Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ό θεραπευτής των απελπισμένων. Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΟΥ POCHAEV



Ό θεραπευτής των απελπισμένων. Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΟΥ POCHAEV


Το POCHAEV  (στη δυτική Ουκρανία) έχει έπιλεχθή από τη Μητέρα του Θεού από τότε που ή ίδια παρουσιάστηκε στους ευσεβείς κατοίκους του το 1340 και έκανε να αναβλύσει ένα ρυάκι, όπου σήμερα βρίσκεται ναός προς τιμήν της. Με το πέρασμα του χρόνου το μικρό χωριό και ή Λαύρα, πού είναι αφιερωμένη στήν Κοίμηση της Θεοτόκου και χτίστηκε κοντά σ’ αυτό το ρυάκι, περικυκλώθηκε από τις ρωμαιοκαθολικές δυνάμεις από βορρά, νότο και δύσι (τήν Πολωνία και τήν Αυστρο-Ουγγαρία), οι όποιες έβλεπαν τη Λαύρα ως ένα ακόμα πολύτιμο λίθο για να τον προσθέσουν στο στέμμα του βασιλείου τους.


Το POCHAEV  έγινε γνωστό στήν Αμερική και τον δυτικό κόσμο από τον αρχιεπίσκοπο Βιτάλιο (MAXIMENKO Τ1960), ό όποιος υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης στο POCHAEV και έφερε τη μοναστική παράδοση της Λαύρας στήν ί. μονή της 'Αγίας Τριάδος του JORDANVILLE  της Νέας Υόρκης.
Ή ζωή του αγίου Αμφιλοχίου θά μάς άνοιξη το δρόμο γιά να γνωρίσουμε τήν ομολογία της Λαύρας του POCHAEV απέναντι στις αθεϊστικές άρχές του κομμουνισμού στα δυσμενή χρόνια της επαναστάσεως.


Όπως λένε οι προπάτορές μας, «Ή ζωή δεν είναι ένας περίπατος στο δάσος». Γιά άλλους ή ζωή από τήν παιδική ηλικία είναι άνετη και όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί γι’ αυτούς. Γιά άλλους ή ζωή είναι στενή, στενόχωρη και γεμάτη αγκάθια. Κάποιοι ζουν τη ζωή τους πλουτίζοντας τούς εαυτούς τους, άλλοι περνούν τη ζωή τους πλουτίζοντας άλλους. Τέτοια ήταν ή ζωή του αγίου Αμφιλοχίου, γιατί πολλές ψυχές βρήκαν το δρόμο της σωτηρίας Χάρι στή γνωριμία τους με τον άγιο Αμφιλόχιο.


Γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου το 1894. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά στήν οικογένεια του. Ζούσαν στο χωριό IILOVITSA  της Ουκρανίας. Πήρε το όνομα Ιάκωβος, προς τιμήν του αγίου Ιακώβου του Πέρσου. Τότε ή ζωή της Εκκλησίας ήταν ενωμένη με τη ζωή των χωρικών. Όλη ή οικογένεια του δούλευε στα χωράφια και φρόντιζε τα ζώα και όλοι έλεγαν τις καθημερινές προσευχές τους πριν βγουν γιά τήν εργασία.

Οι γονείς του, Βαρνάβας και Άννα GOLAVATIUK , ήταν ιδιαίτερα ευλαβείς. Ό πατέρας του γνώριζε πολλές τέχνες, αλλά είχε και το ιδιαίτερο χάρισμα να βάζει στή θέση τους σπασμένα κόκκαλα ανθρώπων. Ό μικρός Ιάκωβος συνόδευε τον πατέρα του πολύ συχνά σ’ αυτές τις αποστολές.

Το 1912 ό Ιάκωβος επιλέχτηκε να υπηρέτηση στο στρατό του τσάρου. Κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε στή δυτική Ουκρανία. Στον πόλεμο ό Ιάκωβος αιχμαλωτίστηκε από τούς Γερμανούς και στάλθηκε εξορία στις Άλπεις, γιά να εργαστεί στα χωράφια. Κατά τήν τριετή του υπηρεσία ό νεαρός Ιάκωβος κέρδισε τήν εύνοια του αφεντικού του, εξ αιτίας της μεγάλης πραότητας του, ό όποιος και ήλπιζε να τον παντρέψει με τήν κόρη του. Ωστόσο ό νεαρός Ιάκωβος δραπέτευσε το 1919 και με τη βοήθεια κάποιων χωρικών επέστρεψε στο σπίτι του.

Ή θέρμη της προσευχής πού υπήρχε στο σπιτικό του ζέστανε και τη δική του ψυχή. Ό νέος άρχισε να σκέπτεται το γάμο. Βρέθηκε ή κατάλληλη κοπέλα, αλλά ό Θεός έκρινε αλλιώς. Μια συζήτησι με τον ιερέα της ενορίας του άλλαξε τήν κατεύθυνση της ζωής του οριστικά.



Έχοντας ζήσει τα θλιβερά γεγονότα του πολέμου και της αιχμαλωσίας, ό Ιάκωβος κατάλαβε καλά, πώς ή ζωή είναι ένας ακατάπαυστος αγώνας, όπου ό διάβολος πολεμάει το Θεό κι ότι το πεδίο αυτού του πολέμου είναι ή καρδιά του ανθρώπου- και κανένας δεν μπορεί να νικήσει σ’ αυτό τον πόλεμο, αν δεν έχει φυτέψει τούς σπόρους της αρετής και της ταπεινώσεως στήν καρδιά του και άν δεν τούς έχει ποτίσει με τα δάκρυα της μετάνοιας.

Το 1925 ό Ιάκωβος, έχοντας διαλέξει το δρόμο του μοναχισμού, έφθασε στή Λαύρα του POCHAEV.

Όπως προαναφέραμε, το POCHAEV βρίσκεται στή δυτική Ουκρανία και έγινε γνωστό ως ιερός τόπος από το 1340, όταν ή Θεοτόκος παρουσιάστηκε σ’ έναν χωρικό, στήν κορυφή ενός βουνού, και άφησε το αποτύπωμα του ποδιού της, από το οποίο ανέβλυσε ένα ρυάκι πού τα νερά του είναι θεραπευτικά. Εκεί κοντά ιδρύθηκε ή Λαύρα του POCHAEV, ή όποια κάτω από τήν ηγουμενία του αγίου Ιώβ, τον 16ο αιώνα, γνώρισε μεγάλη άνθηση. Τον 20ό αιώνα ή Λαύρα θά αναδειχθεί υποστηρικτής της Ορθοδοξίας κατά τούς δύο παγκοσμίους πολέμους και κατά τήν εποχή του κομμουνισμού.

Είναι αξιοθαύμαστο πώς ή Λαύρα παρέμεινε ανοιχτή καθ’ όλη αυτή τήν περίοδο, παρ’ όλες τις δυσμενείς πολιτικές συνθήκες, οι οποίες κατάφεραν να κλείσουν εκατοντάδες μοναστήρια.

Ό Ιάκωβος, ως δόκιμος, υπηρέτησε στο μοναστήρι του με ταπείνωση και υπακοή. Ή διακονία του ήταν να φτιάχνει τροχούς και έλκηθρα και να ψέλνει στις ακολουθίες, θεωρώντας πάντα τον εαυτό του ως τον πιο αμαρτωλό και ανάξιο μοναχό.

Κάποτε, τον Φεβρουάριο του 1931, καθώς στεκόταν κοντά στον τάφο του πρώην ηγουμένου της μονής, ξαφνικά ένιωσε ολοκάθαρα τη ματαιότητα της ζωής. Τότε ό Ιάκωβος, θέλοντας να δίωξη από πάνω του όλη τήν ακαθαρσία των αμαρτιών του, έκανε ένα βήμα μπροστά και άρχισε να εξομολογείται τις αμαρτίες του μπροστά σε όλους, ζητώντας συγχώρηση γιά όλη τήν προηγουμένη του ζωή. Ή θερμή αυτή εξομολόγηση συγκίνησε πολλούς.

Μετά από τα χρόνια της δοκιμασίας του, ό δόκιμος Ιάκωβος προσήλθε στήν τάξη των μοναχών και πήρε το όνομα Ιωσήφ στις 8/07/1932. Έπειτα στις 21/09/1933 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και τήν επόμενη εβδομάδα ιερομόναχος.
Μία από τις πολλές διακονίες του ήταν να φροντίζει τούς ασθενείς. Σαν τον πατέρα του, έγινε Ιδιαίτερα γνωστός από το γεγονός ότι έβαζε τα σπασμένα κόκκαλα των ανθρώπων στις θέσεις τους. Με τήν ευλογία του ηγουμένου, ό π. Ιωσήφ εγκαταστάθηκε σε ένα οίκημα κοντά στήν πύλη της μονής, όπου έζησε γιά περίπου 20 χρόνια. Ό π. Ιωσήφ βρήκε το χρόνο να φυτέψει πολλά καρποφόρα δένδρα, πού υπάρχουν μέχρι σήμερα.



Πολλοί ασθενείς άρχισαν να επισκέπτονται τον π. Ιωσήφ. Κατά καιρούς ό δρόμος μπροστά από το οίκημά του ήταν γεμάτος από κάρα, γύρω στα 100, πού κουβαλούσαν τούς ασθενείς. Και ό π. Ιωσήφ τούς θεράπευε όλους.
Περνώντας τις μέρες και τις νύχτες του με κόπους και προσευχή, ό π. Ιωσήφ δυνάμωσε πνευματικά. Είχε καταφέρει να υπόταξη κάθε κίνηση της καρδιάς και του νου του στο άγιο Πνεύμα. Αφιερώνοντας τη ζωή του στο Θεό και στον πλησίον, ό π. Ιωσήφ απέκτησε πολλά χαρίσματα. Έδιωχνε δαιμόνια, θεράπευε κωφούς και τυφλούς, και παρηγορούσε θλιμμένους και απελπισμένους.


Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο όμως, ένα βράδυ, οι κομμουνιστικές άρχές έστειλαν στρατό στή Λαύρα και συνέλαβαν τον π. Ιωσήφ δένοντάς τον σε ένα φορείο. Οι προσκυνητές άρχισαν να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται. Ό π. Ιωσήφ είπε ήρεμα «Μη στενοχωριέστε, δεν θά καταφέρουν τίποτα». Και ώ του θαύματος! καθώς έφευγαν, ό ένας στρατιώτης τυφλώθηκε, του άλλου παρέλυσε το χέρι, και του άλλου το πόδι. Άρχισαν να εκλιπαρούν τον π. Ιωσήφ να τούς συγχώρηση, κ’ εκείνος τούς θεράπευσε, τούς ευλόγησε και τούς άφησε να φύγουν εν ειρήνη.


Αυτοί οι άνθρωποι όμως δεν είχαν μετανιώσει ειλικρινά' ξέχασαν το θαύμα που τούς έκανε και ήρθαν ξανά γιά να «συζητήσουν». Τήν ίδια ώρα έφεραν στον π. Ιωσήφ μια δαιμονισμένη, ή οποία μόλις είδε τον π. Ιωσήφ άρχισε να τον χτυπάη με γροθιές και να τον βρίζει. Ό π. Ιωσήφ έμεινε ήρεμος, λυπήθηκε γιά τήν κατάντια του πλάσματος του Θεού και προσευχήθηκε. Ή γυναίκα ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο και καθώς συνήλθε, άρχισε να ρωτά που βρίσκεται και πώς βρέθηκε εκεί. Οι στρατιώτες έμειναν κατάπληκτοι μ’ αυτό πού είδαν και άφησαν ήσυχο τον γέροντα και δεν τον ξαναενόχλησαν.
Τον περίμεναν όμως ακόμα πολλά βάσανα και μαρτύρια...
Κατά την μεταπολεμική περίοδο υπήρχαν πολλοί εγκληματίες και ληστές στις γύρω κόχες της μονής. Το βράδυ γίνονταν πολλές ληστείες και φόνοι και όλοι ζούσαν  εν φόβο.


Μια βραδιά, στις 11 ή ώρα, δεκατέσσερις άνδρες οπλισμένοι μπήκαν στο ταπεινό κελί του γέροντα και απαίτησαν να τούς δώσει κάτι να φάνε. Τελείωσαν το γεύμα τους  πέρα από τα μεσάνυχτα και μετά οι «επισκέπτες» ζήτησαν από τον π. Ιωσήφ τούς  τους άκολουθήσει. Όταν έφτασαν στήν πύλη  της μονής, ό αρχηγός πληροφόρησε τον π. Ιωσήφ ότι έχει εντολή να τον πυροβολήσει. Ό π. Ιωσήφ ζήτησε με ηρεμία να δοθούν δέκα λεπτά γιά προσευχή. Αφού του το επέτρεψαν, ό π. Ιωσήφ στάθηκε κάτω από ένα δέντρο πού είχε φυτέψει ό άγιος  Ιώβ τού POCHAEV  και απήγγειλε το Πάτερ ημών», το «Θεοτόκε Παρθένε», το σύμβολο της Πίστεως και τις ευχές γιά τον ψυχορραγούντα.



Τότε ό π. Ειρήναρχος, αφού κατάλαβε ότι ο π. Ιωσήφ λείπει, βγήκε έξω. Μέχρι τότε ο  π. Ιωσήφ βρισκόταν κάτω από το δέντρο μπροστά στο πιστόλι. Ή αντίστροφη μέτρηση  είχε αρχίσει «"Ενα, δύο....», ακούστηκε: Ό π. Ειρήναρχος κατάλαβε αμέσως τι γινόταν και, γεμάτος αγάπη και θυσία γιά  τον αδελφό του, έτρεξε μπροστά από το πιστολι  το πέταξε κάτω στή γή και απελπιστικά άρχισε να φωνάζει-


-Ποιόν πάτε να σκοτώσετε; Ξέρετε τί άνθρωπος είναι; Αυτός σώζει τον κόσμο με  την προσευχή του! ”Αν θέλετε να σκοτώσετε κάποιον, σκοτώστε εμένα- αυτόν μην τον  αγγίζετε.
Ο αρχηγός των ληστών τότε πήρε το πιστολι και είπε- Εντάξει, γέρο. Φύγε.

Ό π. Ιωσήφ άρχισε να κινείται προς τήν πύλη της μονής, περιμένοντας να τον πυροβολήσουν στήν πλάτη. Αλλά όχι, ό θάνατος τον είχε προσπεράσει. Άκουσε τούς ληστές να φεύγουν μέσα στο σκοτάδι. Ό π. Ειρήναρχος είχε σώσει τον π. Ιωσήφ από βέβαιο θάνατο.


Μετά από αυτό οι πατέρες επέμεναν να έρθει πίσω ό π. Ιωσήφ στή Λαύρα γιά τήν ασφάλεια του. Οι άνθρωποι τον ζητούσαν συνέχεια και λάμβαναν θεραπεία από τις σωματικές ασθένειες αλλά και από τα νοσήματα της ψυχής. Ακόμα και ανίατες αρρώστιες θεράπευε ό γέροντας.


Στο τέλος της δεκαετίας τού 1950 ένας καινούργιος διωγμός άρχισε εναντίον της Εκκλησίας. Εκκλησίες και μοναστήρια έκλειναν, ιδιαίτερα στήν δυτική Ουκρανία. Ή Σοβιετική αρχή σχεδίαζε να μετατρέψουν τη Λαύρα τού POCHAEV σε «κομμουνιστικό χωριό», όπου θά υπήρχε ένα μουσείο τού αθεϊσμού. Αυτό το είχαν ήδη πετύχει στή μεγάλη Λαύρα των Σπηλαίων τού Κιέβου. ’Έτσι όλοι οι πατέρες έλαβαν εντολή να φύγουν από το μοναστήρι. Μια ειδική ομάδα ελέγχου τοποθετήθηκε από τις άρχές στή μονή, γιά να δίωξη μοναχούς, πιστούς και προσκυνητές από εκεί. Απαγόρευσαν στους τοπικούς εμπόρους να πουλάνε οτιδήποτε στή μονή. Επίσης δεν έπέτρεπαν στους προσκυνητές να φέρνουν τρόφιμα στο μοναστήρι. Έτσι οι Σοβιετικοί ήλπιζαν ότι θά διώξουν τούς μοναχούς χωρίς βία, ώστε αργότερα να μπορέσουν να πουν ότι οι μοναχοί έφυγαν «οικειοθελώς» από τη μονή. Αλλά κανένας μοναχός δεν σκεπτόταν να φύγει από τη μονή.



Τότε οι άρχές άρχισαν να ασκούν βία, με διάφορες προφάσεις. Φυλακίστηκαν οι πατέρες γιά χρήση δήθεν παρανόμων διαβατηρίων, άλλοι κλείστηκαν σε ψυχιατρεία, άλλοι στάλθηκαν στο σπίτι τους χωρίς το δικαίωμα να επιστρέψουν. Όσοι δεν υπάκουαν, καταδικάζονταν σε ανακρίσεις. Απ’ αυτές επέστρεφαν σε άθλια κατάσταση, σαν σκελετοί με μαύρο δέρμα.
Ή δίωξη δεν λύγισε τήν αποφασιστικότητα των μοναχών, οι όποιοι υπέφεραν τα πάντα με κουράγιο και ηρεμία, προσευχόμενοι, άν ήταν ανάγκη, να πεθάνουν γιά τη Λαύρα. Οι άρχές συνέχεια τούς απειλούσαν ότι θά τούς πνίξουν στο πηγάδι της μονής. Ό π. Ιωσήφ απαντούσε  Είμαστε έτοιμοι!


Υπήρχαν τιμωρίες γιά τούς γύρω κάτοικους πού έκρυβαν τούς προσκυνητές της μονής. Έτσι οι πατέρες της μονής κράτησαν ένα ναό ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο, όπου ό π. Ιωσήφ έψελνε όλο το βράδυ ακάθιστους ύμνους στους αγίους, ώστε οι προσκυνητές να έχουν κάπου να ξεκουράζονται.
Μια φορά, ο π. Ιωσήφ έλειπε σε κοντινό χωριό, όπου πήγε να θεραπεύση μια κοπέλα με σπασμένο χέρι. Όταν επέστρεψε στή μονή, πριν ακόμη μπή στο κελί του, ένας δόκιμος ήρθε τρέχοντος να τον πληροφόρηση ότι το καθολικό της μονής είχε καταληφτεί από τήν αστυνομία και ότι είχαν πάρει τα κλειδιά από τον προϊστάμενο. Ό π. Ιωσήφ αμέσως έτρεξε στο ναό, όπου είχαν μαζευτεί πολύς λαός και αρκετοί αστυνόμοι.


Ό γέροντας πλησίασε τον άρχιαστυνόμο και τράβηξε με τη βία τα κλειδιά από τα χέρια του. Τα έδωσε στο νέο προϊστάμενο, τον π. Αυγουστίνο, και τού είπε- Πάρ’ τα και μην τα δίνεις σε κανένα! Γυρίζοντας στον κατάπληκτο αστυνόμο συμπλήρωσε- Οι Ιεράρχες είναι φύλακες της Εκκλησίας! Και εσείς; Φύγετε! Όλοι σας, ελάτε να τούς διώξουμε! Εμπνευσμένοι από τον αγαπητό τους γέροντα. ο κόσμος έτρεξε να μαζέψει ξύλα και να κατευθυνθεί προς τήν αστυνομία, ή οποία έφυγε τρέχοντας από τήν πύλη με φόβο.

Ό γέροντας ήξερε ότι θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και περίμενε μια σκληρή ανταπόδοση από τούς μνησίκακους και μοχθηρούς άθεους. Ό άγιος όχι μόνο τούς περίμενε, αλλά ήξερε πότε και πώς θά έρθουν να τον συλλάβουν, αλλά δεν έκανε τίποτα να τούς αποτρέψει.

Δεν πέρασε μια εβδομάδα. Ό ηγούμενος Σεραφείμ (ό τότε θυρωρός) διηγείται «Προς το τέλος τού Σεπτεμβρίου, όταν στεκόμουν φύλακας στήν πύλη, ό π. Ιωσήφ με πλησίασε καημού είπε Άνοιξε τις πύλες, ένας μαύρος κόρακας έρχεται γιά τον Ιωσήφ, και μπήκε στο κεντρικό κτήριο. Άνοιξα τις πύλες και άρχισα να περιμένω τον μαύρο κόρακα, αλλά κανείς δεν ήρθε. Έτσι έκλεισα τήν πύλη, θεωρώντας ότι ό γέροντας αστειευόταν. Πέρασαν δύο ώρες. Ξαφνικά ένα αστυνομικό αυτοκίνητο έφθασε έξω από τη μονή. Ή αστυνομία απαίτησε να αφεθεί το αυτοκίνητο μέσα στο χώρο της μονής».

Ό π. Ιωσήφ ήταν μέσα στο κελί του όταν ό τότε ηγούμενος, ό Βλαντισλάβ, χτύπησε τήν πόρτα του και είπε τήν ευχή• Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς! Ό γέροντας ήξερε ότι πρόκειται να τον συλλάβουν και ήξερε γιατί είχε έρθει ή αστυνομία. Άνοιξε τήν πόρτα και έξι άντρες έτρεξαν στον π. Ιωσήφ και τον έριξαν στο πάτωμα, έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του, έκλεισαν το στόμα του με μια πετσέτα και τον έσυραν από τον τρίτο όροφο στο αυτοκίνητο. Μόλις ανέπνεε, όπως θά διηγιόταν αργότερα• Δύο λεπτά ακόμα και θά είχα πνίγει.

Μέσα στο αυτοκίνητο έβγαλαν τήν πετσέτα από το στόμα του και τον οδήγησα δεμένο, πάνω από 60 χιλιόμετρα μακριά  από το μοναστήρι, στο τοπικό ψυχίατρε! Έκοψαν τα μαλλιά του και ξύρισαν τα γένια  του. Τον διέταξαν να βγάλει το σταυρό το αλλά ό π. Ιωσήφ δεν το έκανε. Τότε  οι άρχές τού το έσκισαν από το λαιμό, και το  βράδυ τον οδήγησαν γυμνό στο τμήμα τα επικίνδυνων ψυχασθενών. Το τμήμα φωτιζόταν μόνο με ένα κεράκι. Σαράντα άντρες όλοι γυμνοί, κοιμόντουσαν εκεί. Κάποιοι άπ’ αυτούς ήταν δαιμονισμένοι, και οι δαίμονες τον ρωτούσαν -Γιατί ήρθες εδώ; δεν υπάρχει καμιά μονή εδώ. Και ό π. Ιωσήφ  τούς απάντησε• -Εσείς οι ίδιοι με φέρατε εδώ. Έδωσαν στον π. Ιωσήφ κάποιο φάρμακό, πού τον έκανε να πρηστεί ολόκληρος και έκανε το δέρμα του να σκάση. Όποτε τα θυμόταν όλα αυτά αργότερα ό π. Ιωσήφ έκρυβε το πρόσωπό του στα χέρια του...

Όταν τα πνευματικά του τέκνα έμαθαν  ότι ό π. Ιωσήφ βρισκόταν στο ψυχιατρεία συνέταξαν επιστολή στον προϊστάμενο ιατρείο ζητώντας να τον απελευθερώσουν, γιατί ήταν άδικη ή κράτηση του εκεί, αφού αυτοί ό ίδιος μπορεί να θεραπεύση όλους τούς ψυχασθενείς.

Μετά από τρεις μήνες ένας νοσοκόμος μπήκε στο δωμάτιο πού έμενε ό π. Ιωσήφ τού έδωσε μια ρόμπα και παντόφλες και τον ώδήγησε στο γιατρό, παρουσία και άλλων γιατρών. Τού έδωσαν καρέκλα να καθίση και τον ρώτησαν
-Μπορείς να θεραπεύσης τούς ασθενείς πού βρίσκονται εδώ;
-Ναί, μπορώ.
-Τότε θεράπευσέ τους.
-Εν τάξει.
Τότε ζήτησε ό π. Ιωσήφ να πάη κάποιος στο μοναστήρι και να φέρη ένα Ευαγγέλιο, ένα σταυρό και τα άμφιά του γιά να τελέση τήν άκολουθία τού αγιασμού. Επίσης πρόσδεσε, ότι σε δύο εβδομάδες δεν θά ύπάρχη ούτε ένας ασθενής στο ψυχιατρείο. Τότε υπήρχαν πάνω από πεντακόσιοι ασθενείς. Αυτοί όμως απάντησαν
-Όχι, πρέπει να τούς θεραπεύσης χωρίς προσευχές!
-Δεν γίνεται να τούς θεραπεύσω χωρίς τις προσευχές. Αυτό είναι το όπλο τού Χριστιανού.
Τότε έστειλαν ξανά τον π. Ιωσήφ στο δωμάτιό του, όπου συνέχισε να σηκώνει το σταυρό του.
(συνεχίζεται)
[πηγή• περιοδικό «ΤΗE  ORTHODOX WORD»,
μτφρ. ί. μονή 'Αγ. Αύγουστίνου Φλωρίνης] 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΠΙΘΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: