ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
[…] Αναγκαίο και
ωφέλιμο είναι να ομιλήσουμε περί του μαρτυρικού
και οσιακού τέλους του οσίου Αθανασίου, ο οποίος αξιώθηκε να θυσιασθεί «ὑπὲρ τῆς
ποίμνης αὐτοῦ». Επειδή, λοιπόν, πολλοί ήσαν
εκείνοι που προσέρχονταν σ’ αυτόν «ἐκ
παντὸς μέρους τῆς οἰκουμένης» για να χειραγωγηθούν «πρός ἀρετήν» και να
τύχουν ψυχικής σωτηρίας, εκείνος, λόγω του πλήθους των μοναχών, αποφάσισε να κτίσει ευρυχωρότερο ναό.
Ενώ λοιπόν, η ανοικοδόμηση του ναού βρισκόταν στην τελική της φάση και χρειαζόταν να
γίνει η ολοκλήρωση της κατασκευής του ιερού Βήματος, ο ιερός Πατήρ
ετοιμαζόταν να αρχίσει το έργο τούτο.
Και πρώτα πρώτα συγκάλεσε την αδελφότητα σε σύναξη στην οποία ανέγνωσε
ένα απόσπασμα από τις Κατηχήσεις του
οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Μετά προσέθεσε και τη δική του νουθεσία,
λέγων: «Ἀδελφοί μου, καί τέκνα προσέχωμεν ἑαυτοῖς καί τῆς γλώσσης κρατῶμεν· κρεῖσσον γάρ ἀφ’ ὕψους ἤ ἀπό γλώσσης πεσεῖν. Προσδοκῶμεν δέ ἀεί καί πειρασμόν, ὅτι διά πειρασμῶν καί θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἐπί δέ τῷ μέλλοντι ἀπευκταίῳ μηδόλως σκανδαλισθήσεσθε, ἀλλὰ καὶ λίαν συμφέρον ὑμῖν τοῦτο νομίσατε· ἄλλως γὰρ τοῖς ἀνθρώποις νοοῦνται τὰ ὁρώμενα καὶ ἄλλως Θεῷ οἰκονομοῦνται». «Αδελφοί μου», είπε ο ιερός Πατήρ, «και τέκνα να προσέχουμε τον εαυτό μας και
να συγκρατούμε τη γλώσσα μας. Είναι
καλύτερο να πέσει κανείς από μεγάλο ύψος παρά να ξεπέσει με τη γλώσσα του·
πάντοτε δε προσδοκούμε ότι θα περιπέσουμε σε πειρασμό, καθότι με πειρασμούς και
θλίψεις θα εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών. Για το αναπόφευκτο δε μελλοντικό γεγονός να μη σκανδαλισθείτε, αλλά να
το θεωρήσετε ότι πολύ θα σας ωφελήσει αυτό».
Η ομιλία αυτή ενέβαλε σε απορία
τους πατέρες, οι οποίοι διαπορούσαν τι ήθελε να πει με τους λόγους αυτούς ο
όσιος. Στη συνέχεια και μετά το τέλος της συνάξεως, αφού εφόρεσε τα μοναχικά του ενδύματα, το σχήμα του μοναχού και το «ἱερώτατον
κουκούλιον τοῦ μακαριωτάτου αὐτοῦ
πατρός» οσίου Μιχαήλ του Μαλεΐνου, το οποίο
συνήθιζε να φορά κατά τις μεγάλες δεσποτικές εορτές, όποτε κοινωνούσε των αγίων του Χριστού
μυστηρίων, εφανέρωσε «φαιδρόν και χαίρον το πρόσωπόν του», γεγονός που
εξέπληξε όλους για το ασυνήθιστο θέαμα.
Κατόπιν,
αφού προσευχήθηκε επί πολύ στο κελί του, πήρε μαζί του έξι αδελφούς και
ανεβαίνοντας «τὴν τεκτονικὴν κλίμακα», έφθασε στο ύψος της οικοδομής. Αμέσως
κατέρρευσε το τμήμα εκείνο του ναού εντός του ιερού Βήματος και συμπαρέσυρε τόν
Όσιο καί τούς έξι αδελφούς. Καί οι μεν πέντε «αὐθωρόν (:αμέσως), τάς ψυχάς τῶν Θεῷ παρέθεντο».
Ο δε ιερός Πατήρ και ο μοναχός Δανιήλ, ο οικοδόμος,
επέζησαν εν μέσω των ερειπίων.Επί τρίωρο ακουγόταν η φωνή του Πατρός. · «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθει
μοι, δόξα σοι ὁ Θεός».
Εξαιτίας της πτώσεως, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και με χέρια και πόδια
και νύχια, όπως λέει ο λόγος, προσπαθούσαν με δακρύων και θρήνων να ανασύρουν
από τα ερείπια, τον Πατέρα και τους λοιπούς αδελφούς. Βρήκαν ήδη τον Όσιο «ἐν Κυρίῳ τελειωθέντα» και η μεν κεφαλή να εγγίζει το ιερό σύνθρονο
επί του εδάφους, τα δε χέρια εσταυρωμένα επί του στήθους και οι πόδες σε στάση
που να δείχνει ότι εβάδιζε προς τον ουρανό. Το πολυπαθές και πολύαθλο σώμα ήταν
σώο, «ἐν μηδενί λειπόμενον». Στο δεξί του πόδι υπήρχε μία
πληγή, εκ της οποίας έρρεε ολίγον αίμα.
Αφού εσήκωσαν και απέθεσαν το ιερό σκήνος σε κλίνη, έκλαιγαν και
θρηνούσαν διότι έχασαν τον πνευματικό οδηγό («τόν κυβερνήτην ζημιούμενοι»),
απώλεσαν τον ιατρό της ψυχής, στερήθηκαν τον παιδαγωγό, κατηγορώντας και
ταλανίζοντες τους εαυτούς των διότι ο κατ’ αυτούς δίκαιος απέθανε με θάνατο
ανάξιο για αγίους. Όμως γνωρίζω πολύ καλά ότι απέθανε «λίαν ἄξιον… τῆς ἐκείνου ψυχῆς» (:αντάξιο της αγίας του ψυχής). Διότι και εδώ μιμήθηκε «τόν ἀθλοθέτην αὐτοῦ Χριστόν», ο οποίος με
την θέλησή Του απέθανε υπέρ εκείνων που νέκρωσαν χάριν Αυτού τις αμαρτίες των.
Αυτό δε το μαρτυρικό και επώδυνο τέλος όχι μόνο το επεσήμανε στην προ του
τέλους του Κατήχηση, αλλά και στον
μοναχό Αντώνιο, «τῷ οἰκειοτάτῳ αὐτοῦ μαθητῇ τό προεῖπε», λέγοντας: «Την προγραμματισμένη επίσκεψη στην βασιλεύουσα για την εκτέλεση της
διακονίας μας, Αντώνιε, εσύ πρέπει να κάνεις εξ ανάγκης. Διότι εγώ μου φαίνεται ότι ποτέ πλέον δεν θα δω τον
βασιλέα».
Θρηνούσαν λοιπόν εκείνοι την στέρηση του Πατρός, αλλά μετά ταύτα και σ’ αυτούς το πένθος
μεταβλήθηκε «εἰς ἑορτήν», και αυτή η εορτή, και των
πανηγύρεων η μεγίστη. Εξέθεσαν λοιπόν το σεπτό του
λείψανο σε κοινή προσκύνηση επί τριήμερο. Η κοίμησή του δε έγινε την 5ην Ιουλίου.
Η ΠΑΝΔΗΜΟΣ ΚΗΔΕΙΑ
Επειδή, όμως, έπρεπε να έλθει να δει τον
Πατέρα και να αποδώσει τις επικήδειες τιμές άπασα «ἡ πληθύς τῶν πατέρων» του
Όρους, παρέμεινε άταφος επί τριήμερο,
κατά το οποίο οι πατέρες της Λαύρας ανέμεναν «τόν ἀθροισμόν» αυτών για να αποδώσουν «τήν ὀφειλομένην αὐτῷ ἐπιτάφιον ὑμνωδίαν». Κατά το τριήμερο δε τούτο
διάστημα η ιερά σορός «ἀναλλοίωτος ἦν, οὐκ ὄγκον, οὐ μελανίαν, οὐκ ἀηδίαν (:δυσωδία) φέρων». Δηλαδή δεν
παρουσίαζε τα συνήθη συμπτώματα αποσυνθέσεως ενός νεκρού ανθρώπου.
Ήσαν δε τότε στο Άγιο Όρος περί
τους 3.000 μοναχούς. Έτσι, «ἡ τοῦ Ὄρους γερουσία», πληροφορηθείσα «τήν
κοινήν συμφοράν» και λυπηθείσα για τον θάνατο του Οσίου, γνωστοποίησε στον
προεστώτα της Μονής ότι θα μεταβεί στη Λαύρα για να προσκυνήσει το ιερό λείψανό
αυτού και «τήν ἐπιτάφιον αὐτῷ ᾆσαι ᾠδήν».
Ενώ, λοιπόν, είχαν συγκεντρωθεί και τελούσαν την
επικήδειο ακολουθία, κάποιος ευλαβής γέρων, ονόματι Βασίλειος, βλέπει να ρέει αίμα από το πόδι «τοῦ ἱερωτάτου
πατρός», το οποίο τραυματίσθηκε κατά την πτώση, γεγονός που
θεωρήθηκε ως θαύμα «μέγα καὶ ὑπερφυέστατον». Διότι ποιος νεκρός, μετά από τρεις ημέρες, θα
έσταζε ρανίδες αίματος από την δημιουργηθείσα πληγή; Αυτό συνέβη μόνον στο
πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όταν είχε προσηλωθεί επί του Σταυρού. Και όχι μόνον τούτο, αλλά «καὶ
τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐδοξάσθη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ καὶ γέγονεν ὡσεὶ χιών». Ο γέρων Βασίλειος αμέσως έσκυψε «τῷ ἱερωτάτῳ ποδί» και είδε το τραύμα,
το εσπόγγισε με χειρομάνδηλο και εξαίφνης άρχισε
να τρέχει αίμα σαν από πληγή. Όλοι δε έσπευσαν να λάβουν και «ἐχρίοντο εἰς ψυχῶν καί σωμάτων ἴασιν».
Αφού ετέλεσαν τούς νενομισμένους ψαλμούς
και «τήν ἐπιτάφιον ὑμνωδίαν», ενταφίασαν «τό
πολύαθλον σῶμα καί
σκεῦος τοῦ πνεύματος», ως «μέγαν ὄλβιον
καί θησαυρόν ἄσυλον».
Ο
ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΝΙΗΛ
Από τα συντρίμματα της οικοδομής, έβγαλαν τα
νεκρά σώματα των πέντε αδελφών και τα εκήδευσαν. Επίσης, εξήγαγαν από τα
ερείπια και τον μοναχό Δανιήλ, ο οποίος είχε απλώς τραυματισθεί και ήταν ο μόνος που επέζησε.
Ο μοναχός αυτός, ενώ εργαζόταν κατ’ εντολή του Οσίου για την
ανοικοδόμηση των κελίων του καλλιγράφου μοναχού Ιωάννου, είχε δει το εξής όραμα, το οποίο και διηγήθηκε σ’ αυτόν, τρία χρόνια
προ της κοιμήσεως του Οσίου. «Είδα,
λοιπόν», λέγει, «ότι ήλθε στη Λαύρα
απεσταλμένος του βασιλέως, ο οποίος εκάλεσε στα βασίλεια τον Πατέρα, και αμέσως
έφυγε από τη Μονή μαζί με έξι αδελφούς, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ. Όταν,
λοιπόν, εφθάσαμε στην πύλη, δια της οποίας θα εισερχόμεθα στα βασίλεια, ο Πατήρ
μαζί με τους πέντε αδελφούς εισήλθε στο παλάτι, αλλά εγώ έμεινα εκτός και
‘’εθρήνουν σφόδρα και γοερώς έκραζον’’. Και αυτό γιατί ο χωρισμός του γέροντα
και ο αποκλεισμός της μετ’ αυτού εισόδου στα βασίλεια με έθλιβε και με έφερνε
σε παραλογισμό.
Τότε, άκουσα κάποιον από μέσα να λέγει:
‘’Εις μάτην θρηνείς, άνθρωπε, για σένα θα είναι στο παντελές άβατα και αθέατα
όλα αυτά εδώ, εάν δεν σου χαρίσει την εδώ είσοδο εκείνος, μετά του οποίου είχες
έλθει’’. Όταν άκουσα τα λόγια αυτά, έκλαια γοερά και θρηνούσα. Αλλά αμέσως
παρουσιάσθηκε ο Πατήρ, «το γλυκύ και φαιδρόν πράγμα και όνομα». Με έπιασε από
το χέρι το δεξιό και με οδήγησε στον βασιλέα. Με τον τρόπο αυτό αξιώθηκα να τον
δω και να τον προσκυνήσω». Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το όραμα. Και
τα πράγματα εξελίχθηκαν σύμφωνα με αυτό. Εισήλθε λοιπόν ο Πατήρ και οι πέντε
αδελφοί στη βασιλεία του Θεού και μετά από λίγο χρόνο και ο οικοδόμος μοναχός
Δανιήλ.
Η
ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ
Έτερος γέρων ευλαβής, είδε όραμα, σύμφωνα με
το οποίο προείδε ότι ο Όσιος θα γίνει Σαββαΐτης μετά την ανοικοδομή του ναού
και θα επισφραγίσει την ανέγερσή του με μαρτυρικό θάνατο. «Καί
πολλά μέν ἄν τις εἰπεῖν ἔχοι (:θα έλεγε κανείς) περί
αὐτοῦ
τοιουτότροπα (:παρόμοια), μνήμης ἄξια
καί τῶν εἰρημένων
ἀξιεπαινετώτερα, πολλοῖς
μέν ὁραθέντα καί πολλοῖς
μέχρι τοῦ νῦν ἀδόμενα,
ἡμῖν
δέ διά τό πλῆθος παρώμενα (:αποσιωπώμενα)».
Κανείς,
όμως, να μην απορεί και να μην εκπλήσσεται για τον μαρτυρικό θάνατο και να «θαυμάζει
τον τρόπον της εκδημίας του οσίου Πατρός, εξετάζοντας την άπειρον των θείων
κριμάτων άβυσσον». Διότι και άλλοι άγιοι υπέστησαν «οἴκτιστον
θάνατον», ως «ὁ μείζων ἐν
γεννητοῖς γυναικῶν» Τίμιος Πρόδρομος. Είναι βέβαια απορίας
άξιον, «πῶς ἡ ὑπέρτιμος ἐκείνη καί ἀγγέλοις αὐτοῖς αἰδέσιμος κεφαλή τοῦ τῆς δεσποτικῆς κεφαλῆς ἀψαμένου, φαύλῃ γυναικί φαύλων ἐρώτων καί ὀρχήστρας μισθός ἆθλον ἐδίδετο…» (:Είναι
να απορεί και να εξίσταται κανείς, πώς η υπέρτιμη και υπερένδοξη, ακόμη και
πάνω από τους αγγέλους, κεφαλή, που ψηλάφισε την κεφαλή του Δεσπότη Χριστού, να
δίδεται σαν βραβείο-τίμημα στον χορό και τον φαύλο έρωτα μιας διεφθαρμένης
γυναικός…).
Αλλά προς τι όλα αυτά; Μήπως και ο Χριστός δεν έπαθε παρόμοια για
τη σωτηρία τη δική μου και των ανθρώπων; Μιμητής και τύπος αυτού υπήρξε ο
Όσιος. Αυτού «τοῦ
μεγάλου καί πρώτου ποιμένος καί ποιμενάρχου», ο οποίος θυσίασε τον εαυτό του «εἰς ἀντίλυτρον
τοῖς
τέκνοις» αυτού.
Εάν κάποιος αμφιβάλλει και
αμφισβητεί και απαιτεί ως απόδειξη την αναλογία των τύπων, ιδού λοιπόν: «Ἔχει τό τριήμερον εἰς ἀντίτυπον (:τύπον), τό τοῦ σώματος ἀδιάφθορον,
τό τοῦ αἵματος αὐτόρρυτον, τό τοῦ σώματος
πάλιν σῶον… οὐδέν τῶν ὀστῶν εἶχε συντετριμμένον, τῶν ὁρώντων
καί ὁρωμένων τό ἀξιόπιστον,
ὑπό
μαρτύσιν οὐ πεντακοσίοις, ἀλλά
πεντάκις πεντακοσίοις τελουμένων…»
Ο όσιος Αθανάσιος αναδέχθηκε το μαρτυρικό τέλος από αγάπη
προς τα πνευματικά του παιδιά, όπως ο Απόστολος Παύλος και σύμφωνα με όσα
σχετικά με αυτό διδάσκει ο όσιος Μάρκος ο ασκητής και ο όσιος Ιωάννης της
Κλίμακος.
Ερμηνεύοντας το γεγονός του μαρτυρικού
τέλους του οσίου Αθανασίου, ο βιογράφος του σημειώνει: «…Κατά τρεῖς τρόπους τάς καταχώσεις ἤ
καταπονήσεις ἤ καί ἄλλους
βιαίους θανάτους τοῖς ἁγίοις ἐπίνεσθαι (:επέρχονται), ὡς λέγει
τις τῶν παλαιῶν καί τά
θεῖα σοφῶς καί
πάντως, ‘’οὐδέ πάντες
διά ἁμαρτίας ταῦτα
πάσχουσιν’’, ὡς π.χ. ὁ δίκαιος Ἰώβ. Ὁ πρῶτος
λοιπόν τρόπος γίνεται πρός «σωφρονισμόν τῶν ἀμελεστέρων
καί φόβον». Ὁ δεύτερος «διά μείζονα καί τελείαν κάθαρσιν τῶν
ἴσως μικρῶν ἐλαττωμάτων»
καί, ὁ τρίτος,
συμβαίνει στούς μεγάλους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ὡς
δυνατοί, ‘’…ἁμαρτίας
λαοῦ ἀναδεξάμενοι,
πειρασμοῖς
πολλάκις καί χαλεποῖς
θανάτοις ὑπέρ τῆς ἀναδοχῆς
παραδίδονται καί ἑαυτοῖς καί τῷ λαῷ μείζονα
σωτηρίαν περιποιοῦμενοι·
καί γάρ ὁ Χριστός
διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐτραυματίσθη
καί τόν ὑπέρ ἡμῶν ἀνεδέξατο
θάνατον’’.
Έτσι και ο ‘’πάνσοφος πατήρ ἡμῶν’’
αναδέχθηκε την προστασία πολλών πνευματικών τέκνων, ‘’οὕς καί ἀριθμῆσαι μόνον
οὐκ εὐπετές (:εύκολο)
και ἀναγκαίως τούς ὑπέρ αὐτῶν ἀνεδέξατο
πειρασμούς καί κινδύνους, καθά φησίν ἡ γραφή, ὁ ἐγγυώμενος
τόν ἑαυτοῦ φίλον, ἐχθρῷ
παραδίδωσι τήν ἑαυτοῦ χεῖρα’’».
Άλλωστε
ο Όσιος δεν εδειλίασε προ του
ενδεχομένου πάντοτε θανάτου και σε
όλη την ασκητική του ζωή είχε διαρκή μνήμη θανάτου και ήταν, κατά το ανθρωπίνως
δυνατό, έτοιμος γι’ αυτόν.
Έτσι, ο ίδιος σημειώνει γι’ αυτό στη
«Διατύπωση»· «τό τοῦ
θανάτου ἄδηλον τέλος δεδιώς (:φοβούμενος) καθ’
ἑκάστην ἡμέραν
καί ὥραν καί ἐν
παντί μέν ὑφορώμενος τόπῳ (: το οποίο σκέπτομαι σε κάθε
τόπο), ἐξαιρέτως
(: ιδιαιτέρως) δέ ἐν
τῇ τῆς
θαλάσσης ὁδοιπορίᾳ
διά τά ναυάγια τά πολλάκις γινόμενα κατά τά ἀνέφικτα
(: ανεξερεύνητα) κρίματα τοῦ
Θεοῦ…».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
Παύλου μοναχού
Λαυριώτου, Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, σελίδες 126-133, Άγιον Όρος 2007(στ΄ έκδοση).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου