Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ. ΕΝΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤhΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΙΝ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.







ΚΑΘΟΜΟΥΝ σε ένα παγκάκι στο πλάι της αυλής δίπλα στην είσοδο της εκκλησίας, όταν είδα τον πατέρα Μάξιμο να έρχεται προς το μέρος μου με το συνηθισμένο χαμόγελο στο πρόσωπο του. Ο πατήρ Μάξιμος είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κύπρο, ένας πρόσθετος παράγοντας που διευκόλυνε την  επικοινωνία μας. Μου είπε ότι κάτι τον είχε προσελκύσει στην Εκκλησία από πολύ νωρίς στη ζωή του και πως αυτό τον έκανε να σπουδάσει θεολογία στην Ελλάδα. Γρήγορα ανακάλυψε ότι η θεολογία δεν ήταν αρκετή. Το Άγιον Όρος ήταν το κατάλληλο μέρος για να επιδοθεί σε μια αδιάλειπτη πνευματική πρακτική, το μέρος όπου, με τη βοήθεια των γερόντων, θα μπορούσε να  αγωνιστεί και να εργαστεί για τη σωτηρία των άλλων.


«Πάτερ Μάξιμε, ξέρεις ένα γέροντα που λέγεται Παίσιος τον ρώτησα όταν κάθισε δίπλα μου.
Χαμογέλασε και έμεινε σιωπηλός για μερικές στιγμές. «Λοιπόν;» επέμεινα.
«Ο πατήρ Παΐσιος είναι ένας από τους γέροντές μου. Δουλεύω μαζί του».


Ήταν μια από εκείνες τις συμπτώσεις που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν υπάρχουν πραγματικά συμπτώσεις ή αν τα γεγονότα αυτού του είδους οφείλονται σε κάποιο άφατο αίτιο κρυμμένο από τη συνηθισμένη συνειδητότητα. Από την άποψη των πνευματικών διδασκαλιών, φυσικά, τίποτα δεν είναι συμπτωματικό. Όπως είχε πει σε μια συνέντευξη ο Ρόμπιν Άμις, ένας μελετητής της ορθόδοξης παράδοσης, «Το Άγιον Όρος είναι ένα  κατάλοιπο του Βυζαντίου, μέρος ενός παλιότερου πολιτισμού όπου πιστεύουν στα θαύματα. Εκεί όντως συμβαίνουν αδιόρατα, σχεδόν αόρατα θαύματα, σειρές συμπτώσεων που κανείς
στατιστικολόγος δεν θα πίστευε. Μερικές φορές αυτές          
σειρές των συμπτώσεων σε ακολουθούν έξω στον κόσμο και σου αλλάζουν τη ζωή».
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι θα ήταν αδύνατον να γνωρίσω  τον πατέρα Παΐσιο, «το Λιοντάρι του Αγίου Όρους»,
        επειδή δεν είναι εύκολο να τον δει κανείς, αφού αποφεύγει τη δημοσιότητα παρόλο που έχει γίνει ένας θρύλος σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο.
Είναι  δυνατόν να τον δω;» ήταν η πρώτη μου ερώτηση.


       Ναι, γιατί όχι; Μπορούμε να τον επισκεφθούμε μετά την Κυριακή του Πάσχα, όταν θα έχουν φύγει οι περισσότεροι επισκέπτες. Αλλά χρειάζεται πεζοπορία τεσσάρων ωρών».
Δεν με πειράζει».
«Θα κοινωνήσεις αύριο;» με ρώτησε με νόημα ο πατήρ Μάξιμος.
«Μμμ», μουρμούρισα. «Φαντάζομαι ότι όλοι κοινωνούν. Να έρθεις στο Αγιον Όρος χωρίς να κοινωνήσεις δεν θα ήταν ένα
ολοκληρωμένο προσκύνημα, έτσι δεν είναι;» Παραδέχτηκα ότι
σπάνια κοινωνούσα. Δεν μπορούσα σχεδόν να θυμηθώ την τελευταία φορά που είχα κοινωνήσει - κατά πάσα πιθανότητα στο  γάμο μου, πριν από δεκαεννιά χρόνια, όταν δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
«Ωραία», είπε ο πατήρ Μάξιμος. «Πότε θα έρθεις για την Εξομολόγηση;»
«εξομολόγηση;» ρώτησα αιφνιδιασμένος, και τα μάτια μου άνοιξαν  διάπλατα.


 Μα δεν μπορείς να κοινωνήσεις χωρίς να εξομολογηθείς μου είπε απλά ο πατήρ Μάξιμος.
«Πάτερ», του είπα με έναν ικετευτικό τόνο, «είναι απαραίτητο| την τελευταία φορά που εξομολογήθηκα ήμουν δώδεκα ετών.



Τότε είναι καιρός να εξομολογηθείς ξανά, δεν νομίζεις;»
«Ω πάτερ!» μουρμούρισα, και κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να δώσω ξεκάθαρη απάντηση. Ο κοσμικός σκεπτικιστής μέσα μου αντιδρούσε. Είχα την εκπαίδευση του σύγχρονου κοινωνικού επιστήμονα, και ως τέτοιος θεωρούσα πως όταν κάποιος θέλει να «εξομολογηθεί» πηγαίνει σε έναν ψυχίατρο η σε έναν κλινικό θεραπευτή, έναντι αδρής αμοιβής. Οι θρησκευτικές εξομολογήσεις ήταν για τους συνηθισμένους «θρησκόληπτους» ανθρώπους, όχι για καθηγητές πανεπιστημίου.
«Την ώρα της λειτουργίας απόψε θα εξομολογώ στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην εκκλησία. Γιατί δεν έρχεσαι;»
«Θα δω», είπα. Παραδέχτηκα ότι δεν θα ήξερα τι να πω και να κάνω κάτω από τέτοιες συνθήκες.
«Δεν έχεις τίποτα απολύτως να φοβάσαι», με καθησύχασε ο πατήρ Μάξιμος.
Η λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής με τον Επιτάφιο Θρήνο για την ταφή του Ιησού άρχιζε στις εφτά και θα διαρκούσε μέχρι τις έντεκα. Είχα απορροφηθεί μαζί με τους μοναχούς και τους άλλους επισκέπτες από την ομορφιά της ακολουθίας, το άρωμα του λιβανιού, τους μαγευτικούς ψαλμούς και την υποβλητική ατμόσφαιρα, καθώς η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα φυσικά κεριά που κρατούσαμε όλοι.



Προσποιούμουν ότι είχα ξεχάσει τη συζήτηση που είχα  κάνει με τον πατέρα Μάξιμο, όταν αισθάνθηκα κάποιον νε με τραβά μαλακά από τον αγκώνα.
«Έλα», είπε ο πατήρ Μάξιμος σιγά, «πάμε. Είναι η σειρά σου».
Δεν έφερα αντίρρηση. Τι να γίνει, είναι δύσκολο να πεις όχι στον Χριστό, σκέφτηκα μισοσοβαρά μισοαστεία. Από ακαδημαϊκή άποψη, δικαιολόγησα το γεγονός ότι τον ακολούθησα ως «συμμετοχική παρατήρηση». Σε τελική ανάλυση, σκέφτηκα οι ανθρωπολόγοι συμμετέχουν σε κάθε είδους εξωτικές  δραστηριότητες στις επιτόπιες έρευνές τους, από τις «τελετές  εφίδρωσης» των Ινδιάνων της Αμερικής μέχρι τα ιερά μανιτάρια που τρώνε στον Αμαζόνιο υπό την επίβλεψη των τοπικών σαμάν. Το μοναδικό εμπόδιο στην εξομολόγηση ήταν η περηφάνια  μου, η οποία, μέσα στο πλαίσιο της ορθόδοξης πνευματικότητας, ήταν η μεγαλύτερη αμαρτία.


Περάσαμε μέσα από τον κόσμο καθώς οι ψάλτες άρχισαν οι ψέλνουν έναν γνωστό ύμνο που συνήθως ακούγεται μόνο την  Μεγάλη Παρασκευή.
«"Οτε κατήλθες προς τον θάνατον, ή ζωή ή άθάνατος, τότε τον Αδη ένέκρωσας, τη αστραπή της θεότητος• οτε δε και τούς τεθνεώτας εκ των καταχθονίων άνέστησας, πάσαι αι Δυνάμεις των  έπουρανίων έκραύγαζον• Ζωοδότα Χριστέ, ό Θεός ήμών, Δόξα Σοι».
«Πώς αρχίζουμε;» ρώτησα τον πατέρα Μάξιμο που καθόταν μπροστά μου μέσα στο αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο κάτω από τη σκιά αρκετών εικόνων. Το χαμόγελό του ήταν καθησυχαστικό, γεμάτο κατανόηση.
«Πες ότι θέλεις για τον εαυτό σου».
Απέμεινα να τον κοιτάζω χωρίς να ξέρω πώς να αρχίσω. Πώς  εξομολογείται κανείς; Σκέφτηκα για μερικές στιγμές και μετά άρχισα. Μετά από έναν παρατεταμένο μονόλογο, στη διάρκεια του όποιου αποκάλυψα λεπτομέρειες της ζωής μου που μέχρι τώρα παρέμειναν κρυμμένες στα βάθη του νου μου, σταμάτησα και περίμενα την ετυμηγορία του πατρός Μαξίμου. 


Αυτός, ως καλός θεραπευτής, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Είχα περιγράψει μεταξύ άλλων, πλευρές και επεισόδια της ζωής μου για τα οποία ντρεπόμουν, και άλλα που με έκαναν να νιώθω περηφάνια, Και τα δύο αυτά ήταν μορφές «αμαρτίας». Περίμενα ότι ο καλός πατήρ Μάξιμος θα δήλωνε πως δεν δικαιούμαι να κοινωνήσω, αλλά εκείνος δεν εξέφερε καμία κρίση για όσα του είπα.


Αντί γι' αυτό, άρχισε μια φιλοσοφική συζήτηση για τη φύση του «Άκτιστου Φωτός» το οποίο μπορεί να βιώσει κανείς με τη σωστή πνευματική άσκηση. Κατόπιν μου αποκάλυψε ότι, ως εξομολόγος άλλων μοναχών, μάθαινε για τις πλούσιες πνευματικές εμπειρίες που βίωναν κατά την προσευχή και την πνευματική άσκησή τους. Επιπλέον, μου περιέγραψε πώς και ο ίδιος, ενώ έκανε μια ολονύχτια αγρυπνία με τον πατέρα Παΐσιο, βίωσε εμπειρίες πέρα από κάθε περιγραφή. «Αυτές οι εμπειρίες δεν περιγράφονται», είπε. «Όταν όμως βιώσεις την πραγματικότητα του Χριστού μέσα σου, τότε όλα τα άλλα ωχριούν μπροστά της». Ο πατήρ Μάξιμος συνέχισε λέγονται, ότι μετά από μια τέτοια εμπειρία αποκτάς πλήρη επίγνωση της ολοκληρωτικής δυστυχίας που έχει η τωρινή μας ύπαρξη. Αυτό, είπε, κάνει πολλούς μοναχούς να χύνουν πικρά δάκρυα καώ τις αγρυπνίες και τις προσευχές τους. 


Συνειδητοποιούν την αχανή απόσταση που τους χωρίζει από τον Θεό. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν χύνουν δάκρυα, επειδή δεν αντιλαμβάνονται τη φύση της δυστυχισμένης ύπαρξής τους, έτσι όπως είναι αποκομμένοι από τη Θεϊκή πηγή τους.


Αργότερα συνειδητοποίησα ότι το νόημα της «αμαρτίας•• στη μυστική ορθόδοξη παράδοση είναι πολύ διαφορετικό από τη θρησκόληπτη αντίληψη της παραβίασης κάποιου συγκεκριμένου ταμπού ή κοινωνικής νόρμας. Έμαθα ότι «αμαρτία» σημαίνει στην πραγματικότητα «αστοχία», δηλαδή να έχεις ξεφύγει από τον γνήσιο δρόμο της επανένωσης με τον Θεό.• Επομένως, όταν ο μοναχός προσεύχεται ακατάπαυστα επαναλαμβάνοντας την προσευχή του Ιησού -«Κύριε ’Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό»- στην πραγματικοί η  σημαίνει «ελέησε εμένα που είμαι αποκομμένος και αποξενωμένος από Σένα, από την αληθινή μου φύση». Γι’ αυτό πιστεύεται ότι με τη μετάνοια μέσα από το μυστήριο της εξομολόγησης ο άνθρωπος βαθμιαία ξεπερνά αυτό που τον κρατά σε  άγνοια, δηλαδή σε «αμαρτία» απέναντι στη Θεϊκή πηγή.  Να πώς το θέτει ο επίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ:




ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ να δούμε το πρόσωπο του Θεού να αντικατοπτρίζεται μέσα μας, ο καθρέφτης πρέπει να καθαριστεί. Χωρίς την μετάνοια δεν μπορεί να υπάρξει αυτογνωσία ούτε ανακάλυψη του εσωτερικού βασιλείου. Όταν μου λένε «Επίστρεψε στον εαυτό σου: γνώριζε τον εαυτό σου», είναι απαραίτητο να ρωτήσω: Ποιον «εαυτό» πρέπει να ανακαλύψω; Ποιος είναι ο αληθινός μου εαυτός; Η ψυχανάλυση μας αποκαλύπτει έναν τύπο «εαυτού», πολύ συχνά όμως μας κατευθύνει όχι στην κλίμακα που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών», αλλά στην  κλίμακα που κατεβαίνει σε ένα υγρό και γεμάτο φίδια υπόγειο. 

  Γνώριζε τον εαυτό σου» σημαίνει «γνώριζε τον εαυτό σου ως οντότητα που έχει την πηγή της στον Θεό, που έχει τις ρίζες της στον Θεό. Γνώριζε τον εαυτό σου εντός του Θεού». Από την άποψη της ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν θα ανακαλύψουμε τον «κατ’ εικόνα» αληθινό μας εαυτό, παρά μόνο μέσα από το θάνατο του πλαστού και έκπτωτου εαυτού. «Εκείνος που χάνει τη ζωή του για χάρη μου, θα τη βρει» (κατά Ματθαίο 16:25). Μόνο εκείνος που βλέπει τον πλαστό εαυτό του γι’ αυτό που είναι και τον απορρίπτει θα μπορεί να διακρίνει τον αληθινό εαυτό του, τον εαυτό του, που βλέπει ο Θεός. Τονίζοντας αυτή τη διάκριση ανάμεσα στον πλαστό και τον αληθινό εαυτό, ο άγιος Βαρσανούφιος λέει «Ξέχνα τον εαυτό σου και γνώρισε τον εαυτό σου».


«Έλα », είπε ο πατήρ Μάξιμος. «Σκύψε για λίγο». Έβαλε το πετραχήλι του πάνω από το κεφάλι μου και διάβασε από ένα βιβλίο με προσευχές. Μετά έκανε το σημείο του σταυρού πάνω
από το κεφάλι μου και μια επίκληση για την άφεση των αμαρτιών μου.
«Αύριο έλα για Μετάληψη», μου είπε καθώς έβγαινα από  εξομολογητήριο.
Πρέπει να μιλούσα σχεδόν μία ώρα με τον πατέρα Μάξιμο όταν μπήκα πάλι στην εκκλησία, οι μοναχοί έψελναν τον Επιτάφιο Θρήνο, τους ψαλμούς που επί εκατοντάδες χρόνια τιμούν το πνευματικό πάθος των ορθόδοξων, πιστών και μη.
«ΑΠΟΡΕΙ και φύσις νοερά και πληθύς ή ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον της άφράστου και αρρήτου σου ταφής».
«Ώ θαυμάτων ξένων! Ώ πραγμάτων καινών! Ό πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται κηδευόμενος χερσί τού Ιωσήφ».

Η ακολουθία τελείωσε γύρω στα μεσάνυχτα και γυρίσαμε στα δωμάτιά μας για να κοιμηθούμε λίγο. Την επόμενη μέρα η λειτουργία, όπως μας είπαν, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τι σήμαινε αυτό. Όταν άρχισε η ακολουθία του Πάσχα στις οχτώ το βράδυ, υπέθεσα ότι τελετή της Ανάστασης θα τελείωνε μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο πατήρ Ανδρέας χαμογελούσε πλατιά όταν μας προειδοποίησε ότι η λειτουργία θα διαρκούσε πολύ περισσότερο. Στην πραγματικότητα, η λειτουργία ήταν μια ολονυχτία που κράτησε μέχρι τις εφτά το πρωί. Έντεκα ολόκληρες ώρες. 

Για κάποιον ανεξήγητο  λόγο δεν αισθάνθηκα καμία κούραση, και κυρίως δεν κοιμήθηκα. «Σκέψου μόνο», είπα στον Αντώνη, «τι θα γινόταν αν ακούγαμε διαλέξεις επί έντεκα ώρες».
Είχα αντιληφθεί ότι οι πνευματικές ψαλμωδίες έχουν κάποια επίδραση στο σώμα. Οι μοναχοί θεωρούν ότι κατά την ψαλμωδία τούς κυριεύει η πανάγαθη δύναμη του Αγίου Πνεύματος η οποία τους δίνει χάρη, δύναμη και προστασία.

Οι εμπειρίες των πνευματικών οραμάτων, όπως η εμφάνιση αγίων που επισκέπτονται μοναχούς για να τους δώσουν
κουράγιο και συμβουλές, είναι συνηθισμένες ανάμεσα στους       
σοβαρούς αναζητητές όπως ο πατήρ Μάξιμος. Μην ξεχνάς, μου είχε επισημάνει ο Αντώνης, «ότι η λειτουργία δημιουργεί συνεχώς αγαθές αγγελικές ενέργειες που επηρεάζουν όσους συμμετέχουν σε αυτή. Δεν νιώθεις τις εκπληκτικές δονήσεις μέσα στην εκκλησία;»


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΛΕΟΝΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: