Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ ΛΑΡΙΣΑΣ


Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Αμπελακίων Λάρισας αποτελεί τυπικό παράδειγμα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 18ου αιώνα που διασώζει εντονότατα στοιχεία της Βυζαντινής παράδοσης.

















Την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το εξαιρετικό, επίχρυσο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Η εκκλησία χτίστηκε στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα και διαθέτει αξιόλογες τοιχογραφίες στο εσωτερικό της και σπάνιες εικόνες, με σημαντικότερη αυτήν του Αγίου Γεωργίου ένθρονου.




Μοντέρνα εκδοχή ναού αφιερωμένος στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη στον Πλαταμώνα…












Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΦΗΜΕΡΙΟ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ Π. ΚΩΝ/ΝΟ ΜΑΛΤΕΖΟ.


ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΩΝ/ΝΟ ΜΑΛΤΕΖΟ

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΝΕΟΤΕΡΗ ΗΛΙΚΙΑ,

ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ- ΣΟΥΜΕΛΑ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ.





ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗΣ






Καλλιθέα, Παραλία,
"Το χωριό έχει ζωή πλέον των 200 ετών . Στην αρχή ήταν ένα μικρό χωριουδάκι στον Άγιο Αθανάσιο , έξω από την σημερινή Περίσταση, όπου τον χειμώνα ο πληθυσμός του αυξανόταν από τους βλάχους κτηνοτρόφους που ξεχειμώνιαζαν εκεί.
Ήταν υπό την επιτήρηση τσερκέζηδων (Τούρκων), οι οποίοι κακοποιούσαν και τυραννούσαν τόσο πολύ τους Έλληνες , ώστε κάποτε ένας πατέρας βλάχικης καταγωγής πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του και διαμέσου πυκνού δάσους ήρθε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.
Έκτισε μια καλύβα και ζούσε κάπως πιο ήσυχα . Σιγά - σιγά κατέβηκαν και οι υπόλοιποι συγγενείς του και μετά όλο το χωριό.
Κατά το 1890 συγκεντρώθηκαν όλοι στον Άγιο Νικόλαο και εγκαταστάθηκαν και άλλες οικογένειες απότα γύρω χωριά , Κάτω Αγιάννη , Χράνη , Κεραμίδι,και Κίτρος. Έδωσαν στο νέο χωριό το όνομα Βρωμερή από την μεγάλη ποσότητα βρώμης που παρήγαγαν οι κάτοικοι.
Ήταν ένα πλούσιο κεφαλοχώρι λόγω της μεγάλης παραγωγικότητας του εδάφους του. Το περιέβαλλαν πλούσια δάση , παρήγαγε άφθονα γεωργικά προϊόντα αλλά είχε και ανεπτυγμένη κτηνοτροφία .
Η αρπακτική διάθεση του τυράννου των Ιωαννίνων μετέβαλε το χωριό σε τσιφλίκι του Μοφίλ-Μπέη ,σε μια έκταση που επεκτείνονταν μέχρι και της Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής .
Όλο το τσιφλίκι εποπτευόταν από έξι (6) Τούρκους επιστάτες . Στο κέντρο του χωριού , δίπλα στο πάρκο ήταν το Κονάκι των Τούρκων .
Η ζωή των κατοίκων ήταν μαρτυρική . Εργαζόταν ως είλωτες καλλιεργώντας τα χωράφια των Τούρκων για να πληρώνουν τους φόρους , το χαράτσι και τα υπόλοιπα δικαιώματα του Μπέη.
Αλίμονο σε εκείνον που δεν μπορούσε να πληρώσει τον Τούρκο εισπράκτορα . Η ζωή ,δηλαδή , η τιμή και η περιουσία των ραγιάδων- όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι- ήταν στην διάθεση και του τελευταίου Τούρκου. Αυτό το διαπιστώνουμε από τα παρακάτω γεγονότα :
Για μία οκά μαλλί σκότωσαν δύο ανθρώπους.
Κάποτε δύο κτηνοτρόφοι , βλάχικης καταγωγής , έβοσκαν τα 50 πρόβατα τους στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής . Τους πλησιάζει ο Δραγάτης ( Τούρκος αγροφύλακας) και τους λέει:
-"Να μου δώσετε μία οκά μαλλί για να φτιάξω σιγκούνι ( παντελόνι αργαλειού).
Του απαντούν: " Εμείς βγάζουμε λίγο μαλλί , ίσα - ίσα για να ντυθούν οι οικογένειες μας .Πήγαινε στον Κεχαγιά για να ζητήσεις."
Ο Δραγάτης απαιτητικός είπε : " Όχι , θέλω να μου δώσετε εσείς."
Οι κτηνοτρόφοι αρνήθηκαν . Την άλλη μέρα και ενώ περπατούσαν αμέριμνα πηγαίνοντας στη βοσκή τα πρόβατα τους , τους πυροβόλησε ο Δραγάτης και τους έριξε κάτω νεκρούς .
Κάθε φορά που ερχόταν ο Μπέης από την Κωνσταντινούπολη για να εισπράξει τα εισοδήματα από τους γκιαούρηδες , έπρεπε όλο το χωριό , μαζί με τους δασκάλους και τους παπάδες να κατεβαίνει στην εξέδρα της Παραλίας και με υποκλίσεις , ποιήματα και τραγούδια να υποδέχεται τον Μπέη . Αλλά και στον τελευταίο
Τούρκο έπρεπε πάντοτε να σκύβουν το κεφάλι .Αν ήταν πάνω σε ζώο έπρεπε να ξεπεζέψουν . Έπρεπε επίσης να κουβαλούν τους Τούρκους στην πλάτη τους από την Βρωμερή έως την σημερινή Περίσταση. Δεν υπήρχε καμία ταπείνωση που να μην την είχαν υποστεί.
Κάθε τι ωραίο και πολύτιμο έπρεπε να κρύβεται γιατί ήταν στην διάθεση του κάθε Τούρκου. Το ωραίο άλογο ,το πολύτιμο κόσμημα , η ωραία κόρη , έβαζαν σε κίνδυνο όσους τα είχαν. Έπρεπε να τα δώσουν σε πρώτη ζήτηση γιατί αλλιώς κινδύνευαν .
Από την οικογένεια των Τζηλοπουλαίων για να πάρουν τα φλουριά που είχε στο λαιμό της η νιόπαντρη γυναίκα του την έκαψαν με λάδι.
Από την οικογένεια του Ζαρομητρόπουλου ένας Τούρκος ήθελε να πλησιάσει την πολύ ωραία κόρη του .
Πήγαινε κάθε μέρα στη βρύση που έπαιρνε νερό για το σπίτι της και της έλεγε : "Θέλω να έρθεις το βράδυ κάτω στο δέντρο ( έναν μεγάλο πλάτανο στο πάρκο).
Ο πατέρας της συνεννοήθηκε κρυφά με άλλους χωριανούς και το βράδυ αφού κλείδωσαν του Τούρκους στο Κονάκι , καθώς ο Τούρκος τραβούσε για το δέντρο του επιτέθηκαν , τον σκότωσαν και εξαφάνισαν το πτώμα του .
Από την οικογένεια των Τασοπουλαίων μαχαίρωσαν το παιδί και ζεμάτισαν τη μητέρα του .
Την εποχή εκείνη ο Τασόπουλος είχε λίγα ζώα . Οι Τούρκοι του ζήτησαν 100 λίρες . Ο Τασόπουλος τους είπε: " Δεν έχω τώρα , περιμένετε να πουλήσω τα ζώα και ότι πάρω είναι δικά σας."
Ενώ έλλειπε ο Τασόπουλος ,κατέβηκαν οι Τούρκοι με ύπουλο τρόπο. Το βράδυ καθώς γύριζαν τα ζώα από την βοσκή ήταν και αυτοί κρυμμένοι ανάμεσα τους . Μόλις έφθασαν στο σπίτι , άρπαξαν το μικρό παιδί της οικογένειας , ηλικίας 12 ετών και το έδεσαν μέσα στον αχυρώνα . Μετά πλησίασαν την γυναίκα του Τασόπουλου και της είπαν: " Να μας δώσεις 100 λίρες".
"Δεν έχω . Να τα ζώα , μόλις πουληθούν θα σας δώσω" τους απάντησε.
-"Εμείς θέλουμε τώρα να μας δώσεις 100 λίρες."
-"Δεν έχω"
-"Το παιδί σου δεν το λυπάσαι; Έλα να το δεις" και την πήγαν στον αχυρώνα .
-"Τι να σας κάνω ,δεν έχω, πάρτε τα ζώα"
Τότε άρχισαν να κομματιάζουν το παιδί με τα μαχαίρια . Μπροστά σ΄ αυτό το θέαμα η μητέρα έχασε τη φωνή της. Τότε οι Τούρκοι την πήραν και την ζεμάτισαν με λάδι.
Αλλά και τα ωραία άλογα άρπαζαν χωρίς να ρωτούν τους νοικοκυραίους. Ο τρόμος και η βία δεν αντεχόταν.
Γι αυτό και οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να συνεννοούνται με τους αντάρτες.
Είχαν Εθνική Επιτροπή που συνεννοούνταν με τους αντάρτες υπό την προεδρία του Ταξιάρχη Ζάχου και του Αθανασίου Κυπαρίση. Εισέπρατταν κάθε μήνα από 4 μεταλίκια το άτομο( 4 δεκάρες ο καθένας) και τα έστελναν στους αντάρτες.
Σε κάθε δύσκολη στιγμή ειδοποιούσαν τους αντάρτες που κατέβαιναν και τιμωρούσαν τους Τούρκους .
Ο Καρακίτσος από την οικογένεια των Χασακαίων προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες. Ήταν με τους αντάρτες.
Πολλές φορές κατέβαινε μαζί με άλλους και σκότωνε Τούρκους. Αλλά σκότωσε και Βούλγαρους .
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι σκότωσε 25 Βούλγαρους που προπαγάνδιζαν στο χωριό Αρωνάς.
Άξιος κάθε τιμής και σεβασμού για τις υπηρεσίες του ήταν ο Ταξιάρχης Ζάχος . Ήταν ένας δραστήριος επίτροπος του Μακεδονικού Αγώνα και μέχρι και μετάλλιο του απονεμήθηκε για τις υπηρεσίες του.
Ο Ταξιάρχης Ζάχος γεννήθηκε στην Βρωμερή το 1850 και πέθανε σε ηλικία 106 ετών. Είχε τέτοια δύναμη που ότι έλεγε γινόταν .
Από το 1912 έως το 1935 ήταν επίτροπος στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Η εκκλησία, όπως αναφέρεται και στην αρχή ήταν πολύ μικρή . Με εράνους των συγχωριανών του και ενέργειες που έκανε ο ίδιος χτίσθηκε ο σημερινός Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου όπως και εξασφαλίσθηκαν κτήματα στον περίβολο του Ναού που νοικιαζόταν σε διάφορους κτηνοτρόφους.
Επίσης με μέριμνα του ίδιου κτίσθηκε το μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο στο προαύλιο της Εκκλησίας.
Τόσος ήταν ο πόθος του για τον εξωραϊσμό της εκκλησίας ώστε μόνος του πήγε στο Βόλο , σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα συγκοινωνίας και έφερε με τα πόδια στην πλάτη του τον μεγάλο πολυέλαιο (με λαμπάδες).Η υποδοχή που του έγινε από την πλευρά των κατοίκων ήταν πρωτοφανής για εκείνη την εποχή .
Όλο το χωριό σύσσωμο τον περίμενε έξω από το χωριό και με τραγούδια και ψαλμωδίες τον πήγαν στην εκκλησία .
Επίσης από τα χρυσαφικά των γυναικών και τις εισπράξεις από τον έρανο που είχε φθάσει μέχρι και το Άγιο Όρος έκανε τα Ξεφτέρια και το Δεσποτικό της Εκκλησίας.
Ήταν η κεφαλή του χωριού . Ο ποιμένας που οδηγούσε τα πρόβατα του. Αν τα οδηγούσε στη φωτιά ,θα έπεφταν στην φωτιά. Τόση ήταν η αγάπη των συγχωριανών του, ώστε όλοι μαζί του κουβάλησαν πέτρες από τον Κορινό και έφτιαξαν το σπίτι του.
Δεν σπούδασε τίποτα. Ήταν τελείως αγράμματος. Είχε όμως τέτοιο ζήλο και πόθο για την ευημερία του χωριού ώστε να δουλεύει συνεχώς για αυτό.
Ήταν ανώτερος ψυχικά. Πολλές φορές βοήθησε οικονομικά τους συγχωριανούς του σε δύσκολες στιγμές αλλά και στη ζωή του κινδύνεψε πολλές φορές για να τους σώσει από την κακοποίηση των Τούρκων αψηφώντας τα πάντα.
Κάποτε τον Ζαραμητρόπουλο οι Τούρκοι τον έβγαλαν έξω από το σπίτι του γιατί δεν τους έδωσε ένα οικόπεδο για να χτίσουν σπίτι για μία αραπίνα που έφεραν μαζί τους από την Τουρκία. Επενέβη και ο Ζαραμητρόπουλος ξαναπήρε το σπίτι του . Ακόμα και οι Τούρκοι τον φοβόταν..."

Παραλία
"Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήρθαν μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922. Το χωριό ιδρύθηκε το 1923. Αφού κατέβηκαν από τον αμερικανικό στόλο στην Ελλάδα , έμειναν τον πρώτο καιρό στη Θεσσαλονίκη . Μερικοί από αυτούς , οι μετέπειτα Παραλιώτες , έφυγαν και πήγαν στη Δαβλία. Εκεί οι κάτοικοι τους καλοδέχθηκαν . Ζούσαν από την γεωργία και την οπωροκηπευτική.
Αφού έζησαν για λίγο καιρό εκεί αποφάσισαν να φύγουν , άλλοι βόρεια και άλλοι νότια . Αυτοί που κινήθηκαν βόρεια έφθασαν στην Παραλία του Δήμου Παραλίας και εγκαταστάθηκαν γιατί η περιοχή τους θύμιζε τον τόπο τους. Δεν βρήκαν και πολλά πράγματα . Ένα τούρκικο τελωνείο , τρία μικρά σπίτια που κατοικούσαν οι φύλακες ( καρβουνιάρηδες) και μερικές αποθήκες προς το Σχολείο που τις φύλαγε ο επιστάτης , ο Μπάρμπα-Δημήτρης. Επίσης υπήρχαν δύο τούρκικα καφενεία . Υπήρχε μία σιδηροδρομική γραμμή (decovil) για την μεταφορά κάρβουνου και ξυλείας στα πλοία που έφθαναν εδώ και μία κρήνη που βρισκόταν στη σημερινή στάση του λεωφορείου , εκεί που βρίσκεται το παρκάκι

Οι πρώτες οικογένειες προσφύγων που έφθασαν στην Παραλία, ήταν οι οικογένειες , Κουνδή - Κουζή- Δάνα- Φουντούκα - Γαλαξίδη- Καραθανάση- Χορόζη και Κώτσιου. Ήταν όλοι από εύπορες οικογένειες που παράτησαν πίσω τους μεγάλες περιουσίες. Στον τόπο τους ασχολούνταν με την αλιεία, την καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα και με τους ελαιώνες.
Όταν έφθασαν στην Παραλία ασχολήθηκαν με την γεωργία και την αλιεία. Η πρώτη βάρκα που την έλεγαν " πτερωτή" ήταν του Νίκου Λαλούμη το 1935. Από εκείνη την εποχή φορούσαν Καλτσόν , καπέλα, γούνινους γιακάδες. Τα χρόνια πέρασαν ανήκοντας στην Κοινότητα " Βρωμερής", σημερινή Καλλιθέα.
Η Παραλία έγινε Κοινότητα το 1966. Πρώτος πρόεδρος ήταν ο Ηλίας Κουνδής και ακολούθησαν ο Νικόλαος Λαλούμης, ο Δημήτριος Κεσετζόπουλος, ο Ιωάννης Λαζόπουλος, ο Στέφανος Κωστόπουλος, ο Νικ. Κίτσιος.
Η εκκλησία χτίσθηκε γύρω στο 1951, με επέκταση το 1954. Τα εγκαίνια της έγιναν το 1979. Ο πρώτος παπάς ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος ο παπά -Ταξιάρχης .

Το σχολείο χτίσθηκε το 1951. Στην αρχή υπήρχε μία ξύλινη παράγκα για Σχολείο. Ο πρώτος δάσκαλος ήταν ένας παπάς. Ακολούθησαν πολλοί.
Ο Παστσατζόγλου , η Φαρμάκη , ο Πάσχος ,ο Γκουτζέλης, ο Αλεξίου η
Ισμήνη Παπαζήση.



Ι.ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ.





Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ.

Περίσταση
"Η κωμόπολη της Περιστάσεως ήταν και αυτή από τις πόλεις της μεσημβρινής παραλίας της Θράκης στην Προποντίδα .Βρισκόταν 45 χιλιόμετρα βορειανατολικά της Καλλιπόλεως.
Η Περίσταση ήταν μεγάλο εμπορικό και διακομιστικό κέντρο σιτηρών . Σιτηρά απ΄ όλη την περιοχή καθώς και από άλλες συγκεντρωνόταν στο λιμάνι της και προωθούνταν στις αγορές της Ασίας και της Ευρώπης.
Την τελευταία χρονιά πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών καθήκοντα προέδρου ( μουχτάρη) της κοινότητας εκτελούσε ο Τιμολέων .( Την πληροφορία μας έδωσε η κ. Πανδώρα Παζαρούλα κατά την επίσκεψη μας την 26η Ιανουαρίου του 1996 στη Νέα Περίσταση.)
Οι κάτοικοι της Περιστάσεως εντάχθηκαν στο σχέδιο της ανταλλαγής των Ελληνο-Τουρκικών πληθυσμών ( γύρω στα 9.000 άτομα ) αναχώρησαν για την Ελλάδα της 20η Οκτωβρίου του 1922.
Το μεγαλύτερο τμήμα των κατοίκων επιβιβάστηκε στα δύο πλοία που έστειλε η Ελληνική κυβέρνηση "Ωραία Ελλάς" και στο μικρό επιβατικό " Αθήναι" . Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες έφθασαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την 22η Οκτωβρίου. Οι υπόλοιπες οικογένειες που είχαν ζώα , αμάξια και κάρα , περίπου 300 άνδρες , αφού επιβίβασαν τα γυναικόπαιδα στα πλοία , ήλθαν στην Θεσσαλονίκη δια ξηράς.
Στη Θεσσαλονίκη οι κάτοικοι της Περίστασης παρέμειναν περίπου δύο χρόνια . Στη συνέχεια διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.
Στην Περίσταση του Δήμου Παραλίας εγκαταστάθηκαν 130 οικογένειες. Στην Περίσταση εγκαταστάθηκαν ως εξής: Οι πρώτοι κάτοικοι το καλοκαίρι του 1923, ακολούθησαν άλλοι τον Ιούλιο του 1924. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν και οι κάτοικοι από τα Λούπιδα. Την πληροφορία αυτή αντλούμε από ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Δημοσθένη Θεολόγου που συνέταξε την 15 Ιανουαρίου 1985.
Ονόμασαν το νέο χωριό Περίσταση σε ανάμνηση της πατρίδας τους.
Η Περίσταση παλιότερα ήταν Τουρκικό τσιφλίκι κάποιας χανούμισσας Χαϊριγέ.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Ο ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ.

Και τώρα χαράς ευαγγέλια. Ιδού πώς κερδίζεται ο παράδεισος. Όπως τον κέρδισε ο κολασμένος ιππότης.

Ή παράδοσης αποσιωπά το όνομα του ιππότου, του οποίου θα διηγηθώ την ιστορία λέγει μόνο ότι κινούμενος εκ του φόβου της αιωνίου καταχρίσεως Και όχι από ειλικρινή μετάνοια, ο ιππότης αυτός περιεβλήθη τρίχινο σάκο Και έλαβε τη ράβδο του προσκυνητού για να μεταβεί σε κάποιο μοναστήρι, να εξομολογηθεί τα αμαρτήματα του. Ή εξομολόγησης διήρκησε επί πολύ. Ποτέ χριστιανός δεν είχε λεηλατήσει τόσες εκκλησίες, καταστρέψει τόσα μοναστήρια, απογυμνώσει τόσους ταξιδιώτες, βλασφημήσει συχνότερα το όνομα του Χριστού Και της Μητρός αυτού' αλλά κατά την αφήγησιν των εγκλημάτων του εύρισκε ακόμη τόση ευχαρίστηση, ώστε ο ηγούμενος ο όποιος τον εξομολογεί τρόμαξε λιγότερο από το μέγεθος Και τον αριθμό των αμαρτημάτων τα όποια διέπραξε, παρά από την σατανική έπαρση ή οποία τον οδήγησε εις το να αρέσκεται σ' αυτά.

-Τέκνο μου, του είπε, είπε στον μετανοούντα όταν ούτος τελείωσε την τρομερά του εξομολόγηση' μη περιμένεις από μένα άφεση. Είσαι ακόμα στην εξουσία του σατανά Και τα αμαρτήματα δεν συγχωρούνται παρά για 'κείνους οι όποιοι δάμασαν την πονηρά των ψυχή. Ακούων αυτούς τους λόγους ο ιππότης, έμεινε άναυδος! Τόσο ή σύγχυσης, ή έκπληξης Και ή οργή τον έπνιγαν! Έπειτα ενέδωσε εις την μανία.

-Καλόγερε!, αναφώνησε τέλος, μπορείς να μου επιβάλεις τον κανόνα πού θέλεις τίποτα δεν κάμπτει το θάρρος μου θέλεις να διατρέξω γονυπετώς ένα μακρύ δρόμο ή εκείνον ο όποιος άγει μέχρι της Καμποστέλλης, όπου αναπαύεται ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος του Κυρίου; Κανείς δεν διήνυσε αυτόν τον δρόμο με τα γόνατα. Τα δικά μου θα γίνουν υστέρα άπ' αυτήν την διαδρομή σκληρότερα Και τυλωδέστερα από τα γόνατα των αραβικών χαμηλών. Και εξηκολούθει να ομιλή. Τότε ο ηγούμενος χωρίς να προφέρη λέξη εκίνησε την κεφαλή για να πει το Όχι!

Τότε επανέλαβε ο μετανοών.

-Θέλεις, επανέλαβε, θέλεις να πάω υπερποντίως για να πολεμήσω τους απίστους; Δεν ευρίσκεται... δεν ευρίσκεται άνθρωπος στον κόσμο τόσο ισχυρός Και γενναίος, όσο εγώ! Θα προκαλέσω τον ηγεμόνα Σαλαδίνον, θα τον φονεύσω υπό τα όμματα των ακολούθων του θα τρέψω εις φυγή τον στρατό του, θα απελευθερώσω τον Πανάγιο Τάφο Και θα στείλω για τη μονή σου μια άκανθα από τον στέφανο του Βασιλέως της δόξης.

Ό ηγούμενος σιωπούσε. Και πάλι με κίνησι της κεφαλής... Όχι!

-Ομιλεί! αναφώνησε ο ιππότης. Μίλα!, χτυπώντας τις πλάκες με το ραβδί του. Σου εξομολογήθηκα τις αμαρτίες μου, σου ζητώ έναν κανόνα, είσαι υποχρεωμένος να μου τον ανακοίνωσης. Απάντησε!

-Μη παραφέρεσαι, Τέκνο μου, απάντησε ο μοναχός με μειλιχιότητα.

Τότε ο ιππότης ριπτόμενος εις τους πόδας του.

-Λυπήσου με, ικέτευσε, σώσον με από την αιώνιων κόλασιν ! Φοβούμαι τις φλόγες του εξωτέρου πυρός Και την αιώνια καταδίκη! Ό ηγούμενος τον ανασήκωσε Και του είπε

-Σήμερα δεν μπορώ να κάμω τίποτα για σένα. Έλα αύριο. Θα προσευχηθώ όλη τη νύχτα Και ίσως δυνηθώ να σου ειπώ ποιόν κανόνα ή Παναγία θα μου έμπνευση να σου δώσω.

Ό ιππότης απεσύρθηκε κι ο ηγούμενος καθώς είπε παρέμεινε προσευχόμενος, κλαίγοντας όλη τη νύχτα, ζητώντας από τη Μητέρα του Θεού ποία δοκιμασία θα επιβάλει εις αυτόν τον αμαρτωλό ο όποιος μέχρι κι αυτής της επιθυμίας του να επιτυχή έλεος, εξακολουθούσε να τρέφει τόση υπερηφάνεια. Ή Θεοτόκος τότε ενεφανίσθη φέρουσα εις τάς χείρας της ένα βαρελάκι, όμοιο με 'κείνο το όποιον φέρουν οι χωρικοί όταν πηγαίνουν για να θερίσουν.

-«Λάβε το βαρελάκι αυτό Και δώσ' το εις τον υπερήφανο, Και όταν το γέμιση, αι αμαρτίαι του θα συγχωρεθούν».

Επάνω σ' αυτούς τους λόγους εξαφανίστηκε εις το φεγγοβόλημα της αυγής, αφήνουσα εις χείρας του καλού δούλου της το ξύλινο βαρελάκι. Όρθρου βαθέως, ο ιππότης, μεστός αλαζονείας Και αγωνίας ξαναπαρουσιάζεται στο μοναστήρι. Ό ηγούμενος του δίνει το βαρελάκι στα χέρια, επαναλαμβάνοντας επί λέξει ότι είπε ή Θεοτόκος· «λάβε αυτό το βαρελάκι κι όταν το γέμισης θα συγχωρεθούν τα ανομήματά σου». Ό ιππότης εκπλαγείς από τον απλούν αυτόν κανόνα, ενώ αυτός είχε προτείνει τόσους Και μάλιστα ασυνήθεις, έτρεξε εις την βρύση. Αλλά μόλις εισήρχετο από την οπή, διέρρεε από το βαρελάκι δια μυρίων σχισμών αφανών. Εικοσάκις επανέλαβε τη δοκιμή Και εικοσάκις το βαρελάκι έμεινε κενό. Τέλος, νομίζοντας ότι έπεσε θύμα μαγείας, ρίπτει καταγής το βαρελάκι Και το χτυπά με το πόδι για να το συντρίψη. Άλλα το βαρελάκι αντέχει, αν Και βλέπων τις αυτό θα το θεωρεί τόσο εύθραυστο, ώστε ένα παιδάκι θα το μετέβαλε σε συντρίμμια. Επιστρέφοντας τότε στον ηγούμενο...

-Το βαρελάκι, είπε εξοργισμένος, είναι έργο μαγείας Και εγώ δεν είμαι μάγος! Δεν ζητώ καλύτερο από το να υποφέρω, αλλά δεν δύναμαι να κάνω θαύματα. Δώσε μου λοιπόν έναν κανόνα τον όποιον θα είμαι εις θέσιν να εκτελέσω.

Με τη μεγαλύτερα Και πάλι ηπιότητα ο ηγούμενος απάντησε

-Γέμισε αυτό το βαρελάκι, τέκνο μου, Και όταν γεμίσει θα συγχωρεθούν τα πταίσματα σου. Και επί τούτοις απεμακρύνθη, αφήνων τον ιππότη του εν αγανακτήσει Και λέγοντα καθ' εαυτόν

-Σε περιπαίζουν! Άφησε αυτό το βαρελάκι, τον τρίχινο σάκο Και τη ράβδο, άναβα εις τον οίκον σου Και εξακολουθεί να ζεις όπως έζησες έως τώρα, του 'λεγε ο διάβολος. Άλλα ταυτοχρόνως έβλεπε ενώπιον του τάς αιωνίους φλόγας, πράγμα το όποιον τον ενέβαλε εις σκέψεις Και το αποτέλεσμα των σκέψεων του κατέληξε εις το να περισυλλέξει την ράβδο του, να κρέμαση το βαρελάκι από τον ώμο του Και να ξεκινήσει για να βρή το θαυματουργικό νερό το όποιον θα γέμιζε το βαρελάκι του. Έπλανήθη εις ολόκληρο την γη, διέτρεξε όλες τις θάλασσες, κατήλθε όλους τους ποταμούς, τους παγωμένους Και τους θερμούς, εκείνους οι όποιοι χάνονται εις την άμμο και εκείνους οι όποιοι εισχωρούν εις τα φυλλώματα όπου δεν τρέφουν καμιά ζωή Και εις όσους κατοικούν μυθώδεις ιχθύες, όσους κυλίουν λάσπη Και όσους χρυσά χαλίκια, εκείνους εις τους οποίους λούονται είδωλολάτραι Και τον ωραιότερο Και πολυτιμότερο όλων, εκείνον εις τον όποιον ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Έσκυψε υπεράνω των πηγών, όσες ανήκουν εις τάς Νύμφες Και όσες υπάγονται εις την προστασία των αγίων εκείνων Και αί οποίαι δίδουν συζύγους εις τάς νεανίδας Και αϊ οποίαι φέρουν θεραπεία εις τους ασθενείς.

Άλλα καμία πηγή, ούτε ρυάκι, ούτε λίμνη, ούτε ποταμός, ούτε και ωκεανός δεν άφησε σταγόνα από το νερό τους εις το βαρέλι, στο βαρελάκι. Πόσες φορές στην απελπισία του ο στυγνός οδοιπόρος δοκίμασε να ξεκάμει το «μαγεμένο» βαρελάκι, αλλά οι φλόγες δεν ήθελαν να το καύσουν, οι λίθοι ηρνούντο να το συντρίψουν, κι όταν το έρριπτε εις τα βάραθρα μια δύναμης ανίκητος τον ωθεί εις το να καταβή εκεί για να το αναζήτηση Και να το ανασύρει.

Ό,τι κι αν έκανε, δεν μπόρεσε να το καύση, να το σπάσει ή να το χάση, ούτε μάλιστα Και να το γέμιση. Λοιπόν, μετά πάροδον μακρού χρόνου, πολύ αργότερα, μιαν εσπέρα παγωμένη των Χριστουγέννων, κατά την οποίαν εις ακτίνα πολλών χιλιομέτρων δεν θα εύρισκε κανείς ούτε μια σταγόνα ύδατος ή οποία να μην ήτο αιχμάλωτος του πάγου, Και κατά την οποία όλοι οι κώδωνες του κόσμου σήμαιναν με όλη των την έντασιν δια να διασπείρουν εις τους ανθρώπους το άγγελμα της συγγνώμης, εις προσκυνητής, παγωμένος από το ψύχος Και τη δυστυχία, έστεκε ενώπιον του μοναστηρίου όπου άλλοτε είχε παρουσιαστεί μετανοών αλλά Και αλαζόνας εις βαθμό ανήκουστο, Και ο ηγούμενος δεν τον ανεγνώρισε!

-Ποιος είσαι, άνθρωπε του Θεού;

Χωρίς να απάντηση ο άνθρωπος του Θεού, έβγαλε κάτω από το μανδύα του το βαρελάκι, σκονισμένο Και άδειο.

-Πάρτο, να το, στο 'φερα, δες το, είπε τέλος, Και αναγνώρισαν το βαρελάκι το οποίο μου έδωσες άλλοτε. Το βύθισα εις όλας τάς κρήνας, Και σε όλες τις λίμνες Και σε όλους τους ποταμούς της γης Και σε όλες τις θάλασσες Και τους ωκεανούς ούτε μια σταγόνα δεν έμεινε στο βάθος του βαρελιού. Αλλοίμονο! ή αιώνιος καταδίκη μου είναι βεβαία! Ώ, πόσον λυπούμαι την ζωήν μου Και την ψυχήν μου!

Ενώ έλεγε αυτάς τάς λέξεις, για πρώτη φορά ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του Και έπεσε εις το βαρελάκι Και το βαρελάκι γέμισε!

Αυτού της μετανοίας αξίωσαν Και ημάς, Χριστέ ο Θεός. Αμήν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΕΣΧΑΤΗ ΩΡΑ ΕΣΤΙ

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Οσίου Εφραίμ του Σύρου . Λόγος εις την παρουσία του Κυρίου συντέλεια.



ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.


Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Έγινε γνωστός πριν ακόμα αγιοποιηθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία με το βιογραφικό έργο "Ο γέροντας Σιλουανός του Άθω", που το συνέγραψε με ωραίο τρόπο ο Ηγούμενος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, που έζησε κοντά στον Άγιο για πολύ καιρό στον Άθωνα. Σύμφωνα λοιπόν με τον Σωφρόνιο, ο Άγιος Σιλουανός ασκήθηκε στο Άγιον Όρος για 46 ολόκληρα χρόνια και συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα.

Γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Σόβοκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της Ρωσίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ. Στη Ρωσία έκανε το επάγγελμα του ξυλουργού. Στο Άγιο Όρος ήλθε το 1892 και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και την προσευχή. Το 1911 έγινε μεγαλόσχημος και στολίστηκε με πολλές άγιες αρετές και γέμισε όλος από θείο φως. Το 1905 βγήκε για λίγο από το Άγιον Όρος και επισκέφθηκε τα μοναστήρια της πατρίδας του. Απεβίωσε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1938 και η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσφατα τον αγιοποίησε.

Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Κανόνα πίστεως.

Χριστόν διδάσκαλον εν οδώ ταπεινώσεως προσευξάμενος έλαβες, μαρτυρούντος του Πνεύματος, εν ση καρδία την λύτρωσιν, δια τούτο ασκήσεως ανεδείχθης συ οδηγός, ως φωτός θείου έμπλεως. Όσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.