Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος ως σύγκρουση οικονομικών συστημάτων

 

 


Ο σημερινός κόσμος συνταράσσεται από έναν οικονομικό, κυρίως, παγκόσμιο πόλεμο, με διακύβευμα το είδος του οικονομικού συστήματος που θα επικρατήσει στον πλανήτη. Αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται σαν οξύς ανταγωνισμός μεταξύ των Η.Π.Α και της Κίνας, σαν ανταγωνισμός μεταξύ δύο ποιοτικά ταυτόσημων αλλά αντιμαχόμενων, κατά τα άλλα, ιμπεριαλισμών είναι στην πραγματικότητα διαπάλη ανάμεσα σε δύο διαφορετικά οικονομικά συστήματα. Ανάμεσα, δηλαδή, στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό που κυριαρχεί, χωρίς να είναι αποκλειστικός, στις Η.Π.Α και στον βιομηχανικό καπιταλισμό που κυριαρχεί στην οικονομία της Κίνας, χωρίς και πάλι να είναι μοναδικός στα πλαίσια αυτής της χώρας.

 

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός διακρίνεται από την παραγωγή ποιοτικών αγαθών που διατίθενται σε ολοένα και πιο ανταγωνιστικές τιμές. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων  που οδηγεί σε αύξηση των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό και σε νέες τεχνολογίες. Στα πλαίσια του βιομηχανικού καπιταλισμού περιορίζονται σημαντικά τα κέρδη των τραπεζών, οι οποίες σημειωτέον βρίσκονται υπό τον έλεγχο του δημοσίου συνήθως. Οι πιστώσεις προς τον παραγωγικό τομέα της οικονομίας είναι χαμηλού κόστους, γεγονός που επιτρέπει και χαμηλό κόστος επιχειρηματικής δράσης και επίσης χαμηλό κόστος ζωής. Η τάξη των γαιοκτημόνων περιθωριοποιείται, ενώ οι ευκαιρίες του εμπορικού κεφαλαίου να αντλεί υπερκέρδη, αγοράζοντας φθηνά και πουλώντας ακριβά μεταξύ αποσυνδεδεμένων αγορών, συρρικνώνονται δραστικά.

 

Αν στον βιομηχανικό καπιταλισμό οι επιχειρήσεις κερδίζουν παράγοντας, στον χρηματοπιστωτικό κερδίζουν κατέχοντας μονοπωλιακή θέση. Δεν γίνεται λόγος μόνον για την κατοχή φυσικών μονοπωλίων (για παράδειγμα εταιρειών ύδρευσης ελεγχόμενων από ιδιωτικά κεφάλαια). Ούτε για την κατοχή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή την αποκλειστική οικειοποίηση ψηφιακών δεδομένων των πελατών. Κύριο χαρακτηριστικό του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού είναι η μετατόπιση του σχεδιασμού της οικονομίας και της κατανομής των διαθέσιμων πόρων από τις κυβερνήσεις και τα κράτη στις κεντρικές τράπεζες και στα πανίσχυρα χρηματοπιστωτικά κέντρα (Γουώλ Στρητ, Σίτυ του Λονδίνου κ.λ.π), καθώς και η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων.

 

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για την παραγωγή ενός προϊόντος, εντατική έρευνα της αγοράς και επενδύσεις στην καινοτομία και την γνώση. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει, αντίθετα, βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Ο πλούτος στην περίπτωση αυτή μετράται με την καθημερινή αποτίμηση της αξίας των μετοχών, των ομολόγων και των ακινήτων. Και αυτό όχι με την μορφή, όπως παλιότερα, της ροής κερδών και προσόδων που αποδίδουν τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, αλλά με την προσμέτρηση των κεφαλαιακών κερδών που αποσπώνται από την γρήγορη αγορά και πώληση μετοχών, ομολόγων και ακινήτων.

 

Η οικονομία του βιομηχανικού καπιταλισμού είναι οικονομία σχετικά υψηλών μισθών και ημερομισθίων. Αναγνωρίζεται ότι μια εργατική δύναμη εκπαιδευμένη, ικανοποιητικά αμειβόμενη και με διασφαλισμένες επί μακρόν θέσεις εργασίας, θα είναι παραγωγική και αποδοτική. Στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, αντίθετα, οι περισσότεροι εργαζόμενοι θεωρούνται αναπληρώσιμοι και αντικαθίστανται εύκολα με νέες προσλήψεις, ενώ στόχος είναι η συμπίεση του εργατικού κόστους όσο το δυνατόν περισσότερο.

 

Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός επιβιώνει μόνον αν αντλεί εκθετικά αυξανόμενα κέρδη, είτε με την μεσολάβηση της εκτύπωσης χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες (ποσοτική χαλάρωση), είτε με την χρηματιστικοποίηση ξένων οικονομιών. Η χρηματιστικοποίηση προωθείται συνήθως μέσω της δανειοδότησης χειμαζόμενων οικονομιών από το Δ.Ν.Τ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Η δανειοδότηση αυτή γίνεται με τέτοιους όρους  ώστε να υποθηκεύονται ή και να κατάσχονται ακόμη τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου της δανειοδοτουμένης χώρας. Με την υποχρεωτική ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας, στη συνέχεια, οι χαμηλού κόστους υπηρεσίες που παρέχονται από τον δημόσιο τομέα αντικαθίστανται από ιδιωτικά μονοπώλια, που εκδίδουν και θέτουν σε κυκλοφορία μετοχές και ομόλογα, αποσκοπώντας σε κεφαλαιακά κέρδη.

 

Η Κίνα, σε αντίθεση με την στρατηγική χρηματιστικοποίησης που ακολουθούν οι Η.Π.Α, εφαρμόζει εντελώς διαφορετικές επενδυτικές πρακτικές, όταν δραστηριοποιείται σε ξένες αγορές. Η χώρα αυτή προωθεί  την κατασκευή ή και την αγορά και επέκταση υποδομών σε πολλά κράτη. Χρησιμοποιεί, όμως, ως εγγύηση των επενδύσεων της αποκλειστικά και μόνον τα περιουσιακά στοιχεία που δημιουργεί και όχι την δημόσια περιουσία των χωρών αυτών, στο σύνολο της. Ουσιαστικά εξάγει στους αποδέκτες των επενδύσεων της τον τύπο καπιταλισμού, στον οποίο και οι δυτικές μητροπόλεις του καπιταλισμού όφειλαν τη δική τους οικονομική ανάπτυξη, πριν ο μεταμοντέρνος Ραντιέρης εκτοπίσει στους κολπους των τον μοντέρνο Βιομήχανο.

 

Μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του τέλους της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας και την κρίση της πανδημίας που ακολούθησε, η οικονομία των Η.Π.Α γνώρισε μια ιδιότυπη «ανάκαμψη». Οι αγορές μετοχών και ομολόγων είδαν ιστορικά υψηλά, με κύριους ωφελημένους τους έχοντες. Η πραγματική οικονομία της παραγωγής, της κατανάλωσης και της απασχόλησης έμεινε, στην καλύτερη περίπτωση, στάσιμη.

 

Σήμερα και στα πλαίσια του οικονομικού πολέμου και των κυρώσεων και των αντιμέτρων που τον συνοδεύουν, οι Η.Π.Α απειλούνται με νέα ύφεση και περαιτέρω διόγκωση του πληθωρισμού. Οι υπέρογκες αμυντικές δαπάνες της χώρας αυτής και ο κίνδυνος της αποδολαριοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας προσθέτουν επιπλέον βάρη στην αμερικανική οικονομία.

 

 

 

Πηγές

 

Finance capitalism versus industrial capitalism: The rentier resurgence and takeover. By Michael Hudson. Review of radical political economics, 1-17, 2021

Euphoria of the rentier? By Javier Moreno Zacares. Defend democracy press, 29-7-2021.

 

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ενας Άγγλος στη Μόσχα”, 1914) είναι έργο του, ρώσου, Κάζιμιρ Μάλεβιτς.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: