για Σένα. Θέλει να καταπίη το Όνομά Σου το Άγιον. Κύριε Ιησού Χριστέ. και εσύ να καταπίης αυτήν. ελέησόν με.
Εσύ μας εδίδαξες να κρούωμεν την θύραν του ελέ­ους σου: «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ' 7) αλλά και εσύ κρούεις διακριτικά την θύραν της ψυχής μας και λέγεις: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού» (Αποκ. γ' 20).
Η ψυχή μου είναι ιδική Σου πνοή Κύριε. Από τα πανάχραντα χέρια Σου εξήλθε και προς Εσένα κατευθύ­νεται. Εσύ είσαι η επιθυμία μου, ο στοχασμός μου και η καταφυγή μου.
Εσύ είσαι η αναπνοή μου, η χαρά μου και η ελπίδα μου. Εσύ είσαι «ο άρτος της ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. στ' 51). Εσύ μας χαρίζεις την αιώνιον ζωήν. Χωρίς την ιδικήν Σου πνοήν τα πάντα χάνονται.
Εγώ ζω μόνον δια Σε τον Πλάστη μου. Ό,τι έχω εί­ναι όλα ιδικά σου, διότι εσύ μου τα εχάρισες. Εσύ οδη­γείς την ψυχήν μου εις την αιωνιότητα, δια να ζει πάντα μαζί σου, εις την Ουράνιον Βασιλείαν Σου.
Αξίωσέ με Κύριε κατά την ώραν της εξόδου της ψυ­χής μου εκ του αθλίου μου σώματος να μη αισχυνθώ ε­νώπιον των Αγγέλων. και να μην αποστρέψεις το θείον Σου πρόσωπον εκ της ψυχής μου και να έχω καλήν απολογίαν ενώπιόν Σου, σεπταίς λιταίς της τεκούσης Σε Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων.
Αμήν.

Χοϊκή χειρ αμαρτωλού μοναχού

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΥΓΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΠΥΚΝΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Ι.ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΗΣ ΔΥΤΙΚΟΝ ΠΕΛΛΗΣ.

Ημερολόγιο του Ιβάν Στάρτσκωφ, υπολοχαγού Β' τάγματος του Σοβιετικού στρατού

«...12 Δεκεμβρίου 1941... Βρίσκομαι στο Γενικό Νοσοκομείο κάποιας γερμανικής πόλεως... δεν ξέρω τ' όνομα της, αφού με μετέφεραν εδώ από το πεδίο μάχης ενώ ήμουν σε κώμα... Ή αλήθεια είναι πώς δε θέλω να μάθω τ' όνομα της... τι μ' ενδιαφέρει άλλωστε; Έκτος αυτού κανείς δεν έ­κανε τον κόπο να μου το πει.
Ή κατάσταση μου είναι κυριολεκτικά τραγική. Προ τριών μηνών περίπου στη φοβερή μάχη του Λένινγκραντ ηττηθήκαμε από τους Γερμανούς Ναζί, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Εγώ πληγώθηκα θανάσιμα στα δύο πόδια από έκρηξη χειροβομβίδας και στο αριστερό χέρι από κάποια αδέσποτη σφαίρα.
Με βρήκαν πλημμυρισμένο στο αίμα, ανάμεσα σ' ένα σωρό νεκρούς συναδέλφους δύο Γερμανοί στρατιώτες, πού μετά τη λήξη της μάχης έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για οτιδήποτε χρήσιμο ή πολύτιμο.
Με έ­να αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού με μετέφεραν σε κάποιο σταθμό πρώτων βοη­θειών οπού συνήλθα λίγο έπειτα με φόρ­τωσαν στο βαγόνι ενός τρένου, αφού μου κόλλησαν ένα νούμερο στο στήθος και στην πλάτη. Αυτό ήταν φυσικό, αφού για εκείνους δεν ήμουν τίποτε άλλο από ένα νούμερο...
Γεννήθηκα στο Σμολένσκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου εκατό χιλιόμετρα α­πό τη Μόσχα, το 1912. Από μικρό παιδί ήμουν σχεδόν άθεος, μεγαλώνοντας ασπά­σθηκα τον κομμουνισμό. Ό πατέρας μου ήταν αυστηρός μπολσεβίκος και είχε λάβει μέρος στην κομμουνιστική επανάσταση το 1917, πού ανέτρεψε το καθεστώς του Τσάρου.
Ή μητέρα μου ή Άννα ήταν καλή χριστιανή, αλλά από το φόβο του πατέρα έκανε τα καθήκοντα της τα χριστιανικά κρυφά. Είχα και έναν... μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό, τον Αλέξιο. Αυτήν την ώρα μόνο αυτόν θυμάμαι, αυτόν μπορώ και αυτόν θέλω να θυμάμαι...
Αργοπεθαίνω.
Οι γιατροί μου έκοψαν και τα δύο πόδια και το αριστερό χέρι γιατί κινδύνευα απ' τη φοβερή γάγγραινα των άκρων. Από τότε είμαι κλεισμένος, ακίνητος, πάνω σ' αυτό το κρεβάτι, στο σκοτεινό θάλαμο Νο Ο (μηδέν).
Με έχουν κάνει πειραματόζωο και φυσικά, αν δεν πεθάνω κάποια στιγμή, θα με σκοτώσουν οι γιατροί, όταν τελειώσουν τα πειράματα τους.
Είναι δώδεκα (12) Δεκεμβρίου. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τί περίεργο αλή­θεια! Για πρώτη φορά στη ζωή μου δακρύ­ζω σ' αυτή τη σκέψη. Ήμουν... ανέκαθεν άθεος. Ό αδελφός μου ό Αλέξιος όμως α­πό νήπιο ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία .
Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο. Ό πατέρας μου, όταν εγώ άρχισα τις σπουδές μου στη Στρατιωτική Σχολή της Μόσχας, ονειρευόταν και για τον Αλέξιο μια λαμπρή σταδιοδρομία αξιωματικού του Ερυθρού Στρατού. Όμως τη χρονιά πού εγώ τελείωνα τη Σχολή κι ό Αλέξιος... ήταν τότε είκοσι (20) χρονών, το 1935... μια νύχτα έφυγε για πάντα. Ή μη­τέρα βρήκε ένα γράμμα με λίγες λέξεις πά­νω στο μαξιλάρι: «Συγχωρήσατε με καλοί μου γονείς, Νικολάι και Αννούσκα... αλλά με καλεί ό ουράνιος Βασιλέας, να καταταγώ στο στρατό Τον. Δεν μπορώ ν' αρνηθώ την πρόσκληση.
Φεύγω κι εύχομαι καλή σωτηρία.
Υ.Γ.: Μην το πείτε παρακαλώ στον Ιβάν. Θα του γράψω εγώ».
Πράγματι, δε μου το είπαν αμέσως, διότι ήταν ή εποχή πού έδινα εξετάσεις για το δίπλωμα. Φυσικά, όταν γύρισα το φθινόπωρο στο σπίτι, μου έδειξαν το γράμμα. Ένας κόμπος μου ανέβηκε στο λαιμό.
Τώρα πού το θυμάμαι... ήθελα, αν ήταν δυνατόν, να τον έβλεπα τώρα, να του ζητήσω συγγνώμη... ναι, διότι ή θλίψη μου, έπειτα από λίγες στιγμές έγινε οργή και αρπάζοντας το στρατιωτικό μου όπλο, τράβηξα τον πατέρα μου απ` το μανίκι φωνάζοντας: «Γιατί δεν έψαξες να τον βρεις; Εγώ τώρα, οπού και να 'χει πάει, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω». Ή μητέρα έβγαλε μια κραυγή τρόμου.
Ό πατέρας κατέβασε από τον τοίχο το κυνηγετικό του όπλο, λέγοντας μου: «Δεν έψαξα, γιατί σε περίμενα. Όπως ξέρεις, ή τιμή ενός μπολ­σεβίκου δεν σηκώνει τέτοιο ρεζίλεμα σαν αυτό του Άλιόσα».
Ό θυμός μας είχε τυ­φλώσει. Νιώθαμε πώς μας είχε γίνει φοβε­ρή προσβολή και μάλιστα για κάτι τόσο βλακώδες, όπως ήταν ό Θεός του Αλεξίου... Φυσικά, για μας δεν υπήρχε Θεός και οι εκκλησίες έπρεπε να γίνουν όλες στάβλοι... Δύο μοναστήρια ήταν τα πλη­σιέστερα: Της Όπτινα (πού είχε ήδη κατα­στραφεί στη διάρκεια της Κομμουνιστικής Επανάστασης) και τα ερημητήρια των α­γρίων ορέων του Ροσλάβ.
Ψάξαμε ανάμεσα σ' αυτά, εισβάλλοντας με απειλές και κατάρες, και απαιτώ­ντας από τους καλόγηρους να μας παρα­δώσουν τον Αλέξιο.
Σ' ένα από τα ερημητήρια (όπως καταφέραμε να μάθουμε) είχε καταφύγει, ποθώντας ν' αφιερωθεί στο Θεό του... Αφού υβρίσαμε τον Ηγούμενο, ό πατέρας μου τον τράβηξε από τη γενειά­δα, λέγοντας: «Σκύλε παπά, δώσε μου πί­σω το μικρό μου γιο!». Εκείνος με ήρεμο βλέμμα του είπε να κοιτάξει ψηλά... Ό Α­λέξιος ντυμένος τα ράσα, ήταν στην κορυ­φή του καμπαναριού. Μας έπιασε ρίγος. «Αφήστε ήσυχους τους αδελφούς ευλογη­μένοι.
Ιδού, εγώ είμαι εδώ...». «Κατέβα α­μέσως κάτω, ειδάλλως θα πυροβολήσω», του είπα εγώ με φωνή πού έτρεμε. «Ησυχάστε. Θα είστε κουρασμένοι. Φάτε, ανα­παυθείτε κι έρχομαι έπειτα μαζί σας...». Φυσικά, δεν ήρθε μαζί μας, αλλά από κρυφή έξοδο αναχώρησε, όχι μόνο από το Μοναστήρι, αλλά κι απ' τη Ρωσία.
Από τότε δεν τον ξαναείδα πια ποτέ. Μας έστειλε έπειτα από τρία χρόνια ένα γράμμα: «Είμαι στο ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ, στην πρωτεύουσα της Ορθοδοξίας, την Ελλάδα. Προ δέκα ήμερων έγινα Μεγαλόσχη­μος Μοναχός κι έλαβα το όνομα: Χριστό­φορος.
Εάν θέλει ό Ιβάν, ας έλθει να μ' ε­πισκεφθεί. Είμαι στη ρωσική Μονή του Α­γίου Παντελεήμονος. Ό Θεός μεθ' υμών». Εγώ βέβαια, ούτε πήγα ποτέ, ούτε γράμ­μα του έγραψα... Νιώθω το σώμα μου να παγώνει... Δεν μπορώ να γράψω άλλο...».

«19 Δεκεμβρίου 1941... Κάθε μέρα πού περνάει νομίζω πώς είναι για μένα ή τελευταία. Ωστόσο, δεν παύω με το νου μου ν' αναπολώ τα περασμένα... Το σπίτι μας στο Σμολένσκ, το σχολείο, τη Στρατιωτική Σχολή, όλους όσους γνώρισα λίγο ή πολύ στη ζωή μου. Άραγε με θυμάται τώρα κα­νείς απ' αυτούς; Ό παππούς ό Βάνια, πού μου έμαθε να ρίχνω τη σφεντόνα, ή γιαγιά Κλαυδίγια, πού μου έπλεκε ζεστές μάλλι­νες κάλτσες για το χειμώνα.... οι γονείς μου πού, αγνοί βιοπαλαιστές, αγωνίστη­καν να μας μεγαλώσουν εμένα και τον α­δερφό μου... ή γειτόνισσα ή Λιούμπα, ό Πιότρ ό ταχυδρόμος, ό Άντρέι ό δάσκα­λος... δεκάδες πρόσωπα, πράγματα και γε­γονότα, πού μου φαίνονται όμως τώρα τό­σο μηδαμινά κι ασήμαντα...
Σήμερα έχω φριχτούς πόνους στα κομμένα μου πόδια... αισθάνομαι να σαπίζω ζωντανός. Καθημερινά σχεδόν έρχονται δύο γιατροί με πρόσωπα παγωμένα, και αφού με ναρκώσουν πειραματίζονται πάνω στο σώμα μου, χωρίς να ξέρω πώς, λόγω της νάρκωσης... Όταν συνέλθω συνήθως πονάω πολύ κι έχω συνεχή τάση για εμε­τό. Κρυώνω φοβερά μια και δεν υπάρχει θέρμανση στο θάλαμο. Μου έχουν ξυρίσει το κεφάλι, για κάποιο σκοπό πού μόνο τα διεστραμμένα τους μυαλά γνωρίζουν...
Ό νους μου τρέχει εδώ κι εκεί, χωρίς να στέκεται κάπου συγκεκριμένα, ακόμη και σε ανήθικες σκέψεις. Έξαλλου και στη ζωή μου δεν ήμουν ιδιαίτερα ηθικός. Γι' αυτό ό Αλέξιος μου είχε πει κάποτε: «Το σώμα σου πού παρέδωσες στη σαπίλα, θα σαπίσει ζωντανό, πριν βγει ή ψυχή σου Ιβάν. Πολύ λυπάμαι για την ψυχή σου...».
Είναι μέρες τώρα πού έχω μια παράξε­νη φοβία, πού ολοένα μεγαλώνει. Νιώθω σαν το αιχμάλωτο ζώο, πού πρόκειται να δοθεί ως τροφή σε σαρκοφάγα θηρία... Αν πίστευα στο Θεό, θα ονόμαζα τη φοβία μου «έλεγχο συνειδήσεως».
Αν πίστευα... λίγους μήνες πριν την εισβολή των Γερμανών στη Ρωσία, έλαβα ένα ακόμη σύ­ντομο γράμμα από τον αδερφό μου, πού ή­ταν και το τελευταίο: «Χθες χειροτονήθη­κα Ιερομόναχος εν ονόματι Ιησού Χρί­στου τον Κυρίου ημών, δια πρεσβειών της Αειπάρθενου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Εύχεσθε για μένα. Υ.Γ.: Ιβάν να με θυμη­θείς στην απομόνωση σου».
Τώρα σκέφτο­μαι ότι ό Αλέξιος ή μάλλον ό Χριστόφο­ρος είναι Άγιος. Ναι, σίγουρα είναι Άγιος. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε, ντυ­μένο Ιερομόναχο, με κατάλευκα άμφια, θυμιατό κι ένα ξύλινο φωτεινό σταυρό... Με κοίταξε λυπημένος. Κάποια στιγμή χαμογελώντας ελαφρά μου είπε με απαλή φωνή: «Ιβάν, μη φοβάσαι. Ό Χριστόφο­ρος είμαι». - «Πονάω πολύ αδελφέ μου, βοήθησε με», του είπα. «Ιβάν σε λίγες μέ­ρες θα 'έρθεις και συ εδώ, πού είμαι και γώ. Θα σε στείλει ό παπά-Στεφάν Ζινόφσκυ από την Αγία Πετρούπολη».
Έπειτα χάθηκε από τα μάτια μου. Του φώναζα να γυρίσει πίσω, αλλά μάταια. ...Μα, γιατί μου είπε πώς θα πάω εκεί που είναι και αυτός; Και ποιος είναι ό παπά-Στεφάν; Ε­γώ δεν γνωρίζω κανέναν παπά-Στεφάν... Τα μάτια μου βουρκώσανε, ή καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή... ό Χριστόφορος πέ­θανε, έχει πεθάνει! Κι εγώ θα πεθάνω σύ­ντομα... θα πεθάνω... Θεέ μου, δεν θέλω να πεθάνω!... Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. Τώρα θυμάμαι τί μου είπε ό Χριστόφορος το τελευταίο Πάσχα πού ήμασταν μαζί: «Ό θάνατος; Μα δεν υπάρχει θάνατος! Μόνο μεταβολή, χωρισμός ψυχής και σώματος. Ό άνθρωπος πλάσθη­κε από το Θεό ΑΘΑΝΑΤΟΣ, αλλά μόνον κοντά Του.
Μακριά Του είναι μια ζωή θανατηφόρα -πέραν του τάφου- γεμάτη αιώνια πικρότατη ΣΙΩΠΗ, φοβερότατο ΣΤΕΝΑΓΜΟ, μεγάλο ΦΟΒΟ και ΑΓΩ­ΝΙΑ, ΑΝΑΜΟΝΗ χωρίς ΕΛΠΙΔΑ, ακατά­παυστη ΟΔΥΝΗ, ψυχικό κι ατελεύτητο ΔΑΚΡΥ, ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΙΣ».
Τρέμω ολόκληρος... Δεν μπορώ... σταματώ εδώ...».

«24 Δεκεμβρίου 1941: ...Ό θάνατος είναι δίπλα μου, νιώθω τα παγωμένα του χέ­ρια να μου πιέζουν την καρδιά... Άλλα ας είναι... Διότι από σήμερα για μένα άλλα­ξαν τα πάντα. Προ ολίγου ήρθε κάποιος παράξενος άνθρωπος, με μπλε σκούρα ρούχα και μια κατάλευκη γενειάδα. Το βλέμμα του ήταν πονεμένο και χαρούμενο μαζί. Φαινόταν βιαστικός. Αφού σφάλισε την πόρτα, μου είπε ψιθυριστά στα Ρωσι­κά: «Δεν με γνωρίζεις παιδί μου, το ξέρω. Άλλα, μην φοβάσαι... Με λένε Στεφάν και είμαι ιερέας του Ύψιστου Θεού». - «Στε­φάν;» ρώτησα κεραυνοβολημένος. «Στε­φάν Ζινόφσκυ;» - «Ναι, από την Πετρού­πολη. Είμαι στην υπηρεσία του Νοσοκο­μείου, ως αιχμάλωτος πολέμου, στα κατα­ναγκαστικά έργα μεταφοράς ανθρώπινων πτωμάτων, στους κλιβάνους καύσεως για απανθράκωση και σαπωνοποίηση. Μας δίδεται καθημερινώς ένας κατάλογος με τους αριθμούς των θαλάμων και τα ονόματα εκείνων πού πρέπει να μεταφέρουμε.
Χθες στον κατάλογο διάβασα το όνομα σου. Θάλαμος Νο Ο, Ιβάν Στάρτσκωφ, κωδ. αρ. 542770.
Αντέγραψα σε άλλο χαρ­τί αυτά τα στοιχεία και τα φύλαξα».
Ή επόμενη κίνηση του ήταν να βγάλει από τον κόρφο του ένα πολύ λεπτό ύφασμα διπλωμένο σφιχτά, σε γαλάζιο χρώ­μα. - «Ιδού παιδί μου. Αυτό είναι το πε­τραχήλι, πού με θυσία αίματος μου έφτια­ξαν χέρια αδελφικά, ώστε κι εδώ στη φο­βερή αιχμαλωσία, έστω κι αν χάνονται σώματα να σώζονται ψυχές».
Τον διέκοψα απότομα ρωτώντας τον με αγωνία: - «Πέστε μου Μπάτουσκα (παππούλη), ειλικρινά τι σας παρακίνησε να έρθετε σε μένα;» Μου απάντησε ψιθυρι­στά: «Κοίταξε, παιδί μου. Το ξέρω ότι ο­νομάζεσαι Ιβάν Στάρτσκωφ, είσαι από το Σμολένσκ, και είσαι αδελφός του Αλεξίου Στάρτσκωφ, πού τώρα είναι...» - «Πώς τα ξέρετε όλα αυτά;» ρώτησα κατάπληκτος. -«Είναι πολύ απλό. Εγώ έχω ένα γιο πού τώρα είναι ιερομόναχος στο ερμητικό κελί του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, εκεί οπού είχε καταφύγει ό αδελφός σου αρχικά, για να γίνει Μοναχός. Συνέπεσε λοιπόν την ημέρα πού είχες έρθει με τον πατέρα σου, για να πάρετε τον Αλέξιο, ή μάλλον τον Χριστόφορο πίσω, να είμαι κι εγώ εκεί, διότι την επομένη επρόκειτο να γίνει ό γιος μου Μεγαλόσχημος Μονα­χός.
Είδα λοιπόν όλη τη σκηνή με τα μά­τια μου. Όταν εσείς μπήκατε στο αρχονταρίκι για ανάπαυση, ό αδελφός σου έ­τρεξε βιαστικά στο κελί του γιου μου, λέγοντας του: - «Πάτερ Μιχαήλ! Να πεις σε παρακαλώ στον Ηγούμενο να με συγχωρήσει, αλλά φεύγω αμέσως για το Α­ΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!» - «Αλέξιε, αδελφέ, είναι σωστό να φύγεις τώρα;» τον ρώτησε ό γιος μου. Είναι θέλημα Θεού αδελφέ! Μην αποκαλύψετε τίποτε στον πατέρα μου και στον Ιβάν... Ευλογείτε, αδελφέ! Να εύχεσθε για μένα!». - «Ή Παναγία μαζί σου Αλέξιε!»

Εκείνος έφυγε τρέχοντας και χάθηκε στο δάσος. Από τότε έστειλε δύο φορές επιστολή στον Ηγούμενο, την πρώτη για την κούρα του σε μεγαλόσχη­μο και τη δεύτερη για τη χειροτονία του. Από καιρού εις καιρόν πού επισκεπτό­μουν τους Μοναχούς εκεί, μάθαινα και για τα γράμματα του. Πριν από αρκετούς μήνες ήρθε κι ένα ακόμη γράμμα, το τρίτο και τελευταίο, σταλμένο από τον Ηγούμε­νο της Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμο­νος. Αυτό το είδα κι εγώ με τα μάτια μου"
Έγραφε: «ό αδελφός ημών Ιερομόναχος πατήρ Χριστόφορος, ανεπαύθη χθες, την έκτη πρωινή ώρα εν Κυρίω. Αύριον αρχίζουν την τέλεσε των μνημοσυνών του. Παρακαλείσθε όπως μνημονεύετε την ψυχή του αδελφού, αν και ημείς έχομεν μάλλον περισσοτέραν ανάγκην των ιδικών του ευχών, παρά εκείνος από τάς ιδικάς μας. Ήτο αγία ψυχή, πραγματικά τα­πεινός και άκακος Μοναχός, φίλος θερ­μός της αδιάλειπτου προσευχής και της ασκητικής ζωής. Ας είναι αιωνία του ή μνήμη».
Εγώ είχα μείνει εμβρόντητος από όσα είχα ακούσει. Πέρασαν ένα δύο λεπτά μέ­χρι να συνέλθω. Ένιωθα ένα συνεχές σφίξιμο στην καρδιά, σα να πιεζόταν βασανι­στικά από την αφόρητη θλίψη. Ξέσπασα σ' ένα σχεδόν βουβό κλάμα, με πνιγμένους λυγμούς... Τα κομμένα μου μέλη πονούσαν φρικτά, όχι τόσο από τον σωματικό όσο α­πό τον ψυχικό πόνο: «Μπάτουσκα, Μπάτουσκα (παππούλη, παππούλη), έχει πεθά­νει λοιπόν, το ήξερα, τόχα καταλάβει. Ήρ­θε στον ύπνο μου και μου είπε για σας...». «Ό πατήρ Χριστόφορος είναι πλέον στον Παράδεισο», είπε τότε ό παπά-Στεφάν δακρυσμένος, με βλέμμα να κοιτάει ψηλά έ­ξω τον έναστρο ουρανό.
- «Μπάτουσκα, ό αδελφός μου, ό μικρός μου Άλιόσα ήταν Άγιος... Εγώ... ε­γώ είμαι ένα κτήνος...» του έλεγα με λυγμούς. - «Σώπασε, παιδί μου, ησύχασε... Πρέπει να σου πω και κάτι άλλο ακόμη, Ή επιστολή του Ηγουμένου είχε και υστερόγραφο: «Διαβιβάσατε αδελφοί, εις την οικογένεια του π. Χριστόφορου, ότι έχα­σε την ζωή του εις ώραν ιερού καθήκο­ντος.
Διότι, αφού τέλεσαν ξημερώματα την Θεία Λειτουργία, και αφού κοινώνησε ό ίδιος, οι αδελφοί Μοναχοί της Μονής και τρεις φιλοξενούμενοι στρατιω­τικοί, ανέλαβε αυτοβούλως να οδηγήσει τους τελευταίους έως της παραλίας, όπου κρυφίως θα τους παρελάμβανε κάποιο κα­ράβι δια την Μέση Ανατολή. Δυστυχώς όμως, λόγω προδοσίας έπεσαν εις ενέδρα Γερμανών την ώρα όπου πλησίαζαν το καράβι στην παραλία, όπου ευρίσκοντο όλοι συγκεντρωμένοι. Οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν.
Τότε ό ευλογημένος π. Χριστόφορος, δια να σώσει την ζωή των άλλων, φωνάζοντας «Πέσατε κάτω αδελφοί», άρχισε να τρέχει κατά μήκος της παραλίας, κραυγάζων ατάκτως και κάμνων ζωηράς χειρονομίας, έλκοντας επά­νω του την προσοχήν των εχθρών. Μία σφαίρα τον εύρε εις την καρδίαν. Ήτο ξη­μερώματα Κυριακής, Ιουνίω μηνί - 1941.
Ό Θεός μεθ' υμών και ημών. Ταπεινός προς Κύριον ευχέτης
ό Καθηγούμενος γ Ιερομόναχος Σαμουήλ
και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί».
- «Όπως βλέπεις Ιβάν, ό αδελφός σου δεν ήταν μόνον Άγιος, αλλά και ήρωας». Εγώ πλέον είχα πνιγεί στο θρήνο. Ό π. Στεφάν ξεδίπλωσε το πετραχήλι, λέγοντας μου με τρεμάμενη φωνή: «Ιβάν, παιδί μου, αύριο πού είναι Χριστούγεννα, θα είσαι και συ στον Ουρανό.
Ό π. Χριστόφορος σε περιμένει...». - «Πώς το ξέρετε αυτό;» ρώτησα μέσα στ' αναφιλητά μου. - «Με ειδοποίησε παιδί μου... Έλα τώρα να πεις στο Χριστό μας τη ζωή σου». Άπλωσε πάνω μου το λεπτό πετραχήλι με τους κόκκι­νους κεντημένους σταυρούς. - «Σ' ακούει ό Χριστός τώρα, παιδί μου. Αύριο θα 'σαι στον Παράδεισο». - «Ήμαρτον, πάτερ, ήμαρτον... είμαι ένα θηρίο, ένα κτήνος...».
Του είπα όλη τη ζωή μου από μικρόπαιδί έως τότε. Αφού μου διάβασε την ευ­χή συγχωρήσεως όλων των εγκλημάτων μου, έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό καρύδι. Το πίεσε λίγο κι εκείνο άνοιξε. Τον κοίταξα σαστισμένος. - «Είναι ή Αγία Κοι­νωνία, Ιβάν, ό Ιησούς Χριστός...». - «Μα, πώς πάτερ...». - «Τελούμε πότε - πότε κρυ­φές Θείες Λειτουργίες, με τη σκέπη του Θε­ού. Υπάρχουν αρκετοί Ορθόδοξοι εδώ...Έλα τώρα παιδί μου να κοινωνήσεις. Κά­με το σταυρό σου...».
Έκανα τότε το σταυ­ρό μου, για πρώτη σχεδόν φορά στη ζωή μου κι έλαβα τη ΖΩΗ μέσα στην ψυχή μου. - «Τώρα όλα τέλειωσαν Ιβάν. Θα 'ρθω αύριο το πρωί να παραλάβω το σώμα σου». - «Μπάτουσκα, έχω εδώ μερικά κομμάτια χαρτί, σαν ημερολόγιο. Σάς παρα­καλώ, όταν έρθετε, να τα πάρετε. Θα το 'χω κάτω από το μαξιλάρι». Μου έσφιξε το χέρι, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Πήρα έτσι την ευχή του, φιλώντας το λε­πτό βασανισμένο χέρι του καλού Λευΐτη.
Με σταύρωσε και ψιθυρίζοντας μου: «Μακαριά ή οδός σου παιδί μου. Να εύ­χεσαι και για μένα τον ταπεινό», γλίστρησε αθόρυβα πίσω από την πόρτα και χά­θηκε μέσα στο σκοτάδι...
«...Τί ώρα να 'ναι άραγε; Ίσως τρεις ή τέσσερις ή πέντε τα ξημερώματα. Πάντως μου φαίνεται ότι το σκοτάδι διαλύεται, από ένα αμυδρό φως.
Είναι 25 του Δεκέμβρη 1941... ξημερώνει ή γιορτή των Χρι­στουγέννων...
Δεν μπορώ να σταματήσω το κλάμα, όχι από λύπη, αλλά από χαρά... Ήρθε ή ώρα να φύγω... δεν νιώθω πλέον τα μέλη μου, μόνο στην καρδιά μου υπάρ­χει ακόμη λίγο αίμα... να, μια ηλιαχτίδα ίσχυσε το σκοτάδι... Μπάτουσκα, φεύγω... Συγχώρεσε με, την ευχή σου...
Ιβάν Νικολάγιεβιτς Στάρτσκωφ ό αμαρτωλός».
Το σώμα του Ιβάν, ακρωτηριασμένο, χωρίς πόδια και αριστερό χέρι, βρέθηκε παγωμένο εκείνο το πρωί στο θάλαμο Ο (μηδέν). Εγώ ό ιερέας του Υψίστου Θεού, π. Στεφάν Ζινόφσκυ, με τη βοήθεια ενός άλλου αδελφού το μεταφέραμε, μαζί με άλλα πτώματα στους κλιβάνους. Έψαλα ψιθυριστά τη νεκρώσιμη ακολουθία, καθώς έριχναν το σώμα του Ιβάν στις φλό­γες. Τώρα πια δεν λυπάμαι, ούτε δακρύ­ζω.
Γιατί ξέρω, το νιώθω, ότι ό Ιβάν είναι ευτυχισμένος. Χαίρε ευλογημένε Ιβάν, πού με τους ποταμούς των δακρύων μιας σκοτεινής νύχτας, εξαγόρασες την αιώνια χαραυγή των Ουρανών.
ΤΕΛΟΣ

Σημείωση: Ό ιερέας π. Στεφάν Ζινόφσκυ ήταν αιχμάλωτος στα καταναγκαστι­κά έργα του Γενικού Νοσοκομείου (κέντρο Ιατρικών Πειραμάτων), κάπου μεταξύ των γερμανό-αύστριακών συνόρων. Έζησε στην αιχμαλωσία ως το 1944. Πεθαίνο­ντας μου εμπιστεύθηκε μερικά φύλλα τριμ­μένου χαρτιού, με τις σκέψεις των τελευ­ταίων ήμερων του Ιβάν Στάρτσκωφ, με την τελευταία επιθυμία να δοθούν μετά την απελευθέρωση (πού ήδη τότε διαφαι­νόταν στον ορίζοντα) στη δημοσιότητα. Σεβόμενος την επιθυμία αυτή την πραγματοποίησα. Ας είναι οι λίγες αυτές σελίδες ιερό και αιώνιο μνημόσυνο για τον Ιβάν, τον ακρωτηριασμένο μελλοθάνατο, πού σε μια νύχτα πάλεψε και νίκησε τον θάνατο.
Θεοντόρ Λουντμίλωφ, ετών εξήντα πέ­ντε, συναιχμάλωτος του π. Στεφάν και κατά σάρκα ανιψιός του. Επέζησα, χάριτι Θεού, από την αιχμαλωσία. Μας ελευθέρωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα των Άγγλο-άμερικανών το 1945.
ΚΙΕΒΟ, Απρίλης του 1970.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη...

Ένα ανέκδοτο κείμενο γραμμένο την Πρωτοχρονιά του 1950

Εχθές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξα­πλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυ­χτα, και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε ή γυναίκα μου κι έπλεκε. Όποτε δου­λεύω, βρίσκουμε σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί πού ζωγρά­φιζα την Παναγία, κι ή Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκεία φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ' όνομα του για ό­λα τα μυστήρια της οικονομίας του.
Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτο απ’ όλα για την απλή τη Μαρία, πού μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι πού γλυκομουρμουρίζει μέρα νύχτα δίπλα σ' έναν παλιό καστρότοιχο. Το κρουσταλένιο νερό του δεν θολώνει με τα χρόνια, αλλά γίνεται κι ολοένα πιο καθαρό και πιο γλυκόλαλο: «Καλότυχος ο άνδρας που χει καλή γυναίκα. Ή καλή γυναίκα ευφραίνει τον άνδρα της, και θα ζήσει ειρηνεμένα τα χρόνια της ζωής του. Κα­λή γυναίκα, κορόνα στο κεφάλι τον ανδρός της. Ή ομορφιά της καλής γυναίκας φεγγοβολά μέσα στο σπί­τι σαν τον ήλιο πού βγαίνει και λάμπει ο κόσμος». Τέτοια γυναίκα μου χάρισε κι εμένα ο Κύριος. Ή εμορφία δεν την περιφάνεψε, ίσια ίσια ή ταπείνωση την πλήθυνε, κι ο φόβος του Θεού την ευωδίασε. Α­νάμεσα στις έμορφες ξεχώρισε, γιατί ή ακαταδεξιά δεν θάμπωσε το κρούσταλλό της, κι ή πονηριά δεν λέ­ρωσε το σιντέφι της ψυχής της. Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία ή Α­πλή.
Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την α­γιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα πού τα προσκυνά ο κόσμος. Τι χάρη μας έδωσε ο Παντο­δύναμος, πού την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτόν». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ' αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύρ­γος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε ή πίστη κι ή ευλάβεια. Κι εμείς πού καθόμαστε μέ­σα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος πού είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγα­θόν».
Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι ή Μαρία ξά­πλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοί­ταξα τη Μαρία πού ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαινότανε αν είναι άνθρωπος απ κάτω από το σκέπασμα. Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι' αυτό εί­πε ο Δαυίδ: «Πάς άνθρωπος ψεύτης».
Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολι­σμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ' αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμμένο, σαν τον φτωχό πού ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. Ή καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμμένη και κείνη μέσα μου. Ένοιωσα πώς ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πώς ήτανε και κείνοι κρυμμένη πίσω από το καταπέτασμα πού χώριζε τον κόσμο από μένα, και πώς άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε ή ψυχή μου πώς μ' έχουνε ξεχασμένο, κι ή χαρά ή μυ­στική, πού τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, ά­ναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι ή παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπο­νο.
Και φχαρίστησα Εκείνον πού φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και πού κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, πού δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και πού μεθά με το κρασί της τράπεζας του ό­σους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε εκείνον. Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδίας, κατά τον Δαυίδ πού λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε ή ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα πού είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.
Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δά­κρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί πού δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πώς δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλο πειρασμό.
Κι αντρειεύτηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιω­σα πώς δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πώς την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πώς δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει ή αληθινή χαρά κι ή παρηγοριά, κι ε­κεί βρίσκονται οι πηγές της αληθινής ζωής.
Αληθινά, ή φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτιάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ' αυτόν τον πόλεμο πού ή αντρεία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει α­πό τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τι εί­ναι ή ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι ή ζωή», και γιατί είπε πάλι; «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λο­γαριάζει πώς υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι' αυ­τόν, παρεκτός του Θεού.
Κι εκεί πού τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέ­σα μου ένα θάρρος και μια αφοβία ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια πού είπε ο Ιωνάς μεσα απο το θεριόψαρο; «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεό μου και εισήκουσέ μου. Α­πό την κοιλιά τον Άδη άκουσες την κραυγή μου, ά­κουσες τη φωνή μου. Άβυσσος άπατη με έζωσε. Το κε­φάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, πού την κρατάνε αμπάρες ακατά­λυτες. Ας ανεβεί ή ζωή μου από τη φθορά προς εσέ­να, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα πού χάνεται ή ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο.
Ας έρθει ή προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μά­ταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα ε­γώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω». και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ' έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο πού να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πώς είμαι κερδισμέ­νος οπότε οι άλλοι λογαριάζουνε πώς είμαι ζημιωμέ­νος. και γιατί πήρα δύναμη από Κεΐνον να καταφρο­νήσω τον σατανά, πού παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησε με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες πού βλέ­πεις». και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πώς χαίρεται ο κόσμος!
Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές πού βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησε με και σαν απλώσεις μοναχά το χέ­ρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημέ­νος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρεις, σε καιρό πού αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ' αγαθά, μ' ό­λο πού δεν έχουνε τη δική σου την αξωσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυ­πήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, πού υποφέρνουνε από σένα!». Αλλη φορά τον άκουγα, μ' όλο πού δεν έκανα ότι μου έλεγε, μα τώ­ρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα.
Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους πού δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους πού τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και πού χορεύανε με τις γυναίκες πού δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους πού μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα πού δεν μπορούνε να τ' αποχωρι­στούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και πού καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, άντίς να τα λιγοστέψουνε.
Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι' αυτό ρίχνουνε από πά­νω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον πού ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πώς οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο από μέσα πλούτος και γι' αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά πού λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πώς ήτανε στ' αληθινά χαρά κι ευτυχία.
Μα γλήγορα κατάλαβα πώς ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πώς χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ' αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.
Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορ­μιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκονται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πώς είναι φτυχισμένοι. Ή χαρά ή αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς πού τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός.
Γι' αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος οποίος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν' ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος πού ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Ό­σο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί πού θρέφει κι από το κρασί πού δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.
Με τι λόγια να φχαριστήσω τον Κύριο μου, πού ήμουνα χαμένος και με χειροκράτησε, στραβός και μ' έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο έλπίζων έπ' Αυτόν».
Αδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι πού βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πώς έ­βλεπα μα τώρα κατάλαβα πώς ήμουνα στραβός και κουφός και ποδάγρας. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί άλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ' αυτιά ακούνε τα καλά μηνύ­ματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο πού πάγει εκεί οπού είναι ή αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί πού βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πώς είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι οποίος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεη­θεί. Ή λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι' αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.
Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί πού ήμουνα
τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν ή Μαρία πού κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ό βοριάς έ­κανε μεγάλη ταραχή άπ' όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πώς κλαίγανε και πώς παρακαλούσανε ν' ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το κα­ντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του άπονου στα εικονίσματα και στ' ασημωμένο Ευαγγέλιο.
Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι ό­ποιος είναι ξεχασμένος. Ό κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρ­τιά. Ό δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, πού κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πώς κερδίσανε την αθανασία, τώρα πού ήρθε ο καινούρ­γιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πώς σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Τι κάνουνε; Που πάνε; Σέ λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη ή οχλοβοή κι ή φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα πού δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, Τι ξεγελοιώσαστε; «Ινα Τι αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψευδός;».
Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950
(Από την Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Κυριακή-Δευτέρα 1-2 Ιανουαρίου 1984)

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Ευχές Χριστουγέννων

Με την ευκαιρία των Χριστουγέννων, εύχομαι όπως ο σαρκωθείς Θεός ευλογεί σας οικογενειακώς τας εισόδους και εξόδους σας και κάθε σας έργο εν παντί.
Καί τό νέο έτος 2009
να είναι ευλογημένο και δημιουργικό
εκπληρώνωντας κάθε σας ευγενή επιθυμία.

Και πάλιν
Καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές

Με αγάπη Χριστού

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ…………

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που αγωνίζεται
να ζει σύμφωνα με τις εντολές της Γραφής γιατί αυτός θα
αντικρίσει Τον Χριστό.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που αγωνίζεται στην προσευχή
ώστε η προσευχή του να είναι αδιάλειπτη.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που αφήνει το φως του
Χριστού να λάμψει στο εσωτερικό του σκότος, γιατί
Αυτός θα δει τον εαυτό του όπως ακριβώς είναι.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που κατακρίνει τον
εαυτό του, γιατί αυτός θα λάβει συγχώρεση.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που όταν πέφτει,
Ενώ θέλει να τα παρατήσει, πάλι σηκώνεται, γιατί
η προσπάθεια του αυτή ελκύει την χάρη, η οποία τον
δυναμώνει να αγωνίζεται.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που κατοικεί με τους
Αδελφούς του σε ενότητα, γιατί μεγάλη ανταμοιβή
θα έχει στον παράδεισο.

Ευλογημένος είναι ο μοναχός που απέκτησε την
ειρήνη του Αγίου Πνεύματος, γιατί γίνεται ο ίδιος
λιμάνι για τους γύρω του.

Ο Γέροντας Αμβρόσιος της Οπτινα μια φορά
ρώτησε « Τι είναι ο Μοναχισμός;» και απάντησε
κατάλληλα. « Ο μοναχισμός είναι μακαριότητα».

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Τι δώρο θα κάνεις Εσύ στο Χριστό;

+ Ο Άγιος Ιερώνυμος στη Βηθλεέμ.
Τέσσερις αιώνες περίπου μετά τη γέννηση του Χριστού, μια νύχτα των Χριστουγέννων, ο Άγιος Ιερώνυμος έρχεται προσκυνητής στη Βηθλεέμ.
Λαχταράει να προσκυνήσει το μέρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Έρχεται στο σπήλαιο της γεννήσεως ταπεινά και προσεύχεται.
Ο ίδιος μιλάει αργότερα για τη θεϊκή εμπειρία που είχε. Άκουσε σε όραμα τη γλυκιά φωνή του Θείου Βρέφους να απευθύνεται σ΄ αυτόν και αναρρίγησε.
- Ιερώνυμε τι θα μου προσφέρεις σήμερα, την ημέρα της γεννήσεώς μου; *
Ω θείο Βρέφος, το γνωρίζεις, για Σένα τα έχω εγκαταλείψει όλα... και την αυλή των Αρχιερέων, και τα μεγαλεία της Ρώμης, και τις ηδονές και τα πλούτη... Και αυτή την ώρα ο νους μου, όλη μου η καρδιά, οι σκέψεις μου και η ζωή μου ακόμη, τα πάντα ανήκουν σε Σένα! Τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω; Δεν έχω τίποτε άλλο... σήμερα την ημέρα της γιορτής σου...
Ακούει τότε τη φωνή του Θείου Βρέφους να του λέει:
- Έχεις Ιερώνυμε, έχεις κάτι που το λησμονείς και θέλω σήμερα να το καταθέσεις στα πόδια μου. *
Τι είναι αυτό ουράνιε Βασιλιά, αγάπη της αγάπης μου και ψυχή της ζωής μου, έχω πράγματι άλλο τίποτε για να σου δώσω; Θα ήμουν τόσο ταλαίπωρος ώστε να φυλάξω κάτι για μένα ! Πες μου γλυκύτατε Ιησού, τι ημπορώ να σου δώσω ακόμη;
(Και μετά από μια στιγμή σιγής άκουσε τη φωνή του παιδίου Ιησού, νατου απαντά!)
- Ιερώνυμε, δώσε μου... τις αμαρτίες σου!*
Τις αμαρτίες μου Αγιώτατε Θεέ ; ! Τι να τις κάνεις τις αμαρτίες μου;
- Ιερώνυμε δώσε μου όλες τις αμαρτίες σου, για να τις συγχωρήσω όλες.
Και ο Άγιος Γέρων αναλύθηκε σε δάκρυα, ευτυχίας και αγάπης και προσκύνησε το θείο Βρέφος.
Αδελφέ μου, όπως άλλοτε ο Άγιος Ιερώνυμος πλησιάζουμε και μείς σήμερα το Σωτήρα να Τον προσκυνήσουμε και να του προσφέρουμε λέγοντας:«Αγρυπνούμε και μεις Κύριε, για να σε δοξολογήσουμε, ανάψαμε τις λαμπάδεςμας, νηστέψαμε και θα κοινωνήσουμε... τι άλλο να σου χαρίσουμε Χριστέ;» Και κείνος θα μας κοιτάξει στα μάτια και θα μας πεί: «παιδί μου, καλά όλα αυτά αλλά εγώ ήρθα κοντά σας επειδή θέλω να μου χαρίσετε, όχι αυτά που εγώ σας έδωσα, αλλά κάτι δικό σας, αποκλειστικά δικό σας, ... τις αμαρτίες σας».
Αφήστε τις στα πόδια μου να τις συγχωρέσω και να αποκτήστε καθαρήψυχή, χωρίς αυτό δεν μπορείτε να πλησιάσετε τον Άγιο Θεό, χωρίς τηνκαθαρότητα δεν εισακούονται οι προσευχές σας.
Περάστε από το μυστήριο της εξομολόγησης για να καθαριστείτε και έπειτα χαρίστε μου την ψυχή σας καθαρή, ώστε να μπορέσω μετά να γεννηθώ και στην καρδιά σας και να μπείτε έτσι για πάντα στη βασιλεία των ουρανών.
Και μεις ας του απαντήσουμε Ψυχή μου:
Γενηθήτω Κύριε το θέλημά Σου !
Α μ ή ν.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

πρεσβυτέρα Καλυψώ Δημητριάδη

Συλλογές απο το έργο της πρεσβυτέρας... ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το πρώτο ταξίδι μου στο Θεοβάδιστο ορός Σινά, ήταν ό μεγαλύτερος σταθμός στην πνευματική μου πορεία. Ή αγιότητα του χώρου με καθήλωσε και με δίδαξε μυστικά, ότι είμαστε περαστικοί απ' αυτή τη ζωή. Το μόνο πού θα πάρουμε μαζί μας είναι ή πίστη και ή αγάπη στο Χριστό μας, ή καλοσύνη μας και τα καλά μας έργα. Τα υπέροχα και δυνατά αισθήματα πού έζησα εκεί, ήθελα ή δυνατόν να τα μοιραστώ μ' όλο τον κόσμο! Ό πανάγαθος Κύριος, άρχισε να κάνει το ταπεινό μου αίτημα πραγματικότητα. Με το τάλαντο της ποίησης πού τόσο ξαφνικά μου χάρισε, περιγράφω και μοιράζω τα αισθήματά μου για Κείνον αυθόρμητα, με απέραντη αγάπη σ' όλα τα αδέλφια μου, σε σας! Το πρώτο μου βιβλίο ταπεινά αφιερώνω στον Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραίθώ κ.κ. Δαμιανό, στον Δίκαιο της Ιεράς Μονής και πνευματικό μου πατέρα Παύλο πού με στήριξε και με προέτρεψε να γράφω και σε όλους τους ευσεβείς Σιναΐτες πού με βοήθησαν σ' αυτή μου την προσπάθεια. Ευχαριστίες ανήκουν στον Ιερέα σύζυγο μου π. Νεκτάριο Δημητριάδη καθώς και στα αγαπημένα μου παιδιά Μαργαρίτα, Παρασκευά και Βαλσάμω. Προσευχές αναπέμπω στον Δωροδότη Κύριο, για όσους οικονομικά και ηθικά συμπαραστάθηκαν στην έκδοση αυτού του βιβλίου και την αναπαραγωγή και διάθεση των ψηφιακών δίσκων (CD). Μακαρίζω δε τους αειμνήστους γονείς μου, Γεώργιο και Αθηνά, πού με μεγάλωσαν και με προίκισαν με τα πλούτη της δυνατής πίστης προς τον αληθινό Θεό. Θα τους ευγνωμονώ αιώνια γιατί μου χάρισαν το ιερότερο και μεγαλύτερο δώρο. Το βιβλίο μου ξεκινώ ποιητικά, με το βίο και το μαρτύριο Εκείνης πού προσκυνώ στα ταξίδια μου και πού υποδέχεται πάντα με άρρητη ευωδία, όχι μόνο εμένα, μα και τον κάθε ευλαβή προσκυνητή. Ακολουθούν ποιήματα πού έγραψα εκεί, πού περιγράφουν ό,τι έχω νοιώσει στο Όρος πού ό Θεός αγίασε περισσότερο απ' όλα τα όρη της γης. Το άγιο και Θεοβάδιστο Σινά. Το όρος πού ακούμπησα την ψυχή μου. Με αγάπη Χριστού αφιερώνω κάθε μου ποίημα σε όσους αγαπούν αληθινά και ενσυνείδητα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ;

Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΔΙΕΝΕΚΕΣ
ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ .
ΙΕΡΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ
ΚΑΡΥΕΣ

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ ΜΑΣ .

ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΦΩΣ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΠΥΡ.

Σούπερ μάρκετ Ουρανού

ΤΟ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Περπατούσα πριν καιρό στην λεωφόρο της ζωής.
Μιαμέρα είδα μια πινακίδα που έγραφε: «Σούπερμάρκετ Ουρανού».
Καθώς ήρθα πιο κοντά η πόρτα άνοιξε και δίχως να το καταλ΄βω, βρέθηκα μέσα.
Είδα οικοδεσπότες Αγγελούδια που στέκονταν παντού. Ένα αγγελούδι με πλησίασε, μου έδωσε ένα καλ΄θι και μου είπε: «ψώνισε με σύνεση».
Όλα όσα ένας χριστιανός χρειάζεται ήταν μές΄στο σούπερμάρκετ.
Όσα δεν μπορούσες να κουβαλήσεις σήμερα, θα μπορούσες να ξανάρθεις πάλι.
Στο καλάθι μου ρώτα έβαλα λίγη
«Υπομονή» και στην ίδια σειρά βρήκα την
«Αγάπη» και πιο κάτω την
«Κατανόηση».
Τα χρειάζσαι αυτά παντού, όπου κι αν πάς.
Πήρα μία σακούλα
«Σοφία» μια, δυό σακούλες
«Πίστη».
Δεν μπορούσα να προσπεράσω το Άγιο Πνεύμα γιατί ήταν παντού μέσα στην αίθουσα.
Σταμάτησα να πάρω λίγη
«Δύναμη» και
«Κουράγιο», για να βοηθηθώ να τρέξω στον αγώνα.
Σχεδόν το καλάθι μου είχε γεμίσει, μα θυμήθηκα ότι χρειαζόμουν την
«Ευλογία».
Δεν ξέχασα να πάρω τη
«Σωτηρία»
γιατί ήταν δωρεάν. Έτσι προσπάθησα και πήρα αρκετή και για τους δύο, για σένα και εμένα.
Οπωσδήποτε μην παραλείψω, μην προσπεράσω, την
«Ταπεινοφροσύνη», τη
«Συγχώρηση», τη
«Δικαιοσύνη» και την
«Ευγνωμοσύνη».
Τελικά ξεκίνησα για το ταμείο να πληρώση το λογαριασμό. Πίστευα ότι είχα ότι χρειαζόμουν για να εκπληρώσω την επιθυμία του δασκάλου μου.
Καθώς προχωρούσα στο διάδρομο είδα την
«Προσευχή» και την
«Εγκράτεια».
Σίγουρα τις χρειαζόμουν και τι δύο, γιατί ήξερα ότι μόλις βγώ έξω θα συναντούσα ην αμαρτία.
Η «Ειρήνη» και ή «Χαρά» ήταν εν αφθονία στο τελευταίο ράφι.
Το «Τραγούδι» και η «Δοξολογία» κρέμονταν στο πλάι κι έτσι έβαλα και από αυτά στο καλάθι μου.
Πλησιάζοντας τον άγγελλο στο ταμείο τον ρώτησα:
-Πόσα σας οφείλω;
-Πάρε τα μαζί σου όπου κι αν πάς, μου απάντησε με ένα μειδίαμα.
-Πόσα σας οφείλω γι όλα αυτά; Ξαναρώτησα
Ο Άγγελος χαμμογέλασε πάλι και μου είπε:
«Ο Χριστός έχει πληρώσει το λογαριασμό σου πριν πολλά πολλά χρόνια»

Κατάκριση

Διαβάστε με προσοχή....... γιατί δεν πρέπει να κρίνουμε ποτέ κανέναν.

ΠΡΩΙΝΟ ΡΟΦΗΜΑ
Πρωί στο κελί του Τιμίου Σταυρού του γέροντα Παΐσιου, κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Τρίτη μέρα της Σαρακοστής. Είμαστε έξω στο σκεπαστό κι ο γέροντας βράζει γάλα στο καμινέτο, πάνω σ’ ένα κούτσουρο.
Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δύο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος - ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι στο βράχο.Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη.
Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία –οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα.
Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει.
Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.
Τ’ ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.
Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια –τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους…