Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

.........ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΚΗΤΗ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΚΗΤΗ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ


…..Ολη ή νύχτα κουβαλούσε μία κούραση, απαλός ύπνος με διαλείμματα. Ή καρδιά ξυπνούσε το σώμα σε έναν αναμηρυκασμό λόγων και σκέψεων, μαζί με ένα ζύμωμα προσευχής και δακρύων. Όλα ήταν στον Θεό ακουμπισμένα.

Ακουγόταν από το διπλανό κελί ό βαρύς αγόγγυστος   στεναγμόςτης προσευχής του γέροντα, βγαλμένος από τον πόνο και την σωματική ταλαιπωρία, σαν μία νυχτιάτικη ευχαριστία. Όλο το βράδυ μέχρι αργά προσευχόταν σε μία εσωτερική θεωρία και ενόραση. Εδώ ή νύχτα γίνεται ήμερα και φωτίζει με φως Χριστού. Ό χρόνος εισέρχεται στην αιωνιότητα. Ατμόσφαιρα προσευχητική ήταν όλη νύχτα στο ασκητήριο. Έμπαινες στον χορό των Αγγέλων χωρίς να το καταλάβεις, σαν το νερό στο αυλάκι πού ποτίζει το μποστάνι. Ένα κλάμα καρδιακό ξεπηδούσε με μία προσευχή για το έλεος τού Θεού... μία άλλη ζωή εδώ χωρίς τηλέφωνα και εύνοιες και δέματα... άκουγες, άκουγες, έβλεπες και οσφραινόσουν ευωδία Χριστού... τα λόγια τού γέροντα... ή σκέψη του κι ό λόγος του ποτάμι πού δεν το προλαβαίνεις. Το πρωί από τις έξι κινήθηκε και πάλι προσευχητικά. Δεν χτύπησε καμπανάκια ούτε φώναξε για εγερτήριο. Γλυκεία ευγένεια καρδιάς με μία απαλή αβίαστη πρόσκληση για προσευχή... το θυμίαμα γέμισε τα δωμάτια... προσευχητική ευωδία... λίγα λόγια στο Εκκλησάκι με μία ευλαβική κίνηση Αγάπης στον Θεό πού εύλογά την ήμερα. Έδωκε αγιασμό και αντίδωρο... ή προσευχή, ή σιωπή, ή ειρήνη, ή χαρά της μοναξιάς.

Είναι επιμελής και πρακτικός και νοικοκύρης στην κουζίνα του. Ξεφεύγει από τα γήινα και την προσκόλληση τους και όλα τα ανατείνει στον Θεό. Δεν πετά τίποτα από τα αγαθά πού έρχονται στο κελί του, έχοντας το πάντοτε σαν αρχή του... και τις μελιτζάνες και τα κολοκυθάκια τα καθαρίζει στα σάπια μέρη των και τα μαγειρεύει. Είναι μία μορφή ταπείνωσης και ευλογίας.
Σάπισε λίγο και το πετάμε σαν τους κοσμικούς στους κάδους των σκουπιδιών", έλεγε, "είναι μία άσκηση να ζεις σε μία δυσκολία και απλότητα  και να εκτιμάς τα αγαθά τον Θεού..".

Το πρωί έγινε ή καθαριότητα στην κουζίνα, κάηκαν τα χαρτιά και τα άχρηστα κουτιά στο βαρέλι... πλύθηκαν κάπως οι χώροι... κι όμως ξαναστρώθηκαν τα φαγητά για τα γατάκια και γύρω-γύρω υπήρχαν τόσα παλαιά πράγματα και παρατημένα από καιρό, σαν ένα συμβολικό τείχος πού έψαχνε την ερμηνεία και εξήγηση του. Έβλεπες μία άλλη λογική και μία ιδιοτυπία μοναχικής ζωής. Δεν μπορούσες να εξηγήσεις με την δική σου λογική το τί συνέβαινε. Ένιωθε ή καρδιά τού επισκέπτη πώς αυτά όλα ήταν τα σκουπίδια του εαυτού του. Το όλο σκηνικό των παλαιών και άχρηστων μιλούσε για την  αιωνιότητα και την υπέρβαση των γήινων, την ανύψωση τού νου στα ουράνια... έβλεπες τα εσωτερικά σου πάθη, τα σκουπίδια τού εαυτού σου, πού μόνιμα ζουν μέσα σου και σαν φράκτης αποκλείουν την επικοινωνία με τον ουρανό. Εν μέσω παλαιών αντικειμένων με την σχετική ακαθαρσία τους και εν μέσω των συμπαγών γατιών, πού έρχονταν για να φάνε από το φιλόξενο γέροντα, ένιωθε κανείς πώς ζούσε σε μία απόταξη τού κόσμου και της γήινης καλομάθειας και τού καθωσπρεπισμού και της
 αριστοκρατίας. Έπρεπε να πατήσεις πάνω σ' αυτά, για να εκτοξευθείς στον ουρανό. 

Δεν ήρθαμε στο Όρος για παράθεριση", έλεγε, "είναι θέμα καρδιάς ή νήψη και τα γήινα αγαθά και ή προσκόλληση σ` αυτά μας απομακρύνουν". Μία άλλη λογική, μία κατά Χριστόν σαλότητα, μία εκτροπή από το ωραίο του κόσμου, μία άποταγή της γης και μία ανάληψη στον ουρανό. Πατάς στην γη, αλλά δεν κολλάς πάνω της... βρίσκεσαι άλλου, στον ουρανό.

Το πνεύμα τού Θεού, που κατοικεί εκεί στον οίκο αυτό της απλότητας με τις προσευχές, τα κάνει όλα όμορφα και τίποτα δεν ενοχλεί... Είναι ωραιοπάθεια να καθαρίζεις (Συνέχεια και να μοσχοβολάς και να αρέσεις και να έχεις πρόσωπο θελκτικό και να καυχιέσαι και να δέχεσαι επαίνους. Ή συνεχής καθαριότητα δείχνει το μεγάλο κενό και την ανία της ψυχής, πού ψάχνει εσωτερική κάθαρση και αλλαγή από την πεζότητα της καθημερινότητας. Ό γέροντας ζει μία αμεριμνησία και περιφρόνηση του εαυτού του. Βογκά όλη την νύχτα από τούς πόνους και προσεύχεται, σαν μία λυτρωτική πρόσκληση και πρόκληση για προσευχή και δύναμη... "ή γάρ δύναμις μου εν ασθένεια τελειούται", Έλενε και ξαναλέγε... σβάρνιζε τα πόδια του και πότιζε τα δένδρα... Όντως είναι μία ακρότητα να μη λυπάται τον εαυτό του, αλλά να βρίσκεται σε μία συνεχή βία της φύσεως του.

Και μαγείρευε για να δώσει χαρά... και μιλά και παίρνεις πολλά. Έλεγε ότι το ίδιον θέλημα υπάρχει και στο φαγητό του άνθρωπου. Τα φρούτα και τα ζαρζαβατικά πού δίνει ό Θεός σε κάθε εποχή είναι ευλογημένα για φαγητό. Αυτό είναι το αληθινά οικολογικό πνεύμα της Ορθοδοξίας. Το κυνηγητό των γεύσεων είναι βρώμικες ορέξεις και εγωισμοί και πολυτέλεια και ίδιον θέλημα. Ή αριστοκρατία των ορέξεων και ό εκλεκτισμός στο φαγητό είναι  τα πάθη της εποχής. Ή ανία και ή απελπισία της αμαρτίας και της απιστίας ανοίγουν τον δρόμο για φυγή από την πραγματικότητα... και το τσαλαβούτημα με βουλιμία σε καινούργιες γεύσεις προσφέρεται σαν ψευτοπαρηγοριά στις ενοχές.

Έγινε το φαγητό, νόστιμο, τουρλού μαγειρεμένο από τα χέρια του.
Έβλεπε κανείς το αγόγγυστο στην διακονία του και την υπακοή του στους αδελφούς. Έκανε υπακοή στο έργο του Θεού παρ' όλη την κούραση του και την συνεχή δουλειά και τα πολλαπλά προβλήματα υγείας. Έβλεπες μία ελευθερία στην καρδιά του και στην αγάπη του, που ξεπερνούσε την σκλαβιά και τα δεσμά του σώματος. Μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία ανασταινόταν δύναμη Θεού. Οι άνθρωποι, έλεγε, δημιουργούν εκνευρισμό με την μεγάλη τους απαιτητικότητα. Έχουν τα άγχη τους και τις δυσκολίες τους. Εδώ είναι ό μεγάλος πειρασμός σ' έναν ιερέα, να κρυφτεί και να φύγει, για να διευκολύνει την προσωπική του ησυχία και την άνεση. Όμως αυτό είναι μία φυγή από την προσταγή του Θεού και μία άρνηση υπακοής. Στο δίλημμα τί να διαλέξει, την προσευχή ή την αγάπη στον αδελφό, το δεύτερο είναι ό μονόδρομος. Όλα τα αφήνει κανείς για την βοήθεια των αδελφών, ακόμη και τον εαυτό του τον παρατάει από τις ανάγκες του για να βρίσκεται παρών στην διακονία...

Ή συνεχής προσευχή σπάζει τον εγωισμό και βγαίνει ό άνθρωπος από τον εαυτό του και κρατάει την Αγάπη και την προσφορά σαν πρώτο έργο. Σήμερα οι χριστιανοί είναι βολεμένοι με την αυτάρκεια τους και δεν γυρίζουν δίπλα τους να δουν τί πόνος και αμαρτία υπάρχει και να σκύβουν με συμπάθεια στον πεσμένο. Ό δρόμος που οδηγεί στον Παράδεισο περνάει μέσα από τους αδελφούς και την αγάπη. Υπομονή και προσευχή χρειάζονται ώστε μέσα στην κούραση και στον κόπο να βρίσκεις την χαρά και την ιλαρότητα και την προθυμία, για να ακούς και να παρηγορείς και να προσφέρεις. Αυτό είναι κατάθεση καρδιάς και αγκάλη Θεού. Αυτό είναι το έργο μας και ή διακονία μας, έλεγε.

Έδώ στο πρόσωπο ενός ησυχαστού βλέπεις ότι δεν τον ενδιαφέρει ή εξωτερική εμφάνιση. Ή καρδιά είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής και της παρουσίας τού Θεού, όλα τα άλλα θυμίζουν γη και χώμα. Όλα είναι γη και σποδός και καταλήγουν στη φθορά. Ή απλότητα, ή περιφρόνηση τού ενδύματος και των αναγκών του σώματος δεν είναι εδώ επιτηδευμένα, ώστε πίσω από ένα τριμμένο και λιγδιασμένο ράσο να κρύβεται μία ψεύτικη αγιοσύνη και ταπεινοσχημία. Είναι μία περιφρόνηση τού γήινου και κοσμικού πού πηγάζει μέσα από μία εργασία της καρδιάς και από μία υπομονή αγάπης και ελπίδος τεραστία. Και, έλεγε, πώς μοναχός δεν είναι εκείνος πού μιλά και κρίνει τούς πάντες... μοναχός είναι εκείνος πού γηροκόμησε και γηροκομεί πατέρες χωρίς γκρίνια και με αγάπη πολλή. Τα έλεγε μέσα από μία πρακτική πού ό ίδιος αγωνιζόταν και ζούσε. Και το έβλεπες στ' αλήθεια. 

Ό γέροντας με χαρά παρατούσε τα πάντα, για να υπηρετήσει τους παλιούς και ασθενείς Μοναχούς, τα Γεροντάκια της Σκήτης... πολλές φορές εις βάρος της υγείας του... και τι τον ένοιαζε για την υγεία του... φάρμακο ζωής και δυνάμεως είναι ή διακονία των ανήμπορων. Ετοίμαζε το φαγητό και το πήγαινε στο διπλανό κελί... το μαγείρευε με χαρά, όσο πιο νόστιμο μπορούσε να το προσφέρει... λαχταρούσε να πάρει ευχές και προσευχές από έναν γέροντα, πολύτιμη ελπίδα και δύναμη για τις υπομονές της καρδιάς μέσα σ' αυτήν την έρημο τού Αγίου Όρους. Κάποτε έτρεχε με χαρά να πάει το φαγητό και σκόνταψε στις πέτρες, μια και τα πόδια του δεν τον βοηθούν πολύ, και έπεσε στο απότομο καλντερίμι και λιανίστηκε. Αγόγγυστα σήκωσε κι αυτήν την ταπείνωση και τις πληγές, αφού ή αγάπη δεν αγανακτεί ούτε και κουράζεται. Με χαρά μιλά για τις ευχές πού έπαιρνε από τον γέρο-Συμεών πού τον ξεπροβόδισε στους ουρανούς. Χαρούμενος πάντα να δίνει, ζει ανάμεσα στους αδελφούς κρατώντας συνάμα την ακεραιότητα τού εαυτού του και την πνευματική διάκριση. Πολλές φορές μονολογούσε με στενοχώρια για τούς εγωισμούς και το κυνηγητό των πρωτείων και την εξουσιομανία, πού σαν πνευματική μάστιγα δεν αφήνουν να λειτουργήσει το εκκλησιαστικό και κοινοβιακό πνεύμα.

Το μεσημέρι ό ύπνος ήταν φυσίζωος... ή ζέστη πολλή... άλλ' όμως δροσισμός Θεού στην καρδιά ήταν ό λόγος και ή προσευχή... ή μονολόγιστη ευχή "Κύριε Ίησού Χριστέ ελέησον με" κινούσε την καρδιά αβίαστα και με μία κρυφή χαρά... δόξα τω Θεώ.
Το απόγευμα ό δρόμος οδήγησε στο κελί τού πατρός Γερασίμου. Περνούσε μέσα από το ρέμα, όπου έβλεπε κανείς από παντού τις δάφνες και τις φυλλωσιές των δένδρων να το καλύπτουν και μία μοσχοβολιά να αναδίδουν.

 Μέσα από τα δένδρα γαλάζιος ό ορίζοντας του ουρανού και της θάλασσας απλωνόταν σε έναν άριστο συνδυασμό πράσινου και μπλε. Ό δρόμος περνούσε μέσα από το Κυριάκο, πλάι στην σκάλα τού μεγάλου καμπαναριού πού δέσποζε σ' όλη την Σκήτη. Οι καμπάνες σαν χριστουγεννιάτικα στολίδια στέκονταν κρεμασμένες, μιλώντας για τούς αγγέλους και την αιωνιότητα και για τα εγερτήρια σαλπίσματα τους για εγρήγορση στην λατρεία τού Θεού. Από κάτω απ' αυτές το ξύλινο πληκτρολόγιο για να δίνει το άριστο και εύηχο μέλος στο συναπάντημα των σήμαντρων. Μόνιμοι κρεμαστοί άγγελοι Θεού, για να Τον υμνούν σε μία αέναη δοξολογία. Ό δρόμος συνέχιζε με ένα απότομο πέτρινο καλντερίμι, πού είχε μπλε αποχρώσεις σαν τού ουρανού το χρώμα... σφραγίδα της απεραντοσύνης τού Θεού το μπλε τού ουρανού πού χυνόταν πάνω του. 

Οι πέτρες ανέδιδαν την ζεστασιά τού ήλιου πού τις έκαιγε όλη μέρα. Η κλίμακα των αρετών πλαθόταν μέσα στη σκέψη τού προσκυνητή πού θέλει κόπο και ελπίδα για να ανέβει. Το σπίτι τού πατρός Γερασίμου, στο άκρον της Σκήτης, περιέχει έναν καινούριο ναΐσκο. Αντάμωμα με έναν άλλο ασκητή πού όλες του τις ώρες
 τις περνά στην σιωπή και στην προσευχή... λίγα λόγια... με την αγάπη του και με τον τρόπο του. Ό καθένας έχει και την δικιά του ευλογία και χάρη.

Ό δρόμος κατέβαινε πιο εύκολα. Μία ησυχία απλώνεται μέσα στην καρδιά....
Είναι οκτώ και μισή και χτυπούν οι καμπάνες στο Κυριάκο. Έχει αγρυπνία για την γιορτή της Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος.
Είναι βράδυ γύρω στις εννιά. Το Κυριάκο φωτίστηκε από τα καντήλια και τα κεριά, έξω είναι σκοτεινιά και ό ουρανός σε ένα ιδιαίτερο πανηγύρι χαράς με τα αστέρια και τον γαλαξία πού τον φωτίζουν. Οι δυο ουρανοί ενώνονταν με κλίμακα την κάτασπρη κορυφή του 'Άθωνα, ό Ναός με τα καντήλια του και το στερέωμα με τ' άστρα του. Ουρανός πολύφωτος ή Εκκλησία,  ανεδείχθη η απαντάς φωταγωγούσα τούς πιστούς...". Άρχισε ή αγρυπνία... παρακαλεί ή καρδιά τον Θεό να ευλογεί... θυμάται όλους με αγάπη και χαρά. Εσπερινός, όρθρος, ψαλσίματα άγια και μελωδικά, εκεί μέχρι τη μιάμιση... και μετά, παράλληλα με το Κυριάκο, ή λατρεία του Θεού συνεχίζεται σ' ένα Κελί του Γέρο-Γαβριήλ πού δεν μπορούσε να κινηθεί απ' τα γεράματα. Εκεί τρεις ψυχές λειτουργούσαν στον Θεό με μία απλότητα και πτώχεια. Τα άμφια ήταν λιτά, παλιά, κοντά, στενά και με δυσκολία χωρούσαν τον ιερέα... ήταν ντυμένος με την φτώχεια του Κυρίου, χωρίς την εξωτερική λάμψη των χρυσοποίκιλτων αμφίων, σαν τον μικρό Χριστό πού τον τύλιξαν με τα σπάργανα στον στάβλο εκεί φτωχικά. Όμως ήταν ή ιεροσύνη πού κατείχε την καρδιά του και τα φώτιζε και κάλυπτε τα πάντα. Απλά και σύντομα ήταν και τα ψαλσίματα. Θεία Κοινωνία... ένιωθε ή καρδιά μία χαρά... ένα κλάμα κατάνυξης ξεπήδησε και μία κραυγή "δόξα τω Θεώ". Ή πείνα της καρδιάς πολλή... χορτασμός από Χριστό... γεμάτο το Άγιοπότηρο στην κατάλυση γλυκαίνει την ψυχή του ιερέως... "τούτο ήψατο των χειλέων μου και τάς αμαρτίας μου περικαθαριεί και γλυκάνει την ύπαρξίν μου"... πλήρωμα χαράς και ευωδίας και δυνάμεως. Τι άλλο να γευτεί πιο μεγάλο;

Επιστροφή πίσω στο κελί μέσα από τα σκοτεινά μονοπάτια της Σκήτης μ' ένα φακό στα χέρια και τον Χριστό ολοζώντανο και φωτεινό μέσα στην καρδιά... ήταν τέσσερις τα ξημερώματα και ή καρδιά δεν άφηνε το σώμα να αποκοιμηθεί, να κλείσει τα μάτια. Κάθισε στο μπαλκόνι του κελιού και έβλεπε τον ουρανό. Ήταν γεμάτος αστέρια... τα μάτια κοιτούσαν ψηλά και έβλεπαν να ενώνεται ή με τον ουρανό... φώτιζε παράξενα όλος ό 'Άθωνας, πού εκείνη την ώρα στην κορυφή του τελείωνε ή αγρυπνία με πλήθος πολύ προσκυνητών. Απόμεινε εκεί ή καρδιά εκστατική. Ύπνος δεν κολλούσε στα βλέφαρα... τα κύματα ακούγονταν από την θάλασσα καθώς έγλυφαν τα μυτερά απότομα βράχια πού στέκονταν ολόρθα κάτω στα πόδια της Σκήτης. Το λίγο φώς διέγραφε την παρουσία τους... ή απέραντη θάλασσα απλωνόταν σκοτεινή. Ακούγονταν τα γρί-γρί πού αγκομαχούσαν τραβώντας τα δίχτυα. Όλη ή Σκήτη ησύχαζε. 


Μόνος απόμεινε να περπατά σιγά-σιγά μέσα στην νύχτα ό γέροντας. Κάνει μισή ώρα για να γυρίζει από την Εκκλησία... κρεμά με σκοινί ένα φανάρι πετρελαίου από το λαιμό του στο ύφος των ποδιών του για να βλέπει πού πατά, παίρνει τα δύο μπαστούνια του και λίγο-λίγο μέσα από ένα μαρτύριο πόνου και δυσκολίας προχωρά... με την προσευχή παραμάσχαλα και τον τορβά με τα άμφια κρεμασμένο σαν σταυρό στον ώμο του, αγόγγυστα και υπομονετικά βαδίζει σιγά-σιγά... δεν βιάζεται.

 Έδώ ό χρόνος καταργείται και ή νύχτα δεν λογιάζεται και τα εμπόδια και οι πέτρες υπερβαίνονται... δεν έχουν ρολόγια να τους τρέχουν ούτε και την βιασύνη και την λύπηση του εαυτού τους να τούς τρέχει, ούτε και κάποιον να τούς περιμένει, αλλά έχουν τις καρδιές των στο Θεό να τρέχουν. Παντού σε κάθε τόπο και γωνιά και πέτρα και δένδρο είναι ό Θεός πού στέκεται και περιμένει και ευλογεί. Παντού ό Χριστός, "τα πάντα και εν πάσι Χριστός". Εξαγιασμός χρόνου και τόπου. Μία απόσταση πορείας των πέντε λεπτών ό γέροντας την έκανε μισή ώρα και παραπάνω... είναι ή λειτουργία μίας ανάγκης ψυχής, βία της φύσεως διηνεκής για να ξεχειλίζει με τον πόνο ή καρδιά σε προσευχή... άλλη μισή ώρα μέσα στην αιωνιότητα του Θεού. Και ή αγάπη σπρώχνει στην υπέρβαση τού εαυτού... αγάπη στον Θεό και στους ανθρώπους... μόνιμα σ' ένα φιλότιμο καρδιάς άγαπώσης τον Θεό...



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.
ΑΡΧΙΜ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΤΟΠΑΛΗ ΑΜΙΝΤΑΙΟ.




Δεν υπάρχουν σχόλια: