Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Η νηστεία είναι συμμετοχή στο Σταυρό του Χριστού και όχι δίαιτα - Γιώργος Μπάρλας







Η νηστεία είναι συμμετοχή στο Σταυρό του Χριστού και όχι δίαιτα - Γιώργος Μπάρλας
_________


Η πρώτη σκέψη των περισσότερων χριστιανών, όταν πρόκειται να διανύσουμε τις ημέρες της νηστείας που προτείνει η Εκκλησία είναι ότι θα καταργηθεί η ελευθερία να τρώμε απ’ όλες τις τροφές. Ο περιορισμός του φαγητού σε είδη και ποσότητα είναι μια κίνηση που πάει κόντρα στην φύση του ανθρώπου. Από την αρχή της ζωής πάνω στη γη, η τροφή είναι συνδεδεμένη με την επιβίωση. Επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι πρωτόγονοι προγονοί μας έτρωγαν όσο περισσότερο μπορούσαν όταν έβρισκαν φαγητό για να αντέξουν στις περιόδους του λοιμού που ήταν αρκετές στο παρελθόν. Με αυτή την κληρονομιά έχουμε να παλέψουμε. Ο πιστός καλείται από την Εκκλησία να παραβλέψει το ένστικτο της επιβίωσης και έτσι να πεινάσει. Καταργείται η λογική και ο άνθρωπος εισέρχεται με την θέλησή του σε άλλη διάσταση. Κι εδώ αρχίζει το ταξίδι. Με εισιτήριο την νηστεία κινήσαμε για το δρόμο προς την πατρίδα, την Ανάσταση. Με αυτή την αφορμή συζητάμε με τον Θεολόγο Γιώργο Μπάρλα μερικά καίρια θέματα για τη Μ. Σαρακοστή και κυρίως τη νηστεία.

Είμαστε στην περίοδο της Μ. Σαρακοστής. Θεολογικά τι είναι η Σαρακοστή;


Ειδικά η περίοδος της Σαρακοστής είναι μια μελέτη του Πάθους του Χριστού. Λέμε ότι για να φτάσουμε στην Ανάσταση πρέπει να περάσουμε από τον Σταυρό του Χριστού πρώτα. Δεν γίνεται Ανάσταση χωρίς Σταυρό, αλλά δεν υπάρχει και Σταυρός του Χριστού χωρίς Ανάσταση. Προσέξτε, λέμε Σταυρός του Χριστού. Συχνά οι άνθρωποι λέμε «αυτός σηκώνει τον σταυρό του». Αυτό αληθεύει. Αλλά κάθε σταυρός δεν είναι και Σταυρός του Χριστού. Μπορεί να είναι μια συνηθισμένη δοκιμασία από τις τόσες που έχει η ζωή. Η δοκιμασία μπορεί να αντιμετωπιστεί όμως με τέτοιο τρόπο που να αποδειχθεί Σταυρός του Χριστού και όχι ένας απλός σταυρός-δοκιμασία. Αν, με άλλα λόγια, αντιμετωπίσουμε τη δοκιμασία με υπομονή, εγκαρτέρηση, προσευχή ή ακόμη και δοξολογία, τότε ο σταυρός που μας βρήκε θα μας οδηγήσει στην ανάστασή μας. Σε κάτι θετικό πνευματικά για τη ζωή μας. Αν αντιθέτως αρχίσουμε να γκρινιάζουμε, να γογγύζουμε, να τα βάζουμε με τον Θεό κλπ τότε αυτό που μας βρήκε δεν θα σχετιστεί με τον Σταυρό του Χριστού και θα μας εγκλωβίζει σε μια κατάσταση κυριολεκτικά αδιέξοδη.



Η νηστεία έχει σχέση με όλα αυτά;


Η Σαρακοστή έχει ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τη νηστεία και τις ακολουθίες αυτής της περιόδου. Η νηστεία λοιπόν είναι μια μετοχή στον Σταυρό του Χριστού, όπως είναι όλος ο χριστιανικός ασκητισμός: προσευχή, ακολουθίες, γονυκλισίες, νηστεία κοκ. Ο Χριστός ανήλθε στον Σταυρό για να μας σώσει από την αμαρτία. Εμείς ευγνωμονούμε τον Χριστό για τη θυσία Του κάνοντας, μεταξύ άλλων, και νηστεία. Συμμετέχουμε κατά κάποιον τρόπο στο Πάθος του Χριστού.



Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει με ορθολογικά επιχειρήματα για το περιεχόμενο και το νόημα της νηστείας;


Ό,τι και να πει κανείς για τη νηστεία δεν μπορεί με λογικά επιχειρήματα να καταστήσει το νόημα και τη χρησιμότητά της σαφή στον χριστιανό. Κατά τον ίδιο τρόπο που και ο Σταυρός του Χριστού δεν επιδέχεται λογικής θεμελίωσης. Θα είναι πάντα σκάνδαλο και μωρία για τους ανθρώπους. Διά του Σταυρού όμως οδεύουμε προς την Ανάσταση, η οποία ασφαλώς ξεπερνά ολωσδιόλου την ανθρώπινη λογική. Παρεμπιπτόντως η Ανάσταση είναι ένα γεγονός που ξεπερνά αυτό που λέμε «ιστορικό γεγονός». Με άλλα λόγια δεν εξακριβώνεται μέσω της λογικής ή των αποδείξεων (όπως τα ιστορικά γεγονότα) αλλά αποκαλύπτεται από τον Θεό στους πιστούς. Ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε στους Μαθητές Του, χωρίς να μπορεί να τον δει κανείς άλλος. Δεν μπορεί κανείς να αποδείξει λογικά-επιστημονικά την Ανάσταση του Χριστού. Η Ανάσταση βιώνεται. Το ίδιο και η νηστεία. Αν κάποιος δεν μπει στη διαδικασία να νηστέψει δεν πρόκειται να καταλάβει τι είναι νηστεία και ποια η ωφέλεια που προκύπτει από αυτήν για την ψυχή.



Δεν χρειάζεται να εκλογικεύσουμε λοιπόν τη νηστεία…

Η νηστεία ξεπερνά κάπως τη λογική του ανθρώπου. Αν προσπαθήσουμε να την εκλογικεύσουμε οπωσδήποτε θα καταλήξουμε σε μια νηστεία-δίαιτα ή νηστεία-πρωταθλητισμό. Αλλά η νηστεία δεν είναι δίαιτα, αν και πολλοί λέμε ότι έχει και ευεργετικές ιδιότητες στο σώμα. Ενδέχεται. Ενδέχεται όμως και να μην έχει. Γιατί αν νηστεία είναι συμμετοχή στο Σταυρό, τι είδους ωφέλεια μπορεί να έχει στη σωματική υγεία; Είναι δυνατόν ο σταυρός να βελτιώνει τις σωματικές μας επιδόσεις;


Η ανάγκη για ουράνια τροφή και η αίσθηση αδυναμίας που μας οδηγεί κοντά στον Θεό
Άρα η νηστεία είναι μια διακινδύνευση…


Τηρουμένων των αναλογιών είναι μια διακινδύνευση, εφόσον είναι μια σταυρική μέθοδος. Βέβαια ο Θεός δεν θέλει να μας εξοντώσει, γι΄ αυτό και η νηστεία δεν είναι σωματοκτόνος αλλά παθοκτόνος. Η νηστεία, ωστόσο, η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής και της Μ. Εβδομάδας, καταβάλει τον οργανισμό, γι΄ αυτό και δεν ενδείκνυται για τους ασθενείς ή τους ηλικιωμένους. Γιατί; Γιατί η ίδια η ασθένεια και η ίδια η ηλικία αποτελούν σταυρό και δεν χρειάζεται επιπλέον νηστεία. Η νηστεία, που εν πολλοίς τη Σαρακοστή είναι και άλαδη για τις καθημερινές, δεν μπορεί παρά να καταβάλει τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος τότε νιώθει ότι δεν είναι η υλική τροφή αυτή που θα τον στηρίξει και θα τον ζωογονήσει αλλά η ουράνια τροφή. Η υλική τροφή, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν σώζει. Από τη μία θρέφει και από την άλλη προκαλεί διάφορες ασθένειες στον άνθρωπο. Η ουράνια τροφή είναι η απολύτως αναγκαία.



Η αίσθηση αδυναμίας δηλαδή οδηγεί στον Θεό;


Ο πιστός λοιπόν όσο νηστεύει, όσο δηλαδή πεινάει και όσο αισθάνεται αδύναμος, τότε καταφεύγει στην αγκαλιά του Θεού. Η αδυναμία του είναι ακριβώς εκείνη που του λέει ότι από μόνος του δεν είναι πλήρης, χάνει την αίσθηση της παντοδυναμίας που έχει συνήθως ο υγιής και χορτασμένος, και διαπιστώνει την μόνη αληθινή πείνα που είναι η πείνα για τον Θεό. Η ίδια η πείνα εξάλλου τον κάνει να θυμάται ότι νηστεύει συμμετέχοντας στο Πάθος του Χριστού και προετοιμαζόμενος για την Ανάσταση. Την Ανάσταση του Χριστού αλλά και τη δική του. Μιλάμε για την πνευματική ανάσταση, την ανάσταση της ψυχής. Αυτή πρέπει να χαριστεί στον πιστό σε τούτη τη ζωή. Μια ματιά στη ζωή των αγίων θα μας πει κάτι για τον αναστημένο άνθρωπο. Αυτόν που ζει ήδη μέσα στη χαρά της βασιλείας του Θεού, όχι χωρίς τα προβλήματα αυτής της ζωής, αλλά ξεπερνώντας τα με τη χάρη του Θεού, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον φόβο του θανάτου.





Έχει τέτοια αντίληψη ο μέσος πιστός για τη νηστεία σήμερα;


Προβάλλεται και διαφημίζεται ως κάτι που μπορεί κανείς να απολαύσει, που κάνει καλό στην υγεία και ενδεχομένως αδυνατίζει. Μπορεί για κάποιους να αποτελεί εναλλακτικό τρόπο διατροφής και για άλλους να είναι μια νέα εμπειρία. Υπάρχουν δεκάδες διαφημίσεις για …νηστίσιμες λιχουδιές και …σαρακοστιανές απολαύσεις


Όλα τούτα τα είπαμε και γιατί η νηστεία προβάλλεται και διαφημίζεται ως κάτι που μπορεί κάποιος να απολαύσει, ως δίαιτα που κάνει καλό στην υγεία και ενδεχομένως αδυνατίζει. Μπορεί για κάποιους να αποτελεί εναλλακτικό τρόπο διατροφής, τόσο επίκαιρο σήμερα. Για άλλους να είναι μια νέα εμπειρία, στην οποία καλό είναι να μη λέμε όχι, όπως και σε κάθε νέα ή παλιά προσφερόμενη εμπειρία. Ο σημερινός άνθρωπος δεν λέει σχεδόν σε τίποτε όχι. Δυσκολεύεται να κάνει διακρίσεις, τα δοκιμάζει όλα. Οι ταμπέλες του καλού και του κακού τον απωθούν. Δεν λέει όχι στη νηστεία σαν πρόταση. Βλέπουμε να υπάρχουν δεκάδες διαφημίσεις για «νηστίσιμες λιχουδιές» και «σαρακοστιανές απολαύσεις». Αλλά ποτέ αυτές οι εκφράσεις δεν μπορούν να προσδιορίζουν τον Σταυρό, που θα είναι πάντα ένα όργανο οδύνης και θανάτου, το οποίο όμως, παραδόξως, οδηγεί στην Ανάσταση.




Με τον τρόπο των ασκητών

Η συζήτηση αυτή με τον Γιώργο Μπάρλα για την νηστεία, μας φέρνει στη μνήμη πρόσωπα στην ιστορία του Χριστιανισμού που κίνησαν στα σοβαρά για το ταξίδι της Ανάστασης: Tους ασκητές οι οποίοι τρώνε μόνο βρεγμένα παξιμάδια που τους στέλνουν τα κοινόβια και ασκητεύουν στη νηστεία και την ακτημοσύνη, την οσία Μαρία την Αιγυπτία, η οποία δεν έτρωγε για χρόνια στην έρημο, τον μεγαλύτερο νηστευτή άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Ρουμάνο σαλό γέροντα Ηρωδίωνα που όταν του έφερναν τρόφιμα τα πετούσε μακριά για να τα φάνε τα πουλάκια και δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό του. Λένε ότι ήταν άγριος στην όψη, αλλά όταν επέτρεπε ο Θεός, κάποιοι συνασκητές έβλεπαν το πρόσωπό του να λάμπει από το Άγιο πνεύμα, Αυτό για το οποίο νήστευε.





___________
Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 27.03.2019

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά και το στόμα σου κλειστό... Γιατί τότε μόνο σου φέρνει ο Θεός διάκριση. Γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη


Ομιλία στην Βιβλιοθήκη του Σινά, 2. 3. 19


Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης - ο οσιακός του βίος.


Στις 14 Μαΐου 1999, σε ηλικία 103 ετών, ανεπαύθη εν Κυρίω ο υπεραιωνόβιος π. Ησύχιος, μετά από την μακρά δοκιμασία που του επεφύλαξαν τα γηρατειά του.

Ο γερο-Ησύχιος, κατά κόσμον Νικόλαος Λαμπίρης, γεννήθηκε στο χωριό Σαπρίκι της Μεσσηνείας το 1896. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στο σχολείο του χωριού του, στο οποίο πήρε τέσσερις τάξεις. Κατόπιν ακολούθησε τον πατέρα του στις γεωργικές του δουλειές. Κοντά στον ταπεινό, απλό, ενάρετο και γεμάτο πίστι πατέρα του πήρε τα πρώτα μαθήματα της αρετής. Τον συμβούλευε να εργάζεται με πίστι στο θεό και να εμπιστεύεται στη βοήθεια και την πρόνοια του Θεού. «Ο μακαρίτης ο πατέρας μου –έλεγε ο π. Ησύχιος με φανερή ευγνωμοσύνη- δεν ήξερα πολλά γράμματα. Όμως, με συμβούλευε δύο πράγματα. Να κάνω καλά τον σταυρό μου –και σημείωνε όσο μπορούσε πιο σωστά πάνω του το σημείου του σταυρού- και να μη με πουν ψεύτη και κλέφτη». Με τις συμβουλές αυτές έβαλε ο νεαρός Νικόλαος τα πρώτα θεμέλια: την πίστι στον Θεό, την ευλάβεια και την υπακοή στις εντολές του Θεού.


Τον Αύγουστο του 1916 κατετάγη στον στρατό. Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος. Τον έστειλαν για τρεις μήνες στην Γευγελή της Μακεδονίας. Θυμόταν πως ήταν χειμώνας καιρός, αλλά δεν πρέπει να έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις. Μετά την λήξη του πολέμου πήγε στην Ρωσία με το στρατιωτικό σώμα που επρόκειτο να συμπράξη κατά του Ερυθρού Στρατού. Δεν πολέμησαν. Όμως ταλαιπωρήθηκαν. Κινδύνεψαν να πνιγούν στην Ρουμανία κατά την επιστροφή, όταν διασχίζοντας την στεγνή κοίτη μεγάλου ποταμού είδαν τα νερά του να ανεβαίνουν επικίνδυνα. Ένα μήνα κράτησε η ταλαιπωρία τους, μέχρι που ελληνικό τραίνο τους μετέφερε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και από εκεί ατμοπλοϊκώς έφθασαν στην Κωνσταντινούπολι. Ήταν Σεπτέμβριος του 1919, όταν η μονάδα του αποστέλλεται στην Σμύρνη και συντάσεται στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα της Μικράς Ασίας. Ακολουθεί τις τύχες, τις νίκες και τις πολλές κακουχίες, του Στρατού μας μέχρι την άνοιξι του 1922. Κατ’ οικονομίαν Θεού παθαίνει πλευρίτιδα και επιστρέφει στον Πειραιά για εγχείρισι λίγο πριν από την αποφράδα ήττα και έτσι δεν δοκίμασε την ταπεινωτική οπισθοχώρησι. Από ευγνωμοσύνη στην Παναγία για την διπλή ευεργεσία αποφασίζει να γίνη μοναχός. Μετά την αποστράτευσί του εργάζεται για ένα περίπου χρόνο κοντά στον πατέρα του και κατόπιν στην Αθήνα, οπότε αποφασίζει την αναχώρησί του για το Άγιον Όρος.


Έρχεται στην Θεσσαλονίκη μαζί με ένα φίλο του που είχε επισκεφθεί και άλλοτε το Άγιον Όρος. Εκεί τους συνεβούλευσαν να πάνε στην Μονή Γρηγορίου, διότι είχε άγιο Γέροντα και ήταν από τα καλλίτερα κοινόβια. Τότε για πρώτη φορά ο Νικόλαος άκουγε για κοινόβιο και ζήτησε από τον φίλου να μάθη σχετικώς. Όταν έμαθε τα περί κοινοβίου, απεφάσισε να γίνη κοινοβιάτης μοναχός.
Έτσι, στις 10 Αυγούστου του 1924 εγκαταβιώνει στην Ιερά Μονή μας, του Οσίου Γρηγορίου, και υποτάσσεται στον φημισμένο για την αγιότητα Καθηγούμενο Αθανάσιο. Όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, ως νεαρός δόκιμος αποστέλλεται ως διακονητής στο μετόχι της Μονής στην Συκιά (στην Χαλκιδική) και κατόπιν στο άλλο μετόχι στην Βούλτσιστα (στον Κολινδρό Πιερίας). Ήταν βέβαια μία τάξις, για την οποία αργότερα ο π. Ησύχιος εξέφραζε τις σοβαρές επιφυλάξεις του. Έλεγε πως υπάρχου σοβαροί πνευματικοί κίνδυνοι για τους νέους μοναχούς από την μακρά, συνήθως πολυετή, παραμονή τους στον κόσμο.
Το 1927 επιστρέφει στο Άγιον Όρος, κείρεται μοναχός με το όνομα Ησύχιος και έκτοτε παραμένει σ’ αυτό μέχρι τα βαθειά γηρατειά του. Η διακονία του ήταν κυρίως στο αμπέλι της Μονής επί ένδεκα χρόνια, ως διακονητής στο Αντιπροσωπείο της Μονής στις Καρυές επί δεκαπέντε χρόνια και στον κήπο της Μονής επί δεκαέξι χρόνια.


Ήταν άνθρωπος ολιγογράμματος αλλά φιλότιμος στην δουλειά και βιαστής στα καλογερικά του καθήκοντα. Δεν άσκησε ιδιαίτερα διοικητικά καθήκοντα και γι’ αυτό πέρασε την ζωή του στην αφάνεια. Καλλιέργησε όμως τα πνευματικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του Γέροντά του, μακαριστού Καθηγουμένου Αθανασίου, του οποίου διατηρούσε έντονα και με πολλή ευλάβεια την μνήμη και τις παρακαταθήκες.


Ως μοναχός δεν ήταν γενικώς υπέρ των υπερβολών. Ήταν όμως συνεπής στην τήρησι των τυπικών μοναχικών καθηκόντων. Φρόντιζε να μη αφήνη τον εκκλησιασμό και τον κανόνα, να συμμετέχει στις παγκοινιές, να επιμελεήται την κατ’ ιδίαν μελέτη, να κρατή την σύμμετρη νηστεία του κοινοβίου. Και αυτά συνιστούσε στους νεωτέρους.


Στην εργασία ήταν πολύ φιλότιμος. Αγαπούσε υπερβολικά τους κήπους, τα φυτά και τα δένδρα. Ήταν κηπουρός μέχρι τα ογδόντα πέντε του χρόνια. Όταν λόγω γήρατος έπαυσε να εργάζεται, το ενδιαφέρον του γι’ αυτά ήταν αμείωτο. Ηλεκτριζόταν σαν άνοιγε σχετική συζήτησις. Είχε πάντα γνώμη, έδινε συμβουλές, διώρθωνε, επιβεβαίωνε: «εμείς έτσι τα κάναμε».

Μετά το 1981 εστενοχωρείτο πολύ που δεν μπορούσε πια να εργάζεται. Αναζητούσε τρόπους να βοηθεί τους νεωτέρους πατέρας που εκοπίαζαν. Έλεγε ότι δεν ήθελε να τρώη δωρεάν το ψωμί. Άλλοτε μάζευε τις διακονιές του κρασιού στην τράπεζα. Κάποτε πήγαινε στο Κολλυβάδικο και βοηθούσε να σπάσουν τους ξηρούς καρπούς. Ήταν πρώτος στις παγκοινιές του μαγειρίου. Καθάριζε τα φασολάκια, τις πατάτες, τα χόρτα. Ήταν προσεκτικός στο καθάρισμα και συμβούλευε και τους άλλους, να μη σπαταλούν από βιασύνη και καλό καρπό. Πολύ συχνά έλεγε τους Χαιρετισμούς της παναγίας αυτός, και άλλες φορές απαντούσε το «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούϊα». Ηχεί ακόμη στα αυτιά μας η μακρόσυρτη προφορά των Χαιρετισμών. Τελείωνε τελευταίος την παγκοινιά. Μετά έφευγε για το κελλί του.


Εκεί δεν έμενε αργός. Έκανε τον μπαλωματή. Μισούσε την σπατάλη. Έπαιρνε από το Οικονομείο τα σχισμένα τσουβάλια και με την σακκοράφα τα μπάλωνε. Στις αρχές το έκανε κρυφά, χωρίς να τον παίρνει κανείς είδηση. Νύχτα πήγαινε και τα έπαιρνε και το πρωί τα επέστρεφε. Όταν όμως τον «συνέλαβαν», τα έπαιρνε και τα μπάλωνε πιά φανερά. Αυτή την εποχή στο Μοναστήρι δεν υπήρχε ηλεκτρικό και εχρησιμοποιούντο ακόμη οι λάμπες πετρελαίου. Καταπιάστηκε να φτιάχνη τις ξύλινες λαβές και να στερεώνη επάνω τους το σφουγγαράκι, με το οποίο καθαρίζονταν οι λάμπες από την κάπνα. Ήταν επιτήδειος. Είχε στο κελλί του τα σύνεργα για να τελειώση τέτοιες λεπτοδουλειές.
Στην εκκλησία ήταν πρώτος, παρά τα προχωρημένα γηρατειά του. Στεκόταν τις πιο πολλές ώρες όρθιος. Βίαζε τον εαυτό του να μη τον παίρνει ο ύπνος. Καθόταν στα ψαλτήρια, στις διαβαστές ωδές και στις Ώρες.


Στα 76 χρόνια της μοναχικής του ζωής εγνώρισε πέντε ηγουμένους. Εάν κρίνουμε από την υπακοή που έκανε στον νυν Καθηγούμενο της Μονής μας, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν ένας εργάτης της υπακοής. Έτρεφε απόλυτο σεβασμό στον εκάστοτε ηγούμενο.


Συμμετείχε πάντα στις εβδομαδιαίες συνάξεις της Αδελφότητος. Θεωρούσε ιδιαίτερη ευλογία που ο νυν καθηγούμενος καθιέρωσε τις συνάξεις αυτές. Έλεγε: «Εμείς οι παλαιοί δεν είχαμε τις ευκαιρίες που έχετε εσείς οι νεώτεροι. Δεν είχαμε βιβλία. Αλλά και δεν μας έκανε ποτέ κανείς αυτές τις ωραίες συνάξεις. Δεν ακούσαμε ποτέ τέτοια πλούσια διδασκαλία. Είσαστε προνομιούχοι».
Ήταν αυστηρός με τον εαυτό του. Έλυε όμως την αυστηρότητα χάριν της υπακοής. Στα 1977 είχε παρουσιάσει σοβαρή μείωσι της οράσεώς του από καταρράκτη και ήταν απόλυτα ενδεδειγμένη η έξοδός του στον κόσμο για χειρουργική επέμβασι. Στην προτροπή του Καθηγουμένου προέβαλε κατ’ αρχήν την δικαιολογημένη άρνησι, έχοντας υπ’ όψιν στις γνωστές εγγυήσεις της Παναγίας σ’ αυτούς που δεν θα βγουν από το Άγιον Όρος. Όταν όμως ο καθηγούμενος του επέστησε, ότι τυχόν τύφλωσίς του θα ήταν εις βάρος της Αδελφότητος, ταπεινά είπε το «νάναι ευλογημένο».


Οι αλλαγές που επέφερε στον κόσμο ο τεχνικός πολιτισμός του ήταν άγνωστες, διότι είχε τηρήσει με πολύ προσοχή την καλογερική ξενιτεία και απέφευγε τον πειρασμό να μαθαίνει για τα νέα του κόσμου. Χαρακτηριστική ήταν η απορία του για το είδος των πολλών μικρών φώτων στις άκρες των αυτοκινητοδρόμων, όταν για πρώτη φορά το 1977, μετά από πενήντα χρόνια, έβγαινε στον κόσμο για την εγχείρισι καταρράκτου. Στην αρχή εθαύμασε για την ευλάβεια των κοσμικών, που άναβαν τόσα πολλά καντήλια στους δρόμους. Αλλά όταν τα ηχηρά γέλια των συνεπιβατών τον έκαναν να καταλάβη πως έκανε λάθος, μονολόγισε: «φαίνεται πως είναι ηλεκτρικά», μη μπορώντας να φαντασθή ότι είναι φωσφορίζοντα κολωνάκια.



Ο φιλότιμος αγώνας του, να τηρή όσο γίνεται αδιάλειπτη την προσευχή μέσα στο πολυάνθρωπο κοινόβιο, του άφησε τα «παράσημα», όπως ο ίδιος ωνόμαζε τις μεγάλες πληγές στα πόδια από την συνεχή ορθοστασία στην εκκλησία και στο κελλί. Πράγματι, στα 1983 ο ιατρός της Μονής ανεκάλυψε ότι και τα δύο πόδια του π. Ησυχίου ήταν δύο μεγάλες πληγές από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο από την φλεβική ανεπάρκεια και τις επακόλουθες εκτεταμένες εξελκώσεις και επιμολύνσεις. Παρά την επιμελή φροντίδα του ιατρού, αυτές οι πληγές τον συνώδευσαν μέχρι τον τάφο. Από την πρώτη στιγμή που έγιναν αντιληπτές οι πληγές του, ο Καθηγούμενος του έδωσε εντολή να μη στέκεται όρθιος στην εκκλησία και ευλογία να μένη προσευχόμενος στο κελλί του. Ο υπάκουος μοναχός, στην ηλικία των ογδόντα επτά ετών, δεν έφερε αντίρρησι. Αλλά η μακρόχρονη συνήθεια στην προσευχή και η ευλάβειά του δεν τον άφηναν να ησυχάση˙ την άλλη κιόλας μέρα ο ιατρός τον βρήκε όρθιο στο κελλί του μπροστά στην εικόνα της Παναγίας να λέη τους Χαιρετισμούς!


Είχε πόθο για τη συχνή Θεία Μετάληψι. Προετοιμαζόταν με πολλή ευλάβεια. Ήταν χαριτωμένος, όταν γεροντάκι πια διάβαζε εκφώνως «την θείαν μετάληψι». Δεν άφηνε ούτε ένα ιώτα. Κοινωνούσε τακτικά μέχρι τα βαθειά του γεράματα, οπότε η ασθένειά του δεν του το επέτρεπε πια.
Παρά την αυστηρότητα προς τον εαυτό του, ήταν επιεικής προς τους άλλους. Δεν κατέκρινε. Όταν η συζήτησις πήγαινε για κατάκρισι, διέκοπτε το λόγο λέγοντας: «αλλοίμονο, τα χάλια μου».


Είχε πολλή προσοχή στην καθαρότητα των λογισμών. Όταν στα 1982 έμαθαν οι ανεψιές του, ευλαβέστατες ηλικιωμένες κυρίες, ότι ζη και ζήτησαν από τον Καθηγούμενο να ευλογήση την έξοδό του στην Ουρανούπολι να τον ιδούν, βρέθηκε σε αμηχανία. Ήταν ήδη ογδόντα έξι ετών γέρος, όμως παρά ταύτα ρώτησε ένα νεώτερο αδελφό: «Αν με ασπασθούν, τι να κάνω;». Ήταν φυσικό να απορή, αφού είχε περισσότερα από πενήντα χρόνια να συναναστραφή ακόμη και με τους πιο στενούς συγγενείς του.


Αυτός όμως ο τόσο μακρυά από τον κόσμο ευρισκόμενος μοναχός, ήταν πολύ κοντά στα προβλήματα των ανθρώπων με την προσευχή του και την αγάπη του. Έγραφε σε ασθενείς και έδινε πνευματικές συμβουλές. Παρηγορούσε φέρνοντας για παράδειγμα δικές του ασθένειες: «… μου λέγεις για τις ατομικές σου θλίψεις και τα βάσανά σου. Πιστεύω, διότι τα πέρασα πρωτύτερα εγώ. Και το μάτι μου το ένα το έχασα … και η μύτη μου έτρεχε τακτικά … και εις το στρατό της Μικράς Ασίας από τα κρυοπαγήματα μου κόψανε δυο παΐδια (πλευρές) από την πλάτη μου … και με τη Χάρη του Χριστού μου έγινα καλά».
Παρά την υποδειγματική ξενιτεία του, στην καρδιά έτρεφε την αγάπη προς πάντας. Έγραφε το 1988 προς την ανεψιά του Αγγελική: «Σας χαιρετώ όλους με την εν Χριστώ αγάπη, γνωστούς και αγνώστους, ονομαστούς και ανωνύμους, και σας συνιστώ να έχετε αγάπη αναμεταξύ σας και με όλους τους χριστιανούς τους Ορθοδόξους, μόνον μακρυά από αιρετικούς χιλιαστάς, ουνίτες, ιεχωβάδες και λοιπούς αιρετικούς».




Προς τους συγγενείς του ήταν στοργικός, και στο αίτημά τους να βγη στον κόσμο να τον ιδούν απαντούσε με ευγένεια ψυχής: «Αγγελική, μου γράφεις να έρθη το παιδί της Ευαγγελίας να με φέρη εις τας Αθήνας. Ωραία και καλά τα λέγεις, και εγώ το ήθελα αυτό και ο ηγούμενος είναι πολύ καλός και δίνει άδεια εις τους γέρους, όσοι θέλουν να ταξιδέψουν. Αλλά, δυστυχώς, δεν ήμουν τυχερός γι’ αυτό, διότι επαράγινα τώρα -είμαι 93 ετών- και τι άλλο να περιμένω εκτός από τον θάνατο;».


Ευλαβείτο πολύ τους αγίους Προστάτας της Μονής. Όπως και όλοι οι παλαιοί πατέρες, είχε εμπιστοσύνη στον Παππούλη, τον άγιο Νικόλαο, και την προστασία του. Την αγία Αναστασία την Ρωμαία θεωρούσε επί πλέον και προσωπική του ευεργέτιδα, μετά το θαύμα που του έκανε στα 1936 και σταμάτησε τελείως την βασανιστική και επικίνδυνη ρινορραγία. Διηγείτο: «Από μικρό παιδί υπέφερα από ασταμάτητες αιμορραγίες της μύτης ... Ένα πρωί είχα γεμίσει μισό τενεκέ με αίμα, από εκείνους που έχουμε για ασβεστώματα. Ο παπα-Δημήτρης ήλθε στο κελλί μου και τρόμαξε που με είδε. Με χτύπησε ελαφρά, νομίζοντας ότι είχα πεθάνει. Τότε μου έφεραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, τα προσκύνησα και με σταύρωσαν. Αυτό ήταν. Αδελφάκι μου, από τότε μέχρι σήμερα και με χτύπημα ακόμη δεν ξανάνοιξε η μύτη μου».


Το 1990, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ο π. Ησύχιος έσπασε το ένα πόδι στο ισχύο. Στο νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε για την χειρουργική αποκατάστασι του κατάγματος, προεκάλεσε τον θαυμασμό του χειρουργού. Το μυϊκό του σύστημα και η πολύ καλά διατηρημένη συνολική του υγεία ταίριαζε για άνθρωπο πενήντα ετών και όχι ενενήντα τεσσάρων. Συνέπεια βέβαια της φυσικής ασκήσεως, διότι μέχρι των ογδόντα πέντε δούλευε φιλότιμα στους κήπους. Η λεπτότητα των αισθημάτων του έκανε τους χειρουργούς να θαυμάσουν ακόμη περισσότερο. Πριν από την εγχείρησι τους είπε: «Εγώ είμαι πια γέρος. Μπορεί να μην αντέξω στην εγχείρησι. Εσείς να μη στενοχωρηθείτε. Να ξέρετε ότι το καθήκον σας το κάνατε».


Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, εγκαταστάθηκε πλέον στο νοσοκομείο της Μονής. Μετά ένα χρόνο έσπασε και το άλλο πόδιστο ισχύο, οπότε καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Χειρουργήθηκε πάλι, αλλά το δέχθηκε με πολλή πίεσι. Η ιδέα ότι πάλι θα βγη από το Άγιον Όρος του φαινόταν αβάστακτη. Δεν μπόρεσε να μείνη στο νοσοκομείο όσο έπρεπε, για την μετεγχειρητική παρακολούθησι. Εβάρυνε πολύ από την δεύτερη ημέρα και κινδύνευε να πεθάνη.
Όταν συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, δεν νοιάσθηκε για την ζωή του. Το πρώτο μέλημά του ήταν να κάνη γενική εξομολόγησι στοναδελφό Μοναχό που τον συνώδευε. Η δεύτερη αγωνία του ήταν να μη πεθάνη έξω από το Άγιον Όρος. Ο αγιορείτης μοναχός το θεωρεί κακό να πεθάνη στον κόσμο. Οι ιατροί δεν επέτρεπαν την αναχώρησι, αλλά εκείνος επέμεινε να υπογράψη και να φύγη. για να πεθάνη στο Άγιον Όρος. Το επέτυχε. Αλλ’ ω! του θαύματος. Πριν φθάσει στο Μοναστήρι, είχε συνέλθει.





Έζησε έκτοτε οκτώ ακόμη χρόνια. Έκανε υπομονή στον πόνο και την αρρώστεια, αυτός που μια ζωή έκανε υπομονή στα πνευματικά αγωνίσματα, τους πειρασμούς και τις δυσκολίες του κοινοβίου. Έπρεπε να συμπληρώσει τους κόπους του, για να πάρη πλήρη τον μισθό του από τον Κύριο, στον οποίο χάρισε την νεότητα και τα γηρατειά του. Στις δύσκολες αυτές ώρες του συμπαραστάθηκαν οι αδελφοί της Μονής. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του χρειάστηκαν κόποι. Οι διωρισμένοι νοσοκόμοι καθημερινώς και οι λοιποί πατέρες εκ περιτροπής ήσαν κοντά του όλο το 24ωρο, όταν πια λόγω του γήρατος οι δυνάμεις του είχαν εξαντληθή, ήταν αδύνατο να τρέφεται φυσιολογικά και πληθώρα ασθενειών κατέτρυχε το πολύπαθο σώμα του.


Ήταν κράσις ισχυρή. Η καρδιά του άντεξε εννέα χρόνια την δοκιμασία του. Είχε ανέκαθεν πόθο, και το μελετούσε τακτικά, να πεθάνει στις 23 Ιουνίου, στο Γενέσιο του Τιμίου Προδρόμου, γιατί την ημέρα εκείνη είχε γίνει μεγαλόσχημος μοναχός. Εκοιμήθη τον Μάϊο. Όμως το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του συνέπεσε ακριβώς στις 23 Ιουνίου.


Στην κηδεία του διαβάσθηκε ο κατωτέρω επικήδειος λόγος, που ο Καθηγούμενος της Μονής μας απέστειλε ευρισκόμενος εκτός Αγίου Όρους, κωλυόμενος να παρευρεθεί σ’ αυτήν για λόγους απολύτου ανάγκης:


«Προς τα εν Κυρίω αγαπητά μοι
Πνευματικά τέκνα, τους Οσιωτάτους
Πατέρας και Αδελφούς της
Ιεράς ημών Μετανοίας
Ευρισκόμενος μακράν Υμών για λόγους αναγκαίων ιατρικών εξετάσεων, μη επιδεχομένων αναβολήν, λυπούμαι βαθύτατα, διότι δεν θα δυνηθώ να παραστώ εις την κηδείαν του μακαριστού Γέροντος Ησυχίου, καθ’ όσον μάλιστα έχω και λόγους προσωπικής ευγνωμοσύνης προς αυτόν, διότι από της αρχής της εγκαταβιώσεώς μας εις την Ιεράν Μονήν μας επέδειξε απένταντί μου παραδειγματικήν υπακοήν, σεβασμόν και ευλάβειαν. Ουδέποτε δε με εστενοχώρησεν, ούτε εις το παραμικρόν.
Ευχαριστώ τον Κύριο, διότι μας εχάρισε τον π. Ησύχιον ως υπόδειγμα αγωνιστού Μοναχού.


Από το 1924 εις το Άγιον Όρος μέχρι σήμερα, ήτοι 75 έτη, δεν έπαυσε αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα.
Διεκρίθη δια την πιστήν τήρησιν των Μοναχικών του υποσχέσεων.
Τον Κανόνα του και τας Ακολουθίας ουδέποτε άφηνε. Ηγάπα πολύ την ευχήν και τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας πολλάκις επαναλαμβάνων αυτούς.
Υπηρέτησεν επί πολλά έτη εις το κήπους της Μονής μας, μέχρι και του βαθυτάτου γήρατος, με πολύν κόπον και αυτοθυσίαν.
Δεν επεδίωκε τα αξιώματα, την προβολήν, τας εξόδους εις τον κόσμον.
Καρπός της βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης του ήτο η διαρκής αυτομεμψία του, η τελεία πτωχεία του, η κατανυκτική κατάστασις της ψυχής του.


Ηγάπησε τον θεόν περισσότερον από τον εαυτόν του και δι’ αυτό εβίαζε το σώμα του εις ορθοστασίας και αγρυπνίας, καίτοι έπασχεν από δυνατούς πόνους εις τους πόδας του.
Ήτο φιλάδελφος και φιλάνθρωπος. Προσηύχετο υπέρ όλου το κόσμου. Εις όσους του εζήτουν συμβουλήν, έλεγε με διάκρισιν λόγους πνευματικούς και παρακλητικούς και αρμόζοντας δια την περίπτωσιν εκάστου.
Δια τον πολύν, διαρκή και συνεπή αγώνα του πιστεύω, ότι ο Κύριος τον εχαρίτωσε και με υπερφυή χαρίσματα, ως το της προοράσεως και της θεοπτίας, καθώς έχωμεν αρκετάς ενδείξεις.

Οι οφθαλμοί του σεβαστού μας π. Ησυχίου έκλεισαν εδώ εις την γην μετά από 103 έτη επιγείου ζωής. Οι οφθαλμοί της μακαρίας ψυχής του άνοιξαν , δια να θεάται το ανέσπερον φως του Αναστάντος και αναληφθέντος Χριστού.
Μακαραία όντως η οδός, η πορεύη σήμερον.


Υπάγεις, Σεβαστέ μας π. Ησύχιε, δια να συναντήσης όν επόθησες αγωνοθέτην και αθλοθέτην Χριστόν, την γλυκυτάτην κοινήν μας Μητέρα και προστάτιδα κυρίαν Θεοτόκον, τους δήμους των αγίων, τον Παππούλην, όπως τον έλεγες, τον Άγιον Νικόλαον, τον πρώτον μας Γέροντα και Κτίτορα Όσιον Γρηγόριον, την Καλλιπάρθενον Νύμφην του Χριστού Αγίαν Αναστασίαν, τον μακαριστόν και άγιον Γέροντά σου Καθηγούμενον π. Αθανάσιον και τους λοιπούς Γρηγοριάτας Πατέρας μας, τους βιαστάς της Βασιλείας των ουρανών.
Ευχαριστούμεν τον π. Ησύχιον, δι όσα μας προσέφερε με την θεάρεστον ζωήν του. Απλούς, ταπεινός, άσημος κατά κόσμον.
Γνωστός όμως και τίμιος ενώπιον του Τρισαγίου Θεού και της Εκκλησίας των Πρωτοτόκων.


Χαίρε, λοιπόν, ταπεινέ Ησύχιε, και απολάμβανε εκτυπώτερον το Φως του Ανεσπέρου Πάσχα της θείας Βασιλείας.
Ο αγών ετελείωσε. Δεν χρειάζεται να βιάζης άλλο τον εαυτό σου.

Το πολύαθλον και ασκητικόν σου σώμα θα κατατεθή εντός ολίγου εις την ευλογημένην αγιορειτικήν μας γην και θα αναμένη την κοινήν Ανάστασιν.
Προσεύχου και υπέρ ημών των περιλειπομένων να τελειώσωμεν όπως και Συ τον προκείμενον ημίν αγώνα θεαρέστως.
Νοερώς ασπάζομαι το τίμιον λείψανόν Σου ευχαριστών τον Κύριον, διότι σε ηξίωσε να τελειώσης νικηφόρως τον αγώνα Σου κατά του διαβόλου, της αμαρτίας και του κόσμου.


Ενώνω και εγώ τας ταπεινάς μου προσευχάς μεθ’ όλης της Αδελφότητός μας υπέρ αναπαύσεως εν χώρα ζώντων της μακαρίας σου ψυχής.
Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε, πολυσέβαστε και πολυαγαπημένε μας αδελφέ π. Ησύχιε.
Ο ταπεινός συμμοναστής σου και Πνευματικός σου Πατήρ
Αρχιμ. Γεώργιος
14/27 Μαΐου 1999».
Στη συνείδησι των πατέρων της Μονής είναι ο βιαστής της Βασιλείας του Θεού. Ο μοναχός που όλη του την ύπαρξι προσέφερε στο Χριστό. Ο εργάτης των εντολών του Χριστού και ο εκπληρωτής των υποσχέσεων του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος. Ο υπογραμμός για μας τους μεταγενεστέρους. Έτσι τον ζήσαμε και γι’ αυτό έτσι τον σκιαγράφησε στο παρακάτω ποίημά του ο αδελφός της Μονής, δίνοντάς στην ακροστοιχίδα το όνομά του. Ησύχιος μοναχός:
ΣΤΑΥΡΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
Ή-συχος πράος ταπεινός
Σ-ώφρων γλυκύς αγαπητός
Υ-πομονής διδάσκαλος σιωπηλός
Χ-αρίεις σύμβουλος πρακτικός
 Ί-σκιος ανάπαυσις αδελφών
Ό-ρος πανύψηλο λευκό
Σ-τρατιώτης Χριστού μοναχός
Μ-ακρόβιος πλήρης ημερών
Ό-ρμος γαλήνιος προσιτός
Ν-ους διαυγής καθαρός
Ά-σκησις βία προσευχή
Χ-ριστού αγάπη διαρκής
Ό-λος πίστη ελπίδα
Σ-τάθηκε ο εις ακροστοιχίδα


Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος

Ομιλητής ο πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Παπανικολάου, ιατρός - παθολόγος Θέμα: Ο Γέροντας της χαράς, μικρό αφιέρωμα στον π. Ευμένιο Σαριδάκη, του νοσοκομείου Λοιμωδών.


ΠΩΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΌΣ ΈΓΙΝΕ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗΝ Ι. Μ. ΑΓΊΟΥ ΑΝΤΩΝΊΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΙΖΌΝΑ. ΘΑΥΜΑΣΤΌ ΓΕΓΟΝΌΣ.

Κάποιος Αμερικανός, είχε πάει στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα με την παρέα του. Σε κάποια στιγμή εμφανίζεται ο γέροντα Εφραίμ να βγαίνει από το κελί όπου εξομολογεί τον κόσμο και να ρωτάει τον νεαρό Αμερικανό:
- Έχεις παιδί μου καλό κινητό, μοντέρνο, σύγχρονο;
- Γιατί ρωτάτε γέροντα, είπε με απορία ο νεαρός.
- Να θέλω να πάρεις τηλέφωνο στο Άγιο Όρος σε μια μονή, για να μιλήσω εκεί με ένα μοναστήρι, του απάντησε ο γέροντας.
Ο γέροντας έδωσε τον αριθμό της μονής και είπε στον νεαρό:
- Παιδί μου, πάρε τηλέφωνο σε μία ώρα περίπου και μόλις βγάλεις γραμμή, να μου δώσεις το τηλέφωνο, για να μιλήσω.
Πράγματι ο νεαρός μετά από μία ώρα πήρε τηλέφωνο στην μονή του Αγίου Όρους και στα Αμερικάνικα είπε στον μοναχό που σήκωσε το τηλέφωνο, ότι ο γέροντας Εφραίμ από την Αριζόνα ήθελε να τους μιλήσει. Καθώς τα έλεγε αυτά ο νεαρός Αμερικανός κατευθυνόταν στο κελλί του γέροντα Εφραίμ, που εξομολογούσε, για να του δώσει το τηλέφωνο.
Ο μοναχός από το Άγιο Όρος παραξενεύτηκε από το τηλέφωνο και είπε στον νεαρό, ότι ο γέροντας Εφραίμ βρίσκεται στην μονή τους και μάλιστα ήθελε εκείνος, να του μιλήσει! Κόκκαλο ο νεαρός Αμερικανός!
Και ακούει από την άλλη γραμμή να του μιλάει ο γέροντας Εφραίμ και να του λέει:
- Έλα παιδί μου Τζον (έτσι έλεγαν τον νεαρό), γι' αυτό σε είπα να πάρεις τηλέφωνο, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε! Εγώ από το Άγιο Όρος και εσύ από την Αριζόνα! Για να δεις τι εστί Ορθοδοξία και τι είναι Χάρις Αγίου Πνεύματος! Θα τα πούμε σύντομα Τζον!...
Αυτά του είπε ο γέροντας και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο νεαρός Τζον συγκλονίστηκε! Έμεινε στήλη άλατος! Μόλις λίγο συνήλθε από το σοκ, πήγε και άνοιξε την πόρτα του εξομολογητηρίου και είδε ότι ο γέροντας Εφραίμ δεν ήταν μέσα....
Μετά πήγε στην παρέα του και άρχισε να εξιστορεί το βίωμά του στους φίλους του. Και όταν τελείωσε την διήγηση, βγαίνει από την πόρτα του εξομολογητηρίου ο γέροντας Εφραίμ και του λέει:
- Τζον έλα να σε δω!
- ........
Αυτό το γεγονός έγινε η αιτία ο νεαρός να παρατήσει τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου.

Crisis in Greece


ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ Στα μέσα της Σαρακοστής


Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός Χαρκιανάκης (1935-2019)


Ποιημα του ιεράρχου της Μητρός Εκκλησίας, του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού.

Ποιημα  του ιεράρχου της Μητρός Εκκλησίας, του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού.
Εις μνήμη του, δημοσιεύουμε το ποίημα ῾Τρυφερή Φιλανθρωπία῾, από την ποιητική συλλογή «ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ – Α’», το οποίο έγραψε για τον αοίδιμο Καθηγούμενο της Ι. Μονής Αρκαδίου Άνθιμο Καλπάκη, Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου.
Από τα ῾῾εύκολα῾῾ του ποιήματα, αλλά με τόσο νόημα...

VICTORY OVER CANCER





VICTORY OVER CANCER


The story told by sister Lydia strikes to the depths of the soul. The incident occurred in Belarus, however, it is not known in which city. The story of the victory over an incurable disease - cancer. In turn, Lydia heard this story from a doctor (parishioner of our church) who was observing a cured woman. She was ill with cancer. The disease was severe, the drug treatment methods did not help. In the test, it becomes clear that the medicine practically can help nothing any more. The old woman who is condemned to a quick death is discharged from the hospital to a home pension. They told her to come back in three weeks for tests. A great misfortune happened shortly. The daughter and son-in-law of this grandmother are killed in a car accident. There remains a five-year granddaughter.



For three weeks this woman comforts her sobbing granddaughter, she does not cry herself. Once in such a difficult situation, the woman, throwing her arms up in the air, tearfully asks: “Lord! I have to live! To raise my granddaughter! "
The woman goes back to the hospital for an examination and the doctors do not find any cancer. The woman recovered! 

The disease has disappeared.
Prayer and the consciousness of the need to get out of such an impasse created a miracle! Ask and it will be given to you. But much depends on the fervor of this prayer.


Somewhere I heard a story about a woman standing in front of an icon in an empty temple. Suddenly, an angel appears to her and says: “Why are you screaming like that? The whole sky is shaking with your words! ”And she didn’t even whisper ...