Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Νέα διήγηση για την κλήση του Μωυσή (6,2-13) ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ


Νέα διήγηση για την κλήση του Μωυσή (6,2-13)

Και μίλησε πάλι ό Θεός στον Μωυσή και είπε σ' αυτόν:
«Εγώ είμαι ό Κύριος και φανερώθηκα στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, (με το όνομα) "Θεός (παντοδύναμος)" τους, αλλά το όνομα "Κύριος" ("Γιαχβέ") δεν τούς το φανέρωσα.

  Ακόμα δέ συνήψα με αυτούς την διαθήκη μου ότι θα τούς δώσω την γη Χαναάν, την γη πού αυτοί εγκαταστάθηκαν ως μετανάστες.
-Άκουσα Εγώ επίσης τούς στεναγμούς των Ισραηλιτών για την υποδούλωση τους στους Αιγυπτίους- και θυμήθηκα την διαθήκη μου με σας. (Γι` αυτό) πήγαινε και πες στους
-Ισραηλίτες: Εγώ είμαι ό Κύριος και θα σας ελευθερώσω από την τυραννία των Αιγυπτίων και θα σας γλυτώσω από την δουλεία και θα σας λυτρώσω με μεγάλη δύναμη και κρίσεις μεγάλες. Και θα σας αναλάβω ως δικό μου λαό και θα είμαι ό Θεός σας-και θα γνωρίσετε ότι Εγώ. Κύριος ό Θεός σας, θα σας απαλλάξω από την τυραννία των Αιγυπτίων και θα σας φέρω στην χώρα, πού ορκίστηκα με υψωμένο το Χέρι μου ότι θα δώσω στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ- και θα σας την δώσω ως κληρονομιά σας. Εγώ είμαι ό Κύριος». Αυτά είπε ό Μωυσής στους Ισραηλίτες, αλλά αυτοί δεν άκουσαν τον Μωυσή, λόγω της στενοχώριας τους και της σκληρής τους δουλείας.
Και είπε ό Κύριος στον Μωυσή:
«Πήγαινε, μίλησε στον Φαραώ, τον βασιλιά της Αιγύπτου, για να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να φύγουν από την χώρα του».  Αλλά ό Μωυσής είπε προς τον Κύριο: «Ιδού οι Ισραηλίτες δεν με άκουσαν και πώς, λοιπόν, θα ακούσει ό Φαραώ εμένα, πού είμαι ανίκανος να μιλάω;». Και μίλησε ό Κύριος προς τον Μωυσή και τον Ααρών και τούς διέταξε να πουν στον Φαραώ τον βασιλιά της Αιγύπτου, να αφήσει τούς Ισραηλίτες να φύγουν από την χώρα της Αιγύπτου.


ΑΝΑΛΥΣΗ



Εδώ, πραγματικά, έχουμε μια νέα διήγηση για την κλήση του Μωυσή, παράλληλη με την κλήση πού περιγράφεται στα κεφ. 3-4. Πρώτα-πρώτα ό Θεός αποκαλύπτει στον Μωυσή το όνομα Του «Γιαχβέ» («Κύριος»), το όποιο, λέει, δεν είχε αποκαλύψει στους Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, γιατί σ' αυτούς φανερώθηκε με το όνομα «Ελ-Σαντάϊ» «Θεός παντοδύναμος») (στίχ. 2-3). Μια απορία γεννιέται έδώ: Πώς δεν ήταν γνωστό το όνομα «Γιαχβέ» στους Πατριάρχες, αφού κατά το Γεν. 15,7 ό Θεός αποκαλύφθηκε στον Αβραάμ ως «Γιαχβέ», προτού να διακηρύξει το όνομα Του «Ελ- Σαντάϊ»; Και ακόμη διαβάζουμε στην Γένεση ότι ό Θεός αποκαλύφθηκε και στον Ιακώβ ως «Γιαχβέ» (βλ. 28,13). Ότι ό Αβραάμ γνώριζε το όνομα του Θεού «Γιαχβέ», φαίνεται από την ονομασία «Γιαχβέ-ιρέ» («Κύριος είδεν»), πού έδωσε στον τόπο πού πήγε να θυσιάσει τον Iσαάκ (βλ. 22,14). Πώς, λοιπόν, λέγεται έδώ ότι το όνομα «Γιαχβέ» αποκαλύπτεται τώρα στον Μωυσή και ήταν άγνωστο στους Πατριάρχες; Ή απάντηση είναι ότι το όνομα του Θεού «Γιαχβέ», πού ήταν ήδη γνωστό, πρόκειται να αποκαλυφθεί τώρα πληρέστερα από όσο αποκαλύφθηκε στο παρελθόν, με το να ελευθερώσει ό Θεός τον λαό Του με «υψηλό βραχίονα» (Έξ. 6,1) με το να λάβει αυτούς ως ιδιαίτερο λαό Του (στίχ. 7), με το να συνάψει διαθήκη με αυτόν και να παράσχει σ' αυτόν την χώρα Χαναάν (στίχ. 4). Λέγοντας, λοιπόν, ό Θεός ότι φα-νερώνει τώρα το όνομα Του «Γιαχβέ» στον Μωυσή, εννοεί την νέα έννοια πού θα φέρει στο όνομα αυτό ή απελευθέρωση και όχι το ίδιο το όνομα. Ένα παρόμοιο πρόβλημα απαντάται στην Άποκ. 19,11-16. Στον στίχ. 12 αναφέρεται ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει το όνομα του Χριστού, όπως φαίνεται ιππεύοντας τον λευκό ίππο και οδηγώντας τα στρατεύματα του ουρανού. Παρά ταύτα στον στίχ. 11 Αυτός καλείται «πιστός και αληθινός» και στον στίχ. 13 λέγεται «το όνομα αυτού ό Λόγος του Θεού». Αυτά ήταν ονόματα με τα όποια ό Χριστός ήταν ήδη γνωστός στον λαό Του. Στον στίχ. 16 παρά ταύτα ό Ιωάννης μιλάει για τον Χριστό ότι είναι «Βασιλεύς βασιλέων και Κύριος κυρίων» όνομα «ο ουδείς οίδεν ει μη αυτός» (στίχ. 12). Από το Α' Τιμ. 6,15 γίνεται σαφές ότι αυτός ό τίτλος δινόταν στον Χριστό από τούς αποστολικούς χρόνους. Είναι φανερό ότι ή πληροφορία του Ιωάννου για το όνομα «ουδείς οίδεν» δεν αναφέρεται στο ίδιο το όνομα, αλλά μάλλον στον νέο ρόλο με τον όποιο εμφανίζεται ό Χριστός ως υπέρμαχος του πολιορκούμενου λαού Του να «ποιμάνη πάντα τα έθνη έν ράβδω σιδηρά» (Άποκ. 12,5. 19,15).


Ό θεός, λοιπόν, θα αποκαλυφθεί τώρα στον Μωυσή πληρέστερα ως «Γιαχβέ», γιατί θα εκτελέσει τις υποσχέσεις Του και θα τελειώσει το έργο Του. Μάλιστα ό Θεός διατάσσει τον Μωυσή να πάει στους Ισραηλίτες και να ανανεώσει την παλαιά συνθήκη πού έκανε με τούς πατέρες τους και ακόμη να την επεκτείνει, γιατί τούς δίνει τρεις υποσχέσεις: Την απελευθέρωση από τον αιγυπτιακό ζυγό (στίχ. 6), την υιοθεσία τους ως προνομιούχου έθνους (στίχ. 7) και την εγκατάσταση τους στην Παλαιστίνη (στίχ. 8). Λέγοντας ό Θεός στον Ισραήλ ότι θα τον ελευθερώσει από τον αιγυπτιακό ζυγό, λέει ότι θα τον «λυτρώσει» (στίχ. 6), γιατί επρόκειτο να ελευθερωθεί από μια κατάσταση δουλείας και σκλαβιάς, όπως οι εξαγοραζόμενοι φυλακισμένοι ή σκλάβοι χρησιμοποιεί επίσης το ρήμα αυτό, θα τούς «λυτρώσει», γιατί ή απελευθέρωση του Ισραήλ είχε οριστεί να είναι ένας τύπος πού προεικόνιζε την απελευθέρωση των ψυχών των ανθρώπων από την δύναμη του Σατανά και του θανάτου με την μεγάλη τιμή του πολυτίμου Αίματος του Χριστού (βλ. Ίωάν. 8,36. Α' Πέτρ. 1,18.19. Αποκ. 5,9. Α' Κορ. 6,20). Στην πρώτη απολύτρωση ό «υψηλός Βραχίονας» ήταν ή εκδήλωση της δυνάμεως του Θεού στην καταστροφή του Φαραώ και των Αιγυπτίων στην δεύτερη απολύτρωση ό Βραχίονας του Κυρίου εκδηλώθηκε στα Χέρια πού τανύστηκαν στον Σταυρό. Και στις δύο απολυτρώσεις ό απολυτρωθείς δεν καταστάθηκε μόνο ελεύθερος, αλλά ελήφθη από τον Θεό να γίνει λαός Του και ιδιαίτερη κατοχή Του (Έφεσ. 1,11. Πράξ. 20,32. Ψαλμ. 104,8-10).

Οι Ισραηλίτες όμως, παρά το ότι άκουσαν τόσες ωραίες υποσχέσεις του Θεού, δεν πίστεψαν σ' αυτές, «δεν άκουσαν τον Μωυσή» (στίχ. 9). Ψυχράνθηκε ό ζωηρός ενθουσιασμός των πρώτων ημερών, γιατί ανέμεναν γρήγορη την απελευθέρωση. Τον Μωυσή θα τον θεώρησαν απατηλό και φαντασιοκόπο. Εξαντλήθηκε ή υπομονή τους και αρνήθηκαν να παρηγορηθούν. Αυτό το φαινόμενο των Ισραηλιτών απογοήτευσε τον Μωυσή και όταν έπειτα τον διέταξε ό Θεός να πάει στον Φαραώ να μιλήσει, ό Μωυσής αρνήθηκε, γιατί είπε, «Πώς θα τον ακούσει ό Φαραώ, αφού δεν τον άκουσαν οι Ισραηλίτες;» (στίχ. 12). Βλέπουμε εδώ ότι ή ανυπακοή είναι αποτέλεσμα αδύνατης πίστης στον Θεό. Και ακόμη ό Μωυσής επικαλέστηκε την αδυναμία του να μιλάει, «άλογος ειμί», είπε (στίχ. 12). 


Τα φυσικά μας ελαττώματα, όπως ή βραδυγλωσσία του Μωυσή, είναι αλήθεια ότι πρέπει να μας κάνουν να ταπεινωνόμαστε, όχι όμως να μάς αποθαρρύνουν από το να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε στην υπηρεσία του Θεού.
Παρά τις αντιρρήσεις του Μωυσή, ό Θεός διέταξε αυτόν και τον Ααρών να εμφανιστούν στον Φαραώ και να του πουν επιτακτικά να αφήσει τον Ισραήλ να φύγει από την Αίγυπτο διά παντός (στίχ. 13) και όχι για τρεις μέρες μόνο, όπως τον είχαν παρακαλέσει στην προηγούμενη επίσκεψη τους (5,3). - Για ένα έργο πού μάς αναθέτει ή Εκκλησία πρέπει να σκεπτόμαστε ότι ό Θεός μάς διατάσσει για το έργο αυτό, να σκεπτόμαστε επίσης την παντοδυναμία του Θεού και να καταπαύει έτσι μέσα μας κάθε αντίρρηση. Ό απόστολος Παύλος μάς λέει: «Ό Θεός εστίν ό ενεργών εν υμίν... Πάντα ποιείτε χωρίς γογγυσμών και διαλογισμών» (Φιλιπ. 2,13-14).

ΕΞΟΔΟΣ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. ΥΠΟ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΦΟΥΝΤΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: