Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026 - Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026 - Μητρ. Ναυπάκτου κ.Ιερόθεος: «Γέρων Ανɑστάσɩος Κοʋẟοʋµɩɑνός, ένας σύɣꭓρονος θεολόɣος»

 

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ.

 


ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Ένα από τα κύρια πρόσωπα της Σταυρώσεως του Κυρίου ήταν και ο επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατιωτικού αποσπάσματος Εκατόνταρχος, ο οποίος είχε διαταχθεί από τον Ρωμαίο επίτροπο Πόντιο Πιλάτο να επιστατήσει στην σταύρωση του Ιησού.         

      Τα ιερά Ευαγγέλια αναφέρονται στον Ρωμαίο αξιωματικό, Εκατόνταρχο – Κεντυρίωνα, τον επονομαζόμενο Λογγίνο, του οποίου το όνομα διέσωσε  το απόκρυφο «Ευαγγέλιο του Νικοδήμου». Το όνομά του ίσως προέρχεται από την ελληνική λέξη «λόγχη». Πρόκειται για μία συμπαθή και εμβληματική μορφή, ο οποίος αν και συνέβαλλε στο μαρτύριο του Χριστού εκ καθήκοντος, μπόρεσε να κατανοήσει το άδικο πάθος Του και να διακηρύξει, κάτω από το Σταυρό, την θεότητά Του

      Σύμφωνα με πανάρχαια εκκλησιαστική παράδοση γεννήθηκε στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα στην Καππαδοκία, στην κώμη Σανδιάλη. Ήταν ιουδαϊκής καταγωγής και έκανε επαγγελματική καριέρα τον ρωμαϊκό στρατό. Μάλιστα, για την ανδρεία του και την σωφροσύνη του, έφτασε στο αξίωμα πού εκατόνταρχου, δηλαδή να διοικεί ομάδα εκατό στρατιωτών. Την εποχή εκείνη έτυχε να υπηρετεί στην Παλαιστίνη, υπό τις διαταγές του Ρωμαίου διοικητή Πόντιου Πιλάτου. 

     Όταν ο Χριστός είχε παραδοθεί στον Πιλάτο, ως «εχθρός της Ρώμης», με την κατηγορία, «διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν Βασιλέα είναι» (Λουκ.23,2) και καταδικαστεί «ένοχος θανάτου» (Ματθ.26,67), να πεθάνει ως κακούργος με σταυρικό θάνατο, είχε διαταχθεί να τεθεί επικεφαλής του αποσπάσματος της σταύρωσή Του, και μαζί των άλλων δύο ληστών.

      Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ιερών Ευαγγελίων είδε και έζησε όλα εκείνα τα συνταρακτικά γεγονότα της σταυρώσεως. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε την αθωότητά του και ένοιωσε βαθειά συμπάθεια για εκείνον. Δεν αναφέρεται καμιά πράξη βιαιότητας από μέρους του. Παρακολουθούσε με οδύνη το θέατρο του παραλόγου και άκουγε με πόνο τις φωνασκίες και τις κατάρες των Ιουδαίων: «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ.27,25). Άκουγε με πίκρα τους εμπαιγμούς κατά του παθόντα αθώου, μένοντας σκυθρωπός. Την ώρα που ο Χριστός εξέπνευσε, ολόκληρη η κτίση συνταράχτηκε και η γη σείστηκε συθέμελα και  βυθίστηκε στο σκοτάδι, μέρα μεσημέρι, για τρεις ώρες,  κατάλαβε ότι ο σταυρωθείς Ιησούς δεν ήταν απλός άνθρωπος και γι’ αυτό ομολόγησε ότι «αληθώς Θεού Υιός ην Ούτος» (Ματθ.27,54). Είναι η πρώτη ομολογία, πέραν του κύκλου των μαθητών του Χριστού, για την θεότητα Του!

     Καθήκον του ήταν επίσης να διαπιστώσει τον θάνατο των τριών εσταυρωμένων. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, από τον έλεγχο που έκανε, βεβαιώθηκε ότι δύο ληστές ήταν ακόμη ζωντανοί και διέταξε κάποιον στρατιώτη να συντρίψει τα χέρια και τα πόδια τους, για να επιταχύνει ο θάνατός τους.  Αντίθετα, διαπίστωσε ότι ο Ιησούς είχε πεθάνει. Για να βεβαιωθεί ακριβέστερα, λόγχευσε την πλευρά του αχράντου Σώματός Του και από αυτή έρευσε αίμα και ύδωρ, που σημαίνει ότι ο θάνατος του Χρήστου ήταν πραγματικός. Αναφέρει η παράδοση ότι το αίμα από την πλευρά του Χριστού έρευσε στο πρόσωπό του και τον θεράπευσε πάραυτα από ένα χρόνιο και επώδυνο οφθαλμικό νόσημα. Το γεγονός αυτό τον συντάραξε και του επιβεβαίωσε την πίστη του στη θεότητα του Χριστού. Ακολούθως πήγε στον ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο για να αναφέρει την εκτέλεση της αποστολής του, διαβεβαιώνοντάς τον  για τον θάνατο των καταδικασμένων. Ο Πιλάτος απόρησε για τον σύντομο θάνατο του Ιησού.

      Μετά την ταφή του Κυρίου οι Ιουδαίοι ζήτησαν από τον Πιλάτο να βάλει φρουρά στον τάφο, για να αποτρέψει μία πιθανή κλοπή του σώματος του Χριστού από τους μαθητές του (Ματθ.28,13). Σε αυτόν ανατέθηκε και πάλι να τεθεί επικεφαλής στρατιωτικού αποσπάσματος, για την φύλαξη του τάφου. Εκεί είχε ξανά την ευκαιρία και την ευλογία να ζήσει το θαυμαστό γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Μέσα στη νύχτα συνταράχτηκε, ο ίδιος και το απόσπασμα, διότι «σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ.28,2-4).  Το συνταρακτικό γεγονός του στερέωσε έτι περισσότερο την πίστη στη θεότητα του Χριστού. Με συγκίνησε άκουσε τα λόγια του αγγέλου να αναγγέλλει την Ανάστασή Του στις Μυροφόρες και τους Αποστόλους!          

      Χωρίς να χάσει χρόνο πήγε στον Πιλάτο, στον οποίο εξιστόρησε το μεγάλο θαύμα, βεβαιώνοντάς τον ότι δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο κλοπής του σώματος του καταδικασμένου. Όταν οι Ιουδαίοι τον πλησίασαν και προσπάθησαν να τον δωροδοκήσουν, για να πει ότι δήθεν κοιμήθηκε ο ίδιος και η φρουρά και οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού, αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχτεί κάτι τέτοιο, φωνάζοντας: «Τα μάτια μου είδαν το θαύμα και η ψυχή μου την αλήθεια. Σας διαβεβαιώνω ότι ούτε εγώ, ούτε οι δύο άλλοι στρατιώτες κοιμήθηκαν, έστω για λίγο. Η αλήθεια είναι πιο δυνατό από τα αργύριά σας. Μάταιο κόπο κάνετε να σκοτεινιάσετε αυτό που λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Εγώ θα εξακολουθώ να ομολογώ την Ανάσταση του Χριστού».

     Κατόπιν ο Λογγίνος παραιτήθηκε από το αξίωμά του, έψαξε και βρήκε τους Αποστόλους, κατηχήθηκε και έλαβε το άγιο Βάπτισμα. Ακολούθως αποσύρθηκε στην πατρίδα του την Καππαδοκία, στη Σανδιάλη, μαζί με δύο στρατιώτες του, οι οποίοι και αυτοί είχαν πιστέψει στο Χριστό, ιδρύοντας μία πρώιμη χριστιανική κοινότητα στην περιοχή εκείνη, ίσως την αρχαιότερη στην Μικρά Ασία. Εκεί άρχισε να κηρύττει την χριστιανική πίστη, μεταστρέφοντας πολλούς συντοπίτες του Ιουδαίους και Εθνικούς στο Χριστό. Αυτό εξόργισε τους φανατικούς ιουδαίους, οι οποίοι τον μισούσαν θανάσιμα, επειδή βεβαίωσε την ανάσταση του Χριστού και μετέστρεφε ομοπίστους τους στην Εκκλησία.  Για να τον εκδικηθούν, τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα της Ρώμης Τιβέριο (14-37 μ.Χ.), για προδοσία κατά του ρωμαϊκού Κράτους διότι υποστήριξε έναν καταδικασμένο για έγκλημα κατά της Ρώμης. Ο Τιβέριος αποδέχθηκε τις κατηγορίες και έδωσε διαταγή στον Πόντιο Πιλάτο να συλλάβει και να τιμωρήσει παραδειγματικά τον αποστάτη πρώην αξιωματικό πού ρωμαϊκού στρατού.

      Αυτός έστειλε απόσπασμα στην Καππαδοκία να συλλάβει τον Λογγίνο και να τον οδηγήσει σε αυτόν για να τον τιμωρήσει. Όταν έφτασε το απόσπασμα τη Σανδιάλη και εισέβαλε στο σπίτι του αναζητώντας τον, εκείνος ατάραχος δεν προσπάθησε να διαφύγει, αλλά παρέθεσε παράθεσε πλούσιο γεύμα και προσέφερε φιλοξενία στον επικεφαλής του αποσπάσματος και στους στρατιώτες. Αποδέχτηκαν με ευγνωμοσύνη την φιλοξενία, χωρίς να γνωρίζουν ποιος ήταν πραγματικά ο οικοδεσπότης.

      Εν τω μεταξύ οι στρατιώτες αναζητούσαν τον Λογγίνο στην περιοχή, χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα από κάποιες ημέρες αναζήτησης, χωρίς αποτέλεσμα και ενώ ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν άπρακτοι στην Ιερουσαλήμ και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της αποτυχίας τους, ο Λογγίνος τους αποκαλύφτηκε, ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, αφήνοντάς τους άναυδους! Μάλιστα τους  προέτρεψε να τον συλλάβουν και εκτελέσουν διαταγή του Πιλάτου! Εκείνοι με δισταγμούς τον οδήγησαν έξω από την πόλη και τον αποκεφάλισαν, μαζί με τους δύο στρατιώτες του.

Για να βεβαιώσουν τον Πιλάτο την επιτυχή έκβαση της αποστολής τους, πήραν μαζί τους τα κεφάλι του Λογγίνου και των δύο στρατιωτών.  Φτάνοντας στην Ιερουσαλήμ  τα προσκόμισαν στον Ρωμαίο ηγεμόνα, εκείνος τα πέταξε από το παράθυρο σε παρακείμενο βούρκο.

      Αλλά δεν έμελλε να μείνει η τίμια κεφαλή του Λογγίνου στη βρώμα του βούρκου.  Μία ευσεβής χήρα γυναίκα της Καππαδοκίας έτυχε να τυφλωθεί. Πίστεψε πως η τίμια κάρα του Λογγίνου θα της έδινε το φως της. Γι’ αυτό  πήρε την απόφαση να ταξιδέψει στην Ιερουσαλήμ να βρει και προσκυνήσει την τίμια κάρα του αγίου Μάρτυρα και επικαλεστεί τη βοήθειά του, με οδηγό και βοηθό το γιο της.

     Όταν έφτασαν στην Ιερουσαλήμ ο γιος της αρρώστησε και πέθανε. Η γυναίκα γεμάτη θλίψη και απελπισία γύριζε στην αγία Πόλη, με έντονη την ελπίδα, ότι θα έβρισκε την τίμια κάρα. Η θεία χάρις και η βοήθεια του αγίου την οδήγησαν στο βούρκο όπου ήταν ριγμένη. Παρακαλούσε τους περαστικούς να τη βοηθήσουν να φθάσει προς το μέρος της απορρίψεως των απορριμμάτων. Φθάνοντας εκεί, άρχισε να ψάχνει τα βρομόνερα με τα χέρια, ώσπου ένιωσε ότι ψηλαφούσε ένα κρανίο. Μόλις το άγγιξε παραμερίστηκε το σκοτάδι στα μάτια της και είδε την κάρα του αγίου να λάμπει σαν τον ήλιο!

      Με δάκρυα χαράς δοξολόγησε το Θεό και παίρνοντάς την στα χέρια της την ασπάσθηκε και την έφερε στο σπίτι που έμενε. Εκεί την καθάρισε, την μύρωσε, γεμίζοντας την ψυχή της με ουράνια αγαλλίαση. Την άλλη μέρα είδε πάλι τον άγιο Λογγίνο πλημμυρισμένο στο φως, με μάτια λαμπρά και κρατώντας από το χέρι το μοναχογιό της χαμογελαστό και ευτυχισμένο της είπε: «Μην κλαις, καλή μου, θα σου δείξω τον τόπο που βρίσκεται ο μοναχογιός σου, στη δόξα του Κυρίου, και θα ξαναβρείς το φως των ματιών σου. Θυμήσου όσα κάποτε σας είπα για το Χριστό, το Σωτήρα μας, για τα Πάθη και την Ανάστασή του, όσα είδα με τα μάτια μου. Και μάθε, ότι ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού».

      Μετά από αυτό, η ευσεβής εκείνη γυναίκα έλαβε μεγάλη παρηγοριά. Πήρε την τίμια κάρα και επέστρεψε στην πατρίδα της την Καππαδοκία. Την τοποθέτησε στο φτωχικό της, κάνοντάς το τόπο προσκύνησης μυριάδων πιστών της περιοχής και πηγή ιαμάτων χιλιάδων ασθενών.

      Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου.

      Έτσι δοξάζει ο Θεός όσους Τον τιμούν και έχουν αγαθή προαίρεση, όπως ο άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, ο οποίος, αν και συνέβαλε, εκ καθήκοντος, στην σταύρωση του Θεανθρώπου Λυτρωτή μας, κατέγνωσε την αθωότητά Του, ομολόγησε την θεότητά Του και ο Θεός τον ανάδειξε πολύτιμο σκεύος της Χάρης Του! Αυτό σημαίνει πως και ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, εφόσον μετανοήσει ειλικρινά, συγχωρείται και σώζεται! Αυτό είναι το μεγαλείο και η μοναδικότητα της χριστιανικής μας πίστεως!

 

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ – ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΟΛΕΚΑΣ (Αδελφός του αγωνιστή Νικηταρά)

 


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ – ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΟΛΕΚΑΣ

(Αδελφός του αγωνιστή Νικηταρά)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

       Μεταξύ των πολυπληθών Νεομαρτύρων στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας υπάρχουν και πολλοί Παιδομάρτυρες, δηλαδή ανήλικα παιδιά, τα οποία ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή τη μαρτυρία τους. Το άωρο της ηλικίας τους δεν τους εμπόδισε να δείξουν ηρωισμό και να καταφρονήσουν τις φοβέρες και τα βασανιστήρια των ανελέητων αλλόθρησκων τυράννων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυρας – Παιδομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας, αδελφός του γνωστού οπλαρχηγού και αγωνιστή Νικηταρά.

       Γεννήθηκε στα 1805 στο χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος – Τουρκολέκας, περίφημος και ονομαστός για την ανδρεία του, αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου Αρκαδίας, ο οποίος ήταν ο φόβος και ο τρόμος των τούρκων . Μητέρα του ήταν η ευσεβής και γενναία Σοφία, αδελφή της συζύγου (κουνιάδα) του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, την οποία διέκρινε η πίστη και η ευλάβεια στο Θεό, η τιμιότητα και η φλογερή φιλοπατρία. Είχε άλλα τρία αδέλφια, μεταξύ αυτών, τον γνωστό οπλαρχηγό Νικήτα, ή Νικηταρά και τον Νικόλαο, μια ιδιοφυία στην πολεμική τέχνη, την οποία είχε έμφυτη και αργότερα ονομάστηκε λοχαγός.

      Στα 1816 ο Ιωάννης, όντας 11 χρονών, μαζί με τον πατέρα του και κάποιον Αναγνώστη, γιο του οπλαρχηγού και αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, πήγαιναν στο απέναντι νησί των Κυθήρων. Προφανώς είχαν επικηρυχθεί από τις τουρκικές αρχές και ήθελαν να περάσουν στα Κύθηρα, για να γλυτώσουν. Ας σημειωθεί πως το νησί των Κυθήρων ήταν ελεύθερο και ανήκε από το 1815 στο Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων νήσων.  Έφτασαν στο λιμάνι της Νεάπολης της Λακωνίας και περίμεναν το πλοίο να περάσουν στην αντίπερα όχθη, αλλά είχε ξεσπάσει κακοκαιρία και επικρατούσε ισχυρή θαλασσοταραχή και ως εκ τούτου ο απόπλους ήταν αδύνατος. Όμως ο αγάς της περιοχής Χουσεΐν πληροφορήθηκε το γεγονός και έστειλε απόσπασμα, τους οποίους συνέλαβε με δόλο και τους έστειλε στην τουρκική αρχή της Μονεμβασιάς. Οι τούρκοι, αφού τους κακοποίησαν, τους έριξαν στη φυλακή του κάστρου.

       Ο διοικητής της Μονεμβασιάς δεν ήξερε τι να κάμει τους τρεις φυλακισμένους και γι’ αυτό ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα (τοπάρχη) του Μυστρά. Εκείνος τους απάντησε ότι βαρύνονται με σοβαρές κατηγορίες, οι οποίες επισείουν την ποινή του θανάτου. Δηλαδή διέτασσε τη θανάτωσή τους. 

      Την επόμενη ημέρα ο αγάς διέταξε τον αποκεφαλισμό των δύο ενηλίκων, του πατέρα του αγίου και του Αναγνώστη. Το δε παιδί το οδήγησαν, κατόπιν διαταγής του σε αυτόν. Προφανώς νόμιζε ότι θα μπορέσει να καταφέρει τον εξισλαμισμό του. Είχε προφανώς στο νου του την επιθυμία να το πάρει κοντά του ως ερωμένο του, αφού η παιδεραστία ήταν πολύ διαδεδομένη και νόμιμη στους μουσουλμάνους τούρκους. Τα σεράια τους ήταν γεμάτα από παιδιά χριστιανών, τα οποία άρπαζαν για να ικανοποιούν τις κτηνώδεις ορέξεις τους. Για να το κατορθώσει αυτό έπρεπε να αλλαξοπιστήσει, να εξισλαμισθεί.

       Πήρε το παιδί και το οδήγησε στο μέρος που εκείτο το αποκεφαλισμένο σώμα του πατέρα του. Το συμβάν το διηγείται ο ίδιος ο αγωνιστής Νικηταράς, ως εξής: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθισε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο

πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».

     Το γενναίο παιδί δε δείλιασε μπροστά στο φοβερό θέαμα του αποκεφαλισμένου πατέρα του και δε σκέφτηκε ούτε στιγμή να ανταλλάξει την πίστη του στον αληθινό Θεό με τη ζωή του. Οι δαιμονικοί και ανελέητοι αλλόθρησκοι δε λυπήθηκαν το απροστάτευτο ορφανό παιδί. Γι’ αυτούς, όπως επιτάσσει το Κοράνιο και διδάσκει η ισλαμική παράδοση, όποιος φονεύσει «άπιστο», δηλαδή Χριστιανό, έχει εξασφαλισμένο τον παράδεισο! Έτσι, χωρίς δισταγμό ύψωσαν το φονικό ξίφος και έκοψαν το κεφάλι του ηρωικού Ιωάννη, ο οποίος προστέθηκε στη χορεία των Νεομαρτύρων και Παιδομαρτύρων. Η σφαγή των τριών αυτών ανθρώπων έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1816, έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην παλαιά Μονεμβασιά. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, όπου έγινε η σφαγή του Παιδομάρτυρα Ιωάννη σχηματίστηκε με το αίμα του ένας Σταυρός, φανερό σημείο ότι εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού, στη χορεία των Μαρτύρων!

      Τα κεφάλια, του Μάρτυρα Ιωάννη και των άλλων δύο ανδρών, τα πήραν οι τούρκοι και τα έστειλαν πεσκέσι στον πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματά τους τα έθαψαν σε άγνωστο μέρος στη Μονεμβασιά. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο άγιος Ιωάννης και σχηματίστηκε ο τίμιος Σταυρός με το αίμα του, έγινε τόπος προσκυνήματος των Χριστιανών,  σημειώνονταν πολλά θαύματα και κατέστη πηγή παρηγοριάς και στήριξης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.

       Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου την ημέρα του μαρτυρίου του, στο χωριό της καταγωγής του Τουρκολέκα της επαρχίας Μεγαλουπόλεως Αρκαδίας, όπου υπάρχει ναός προς τιμήν του. 

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026 - Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026 - π. Νικόλαος Λουδοβίκος: « Η εντός ημών Βασιλεία »

 

π. Γεώργιος Σχοινάς, Ηλίας Λιαμής: «Εξηγήσεις και παρεξηγήσεις από την πνευματική ζωή»

 



«Εξηγήσεις και παρεξηγήσεις από την πνευματική ζωή»: Συζήτηση με τον π. Γεώργιο Σχοινά στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

 

.Η εσχατολογική ελπίδα, η προσδοκία της Βασιλείας του Θεού, καλεί τους χριστιανούς να ονειρεύονται και να αγωνίζονται για μια ζωή μεταμορφωμένη από την αγάπη. Η Εκκλησία παραμένει χώρος ελπίδας και ανανέωσης, όταν οι άνθρωποί της τολμούν να αγαπήσουν, να προσφέρουν και να αλλάξουν.

 

Στο «Ενοριακό Αρχονταρίκι» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», την Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, ο κ. Ηλίας Λιαμής, Δρ. Θεολογίας – Μουσικολόγος – Συγγραφέας, φιλοξένησε τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Σχοινά, Θεολόγος, σε μία συζήτηση με θέμα: «Εξηγήσεις και παρεξηγήσεις από την πνευματική ζωή».

Η συζήτηση αναπτύχθηκε γύρω από τη χριστιανική πίστη, την πνευματική ζωή, την Εκκλησία και τις δυσκολίες του σύγχρονου ανθρώπου. Κεντρική θέση ήταν ότι πολλές φορές οι άνθρωποι απομακρύνονται από τη χαρά της πίστης όχι επειδή δεν ενδιαφέρονται για τον Θεό, αλλά επειδή έχουν σχηματίσει λανθασμένες αντιλήψεις για Αυτόν, για την πνευματική καθοδήγηση και για τον σκοπό της χριστιανικής ζωής. Οι παρεξηγήσεις αυτές δημιουργούν φόβο, ενοχές, αυστηρότητα και πνευματική ακαμψία, ενώ η ουσιαστική σχέση με τον Χριστό προϋποθέτει ελευθερία, αγάπη, ταπείνωση και διάθεση για διαρκή ανανέωση.

Ο π. Γεώργιος επεσήμανε ότι η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από ταχύτατες αλλαγές, κοινωνική αναστάτωση και αβεβαιότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι άνθρωποι αναζητούν σταθερές και ξεκάθαρες απαντήσεις, ώστε να αισθάνονται ασφαλείς. Η ανάγκη αυτή, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε προσκόλληση σε απόλυτες ιδεολογίες και άκαμπτες απόψεις, ακόμη και σε νέους ανθρώπους που θεωρούνται ανοιχτόμυαλοι.

Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι προηγούμενες γενιές δημιούργησαν σημαντικές πνευματικές παραδόσεις, κοινότητες και ενοριακές δραστηριότητες, χάρη στην αφοσίωση ανθρώπων που προσέφεραν τον χρόνο και τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, η σταθερότητα αυτών των δομών ενδέχεται να καλλιέργησε την εντύπωση ότι η πίστη είναι κάτι δεδομένο και προβλέψιμο. Έτσι, δεν αναδείχθηκαν επαρκώς οι ανατροπές και οι εκπλήξεις που μπορεί να φέρει το Ευαγγέλιο.

Μία από τις σημαντικότερες παρεξηγήσεις που ανέφερε ο π. Γεώργιος είναι η αντίληψη ότι ο Θεός λειτουργεί σύμφωνα με προβλέψιμους κανόνες, τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει και να εφαρμόζει με βεβαιότητα. Όταν κάποιος πιστεύει ότι έχει κατανοήσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και ενεργεί ο Θεός, κινδυνεύει να αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο του δικαστή των άλλων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Φαρισαίος της ευαγγελικής παραβολής, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του δικαιωμένο επειδή τηρεί τις εντολές και συγκρίνει ευνοϊκά τη συμπεριφορά του με εκείνη των αμαρτωλών. Η αυτοδικαίωση αυτή δημιουργεί υπεροψία και απομακρύνει τον άνθρωπο από την ταπείνωση.

Αντίθετα, οι δοκιμασίες και ο προσωπικός πόνος μπορούν να αποκαλύψουν τις αδυναμίες μας και να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τους άλλους. Ο άνθρωπος που έχει συντριβεί από τις δυσκολίες της ζωής γίνεται συχνά πιο επιεικής, επειδή γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αξιολογήσει εύκολα την πορεία ενός άλλου προσώπου. Η ουσιαστική σχέση με τον Θεό αρχίζει όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας και αναγνωρίζει ότι χρειάζεται τη θεία χάρη.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε π. Γεώργιος στους θρησκευόμενους γονείς, οι οποίοι επιθυμούν να μεταδώσουν στα παιδιά τους την πίστη. Η προσπάθεια αυτή είναι θετική, αλλά δεν αρκεί η διδασκαλία των θρησκευτικών αρχών. Οι γονείς χρειάζεται να τις ενσαρκώνουν στην καθημερινή ζωή, μέσα από τη συμπεριφορά, την αγάπη, την ειλικρίνεια και τον σεβασμό.

Το κρίσιμο σημείο εμφανίζεται όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και επιλέγουν διαφορετική πορεία από εκείνη που επιθυμούν οι γονείς τους. Η απομάκρυνση από την Εκκλησία συχνά εκλαμβάνεται ως προσωπική αποτυχία των γονέων, προκαλώντας ενοχές και απόγνωση. Ωστόσο, η εξέλιξη ενός παιδιού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους γονείς. Συμμετέχουν επίσης η ελευθερία του ίδιου του παιδιού και η παρουσία του Θεού.

Η πίστη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο ελέγχου ή εξαναγκασμού. Όπως ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να επιλέξει, έτσι και οι γονείς καλούνται να σέβονται την ελευθερία των παιδιών τους, διατηρώντας ανοιχτή τη δυνατότητα επιστροφής. Η αγάπη τους πρέπει να παραμένει σταθερή ακόμη και όταν διαφωνούν με τις επιλογές τους.

Στη συζήτηση ασκήθηκε κριτική στη σύγχρονη τάση αναζήτησης εύκολων και απόλυτων απαντήσεων μέσω του διαδικτύου. Ορισμένοι διαδικτυακοί θρησκευτικοί ομιλητές παρουσιάζουν προσωπικές απόψεις ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες και διατυπώνουν κατηγορηματικές κρίσεις για το ποιος σώζεται και ποιος καταδικάζεται. Αυτή η πρακτική μπορεί να οδηγήσει ανθρώπους στην απελπισία, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι ένα συγκεκριμένο λάθος ή μια εξωτερική επιλογή τούς αποκλείει οριστικά από τη σωτηρία.

Αντί για την αναπαραγωγή αποσπασματικών αποφθεγμάτων και τη δημιουργία φανατικών ομάδων, προτείνεται η ουσιαστική μαθητεία στη θεολογία της Εκκλησίας και στην πατερική παράδοση. Η πίστη απαιτεί χρόνο, μελέτη, διάκριση και προσωπική ευθύνη. Ο χριστιανός δεν καλείται να υπερασπίζεται τον Θεό με αλαζονεία, αλλά να μαθαίνει να ζει σύμφωνα με το ήθος του Χριστού.

Ένα ακόμη βασικό ζήτημα είναι η σχέση ανάμεσα στην πνευματική ζωή και την ψυχολογική επιστήμη, δύο χώροι που δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατοι, καθώς μπορούν να προσφέρουν συμπληρωματική βοήθεια στον άνθρωπο. Ο πνευματικός ασχολείται με την πίστη, τη μετάνοια και την πνευματική πορεία, ενώ ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος μπορεί να αντιμετωπίσει ψυχικές δυσκολίες και παθολογικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, η κατάθλιψη δεν πρέπει να απορρίπτεται ως ανύπαρκτη ή να αποδίδεται αποκλειστικά σε πνευματικά αίτια. Όταν εμφανίζονται σοβαρά συμπτώματα, απαιτείται η συνδρομή ειδικών.

Αντίστοιχα, ο ειδικός ψυχικής υγείας οφείλει να σέβεται τις πνευματικές επιλογές του ανθρώπου, χωρίς να επιβάλλει τις προσωπικές του αντιλήψεις. Κοινή προϋπόθεση και των δύο προσεγγίσεων είναι η εξατομικευμένη αντιμετώπιση, η ευαισθησία και ο σεβασμός στην ιδιαιτερότητα κάθε προσώπου.

Ο π. Γεώργιος αναφέρθηκε στην διάκριση της ουσιαστικής πνευματικής καθοδήγησης από την αναζήτηση ενός διάσημου γέροντα που θα επικυρώνει τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις μας. Ο πνευματικός δεν είναι μάντης ούτε εργαλείο που προσφέρει τις απαντήσεις που επιθυμούμε να ακούσουμε. Η αληθινή καθοδήγηση μπορεί να είναι δύσκολη και επώδυνη, επειδή αποκαλύπτει αδυναμίες που ο άνθρωπος προτιμά να αγνοεί. Η ανακούφιση δεν προέρχεται πάντοτε από όσα μας καθησυχάζουν, αλλά μερικές φορές από την επίπονη αντιμετώπιση της αλήθειας. Επιπλέον, δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε τα λόγια των αγίων. Χρειάζεται να μιμούμαστε το ήθος τους, ιδιαίτερα την αγάπη, τη φιλανθρωπία και την προθυμία να πλησιάζουν ανθρώπους που η κοινωνία απορρίπτει.

Ο γάμος δεν αποτελεί απλή κοινωνική διευθέτηση ή μέσο ικανοποίησης των σωματικών αναγκών, αλλά κοινή πορεία αγάπης προς τον Χριστό. Η οικογένεια χρειάζεται κοινό όραμα, αμοιβαία προσφορά και διάθεση ανάληψης κινδύνων. Αν κυριαρχούν η ασφάλεια, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι υπολογισμοί, υποβαθμίζεται το πνευματικό νόημα του μυστηρίου.

Παράλληλα, οι νέοι, όπως επεσήμανε ο π. Γεώργιος, δεν στερούνται απλώς ενδιαφερόντων, αλλά συχνά δεν διαθέτουν πρότυπα χαράς και προοπτικής. Η Εκκλησία οφείλει να τους προσφέρει ένα όραμα μεγαλύτερο από την ηθική συμμόρφωση: τη θέωση, δηλαδή την πορεία προς την κοινωνία με τον Θεό.

Η Εκκλησία δεν πρέπει να θεωρεί ότι τα καλύτερα χρόνια της ανήκουν στο παρελθόν. Η εσχατολογική ελπίδα, η προσδοκία της Βασιλείας του Θεού, καλεί τους χριστιανούς να ονειρεύονται και να αγωνίζονται για μια ζωή μεταμορφωμένη από την αγάπη. Ζωντανές ενορίες δημιουργούνται κυρίως από ανθρώπους που αφοσιώνονται με ενθουσιασμό και προσωπική προσφορά, όχι από τυποποιημένες δραστηριότητες. Η Εκκλησία παραμένει χώρος ελπίδας και ανανέωσης, όταν οι άνθρωποί της τολμούν να αγαπήσουν, να προσφέρουν και να αλλάξουν.

π.Δ. Λινός, π.Κλ. Πυρουνάκης, Κων. Κορναράκης: Στον Κυκεώνα των παραβάσεων κοιτώντας τους ανθρώπους.

 


«Στον Κυκεώνα των παραβάσεων κοιτώντας τους ανθρώπους στα μάτια»: Συζήτηση στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…» μες τους π. Δημήτριο Λινό, π. Κλήμη Πυρουνάκη και Κωνσταντίνος Κορναράκη

 

Η πραγματική αντιμετώπιση της παραβατικότητας απαιτεί περισσότερα από την τιμωρία. Χρειάζεται εκπαίδευση, επαγγελματική αποκατάσταση, κοινωνική αποδοχή, προστασία των παιδιών, ουσιαστική ποιμαντική φροντίδα και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας.

 

Εκδήλωση - συζήτηση, στο πλαίσιο της σειράς «Ελεύθεροι διάλογοι», του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο του Ναού.

Το θέμα της συζήτησης ήταν: «Στον Κυκεώνα των παραβάσεων κοιτώντας τους ανθρώπους στα μάτια» και συμμετείχαν ο π. Δημήτριος Λινός, Καθηγητής Χειρουργικής, Διευθυντής Χειρουργικής του Ομίλου ΥΓΕΙΑ και εθελοντής Ιερέας, ο π. Κλήμης Πυρουνάκης, Συντονιστής του Δικτύου Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών και εθελοντής Ιερέας και ο κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης, Καθηγητής Χριστιανικής Ηθικής και Βιοηθικής στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ.

Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη ζωή των φυλακισμένων, στις αιτίες που οδηγούν έναν άνθρωπο στην παραβατικότητα και στη δυνατότητα ουσιαστικής επανένταξής του στην κοινωνία. Κεντρικό ερώτημα ήταν πώς μπορεί η κοινωνία, η Εκκλησία και ο κάθε πολίτης να σταθούν δίπλα στους ανθρώπους που βρίσκονται στη φυλακή, όχι αντιμετωπίζοντάς τους αποκλειστικά ως παραβάτες, αλλά αναγνωρίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον πόνο και την ανάγκη τους για αγάπη και αποδοχή. Μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες των δύο κληρικών, αναδείχθηκε η σημασία της ενσυναίσθησης, της εκπαίδευσης, της ποιμαντικής φροντίδας και του εθελοντισμού. Η βασική θέση της συζήτησης ήταν ότι η φυλακή δεν αποτελεί μόνο χώρο τιμωρίας, αλλά και χώρο στον οποίο μπορεί να αρχίσει μια βαθιά διαδικασία αυτογνωσίας, αλλαγής και αναγέννησης.

Ο π. Κλήμης περιέγραψε την πολυετή εμπειρία του στις φυλακές ανδρών και γυναικών. Από το 2008, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση σχολείου στις γυναικείες φυλακές του Ελεώνα Θηβών, ήρθε σε στενή επαφή με κρατούμενες και διαπίστωσε πόσο σύνθετη είναι η πραγματικότητά τους. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή του σε πρόγραμμα στις φυλακές Χαλκίδας.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, οι άνθρωποι που παραβατούν δεν αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων, εντελώς διαφορετική από την υπόλοιπη κοινωνία. Πολλοί έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα φτώχειας, κοινωνικής στέρησης, έλλειψης παιδείας, κακοποίησης και προβληματικών οικογενειακών σχέσεων. Οι εμπειρίες αυτές μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την ψυχοσύνθεσή τους και να τους οδηγήσουν σε συμπεριφορές που προκαλούν πόνο στους άλλους και τελικά τους φέρνουν αντιμέτωπους με τον νόμο.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις γυναίκες κρατούμενες, πολλές από τις οποίες έχουν βιώσει εκμετάλλευση, βία και εγκατάλειψη. Ορισμένες οδηγήθηκαν σε παραβατικές πράξεις από την ανάγκη να εξασφαλίσουν τα προς το ζην ή υπό την επιρροή ανθρώπων που τις εκμεταλλεύονταν. Πίσω από τις πράξεις τους υπάρχουν συχνά τραύματα και ανεκπλήρωτες ανάγκες για στοργή, ασφάλεια και ανθρώπινη επαφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοείται η σοβαρότητα των αδικημάτων ή ο πόνος των θυμάτων. Σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της παραβατικότητας απαιτεί να εξετάζονται και οι συνθήκες που τη διαμόρφωσαν, ώστε να αναζητούνται τρόποι πρόληψης και ουσιαστικής αλλαγής.

Ο π. Δημήτριος περιέγραψε την εμπειρία του από τις επισκέψεις στις γυναικείες φυλακές και τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία. Εκεί ανακάλυψε μια διαφορετική διάσταση της εκκλησιαστικής ζωής: γυναίκες που, παρά το παρελθόν και τις δυσκολίες τους, προσεγγίζουν τη λατρεία με συγκίνηση, αξιοπρέπεια και βαθιά επιθυμία για πνευματική ανακούφιση. Η εμπειρία αυτή τον έκανε να αναθεωρήσει ορισμένες αντιλήψεις του και να συνειδητοποιήσει ότι η ουσιαστική πίστη δεν μπορεί να περιορίζεται σε εξωτερικούς κανόνες και τυπικές συμπεριφορές. Χρειάζεται να εκφράζεται ως έμπρακτη αγάπη προς τον άνθρωπο που υποφέρει.

Ο π. Κλήμης υποστήριξε ότι ο ρόλος του ιερέα δεν είναι να λειτουργεί ως δικαστής, αστυνομικός ή δεσμοφύλακας. Είναι πρωτίστως παιδαγωγός και συνοδοιπόρος, που βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τα λάθη του και να αναζητήσει έναν διαφορετικό δρόμο ζωής.

Κεντρικό σημείο αναφοράς ήταν η παραβολή του ασώτου υιού. Όπως ο πατέρας υποδέχεται τον γιο του χωρίς να τον απορρίπτει εξαιτίας των σφαλμάτων του, έτσι και η κοινωνία καλείται να προσφέρει δυνατότητες επιστροφής και αποκατάστασης. Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι το λάθος δεν έχει συνέπειες, αλλά ότι ο άνθρωπος δεν ταυτίζεται για πάντα με το λάθος του.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της συζήτησης ήταν η δυσκολία αποδοχής των αποφυλακισμένων. Πολλοί άνθρωποι, όταν επιστρέφουν στην ελεύθερη ζωή, αντιμετωπίζουν καχυποψία, απόρριψη και κοινωνικό αποκλεισμό. Το παρελθόν τους γίνεται ένα μόνιμο στίγμα, το οποίο δυσκολεύει την εύρεση εργασίας, τη δημιουργία σχέσεων και την προσπάθεια να ξεκινήσουν από την αρχή.

Οι συνομιλητές επεσήμαναν ότι η κοινωνία συχνά διαχωρίζει τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς», θεωρώντας ότι όσοι έχουν παρανομήσει δεν αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία. Μια τέτοια στάση, όμως, μπορεί να ενισχύσει τον αποκλεισμό και να εμποδίσει την επανένταξη.

Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι κανείς δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του απολύτως προστατευμένο από τις δυσκολίες και τις περιστάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια λανθασμένη επιλογή. Η επισήμανση αυτή δεν εξισώνει όλες τις πράξεις ούτε καταργεί την προσωπική ευθύνη. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πρέπει να εξαρτάται από το κοινωνικό παρελθόν κάποιου.

Οι συνομιλητές άσκησαν επίσης κριτική στη σκληρότητα που εμφανίζεται ακόμη και σε θρησκευτικούς κύκλους. Όταν η θρησκευτικότητα μετατρέπεται σε κατάκριση και αποκλεισμό, απομακρύνεται από το μήνυμα της αγάπης που υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση κατείχε η εκπαίδευση μέσα στις φυλακές. Ο π. Κλήμης αναφέρθηκε στην εμπειρία σχολείων που προσφέρουν στους κρατουμένους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γνώσεις, δεξιότητες και νέες προοπτικές. Παρουσιάστηκαν ενδεικτικά στοιχεία από σχολεία φυλακών, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό επιστροφής στην παραβατικότητα μεταξύ αποφοίτων ήταν σημαντικά χαμηλότερο από το ποσοστό που αναφέρεται για τον γενικό πληθυσμό των αποφυλακισμένων.

Η εκπαίδευση, ωστόσο, δεν πρέπει να περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών. Χρειάζεται να περιλαμβάνει μουσική, ζωγραφική, επαγγελματική κατάρτιση και δημιουργικές δραστηριότητες που ενισχύουν την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση. Επ’ αυτού ασκήθηκε κριτική στο εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στην αποστήθιση, στον καταναγκασμό και στην πίεση για ακαδημαϊκή επιτυχία. Χρειάζεται ένα πιο ευέλικτο και βιωματικό μοντέλο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και στις δυνατότητες κάθε παιδιού. Η πρόληψη της παραβατικότητας, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, αρχίζει από το σχολείο και την οικογένεια, πολύ πριν ένας άνθρωπος φτάσει στη φυλακή.

Η βοήθεια προς τους κρατουμένους δεν πρέπει να σταματά την ημέρα της αποφυλάκισης. Αντίθετα, τότε αρχίζει μια κρίσιμη περίοδος, κατά την οποία οι άνθρωποι χρειάζονται στέγη, εργασία, κοινωνική αποδοχή και ένα υποστηρικτικό περιβάλλον.

Περιεγράφηκαν πρωτοβουλίες που επιδιώκουν να δημιουργήσουν πραγματικές δυνατότητες επανένταξης, με προγράμματα απασχόλησης, σε συνεργασίες με επιχειρήσεις και σε μέτρα επιδότησης της εργασίας αποφυλακισμένων, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για τους εργοδότες. Παράλληλα, παρουσιάστηκε το εργαστήριο ραπτικής και το κατάστημα «Modistra Hopemade», όπου γυναίκες κατασκευάζουν τσάντες, πορτοφόλια και άλλα προϊόντα. Η δραστηριότητα αυτή τους προσφέρει επαγγελματικές δεξιότητες και εισόδημα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη χρηματοδότηση της υποστήριξης άλλων γυναικών.

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και ο ξενώνας που φιλοξενεί αποφυλακισμένες γυναίκες. Μέσα σε αυτόν, οι γυναίκες μπορούν να βρουν προσωρινή ασφάλεια και στήριξη, ιδιαίτερα όταν δεν διαθέτουν οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μια κοινότητα υποδοχής, όπου οι πρώην κρατούμενες δεν αντιμετωπίζονται ως ανεπιθύμητες, αλλά ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας.

Οι συνομιλητές αναφέρθηκαν και στα παιδιά που μεγαλώνουν σε κακοποιητικά περιβάλλοντα. Τόνισαν ότι η παραμέληση, η βία και η απουσία αγάπης μπορούν να δημιουργήσουν βαθιά τραύματα, τα οποία ενδέχεται να εκδηλωθούν αργότερα με οργή, παραβατικότητα ή εξαρτήσεις. Η κοινωνία δεν μπορεί να περιορίζεται στην κατασκευή περισσότερων φυλακών, χωρίς να επενδύει στην προστασία των παιδιών, στην ψυχολογική υποστήριξη και στην εκπαίδευση.

Η συζήτηση ανέδειξε σοβαρές ελλείψεις στην υγειονομική και ψυχολογική φροντίδα των κρατουμένων. Έκαναν λόγο για την ανάγκη ψυχιάτρων και άλλων ιατρικών ειδικοτήτων, καθώς και για την ανεπαρκή υποστήριξη των εργαζομένων στις φυλακές. Οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν υψηλό εργασιακό άγχος και κίνδυνο επαγγελματικής εξουθένωσης. Για τον λόγο αυτό χρειάζονται επιμόρφωση, κατάλληλες συνθήκες εργασίας και ψυχολογική υποστήριξη.

Παράλληλα, προβλήθηκε ο εθελοντισμός ως αναγκαία μορφή κοινωνικής προσφοράς. Γιατροί, εκπαιδευτικοί, καλλιτέχνες, φοιτητές και άλλοι πολίτες μπορούν να προσφέρουν χρόνο και γνώσεις, συμβάλλοντας στην κάλυψη των αναγκών των φυλακών. Η εθελοντική δράση, ωστόσο, δεν απαλλάσσει την Πολιτεία από την ευθύνη της να εξασφαλίζει επαρκείς υπηρεσίες και οργανωμένες δομές.

Το κεντρικό μήνυμα της συζήτησης ήταν ότι η πραγματική αντιμετώπιση της παραβατικότητας απαιτεί περισσότερα από την τιμωρία. Χρειάζεται εκπαίδευση, επαγγελματική αποκατάσταση, κοινωνική αποδοχή, προστασία των παιδιών, ουσιαστική ποιμαντική φροντίδα και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας.

Η Εκκλησία καλείται να εκφράζει την αγάπη όχι μόνο μέσα στη λατρεία, αλλά και στην καθημερινή ζωή, μέσα από την υποστήριξη των ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη. Οι μικρές κοινότητες και οι ενορίες μπορούν να αποτελέσουν χώρους έμπρακτης αλληλεγγύης, όπου κανείς δεν αποκλείεται εξαιτίας του παρελθόντος του.

Τέλος, οι συνομιλητές κάλεσαν όλους να εγκαταλείψουν την κατάκριση και να αναρωτηθούν αν αγαπούν πραγματικά τον συνάνθρωπό τους. Η επίσκεψη στη φυλακή, η προσφορά βοήθειας και η αποδοχή ενός αποφυλακισμένου αποτελούν, σύμφωνα με το ευαγγελικό μήνυμα, έμπρακτες εκφράσεις της αγάπης προς τον Χριστό. Η ουσιαστική ελευθερία δεν εξαντλείται στην έξοδο από τη φυλακή. Προϋποθέτει τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να ξαναχτίσει τη ζωή του, να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και να γίνει ενεργό μέλος μιας κοινωνίας που δεν τον εγκαταλείπει, αλλά του προσφέρει την ευκαιρία να αλλάξει.

8 Οκτωβρίου, μνήμη της Αγίας μάρτυρος Πελαγίας, της παρθένου: Ιερού Χρυσοστόμου,ΟΜΙΛΙΑ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΟ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΑ

 






[[ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

    Ο εγκωμιαστικός λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου στην αγία Πελαγία την Παρθενομάρτυρα εκφωνήθηκε στην Αντιόχεια, κατά την ετήσια εορτή της μνήμης της στις 8 Οκτωβρίου, πιθανότατα κατά την περίοδο της ιερατικής και κηρυκτικής δράσης του εκεί (386–397 μ.Χ.). Το ακριβές έτος εκφώνησης δεν είναι γνωστό. Η αγία Πελαγία η Παρθενομάρτυς της Αντιόχειας έζησε στα τέλη του 3ου – αρχές του 4ου αιώνα μ. Χ. και μαρτύρησε σε ηλικία περίπου δεκαπέντε ετών, κατά την περίοδο των μεγάλων διωγμών κατά των Χριστιανών από τον Νουμεριανό. Η αγία Πελαγία η Παρθενομάρτυς δεν πρέπει να συγχέεται με την επίσης Αντιοχειανή οσία Πελαγία(5ος αι. μ.Χ), η οποία, σύμφωνα με την αγιολογική παράδοση, εγκατέλειψε τον προηγούμενο αμαρτωλό βίο της, μετανόησε και ακολούθησε αυστηρή ασκητική ζωή. Πρόκειται επομένως για δύο διαφορετικά πρόσωπα και δύο διαφορετικές μορφές αγιότητας: στην πρώτη δεσπόζει το μαρτύριο και η διαφύλαξη της παρθενίας, ενώ στη δεύτερη η μετάνοια και η άσκηση. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη και των δύο στις 8 Οκτωβρίου, γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση ως προς την ταυτότητά τους]].

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

  ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

  ΟΜΙΛΙΑ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΟ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΑ      

    α.  Ευλογημένος ο Θεός! Και γυναίκες ακόμη τώρα πια περιπαίζουν τον θάνατο και νεαρές κόρες τον περιγελούν· και παρθένες πάρα πολύ νέες, που δεν έχουν γνωρίσει τον γάμο, ορμούν με χαρά στα ίδια τα κεντριά του Άδη και τίποτα φοβερό δεν παθαίνουν[Α΄Κορ.15,55-57: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος. Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ(:Πού είναι, θάνατε, το φαρμακερό κεντρί σου; Πού είναι, Άδη, η νίκη σου; Δεν έχει πλέον ο θάνατος κεντρί. Διότι το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία. Και η δύναμη της αμαρτίας είναι ο νόμος. Διότι αν δεν υπήρχε νόμος, δεν θα λογαριαζόταν η αμαρτία και δεν θα αμάρταναν οι άνθρωποι συνειδητά. Ας αναπέμπουμε, λοιπόν, ευχαριστία στον Θεό, ο Οποίος μας δίνει τη νίκη διαμέσου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού)»].

    Όλα, λοιπόν, αυτά τα αγαθά μάς δόθηκαν χάρη στον Χριστό, που γεννήθηκε από Παρθένο· γιατί μετά από εκείνες τις μακάριες ωδίνες και τον γεμάτο ιερό δέος τοκετό, καταλύθηκε η ισχύς του θανάτου και παρέλυσε η δύναμη του διαβόλου· έτσι ο θάνατος έγινε πια εύκολο να περιφρονηθεί όχι μόνο από τους άνδρες, αλλά και από τις γυναίκες, και όχι μόνο από τις γυναίκες, αλλά ακόμη και από νεαρές κόρες. Γιατί, όπως ακριβώς ένας εξαιρετικός ποιμένας πιάνει ένα λιοντάρι που κατατρομάζει τα ζώα και κατασπαράζει ολόκληρο το κοπάδι, και, αφού του αφαιρέσει τα δόντια και τα νύχια και του κουρέψει τη χαίτη, το κάνει ανίσχυρο, ώστε να μπορεί κανείς εύκολα να το περιφρονεί και να το περιγελά, και το παραδίδει πια ακόμη και σε μικρούς βοσκούς και σε κόρες για να παίζουν περιφρονητικά μαζί του· έτσι ακριβώς και ο Χριστός αιχμαλώτισε τον θάνατο, που από τη φύση του ήταν φοβερός για εμάς και τρομοκρατούσε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, και, αφού εξάλειψε ολοκληρωτικά τον φόβο που αυτός προκαλούσε, τον παρέδωσε ανίσχυρο, ώστε ακόμη και νεαρές παρθένες να μπορούν να τον περιπαίζουν.

     Γι’ αυτό ακριβώς και η μακαρία Πελαγία έτρεξε προς τον θάνατο με τόσο μεγάλη χαρά, ώστε δεν περίμενε να πέσει στα χέρια των δημίων, ούτε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο· αντίθετα, με την εξαιρετική προθυμία της πρόλαβε να ενεργήσει πριν εκδηλωθεί εναντίον της η δική τους ωμότητα. Ήταν, βέβαια, προετοιμασμένη να υποστεί βασανιστήρια, όργανα βασανισμού και κάθε μορφή τιμωρίας· εκείνο, όμως, που φοβόταν ήταν μήπως, εξαιτίας της βίας των διωκτών, χάσει το στεφάνι της παρθενίας της.

    Και για να καταλάβεις ότι αυτό που φοβόταν δεν ήταν τα βασανιστήρια, αλλά η ακόλαστη βία των ασεβών εναντίον της παρθενίας της, ενεργεί πριν από αυτούς και προλαβαίνει να σώσει τον εαυτό της από την άσεμνη και ατιμωτική κακοποίηση. Κάτι τέτοιο κανείς από τους άνδρες μάρτυρες δεν επιχείρησε ποτέ· εκείνοι όλοι οδηγήθηκαν στο δικαστήριο και εκεί απέδειξαν την ανδρεία τους. Οι γυναίκες όμως, επειδή ήταν περισσότερο εκτεθειμένες σε μια τέτοια προσβολή, επινόησαν για τον εαυτό τους αυτόν τον τρόπο θανάτου. Γιατί, αν της ήταν δυνατόν και την παρθενία της να διαφυλάξει και τα στεφάνια του μαρτυρίου συγχρόνως να κερδίσει, δεν θα απέφευγε να οδηγηθεί στο δικαστήριο. Εφόσον όμως, αν ακολουθούσε αυτή την οδό, ήταν αναπόφευκτο να στερηθεί το ένα από τα δύο, θεώρησε πως θα ήταν έσχατη ανοησία, ενώ μπορούσε με την επιλογή της να κερδίσει και τη νίκη της παρθενίας και τη νίκη του μαρτυρίου, να αναχωρήσει από τη ζωή έχοντας κερδίσει μόνο το ένα στεφάνι.

     Γι’ αυτό δεν θέλησε να οδηγηθεί στο δικαστήριο και να εκτεθεί ως θέαμα σε ακόλαστα μάτια, ούτε να δώσει σε ασελγή βλέμματα την ευκαιρία να τέρπονται κοιτάζοντας τη μορφή της και να ατιμάσουν εκείνο το άγιο σώμα· αλλά από τον επίγειο θάλαμο, όπου ζούσε απομονωμένη στον γυναικωνίτη, πέρασε κατευθείαν σε έναν άλλο θάλαμο, στον ουρανό. Μεγάλο, βέβαια, κατόρθωμα ανδρείας είναι να βλέπει κανείς τους δημίους να στέκονται γύρω του και να του κατατρυπούν τα πλευρά με τα βασανιστήρια· όμως ούτε αυτό είναι μικρότερο από εκείνο. Για τους μάρτυρες που έχουν ήδη εξαντληθεί από τα αλλεπάλληλα και ποικίλα βασανιστήρια, ώστε ακόμη και η αίσθησή τους να έχει αμβλυνθεί, ο θάνατος δεν φαίνεται πλέον φοβερός· αντίθετα, μπορεί να φαίνεται ως απαλλαγή και ανακούφιση από τα δεινά που τους βασανίζουν. Εκείνη, όμως, τίποτε παρόμοιο δεν είχε ακόμη υποστεί · άθικτο είχε ακόμη το σώμα της, κανέναν πόνο δεν είχε ακόμη αισθανθεί. Γι’ αυτό χρειαζόταν εξαιρετικά μεγάλο και γενναίο φρόνημα για να αποφασίσει να εγκαταλείψει την παρούσα ζωή με βίαιο θάνατο.

   Επομένως, όπως θαυμάζεις τους άλλους μάρτυρες για την καρτερία με την οποία υπέμειναν τα βασανιστήρια, έτσι να θαυμάζεις και την Πελαγία για την ανδρεία της· και όπως μένεις κατάπληκτος από τη δική τους υπομονή, έτσι να μένεις κατάπληκτος και από το δικό της γενναίο φρόνημα, χάρη στο οποίο τόλμησε έναν τέτοιο θάνατο. Και μην προσπεράσεις επιπόλαια αυτό που συνέβη· προσπάθησε να φανταστείς σε ποια ψυχική κατάσταση ήταν φυσικό να βρεθεί μια τρυφερή και άπειρη νεαρή κόρη, που έως τότε δεν γνώριζε σχεδόν τίποτε έξω από την προστατευμένη ζωή του θαλάμου της, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκαν μπροστά της στρατιώτες, στάθηκαν στην πόρτα της, την καλούσαν να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και επιχειρούσαν να τη σύρουν δημόσια στην αγορά για μια υπόθεση τόσο σοβαρή και τόσο μεγάλη. Ούτε ο πατέρας της βρισκόταν μέσα, ούτε η μητέρα της ήταν παρούσα, ούτε τροφός, ούτε υπηρέτρια, ούτε γείτονας, ούτε φίλη· αλλά είχε βρεθεί ολομόναχη και απομονωμένη ανάμεσα σε εκείνους τους δημίους.

   Το ότι, μέσα σε μια τόσο τρομακτική κατάσταση, βρήκε τη δύναμη να βγει και να απαντήσει σε εκείνους τους στρατιώτες-δημίους της, το ότι βρήκε τη δύναμη να ανοίξει το στόμα της και να μιλήσει, το ότι βρήκε τη δύναμη να τους αντικρίσει, το ότι βρήκε τη δύναμη ακόμη και να σταθεί όρθια και να αναπνεύσει, πώς είναι δυνατόν να μην προκαλεί κατάπληξη και θαυμασμό; Αυτά ξεπερνούσαν τις δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης· το μεγαλύτερο μέρος το πρόσφερε η θεία ώθηση και ενίσχυση. Ωστόσο ούτε η ίδια παρέμενε άπραγη περιμένοντας απλώς τη θεία βοήθεια· πρόσφερε όλα όσα εξαρτιόνταν από τη δική της θέληση: την προθυμία, το υψηλό φρόνημα, τη γενναιότητα, τη θέληση, τη συνειδητή επιλογή, τη σπουδή και τον ζήλο της. Το να φτάσουν, όμως, όλα αυτά στην τελική τους πραγμάτωση οφειλόταν στη βοήθεια του Θεού και στην εύνοια που ερχόταν από ψηλά.

    Γι’ αυτό αξίζει και να τη μακαρίζουμε για τη θεία συμμαχία που δέχθηκε και να τη θαυμάζουμε για τη δική της προθυμία. Γιατί ποιος δεν θα έμενε δικαιολογημένα κατάπληκτος ακούγοντας ότι μέσα σε μία μόνο στιγμή μια τόσο μεγάλη και φοβερή απόφαση, και την συνέλαβε και την οριστικοποίησε μέσα της και αμέσως την πραγματοποίησε; Όλοι ασφαλώς γνωρίζετε από την εμπειρία σας ότι, ακόμη και όταν έχουμε σκεφτεί και σχεδιάσει κάτι επανειλημμένα επί πολύ χρόνο, όταν φτάσει η στιγμή που απαιτεί να εφαρμόσουμε στην πράξη όσα αποφασίσαμε και έστω ένας μικρός φόβος κυριεύσει τον νου μας, συχνά σκορπίζουμε μονομιάς όλα τα σχέδιά μας, επειδή η αγωνία μάς καταλαμβάνει και μας τρομοκρατεί.

   Εκείνη, όμως, κατόρθωσε μέσα σε μία μόνο στιγμή να συλλάβει και να αποδεχθεί μια τόσο φοβερή απόφαση, να την οριστικοποιήσει μέσα της και να την πραγματοποιήσει. Και ούτε ο τρόμος των περιστάσεων, ούτε η πίεση της στιγμής, ούτε η εγκατάλειψή της, ενώ βρισκόταν στο στόχαστρο των διωκτών, ούτε το ότι είχε μείνει μόνη μέσα στο σπίτι, ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο τάραξε εκείνη τη μακαρία. Αντίθετα, ενεργούσε με απόλυτη αφοβία, σαν να είχε δίπλα της φίλους και γνώριμους· και αυτό ήταν απολύτως φυσικό. Γιατί στην πραγματικότητα δεν βρισκόταν μόνη εκεί μέσα· είχε ως σύμβουλο και συμπαραστάτη της τον Ιησού. Εκείνος ήταν αοράτως παρών κοντά της, Εκείνος άγγιζε και ενίσχυε την καρδιά της, Εκείνος εμψύχωνε την ψυχή της και Εκείνος μόνος απομάκρυνε από μέσα της τον φόβο. Και ο Ιησούς δεν της πρόσφερε αυτή τη βοήθεια χωρίς λόγο ή χωρίς τη δική της προηγούμενη προετοιμασία· την ενίσχυε επειδή η ίδια η μάρτυς, με την προθυμία και την προαίρεσή της, είχε προηγουμένως καταστήσει τον εαυτό της άξιο να δεχθεί τη βοήθειά Του.

   β.  Βγήκε, λοιπόν, και ζήτησε από τους στρατιώτες να της επιτρέψουν να ξαναμπεί μέσα, δήθεν για να αλλάξει τα ενδύματά της· όταν, όμως, μπήκε, άλλαξε ένδυμα με πολύ βαθύτερη έννοια: εγκατέλειψε τη φθαρτή και πρόσκαιρη ζωή και ντύθηκε την αφθαρσία, την αθανασία και την ατελεύτητη ζωή[Α΄ Κορ. 15,53: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν(:Και θα αλλάξουμε, διότι πρέπει το φθαρτό αυτό σώμα να ντυθεί αφθαρσία, και το θνητό αυτό σώμα να ντυθεί αθανασία)»]. Πέρα, όμως, από όλα όσα προαναφέρθηκαν, θαυμάζω και το εξής: πώς οι στρατιώτες δέχθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά της, πώς εξαπάτησε τους άνδρες η γυναίκα, πώς δεν υποψιάστηκαν καθόλου τίποτε από όσα επρόκειτο να συμβούν και πώς δεν αντιλήφθηκαν το τέχνασμα με το οποίο θα τους διέφευγε. Δεν μπορεί μάλιστα να υποστηρίξει κανείς ότι οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να υποψιαστούν μια τέτοια εξέλιξη επειδή ποτέ πριν δεν είχε συμβεί κάτι ανάλογο. Η εποχή εκείνη είχε γνωρίσει πολλά παρόμοια δραματικά περιστατικά. Ο Θεός, όμως, τύφλωσε την καρδιά των στρατιωτών, ώστε να μην αντιληφθούν το τέχνασμα.

    Γι’ αυτό ξέφυγε μέσα από τα δίχτυα. Και όπως μια έλαφος, που έχει πέσει στα ίδια τα χέρια των κυνηγών, κατορθώνει να ξεφύγει και να φτάσει στην κορυφή ενός δύσβατου βουνού, εκεί όπου δεν μπορούν να φτάσουν ούτε τα πόδια των κυνηγών, ούτε τα βέλη τους, σταματά πια να τρέχει και τους κοιτάζει χωρίς φόβο, έτσι ακριβώς και η Πελαγία: ενώ είχε πέσει στα χέρια των διωκτών και οι τοίχοι του σπιτιού την είχαν περικλείσει σαν δίχτυα, ανέβηκε όχι στην κορυφή κάποιου βουνού, αλλά στην ίδια την κορυφή του ουρανού, όπου εκείνοι δεν μπορούσαν πια να την πλησιάσουν. Κι από εκεί τους έβλεπε να φεύγουν με άδεια χέρια και χαιρόταν βλέποντας τη μεγάλη ντροπή που περίμενε τους απίστους.

    Σκέψου πόσο μεγάλη θα πρέπει να ήταν η ντροπή των διωκτών. Όλα είχαν προετοιμαστεί για τη δημόσια καταδίκη της: ο δικαστής βρισκόταν ήδη στη θέση του, οι δήμιοι περίμεναν, τα μέσα βασανισμού είχαν ετοιμαστεί και όλο το πλήθος είχε συγκεντρωθεί. Όλοι περίμεναν με ανυπομονησία τους στρατιώτες,  μεθυσμένοι από την ηδονή, προσδοκώντας το «θήραμα» ως ήδη δικό τους. Και τότε οι στρατιώτες που είχαν σταλεί να τη φέρουν επέστρεψαν μόνοι, με σκυμμένα τα κεφάλια, αναγκασμένοι να διηγηθούν όσα είχαν συμβεί. Πόση ντροπή, πόση οδύνη, πόσο όνειδος θα πρέπει να κατέκλυσαν όλους τους διώκτες! Εκείνοι που περίμεναν να θριαμβεύσουν πάνω στην Πελαγία, αναγκάζονταν τώρα να αποχωρήσουν σκυμμένοι και να κρύβουν από ντροπή τα πρόσωπά τους, καθώς η ίδια η έκβαση των γεγονότων τούς δίδασκε ότι όχι εναντίον ανθρώπων, αλλά εναντίον του Θεού ήταν ο πόλεμός τους!

       Ο Ιωσήφ, όταν τον επιβουλεύτηκε η κυρία του, άφησε το ένδυμά του στα μιαρά χέρια εκείνης της βάρβαρης γυναίκας και έφυγε γυμνός [Γέν. 39,12 : «Καὶ καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω (:Και αφού άφησε τα ενδύματά του στα χέρια της, έφυγε και βγήκε έξω)»]· εκείνη, όμως, ούτε το σώμα της άφησε να περιέλθει στα ακόλαστα χέρια τους. Ανέβηκε με «γυμνή» την ψυχή της, δηλαδή με την ψυχή αποχωρισμένη από το σώμα, και άφησε την αγία σάρκα της στους εχθρούς, οι οποίοι βρέθηκαν σε πλήρη αμηχανία, χωρίς να γνωρίζουν πλέον τι να κάνουν με το λείψανό της.  Τέτοια είναι τα θαυμαστά κατορθώματα του Θεού: εκεί όπου οι δούλοι του βρίσκονται, με ανθρώπινα κριτήρια, σε πλήρες αδιέξοδο, Εκείνος δημιουργεί διέξοδο· αντίθετα, εκεί όπου οι αντίπαλοί του θεωρούν ότι έχουν όλες τις δυνατότητες με το μέρος τους, Εκείνος ανατρέπει τα δεδομένα και τους οδηγεί σε πλήρη αμηχανία.

    Τι θα μπορούσε να είναι πιο δύσκολο από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί τότε η κόρη; Και, αντίθετα, ποια θέση μπορούσε να φαίνεται ασφαλέστερη και ευκολότερη από εκείνη των στρατιωτών, που πίστευαν ότι την είχαν πλέον στα χέρια τους; Οι στρατιώτες είχαν κάθε φαινομενικό πλεονέκτημα: την είχαν μόνη και αποκλεισμένη μέσα στο σπίτι, σαν να βρισκόταν σε φυλακή. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, έφυγαν έχοντας αποτύχει να συλλάβουν εκείνη που θεωρούσαν ήδη θήραμά τους. Πάλι ολομόναχη η κόρη, χωρίς κανέναν σύμμαχο ή βοηθό και χωρίς καμία ορατή δυνατότητα διαφυγής από τα δεινά και έχοντας φτάσει σχεδόν στα στόματα εκείνων των θηρίων, αρπάχτηκε, θα έλεγε κανείς, μέσα από τον ίδιο τους τον φάρυγγα, ξέφυγε από τις επιβουλές τους και τελικά υπερίσχυσε απέναντι σε στρατιώτες, δικαστές και άρχοντες.

     Όσο εκείνη ζούσε, όλοι οι διώκτες της πίστευαν ότι θα κατόρθωναν να την υποτάξουν. Όταν όμως πέθανε, οι ίδιοι βρέθηκαν σε ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο, ώστε να διδαχθούν ότι ο θάνατος των μαρτύρων δεν αποτελεί ήττα, αλλά τη νίκη τους. Και συνέβαινε το ίδιο με την περίπτωση ενός μεγάλου πλοίου, φορτωμένου με ανεκτίμητο θησαυρό και πολύτιμα μαργαριτάρια, το οποίο, ενώ βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο του λιμανιού, δέχεται την ορμή ενός κύματος που απειλεί να το καταποντίσει. Το πλοίο, όμως, όχι μόνο δεν βυθίζεται, αλλά η ίδια η ορμή των νερών, που φαινόταν ότι θα το κατέστρεφε, γίνεται η δύναμη που το ωθεί ακόμη ταχύτερα μέσα στο ασφαλές λιμάνι. Έτσι ακριβώς συνέβη και με τη μακαρία Πελαγία: όπως το πλοίο της προηγούμενης παρομοίωσης οδηγήθηκε από το ίδιο το κύμα προς το λιμάνι, έτσι και εκείνη οδηγήθηκε μέσα από τον κίνδυνο προς τον ουρανό.

    Γιατί και η αιφνίδια έφοδος των στρατιωτών και ο φόβος των βασανιστηρίων που την περίμεναν και η απειλή του δικαστή έπεσαν επάνω στην Πελαγία σαν κύμα σφοδρότερο από κάθε άλλο· αντί, όμως, να την συντρίψουν, έγιναν η αιτία να σπεύσει ακόμη γρηγορότερα και, με τον μαρτυρικό της θάνατο, να πετάξει προς τον ουρανό. Και το ίδιο εκείνο κύμα που φαινόταν ότι θα καταπόντιζε το πλοίο, έγινε τελικά αυτό που την οδήγησε στο απάνεμο και ασφαλές λιμάνι, στον ουρανό. Και ενώ η ψυχή της είχε ήδη πετάξει προς τον ουρανό, το σώμα της έπεφτε προς τα κάτω, λαμπρότερο από κάθε αστραπή· και με τη λάμψη της μαρτυρικής νίκης του έπληττε, σαν αστραπή, τα ίδια τα μάτια του διαβόλου. Γιατί όσο φοβερός κι αν είναι για εμάς ένας κεραυνός που εξαπολύεται από τον ουρανό, ακόμη φοβερότερο παρουσιαζόταν στις παρατάξεις των δαιμόνων το σώμα της μάρτυρος. Το σώμα που οι διώκτες θεωρούσαν νεκρό και ανίσχυρο γινόταν ισχυρότερο και τρομερότερο από κάθε κεραυνό απέναντι στις δαιμονικές δυνάμεις.

   γ΄. Και για να καταλάβεις ότι όλα αυτά δεν έγιναν χωρίς την επέμβαση του Θεού, το φανερώνουν πρωτίστως η ίδια η  εξαιρετική προθυμία που εκείνη επέδειξε, το γεγονός ότι οι στρατιώτες δεν κατάλαβαν το τέχνασμά της, το ότι δέχθηκαν να της κάνουν τη χάρη που ζήτησε και ότι έτσι το εγχείρημά της μπόρεσε να ολοκληρωθεί. Εξίσου, όμως, ισχυρή απόδειξη της θείας επέμβασης αποτελεί και ο ίδιος ο τρόπος του θανάτου της. Πολλοί άνθρωποι, άλλωστε, έχουν πέσει από ψηλές στέγες χωρίς να υποστούν κάτι σοβαρό· άλλοι πάλι, ακόμη κι όταν η πτώση προκάλεσε βαριές και μόνιμες βλάβες σε μέλη του σώματός τους, δεν πέθαναν αμέσως, αλλά έζησαν για πολύ χρόνο ακόμη. Στην περίπτωση, όμως, της μακαρίας Πελαγίας, ο Θεός δεν επέτρεψε να συμβεί τίποτε από αυτά· αμέσως διέταξε το σώμα της να αποδεσμεύσει την ψυχή της και την παρέλαβε κοντά Του, κρίνοντας ότι είχε αγωνιστεί όσο χρειαζόταν και είχε πλέον ολοκληρώσει ολόκληρο τον μαρτυρικό της αγώνα. Γιατί ο άμεσος θάνατός της δεν προήλθε απλώς ως φυσική συνέπεια της πτώσης από το ύψος· συνέβη επειδή ο Ίδιος ο Θεός πρόσταξε να ολοκληρωθεί εκείνη τη στιγμή ο επίγειος αγώνας της. Το σώμα της Πελαγίας κειτόταν πλέον όχι επάνω σε κλίνη, όπως θα άρμοζε ανθρώπινα σε έναν νεκρό, αλλά καταγής. Αυτό, όμως, δεν αποτελούσε ατίμωση για το σώμα της μάρτυρος· αντίθετα, το ίδιο το έδαφος αποκτούσε τιμή, επειδή είχε αξιωθεί να δεχθεί ένα σώμα που ήταν περιβεβλημένο με τόσο μεγάλη δόξα.

    Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, λοιπόν, επειδή δηλαδή το σώμα της Πελαγίας κειτόταν καταγής και είχε υποστεί αυτήν την ατίμωση για χάρη του Χριστού, γινόταν ακόμη πιο άξιο τιμής· γιατί οι προσβολές και οι ατιμώσεις που υφίσταται κανείς για τον Χριστό δεν τον ατιμάζουν, αλλά του προσθέτουν ακόμη μεγαλύτερη τιμή. Κειτόταν, λοιπόν, καταγής, μέσα στο στενό δρομάκι, εκείνο το παρθενικό και καθαρότερο από κάθε χρυσάφι σώμα. Και, μολονότι δεν υπήρχαν άνθρωποι να του αποδώσουν νεκρικές τιμές, άγγελοι το περιέβαλλαν με τη φροντίδα τους, όλοι οι αρχάγγελοι το τιμούσαν και ο Ίδιος ο Χριστός ήταν παρών. Γιατί, αν οι επίγειοι κύριοι θεωρούν τιμή τους να συνοδεύουν κατά την τελευταία τους πορεία τους πιο άξιους από τους υπηρέτες τους, πολύ περισσότερο ο Χριστός θα τιμούσε εκείνην, η οποία για χάρη Του παρέδωσε τη ζωή της και δέχθηκε να αντιμετωπίσει τόσο μεγάλο κίνδυνο· γι’ αυτό και την τίμησε με την δική Του την παρουσία.

    Κειτόταν, λοιπόν, η Πελαγία χωρίς τα πολυτελή νεκρικά ενδύματα των ανθρώπων, έχοντας, όμως, ως μέγα νεκρικό ένδυμα το ίδιο της το μαρτύριο και ως κόσμημα την ομολογία της πίστεως. Ήταν έτσι περιβεβλημένη με στολή πολυτιμότερη από κάθε βασιλικό πορφυρό ένδυμα· και μάλιστα με διπλή πνευματική στολή, την παρθενία και το μαρτύριο. Με αυτά τα αληθινά νεκρικά της ενδύματα θα παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστικού βήματος του Χριστού [Β΄ Κορ. 5,10 : «Τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ(:Διότι όλοι εμείς πρέπει να παρουσιαστούμε φανεροί και ξεσκεπασμένοι μπροστά στο δικαστικό βήμα του Χριστού, για να πάρει ο καθένας μας την αμοιβή του ανάλογα με όσα έκανε με το σώμα, είτε αγαθές είναι συνολικά οι πράξεις του, είτε κακές)»].

    Ας επιδιώκουμε, λοιπόν, κι εμείς να είμαστε ντυμένοι με μια τέτοια πνευματική στολή, όχι μόνο όσο ζούμε, αλλά και όταν φύγουμε από τη ζωή, γνωρίζοντας ότι ο πολυτελής στολισμός του νεκρού σώματος με χρυσά ενδύματα δεν προσφέρει κανένα πραγματικό όφελος· μπορεί μάλιστα να γίνει αιτία κατηγορίας, επειδή μαρτυρεί προσκόλληση στην κενοδοξία ακόμη και μπροστά στον θάνατο. Αντίθετα, εκείνος που έχει φορέσει ως αληθινό ένδυμά του την αρετή θα εξακολουθεί να επαινείται και μετά τον θάνατό του. Πράγματι λαμπρότερος και από τα ίδια τα βασιλικά ανάκτορα στα μάτια όλων θα είναι εκείνος ο τάφος, όπου θα κείται σώμα που με αρετή και ευσέβεια έζησε μαζί. Και την αλήθεια αυτών των λόγων, την αποδεικνύετε εσείς οι ίδιοι: τα πλούσια ταφικά μνημεία, παρόλο που περιέχουν πολυτελή και χρυσά ενδύματα, τα προσπερνάτε αδιάφορα σαν να ήταν σπήλαια· αντίθετα, στον τόπο όπου τιμάται αυτή η αγία σπεύδετε με μεγάλη προθυμία. Γιατί η μάρτυς, όταν έφυγε από την παρούσα ζωή, δεν είχε ντύσει τον εαυτό της με χρυσά ενδύματα, αλλά με τα πολύτιμα πνευματικά ενδύματα του μαρτυρίου, της ομολογίας της πίστεως και της παρθενίας.

    Ας  μιμηθούμε, λοιπόν, αυτήν, κατά το μέτρο των δικών μας δυνάμεων. Περιφρόνησε εκείνη τη ζωή, ας περιφρονήσουμε εμείς την τρυφή· ας αποστραφούμε την πολυτέλεια, από τη μέθη ας απέχουμε, τη λαιμαργία ας αποφεύγουμε. Δεν δίνω αυτή την προτροπή χωρίς συγκεκριμένο λόγο· γιατί βλέπω πολλούς, μόλις ολοκληρωθεί αυτή η πνευματική σύναξη προς τιμήν της μάρτυρος, να κατευθύνονται αμέσως σε χώρους οινοποσίας, να παραδίδονται στη μέθη, στα τραπέζια των πανδοχείων και σε άλλες απρεπείς διασκεδάσεις. Γι’ αυτό σας ικετεύω και σας παρακαλώ να διατηρείτε πάντοτε ζωντανή στη μνήμη και στον νου σας την αγία Πελαγία και να μην ατιμάζετε με ανάρμοστη συμπεριφορά την πανήγυρη προς τιμήν της, ούτε να στερείτε από τον εαυτό σας και την πνευματική παρρησία ενώπιον του Θεού που μας χαρίζει αυτή η εορτή.

     Γιατί, όταν συζητούμε με τους εθνικούς, δεν καυχόμαστε λίγο για το τεράστιο πλήθος που συγκεντρώνεται προς τιμήν της μάρτυρος· τους αποστομώνουμε λέγοντας πως μία μόνο νεαρή κόρη, μολονότι έχει πεθάνει πριν από τόσα χρόνια, εξακολουθεί κάθε χρόνο να προσελκύει ολόκληρη την πόλη και τόσο μεγάλο πλήθος, χωρίς ο χρόνος να έχει διακόψει την τιμή προς το πρόσωπό της. Αν, όμως, οι εθνικοί πληροφορηθούν τις απρεπείς συμπεριφορές που συνοδεύουν την πανήγυρη, τότε θα έχουμε χάσει το μεγαλύτερο μέρος από όσα αποτελούν λόγο επαίνου για εμάς. Γιατί το μεγάλο πλήθος που έχει συγκεντρωθεί σήμερα προς τιμήν της αγίας αποτελεί πραγματικό κόσμημα για την χριστιανική κοινότητα, μόνο εφόσον συμμετέχει στην πανήγυρη με τάξη, ευπρέπεια και ανάλογη πνευματική διάθεση· αν, αντίθετα, επιδεικνύει πνευματική χαλαρότητα και αμέλεια, το ίδιο αυτό πλήθος μετατρέπεται σε αιτία ντροπής και κατηγορίας.

    δ΄. Για να έχουμε, λοιπόν, πραγματικά λόγο να καυχόμαστε για το μεγάλο πλήθος που η αγάπη σας προς την αγία έφερε στην πανήγυρη, ας επιστρέψουμε στα σπίτια μας διατηρώντας την ίδια τάξη και ευπρέπεια· τέτοια συμπεριφορά αρμόζει σε ανθρώπους που μόλις τίμησαν και ήρθαν πνευματικά σε κοινωνία με μια τόσο σπουδαία μάρτυρα. Γιατί όποιος, ύστερα από μια τέτοια πνευματική σύναξη, δεν επιστρέψει στο σπίτι του με την ευταξία που αρμόζει, όχι μόνο δεν ωφελήθηκε από την παρουσία του στην πανήγυρη, αλλά με την αντίθετη συμπεριφορά του επέσυρε επάνω του ακόμη και μεγάλο πνευματικό κίνδυνο. Γνωρίζω ότι εσείς προσωπικά δεν πάσχετε από αυτά τα ηθικά νοσήματα· όμως η δική σας κόσμια συμπεριφορά δεν αρκεί ως δικαιολογία. Έχετε και την ευθύνη να βοηθήσετε τους αδελφούς που συμπεριφέρονται άπρεπα, ώστε να επανέλθουν σε πλήρη ευταξία και στην αρμόζουσα συμπεριφορά. Τίμησες την μάρτυρα ερχόμενος στην πανήγυρή της; Τίμησέ την και φροντίζοντας να διορθωθούν τα άλλα μέλη του ίδιου εκκλησιαστικού σώματος. Αν δεις κάποιους να γελούν άτακτα, να τρέχουν απρεπώς, να βαδίζουν με τρόπο αναξιοπρεπή και να έχουν ανάρμοστη στάση, πλησίασέ τους και δείξε τους με ένα αυστηρό και επιτιμητικό βλέμμα ότι η συμπεριφορά τους δεν αρμόζει στην περίσταση.

     Αν όμως, αντί να δεχθούν τη συμβουλή σου, σε περιφρονήσουν και σε περιγελάσουν περισσότερο, μην σταματήσεις την προσπάθεια· πάρε μαζί σου δύο ή τρεις άλλους αδελφούς, ακόμη και περισσότερους, ώστε η παρουσία πολλών να τους κάνει να αισθανθούν περισσότερο σεβασμό και ντροπή. Αν ούτε τότε καταφέρεις να αναχαιτίσεις την ανοησία τους, ενημέρωσε τους ιερείς·  είναι πάντως σχεδόν αδύνατο να επιμείνουν σε τέτοιο βαθμό αναισχυντίας, ώστε, παρά τις επιπλήξεις και τις παρακλήσεις τόσων ανθρώπων, να μην υποχωρήσουν, να μην ντραπούν και να μην εγκαταλείψουν αυτόν τον άτακτο και παιδαριώδη χορό [Ματθ. 18,16–17: «Ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα. ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης(:Εάν, όμως, δεν ακούσει, πάρε μαζί σου ακόμη έναν ή δύο, για να μπορεί να αποδειχθεί κάθε υπόθεση που θα εξεταστεί και θα κριθεί, αφού θα βεβαιώνεται από το στόμα δύο ή τριών μαρτύρων. Εάν, όμως, παρακούσει και σ’ αυτούς, πες το αδίκημά του στην Εκκλησία. Κι αν ακόμη και στην Εκκλησία παρακούσει, μην τον θεωρείς πλέον ως αληθινό μέλος της Εκκλησίας, αλλά να τον θεωρείς όπως τον ειδωλολάτρη και τον τελώνη)»]. Και είτε κατορθώσεις να συνετίσεις δέκα ανθρώπους είτε τρεις είτε δύο είτε ακόμη και έναν μόνο, θα επιστρέψεις έχοντας αποκομίσει μεγάλο πνευματικό κέρδος· γιατί  ακόμη και η σωτηρία ενός αδελφού αποτελεί πολύτιμο κέρδος.

   Μακρύς είναι ο δρόμος της επιστροφής · ας αξιοποιήσουμε, λοιπόν, τον χρόνο αυτής της διαδρομής, ανακαλώντας, συζητώντας και συγκεντρώνοντας στον νου μας όσα ακούσαμε για την μάρτυρα. Έτσι ας γεμίσουμε νοερά ολόκληρη την λεωφόρο με θυμιάματα. Γιατί ο δρόμος της επιστροφής δεν θα αποκτούσε τόσο ιερό και σεβάσμιο χαρακτήρα ακόμη κι αν τοποθετούσε κανείς θυμιατήρια σε όλο του το μήκος και γέμιζε τον αέρα με την ευωδία του θυμιάματος, όσο θα αποκτήσει αν όλοι οι σημερινοί προσκυνητές επιστρέφουν στα σπίτια τους συζητώντας μεταξύ τους και διηγούμενοι τους αγώνες της μάρτυρος. Τότε η ίδια η γλώσσα του καθενός θα γίνεται νοητό θυμιατήρι και η διήγηση των άθλων της πνευματική ευωδία.

     Δεν βλέπετε τι συμβαίνει όταν ένας επίγειος βασιλιάς εισέρχεται σε μια πόλη; Οι οπλισμένοι στρατιώτες βαδίζουν και από τις δύο πλευρές σε παράταξη και με απόλυτη ευταξία, προτρέποντας ο ένας τον άλλο να προχωρούν ήρεμα, συγκρατημένα και με βαθύ σεβασμό, ώστε ακόμη και η τάξη της πομπής τους να προκαλεί τον θαυμασμό όσων τους παρακολουθούν. Ας μιμηθούμε, λοιπόν, εκείνους τους στρατιώτες στην ευταξία τους, γιατί κι εμείς αποτελούμε την πομπή ενός Βασιλιά. Προπορευόμαστε όχι ενός ορατού και επίγειου βασιλιά, αλλά του ίδιου του Χριστού, του Δεσπότη των αγγέλων. Έτσι λοιπόν πρέπει να βαδίσουμε κι εμείς στην πορεία μας, με την ίδια ευταξία μιας βασιλικής πομπής, προτρέποντας ο ένας τον άλλο να προχωρεί με μετρημένο βηματισμό και τάξη, ώστε όσοι μας παρακολουθούν να μη θαυμάζουν μόνο το μεγάλο πλήθος μας, αλλά και την ευπρέπεια και την κόσμια συμπεριφορά μας. Ακόμη κι αν κανένας άνθρωπος δεν ήταν παρών για να μας παρακολουθεί και βαδίζαμε μόνοι στον δρόμο, πάλι δεν θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε άπρεπα, γιατί υπάρχει ο ακοίμητος οφθαλμός του Θεού, ο οποίος είναι παντού παρών και βλέπει τα πάντα [Εβρ. 4,13 : «Καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ(:Και δεν υπάρχει κανένα κτίσμα αφανές και αόρατο ενώπιον του Θεού, αλλά όλα είναι γυμνά και ξεσκεπασμένα στα μάτια του. Σ’ Αυτόν θα δώσουμε λογαριασμό και απολογία για τις πράξεις μας)»].

    Τώρα, όμως, σκεφθείτε ότι πολλοί από τους αιρετικούς είναι αναμεμειγμένοι ανάμεσά μας· και αν εκείνοι μας δουν έτσι να χορεύουμε, να γελάμε, να κραυγάζουμε και να μεθούμε μετά την πανήγυρη της μάρτυρος, θα αποχωρήσουν έχοντας σχηματίσει την πιο αρνητική κρίση για εμάς και για τη συμπεριφορά μας. Κι αν εκείνος που γίνεται αιτία να σκανδαλιστεί πνευματικά έστω κι ένας άνθρωπος, υπόκειται σε αναπόφευκτη τιμωρία, εμείς, αν με την απρεπή συμπεριφορά μας σκανδαλίζουμε τόσους ανθρώπους που μας βλέπουν, πόσο βαριά τιμωρία θα υποστούμε; Αλλά μη γένοιτο, ύστερα από αυτά τα λόγια και αυτή την παραίνεση, να βρεθεί κάποιος υπόλογος για όσα ειπώθηκαν και ένοχος για τις απρεπείς συμπεριφορές που μόλις καταδικάστηκαν.

   Γιατί, αν αυτές οι απρεπείς πράξεις ήταν ασυγχώρητες ακόμη και πριν από τη συγκεκριμένη προειδοποίηση, πολύ περισσότερο τώρα, ύστερα από τη συμβουλή και την επίπληξη που προηγήθηκαν, η τιμωρία γίνεται αναπόφευκτη· και όχι μόνο για εκείνους που τις διαπράττουν, αλλά και για όσους τις βλέπουν να συμβαίνουν και τις ανέχονται χωρίς να παρεμβαίνουν. Για να σώσετε, λοιπόν, και εκείνους από την τιμωρία και συγχρόνως να εξασφαλίσετε για τον εαυτό σας μεγαλύτερη πνευματική ανταμοιβή, αναλάβετε με ενδιαφέρον τη φροντίδα των αδελφών μας. Παρακινήστε τους, καθώς επιστρέφετε, να ανακαλούν και να διηγούνται όσα ακούστηκαν εδώ, ώστε σε όλη τη διαδρομή να τα μελετάτε μαζί· κι έπειτα μεταφέρετε και σε όσους αναγκάστηκαν να μείνουν στο σπίτι κάτι από όσα προσφέρθηκαν σε αυτή την πνευματική τράπεζα, σαν περισσεύματα ενός πλούσιου γεύματος, ώστε να γίνει κι εκεί ένα λαμπρό πνευματικό συμπόσιο. Γιατί με αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσουμε ουσιαστικότερη και βαθύτερη εμπειρία της εορτής και συγχρόνως θα ελκύσουμε περισσότερο την εύνοια της αγίας μάρτυρος· διότι τότε δεν θα την τιμούμε μόνο εξωτερικά με την παρουσία μας, αλλά θα της αποδίδουμε την αληθινή τιμή, μετατρέποντας όσα ακούσαμε σε πνευματική ωφέλεια και ζωή. Γιατί η αγία μάρτυς θα χαρεί πολύ περισσότερο αν φύγετε από την πανήγυρή της έχοντας αποκομίσει κάποιον πνευματικό καρπό και έχοντας πραγματικά ωφεληθεί, παρά αν περιοριστείτε απλώς στο να παρευρεθείτε εδώ ως πολυπληθές και θορυβώδες πλήθος.

   Είθε, με τις πρεσβευτικές ευχές αυτής της αγίας και όλων όσοι αγωνίστηκαν στους ίδιους μαρτυρικούς αγώνες με εκείνη, να συγκρατήσετε με ακρίβεια στη μνήμη σας, τόσο αυτές, όσο και όλες τις άλλες διδασκαλίες που ακούσατε· και να μην περιοριστείτε απλώς στη μνήμη τους, αλλά να τις φανερώσετε όλες έμπρακτα με τη ζωή σας, ώστε να εξακολουθείτε πάντοτε και σε όλα να ευαρεστείτε τον Θεό, στον Οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν[ πρβ. Α΄ Πέτρ. 4,11 : «ᾧ ἐστιν ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν»].

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

           μετάφραση και επιμέλεια κειμένου:

               Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

·        Migne, J.-P. (ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, vol. 50: S. P. N. Joannis Chrysostomi, Archiepiscopi Constantinopolitani, Opera Omnia, tom. II, pars posterior, Paris 1862, στ. 579–584: «De sancta Pelagia virgine et martyre» («Ὁμιλία ἐγκωμιαστικὴ εἰς τὴν ἁγίαν μάρτυρα Πελαγίαν τὴν ἐν Ἀντιοχείᾳ»)

·        BIBLINDEX, Index of Biblical Quotations and Allusions in Early Christian Literature, s.v. “Iohannes Chrysostomus (John Chrysostom)”, TLG 2062, Sources Chrétiennes – CNRS

·        http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·        Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·        Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·        Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·        Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·        Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

·        Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.