Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ.



ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το κλειδί γυρίζει στην κλειδαριά. Το ίδιο κλειδί. 20 χρόνια. Η πόρτα τρίζει. Το ίδιο τρίξιμο.

Μπαίνω μέσα.

Μυρίζει κλεισούρα. Σκόνη. Και κάτι άλλο. Απουσία.

«Μάνα;» φωνάζω από συνήθεια. «Πατέρα;»

Σιωπή.

Το σπίτι είναι άδειο.

Τρία χρόνια τώρα. Η μάνα έφυγε πρώτη, ο πατέρας έξι μήνες μετά. «Δεν άντεξε μόνος του», είπαν. Εγώ ήμουν στην Αθήνα. Στη δουλειά. «Θα έρθω το Σάββατο», έλεγα. Το Σάββατο δεν ήρθε ποτέ.

Το τραπέζι στρωμένο με το ίδιο πλαστικό. Η καρέκλα του πατέρα στην άκρη. Άδεια. Πάνω στο ψυγείο, το χαρτάκι με το μαγνητάκι: «Μην ξεχάσεις το γάλα. Η μάνα». Από πότε; Από το ’95.

Ανοίγω το ψυγείο. Άδειο. Μόνο ένα λεμόνι ξεραμένο. Το είχε βάλει η μάνα. «Για το ψάρι την Κυριακή». Δεν πρόλαβε.

Η πολυθρόνα του πατέρα. Η φθαρμένη στην άκρη, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι. Η τηλεόραση κλειστή. Πάνω της, η φωτογραφία του γάμου τους. 1953. Νέοι. Γελάνε. Δεν ξέρουν ότι σε 40 χρόνια θα λείπουν και οι δύο.
Ανάβω τσιγάρο. Η μάνα θα φώναζε: «Μέσα στο σπίτι;» Τώρα δεν φωνάζει κανείς.

Το κρεβάτι στρωμένο. Η μάνα το έστρωνε πάντα. «Να είναι έτοιμο». Για ποιον; Για κανέναν πια.

Στο κομοδίνο, τα χάπια του πατέρα. Η πίεση. Ληγμένα από το ’99. Δίπλα, το κομπολόι του. Το μετρούσε τα βράδια που δεν κοιμόταν.

Ανοίγω την ντουλάπα. Μυρίζει ναφθαλίνη. Και μάνα. Το φόρεμα της το καλό. Το μαύρο. Το φορούσε στις κηδείες. Τώρα κρέμεται μόνο του.

Οι γλάστρες ξεραμένες. Ο βασιλικός. Η γαρδένια. Η μάνα τα πότιζε κάθε απόγευμα. «Μίλα τους», έλεγε. «Ακούνε». Τώρα δεν μιλάει κανείς. Δεν ακούει κανείς.

Κάθομαι στην καρέκλα της. Κοιτάω τον δρόμο. Από εδώ με περίμενε. «Άργησες», έλεγε. «Κρύωσε το φαγητό».

Σήμερα δεν με περιμένει. Το φαγητό δεν υπάρχει.

Προσπαθώ να κοιμηθώ στο δωμάτιο μου. Το παιδικό,τα βιβλία μου. Όλα ίδια.

Αλλά στο διπλανό δωμάτιο δεν ακούγεται ο βήχας του πατέρα. Δεν ακούγεται η μάνα που λέει «σβήσε το φως, ξημέρωσε».

Οι γονείς δεν με περιμένουν στο σπίτι.
Γιατί το σπίτι χωρίς γονείς δεν είναι σπίτι.
Είναι τέσσερις τοίχοι.
Είναι μνήμη.
Είναι ενοχή.

«Θα έρθω το Σάββατο», έλεγα.
Το Σάββατο ήρθε.
Εγώ άργησα.
Αυτοί έφυγαν.

Στο τραπέζι αφήνω ένα σημείωμα. Όπως άφηνε η μάνα.

«Μάνα. Πατέρα. Ήρθα. Συγγνώμη που άργησα.
Το γάλα το ξέχασα πάλι.
Να προσέχετε.»

Κλείνω την πόρτα. Το κλειδί στην τσέπη.
Δεν θα ξαναγυρίσω.

Γιατί οι γονείς δεν με περιμένουν στο σπίτι πια.
Με περιμένουν αλλού.
Κι εγώ δεν είμαι έτοιμος ακόμα.

«Το πιο βαρύ σπίτι είναι το άδειο.
Και η πιο βαριά σιωπή είναι αυτή που ακολουθεί το "μάνα".»

Ομφαλός της γης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: