Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Το πνεύμα μου απαιτούσε αιώνια ζωή.Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ.

 Το πνεύμα μου απαιτούσε αιώνια ζωή

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ


Πώς να εργαστούμε τη σωτηρία μας; 

Πώς να αφθαρτοποιήσουμε το σώμα μας, να ελευθερωθούμε από το κράτος της αμαρτίας και την εξουσία του θανάτου; Αυτή πρέπει να είναι η μέριμνα μας κάθε στιγμή· διαρκώς πιο δυνατή, πιο έντονη. Η ζωή είναι τόσο σύντομη και ο σκοπός τόσο υψηλός, αλλά και τόσο απομακρυσμένος.


Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), το πρόβλημα της αιωνιότητος κυριαρχούσε στην συνείδηση μου. Οι ειδήσεις για τις χιλιάδες αθώων ανθρώπων που φονεύονταν στα πεδία των μαχών ξεδίπλωναν μπροστά μου το άγριο θέαμα της ανθρώπινης τραγωδίας….

Μια παράδοξη αίσθηση σκήνωσε στη βαθεία καρδία: η ματαιότητα όλων των επί γης αποκτημάτων…


Είπα στον εαυτό μου: “Έχω ακόμη μπροστά μου ολόκληρη ζωή ίσως σαράντα και περισσότερα χρόνια γεμάτα δραστηριότητα… “. Και τί συνέβη; Ξαφνικά ήλθε μια απάντηση που δεν την επινόησα: “Και άν ακόμη ζήσεις και χίλια χρόνια… έπειτα τί;”. 

Και τα χίλια χρόνια έπαιρναν τέλος στην συνείδησή μου, πριν ακόμη ο λογισμός πάρει μορφή.

Κάθε τι το φθαρτό εμφανιζόταν σαν να μην έχει για μένα αξία. 

Όταν κοίταζα τους ανθρώπους, πριν ακόμη σκεφθώ κάτι για αυτούς, τους έβλεπα υπό το κράτος του θανάτου, να πεθαίνουν, και η καρδιά μου γέμιζε συμπόνια γι΄ αυτούς. Δεν επιθυμούσα ούτε δόξα από τους “θνητούς”, ούτε εξουσία πάνω τους, δεν περίμενα την αγάπη τους. 


Περιφρονούσα τον υλικό πλούτο και δεν εκτιμούσα ιδιαίτερα τη διανόηση, επειδή ήταν ανίκανη να δώσει απάντηση στην αναζήτησή μου. Αν μου πρότειναν αιώνες ευτυχισμένης ζωής, δεν θα τους δεχόμουν. Το πνεύμα μου απαιτούσε αιώνια ζωή και η αιωνιότητα, όπως αντιλήφθηκα αργότερα, στεκόταν μπροστά μου και με αναγεννούσε πραγματικά. Ήμουν τυφλός, χωρίς επίγνωση. Η αιωνιότητα χτυπούσε την πόρτα της ψυχής μου, που ήταν από φόβο κλεισμένη στον εαυτό της (πρβλ. Αποκ. γ’ 18-20).”


Το να είναι κάποιος τυφλός είναι μεγάλη στέρηση. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη συμφορά και βαθύτερη οδύνη από την άγνοια του Θεού.




      Βάση της ασκήσεώς μας είναι ο πόθος να αποκτήσουμε την επηγγελμένη αγάπη του Χριστού. Όταν το Πνεύμα της αγάπης του Χριστού εισέλθει μέσα μας, η ψυχή διψά την σωτηρία όλων των ανθρώπων.

 Με τρόμο διαπιστώνει ότι δεν επιθυμούν όλοι για τους εαυτούς τους εκείνο που αυτή ζητά στις προσευχές της γι αυτούς. Αντίθετα συναντά άρνηση, ακόμη και έχθρα. Και πως είναι δυνατόν να σωθή ο άνθρωπος , όταν βρίσκεται σε τέτοια διαστροφή;


 Ζούμε σε εποχή κατά την οποία, εξαιτίας των γεγονότων του αιώνος μας, η τραγωδία της πτώσεως γίνεται οφθαλμοφανής. 

Αυτή την στιγμή η σκέψη μου στρέφεται σε μένα τον ίδιο. Και τί λοιπόν βλέπω; Περισσότερο από μισό αιώνα προσευχόμουν, κάποτε με βαθύ θρήνο, και άλλοτε μέχρι παραφροσύνης από την απόγνωση, για την ειρήνη όλου του κόσμου και τη σωτηρία, ει δυνατόν, όλων. 

Και μέχρι τώρα, στο γήρας μου, το κακό ορθώνεται μπροστά μου με συνεχώς αυξανόμενη δύναμη. 


Το τέλος της επίγειας ιστορίας της ανθρωπότητος γίνεται «επιστημονικώς» καταληπτό. 

Αύριο ίσως θα είναι και τεχνολογικώς πλέον εφικτόν. 

Ο οικτρά παράλογος χαρακτήρας των συγχρόνων γεγονότων μας οδηγεί σε βαθειά απορία. Αναζητούμε κάποια απάντηση στο λόγο του Θεού, και μεταξύ άλλων βρίσκουμε τα ακόλουθα: «Όταν ακούσητε πολέμους και ακαταστασίας, μη πτοηθείτε· δει γαρ ταύτα γενέσθαι … επί της γης συνοχή εθνών … αποψυχόντων ανθρώπων από φόβου και προσδοκίας των επερχομένων τη οικουμένη· αι γαρ δυνάμεις των ουρανών σαλευθήσονται … αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (βλ. Λουκ. κα’ 9-28). Και αλλού πάλι: «Έτι άπαξ Εγώ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν» (Εβρ. ιβ’ 26). Έτσι με όλα αυτά ο Κύριος μας καλεί σε μεγαλειώδη μάχη για την κατάκτηση της «ασάλευτης Βασιλείας». Είναι προφανές ότι το Ευαγγέλιο αυτό δόθηκε σε μας όχι «παρά ανθρώπου», και κατά τις διαστάσεις του «ουκ εστι κατά άνθρωπον» (Γαλ. α’ 11-12).


Τί να κάνουμε λοιπόν, άν έτσι έχουν τα πράγματα; Να απελπισθουμε και να εκπέσουμε από το «αιώνιο Ευαγγέλιο» (Αποκ. ιδ’ 6); Και εάν εκπέσουμε, τότε τι άλλο θα μας ικανοποιήσει σε όλη την κτίση; 

Αληθεια, δέν υπάρχει πραγματικά, τίποτα που θα μπορούσε να μας χωρίσει απ’ Αυτόν, όσο βαρύς και εάν είναι ο αγώνας μας (βλ. Ρωμ. η’ 35-39). Άνοιξε τα μάτια μας προς το άπειρο και είναι αδύνατον πλέον να τα κλείσουμε και να προτιμήσουμε την τυφλότητα των νεογέννητων: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33), είπε ο Κύριος.

Να, στεκόμαστε ενώπιον του Ζώντος Απολύτου. Ακριβώς αυτό και μόνο αυτό αναζητούμε.

(Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου “Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί”, Η Χάρη της Μνήμης του Θανάτου, Ιερά Μονή Έσσεξ Αγγλίας, 2014, σελ. 24-25, 307).

Δεν υπάρχουν σχόλια: