Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΖΑΝΝΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ.






Παιδικά χρόνια

I. «Ματαία είναι κατ' άλήθειαν ή ζωή μας, το πρόσκαιρο Αγάθο, κι ή ευμορφία τον κόσμον τούτον, οι βραχύταταις χαραίς κι άπόλαυσες της ταραχώδους και κυμαινομένης ταύτης ζωής, και μόνοι καλότυχοι όσοι απαρνούνται τον κόσμον και τά τον κόσμον, δια τον Κύριον και περιπατούσι την στενήν και τεθλιμμένη όδόν τήν ουράνιον...»
(Αγάπιου μοναχού τού Κρητός, « Αμαρτωλών Σωτηρία»
(κεφ. ΛΑ')



Το δωδεκάχρονο, Λεπτοκαμωμένο αγόρι με τά κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια, διάβαζε μεγαλόφωνα από το παλιό, ξεσχισμένο βιβλίο. Διάβαζε και μια ολόκληρη παρέα παιδιών, άκουγε με προσοχή.
I Ό μικρός Κωνσταντίνος, το πέμπτο από τά οκτώ παιδιά τού Γρηγόρη Τζαννή, από τότε, που βρήκε παραπεταμένη μια παλιά ξεσχισμένη «Αμαρτωλών Σωτηρία», κάθε τόσο έβρισκε ευκαιρία, εκεί στα λειβάδια, πού πήγαιναν τά παιδιά τού χωριού να βοσκήσουν τά ζωντανά των γονιών τους, να τούς διαβάσει και κάτι απ' το «θησαυρό» του, κι έπειτα να προσπαθεί να τούς εξηγεί, τί σήμαιναν τά λόγια τού βιβλίου.



Όλοι στο χωριό του, το μικρό Κεραμούτσι στο Μαλεβίζι Ηρακλείου, τον θεωρούσαν «φωτισμένο», «εκλεκτό τού Θεού». Κι αυτό, γιατί το παιδί αυτό, πού γεννήθηκε μια Κυριακή πρωί στις 16 Νοεμβρίου τού 1928, εκτός από την φυσική του ευφυΐα και τη φοβερή μνήμη, πού τον διέκρινε, τούς είχεόλους στ' αλήθεια προβληματίσει με την πολλή του ευλάβεια προς τά θεία την μεγάλη του αγάπη για την Εκκλησία, τις Ακολουθίες, «τ' αγιωτικά».  Από μικρό παιδί τού άρεσε, όταν τ' άλλα παιδιά έπαιζαν, ή κάθονταν με τούς μεγάλους στις βραδινές βεγγέρες και διασκέδαζαν, να κλείνεται μόνος στο σπίτι και να κάνη μετάνοιες. Όμως, όπως διηγιόταν αργότερα ό ίδιος, όχι μόνον πολλοί χωριανοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον ζήλο του αυτό, γιατί νόμιζαν, πώς θα ξελογιάσει τά παιδιά τους με τά «καλογερικά» του, αλλά ακόμα κι αυτοί οι δικοί του δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη| θέρμη της πίστεώς του, τούς άγιους πόθους του.

Οι γονείς του ήταν ευσεβείς βέβαια, όπως όλοι οι απλοί χωρικοί της Κρήτης, αλλά δεν είχαν αυτόν τον ξεχωριστό ζήλο, πού έβλεπαν στο μικρό Κωνσταντίνο. Όλα τ' αδέλφια του ήταν ζωηρά, γεροδεμένα κι είχαν το νου τους, όπως όλα τά παιδιά, στα παιχνίδια και στις σκανδαλιές. Τούτος, ό Κωστής, ήταν διαφορετικός. Λεπτοκαμωμένος, ευαίσθητος, ήρεμος και πράος, δεν ήθελε τίποτε άλλο, παρά μόνο να κλείνεται στο σπίτι, να διαβάζει και να μετανίζη. Κι αυτά τ' αδέλφια του παραξενεύονταν. Ό πατέρας του, κάπου ανησυχούσε με την συμπεριφορά τού γιού του. Πίστευε πώς τά| πολλά - πολλά με τη θρησκεία, είναι για τις γυναίκες μόνο. Προσπαθούσε λοιπόν με ειρωνείες και φοβέρες ν' «άναμαζώξη»  τά μυαλά τού γιού του. Ό μικρός όμως Κωστής, όλα τ' αψηφούσε. Μόλις άκουγε καμπάνα, πρώτος έτρεχε στην εκκλησία μόλις έβρισκε βιβλίο θρησκευτικό, εξαφανιζόταν. 
Κάθε τόσο τον έχαναν. Πήγαινε στα ξωκλήσια, άναβε τά καντήλι προσευχόταν, έκανε μετάνοιες. Τέλος τον βαρέθηκαν «αυτός ζει στον κόσμο του» έλεγαν κι ούτε στη δουλειά τον έπαιρναν μαζί τους, στα χωράφια. Ήταν και φιλάσθενος, λεπτεπίλεπτος τον άφηναν λοιπόν στο σπίτι να  βοηθά την μάνα του.


Ή μάνα του, ή κυρά-Είρήνη, προσπαθούσε κι αυτή, μάταια βέβαια, να τον  εμποδίζει, απ' αυτά τά «καμώματά» του. Αλλά ή ζέσις της ψυχής του ήταν τόση, πού τίποτε απολύτως, δεν μπορούσε να την ψυχράνει.
Έτσι κρυφά-κρυφά ονειρευόταν ερημητήρια κι ασκητές, πολλές φορές σκέφτηκε να πάρει λίγα παξιμάδια, να πάει να κρυφτή σέ κάποιο βουνό, απ'  τά πολλά της Κρήτης, καινά γίνει ασκητής! Κάποτε μάλιστα, στα δεκατρία του ξεσήκωσε δύο χωριανάκια του, και ξεκίνησαν για την Ιερά Μονή Κουδουμά με σκοπό να γίνουν καλόγεροι. Αλλά το εγχείρημα απέτυχε, και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, όταν οι δύο φίλοι του, μόλις έφτασαν στο Βενεράτο κι άρχισε να νυχτώνει, έβαλαν τά κλάματα.
Στο σχολείο ήταν καλός μαθητής, άριστος. Ή δασκάλα του υπεραγαπούσε το Κωστάκι, όχι μόνον γιατί ήταν ευφυέστατος, αλλά πιο πολύ, γιατί ήταν ένα παιδί γεμάτο Αγάπη, καλοσύνη κι ευαισθησία. Είχε πάνω του μια «αρχοντιά» ψυχική.

Φτωχόπαιδο ό ίδιος τού άρεσε να χαρίζει άχτι είχε στα άλλα παιδιά, παρ' όλο πού εισέπραττε τά μαλώματα τών γονιών του. Την κατοχή, πού το ψωμί ήταν λίγο και στα χωριά ακόμη, ό μικρός Κωστής έπαιρνε κάθε τόσο, μια «κριθοκουλούρα» από το σπίτι τους και την πήγαινε, κρυμμένη κάτω απ' τά ρουχαλάκια του, κρυφά-κρυφά στην φτωχή γειτόνισσα, πού δεν είχε ψωμί να δώση στα παιδιά της.


Από μικρό παιδί, μέχρι πού έφυγε από αυτή τη ζωή, τον χαρακτήριζε αυτή ή συμπόνια. Είχε ελεήμονα, συμπάσχουσα καρδία. Αργότερα θα σκορπά τον μισθό του σέ ελεημοσύνες κι όταν πια δεν θα 'χη χρήματα, θα δίνη κι αυτά τά ρούχα του, τις κουβέρτες του, οτιδήποτε!


Συμπονούσε κι αυτά τά ζώα ακόμα, τ' αγαπούσε, και στεναχωριόταν πολύ όταν έβλεπε κάποιον να τά κακομεταχειρίζεται. Δεν ήθελε να σκοτώνουν, ούτε κι αυτά τά βλαβερά ή ενοχλητικά έντομα κι ερπετά. Μετά από πολλά χρόνια, Πνευματικός πια, θα συμβουλεύει: «Μην τά σκοτώνετε. Αυτά τά καημένα, δεν έχουν να χαρούν, παρά μονάχα αυτή την ζωή την πρόσκαιρη. Μην τούς την στερείτε. Ό θεός δεν τούς έχει χαρίσει, όπως στον  άνθρωπο, αθάνατη ψυχή».


Το 1940 τελειώνει το Δημοτικό σχολείο τού χωριού του. Ό μικρός Κωστής αγαπούσε με πάθος τά γράμματα, όμως ούτε σκέψης δεν γινόταν για να πάει Γυμνάσιο. Αφ' ενός ή κατοχή, αφ' ετέρου ή φτώχεια τών γονιών του, τού έκλειναν τον δρόμο. Όμως οι δύο αυτές αγάπες του, ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν. Ή φιλομάθεια κι ή άσβεστη δίψα του για το θείον, το «άκρον άγαθόν». Θα τον συνοδεύσουν σ' όλη του τη ζωή, έως τέλους.

Έτσι έμεινε στο χωριό, κοντά στους δικούς του, συμμετέχοντας, ότι μπορούσε, στο μόχθο της αγροτικής ζωής. Όμως, ό πόθος του για την άσκηση, τον μοναχισμό, δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Εκμεταλλευόταν κάθε παραμικρή ευκαιρία για να απομονώνεται, να προσεύχεται, να κάνη μετάνοιες, να διαβάζει βίους Αγίων κι άχτι άλλο «άγιωτικό» βιβλίο έβρισκε.


Έτσι «πυρπολημένος» φεύγει το 1945 κι έγκαταβιώνει στην 'Ιερά Μονή  Σαββαθιανών, πού τότε ήταν άνδρώα. Ό τότε Ηγούμενος, πατήρ Καλλίνικος, τον όποιο πάντα μνημόνευε στην Πρόθεσι και στο κομποσκοίνι του  ό Γέροντας, μ' ευγνωμοσύνη κι Αγάπη, έως το τέλος της ζωής του, το δέχτηκε φιλόστοργα και τον περιέβαλλε με πολλή Αγάπη. Όπως ομολογούσε ό ίδιος ό Γέροντας, όλοι στο μοναστήρι, αλλά και στο χωριό Ρογδιά πού είναι εκεί κοντά, υπεραγαπούσαν το «Κωστάκι». Εκεί έμαθε και να ψέλνει και να διαβάζει καλογερικά. Εκεί ό καλός πατήρ Καλλίνικος τού έκανε και τά πρώτα του «στιβάνια».


Όμως ό πειρασμός, πού σίγουρα διαισθανόταν την πνευματική δύναμη τού νέου, δεν τον άφησε ήσυχο ούτε κι εκεί. Ξεσήκωσε τούς δικούς του, πού επιτέλους, μετά από έξι μήνες κατάφεραν να φέρουν τον Κωστή στο χωριό,  με πρόφαση τον γάμο της αδελφής του. Όταν πήγε στο χωριό, έπεσαν όλοι επάνω του, ό Κωστής ζαλίστηκε, δεν άντεξε στον πειρασμό κι υποχώρησε 


Πείσθηκε να μείνει στο χωριό. Όταν μετά από καιρό «άνάνηψε» και θέλησε να γυρίσει στο μοναστήρι, δεν τον δέχτηκαν.
Όμως ή φλόγα άναψε τώρα περισσότερο δίνει λοιπόν το 1946 εξετάσεις στην Ιερατική σχολή Χανίων κι έρχεται πρώτος έπιλαχών. Έτσι έμεινε κάπου ένα μήνα στη Μονή Γουβερνέτου. Για να μπόρεση όμως ν' αντιμετωπίσει καλύτερα τά έξοδα, μεταγράφηκε, με το νόμο, πού τότε ίσχυε, στο «Καπετανάκειο Γυμνάσιο Ηρακλείου.


Όμως ή έφεσης του για τον μοναχισμό ποτέ δεν τον εγκαταλείπει. Μόλις έχει τελειώσει την πρώτη τάξι και το καλοκαίρι γνωρίζεται με κάποιο Αγιορείτη μοναχό πατέρα Εύστράτιο, αγιογράφο, από την Μικρή Αγία Άννα. Οι δικοί του, ειδικά ή μητέρα του, κίνησε «γη κι ουρανό», και τελικά κατάφερε με την βοήθεια ενός αστυνομικού, συγγενή τους, να τον φέρει πίσω.


Ό Γέροντας έλεγε, ότι παρ' όλο πού ό Γέροντας του τού έκανε πολύ σκληρή, ασκητική ζωή, δεν ήθελε να φύγει. Τότε είδε ένα όραμα: Σαν να βρισκόταν στην εκκλησία της Σκήτης. Ξαφνικά εμφανίζεται ό σατανάς, τον άρπα απ' το γιακά και τον πετά έξω από την εκκλησία. Εκεί ένα πλήθος μοναχών έκανε λιτανεία. Άλλοι λαμπροφορεμένοι κι άλλοι κατάμαυροι. Απέναντι σ' ένα δέντρο, βλέπει την Παναγία μας και τού λέει: «Τώρα θα φυγής, αλλά θα ξανάρθεις αργότερα. Δεν με αφήνει ή μητέρα σου ήσυχη.» Τότε ό Κωστής κοίταξε κατά την θάλασσα κι είδε την μητέρα του βυθισμένη μέχρι το λαιμό μέσα στα κύματα, να παλεύει.


Την επομένη ακριβώς ήμερα τον βρήκε ή αστυνομία, πού τον αναζητούσε και τον έστειλε πίσω στην Κρήτη, στο χωριό του.
Ήταν ήδη Δεκέμβριος. Πήγε λοιπόν ξανά στο Γυμνάσιο, στη Δευτέρα τάξη Έδωσε το Φεβρουάριο εξετάσεις και πέρασε τά μαθήματα. Έτσι συνέχισε μέχρι την Πέμπτη τάξι, πού όταν την τελείωσε, πήγε στρατιώτης.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.
        

Δεν υπάρχουν σχόλια: