Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΩΖΟΥΣΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ .ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ .Θεολόγου – Καθηγητού (Θεολογική μονογραφία στην εορτή του Αγίου Πνεύματος).

 


ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΩΖΟΥΣΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

(Θεολογική μονογραφία στην εορτή του Αγίου Πνεύματος)

 

       Κατά την μεγάλη εορτής της Πεντηκοστής πρωταγωνιστούν Θείο Πρόσωπο είναι ο Παράκλητος, το Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο ήλθε στον κόσμο για να συνεχίσει το κοσμοσωτήριο έργο της Θείας Οικονομίας. Διευκρινιστικά να επισημάνουμε πως το έργο της σωτηρίας του κόσμου είναι συνολικό έργο της Αγίας Τριάδος, αλλά στις τρεις φάσεις της υλοποιήσεώς του πρωταγωνιστεί ένα από τα τρία Θεία Πρόσωπα.

       Ο Χριστός, ολοκληρώνοντας το επί γης απολυτρωτικό του έργο και πριν αναχωρήσει στους ουρανούς, ανάγγειλε στους αγίους Αποστόλους ότι «εγώ ερωτήσω (σ.σ. θα παρακαλέσω) τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιωάν.14,16), διευκρινίζοντας ότι «το Πνεύμα της αληθείας, ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γινώσκει αυτό, υμείς δε γινώσκετε αυτό, ότι παρ’ υμίν μένει και εν υμίν έσται» (Ιωάν.14,17). Ακολούθως τους γνωρίζει ποιο θα είναι το έργο Του στον κόσμο: «Ο δε Παράκλητος το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,25-26). Όρισε δε ως αναγκαία την επιδημία Του στη γη, να φωτίσει τον κόσμο, να υπομνήσει και να εμπεδώσει όλα όσα τους είχε διδάξει Εκείνος, διότι όπως είχε διευκρινίσει: «πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι» (Ιωάν.16,12). Τόνισε δε στους μαθητές Του ότι «συμφέρει υμίν, ίνα εγώ απέλθω· εάν γάρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς» (Ιωάν,16,7). Κι αυτό διότι, «Ποτέ δεν δύναται να εννοηθή ο Πατήρ χωρίς τον Υιόν», λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ούτε ο Υιός χωρίς το άγιον Πνεύμα. Όπως είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς εις τον Πατέρα, εάν δεν υψωθή δια του Υιού, κατ' αυτόν τον τρόπον είναι αδύνατον να είπη κανείς τον Ιησούν Κύριον, παρά μόνον εν Πνεύματι Αγίω»[1].

      Χωρίς τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατο να τα κατανοήσουν, ούτε ποιος πραγματικά ήταν ο Χριστός, ούτε τα λόγια Του. Δεν ήταν ακόμη ικανοί και έτοιμοι να κατανοήσουν τα δικά Του λόγια, τα οποία ήταν «ρήματα ζωής αιωνίου», περιείχαν υψηλά νοήματα, ακόμη ακατανόητα στους απλοϊκούς και αφώτιστους Αποστόλους, οι οποίοι ήταν ακόμη προσκολλημένοι στις μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές παραδόσεις, περί εγκοσμίου βασιλείας Του. Ακόμα και μετά τα μεγαλειώδη γεγονότα της Αναστάσεως και λίγο πριν την Ανάληψή Του, «συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ ᾿Ισραήλ;» (Πράξ.1,6)!   

       Έπρεπε να έρθει ο Παράκλητος να τους αποκολλήσει από αυτές τις φθηνές αντιλήψεις, να τους γνωρίσει ότι η αποστολή Του στον κόσμο δεν είχε κάποιο περιορισμένο σκοπό, όπως η απελευθέρωση του ισραηλιτικού λαού και η ανάδειξή του σε κοσμοκράτορα, όπως λανθασμένα πίστευαν για τον Μεσσία, αλλά η καθολική απελευθέρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία τη αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο. Γι’ αυτό και έσπευσε να τους διευκρινίσει, πως,  «Όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν. … Εκείνος εμέ δοξάσει ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιωάν.16,13-16). Μόνο Εκείνος θα μπορούσε να φανερώσει ποιος ήταν πραγματικά ο Χριστός: «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος, όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρίσει περί εμού» (15,26). Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο: «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ.12,3).    

      Και πράγματι, την ημέρα της Πεντηκοστής έγινε το μεγάλο θαύμα του φωτισμού τους, της μεταμόρφωσής τους. Ευθείς αμέσως μετά την επιφοίτησή Του στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όχι απλά αποκολλήθηκαν από τις λανθασμένες ιουδαϊκές προσδοκίες, αλλά κατανόησαν πλήρως την παγκοσμιότητα του ευαγγελικού κηρύγματος και άρχισαν να γίνονται οι διαπρύσιοι κήρυκές του! «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,4). Η θαυματουργική ικανότητά τους «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις» είναι σαφή απόδειξη ότι το ευαγγελικό μήνυμα δεν προορίζονταν μόνο για τους Ιουδαίους, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έπρεπε όλος ο κόσμος να το ακούσει, στη δική του γλώσσα, να ευαγγελιστεί το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας. Οι παριστάμενοι στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, απορούσαν, πως, «ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ ῎Αραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;» (Πράξ.2,8-11).

      Το Πανάγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Χριστού ήρθε στον κόσμο να τον οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13). Με τον επιθετικό προσδιορισμό «πάσα» σημαίνεται η ολοκληρωμένη, η όντως αλήθεια και σύμφωνα με ερμηνεία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, «ουκ εκ μέρους αυτήν αποκαλύψει… ενθυμήσει δε μάλλον ολοκλήρως το περί αυτής μυστήριον» και κατά τον Ζηγαβηνό: «πάσαν την αλήθειαν των θείων δογμάτων, την προσήκουσαν δηλονότι γνωρισθήναι υμίν». «Θα οδηγήση υμάς εις πάσαν την αλήθειαν, ως ο επιδέξιος πλοηγός οδηγεί το πλοιον εις τον προς ον κατευθύνεται λιμένα . το να οδηγηθή τις εις  την αλήθειαν, να είναι τι περισσότερον του να γνωρίση τις ταύτην θεωρητικώς. Είναι να προσοικειωθή τις την αλήθειαν…» έγραψε ο μακαριστός Π. Τρεμπέλας[2].  

    Ο κόσμος, αφότου υποδουλώθηκε στο Σατανά, τον «πατέρα του ψεύδους» (Ιωάν.8,44) και χωρίστηκε από το Θεό, έπαψε να μετέχει στην αλήθεια, η οποία ενυπάρχει μόνο σε Αυτόν και την βιώνει όποιος μετέχει του Θεού. Διατελούσε σε πυκνό σκοτάδι, «καθήμενος ἐν σκότει» και «σκιᾷ θανάτου» (Ματθ.4,16).  Τα «διανοητικά επιτεύγματα», και τα φιλοσοφικά διανοήματα του προχριστιανικού κόσμου, για τα οποία επαίρονται πολλοί, δεν είναι η όντως αλήθεια, μέρη και ψήγματα αλήθειας, στην ουσία, απόπειρες προσέγγισης της αλήθειας, κυρίως όσον αφορά το προαιώνιο πρόβλημα της γνώσεως του Θεού. Ο απόστολος Παύλος είναι διαρωτάται: «ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;». Και αποφάνθηκε: «οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν» (Α΄Κορ.1,20-21)! Και όντως δεν μπόρεσε η ανθρώπινη διανόηση να ανακαλύψει και να εννοήσει το Θεό, αλλά μάλλον συσκότιζε έτι περισσότερο την αναζήτησή Του. Προφανώς η μόνη πραγματική αξία της προχριστιανικής διανόησης και κυρίως της αρχαιοελληνικής  βρίσκεται στην αναζήτηση της αληθείας. Οι αρχαίοι σοφοί υπήρξαν οι προπομποί για την ανακάλυψη της όντως αλήθειας στην διδασκαλία του Χριστού.

      Η αλήθεια έπρεπε να έρθει από το Θεό, την μοναδική πηγή της αλήθειας και γι’ αυτό σαρκώθηκε ο Λόγος, η προαιώνια Σοφία του Θεού, ερχόμενος στον κόσμο ως η Ένσαρκη Αλήθεια, για να καταστεί «τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων… τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιωάν.1,3.9). Και πράγματι, όταν «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιωάν.1,16), «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ.4,16), γεγονός αναμφισβήτητο και αμφισβητήσιμο από ελάχιστη μερίδα χριστιανομάχων. Η Ένσαρκη Σοφία του Θεού, ο Λυτρωτής μας Χριστός, διέλυσε τα πνευματικά σκοτάδια και έφερε το φως το αληθινό, την ενσαρκωμένη Αλήθεια, τον Ίδιο Του τον Εαυτό, ό Οποίος κατέστη «το Φως του κόσμου» και διαβεβαίωσε πως «Ο ακολουθών εμοί ού μή περιπατήσει εν τη σκοτία, άλλ' έξει το φώς της ζωής» (Ιωάν.8,12). Έτσι, «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ιωάν.1,17).

       Αλλά τι είναι πραγματικά αυτή η αλήθεια; Αυτόν τον προβληματισμό εξέφρασε και ο Πιλάτος  όταν ανέκρινε τον Κύριο, ρωτώντας Τον: «τί ἐστιν αλήθεια;» (Ιωάν.18,37). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χριστός δεν του έδωσε απάντηση, προφανώς διότι ο Ρωμαίος Επίτροπος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει την πραγματική έννοια της αλήθειας, την οποία ενσάρκωνε Εκείνος.  

      Και όντως η αλήθεια που έφερε ο Χριστός στον κόσμο και δίδαξε δεν έχει σχέση με την αλήθεια, ή μάλλον τις πολλές αλήθειες του κόσμου, οι οποίες ενέχουν το χαρακτήρα της σχετικότητας και της υποκειμενικότητας και ικανοποιεί τις διανοητικές ανησυχίες. Αντίθετα, η αλήθεια που ενσαρκώνει και δίδαξε ο Χριστός, αναφέρεται στον όλο άνθρωπο, έχοντας οντολογικό και συνάμα, σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η αλήθεια σώζει και ελευθερώνει και το ψεύδος υποδουλώνει και καταστρέφει και για τούτο ο Χριστός μας παροτρύνει: «γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώση υμάς» (Ιωάν.8,32). Ως απελευθέρωση νοείται η απολύτρωση από το δαιμονικό ψεύδος, το οποίο υποδουλώνει τον άνθρωπο, σκοτίζει το νου του, ατονώντας έτσι τις πνευματικές και ηθικές αντιστάσεις του και οδηγώντας τον στην απώλεια και την καταστροφή. 

      Γι’ αυτό και η Εκκλησία έδωσε εξ’ αρχής κεφαλαιώδη σημασία στην διάσωση της αλήθειας της, από τις κακοδοξίες και τις αιρέσεις, ώστε η σωτηρία να ορίζεται ως συνώνυμη με την αλήθεια. Και αυτή την αλήθεια δεν την εκφράζει κάποιο πρόσωπο (π.χ. Πάπας), ή κάποια περιορισμένη ομάδα ανθρώπων (αιρετικές ομάδες), αλλά η ίδια η Εκκλησία, ως ζωντανό Σώμα Χριστού, η οποία υπαγορεύεται από το εν Αυτή οικούν Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο την «οδηγεί εις πάσαν την αληθείαν» (Ιωάν.16,13). Γι’ αυτό και έχει απόλυτο και αιώνιο κύρος.

     Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, όταν καλούνταν στις άγιες Συνόδους να οριοθετήσουν την αλήθεια, δεν διατύπωναν δικά τους θεωρήματα, αλλά εξέφραζαν την «άπαξ αποκαληφθείσει τοις αγίοις πίστη» (Ιούδ,3), η οποία βιώνεται στην Εκκλησία και διαιωνίζεται ως «διαδοχή της αλήθειας». Μετέφεραν σε αυτές την βιούμενη εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος της τοπικής τους Εκκλησίας.  Αντίθετα, στους αιρετικούς η αλήθεια τεμαχίζεται και γίνεται αντικείμενο διανοητικής ενασχόλησης. Από βίωμα, γίνεται ιδεολόγημα και για τούτο παύει να έχει σώζουσα σημασία και δύναμη. Για τούτο και ο Χριστός, στην περίφημη αρχιερατική Του προσευχή παρακαλούσε τον Πατέρα: «ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. … ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ιωάν.17,17,19). Ο αγιασμός των πιστών είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την αλήθεια και ως εκ τούτου, αγιασμός, σωτηρία, θέωση δεν υπάρχει χωρίς την αλήθεια. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι οι Άγιες Σύνοδοι συγκροτούνταν, κατά κύριο λόγο, για να διευκρινίσουν και να αποσαφηνίσουν την αλήθεια της Εκκλησίας. Τα Δόγματα και οι

Όροι θεσπίστηκαν από την ανάγκη να καταδειχτούν και να περιθωριοποιηθούν οι πλάνες και οι αιρέσεις, διότι έχουν ολέθρια αποτελέσματα, δεν οδηγούν στη σωτηρία, αλλά στην απώλειά της.  

      Το Πανάγιο Πνεύμα, βρίσκεται στην Εκκλησία από την αγία ημέρα της Πεντηκοστής και θα οικεί σε Αυτή μέχρι τη συντέλεια του κόσμου να διδάσκει, να φωτίζει, να αγιάζει, να σώζει. Γι’ αυτό και Αυτή είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15), επειδή, ο αέναος διδάσκαλός της είναι ο Παράκλητος το Πνεύμα της αληθείας, το Οποίο την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν16,17). Γι’ αυτό δεν σφάλει. Μόνον αυτή είναι αλάθητη και κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο, όταν αυτονομηθεί από την Εκκλησία διατυπώνει δικής του εμπνεύσεως διδασκαλίες, «αιρέσεις απωλείας» (Β΄ Πέτρ.2,1) κατά τον Απόστολο Πέτρο, οι οποίες είναι «σπέρματα του διαβόλου», για την ματαίωση της σωτηρίας. Οι άγιοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν θεωρούνται αλάθητοι, αλλά καθίστανται αλάθητες οι διδασκαλίες τους, όταν «φιλτραριστούν» από την αλάθητη Εκκλησία.

      Αλλά στις δύστηνες ημέρες μας της πρωτοφανούς πνευματικής συγχύσεως, εξαιτίας του περιρρέοντος θρησκευτικού συγκρητισμού, της καταλυτικής δράσης του παγκόσμιου κινήματος της «Νέας Εποχής» και του Οικουμενισμού, επιχειρείται από κάποιους να «διευρυνθεί» το έργο του Αγίου Πνεύματος και εκτός της Εκκλησίας, στις αιρέσεις και στις θρησκείες του κόσμου. Παρερμηνεύοντας το λόγο του Κυρίου: «Τό πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καί τήν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾿ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καί ποῦ ὑπάγει» (Ἰωάν.3,8), διατύπωσαν την εξωφρενική και παντελώς άγνωστη στην δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας, θεωρία «περί της οικονομίας του Πνεύματος», σύμφωνα με την οποία, το Άγιο Πνεύμα «πνέει» και σώζει και εκτός της Εκκλησίας, ακυρώνοντας την χριστιανική πίστη στην μοναδικότητα της εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία, σωτηρίας! Με αυτή την αλλόκοτη και αντιχριστιανική θεωρία επιχειρούν να στηρίξουν τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά «ανοίγματα», με απώτερο στόχο την θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητας! Αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς οι άγιοι Πατέρες ερμηνεύοντας ορθώς το ως άνω ευαγγελικό χωρίο, αποφάνθηκαν πως ο Κύριος δεν εννοούσε την πνοή του Αγίου Πνεύματος, αλλά του ανέμου. Μεταξύ των άλλων ο μεγάλος βυζαντινός θεολόγος Ε. Ζηγαβηνός έγραψε: «πνεύμα νυν τον άνεμον λέγει» ο Κύριος[3]!     

       Ως συνειδητοί πιστοί της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, η Οποία δεν είναι άλλη (δεν μπορεί να είναι άλλη) από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, καθότι, μόνον Αυτή δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε τίποτε από την «άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις» (Ιουδ.3) πίστη, έχουμε την ύψιστη ευλογία να βιώνουμε αυτή την μοναδική και σώζουσα αλήθεια, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία μας, να διαχέονται στις ψυχές μας αέναα οι άκτιστες ενέργειες του Θεού και να μας μεταμορφώνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε θεοειδείς υπάρξεις.

      Ως ύψιστη ευγνωμοσύνη προς τον Θεό Παράκλητο, ας κλίνουμε τα γόνατα κατά την ιερή ακολουθία του Εσπερινού της Γονυκλισίας, να Τον δοξάσουμε, να Τον υμνήσουμε, να Τον ευχαριστήσουμε και να Τον παρακαλέσουμε να συνεχίζει να μας φωτίζει, να μας αγιάζει, να μας χαριτώνει, να μας διδάσκει την μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας μας, η οποία μας ελευθερώνει από τα ερέβη του ψεύδους του κόσμου και μας οδηγεί στη σωτηρία.

      Ας υμνήσουμε, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη μας την Παναγία Τριάδα, με την υπέροχη ασματική ακολουθία της Μεγάλης Εορτής: «Δεῦτε λαοί, τὴν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν, Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι· Πατὴρ γὰρ ἀχρόνως ἐγέννησεν Υἱόν, συναΐδιον καὶ σύνθρονον, καὶ Πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐν τῷ Πατρί, σὺν Υἱῷ δοξαζόμενον· μία δύναμις, μία οὐσία, μία Θεότης, ἣν προσκυνοῦντες πάντες λέγομεν· Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἅγιος ἰσχυρός, δι’ οὗ τὸν Πατέρα ἐγνώκαμεν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ. Ἅγιος ἀθάνατος, τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι»[4].  

 

 



[2] Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ. 569, Αθήναι 1969

[3] Όπου ανωτέρω, σελ.110

[4] Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της Γονυκλισίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: