Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ—ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
Ή ακόλουθος ιστορία από τήν ζωήν τής συγχρόνου ζωής τής Ελλάδος
μάς αποκαλύπτει μιά φορά ακόμη πόσο αναγκαίον είναι νά ζήσωμεν σύμφωνα μέ τάς
εντολάς τού Θεού. Μάς λέγει πολύ γραφικά
ότι ή παράβασις τών εντολών τού Θεού φέρνει τήν δυστυχίαν καί τήν εσωτερικήν
ταραχήν.
Τό όνομα τού ανθρώπου πού μάς διηγεί τήν ιστορίαν ονομάζεται
Αντώνιος. Είναι ταξιτζής στήν Αθήνα. Αυτός καί ένας άλλος προσκυνητής πήγαιναν τό
Άγιον Όρος νά επισκεφθούν ένα Γέροντα Μοναχόν πού τούς εβοήθησε θαυματουργικά
στήν ζωήν τους. Πηγαίνοντας όμως στό
Άγιον Όρος έχασαν τό φέρι μπότ καί αναγκάστθηκαν νά παραμένουν στήν Ουρανούπολιν
μιά βραδυά. Πρίν τούς πιάσει ό ύπνος, τούς
εδόθη ή ευκαιρία νά γνωριστούνε καί νά ανταλλάξουνε τά πάθια καί τούς πόνους
τους. Καί οί δυό τους πήγαιναν νά βρούν
τό Γέροντά τους. Σιγά, σιγά, μάθανε πώς
πήγαιναν νά ιδούν τόν ίδιον Γέρονα στά Καυσοκαλύβια.
Τώρα ό
Αντώνης λέει τήν ιστορίαν του.
“Οπως ξέρεις, δούλευα καί δουλεύω
ταξιτζής στήν
Αθήνα. Μόλις τέλειωσα τό στρατιωτικό μου,
ένας μπάρμπας μου έρχεται καί μού λέει: “Άκου, ανεψιέ μου. Εγώ τά ‘φαγα τά
περισσότερα ψωμιά μου, καί όπου νά ‘ναι θά τό παρατήσω τό ταξί. Μιά πού ό Θεός δέν μού έδωκε παιδιά, λέω νά
σέ πάρω κοντά μου άν θέλεις, νά μάθεις τήν δουλειάν, καί μετά, όταν εγώ
αποτραβηχτώ, νά συνεχίσης εσύ τήν δουλειά.
Μπορεί νά μή γίνεις πλούσιος, μά θά έχεις αρκετά γιά νά θρέφεις τή
φαμελιά σου. Όσο γιά τήν άδειαν, πού
αξίζει πιό πολύ από τό αυτοκίνητο, θά μού τήν ξεπληρώνεις σιγά-σιγά, καί στό
τέλος θά είναι όλα δικά σου δίχως νά τό καταλάβεις.” Στήν αρχήν σά νά μού κακοφάνηκε, ν’ αφήσω τό
χωριό μου, έξω απ’ τήν Κυπαρισσίαν, πού έμοιαζε παράδεισος, καί νά ‘ρθώ νά ζήσω
στήν Αθήνα. Όταν τό καλοσκέφτηκα, όμως,
μού άρεσε ή ιδέα τού θείου μου. Κ’ εκείνος θά ξεκουραζόταν, έχοντας ένα δικό
του άνθρωπο στό αυτοκίνητό του, αλλά κ’ εγώ θά έβρισκα δουλειά καί περιουσία μέ
τό ταξί, πού σέ λίγα χρόνια θά γινότανε δικό μου, δίχως νά παιδευτώ η νά χρεωθώ
μέ γραμμάτια καί τράπεζες. Τό είπα στόν
πατέρα μου καί στήν μάνα μου. “Κάνε όπως
εσύ καταλαβαίνεις,” μού απάντησαν.
Μάζεψα, λοιπόν, τά πράγματά μου καί πήγα στήν Αθήνα. Στήν αρχήν έμενα στό θείο μου, στό
Περιστέρι. Μετά, βρήκα ένα σπίτι στό
Γαλάτσι καί τό νοίκιασα. Γνώρισα καί μιά
κοπέλλα σέ μιά γιορτή ενός χωριανού μου, πού μού άρεσε. Τήν ζήτησα, δέχτηκε. Καί σέ λίγον καιρόν παντρευτήκαμεν. Ήτανε μιά πολύ καλή κοπέλλα καί καταγότανε
από τά μέρη τά δικά μας. Τό χωριό της
δίπλα στό δικό μας, ούτ’ ένα χιλιόμετρο απόσταση.
Επιπλώσαμεν τό σπίτι, πήραμεν μεγάλο ψυγείο καί ηλεκτρική
κουζίνα—όλα όσα χρειάζονται γιά ένα σπίτι.
Στό μεταξύ ό θείος μου αρρώστησε καί πέθανε. Ή θεία μου έφυγε, νά ζήση στό χωριό. Μού είπε άν θέλω νά πάω καί νά μείνω στό
σπίτι της, μά δέν μού άρεσε. Τό νοίκιασε
τότε, κ’ εγώ φρόντιζα νά τής στέλνω κάθε μήνα τό ενοίκιο στό χωριό, καθώς καί τ’
άλλα χαρτιά πού έρχονταν, θές γιά τήν σύνταξιν, θές γιά τό ηλεκτρικό,
τό νερό, τά τέλη τού δήμου καί όλα τ’ άλλα πού
μάς βομβαρδίζουν ασταμάτητα στήν Αθήνα, κάθε λίγο καί λιγάκι.
Ή γυναίκα μου δούλευε πωλήτρια σ’ ένα κατάστημα τών Αθηνών,
μά τήν σταμάτησα. Τήν ήθελα στό σπίτι
καί όχι νά γυρνάη από δώ καί από κεί.
Στενοχωρήθηκε λίγο, μά δέν είπε τίποτε.
Τότε ακριβώς ήταν πού γνώρισα μιά νέα κοπέλλα, πού ήταν πανέμορφη, μά
πού ήταν ό ίδιος ό διάβολος! Τήν είχα
πάρει από τό Παγκράτι καί τήν πήγα στό Χαλάνδρι. Πρίν τήν αφήσω, μού λέει: “Είναι κάπως νωρίς
ακόμη, γιά τήν ώρα πού μέ περιμένουν. Άν
θέλεις νά κάνουμε περίπατο στά βουνά τής Πεντέλης, εγώ δέν θά είχα σοβαρή
αντίρρηση.” Εγώ, πού τήν είχα ιδεί, έν
τώ μεταξύ, μέσ’ από τό καθρεφτάκι, νά μέ τρώει μέ τά μάτια της, τράβηξα ίσια
τήν λεωφόρον Πεντέλης, ώσπου νά πιάσουμεν τά σκιερά πεύκα καί πιό πάνω κάτι
δασιά καί δροσερά πλατάνια. Όταν φύγαμεν,
τής ζήτησα νά τήν ξαναδώ καί δέν αρνήθηκε.
Μού έγινε τέτοια συνήθεια, πού
άρχισα νά παραμελώ τήν γυναίκα μου. Καί,
σά νά μήν έφτανε αυτό, μιά μέρα πού ό σατανάς μέ κυρίεψε ολόκληρον, λέω στήν
γυναίκα μου: “Πάρε τά πράγματά σου καί πήγαινε στόν πατέρα σου, στό χωριό. Ετούτο τό σπίτι δέν μάς χωρεί πιά καί τούς
δυό!” Εκείνης τής ήρθε κεραυνός, νά τής
πώ τέτοιο λόγο στά καλά καθούμενα. Σκέφθηκα καί τό ότι, τρία-τέσσερα χρόνια,
πού ήμαστον παντρεμένοι, δέν είχε πιάσει παιδί καί θέλησα νά τήν πληγώσω πιό
πολύ: “Άλλωστε, δέν θέλω νά μείνω άκληρος.
Θέλω ν’ αποχτήσω παιδιά εγώ, νά γεμίση τό σπίτι μέ αγόρια καί
κορίτσια….”
Εγώ πήρα στό τηλέφωνο αμέσως τήν άλλην καί τής είπα νά
ετοιμαστή’ πώς είχα ήδη διώξει τήν γυναίκα μου καί πώς, όποια ώρα ήθελε,
μπορούσε νά ‘ρθη νά εγκαταστασθή στό σπίτι μου, όπως μού είχε πεί τήν
προηγούμενη μέρα.
Πέρασε αρκετός καιρός έτσι.
Δυό-τρία χρόνια, ίσως καί παραπάνω.
Κ’ εκεί, πού όλα πήγαιναν ρολοί, ‘αρχισαν νά μέ σκίζουν μέ μαχαίρια οί
τύψεις. Δέν μπορούσα νά ηρεμήσω, ούτε τή
μέρα ούτε τήν νύχτα. Δέν ήξερα τί μ’
έφταιγε. Μάλωνα μέ τούς πελάτες, μάλωνα
καί μέ τήν κοπέλλα πού τόσο αγαπούσα καί τήν είχα μπάσει σάν γυναίκα μου στό
σπίτι…Εκείνες τές ημέρες, πού ετοιμαζόμουν νά πάω σ’ ένα γιατρό νά μέ δεί, μού
συνέβη τούτο τό απίστευτο. Ήμουν μέ τό
ταξί μου καί περίμενα πελάτη, στήν πλατεία τής Ομόνοιας, εκεί μπροστά στό
Μπάγκειο. Μέ πλησιάζει ένας παππούλης
γκριζομάλλης καί μέ ρωτάει άν είμαι λεύτερος.
Μπαίνει μέσα καί μού λέει: “Μπορείς νά μέ πάεις από Γκύζη πρός
Τουρκοβούνια;” Βάζω μπροστά καί ξεκινάω.
Δέν πρόλαβα νά στρίψω στήν Σταδίου, καί τόν ακούω, πάλιν νά μέ ρωτάει μ’
ενδιαφέρον,--σχεδόν μέ αγωνία: “Γιατί είσαι τόσο ταραγμένος καί θέλεις νά πάς
στό γιατρό; Δέν ξέρεις πώς τό πρόβλημά σου δέν είναι στό σώμα σου, μά στήν
ψυχήν σου;…” Εγώ ταράχτηκα τόσο πολύ,
πού κόντεψα νά τρακάρω μέ κάποιο άλλο ταξί, πού περνούσε από δεξιά μου. Βγάζω
τό φλάς, ύστερα τό στόπ, καί κεί στή στάση τού τρόλλεϋ, μπρός στού Γουτάκη
σταματάω.
Δέν μου λές, παππούλη: μέ ξέρεις εμένα; μ’ έχεις
ξαναδεί; Όχι, βρέ παιδάκι μου, δέν σ΄
έχω ξαναϊδεί. Αλλά νά, μόλις μπήκα στό
ταξί σου, είδα στό πρόσωπό σου νά παλεύουν άσπρες καί μαύρες σκιές΄σά νά σέ
πνίγανε οί τύψεις καί δέν ήξερες τί νά κάνεις, από πού νά φυλαχτείς…
Παππούλη πές μου σέ παρακαλώ: ποιός σού μίλησε γιά
μένα; Κανείς δέν μού μίλησε, καί ούτε τό
αυτοκίνητό σου ήξερα μήτ’ εσένα. Όταν,
όμως, είδα τό πρόσωπό σου, νόμισα πώς οί δαίμονες καί οί άγγελοι παλεύανε μέσα
σου ποιός νά κερδίση τήν ψυχήν σου. Κ΄
ενώ έβλεπες πώς οί άγγελοι έχουν δίκιο, από τήν άλλην ντρεπόσουνα καί τούς
διαβόλους πού σέ κουμαντάραν τόσο καιρό τώρα,--σχεδόν από τότε πού έδιωξες τήν
γυναίκα σου!
Παππούλη μου, τού λέω τρέμοντας, η προφήτης καί άγιος είσαι
ή δαίμονας μεγαλύτερος από τόν διάβολον.
Δέν ξέρω τί άλλο νά σού πώ.
Ούτε τό ένα είμαι, παιδί μου, ούτε τό άλλο άπ ‘ αυτά πού
λές. Είμαι κ’ εγώ ένας άνθρωπος
αμαρτωλός, αλλά είμαι ιερέας καί βλέπω στό πετραχήλι μου νά κρέμονται—σάν
κρόσσια—αί ψυχές πού ό Θεός μού εμπιστεύτηκε. Γι’ αυτό καί προσεύχομαι καί, όσο
μπορώ, φροντίζω γι’ αυτές τές ψυχές. Γι’
αυτό καί είδα τήν ψυχήν σου νά υποφέρη καί τήν λυπήθηκα. Όπως λυπήθηκα καί τήν
ψυχήν τής γυναίκας σου, πού τήν έδιωξες δίχως λόγο, ενώ εκείνη σέ αγαπούσε καί
είχε όλες τές αρετές γιά νά σέ κάνη ευτυχισμένο. Αργότερα, θά σ’ έκανε καί πατέρα, πού τόσο τό
επιθυμούσες, αλλά δέν περίμενες…Τήν έδιωξες αυτή, πού στεφανώθηκες, καί
σπίτωσες τήν άλλην πού δέν κοιτάει παρά τό κορμί σου καί τό πορτοφόλι σου….
Εγώ πιά είχα παραδοθεί, όπως ήταν φυσικό, Βασίλη, καί δέν
μπορούσα ν’ ανασάνω. Τόν κοιτούσα καί
περίμενα, ηδονικά σχέδιον, νά ιδώ τί άλλο θά μού αποκαλύψει, νά μέ
ξεγυμνώση. Όμως, δέν τό έκανε ψυχρά καί
ανελέητα. Έσταζε από τό πρόσωπό του καί
από τά λόγια του μιά γλυκύτητα πού δέν είχα ξαναϊδεί σέ ιερέα, ούτε σέ άλλον
άνθρωρπον. Αφού γιά μιά στιγμή μού πέρασε από τό νού: “μήπως είναι κάποιος
άγγελος, πού τόν έστειλε ό Θεός γιά νά μέ σώσει; Καί αμέσως μού λέει:
Μή βάζεις μέ τό νού σου πώς είμαι άγγελος, γιατί αδικείς
τούς αγγέλους τού Θεού. Τό καλό πού σού
θέλω: άν θέλεις νά ηρεμήσεις καί νά σώσεις καί τήν οικογένειάν σου καί τήν
ψυχήν σου, καί νά λυτρώσεις καί τήν καημένην τήν γυναίκα σου, πού κλαίει σάν
χαροκαμένη στό χωριό, άλλαξε ζωήν γιά νά ξανάρθει ό Χριστός καί ή ειρήνη μέσα
σου. Καί τότε όλα θά γίνουν όπως πρώτα,
καί ακόμη καλύτερα.
Μά, δέν
μού λές παππούλη: πές ότι έγώ αποφασίζω ν’ αλλάξω εκείνη, όμως, πώς θά τό ιδεί
αυτό; Θά γυρίση στό σπίτι μου ύστερα από τόσα χρονια.;
Όχι μόνον θά γυρίση, αλλά καί παιδιά θά κάνετε καί θά
ζήσετε όλοι μαζύ ευτυχισμένοι! Μόνο,
βάλε κάπου βενζίνη, τηλεφώνησε στό σπίτι σου: σέ μιά ώρα τό πολύ νά φύγη από
κεί ή άλλη, μέ όλα τά πράγματα καί τά στολίδια της—άλλωστε δέν έφερε τίποτε
άλλο μαζί της. Πές της πώς τά ξανάφτιαξες μέ τήν γυναίκα σου καί πώς τήν
περιμένεις από στιγμή σέ στιγμήν. Κι’
αυτό δέν είναι ψέμα, γιατί εκείνη σέ περιμένει, κ΄είναι από μέρες έτοιμη, νά
τήν φωνάξεις νά γυρίση.
Είσαι
σίγουρος παππούλη, πώς θά γυρίση;
Όπως
είμαι γιά όλα τ΄άλλα πού σού είπα καί όπως είσαι κ’ εσύ τώρα σίγουρος πώς
είμαστε στήν οδόν Σταδίου καί τραβάμε γιά τήν Κυπαρισσία, καί ύστερα γιά τό
χωριό της…
Δέν
είχα περιθώρια νά διαλέξω άλλο δρόμο.
Μέσα μου γινότανε πόλεμος, αλλά έβλεπα καθαρά πιά τούς αγγέλους νά
νικούνε. Βάζω μπροστά τήν μηχανήν, καί
στρίβω στήν Αριστείδου, νά πιάσω Πειραιώς καί από κεί τήν Ιεράν Οδόν. Έβαλα βενζίνη, έρριξα μιά ματιά στήν μηχανήν,
λάδια, μπαταρία, νερά’ κοίταξα τόν αέρα στά λάστιχα, καί ξεκίνησα, κάνοντας τόν
σταυρόν μου.
Καλά
κάνεις, μού λέει ό παππούλης, καί βάζεις τό Σταυρό βοηθό σου. Ένα τροπάρι τής Εκκλησίας μάς λέει: “Σταυρός,
ό φύλαξ πάσης τής Οικουμένης….” Μέσα σ’
αυτήν τήν Οικουμένην βρισκόμαστε όλοι, κ’ εσύ κ’ εγώ, καί όταν κάνουμε τό
Σταυρό μας εκείνος μάς φυλάγει καί μάς προστατεύει.
Προχωρήσαμεν, πότε κουβεντιάζοντας πότε
σιωπώντας, ίσαμε τήν Κόρινθο. Μού λέει
σέ μιά στιγμή: Σταμάτησε, άν θέλεις, νά’ ρθώ μπροστά καί νά κάτσω δίπλα
σου. Τώρα πού γίναμεν φίλοι, δέν
χρειάζεται νά είμαι έγώ πελάτης κ’ εσύ ταξιτζής. Μού αρέσει νά κάθομαι μπροστά γιατί βλέπω
καλύτερα τήν κτίσην τού Θεού. Πάντα
θαυμάζω τήν πλάσιν τού Θεού καί τά δημιουργήματά Του. Πόσο χρήσιμα καί πόσο ωραία είναι’ τόσο, πού
σού έρχεται νά ψάλλης συνέχεια: “Πάντα έν σοφία εποίησας! Δόξα σοι, Κύριε, δόξα
σοι! Αλληλούϊα!”
Μερικές
φορές, πού σιωπούσε, νόμιζα πώς κοιμότανε, αλλά έβλεπα τά χείλη του νά κοινούνται:
ήταν φανερό πώς έλεγε ύμνους καί προσευχές από μέσα του. Σέ κάποια στιγμή μέ ρώτησε: “Δέν μού λέεις:
προσεύχεσαι καμιά φορά; Τί προσευχές ξέρεις;”
Εγώ ντράπηκα, μά δέν μπορούσα παρά μονάχα τήν αλήθειαν νά τού λέω, σέ
όλα, μιά καί ήξερα πώς διαβάζει τά μέσα μου καλύτερα από μένα τόν ίδιον:
Έχω
χρόνια νά προσευχηθώ, παππούλη, κ’ έχω ξεχάσει πώς προσεύχονται. Καί εκείνος δίχως νά μέ μαλώση κι ούτε νά μού
πεί, κάποια πικρή κουβέντα, μού λέει:
Γι’
αυτό κι ό σατανάς βρήκε τήν ευκαιρίαν νά σέ πειράζη, καί μάλιστα τόσο δυνατά.
Όταν ό τσοπάνος λείπει καί τά σκυλιά είναι μακριά από τό κοπάδι, τότε ό λύκος
ορμάει καί κατασπαράζει τά πρόβατα. Έτσι
καί στόν άνθρωπον, πού απομακρύνεται από τόν Χριστόν καί δέν βάζει μέ τήν
προσευχήν τούς φύλακες αγγέλους στήν ζωήν του…
Καί μού
ανέφερε πολλές ιστορίες από τό Ευαγγέλιον καί τά βιβλία τών Αγίων Πατέρων, γιά
νά μού πεί ότι δέν ήμουν ούτε ό πρώτος ούτε ό τελευταίος πού χάνω τόν ίσιον
δρόμον τού Θεού καί παίρνω τό σκοτεινό μονοπάτι τού σατανά. Τότε τόλμησα νά τόν ερωτήσω:
Λές
παππούλη νά μέ συγχωρέση ό Θεός γιά τές τόσες αμαρτίες μου;
Άκουσε
νά σού πώ, καί νά τό βάλεις μέσα σου μιά γιά πάντα, χωρίς νά τό ξεχάσης ποτέ:
δέν υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από τήν αγάπην τού Θεού! Όσες αμαρτίες καί νά έχη κάνει ό άνθρωπος,
όταν μετανοήση καί εξομολογηθή, όλες σβήνουν καί συγχωρούνται. Μόνον εκείνες πού δέν εξομολογείται κανείς,
καί δέν μετανιώνει γι’ αυτές, αυτές δέν συγχωρούνται. Οί άλλες πού κρεμάει
κανείς στό πετραχήλι τού εξομολόγου, πνίγονται μέσα στόν ωκεανό τής αγάπης τού
Θεού καί εξαφανίζονται. Γι’ αυτό καί δέν
παρουσιάζονται ούτε ώς τύψεις ξανά στήν ζωήν μας, ούτε ώς σκέψεις, πού νά
μπορούν νά επηρεάσουν τές πράξεις μας…
Τότε
τόν διέκοψα γιά νά τόν ρωτήσω: Μήπως θά μπορούσες νά μέ ξομολογήσεις, παππούλη;
Όποτε
τό αισθανθείς ώς ανάγκη εσωτερική, πολύ ευχαρίστως. Ή κάθε στιγμή τού βίου μας
μπορεί νά γίνη αρχή μιάς καινούργιας ζωής, μέ τήν εξομολόγησιν. Παίρνουμεν τήν απόφασιν, σβήνουμε τά παλιά
δεφτέρια, καί βάζουμε μπρός, μέ τήν χάριν τού Θεού, γιά νέα ζωή. Καί αυτή ή ζωή, μέ τήν δύναμιν πού παίρνουμε
από τά μυστήρια τού Θεού, γίνεται πιό εύκολη, πιό χαρούμενη, πιό ευτυχισμένη.
Αισθάνθηκα
μέσα μου ένα κύμα κατανύξεως ν’ ανεβαίνει καί νά μέ πλημμυρίζει. ‘Αν μπορούσα νά σβήσω τό κάθε σκοτεινό
σημάδι, τήν κάθε μαύρη κηλίδα από τήν ώς τότε ζωήν μου, πόσο ευτυχισμένος θά
αισθανόμουνα! Τά λόγια μου ανέβαιναν ώς τό λαιμό, μά κατέβαιναν πάλιν. Ώσπου βγήκαν σάν χείμαρρος κ’ έγιναν αίτημα
πρός τόν ιερέα:
Καί άν
θέλεις τώρα, παππούλη, νά εξομολογηθώ θά μπορούσες νά μ’εξομολογήσεις;
Όπως
βλέπεις—μού απαντά—κουβαλάω πάντα μαζί μου τό πετραχήλι καί τό Μικρό
Ευχολόγιον, δηλαδή τό Αγιασματάριον.
Ακριβώς γιά τέτοιες περιπτώσεις, πού ό Θεός στέλνει μπροστά μου. Στάσου σέ μιά ήσυχη γωνιά καί βάζω τό
πετραχήλι μου. Μού λές όλες τές αμαρτίες
πού έπραξες καί πού σκέφτηκες αλλά δέν μπόρεσες νά τές κάνεις, σού διαβάζω τήν
ευχήν, καί γίνεσαι πάλιν σάν άσπρο περιστέρι.
Χωρίς βάρη καί μαυρίλες νά σκιάζουν τήν ψυχήν σου….
Βρήκα
μία γωνία ήσυχη, κοντά σ’ ένα δάσος.
Κατεβήκαμε, καθήσαμεν σέ βραχάκι κ’ εξομολογήθηκα, όλα όσα θυμόμουνα.
Ήδη, όταν τά έλεγα, αισθανόμουνα νά ξαλαφρώνω.
Μά όταν μού διάβασε καί τήν ευχήν, βάζοντας τό πετραχήλι του πάνω στό
κεφάλι μου, ένιωσα νά γίνομαι άλλος άνθρωπος!
Μπήκαμε πάλι στό αυτοκίνητο καί ξεκινήσαμεν. Λίγα χιλιόμετρα είχαμε ακόμη καί θά
φτάναμε. Τού είπα τήν απορία μου:
Καί πώς
θά τό ακούσει αυτό ή γυναίκα μου;
Μή
στενοχωριέσαι, μού λέει. Εκείνη σέ
περιμένει σάν Πασχαλιά!
Δηλαδή
σάν Ανάστασιν, γιατί τά βάσανα καί ό πόνος ό βαθύς πού έζησε όλ’ αυτά τά
χρόνια, σά νά τήν είχανε στείλει στόν άλλον κόσμον!
Ένιωθα καί
τό αυτοκίνητο, ακόμη, νά πηγαίνη πιό ελαφρά καί πιό γρήγορα τώρα, πού είχε
αποθέσει τό βάρος τών αμαρτιών μου.
Φτάνοντας κοντά στό σπίτι τής γυναίκας μου, δίχως νά τού πώ εγώ τίποτε,
μού λέει:
Στάσου
εδώ εσύ, νά πάω νά τή φωνάξω εγώ, γιά νά μήν ξαφνιαστεί. Όταν βγώ νά σέ φωνάξω,
τότε πλησιάζεις καί τήν παίρνουμε καί φεύγουμε γιά τήν Αθήνα.
Έτσι καί
έγινε. Απ’ ό, τι έμαθα μετά, τής μίλησε κ’ εκείνης μέ πολλή αγάπη, σχεδόν μέ
τρυφερότητα, γιά νά τήν συνεφέρει. Τής ζήτησε μονάχα ένα ποτήρι νερό καί τής
είπε νά ετοιμάσει τά πράγματά της. Δέν
πίστευε στ’ αυτιά της! “Μά τόσο κοντά είναι, πάτερ;” τόν ρώτησε.
Μόλις είσαι σύ έτοιμη, πές μου
νά τόν φωνάξω καί νά φύγουμε.
Καί πώς έγινε αυτό τό θαύμα,
πάτερ; ρώτησε εκείνη κλαίγοντας.
Ετοιμάσου τώρα καί θά τά πούμε
στό δρόμο. Τ’ άλλα θά σού τά πεί ό άντρας σου στό σπίτι του.
Καί ή άλλη πού έχει σπιτωμένη;
Τής τηλεφώνησε νά πάρη τά πράγματά της καί νά φύγη, γιατί
αλλιώς…
Ετοιμάστηκε ή γυναίκα μου, βγήκε ό παππούλης καί μέ φώναξε,
πλησίασα μέ τ’ αμάξι καί άνοιξα τό πόρτ-μπαγκάζ, νά βάλη τήν βαλίτσα. Εκείνη, άφησε τήν βαλίτσα κάτω κ’ έτρεξε νά μ’
αγκαλιάσει. Τά δάκρυά της μούσκεψαν καί
τά δικά μου μάγουλα. Τήν έσφιξα στήν
αγκαλιά μου γιά κάμποση ώρα, κλαίγοντας κ’ εγώ, πού ήμουν άλλοτε σκληρός σάν
μαυρόπετρα! Μπήκαμεν στό αυτοκίνητο καί φύγαμεν.
Τό βράδυ φτάσαμεν πολύ αργά στήν Αθήνα. Πήγα πρώτα στά Τουρκοβούνια, ν’ αφήσω τόν
παππούλη, κ’ ύστερα νά πάω μέ τήν γυναίκα μου στό σπίτι μας. Μπροστά στό φτωχικό καί ταπεινό καλυβάκι του,
κατέβηκα, τού φίλησα τό χέρι καί τού είπα μέ δακρυσμένα μάτια:
Παππούλη μου, εγώ δέν ξέρω πολλά γράμματα, γιά νά σού πώ μέ
ωραία λόγια τήν ευγνωμοσύνην μου. Νά
ξέρεις, όμως, πώς δέν υπάρχει άλλος παπάς σάν τήν αγιωσύνην σου. Όσο γιά τό
αγώγι πού μού χρωστάς, θά τό ισοφαρίσουμε σ’ έναν αγιασμό κ’ ένα ευχέλαιο, πού
θά ‘ρθείς νά μάς διαβάσεις, γιά νά φύγουν τά παλιά δαιμόνια!
Στήν νέαν μας ζωήν, μετά τόν αγιασμόν καί τό ευχέλαιον τού
παππούλη, πράγματι δέν τόλμησαν νά ξαναρθούν τά παλιά δαιμόνια. Ήμασταν αγαπημένοι πάντα μέ τήν γυναίκα
μου. Αποχτήσαμεν πρώτα μιά θυγατέρα καί
ύστερα δυό υιούς. Τήν πρωτοθυγατέρα μας
τήν αρραβωνιάσαμεν καί γι’ αυτό πάω στόν παππούλη: νά ‘ρθεί, άν μπορεί νά τήν
στεφανώση. Δύσκολο βέβαια γιατί έχει
βαρύνει πολύ, καί όλο μάς λέει πώς δέν βγαίνει πιά στόν κόσμον: θέλει νά
κοιμηθή στό κελλί τής μετανοίας του! Όμως, εγώ καί ή γυναίκα μου, θέλουμεν νά
τόν καλέσουμεν καί νά τόν ευχαριστήσουμεν γι’ άλλη μιά φορά.
Μακάρι νά τόν βρώ κ’ εγώ καί νά κάμη κάτι καί γιά μένα.
Μή στενοχωριέσαι, Βασίλη.
Ακόμη καί νά μήν τόν προλαβαίναμεν, ό Παππούλης έχει πάρει τέτοια χάρη
από τόν Θεόν, πού καί ύστερ’ από τόν θάνατόν του ακόμη θά μπορεί νά κάνη
θαύματα!
ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΑΣΚΗΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΔΟΥΜΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, ΑΡΧΙΜ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ
Ανεπαύθη εν
Κυρίω ένας από τους τελευταίους ασκητές των σπηλέων των Αστερουσίων Ορέων της
Νότιας Κρήτης.
Πρόκειται για
τον σεβαστό και χαρισματικό πνευματικό, πανοσ. αρχιμ. κυρό Αναστάσιο, ο οποίος
για πολλά χρόνια εγκαταβιούσε
στην γεραρά Μονή Παναγίας του Κουδουμά και ανέπαυε στο ιερό του πετραχήλι
πολλούς κληρικούς και λαϊκούς.
Διακρινόταν
για την αγάπη του στην Παναγία μας και στους τοπικούς Αγίους της Μονής
Κουδουμάς. Είχε ως παράδειγμα της ζωής του τους παλαιότερους ασκητές της
ευρύτερης περιοχής των Αστερουσίων Ορέων,
αλλά και τους σύγχρονους αγωνιστές Γέροντες.
Ήταν ένας ιερομόχαχος
με πολλά χαρίσματα, λιτός, απλός, φιλόξενος, υπομονετικός, ακατήγορος,
φιλόπονος και καλωσυνάτος.
Τιμούσε τον
συνομιλητή του και ένα αειθαλές χαμόγελο τον χαρίτωνε πάντοτε. Ασκητικός,
σοβαρός, σεμνός, σεβάσμιος, συνετός και χαρισματικός καθοδηγητής στα πνευματικά
θέματα.
Ένας ακόμη από
τους παλαιούς καλούς αναχωρητές των Αστερουσίων Ασκητηρίων, και αναχώρησε για
την ποθεινή και πανευφρόσυνη Βασιλεία των Ουρανών. Κοιμήθηκε στο Πανεπιστημιακό
Νοσοκομείο του Ηρακλείου, όπου νοσηλευόταν τους δύο τελευταίους μήνες. Ο
πατερικός Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος, καθώς και ο
Καθηγούμενος και οι πατέρες της Μονής Κουδουμάς στάθηκαν δίπλα στον αείμνηστο
Γέροντα με περισσή αγάπη.
Όλοι μας
ζητούμε τας μακαρίας ευχάς του από την Άνω Ιερουσαλήμ που ταξιδεύει ο
πνευματοκίνητος Γέροντας Αναστάσιος.
Σήμερα την Τρίτη
3 Δεκεμβρίου 2013 και ώρα 02.00 μ.μ. θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία και ταφή,
στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον επιχώριο Ιεράρχη κ. Μακάριο.
Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr
THE ELDER PORPHYRIOS ON THE ISSUES OF SADNESS, SORROW & ANGUISH.
THE ELDER
PORPHYRIOS
ON THE ISSUES OF SADNESS, SORROW &
ANGUISH
The important thing for us is to be
part of the Church. It is important for
us to be in unity with our fellow man, with the joys and sorrows of all
people. We should feel like they are our
people and that we should pray for everyone. We should pray for their salvation
and forget about ourselves. We should
want to do everything we can do for them just as Christ did for us. By being in the Church, we become one with
every unfortunate and hurting sinner. No
one should want to save himself without others also being saved. It is wrong for a person to pray for himself
so that just he will be saved. We should
love everyone and we should pray that no one is spiritually lost, that all of
them should be part of the Church. That
has value. It is with such an attitude that
a person should leave this life.
In the Church, this attitude is where
we have the sacraments that save us and there is no despair. We may be very sinful. We then confess our sins. The priest reads the prayer of absolution over
us and our sins are forgiven and then we move on to eternal life without anxiety
or fear.
Whoever lives with Christ becomes
one with Him, with the Church. He lives
a type of insanity because that life that he lives is different from the life
of other people. It is joy, it is light, it is delight, and it is
resurrection. This is the life of the
Church, the life of the Gospel and of the Kingdom of God. “The Kingdom of God is within us.” (Luke
17:21). Christ enters us and we enter
Him. It is like a piece of iron that is
placed in a fire and it becomes fire and light.
When it is taken out of the fire it again becomes dark iron.
All those who criticize the Church
because of the errors made by its representatives make a big mistake. They supposedly
do this to help and correct the Church’s wrongs. These people do not really love the
Church. Neither, of course do they love
Christ. We love the Church when we,
through our prayers, embrace every member of the Church and do whatever Christ
does. We sacrifice ourselves. We become vigilant. We do everything we can to do just as He did.
“Who, when He was reviled, did not revile in return.” (1Peter 2:23).
We should relate to the rituals of
the Church. We should live the sacraments,
especially the sacrament of Holy Communion.
Holy Orthodoxy is found in them. Christ is offered in the Church, in the
sacraments and especially in Holy Communion.
But for many people, Church is a
struggle filled with anguish and agony.
This is why these so-called religious people consider themselves
unfortunate for they see themselves to be in a terrible state. And surely, if a person does not understand
the depth of religion and lives its saving message, it becomes a fearful
sickness. It is so fearful that a person loses control of his actions. He becomes inconsiderate and feeble. He is filled with anxiety and sorrow and acts
with an evil spirit (under demonic influence).
He does genuflections, he cries, he shouts, he feigns humbleness, and
all this humbleness is simply a satanic act.
Some of the people live their religion like some type of hell. In Church, they do genuflections, make the sign
of the Cross, and say we are sinful, unworthy and as soon as they leave the
Church they start blaspheming holy things when someone upsets them. It is clearly revealed here that this is
demonic.
In reality, the Christian faith
changes a person and heals him. But the
most important presupposition for a person to have is to comprehend and
understand where truth is. It is found in humbleness, for egotism darkens the
mind of man. Egotism confuses him. It
leads him to delusion and to heresy. It
is very important for man to know the truth.
Mixed-up people follow heresies.
Mixed-up children come from mixed-up parents.
Many times, religious expressions
such as genuflections and crossing oneself will not attract Divine Grace. These are mysterious things. The most fundamental thing to do is to
abandon the superficial and go to the essence of things. Whatever happens, it should happen with
love.
When we do not live with Christ, we
will live in sadness, in sorrow, in anguish and in worry. We cannot live productively without
Christ. If we live without Christ then
many anomalies manifest themselves in our bodies. Our bodies are afflicted in our endocrine
glands, in our liver, in the pancreas, and in the stomach. People tell you: “In order for you to be
healthy you should drink milk in the morning, eat an egg along with two or
three pieces of buttered toast.” But yet, if you live properly like being in
love with Jesus, you will be fine by just eating an orange or an apple. The best medicine for you is to worship
Christ. All things then are healed. All things then function properly. The love of God changes all things. It transforms everything. Things are sanctified. Things are corrected.
They are changed. Jesus rearranges everything for us.
The love of Christ is something else
in our lives. There is no end to
it. It can never be satisfied. It gives life. It gives strength. It gives health. It gives, it gives, and it
gives. And as much as He gives, so much
more does man desire to be loved by Him while human love can corrupt man and
make him crazy. When we love Christ, all
other loves are diminished. Carnal love
seeks to be satiated. In carnal love envy becomes a problem. Griping enters the picture and it can even end
up in murder. Carnal love can be
transformed into hatred but love in Christ never changes. Worldly love lasts for a short time but slowly,
slowly fades away while divine love always grows and becomes more
profound. Every other type of love can
bring man to a point of dissolution. Divine
love raises us up to the sphere of God and grants us peace, joy and fullness.
The other pleasures of life tire us but divine love never tires us. It is an insatiable desire which a person
never gets tired of. It is the greatest
good in our lives.
When you love Christ, in spite of
all your weaknesses and your awareness of them, you have the certainty that you
have overcome death because you are in communion with the love of Christ.
We should feel that Christ is our
friend. He personally verifies this when
He says: “You are my friends” (John 15:14).
As a friend we should look to Him and approach Him. Do I fall?
Do I sin? We should hasten to be
close to Him with a sense of familiarity, with love, and be confident. We should do this without the fear that He
will punish us. We should approach Him with confidence and the understanding
that He is a friend. We should say to
Him: “Lord, I did it, I fell, forgive me.”
But at the same time we should do this knowing that He loves us, He
accepts us tenderly with love and forgiveness.
Do not let sin separate you from the love of Christ. When we believe that He loves us and we love
Him, we will not feel like strangers and separated from Him, even when we have
sinned. We have secured His love and no
matter how we act, we know He loves us.
The Gospel states specifically that
which is unjust in life will find itself in that place where there is weeping
and gnashing of teeth because when one lives far from the God, that is the way
things are. We know this from the Neptic
Fathers of the Church. (Nepsis and hesychia constitute the essential point of
life. Nepsis is the vigilance of the
nous and the watchfulness of the gates of the heart.) Many of the Fathers speak
about the fear of death and hell. They
say: “Always remember death.” If we
analyze these words carefully, there is a sense of fear of hell in them. A person who desires to avoid sin thinks this
way so that his soul will be constrained from sinning by fearing death, hell
and Satan.
All things in life have their
purpose, their time and their circumstance. The meaning of fear is good during the
first stages of spiritual development.
It is good for beginners. It is
good for the situation in which the old person still lives. A person in the first stages of spiritual
growth, a person who begins to understand himself is held back from evil by
fear. And fear is indispensible since we
are matter and earth-bound. But that is
one stage only. It is one of the lower
levels of spiritual development in reference to the divine. Let us look at a specific situation since we
desire to storm the gates of paradise and be rescued from hell. If we look at this issue of fear carefully it
can be used for our benefit. I like this
way of doing things. When a person proceeds and enters into the love of God,
why does he need fear anymore? Whatever
he does, he does it out of love and that has greater value. For a person who attempts to be good because of
the fear of God, then this does not have much value.
Whoever wishes to become a Christian
must first become a poet. If the soul is
corrupted and becomes unworthy of the love of Christ, Jesus cuts off His
relationship with it because He does not want fat souls close to him.
Nobody should be allowed to see and to
observe one’s private moments of worship towards the divine. All these things
should be done in private, mystically, just like in the life of an
ascetic. Do you remember when I told you
the story of the nightingale? It sings in the silence of the forest. Who hears it or praises it? How beautiful it sings in the
wilderness. If it expresses love, it
puffs up its diaphragm and it becomes like a hairy tongue. It may sit in a cave or in a ravine and
mystically praises God. Scorn your passions.
Do not have dealings with the devil and turn toward Christ.
The very slightest complaint against
your neighbor affects your soul and as a result of this it cannot pray. When the Holy Spirit finds your soul in such
a state, It does not dare to approach it.
We should always desire to seek after
the will of God. That is to our
benefit. It is the best thing for us and
for those for whom we pray. Christ will
give us everything most abundantly. But even if there is just a little egotism
in us, nothing can be accomplished with prayer.
When God does not give us something
that we insist on, He has His reason for doing this. We should know that God also has His secrets.
If you are not obedient to your
father confessor and you are not humble, the Jesus Prayer cannot be effectual
and there is the fear of us falling into delusion. Do
not say the Jesus Prayer as if it is a difficult task for you. Forcing yourself to say the Jesus Prayer may
bring about a negative reaction from within.
It can create something harmful.
Many people have become sick saying the Jesus Prayer because they forced
themselves to say it. It is not healthy
for you to force yourself to pray.
It is not important to gather your
thoughts together to say the Jesus Prayer.
It does not need a special effort if you have acquired divine love. Wherever you find yourself in your daily
routine; on a bench, in a chair, in a car, everywhere—on the road, in school,
in the office and at work, you can say the Jesus Prayer softly, without effort,
and without being self-conscious about it.
The importance of the Jesus Prayer is not the length of the prayer but
the intensity of the prayer. Pray for
even five minutes but offer this prayer to God with love and fervor. A person can pray for a whole month while a
five minute prayer can be more effectual.
Of course this is a mystery but that is the way it is.
A man who belongs to Christ makes
all things in his life a prayer. Even in
times of sorrow and difficulty this also becomes a time of prayer for us. Whatever happens to us in life we immediately
start the Jesus Prayer. Prayer is
profitable for all things, even the simplest of things. For example, if you suffer from insomnia: do
not think about sleep. Get up, leave
your room and then return to your room.
Get into bed as if it were for the first time without thinking whether
or not you will fall asleep. Concentrate your thoughts and say the doxology and
after this say the Jesus Prayer three times and in this way sleep will come to
you.
All things emanate from within us
like our instincts and they desire to be satisfied. If they are not satisfied at some point they
seek revenge which creates spiritual problems for us. Unless we can direct them
in the right direction we are in trouble..
You do not become holy by hunting
down the evil one. Leave evil
alone. Instead look toward Christ and He
will save you. Instead of you standing
outside the door and chasing away evil, ignore it. Does evil come at you from a certain
place? Look quietly in that
direction. Evil is intent on
embarrassing you. You should direct your
inner being toward that which is good, to Christ. Pray: “Lord Jesus Christ forgive me.” He
knows how to forgive you. He knows the
proper way to deal with you. He knows when you are full of that which is good and
you no longer turn to that which is evil.
With the Grace of God, you yourself become good. If you are at this point, can evil find a
place to enter your life? It
disappears. Are you overwhelmed by fear
and disappointment? You should turn to Christ. Love Him simply, humbly and without
reservations. He Himself will unburden
you.
Do not choose negative ways to
correct yourself. It is not necessary
for you to even fear the devil, hell, or anything else. I myself have a little experience in dealing
with this issue. Our purpose is not to
beat ourselves up and be uncomfortable so that we can improve. Our purpose is to live, to study, to pray,
and to move forward in love, in the love of Christ, in the love of the Church.
Abandon all your weaknesses in a way
that the evil one will not know that you are doing this. In doing this he will
not have the opportunity to grab you, put you down and fill you with
worry. Do not make any effort to free yourself
from these things. You should struggle
quietly and simply without struggle or sadness.
Do not say: “I will now force myself; I will pray in order to acquire
love so that I may become good etc.” It
is not good for you to force yourself and beat yourself up in order to become
good. In doing this, you will get a worse reaction. All things are done quietly, unhurriedly and
freely. Neither should you say: “My God,
free me from this, from anger and sorrow.”
It is not good for us to pray or to think about a specific passion. When we do this something happens in our
souls and we are in more turmoil. By
throwing yourself with force in order to defeat the passions you will see how evil
envelopes you, squeezes you, and your soul will be rendered helpless.
Freedom is not obtained if we do not
first free our inner being from turmoil and passions. This is our Church. This
is our joy. This is everything for us and that is what man is seeking
today. Man takes harmful things like
narcotics so that he can supposedly enter the world of joy which is false joy. The
addict feels something at the moment he takes the drugs and the following day
he is a broken man. One person feels
ground up by this activity. Another
person feels eaten up by this. Another
feels like he has fried his brain. While on the other hand, a person given over
to Christ is given life and joy. It
makes him joyful about life. He feels strong and wonderful about life.
We need a specific plan to acquire
holiness for our souls. A person can
become holy anywhere. He can become holy
even in Omonia Square (Athens) if he so desires. Even at work, whatever that is you are doing,
you can become holy. This can be
accomplished with meekness, patience, and love.
Every day you should have a new routine, a new desire, with a sense of enthusiasm,
love, prayer and stillness. We should not be anxious about doing this and feel
it is an effort.
Deal with life’s problems with a
sense of fervor, simply, quietly, without effort, with joy, exultation and a
good attitude. Divine Grace comes to us
we when respond this way. All unpleasant
things that remain in your soul that bring about sadness, can become catalysts
to worship God and they will then cease to cause you pain. Have trust in God.
When communication with Christ
happens simply, quietly and without pressure, the devil will leave. Satan does not depart under pressure or by
squeezing him out of our lives. He
departs when he encounters meekness and prayer.
He retreats when he sees the soul ignore him and it turns its love
toward Christ. He cannot endure being
ignored because he is haughty. But on
the other hand, when he is pressured, the evil spirit becomes aware of your
efforts and fights you all the more. Do
not concern yourselves with the devil; neither should you demand that he
leave. As much as you ask him to leave
the more he will stay and afflict you.
You should ignore the devil. Do
not fight him face to face. When you
fight him with spite he attacks like a tiger, like a wild cat. When you shoot bullets at him he will throw
hand grenades at you. When you throw a
bomb at him he will respond with an artillery barrage. Do not look at anything evil. You should look at the embrace of God and you
should fall into His presence and proceed with life.
A humble person is aware of what is
happening to his inner being even though it is ugly and he does not like what
he sees. He should not lose his cool
about it. But with an egotist, the
opposite thing happens. In the beginning
he is like a humble person. But if a
person bothers him a little, he immediately loses his sense of peace and
becomes nervous and upset.
When a person lives without God,
without tranquility, without trustworthiness, but with agony, sorrow, and
hopelessness he becomes physically and spiritually sick. Psychosomatic diseases such as neurosis and
split personalities are demonic conditions.
There is also a type of humbleness that is really demonic. They call it a feeling of inferiority. True humbleness does not speak. It does not say humble things, such I am
sinful, unworthy, and the least of all.
The humble person fears that these humble expressions will lead him to
vanity. The Grace of God never
approaches such a person. On the
contrary, the Grace of God finds him wherever true divine humbleness exists
which is complete trust in God. It is
our complete dependence on Him.
A vain soul is banished from eternal
life. Finally, egotism is unabashed
foolishness. Vanity creates air
heads. When we do something to show off
we end up spiritually empty. Whatever we
do, we should do it to thank God without personal interest, without vanity,
without haughtiness, and without egotism; without, without…..
The soul should never complain and
say “why did God do this to me? Why
couldn’t He do it differently? “This indicates that internally we have small
souls that object to God. It indicates
what a high opinion we have of ourselves in our haughtiness and in our egos.
When we ask why this tortures us, it creates that which the world calls a
complex. For example; why am I so tall or the opposite,
why am I so short? That type of attitude
leads to nowhere. There are people who
pray and do vigils for spiritual benefit but the opposite happens. This person suffers and becomes angry without
accomplishing anything. While, on the
other hand, with Christ, and with Grace, all evil things are banished. For a true believer there is that something
down deep within us that says why, but the Grace of God protects us against
this feeling. While the root of this question is a complex and beyond this a
rosebush blossoms with beautiful roses as long as it is watered with faith,
love, patience, and humbleness. In a
situation like this, the devil will fail to have any power over us and will cease
to exist. In other words, it does not
disappear but it wilts. The less a rose is
watered the more it wilts, it dries up, it disappears, and a thorn is formed in
its place. Do you get the message?
We can trouble God when we ask
something of Him. We become troublesome
to Him when we are spiritually far away from Him. We trouble Him when we ask something of Him
because our life is not in concert with His will. In reality, we live in opposition to God when
the soul lives in sadness and agony. .
Your spiritual father could say to
you: “How I would desire to be in a quiet place, a place where there are no
responsibilities, where you could tell me about your life from the beginning,
from that time when you understood who you are.
A place where you could tell me all the events you remember in your life
and how you dealt with them, not only the unsavory events but also the joyful ones. I do not mean only the sins but also the good
things. And I would like to hear about
your successes and your disappointments.
I want to know everything, all the things that make up your life.
Many times I have used general
confession with people and I have seen miracles result from it. At the time you speak to your father confessor,
Divine Grace comes forth and It releases you from all your unfortunate acts in
life, from our wounds, your spiritual afflictions and your guilt. This happens because when you speak to your
confessor he prays fervently for the absolution of your sins.
We should not return to the sins that
we have already confessed. Remembrance
of past sins creates bad things for us.
Have we already asked for forgiveness?
It is finished. God forgives all
things through confession. If I think
that I have sinned, that I am not functioning well then I will pray about
it. I do not close it up inside of
me. I go to my father confessor. I confess it.
It is finished. The important
thing about confession is what we are going to do with the rest of our lives.
Despondency and desperation are the
worst things. They are a trap of Satan in
order to make us lose our desire for spiritual things and to bring us to a
point of desperation.
Practically all sicknesses are the result
of a lack of trust in God. This creates
sadness. Sadness in turn creates an atmosphere
which terminates our religious efforts.
If you do not have love for Christ, if you do not busy yourself with
holy things, surely you will be enveloped with sadness and evil.
One thing that can help with the
feeling of oppression is work. Keep yourself occupied. These activities can be the garden, the
plants, the flowers, the trees, the outdoors, and walking. All these things remove us from inactivity
and create for us another desire other than sadness. These things act upon us like medicine. Our getting involved in the arts, music etc
does a lot of good for our souls. But to
that which I give a lot of attention is one’s interest in the Church, in the
study of Holy Scripture and Church services.
By studying the Word of God a person is healed without realizing it.
We should not be superficial, nor
should we rush to judgment of people based on their outward appearance. We should try to enter the depths of a person’s
soul. Maybe it could be a very good soul;
it could have existential issues which express themselves revealed in an
outward frantic way. The soul is dynamic. It has the power of expression. It wants
things. It wants to attract the
attention of others. But out of spiritual
ignorance, the soul has perverted things.
Just think for a moment if this soul could think about Christ. It would then believe and all the effort that
it has been vainly putting forth will now be for Christ. It will then do
everything it can to attract the Grace of God.
It will become holy instead of haughty.
Many times in our struggles and
fears, and with the ugliness of our souls, without our realizing it and without
our understanding it, we do bad things to people that we love very much. We
give you the example of a mother’s relationship with her child. The mother can sometimes transfer feeling of her
sadness about life to her child. She
transfers to the child her negative feelings about his health, about his
progress and she does this without verbalizing it. This shows that our natural
love that we have for loved ones can sometimes hurt them. But this does not happen when we have the
love of Christ. This love elicits calmness through prayer and with the holiness
of life. Love makes us holy and makes us
peaceful because love is God.
Translated
from the Greek by:
Fr.
Constantine (Charles) J. Simones, Waterford, CT., USA. September 5, 2011,cjsimones300@gmail.com
Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013
ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ. "Μερικοί λένε: «Έχω αγάπη». Όμως ξέρουν τι είναι αγάπη; Ποιος μπορεί να φτάσει την αγάπη; Για πείτε μου τι είναι αγάπη;"
Η
ΑΓΑΠΗ
Μερικοί
λένε: «Έχω αγάπη». Όμως ξέρουν τι είναι αγάπη; Ποιος μπορεί να φτάσει την
αγάπη; Για πείτε μου τι είναι αγάπη; «Ή αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, ή αγάπη
ου ζηλοί, ή αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ άσχημονεί, ου ζητεί τα
εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία,
συγχαίρει δέ τη άληθεία. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα
υπομένει». Αυτή είναι η αληθινή αγάπη,
εδώ βρίσκεται η ευτυχία του ανθρώπου. Και βέβαια το σπουδαιότερο είναι η αγάπη,
αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι το πώς μαθαίνουμε αυτή την αγάπη. Αν δεν
ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, δεν θα γίνει τίποτα. Πρέπει να απαρνηθούμε τον
εαυτό μας, τη θέληση μας, να συναισθανόμαστε ότι είμαστε αμαρτωλοί. Ο άνθρωπος
πρέπει να κοπιάσει για να φτάσει στην αληθινή πίστη, για να χτίσει, να πετύχει
την αληθινή αγάπη και ζωή. Στην αγάπη αντιτίθεται ο εγωισμός. Ο εγωιστής δεν
δίνει τίποτα. Μεριμνά μόνο για τον εαυτό του, αλλά και να αποκτήσει όλα τα
πλούτη του κόσμου πάλι δεν θα χορτάσει. «Εγώ δέ λέγω υμίν, αγαπάτε τούς εχθρούς
υμών, ευλογείτε τούς καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και
προσεύχεσθε υπέρ των έπηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί
του πατρός υμών του εν ούρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και
αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους».
—
Κάποιος μοναχός είχε δώσει υπόσχεση στον Κύριο να μην πίνει κρασί, και το να
αθετήσεις την υπόσχεση σου είναι μεγάλη αμαρτία απέναντι στον Κύριο. Μια φορά,
κι ενώ βρισκόταν μες στο δάσος, ληστές επιτέθηκαν στον μοναχό και τον
απείλησαν: «Γρήγορα πιες κρασί, αλλιώς θα σε σκοτώσουμε». Κι εκείνος σκέφτηκε:
«Αν πιω, τότε παραβιάζω την υπόσχεση μου. Αν δεν πιω, θα με σκοτώσουν κι
εκείνοι θα διαπράξουν φόνο. Η αμαρτία του φόνου είναι πολύ μεγαλύτερη από το να
αθετήσω εγώ την υπόσχεση μου». Τότε πήρε το ποτήρι και ήπιε. Βέβαια το έκανε
αυτό όχι από φόβο -που είναι κι αυτό μια αμαρτία- αλλά από αγάπη προς τον
πλησίον. Η αγάπη του μοναχού είλκυσε τη χάρη του Κυρίου.
Ο π.
Γαβριήλ θύμωνε μόνο όταν αντιλαμβανόταν να φωλιάζουν στο νου και στην καρδιά
του άλλου αρνητικοί λογισμοί, και με την ατελεύτητη αγάπη του τους έκοβε από τη
ρίζα τους. Δεν έλεγε ποτέ σε κανέναν: «Είσαι αμαρτωλός». Μόνο η στάση του, η
πίστη του, η αγάπη του και η αυτοθυσία του για τον πλησίον ήταν αρκετές για να
συντελέσουν στην αλλοίωση του άλλου. Αν κάποιος θύμωνε με πρόσωπα ή
καταστάσεις, εκείνος του μιλούσε τρυφερά και αγαπητικά. Σε κάποιον που είχε
εξοργιστεί με κάποιον ιερέα του είπε στο τέλος απλά:
— Τώρα να πάρουμε κρεμμύδι, ψωμί, κρασί
και να πάμε σε εκείνον.
Ο πιστός,
συγκινημένος από το μεγαλείο της αγάπης του Γέροντα, καταπολέμησε τους
αρνητικούς λογισμούς που τον είχαν καταλάβει και ζήτησε συγχώρεση.
— Γιατί ο άγιος Σίο Μγβιμέλι μπήκε στο σπήλαιο; Από μεγάλη αγάπη προς τους
ανθρώπους! Ο Θεός είναι ταπείνωση, αγάπη, υπακοή. Ο ίδιος ο τρισυπόστατος Θεός
είναι αγάπη. Όπως ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι και ο Υιός
αγαπάει τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, και το Άγιο Πνεύμα αγαπάει τον Πατέρα
και τον Υιό. Γνωρίζοντας ο Θεός πόσο μεγάλη χαρά φέρνει αυτή η αγάπη,
δημιούργησε τον άνθρωπο και όλη την κτίση γύρω του. Για να χαίρονται! Και δεν
ήθελε να Τον αγαπούν με το ζόρι. Γι' αυτό έδωσε την ελευθερία στους Αγγέλους
και στους ανθρώπους. Οι Άγγελοι, πιο δυνατοί από τους ανθρώπους, ρωτήθηκαν ευθέως
από τον Κύριο αν αγαπούν ή όχι τον Δημιουργό τους, και τους έδωσε την ευκαιρία
να μείνουν μαζί Του, για να γίνουν πιο τέλειοι. Όμως ο άνθρωπος ήταν πιο αδύναμος.
Κι ο Θεός φύτεψε στον Παράδεισο, εκτός από το δέντρο της ζωής, και το δέντρο
της επιλογής του καλού από το κακό, για να μάθουν την αγάπη. Όταν ο Αδάμ θα
δυνάμωνε στην αγάπη, τότε θα του έδινε και τον απαγορευμένο καρπό και δεν θα
αμάρτανε. Σαν τους αγίους Αγγέλους, που γνωρίζουν τι είναι καλό και τι κακό, οι
οποίοι δυνάμωσαν τόσο στην αγάπη και στην καλοσύνη, ώστε να μην μπορούν να
κάνουν κακό. Αλλά και ο κακός, τόσο παγιώθηκε στην κακία, που δεν μπορεί να
κάνει το καλό.
— Ο Αδάμ απομακρύνθηκε από την Αγάπη. Δεν
υπάκουσε και παραβίασε τη νηστεία. Ο Αδάμ πλάστηκε κατ' εικόνα Θεού, με προοπτική
το καθ' ομοίωσιν. Έτσι έπρεπε να μιμηθεί τον Θεό και στην καλοσύνη Του. Θα
γινόταν κι εκείνος Θεός, όχι βέβαια κατά φύσιν -γιατί ο Θεός είναι ένας και
κανείς δεν Τον έχει δει- αλλά κατά χάριν. Η Αγία Γραφή λέει: «Θεοί έστε».
Κάποια
φορά τον ρώτησα:
— Ποιος είναι πιο μεγάλος; Οι Άγγελοι ή οι
άγιοι;
— Έχουν τόση διαφορά, όση ο ήλιος με τα
μυρμήγκια!
— Ανάμεσα στους αποστόλους υπάρχουν
μεγάλοι και μικροί;
— Όλοι οι απόστολοι είναι ίσοι. Σύμφωνα με
την ουράνια ιεραρχία, πρώτα είναι η Αγία Τριάδα, μετά η Παναγία, η Μητέρα του
Θεού, έπειτα ο αρχάγγελος Μιχαήλ, στη συνέχεια οι στρατιές των Αγγέλων, κατόπιν
ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και τέλος οι άγιοι.
Οι
Ιεχωβάδες επικαλούμενοι κάποια χωρία από την Αγία Γραφή, αρνούνται τη μετάγγιση αίματος, θεωρώντας ότι
με το αίμα «μεταγγίζονται» και οι αμαρτίες. Ο π. Γαβριήλ έλεγε γι` αυτό το
θέμα:
— Ναι,
στο αίμα είναι οι αμαρτίες. Αλλά αν ο άνθρωπος πεθαίνει, πρέπει να του δώσεις
αίμα για να τον σώσεις. Μεταγγίζεις αγάπη ! Κι η αγάπη σκεπάζει τις αμαρτίες.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995) Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013
ΘΑΥΜΑ! ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΞΥΛΙΝΗ ΠΟΡΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΑΜΠΟΒ.
Θαύμα
! Πρόσωπο του Αγίου Νικολάου εμφανίζεται στην ξύλινη πόρτα .
Στην
πόρτα του υπόστεγου στο χωριό του Ταμπόβ εμφανίστηκε η εικόνας του Αγίου
Νικολάου του θαυματουργού στις Τετάρτη,
5 Μαΐου, 2013. Ο επίσκοπος της Ταμπόβ
Κ.Κ Θεοδόσιος Michurinsky πήγε προσωπικά
στην περιοχή στο χωριό του Âblonovec να
επιβεβαιώσει ένα πραγματικό θαύμα. Πριν
από ένα χρόνο η οικογένεια αγόρασε στο χωριό Šibinyh, ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που ήταν έτοιμο να
κατεδαφιστεί. Το Κτίριο σιγά-σιγά άρχισε να αποσυναρμολογήσετε και η παλιά πόρτα
αφαιρέθηκε και πήγε στον αχυρώνα. Έμεινε εκεί για σχεδόν ένα χρόνο. Όταν είδαν το
θαύμα η πόρτα μεταφέρθηκε σε μια εκκλησία στο χωριό Šehman.
Κάτοικοι
της περιοχής πιστεύουν ότι όταν περισσότεροι άνθρωποι έρχονται για να
προσκυνήσουν την εικόνα τόσο ισχυρότερη εμφανίζεται η εικόνα. Αριστερά υπάρχει και
δεύτερη σιλουέτα. Το πρόσωπο δεν φαίνεται
καθαρά, αλλά, σύμφωνα με τους ειδικούς, πιστεύουν ότι μάλλον είναι ο Άγιος, Τύχωνος
του Ζαντόνσκ.
Чудо!
Ликът на Св.Николай се появява на дървена врата.
На
двери сарая в Тамбовском селе проступило изображение св.Николая-Чудотворца.В
среду, 5 мая, епископ Тамбовский и Мичуринский Феодосий лично отправился в
Петровский район подтвердить, что в селе Яблоновец произошло настоящее чудо.
Год назад семья Шибиных купила в селе заброшенный домик под снос. Строение
потихоньку стали разбирать, старую дверь сняли и навесили на сарай. И она
провисела почти год. «На днях дочка вышла во двор после дождя и увидела на
двери икону, - говорит хозяйка дома Александра Шибина, - она бросилась к лику и
стала его целовать, а потом прибежала и говорит мне: у нас чудо во дворе -
Николай Угодник появился!». Дверь тут же сняли и отвезли в церковь в село
Шехмань.
Местные
жители уверены, чем больше людей приходят поклониться святыне, тем сильнее
проступает изображение. Слева стал просматриваться второй силуэт. Лица пока не
видно, но, по словам специалистов, уже понятно, что это какой-то святой в сане
митрополита. Реставратор утверждает, что это местный святой, возможно,
святитель Тихон Задонский. Уже сейчас к месту чуда приезжают прихожане из
ближайших регионов. Когда же в селе Яблоновец появится своя часовня, икону
должны отправить туда. В ближайшее время обретенная икона Николая Мирликийского
будет находиться в церкви села Шехмань.
Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (1988-1953_ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΑ.
Το 1920 ή Παρασκευή γνώρισε τον επίσκοπο του Ντμήτροβ Σεραφείμ (Ζvezdinsky) και τον έκανε πνευματικό της πατέρα. Ό επίσκοπος καθοδηγούσε την Παρασκευή στην πνευματική ζωή με αρκετή αυστηρότητα, στους άλλους όμως μιλούσε γι` αυτήν με μεγάλο σεβασμό. Στο ημερολόγιο της ή οσιομάρτυρας σημείωνε και τα παρακάτω:
"Με
τις προσευχές του αγίου γέροντα μου, αυτού του σοφού και στοργικού πνευματικού
οδηγού μου μέσα στην ταραγμένη θάλασσα της ζωής, χαίρομαι και ψάλλω: «Έστερεώθη
εν Κυρίω ή καρδία μου». Τώρα ό Κύριος μου αποκάλυψε ' με πόση σοφία με οδήγησε
ό γέροντας μου από το σκοτάδι στο φώς. Χαίρομαι και ευχαριστώ το Θεό πού με
αξίωσε να συναντήσω έναν τόσο σοφό άββά. Ευχαριστώ το γέροντα μου πού με καθοδηγούσε
με τέτοιο τρόπο, αν και ομολογώ ότι ήταν πολύ δύσκολη κι επίπονη ή διαδικασία,
κυρίως όταν ό γέροντας μου στερούσε τόσο αδίστακτα εκείνα πού έτρεφαν τον
εγωισμό μου. Πόσα βάσανα και πόσοι πόνοι γέμισαν τότε την ανήσυχη, φίλαυτη και
πονηρή καρδιά μου. Τώρα ανακάλυψα από μόνη μου εμπειρικά πόσο δύσκολος και
επίπονος είναι ό αγώνας για να μεταβεί κανείς από τον εγωισμό στην αγάπη. Και
χαίρομαι όταν βλέπω πώς ή αγάπη και ή υπακοή στο γέροντα μου κατεδάφισαν τη
φιλαυτία και την αυτοεκτίμηση μου, και βλέπω γκρεμισμένα τα είδωλα εκείνα πού πριν
από λίγο καιρό λάτρευα.
Με
πολλά δάκρυα, με βαθιά καρδιακή ευγνωμοσύνη ασπάζομαι ακατάπαυστα τα τίμια
πόδια τού σοφού γέροντα μου, πού ως δεύτερος πράος Δαβίδ, τόσο απλά και τόσο
εύστοχα, χτύπησε στο κεφάλι το νοητό Γολιάθ μου. Τώρα βλέπω πόσο δύσκολο είναι να
μείνεις αληθινό παιδί τού πνευματικού πατέρα σου, όταν εκείνος ξεριζώνει τη
ρίζα της υπερηφάνειας, όταν σταυρώνει ή σκοτώνει στο πρόσωπο σου τον παλαιό
άνθρωπο. Στο δρόμο αυτόν δεν μπορεί κανένας αμαρτωλός γιός τού Αδάμ να κρατηθεί
χωρίς τη βοήθεια και τη στήριξη τού Θεού, πού μας επισκέπτεται με τις προσευχές
του Γέροντα".
Το 1921
ό επίσκοπος Σεραφείμ διάβασε την ρασοευχή στην Παρασκευή, πού κράτησε το ίδιο όνομα
- Παρασκευή - και συναριθμήθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής των Βλαχερνών.
Πολύ σύντομα όμως στη Μητρόπολη ήρθε ένα γράμμα με παραλήπτη τον επίσκοπο. Μ'
αυτό ή ενορία της εκκλησίας της Παναγίας του Καζάν, του χωριού Ποντλίπιτσιε.
παρακαλούσε να γυρίσει πίσω ή μοναχή για να συνεχίσει την εκπαίδευση των παιδιών.
Υποσχέθηκαν πώς θα της νοικιάσουν ένα διαμέρισμα και θ' αναλάβουν τη διατροφή
της. Στις 25 Ιουλίου τού 1921 ό επίσκοπος Σεραφείμ προχώρησε στην έκδοση της ακόλουθης
απόφασης:
"Απαντώντας
στο αίτημα των αγροτών και με στόχο τη στερέωση της πίστης και τη μόρφωση των
παιδιών με κανόνες χριστιανικούς, ή μοναχή Παρασκευή Ματιέσινα, υπακούοντας
στους ιερούς όρκους της, καλείται από το μοναστήρι για το ιεραποστολικό έργο στο
χωριό, παραμένοντας ταυτόχρονα μέλος της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Βλαχερνών.
Ευελπιστώ και είμαι βέβαιος, ότι ή ηγουμένη και οι αδελφές θα δώσουν ευλογία στη
μοναχή Παρασκευή να φύγει από το μοναστήρι χωρίς κανένα γογγυσμό ή δυσαρέσκεια και
θα την προπέμψουν με χαρά για το σπουδαίο χριστιανικό και ιεραποστολικό έργο,
επειδή γνωρίζουν τη δύσκολη εποχή της απιστίας πού ζούμε σήμερα, και θα θυμούνται πώς ό άγιος Σέργιος έδωσε ευλογία
σε δύο μοναχούς του να φύγουν από το μοναστήρι, για να προστατέψουν την Αγία
Εκκλησία και την πατρίδα από τις επιθέσεις τού εχθρού".
Στις
27 Νοεμβρίου τού 1921 ό επίσκοπος χειροτόνησε διακόνισσα τη μοναχή Παρασκευή,
σύμφωνα με την αρχαία χριστιανική τάξη. Από τότε ή Παρασκευή άρχισε να διακονεί
στην εκκλησία της Παναγίας τού Καζάν στο Ποντλίπιτσιε, όπου πολύ συχνά λειτουργούσε
κι ό επίσκοπος Σεραφείμ, πού ζούσε κοντά στην εκκλησία. Ό σοφός γέροντας
καθοδηγούσε τη μοναχή Παρασκευή στο δύσκολο δρόμο της πνευματικής τελείωσης,
ταυτόχρονα όμως τη θεωρούσε ως ένα από το πιο κοντινά πνευματικά του παιδιά.
Σημείωνε ή ίδια τα ακόλουθα:
"Δεν
μπορώ να εκφράσω με λόγια πόσο ωφέλιμη και παρηγορητική ήταν ή τελευταία μου
επίσκεψη στο γέροντα, έγραφε στο ημερολόγιο της ή Παρασκευή. Ένιωθα να
κυριαρχεί μέσα μου ή ειρήνη κι ή χαρά, αισθανόμουν το φωτισμό του νου και της
καρδιάς μου, την αλλοίωση όλης μου της ύπαρξης. Ή συνείδηση μου ήταν ήρεμη,
ήμουν απελευθερωμένη από τα δεσμά της αμαρτίας. Θεέ μου! Τί ευλογία πού είναι ή
μετάνοια για τούς πεπτωκότες! Πόσο μεγάλη εξουσία «του δεσμείν και λύειν» δόθηκε
στους αγίους αποστόλους! Ευλογημένη ή μέρα και ή ώρα πού ό Κύριος με αξίωσε να
βρεθώ μπροστά στον άγιο γέροντα μου και να δέχομαι από εκείνον τα άγια
μυστήρια.
Ω, βάθος σοφίας! Ω, βάθος ελέους! Εγώ, ένας μικρός κόκκος άμμου,
χάνομαι μέσα σ' αυτήν την άβυσσο. Ήμουν μια τιποτένια και μιαρή, ακάθαρτη,
ταλαιπωρημένη, με βαρύνουν όλα τα εγκλήματα, ήμουν παραμορφωμένη από την
αμαρτία, εξαντλημένη, ασύνετη. Και τώρα είμαι ξανά αναζωογονημένη,
παρηγορημένη, θεραπευμένη, κεκαθαρμένη και πνευματικά ίματισμένη. Για όλ' αυτά τα
χαρίσματα, πού μου δόθηκαν δωρεάν από το έλεος του Θεού, τί μπορώ να πω, πώς να
σ' ευχαριστήσω; Δέ βρίσκω λόγια κατάλληλα. Έδώ τα χείλη σιωπούν. Σιγησάτω πάσα
σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου. Μακάρι να μπορούσα να περπατώ
πάντα μπροστά στα μάτια τού Θεού με φόβο και τρόμο. Πόσο θλιβερό και άδικο
είναι να δέχεσαι τέτοια δώρα και αγαθά, κι έπειτα να γίνεσαι πάλι αιχμάλωτος
της αμαρτίας! Πόσο φόβο μου προκαλεί ή δική μου αδυναμία και αστάθεια! Θεέ μου.
Θεέ μου, τί να κάνω; Είμαι τόσο αδύναμη, τόσο ασταθής, τόσο επιρρεπής στην
αμαρτία! Στήριξε με μην επιτρέπεις να πέσω. κλείσε την άβυσσο της αμαρτίας,
θέσε μου όρια να μη σε παροργίσω ξανά, αλλά να μένω πάντα σταθερή στην αλήθεια
Σου, με τις ευχές τού γέροντα μου και πάντων των αγίων".
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ Γ
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
ΟΜΟΛΟΓΗΤΡΙΕΣ.
ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ. ΑΘΗΝΑ
2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









