ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ[:Γαλ. 5,22-26 και 6,1-2]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ὁ
δὲ καρπὸς τοῦ
Πνεύματός ἐστιν
ἀγάπη, χαρά,
εἰρήνη (: Ο
καρπός, όμως, που παράγει το Άγιο Πνεύμα με τον φωτισμό και τη χάρη που χορηγεί
στις ψυχές μας, είναι η αγάπη, η χαρά που προέρχεται από την αγαθή συνείδηση, η ειρήνη που είναι αχώριστη
απ’ αυτήν)»[Γαλ.5,22].
Δεν είπε «το έργο του Πνεύματος»,
αλλά «ο καρπός». Μήπως, λοιπόν, η
ψυχή είναι περιττή; Αν πράγματι ο λόγος αφορά τη σάρκα [βλ.
Γαλ. 5,19-21] και το Πνεύμα[Γαλ.5,22-26], τότε
πού βρίσκεται η ψυχή; Άραγε ομιλεί για άψυχα πράγματα; Διότι, όταν τα μεν κακά αποδίδονται
στην σάρκα, τα δε καλά και ωφέλιμα στο Άγιο Πνεύμα, τότε είναι περιττή η ψυχή (:δεν
έχει κανένα ρόλο η ανθρώπινη ψυχή και η ελεύθερη βούληση). Καθόλου
δεν ισχύει αυτό· και μάλιστα η εγκράτεια
στα πάθη σε αυτήν εναπόκειται και αυτήν αφορά· και όταν η ψυχή βρίσκεται ανάμεσα
στην κακία και στην αρετή, αν μεν χρησιμοποιήσει όπως πρέπει το σώμα, καθιστά
αυτό πνευματικό· αν, όμως, απομακρυνθεί από το Άγιο Πνεύμα και παραδοθεί στις
αμαρτωλές επιθυμίες, αυτή η επιλογή της την καθιστά πιο γήινη και σαρκική (:
περισσότερο υλόφρονη, προσκολημμένη στα πάθη και στα επίγεια υλικά πράγματα).
Βλέπεις
από παντού ότι εδώ ο λόγος δεν γίνεται
για την ίδια την ουσία και τη φύση της σάρκας, αλλά για την κακή ή την αγαθή προαίρεση; Και γιατί ονομάζει «καρπό του
Πνεύματος» τα καλά έργα; Διότι τα μεν κακά έργα γίνονται από εμάς μόνο·
για τον λόγο αυτόν και τα ονομάζει «έργα»·
τα καλά, όμως, χρειάζονται όχι μόνο τη
δική μας επιμέλεια, αλλά και τη φιλανθρωπία του Θεού.
Στη
συνέχεια, επειδή πρόκειται να απαριθμήσει αυτά τα αγαθά, θέτει πρώτα την ρίζα
τους, λέγοντας: «Ἀγάπη, χαρά,
εἰρήνη,
μακροθυμία, χρηστότης,
ἀγαθωσύνη, πίστις,
πρᾳότης, ἐγκράτεια·
κατὰ
τῶν τοιούτων οὐκ
ἔστι νόμος (:η αγάπη, η χαρά που προέρχεται από την αγαθή συνείδηση, η ειρήνη που είναι αχώριστη
απ’ αυτήν, η ανοχή και η πλατιά καρδιά στις αδικίες που μας κάνουν οι άλλοι, η
αγαθή διάθεση και καλοσύνη, η ευεργετική διάθεση και συμπεριφορά, η πίστη και η
αξιοπιστία στα λόγια και τις υποσχέσεις μας, η πραότητα, η εγκράτεια σε
οτιδήποτε πονηρό· Απέναντι
στους ανθρώπους αυτούς που έχουν τις αρετές αυτές δεν ισχύει ο νόμος)»[Γαλ.5,23].
Πράγματι, ποιος θα μπορούσε να επιβάλει νόμο
σε εκείνον που έχει μέσα του όλα αυτά και διδάσκεται από μόνος του την αγάπη
της αρετής; Διότι όπως ακριβώς τα καλά εκπαιδευμένα και πειθήνια άλογα, που
ενεργούν τα πάντα σωστά από μόνα τους, δεν έχουν ανάγκη από μαστίγιο, έτσι και η ψυχή η οποία κατορθώνει την
αρετή με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει ανάγκη από τον νόμο που
νουθετεί. Με πολύ δε θαυμαστό τρόπο και εδώ παραμέρισε τον νόμο, όχι επειδή
είναι κακός, αλλά επειδή είναι κατώτερος από την πνευματική ζωή και σοφία που
χαρίζει το Άγιο Πνεύμα.
«Οἱ δὲ
τοῦ Χριστοῦ
τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν
σὺν
τοῖς παθήμασι καὶ
ταῖς ἐπιθυμίαις(:Και όσοι ανήκουν πραγματικά στον Χριστό
έχουν νεκρώσει τον σαρκικό άνθρωπο μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του)»[Γαλ.5,24]. Για να μη λέγουν
λοιπόν: «Και ποιος είναι ένας τέτοιος
άνθρωπος;», δείχνει αυτούς οι οποίοι
κατορθώνουν αυτά στην πράξη, ονομάζοντας
πάλι εδώ «σάρκα» τις πονηρές πράξεις. Επειδή δεν κατέστρεψαν, βεβαίως, την
σάρκα (:δεν
θανάτωσαν το σώμα τους)· διότι πώς θα ζούσαν τότε, αφού το σταυρωμένο
είναι νεκρό και ανενεργό; Αλλ' εννοεί την ακριβή φιλοσοφία(:
την τέλεια αποκοπή από τα πάθη, την τέλεια και ακριβή άσκηση της αρετής). Διότι και
οι επιθυμίες, ακόμη και αν ενοχλούν και ταράζουν τον άνθρωπο, μάταια μαίνονται
και εξεγείρονται (:δεν κυριαρχούν πλέον στον άνθρωπο).
Επειδή, λοιπόν, είναι τόσο μεγάλη η ισχύς
του Πνεύματος, με Εκείνο ας ζούμε, σε Εκείνο ας αρκούμαστε· πράγμα το οποίο και
ο ίδιος προσθέτει, λέγοντας: «Εἰ
ζῶμεν Πνεύματι,
πνεύματι καὶ
στοιχῶμεν (:Εάν
ζούμε σύμφωνα με τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, ας συμπεριφερόμαστε και
σύμφωνα με τις προσταγές του Αγίου Πνεύματος και όχι κινούμενοι από ελατήρια
ιδιοτέλειας και ματαιοδοξίας)»[Γαλ.5,25],
ζώντας σύμφωνα προς τους νόμους Εκείνου (: δηλαδή του Αγίου
Πνεύματος). Διότι αυτό εννοεί με το «να
βαδίζουμε», δηλαδή «ας αρκεστούμε
στην δύναμη του Αγίου Πνεύματος και ας μην επιζητούμε την πρόσθετη βοήθεια του
μωσαϊκού νόμου».
Έπειτα, δείχνοντας ότι εκείνοι οι οποίοι
επανεισήγαγαν την περιτομή, το έκαναν αυτό από φιλοδοξία και κενοδοξία, λέγει: «Μὴ
γινώμεθα κενόδοξοι (:Ας μη γινόμαστε ματαιόδοξοι)»[Γαλ. 5,26], πράγμα το
οποίο είναι αίτιο όλων των κακών, «ἀλλήλους
προκαλούμενοι(:προκαλώντας
ο ένας τον άλλο)» σε
φιλονικίες και έριδες, «ἀλλήλοις
φθονοῦντες(:και
φθονώντας ο ένας τον άλλο)». Διότι από την κενοδοξία γεννιέται ο φθόνος και
από τον φθόνο προέρχονται τα αναρίθμητα κακά.
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤ΄
«Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι (: Αδελφοί, κι αν από αδυναμία πέσει ένας άνθρωπος σε κάποιο αμάρτημα)»[Γαλ.6,1]. Διότι επειδή, με το
πρόσχημα της επίπληξης, ικανοποιούσαν εκδικητικά
τα δικά τους πάθη, ενώ έλεγαν ότι το έκαναν για χάρη της διόρθωσης των
αμαρτημάτων των άλλων, στην πραγματικότητα ήθελαν να ικανοποιήσουν την δική
τους φιλαρχία, λέγει: «Αδελφοί, εάν παρασυρθεί
κάποιος». Δεν είπε «εάν το πράξει»,
αλλά «εάν παρασυρθεί», δηλαδή εάν αιφνιδιαστεί και παγιδευτεί απότομα
από τον εχθρό.
«ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος (:εσείς που είστε πνευματικά
ισχυροί, να τον διορθώνετε και να τον παιδαγωγείτε με πνεύμα πραότητος)». Δεν είπε «τιμωρείτε», ούτε «καταδικάζετε»,
αλλά «διορθώνετε». Και ούτε εδώ στάθηκε,
αλλά δείχνοντας ότι πρέπει να είναι πολύ
επιεικείς απέναντι σε εκείνους, οι οποίοι παρασύρονται και ηττώνται
πνευματικά από την αμαρτία, πρόσθεσε: «με
πνεύμα πραότητος». Δεν είπε «με
πραότητα», αλλά «με πνεύμα
πραότητος», για να φανερώσει ότι και
στο Άγιο Πνεύμα αυτά είναι αρεστά και ότι το να διορθώνει κανείς με επιείκεια
είναι έργο χαρίσματος πνευματικού.
Έπειτα, για να μην υπερηφανευτεί εκείνος ο οποίος διορθώνει τον άλλον,
έθεσε και αυτόν κάτω από τον ίδιο φόβο,
λέγοντας: «σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς (:εσύ μάλιστα που διορθώνεις τον άλλον, πρόσεχε τον εαυτό σου μην πέσεις
κι εσύ σε πειρασμό˙ και θα συμβεί αυτό είτε με το να παρασυρθείς στο ίδιο
αμάρτημα, είτε με το να κυριευθείς από ανυπομονησία ή ματαιοδοξία και φιλαρχία,
και γενικότερα από εγωισμό)»[Γαλ.6,1].
Διότι, όπως οι πλούσιοι προσφέρουν βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη, ώστε, εάν
κάποτε περιπέσουν και αυτοί σε φτώχεια, να βρουν την ίδια βοήθεια από τους
άλλους, έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς.
Για τον λόγο αυτόν και προβάλλει μια αναγκαία αιτία λέγοντας: «σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς (:και να προσέχεις τον εαυτό σου
μήπως πέσεις κι εσύ σε πειρασμό)». Και
δικαιολογεί εκείνον που έχει αμαρτήσει, λέγοντας πρώτα μεν «ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι (:κι
εάν από αδυναμία πέσει ένας άνθρωπος σε κάποιο αμάρτημα)», δεύτερον χρησιμοποιώντας ένα όρο που δηλώνει μεγάλη ανθρώπινη αδυναμία, και, τέλος,
λέγοντας «μήπως πέσεις και συ σε
πειρασμό», αποδίδοντας την πτώση
περισσότερο στην δαιμονική επήρεια, παρά στη ραθυμία της ψυχής.
«Ἀλλήλων
τὰ βάρη βαστάζετε (:Για
να προστατεύεστε, λοιπόν, από τον κίνδυνο να πέσετε κι εσείς, να υπομένετε ο
ένας τις ενοχλήσεις του άλλου, που οφείλονται στα ελαττώματα και τις ελλείψεις τους)»[Γαλ.6,2]. Επειδή, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν κανείς,
αφού είναι άνθρωπος, να μην έχει ελαττώματα, προτρέπει να μην γίνονται αυστηροί
κριτές των σφαλμάτων των άλλων, αλλά και να υπομένουν τα ελαττώματα των
συνανθρώπων τους, ώστε και τα δικά
τους ελαττώματα να γίνονται ανεκτά από τους άλλους. Διότι, όπως ακριβώς σε
μια οικοδομή δεν έχουν όλοι οι λίθοι την ίδια θέση, αλλά ο ένας είναι
κατάλληλος για να τοποθετηθεί στην γωνία, όχι όμως και στο θεμέλιο, ενώ ο άλλος
είναι κατάλληλος για το θεμέλιο, ακατάλληλος, όμως, για γωνία· έτσι συμβαίνει
λοιπόν και στο σώμα της Εκκλησίας. Και στο δικό μας σώμα το ίδιο μπορεί να δει κανείς· όμως το ένα μέλος ανέχεται το
άλλο, και δεν ζητούμε από όλα το καθετί. Γιατί η αμοιβαία
συνεισφορά και αλληλοβοήθεια είναι αυτή που συγκροτεί τόσο το σώμα, όσο και την
οικοδομή.
«καὶ
οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ (:
και έτσι, με την υπομονετική, αυτή, ανοχή, εκπληρώστε τελείως τον νόμο του
Χριστού, δηλαδή την εντολή της αγάπης)»[Γαλ.6,2]. Δεν είπε «εκπληρώστε», αλλά «αναπληρώστε τον νόμο του Χριστού», δηλαδή «από
κοινού όλοι να τον εκπληρώσετε, βοηθώντας και υποβαστάζοντας ο ένας τον
άλλον»· όπως, λόγου χάριν, κάποιος είναι οξύθυμος κι εσύ είσαι νωθρός· υπόμενε την σφοδρή ορμητικότητά του, για να
υπομείνει και αυτός την δική σου νωθρότητα· και έτσι ούτε εκείνος θα αμαρτήσει
επειδή εσύ τον υποβαστάζεις, ούτε εσύ θα αποτύχεις στα σημεία όπου υστερείς,
εφόσον σε ανέχεται ο αδελφός σου.
Έτσι, λοιπόν, δίνοντας ο ένας στον άλλο χέρι
βοήθειας σε εκείνα τα σημεία, στα οποία κινδυνεύετε να καταπέσετε, ο ένας δια
του άλλου, από κοινού εκπληρώστε τον νόμο, αναπληρώνοντας
ο καθένας εκείνο το οποίο ελλείπει από τον πλησίον με την δική του υπομονή.
Εάν, όμως, δεν ενεργείτε έτσι, αλλά ο καθένας είναι έτοιμος να επιτίθεται στα
σφάλματα του πλησίον του, ουδέποτε θα κατορθώσετε τίποτε από όσα πρέπει να
κάνετε. Διότι όπως ακριβώς στο σώμα, εάν
απαιτούσε κανείς από όλα τα μέλη την ίδια ακριβώς λειτουργία, δεν πρόκειται να σταθεί
και να υπάρξει ουδέποτε το σώμα, έτσι
και μεταξύ των αδελφών θα υπάρξει μεγάλη διχόνοια και σύγκρουση, αν απαιτούμε
από όλους τα πάντα.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
·
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-galatas-commentarius.pdf
·
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην επιστολή προς Γαλάτας,
ομιλίες Ε΄και ΣΤ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα στα σημεία όπου υπομνηματίζεται η
συγκεκριμένη αποστολική περικοπή), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο
Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 20, σελίδες 381-387.
·
Π. Τρεμπέλα, Η
Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ»,
έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
·
Η Καινή
Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα,
εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου