Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΑΡΙΑ . ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗ. Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ. ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΥ ΛΟΒΤΣΑΝΣΚ. ΡΟΥΜΑΝΙΑ.


Ρουμανία

Η  ξενιτειά μου συνεχιζόταν. Είχα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο πρόγραμμα, πού τηρούσα  αυστηρά. Σηκωνόμουν με το πρώτο φώς, όπου κι άν είχα περάσει την νύχτα, και ευθύς περπατούσα δεκα­πέντε χιλιόμετρα, εναλλάσσοντας την ευχή τού Ιησού με Ιερές σκέψεις. Κατόπιν, ξεκουραζόμουν περίπου δύο ώρες τρώγοντας ψωμί και φρούτα άν είχα, έπινα νερά και ξεκινούσα για άλλα επτά ή οκτώ χιλιόμετρα. Έκανα άλλη μία στάση, ξεκουραζόμουν, και προς το βράδυ βάδιζα ακόμη επτά με οκτώ χιλιόμετρα. Με την διευθέτηση αυτή, συνο­λικά διήνυσα τριάντα χιλιόμετρα την ήμερα. Είχα χαράξει την πορεία μου στον χάρτη και ρωτούσα από χωριά σε χωριά τον δρόμο, λέγοντας ότι πηγαίνω από το ένα μονα­στήρι στο άλλο. Διανυκτέρευα όπου έβρισκα καταφυγή, μόλις έπεφτε το σκοτάδι, σε σπίτια, στο δάσος, σε χωρά­φια, κάτω από τις μπάλες του σανού, και κάποιες φορές σε μοναστήρια.



Κατά την διάρκεια του ταξιδιού μου πέρασα από πόλεις, χωριά και δάση. Μερικές φορές, μάλιστα, ό δρόμος ήταν δύσβατος- άλλοτε είχε αμμουδιά και άλλοτε απότομες ανηφόρες. Υπήρχαν μέρες πού είχε πολλή ζέστη, και πολλές φορές δεν είχα καν ψωμί ή νερό. Σε δέκα μέρες είχα φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας και μετά -μέσω αυτής- θα έφτανα στην Βεσσαραβία. 


Τις ώρες της ξεκούρασης διάβαζα το Ψαλτήρι. Τις νυχτερινές μου ευχές εξακολουθούσαν να συνοδεύουν ό θόρυβος και οι κραυγές· γι’ αυτό και προσπαθούσα να προσεύχομαι σε απομονωμένα μέρη. Πώς θα μπορούσα να εκφράσω το απερίγραπτο και άμετρο έλεος του Κυρίου, την αίσθηση της αποδέσμευσης από τα γήινα, το βίωμα της αληθινής ελευ­θερίας, και την θέρμη πού αγκαλιάζει την ψυχή; Ένιωθα μονίμως το πνεύμα, τον νου και την καρδιά μου να έχουν μονόδρομοι κατεύθυνση, και να προσκολλώνται στον μόνο Αγαθό Βοηθό και Υπερασπιστή μου.
Έβρισκα παρηγοριά στην προσευχή και αποκτούσα σαφήνεια στήν διάνοια. 


Οι σωματικοί κόποι, έκτος από το σώμα, εξάγνιζαν και το πνεύμα μου. Ή ψυχή μου, λαμβάνοντας την άνωθεν βοήθεια, οικοδομούσε όλο και πιο σταθερά την πίστη και την ελπίδα της. Έτσι, υπό το κράτος όλων των αντίξοων συνθηκών: του καύσωνα, της πείνας και της κούρασης, πού την επέτεινε το γεγονός πώς ότι ρούχα είχα τα φορούσα πάνω μου -δεν ήταν και πολλά, άλλα είχα τα βιβλία και τις εικόνες πού πρόσθετον κάποιο βάρος- εξαντλούμουν σωματικά. Ωστόσο, ό Θεός με ενδυνάμωνε διαρκώς. Τις Κυριακές άφηνα τον εαυτό μου να ξεκουραστεί και πεζοπορούσα μόνο δεκα­πέντε χιλιόμετρα.

Σε μία ρουμανική πόλη με συνάντησαν αστυνομικοί πού με οδήγησαν στον διευθυντή του τοπικού τμήματος, ό όποιος ζήτησε αυστηρά τα χαρτιά μου. Τούς έδειξα το γράμμα του μοναστηριού -πού έφερα πάνω μου- το όποιο πιστοποιούσε πώς είμαι δόκιμη και πηγαίνω σε άλλη Μονή. Ό διευθυντής μου εξέφρασε την ανησυχία του, προβάλλοντάς μου το επιχείρημα ότι, από το σημείο πού βρισκόμασταν για τα επόμενα εβδομήντα χιλιόμετρα, δεν θα υπήρχε ούτε ένα χωριό, παρά μόνο βουνά και δάση. Προς απάντηση του είπα ότι με την βοήθεια του Θεού όλα είναι δυνατά. Στήν συνέχεια ψιθύρισε κάτι στον χω­ροφύλακα, και εκείνος με οδήγησε κάπου. Ήταν το σπίτι του. Είπε στήν σύζυγό του να με φιλέψει, και έφερε μία σακούλα με τρόφιμα πού είχε σταλεί από τον διευθυντή.



Μετά απ’ αυτήν την σύντομη φιλοξενία, ξεκίνησα πάλι τον δρόμο μου και διαπίστωσα ότι πράγματι δεν υπήρχε κανένας οικισμός. Ήμουν μόνη, περικυκλωμένη από δέντρα, και είχα χαθεί. Βρήκα κάποιους τηλεγραφικούς στύλους και αποφάσισα να τούς άκολουθήσω κατά μήκος, για να πορεύομαι με ασφάλεια. Περπατούσα όλη μέρα, ξεπερνώντας ρεματιές και αδιάβατους θάμνους, και καταπονούμουν ανεβοκατεβαίνοντας κρημνώδεις λό­φους. Μου είχε τελειώσει το νερό, άλλα το δάσος ήταν γεμάτο από βατόμουρα. 


Βρισκόμουν στην καρδιά του καλοκαιριού. Πόσο όμορφα ήταν όλα γύρω μου και πόσο ωραία κελαηδούσαν τα πουλιά!



Το σούρουπο έφτασα σε κάποιο σπίτι πού -όπως αποδείχτηκε αργότερα- ήταν το γραφείο τού εργαστηρίου τού ύλοτομείου. Ή σύζυγος τού δασονόμου υπέφερε από με­γάλη θλίψη. Έτσι, κατάλαβα πώς ή Θεία Πρόνοια με έκανε να χάσω τον δρόμο μου και να βρεθώ εκεί, για να παρηγορήσω αυτήν την γυναίκα με την ελπίδα τού Χριστού.
Μία ήμερα, και ενώ είχα περπατήσει δεκαπέντε χιλιό­μετρα, θέλησα να ξεκουραστώ. Ήταν καταμεσήμερο, και το κοντινότερο χωριό βρισκόταν σε απόσταση έξι χιλιομέ­τρων. Ολόγυρα μου ή μοναχική στέπα κήρυττε την σιωπή. Στην σκιά ενός δέντρου, βρήκα καταφυγή από τον καυτό ήλιο, και απίθωσα το σακίδιο μου στο χώμα.



Ξαφνικά, ένας μαύρος, τεράστιος και άσχημος άνθρωπος μού επιτέθηκε πισώπλατα αρπάζοντας με από τον λαιμό. Παράλληλα προσπάθησε να μού κλείσει το στόμα με την γροθιά του, ώστε να μην μπορώ να φωνάξω. Όλα έγιναν εν ριπή  οφθαλμού• ωστόσο, αντιλήφτηκα αμέσως πώς ηταν ενέργεια τού μισόκαλου. Παρά την δυσκολία μου, εκείνην την στιγμή από τα βάθη της καρδιάς μου, και όσο μπορούσα, με πνιγμένη την φωνή είπα τρείς φορές: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, ελέησον με την αμαρτωλή». Και το θαύμα έγινε! Ό μιαρός εκείνος άνθρωπος εκτινάχθηκε κυριολεκτικά σαν μπάλα σε απόσταση κάποιων μέτρων, και έφυγε τρέχοντας τρομαγμένος.
Γονάτισα με ανέκφραστη ευγνωμοσύνη και είδα έναν λαμπερά ασημένιο στύλο να ξεκινάει από την γη και να ορθώνεται αγγίζοντας τον ουρανό. Τα δάκρυα της ανείπωτης και αξέχαστης ευχαριστίας μου κυλούσαν σαν πο­τάμια στο πρόσωπό μου και έβρεχαν το χώμα. Δεν μπορούσα να χορτάσω την προσευχή• τόσο πολύ με είχε κυκλώσει ή Χάρις τού Κυρίου! Όταν συνήλθα ξεκίνησα πάλι το ταξίδι μου. Οδοιπορούσα μέχρι πού άρχισα να βλέπω την Βεσσαραβία να ανοίγεται μπροστά μου.





 ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΑΡΙΑ . ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗ.ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΥ ΛΟΒΤΣΑΝΣΚ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΔΩΡΩΝ ΑΡΟΑΝΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: