Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!!! π.Διονύσιος Ταμπάκης




ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

 π.Διονύσιος Ταμπάκης 


ΚΑΡΦΙΤΣΩΝΕ αιμωδιάζων το σώμα, ο επερχόμενος χειμώνας, σε ετούτο το σωτήριο έτος, όπου ο Θεός δυσωπούμενος από το έλεός Του έδωκε απόφαση να στείλει χιόνια εκείνη την χρονιά ,καίτοι οι αμαρτίες μας πολλές, κάμνωντας το τοπίο, όσο έφτανε η ματιά σου, να μοιάζει ως πάλλευκη νυμφική σινδόνα,παρθένα κι’ απάτητη από τους βηματισμούς των προσκυνητών που ανέβαιναν ,κόβοντας το μονοπάτι , χουχουλιασμένοι με τα μάλλινα σκουφιά τους μέχρι τα φρύδια προς τις Καρυές,για να προσκυνήσουνε την Παναγία του Πρωτάτου.

Εκ της καπνοδόχου όμως ανέθωρε παρήγορος ο πυκνός ο καπνός από την χειροποίητη ξυλόσομπα του ιερού σκηνώματος ενός ευρύχωρου και ευπρεπούς Κελλιού.

Ο ευλαβής παπα-Στέφανος ,που εόρταζε σήμερα τα ονομαστήριά του ,είχε απολειτουργήσει και καταλύσει προ ώρας ,είχε φάει και το λευκόν κατακλαστόν από της ιεράς Προθέσεως και με πρόθεση όλος αγάπη και ευσπλαχνία άνοιγε τα κιτάπια της ψυχής του χαρίζοντάς μας συμβουλές εν μέσω πολλών διαφόρων ,αξιοπερίεργων και ωφελίμων διηγήσεων από τον χιονοστεφή Άθωνα και τα πέριξ αυτού κελλία.

…Το θυμίαμα πλανόνταν ακόμη αδιάλυτο στον περιβάλλοντα αέρα του σκηνώματος  σχηματίζοντας διάφορα στεφάνια και  φάσματα που εμύριζαν ευωδία και μόσκιζαν ευφρόσυνα τον αέρα καθώς μαζί του συνόδευαν  ζωηρές οι ωδές των καλλίφωνων ψαλτάδων που έπιναν και εκείνοι μαζί μας τώρα ζεστό δίκταμο με καστανόμέλο πικρόγλυκο Αθωνίτικο ,ενώ παρέτειναν κι’άλλο τις υμνωδίες τους ψάλλοντας  μόλπους Χριστουγεννιάτικους και εύρυθμα Ψαλτοτράγουδα για τον αφέντη νιογέννητο Χριστό και την γλυκοστάλακτη μητέρα Του.

-Που λέτε παιδάκια μου ,χαρά ανεκλάλητη λαμβάνει η ψυχή τ’ανθρώπου σαν λατρεύει τον Πανάγαθο Θεό.

Μα κατέχετε τι σημαίνει το ρήμα λατρεύω;

-«Αγαπώ» Γέροντα.

-Και μοναχά αυτό;Ο Θεός είναι αγάπη πιο πάνω και από την αγάπη.Μιά αιωνιότητα θα την λαβαίνουμε μα δεν θα την καταλαβαίνουμε. Δεν μπορεί κτιστό πλάσμα να την ορίσει και να την προσδιορίσει κατά

πως είναι.

Επίσης δηλώνει όχι μόνο την αγάπη αλλά και την φροντίδα. Γι’αυτό λέμε πως οι νοικοκυρές κάνουνε λάτρα στο σπίτι ,δηλαδή το ευτρεπίζουν και το

‘πηρετούν για να γίνει καθαρό.

Ήπιε μια ακόμη βαθιά ρουφηξιά από το ζεστό του σκουπίζοντας ευγενικά με τα ακροδάκτυλα τα γένια του συνάμα και αφού πήρε μικρή αναπνοή, συνέχισε με ζήλο νέου δοκίμου:

-Ονομάζουμε τις προσευχές ,τις ακολουθίες μα πρωτίστως  την Θεία Ευχαριστία ως Θεία Λατρεία.

Ναι, λατρεύουμε και ‘μεις και προσκυνούμε Κύριον τον Θεόν μας κατά πως «άξιον εστίν και δίκαιον» και πρέπον …μα ξέρετε; Και σηκώθηκε το ευκίνητο βλέμμα του προς τον υψηλό φεγγίτη χαμηλώνοντας συνάμα

και την φωνή του για να δώσει πιότερο  δέος και ιεροπρέπεια στην αφήγηση του. Δεν λατρεύουμε μονάχα εμείς τον Χριστόν αλλά κατά κάποιο τρόπο μας « λατρεύει» και εκείνος.

Άμα καθίσετε ν’αναλογιστείτε πως υφαίνονται οι ακολουθίες μέσα στην Εκκλησιά ,θα αναφωνήσετε πως κάθε Λειτουργία η είναι μία αγάπη, ένα χάδι βελούδινο , μία αγκαλιά ,μία στοργή, ουράνιος έρωτας του καλού Θεού  και χαμόγελο όπως χαμογελά χαρωπή η μητέρα στο νεογέννητό της που μόλις αποβγήκε στην αυλή της ζωής.

Όλα στην Εκκλησιά είναι χάδι και αγκάλη. Και όσο τον Λατρεύουμε τον Θεό ,τόσο μας λατρεύει και μας φροντίζει και Εκείνος.

Μας λαλεί την καμπάνα και μας τραγουδάει το κάλεσμά του όπως η μάνα όταν φωνάζει την παρήγορη φωνή για το φαγητό στο  σπιτικό τραπέζι.

Με την θυμίαση μας ραίνει καλωσορίσματα στον οντά του.

Με τα ψαλσίματα ,όλο θάλπος , σαν μυνίρισμα  ερωτευμένου, μας χαιδεύει  την ψυχή.

Οι άγιοι στις τοιχογραφίες σε κοιτούν σαν να είσαι εσύ ο μόνος άνθρωπος στην γη και σε κυκλώνουν με αγάπη  που ξεπερνά τον εφήμερο χρόνο.

Και να, οι ιλαρές  ασημόχρυσες κανδήλες που κρέμανται  από τα φιλότεχνα εικονοστάσια ν’αναπέμπουν φαιδρό το ακτινοβόλημά τους καταλαγιάζοντας τον τάραχό μας.

Οι ευχές γιομάτες ποίηση ,καλοσύνη,νοιάξιμο,γιάτρεμα  και παρηγόρια .

Και σαν φθάσει το «Λάβετε ,Φάγετε»,τότε ανοίγουν οι θύρες του ουρανού και σε βάζουν ζωντανό μέσα στον Παράδεισο και εσύ ,με έντρομο αναγάλλιασμα, δεν θωρείς τον εαυτό σου άξιο για ετούτη την αγάπη.

Κι’όταν  έλθει αυτή η άγια στιγμή να Κοινωνήσουμε όλα τα σύμπαντα  καταπραϋνονται και ‘μεις γινόμαστε φάντη που χωρά και υποδέχεται μέσα στα ταπεινά σανίδια της ολάκερο τον  Θεό.Τότε είναι που ο άνθρωπος σαν χειμωνανθός ανοίγεται όταν στου πράου κι’ακάκου Χριστού την αγκαλιά κλείνεται.

Άμα το λοιπόν δεν προσλαμβάνουμε και νοιώσουμε την Εκκλησία ως φιλί και θάλπος φιλόστοργο στην παγωνιά του κόσμου,αν δεν την καταλάβουμε ως  λυσίπονο  χάδι και έλεος τόσο που όλα τα κύτταρά σου να πανηγυρίζουν σαν γυρίζουν γύρω από τον Εσταυρωμένο που στέκεται όλος  αδιεκδίκητη αγάπη και μητρική υπομονή στην πλάτη της Αγίας Τραπέζης και με τα άγια χέρια του κάνει μία απερινόητη  αγκαλιά όλη την πλάση, τότε είμαστε ξένοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι και κολασμένοι εντός του ίδιου του παραδείσου.

Κι’όταν ο Λειτουργός δώσει  το «δι’ευχών «και σημαίνει το πέρας της λογικής λατρείας τότε πρέπον είναι να συνεχίζεις να οσφραίνεσαι τον απόηχο της άγιας αγάπης ακόμη στην ψυχή σου.

Και όσο άνοιγε ο παπα-Στέφανος την καρδιά  του ,δεν έπαυε να ευωδιάζει το άγιο τεμένι της Παναγιάς από λιβάνι μ’άρωμα  κεχριμπαριού , χειμωνιάτικου,που είχε ρίξει κουβαρντάδικα ο διάκος στην εορτή πριν ακόμη φέξει και μοσχοβολούσε  όλο το τερπνό Εκκλησάκι και το αρχονταρίκι με την παρήγορη ξυλόσομπα.

Μα τι δυστυχία να θωρούμε τις άγιες προσευχές και τις συνάξεις της Εκκλησίας σαν θεατρικές παραστάσεις δίχως συναισθήματα , χρώματα και αρώματα, δίχως την νοσταλγία της Βασιλείας, παρά σαν ένα πανηγυράκι ή μία βαρετή τελετουργική διαδικασία κι’ αγγαρεία με αυστηρούς ,ψυχρούς και αδιαφόρετους  τύπους δίχως της καρδιάς τα αναπετάσματα , όλα ακαταλαβίστικα, ατραγούδιστα,μπαγιάτικα   και ανέγγιχτα στο μέσα μας…και κουνούσε το λευκό κεφαλάκι  που επιστεγάζονταν από ένα τσόχινο καθάριο καλπάκι.

Η συζήτηση πήρε και άλλο συνέχεια καθώς τώρα ένα ψηλό καστανόξανθο σιωπηλό Καλογέρι αναβαστούσε στα λιγνά  χέρια του ,μαζί με το λεπτό ‘κατοστάρι κομβοσχοίνι ,μία μεγάλη κρυστάλλινη πιατέλα με μπερεκέτια κι’ολόφρεσκους κουραμπιέδες γεμάτους  κουβαρντάδικα από αμύγδαλο ομοιάζοντας σαν πλεούμενο ζαχαρωμένο παγόβουνο , άσπρους και αμόλευτους όπως η πάναγνη λευκή χιόνα που έπεφτε στο Άγιον Όρος.

Η δε μουσικοπαρέα κατηρτισμένη  και αυξανομένη τώρα και από άλλους Μοναχούς , έτι δε κι’από κάποιους  προσκυνητές της συνοδείας καθώς κι’από  τρείς ιερόπαιδες της Αθωνιάδας που είχαν ‘ξομείνει στο περιβόλι της Παναγιάς  για τις διακοπές προκειμένου να εορτάσουνε Χριστούγεννα Χριστιανικά και Ρωμαίϊκα, συνεχίζαν με περισσότερη θέρμη να αναμέλπουν τα ποθεινά εορτάσιμα άσματα, ενισχυόμενοι κι’άλλο από την ενέργεια  των παρατεθέντων γλυκυσμάτων, και μετά ,σαν αποφάγαν και τις παραδοσιακές απαραίτητες για την ημέρα δίπλες πλουμισμένες με άφθονο μέλι και πασπαλισμένες με καρύδι κι’αφού δευτερώσανε και τριτώσανε ,δώστου μειλίχιο μεράκι ενόσω σαν από μέθη τραβούσαν  μετάρσιοι το Θείο απολάτρεμα  ….ψάλλοντας  μα ζήλο το μεγαλυνάριον: «Η Παρθένος σήμερον» με τρόπο επινίκιο ως παιάνα  , μετά τους Κανόνες αργά και αγγελόψαλτα σε ήχο πρώτο : «Χριστός γεννάται δοξάσατε», κατόπιν το  περίτεχνο «Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρὶ;»  με τόσο αίσθημα και πόθο που σε έκανε να βλέπεις εκείνη την στιγμή  ενώπιόν σου τον σιωπηλό Ιωσήφ έντρομο, καταπληττόμενο και θαμβωμένο από το ανεξιχνίαστο θαύμα του Θείου τόκου  ενώ στο τέλος μελωδήσανε με ακούραστο σθένος το  συγκινητικότατον:  «Στέργειν μεν ημάς» σε αργοσύντομο ρυθμό.

Όλα μία άμιλλα του ορατού και του αόρατου κόσμου μα κι’αλληλοπεριχώρηση ουρανού και γής. Η αιωνιότητα είχε καταδεχθεί να κατέβει στον χρόνο μα κι΄’ο χρόνος είχε λυτρωθεί από την φθορά αφού ό,τι ακουμπά ο ηλιόλουστος Χριστός το αφθαρτίζει.

Έξω από το βυζαντινό Κελλίον ο ήλιος ο κτιστός ειχε αποκρυβεί κατανυκτικός πίσω απο τις χειμερινές νεφέλες για ν'αναπαυθεί λιγάκι απο το μεροκόπι του και ίσα που έδινε νωθρές τις μαρμαρυγές του.

Μα ο ακατανόητος  σε γλυκάδα Θεός συνέχιζε να  κανακεύει  τρυφερός την  λατρεμένη πλάση Του, καθώς κάπου-κάπου οι νιφάδες του χιονιού , με χάρη και νάζι, σαν Νυφάδες αγνοστόλιστες που μόλις αποβγήκανε από την Εκκλησιά,  , στροβιλίζονταν δροσερές, λιγερές

κι’ἀναρριχώμενες   στα ριπίσματα του ανέμου , όπως  η άσπιλη ἄχνη, των κουραμπιέδων που έτερπε τους λάρυγγας των προσκυνητών σε τούτο το άγιο σκήνωμα,κάμνοντας την γη  του Άθωνα  Θεία Βασιλεία του, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, νεογεννηθέτος Ιησού Χριστού.

 

-Εν Αγίω Όρει του σωτηρίου  έτος  2024-



Μέρα με τη μέρα. Ημερολόγιο Ορθοδόξου Ιερέα! 71


 

Ρίξτε μια ματιά στα Δώρα του Θεού

12 Μαρτίου.

«Επειδή, όλη τη γη που βλέπεις, σου έδωσα... Σήκω, περπάτα μέσα από αυτή τη γη στο μήκος και στο πλάτος της» ( Γεν. 13:15–17 ).

Ο Κύριος έδωσε στον Αβραάμ τη γη της επαγγελίας ως δική του. Και ο Κύριος σας δίνει το ίδιο με πνευματική έννοια. Αποδεχτείτε για τον εαυτό σας, σε αυτή την πνευματική βάση, αυτό που σας δίνεται με μια ακλόνητη υπόσχεση. Αυτή είναι η ιδιοκτησία σας, ένα καλό μέρος που μπορεί να κορεστεί πλήρως την ψυχή σας. Σηκωθείτε και περπατήστε με πίστη στη δική σας γη, μπείτε στη χρήση της. Σηκωθείτε, περπατήστε σε όλο το πλάτος και το μήκος της αγάπης που σας δόθηκε, κοιτάξτε την, εσωτερικεύστε την, αρχίστε να περπατάτε στη δύναμη αυτής της αγάπης.

Ίσως θα βρεθείτε αντιμέτωποι με μια δοκιμασία ή μια κρυφή θλίψη. Αναζητήστε λοιπόν το βάθος της αγάπης του Ιησού Χριστού! Είναι το πλεονέκτημά σου τελικά. Θα διεισδύσει ως τον πάτο της λύπης σου, της φροντίδας σου.

Ανησυχείτε για ένα αγαπημένο σας πλάσμα; Είστε πρόθυμοι να τον βοηθήσετε; Σηκωθείτε, σηκωθείτε και περπατήστε στο πλάτος της κληρονομιάς που σας δόθηκε. Αφήστε το εύρος της αγάπης του Χριστού να σας αγκαλιάσει, αγκαλιάζοντας όλες τις ψυχές που φροντίζουν για εσάς, και τον εαυτό σας, έτοιμο να χύσει ευλογία και ειρήνη σε αυτές και σε εσάς. Αναζητήστε την, το πλάτος της, όλο τον πλούτο της συμπόνιας της, βυθιστείτε σε αυτήν την αφθονία και περπατήστε μέσα της.

Ανησυχείτε μήπως χωρίσετε από αγαπημένα πρόσωπα, απομακρυνθείτε από αυτόν που θα θέλατε να ακολουθήσετε, βήμα-βήμα και δεν μπορείτε επειδή είστε μακριά; Σκεφτείτε λοιπόν το μήκος της αγάπης του Χριστού, που φτάνει παντού και σε όλους, που εκτείνεται σε μέρη όπου τα χέρια σας δεν μπορούν να φτάσουν. Παράδωσε τα πάντα σε αυτή την αγάπη και ηρέμησε.

Θλίβετε για ένα αγαπημένο ον που δεν είναι πια στη γη, ή λαχταράτε να ενωθείτε μαζί του στην πολυπόθητη πατρίδα σας και να επισπεύσετε την ώρα της συνάντησης - τότε συλλάβετε το ύψος της αγάπης του Χριστού, που, όντας με τα ουράνια, παρηγορεί τους γήινους και ενώνει τους πάντες. Αυτή η αγάπη σας κατεβαίνει από ψηλά και σας ανεβάζει εκεί που ο ίδιος ο Θεός σκουπίζει κάθε δάκρυ από τα μάτια σας. Κράτα γερά αυτή την αγάπη, άφησέ την να σε αγκαλιάσει μαζί με τους αγαπημένους σου και να παρηγορηθεί.


Εόρτια 2024 - 2η Ημέρα: Πρωϊνό Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον Πανασολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Νικάνωρ

 

Εόρτια 2024 - 4η Ημέρα: Ομιλία & Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον Πρωτοπρεσβύτερο π.Σπυρίδωνα Βασιλάκο

 

Εόρτια 2024 - 2η Ημέρα: Ομιλία & Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον Αρχιμανδρίτη π.Εφραίμ Παναούση

 

Εόρτια 2024 - 3η Ημέρα: Ομιλία & Ενοριακό Αρχονταρίκι με τον Πρωτοπρεσβύτερο π.Ευάγγελο Παπανικολάου

 

Ο άγιος Νικόλαος και οι συντάξεις | π. Ευάγγελος Παπανικολάου

 

Γέροντας Γαβριηλ Άγιο Όρος.

 

Why Do Orthodox Christians Venerate Relics? | Tea Time Clips

 

Πριν από 60 χρόνια η μακαρία Αγριππίνα /1876 - 1964/, μια δίκαιη κοπέλα που δεν είχε δικό της σπίτι και περιπλανήθηκε στα χωριά της περιοχής Ριαζάν, απεβίωσε στον Κύριο. Όλοι την έλεγαν Γκρούνια.


 


Πριν από 60 χρόνια η μακαρία Αγριππίνα /1876 - 1964/, μια δίκαιη κοπέλα που δεν είχε δικό της σπίτι και περιπλανήθηκε στα χωριά της περιοχής Ριαζάν, απεβίωσε στον Κύριο. Όλοι την έλεγαν Γκρούνια.


Διατηρώντας την παρθενία της, εργάστηκε από τα νιάτα της, παίρνοντας πάνω της διάφορα κατορθώματα. Η Grunya περπατάει από όσο θυμάται κανείς, πάντα με δύο πατερίτσες.


Στην αρχή, κουβάλησε μαζί της έναν κουβά με στάχτη με δύο κουβάδες, μέσα στον οποίο βουτούσε το πρόσωπό της από καιρό σε καιρό και «μουρμουρίζει» ώστε όλη η στάχτη να πετάξει και να λερώσει τα ρούχα και το κεφάλι της.


Μετά από αρκετή ώρα, η μακαρία άρχισε να δένει σακουλάκια με αλάτι στο σώμα της. Είχε αυτές τις τσάντες όπου ήταν δυνατόν. Διέβρωσαν το δέρμα και προκαλούσαν συνεχώς πόνο και ταλαιπωρία στον ασκητή. Επιπλέον, η Grunya έφερε μαζί της και ρούφηξε μια μεγάλη πιπίλα, επίσης γεμάτη με αλάτι. Έτρωγε ωμές τριμμένες πατάτες.


Καταγόταν από το χωριό Koltyrino, στην περιοχή Shchatsky, στην περιοχή Ryazan. Όλη της τη ζωή το κορίτσι περιπλανήθηκε χωρίς να έχει τη δική της γωνιά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των πιστών, ο Κύριος την αντάμειψε με το χάρισμα της διόρασης και της διορατικότητας.


Η ασκητής αυτή, όπως και άλλοι μακάριοι, επισκεπτόταν συχνά τους πρεσβύτερους, τις αδερφές Πέτριν (Ανίσια /†10.10.1983/, Ματρώνα /†04.02.1995/ και Αγαθία /†05.08.1996/), οι οποίες είχαν πνευματική επικοινωνία με την μακαρία Ναταλία Shchatskaya. / †25.11.1975/, που είναι τρία χρόνια, χειμώνα καλοκαίρι ζούσε στο νεκροταφείο.


Πριν συναντήσει τις μητέρες, κανείς δεν γνώριζε για την μακαρία Αγριππίνα και το κατόρθωμά της ήταν κρυμμένο από τους γύρω της. Την βρήκαν, την έθαψαν το 1964 στον προγονικό τους χώρο στο νεκροταφείο Yaltunovsky.


Η μακαρία Αγριππίνα πέθανε σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών. Οι πιστοί μέχρι σήμερα τη θυμούνται συχνά με μεγάλη αγάπη, εκτιμώντας τη ως δίκαιη γυναίκα.


Θυμήσου την, Κύριε, στη Βασιλεία Σου!

Αληθινή ιστορία---(ΓΕΡΩΝ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΨΑΛΑ-ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ)

 

«Χρήστος Γιανναράς: H πρόκληση της Θεολογίας στη σύγχρονη Ελλάδα. Σημείο αντιλεγόμενο.»

 

St. Paisios: Which party should we vote for.

 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Αληθινές ιστορίες Ζόμπερν Βλαντιμίρ Μιχαήλοβιτς 33

 



Θάνατος του Γέροντα

 

Ο Θεός μου έδωσε την τιμή να υπηρετήσω στον ετοιμοθάνατο ασθένειά του τον Άγιο Γέροντα - τον πνευματικο μου, ο οποίος πέθανε ειρηνικά μετά από δέκα ημέρες βασάνων. Έζησε πολλά υπέροχα γεγονότα για τα οποία θέλω να σας πω.

 

Όταν ο γέροντας άρχισε να αισθάνεται αδυναμία, που δεν φαινόταν να προμηνύει κάτι μοιραίο, είπε:

 

- Ο θάνατός μου είναι κοντά.

 

Ο Μητροπολίτης έμαθε αυτά τα λόγια και έσπευσε να επισκεφτεί τον γέροντα. Ο γέροντας είπε πολλά παρηγορητικά και εποικοδομητικά πράγματα στον επίσκοπο, ο οποίος τον άκουγε με δάκρυα.

 

Στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έμαθα ότι ο πατέρας  ήταν πολύ άρρωστος και έσπευσα στο μοναστήρι Novospassky. Και τον βρήκα στην πιο άθλια κατάσταση, ήταν πολύ βαριά, καθώς ο πόνος, ειδικά στην κύστη, τον έκαιγε.

 

Έκανε μια εγχείρηση και το μαρτύριο του μειώθηκε. Άρχισε να προσεύχεται πιο δυναμικά. Με κάθε ανάσα που έπαιρνε, τα λόγια έβγαιναν από το στόμα του:

 

- Ιησού, ο γλυκύτατος Σωτήρας.

 

Ακόμα και όταν κοιμόταν, η δράση της εγκάρδιας προσευχής μέσα του δεν έπαυε. Ένα βράδυ ο γέροντας ξαφνικά εμπνεύστηκε, μια αόρατη δύναμη τον σήκωσε, σηκώθηκε και, δείχνοντας την πόρτα, αναφώνησε:

 

- Εδώ είναι ο Σωτήρας, εδώ είναι ο Σωτήρας! Στον Σωτήρα!

 

Το πρόσωπό του φωτίστηκε και άρχισε να κλαίει. Ήθελε να φύγει. Όταν έφεραν τα Τίμια Δώρα στο κελί του, δάκρυα έτρεχαν ακόμη από τα μάτια του. Αφού έλαβε τα Τίμια Δώρα, άρχισε να απλώνει τα χέρια του, του έφεραν ζεστασιά, αλλά έδειξε με το κεφάλι του το δισκοπότηρο και, παίρνοντάς το στα χέρια, το πίεσε στην καρδιά του, άρχισε να το φιλά και να κλαίει πικρά.

 

Αφού ενώθηκε με τον Χριστό, άρχισε να προσεύχεται ακόμη πιο ζωηρά και, γυρνώντας προς εμάς που στεκόμαστε κοντά, είπε:

 

- Σώστε τον εαυτό σας, σώστε τον εαυτό σας.

 

Όχι μόνο κάτοικοι της Μόσχας, αλλά και γειτονικά χωριά και πόλεις ήρθαν να υποκλιθούν στον γέροντα και οι φήμες για την ασθένειά του διαδόθηκαν. Παρέμεινε σε μια τέτοια υπέροχη κατάσταση προσευχής για σχεδόν δύο ημέρες.

 

Μετά άρχισε να εξασθενεί, η αναπνοή του κόπηκε. Διάβασαν την προσευχή και ενώ διάβαζε τον τελευταίο στίχο, παρέδωσε ειρηνικά και άγια το πνεύμα του στον Κύριο Θεό.

 

Τέσσερις μέρες το πλήθος του κόσμου δεν έφευγε από το μοναστήρι, το νεκρώσιμο τραγούδι δεν σταμάτησε, δάκρυα αγάπης και ευγνωμοσύνης πότισαν το φέρετρο του δικαίου.

 

Ο Μητροπολίτης τον έθαψε. Κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας έκλαψε πικρά και πολλές φορές, όταν αποχωριζόταν, φίλησε με ευλάβεια το δεξί χέρι του , ο οποίος είχε εκπληρώσει το νόμο του Χριστού και ήταν γεμάτος με Θεία χάρη.

 

Δεν μπορούσαν να  τον θάψουν στον τάφο του μέχρι τον Εσπερινό γιατί το πλήθος δεν άφηνε το φέρετρο.

Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Αληθινές ιστορίες Ζόμπερν Βλαντιμίρ Μιχαήλοβιτς 32

 



Μοναστηριακό έργο

Ένα από τα μοναστήρια της επαρχίας Νόβγκοροντ ήταν αρχάριος από τους Παλαιούς Πιστούς. Οι γονείς του τον προετοίμασαν να γίνει λέκτορας στην κοινωνία τους, αλλά ο περίεργος νεαρός Μερκούρης -αυτό ήταν το όνομά του- δεν δικαίωσε τις ελπίδες τους. Μετακινούμενος από τόπο σε τόπο για εμπορικά ζητήματα, συναντούσε συχνά Νικωνιανούς, οι οποίοι τον έπεισαν να εγκαταλείψει την Παλιά Πίστη του. Ο Μερκούρης προσπάθησε να πείσει τους γονείς του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, αλλά συνάντησε λυσσαλέα αντίσταση από αυτούς, ακόμη και δίωξη επειδή πρόδωσε την πίστη των πατέρων και των παππούδων του.

 

Τότε ήταν που θυμήθηκε τα λόγια του Σωτήρα: «Και όποιος φεύγει από το σπίτι... πατέρα ή μητέρα... για χάρη του ονόματός Μου θα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει αιώνια ζωή». Έφυγε αποφασιστικά από το σπίτι του και ήρθε στο μοναστήρι. Στο δεύτερο έτος της υπακοής του σε διάφορα έργα στο χωράφι, στον κήπο, στην κουζίνα και στην εκκλησία, ο Μερκούρης σκέφτηκε:

 

«Γιατί είναι όλα αυτά; Εδώ έχει μαζευτεί ένα σωρό άνθρωποι - σκάβουν, χτίζουν, φασαρώνουν, μαλώνουν, κάνουν ειρήνη... Αλλά όλα κατά κάποιο τρόπο  είναι καλά! Ο σκοπός όλων αυτών των εγκόσμιων υποθέσεων δεν είναι ορατός... Γιατί άφησα τους παλιούς μου γονείς και στριφογύρισα σε αυτόν τον τροχό πολλών διαφορετικών υποθέσεων;

 

Με αυτές τις ερωτήσεις έρχεται την Κυριακή το απόγευμα στον αδελφό Ιωάννη, έναν σεβαστό άνθρωπο στο μοναστήρι για την ταπεινή του σοφία.

 

Ο αδελφός Γιάννης είχε το έθιμο να συνοδεύει το ηλιοβασίλεμα με τραγούδι. Αυτή τη φορά τον βρήκε να αντιγράφει τις σημειώσεις «Τώρα είναι οι δυνάμεις του ουρανού». Γράφει και τραγουδάει ήσυχα μαζί.

 

- Δεν μπορώ να επέμβω;

 

- Όχι. Καλώς ήρθες! — όπως πάντα, ο αδελφός Γιάννης υποδέχεται τον καλεσμένο του με ένα χαμόγελο.

 

Μετά τις καλωσορισμένες συνομιλίες, ο Μέρκιουρι σύντομα γύρισε τη συζήτηση στην ερώτηση που τον βασάνιζε.

 

«Έχει σημασία που σκάβω εδώ, στο χώμα του μοναστηριού ή στον κόσμο;» Ξυπνάμε νωρίς, πριν από τις τέσσερις, και μετά από μια γρήγορη προσευχή και ένα τσάι μας οδηγούν έξω στο χωράφι. Όλη την ημέρα πριν το μεσημεριανό γεύμα και μετά μέχρι οκτώμιση ώρες οργώνω ή σκάβω. Μετά το δείπνο, κουρασμένος και νυσταγμένος, στέκομαι για βραδινή προσευχή και στις δέκα  στο κελί σου για ύπνο. Δουλεύω σκληρά, αλλά δεν υπάρχει διακαές πάθος για τη δουλειά μου. Προς τι όλα αυτά;

 

«Είστε έκπληκτοι που εδώ στο μοναστήρι, όπως και στον κόσμο, επαναλαμβάνονται οι ίδιες εικόνες. ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι παντού. Είναι επίσης εξαντλημένοι για να αποκτήσουν περισσότερο υλικό πλούτο. κι αυτοί μαλώνουν, φθονούν και γίνονται ματαιόδοξοι... Αλλά υπάρχει μια διαφορά. Θυμάστε πώς κάποιος άντρας ζήτησε από τον Ιησού Χριστό να μοιραστεί την κληρονομιά του με τον αδελφό του. Ο Κύριος δεν ήθελε να τους διχάσει. Άλλωστε, Αυτός, ως Θεός, μπορούσε να τους χωρίσει με τον πιο ακριβή τρόπο, ώστε να μην υπάρχουν άλλοι λόγοι για διαμάχες. Ωστόσο, δεν τους χωρίζει. Και αλήθεια, τι νόημα έχει να μοιράζεσαι; Σήμερα θα τους χωρίσει, και αύριο η αγελάδα του ενός αδερφού σκαρφάλωσε στο χωράφι με τα σιτηρά του άλλου - και εδώ είναι πάλι διαμάχη και κρίση! Ο Κύριος θέλει να υπάρχει αγάπη μεταξύ των αδελφών, τότε δεν χρειάζεται να τους χωρίζει. Ο Αντρέι θα πει: «Σε παρακαλώ πάρε το, Βάνια». Και ο Ιβάν απάντησε: "Όχι, Αντριούσα, πάρε το, αγαπητέ μου!" Στον κόσμο υπάρχει διαίρεση κατά νόμους και κατά αξία, αλλά στο μοναστήρι μας  υπάρχει αμοιβαία παραχώρηση από αγάπη. Και ο κόσμος, όπως και να χωρίζει, δεν μπορεί να τα χωρίσει όλα σωστά. Πόσος φθόνος, θυμός, έχθρα για το μοίρασμα του πλούτου! Ένα άλλο πράγμα είναι εντελώς τα κοινοβιακά μοναστήρια. Μόνο ένας νόμος αγάπης πρέπει να βασιλεύει ανάμεσά μας, ο βασιλικός νόμος, σύμφωνα με τη Γραφή: να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Τότε θα υπάρχει ειρήνη μεταξύ μας, γιατί δεν χρειάζεται να μοιραζόμαστε. Στον κόσμο θέλουν να ζουν σύμφωνα με τη λογική, σύμφωνα με την επιστήμη, αλλά εμείς πρέπει να ζούμε σύμφωνα με την καρδιά μας, σύμφωνα με την αγάπη.

 

- Μα γιατί έχουμε φθόνο και καβγάδες και θυμό; - ρωτάει ο Μέρκιουρι.

 

- Ναι, για τον ίδιο λόγο και στον κόσμο. Οι πνευματικοί εχθροί είναι κοινοί σε όλους τους ανθρώπους. Αν ένας αδελφός θυμώσει ξαφνικά για κάποιο άγνωστο λόγο, ξέρετε ότι είναι ο εχθρός του Χριστού που τον πειράζει. Πώς μπορείς να μισείς αυτόν τον αδερφό τότε;

 

Πρέπει να προσευχηθείτε ώστε ο Κύριος να διώξει μακριά του το ακάθαρτο πνεύμα. Ίσως, να αγανακτείτε με τον πνευματικό «εχθρό», αλλά μην θυμώνετε με τον αδελφό σας και συνεχίστε να τον αγαπάτε. Είναι το ίδιο σαν να φροντίζεις έναν άρρωστο. Εξάλλου, τον αγαπάς, αλλά αγανακτείς μόνο με την ασθένειά του και προσπαθείς να τη διώξεις.

 

- Ναι, είναι αλήθεια. Αλλά πες μου, αδερφέ Γιάννη, είσαι πραγματικά ήσυχος με το περιβάλλον σου και όλα εδώ σου φαίνονται καλά;

 

- Είσαι ακόμα νέος και έχεις δει λίγα. Αλλά εμπιστεύσου την εμπειρία μου, όπου κι αν πας θα βρεις λόγους να θρηνείς και να στεναχωριέσαι. Ήμουν σε διαφορετικές θέσεις: πλούσιος, φτωχός, μεγάλο αφεντικό και αναγκασμένος σκλάβος, έχω περπατήσει σε όλο τον κόσμο, έχω ζήσει με διαφορετικούς ανθρώπους και στο τέλος κατέληξα στην απόφαση - πρέπει να μείνω στο μέρος όπου είμαι υπομονετικός. Όπως ακριβώς λέει ο Κύριος: «Μη μετακινείστε από σπίτι σε σπίτι. αλλά αν σε διώξουν σε μια πόλη, φύγε σε μια άλλη». Όσο ζω στη γη, δεν ελπίζω ότι εκεί, κάπου σε άλλη πόλη, θα είναι καλύτερα και πιο ήρεμα. Ζω και αντέχω όσο μπορώ. Απλά κοιτάξτε τα αδέρφια. Πώς υπερασπίζεται τον εαυτό της από τις εχθρικές επιθέσεις; Υπομονή! "Σώστε τις ψυχές σας μέσω της υπομονής σας" - αυτό είναι το σύνθημα ενός επίγειου κατοίκου.

 

Μετά από μια σύντομη σιωπή, ο αδελφός Ιωάννης είπε:

 

«Ωστόσο, θα δείτε στους Βίους των Αγίων ότι μερικά μοναστήρια ήταν αληθινά νησιά ειρήνης και αγάπης ανάμεσα στα δεινά της θάλασσας της ζωής. Οι άνθρωποι δεν έβρισκαν μόνο σωματική γαλήνη στη φιλοξενία των αδελφών, αλλά και πνευματική χαρά. Αυτός είναι ένας από τους κύριους στόχους κάθε μοναστηριού: να είναι ένα ξενοδοχείο και ένα ήσυχο καταφύγιο για ανθρώπους που αισθάνονται ξένοι και ξένοι στη γη. Για αυτούς, μπορείτε να σκάψετε στον κήπο, να ζυμώσετε ψωμί στην κουζίνα και να τραγουδήσετε μια προσευχή στη χορωδία. Είναι αλήθεια ότι η πρακτική της ζωής μας διδάσκει να κοιτάμε τους ξένους, γιατί οι άλλοι έρχονται με κακές προθέσεις. Θα είμαστε όμως και επιεικείς απέναντί ​​τους. Καλωσορίζοντας τους πάντες αδιακρίτως, μπορούμε να προσφέρουμε φιλοξενία στους αγγέλους.

 

Στην τραπεζαρία

Στην τραπεζαρία, ή στην τραπεζαρία, όπως συνηθίζεται στα μοναστήρια, τα αδέρφια γευματίζουν. Ο ηγούμενος κάθεται στην άκρη του τραπεζιού κάτω από τα εικονίδια. Στο κάλεσμά του, το φαγητό αλλάζει γρήγορα. Όλοι κάθονται ήσυχα, σιωπηλά, με τα μάτια τους σκυμμένα: στον αυστηρό ηγούμενο δεν αρέσει όταν τα αδέρφια στο τραπέζι κοιτάζονται μεταξύ τους. Ο αδελφός Σωφρόνιος στέκεται στο αναλόγιο και διαβάζει τον Πρόλογο με δυνατή, χωρίς βιασύνη φωνή. Γνωρίζει ότι τόσο στους αδελφούς όσο και στον ηγούμενο αρέσει πολύ η καθαρή του ανάγνωση, και γι' αυτό στεκόταν στο αναλόγιο σε μεγάλες γιορτές ή όταν ο ηγούμενος αποφάσισε να δειπνήσει όχι στο κελί του, αλλά με τους αδελφούς στην κοινή τραπεζαρία.

 

Μετά το δείπνο, τα αδέρφια έβαλαν τα κουτάλια τους στο τραπέζι και περίμεναν την κλήση του ηγούμενου για να σταθούν για προσευχή. Ένας άλλος πεινασμένος αρχάριος θα ήθελε να φάει περισσότερο, αλλά επίσης βιάζεται να αφήσει κάτω το κουτάλι του, γνωρίζοντας πώς στον ηγούμενο δεν αρέσει να κάθεται για πολλή ώρα στο τραπέζι. Αυτή τη φορά όμως κάθεται ακίνητος και ακούει προσεκτικά το διάβασμα. Και ο αδελφός Σωφρόνιος διάβασε για έναν αρχάριο που δεν εκπλήρωσε τις οδηγίες του πνευματικού του πατέρα και έτσι του έδειξε μεγάλο όφελος. Έγινε έτσι.

 

Ένας περιπλανώμενος έρχεται σε ένα μοναστήρι και ψάχνει για λίγο χώρο. Εκεί ήταν ένας γέροντας που κάλεσε τον άγνωστο να δανειστεί το ελεύθερο κελί του. Ο περιπλανώμενος εγκαταστάθηκε σε αυτό και σύντομα προσέλκυσε πολλούς επισκέπτες με τον ευσεβή τρόπο ζωής του, το διδακτικό κήρυγμα και άλλα χαρίσματα. Κάποιοι του έφεραν φαγητό και ρούχα. Αφού έμαθε για αυτό, ο γέροντας αγανάκτησε:

 

«Πόσα χρόνια νηστεύω εδώ και δεν έρχεται κανείς σε μένα. Αλλά αυτός ο απατεώνας δεν πρόλαβε να καθίσει στη θέση κάποιου άλλου πριν συγκεντρώσει πλήθη θαυμαστών γύρω του! Πρέπει να τον διώξουμε! Πήγαινε», γυρίζει ο γέροντας στον αρχάριο του κελιού του, «πες του να μετακομίσει αμέσως από εδώ όπου θέλει: εμείς οι ίδιοι χρειαζόμαστε ένα κελί».

 

Ο αρχάριος έρχεται στον περιπλανώμενο και  λέει:

 

«Ο πατέρας μου με έστειλε να μάθω πώς είσαι;»

 

- Ευχαριστώ τον πατέρα σου για την προσοχή του και ζήτησέ του να προσευχηθεί για μένα: Είμαι λίγο αδιάθετος...

 

Ο νεαρός αρχάριος τρέχει στον γέροντα.

 

- Λοιπόν; Του το είπες;

 

- Είπε, πατέρα. Υποσχέθηκε να φύγει.

 

Μετά από λίγο, ο θυμωμένος γέρος καλεί ξανά τον αρχάριο.

 

- Γιατί δεν βγαίνει; Πήγαινε και πες του ότι αν δεν φύγει τώρα, θα έρθω μόνος μου και θα τον διώξω με ένα ξύλο!..

 

Ο υπάλληλος του κελιού του γέροντα έρχεται πάλι στον περιπλανώμενο και με μια χαμηλή υπόκλιση λέει:

 

«Έχοντας μάθει για την ασθένειά σου, ο πατέρας μου με έστειλε να σε επισκεφτώ.

 

«Δόξα τω Θεώ, χάρη στις άγιες προσευχές του, τα πράγματα είναι καλύτερα τώρα», απάντησε ο περιπλανώμενος.

 

Ο αρχάριος επέστρεψε στον γέροντα και του ζήτησε να περιμένει μέχρι την Κυριακή.

 

Ο γέροντας περίμενε την Κυριακή, αλλά όταν έμαθε ότι ο περιπλανώμενος δεν είχε σκοπό να φύγει, θύμωσε εντελώς, άρπαξε το ραβδί του και πήγε να τον διώξει.

 

- Πατέρα, περίμενε λίγο. Για να αποφύγω τον πειρασμό, τρέχω να δω αν έχει κόσμο. Δεν είναι καλό να σε βλέπουν τόσο θυμωμένο.

 

Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο αρχάριος έτρεξε στον περιπλανώμενο και είπε:

 

«Ο ίδιος ο πατέρας  έρχεται να σας ζητήσει να έρθετε στο κελί σου».

 

Ο περιπλανώμενος ακούγοντας για τέτοια προσοχή σε αυτόν, ο περιπλανώμενος έτρεξε χαρούμενος να συναντήσει τον γέρο και, μην υποπτευόμενος τίποτα, τον υποκλίνεται από μακριά, τον ευχαριστεί για την προσοχή του στον φτωχό και λέει:

 

-Μην ενοχλείς, πατέρα μου, θα έρθω σε σένα.

 

Ο γέροντας ξαφνιάστηκε από μια τέτοια συνάντηση. Ο θυμός του υποχώρησε αμέσως. Μάντευε για το κόλπο του αρχάριου και συγκινήθηκε στην καρδιά του. Πετώντας το ραβδί, ο ίδιος όρμησε στον άγνωστο και άρχισε να τον αγκαλιάζει και να τον φιλάει.

 

Έχοντας περιθάλψει τον περιπλανώμενο στο κελί του, ο γέροντας καλεί τον νεαρό αρχάριο.

 

«Δεν είπες στον άγνωστο τίποτα από αυτά που σου είπα να κάνεις;»

 

- Συγγνώμη, πατέρα! — ο υπάλληλος του κελιού έπεσε στα πόδια του γέροντα.

 

Ο γέροντας τον σήκωσε και έσκυψε στο έδαφος.

 

- Ευχαριστώ, αγαπητέ! Εσύ πρέπει να είσαι ο πνευματικός μου πατέρας και όχι εγώ για σένα: έσωσες δύο ψυχές από μεγάλη καταστροφή.

 

Μόνο με το τέλος αυτού του διδακτικού παραδείγματος, ο ηγούμενος χτύπησε τρεις φορές, και όλοι οι αδελφοί έφυγαν από το τραπέζι. Αφού έψαλλαν τις συνηθισμένες προσευχές και υποκλίθηκαν στη μέση στον ηγούμενο με τα λόγια: «Ο Θεός να ευλογεί!», οι αδελφοί τον ακολούθησαν στα κελιά.

 

Ξαφνικά, στο διάδρομο, ο ηγούμενος γύρισε προς τα αδέρφια, τους κοίταξε γύρω του και σταμάτησε στον υπάλληλο του κελιού του.

 

- Άκουσες;.. Αν ήσουν έξυπνος, θα μπορούσες να φέρεις πολλή καλοσύνη και γαλήνη στη μοναστική μας ζωή... Πολλά εξαρτώνται από σένα.

 

Ο υπάλληλος του κελιού, ο πατήρ Ονησιφόρος, κοίταξε κάτω και δεν απάντησε. Και οι αδελφοί έμειναν θανάσιμα σιωπηλοί. Όλοι γνώριζαν πολύ καλά τα πρόσφατα γεγονότα στα οποία ο πατήρ Ονησιφόρος έπαιξε σημαντικό ρόλο, αναφέροντας καθημερινά στον ηγούμενο τη μοναστική ζωή και φωτίζοντας τις πράξεις των αδελφών με τις δικές του ερμηνείες.

 

Ο ηγούμενος αποσύρθηκε στους θαλάμους του και μερικοί από τους αδελφούς επέστρεψαν πάλι στην τραπεζαρία, όπου περικύκλωσαν τον αδελφό Σωφρόνιο και με τις ερωτήσεις τους τον προκάλεσαν να εξηγήσει τι είχε διαβάσει.

 

Άλλοι δελεάστηκαν από αυτό το παράδειγμα και άρχισαν να αμφιβάλλουν για τον όρκο της άνευ όρων υπακοής.

 

«Η υπακοή», είπε ο αδελφός Σωφρόνιος, «είναι ένα όπλο σωτηρίας. αλλά στο μοναστήρι μας αυτό το όπλο είναι δίκοπο. Είναι καλό και σωτήριο να εκπληρώσεις την καλή υπακοή του πνευματικού σου πατέρα. αλλά αν αναγκάσεις τεχνητά ή με πονηριά τον ηγούμενο να υπακούσει εις βάρος ή προσβολή του αδελφού του, αυτό δεν είναι πραγματικά καλό! Ξέρετε για τι πράγμα μιλάω.

 

Οπότε μαλώνετε μεταξύ σας για κάποιο θέμα, και ένας από εσάς τρέχει αμέσως στον ηγούμενο, σαν για ευλογία: «Πατέρα, αδελφέ Παύλος κάνει τέτοια και τέτοια. Πώς θα ευλογήσετε; Ξέρετε πολύ καλά ότι αυτό αρκεί για να ακυρώσει τον ιερέα μας την εντολή του Παύλου ως αυθαίρετο, ακόμα κι αν έκανε το σωστό. Πόσους καβγάδες είδαμε στη χορωδία! Πρόσφατα, για παράδειγμα,  ο πατέρας Alypiy, διέταξε να διαβαστεί ο κανόνας στη Μητέρα του Θεού και ο αναγνώστης Μιχαήλ θέλησε ξαφνικά να δείξει την ανεξαρτησία του και έτρεξε στον βωμό στον ιερέα: «Ευλόγησε με, πατέρα, να διάβασω τον κανόνα στον άγιο». Ο ιερέας τον ευλογεί πρόθυμα,  και ότι έτσι υποτίθεται ότι είναι σύμφωνα με το καταστατικό. Και έτσι ο Μιχαήλ διαβάζει πανηγυρικά τον κανόνα που είχε παρακαλέσει, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του πατέρα Αλύπιου. Ταλαιπωρημένος πηγαίνει κι αυτός στον ιερέα και παραπονιέται ότι ο Αναγνώστης Μιχαήλ δεν τον ακούει, τον οδηγό. Ο πατέρας επέπληξε τον Μιχαήλ και αυτός του απάντησε: «Ποιον να ακούσω, πατέρα; Εσύ ή τόν πατέρα Αλύπιο; Εσείς ο ίδιος δώσατε την ευλογία να διαβάσετε τον κανόνα στον άγιο». Τότε ο ιερέας, με ένα δυσαρεστημένο βλέμμα, κάνει μια παρατήρηση στον πατέρα Αλυπή: «Εσείς, πρέπει να τους γνωρίζετε καλύτερα: αν ο ηγούμενος θέλει, τέτοιοι κανόνες διαβάζονται». Και τώρα, αντί για προσευχή, υπήρχαν διαμάχες και προβλήματα. Πού είναι η αγάπη εδώ; Είναι μια τέτοια υπακοή ιερή ευλογία; Δεν θα σας υπενθυμίσω πολλά παραδείγματα όπου η πονηρή υπακοή σας ή η τεχνητή ευλογία σας δίνει αφορμές μόνο για κρυφές, συκοφαντίες, διαμάχες και προσβολή. Τα ξέρεις καλά και μόνος σου. Λοιπόν, αδελφοί, μην παρασύρεστε από τη διδασκαλία που διαβάζω και μην κρίνετε τους πνευματικούς σας πατέρες. Τις περισσότερες φορές φταίτε εσείς οι ίδιοι.

 

«Αδερφέ Σωφρόνιο», τον διακόπτει ξαφνικά ένας νεαρός ξανθός αρχάριος με γαλάζια αθώα μάτια, «αλλά γιατί μας λένε να δώσουμε και ψυχή και σώμα στον πατέρα μας, τον ηγούμενο, ώστε, χωρίς λογική, να εκπληρώσουμε κάθε υπακοή. .»

 

- Όχι ακριβώς έτσι. Πάτερ Ηλία, πρόσφατα μου είπες τι έγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Κλίμακος σχετικά με τον όρκο της υπακοής.

 

Ο πατέρας Ilya είναι ένας ήσυχος, ευγενικός μοναχός, πολύ σεβαστός από τους αδελφούς για την αυστηρή ζωή του. Παρεμπιπτόντως, δεν πλύθηκε στο λουτρό και δεν κοιμόταν ξαπλωμένος, αλλά μόνο καθιστός και μόνο λίγο.

 

Παρά τις διάφορες στερήσεις και την αποχή στο φαγητό, είχε πάντα ένα υγιές, ρόδινο πρόσωπο και έκπληκτος με την επιμέλειά του στη δουλειά. Ο πατέρας Ilya αγαπούσε να διαβάζει, αλλά το βιβλίο του το σεβόταν ιδιαίτερα ο ηγούμενος του όρους Σινά, Ιωάννης Κλίμακος. Μπορούσε να θυμηθεί μερικές από τις διδασκαλίες του. Αυτή τη φορά λοιπόν είπε αργά με ήσυχη φωνή:

 

- «Όταν θέλουμε να εμπιστευτούμε τη σωτηρία μας σε κάποιον άλλο, πρέπει πρώτα να σκεφτούμε, να δοκιμάσουμε και να βάλουμε σε πειρασμό αυτόν τον τιμονιέρη, για να μην καταλήξουμε σε έναν απλό κωπηλάτη αντί για τιμονιέρη, σε έναν άρρωστο αντί για έναν γιατρό, με έναν άτομο που έχει πάθη αντί για απαθές, αντί για...»

 

- Αρκετά, αρκετά! Ο Θεός να σε έχει καλά, πάτερ Ηλία! Έτσι, αδέρφια», συνεχίζει ο αδελφός Σωφρόνιος, «ο Κύριος σας έδωσε ευφυΐα για να κρίνετε και να μην παρασύρεστε από κάθε άνεμο της διδασκαλίας, έχοντας εμπιστευτεί τον εαυτό σας σε έναν ανάξιο. Αν δώσετε απερίσκεπτα το μυαλό και την καρδιά σας στον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσετε, τότε πώς θα ξεφύγετε από τις ύπουλες παγίδες των εχθρών του Χριστού; Θυμηθείτε τις προβλέψεις του Σωτήρα μας, πόσοι απατεώνες θα έρθουν και θα εξαπατήσουν πολλούς. Μην είσαι μωρό στο μυαλό σου. Όσο προχωράμε, τόσο πιο δύσκολες θα έρχονται για όσους θέλουν να βρουν τη σωτηρία...

 

Ο αδελφός Σωφρόνιος σώπασε και έσκυψε το κεφάλι του σκεφτικός. Το πρόσωπό του αντανακλούσε πιο καθαρά την εσωτερική πάλη που κρυβόταν στην ψυχή του εδώ και καιρό. Οι αδελφοί κατάλαβαν ότι είχαν μείνει πολλά ανείπωτα στην ομιλία του, αλλά κατάλαβαν επίσης ότι ο αδελφός Σωφρόνιος δεν μπορούσε να πει τα πάντα. Όλοι οι μοναχοί που βρίσκονταν στην τραπεζαρία τον προσκύνησαν με τα λόγια: «Σώσε, Κύριε!» - και άρχισαν ήσυχα να διασκορπίζονται στα κελιά τους.

 

Έμεινε μόνος, ο αδελφός Σωφρόνιος έπεσε στα γόνατα και απλώνοντας τα χέρια του στις εικόνες, επανέλαβε ένθερμα: «Μητέρα του Θεού, σώσε μας!»

 

Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Αληθινές ιστορίες Ζόμπερν Βλαντιμίρ Μιχαήλοβιτς 31


 Νοσοκομείο Ψυχών

Ο ήλιος είχε περάσει καιρό το μεσημέρι και γρήγορα άρχισε να βυθίζεται προς τη δύση του. Τα δέντρα τέντωναν τις σκιές τους όλο και περισσότερο. Η χορωδία των πουλιών της ημέρας γινόταν όλο και πιο ήσυχη, και πολλά κρύφτηκαν κάτω από τα κουρασμένα κρεμαστά φύλλα σημύδων και λεύκας. Η βραδινή καμπάνα στο μοναστήρι είχε προ πολλού ηχήσει τα καλά νέα και ο κόσμος έφευγε τώρα από την εκκλησία. Δύο μοναχοί χωρίστηκαν από τη γενική λειτουργία και, περπατώντας ήσυχα, μιλούσαν ζωηρά για κάτι. Έφυγαν λοιπόν από τις πύλες του μοναστηριού και κατευθύνθηκαν κατά μήκος του δρόμου προς το δάσος. Ο μεγαλύτερος από αυτούς είχε υπέροχα μάτια. Ζούσαν στο όνομά τους: ένας καθρέφτης της ψυχής. Αυτά τα μάτια αποκάλυπταν τις παραμικρές κινήσεις της καρδιάς. Είτε είναι σκεπτικά λυπημένοι, μετά ανάβουν με τη φωτιά της έμπνευσης, μετά κοιτούν ταπεινά με αγάπη, σαν να ζητούν να κοιτάξουν μέσα από αυτά στα βάθη της καλής ψυχής αυτού του μοναχού, του σεβάσμιου πατέρα του Νέστορα. Ο άλλος ήταν ένας νεαρός αρχάριος. Τα ροδαλά μάγουλα και οι ορμητικές κινήσεις υποδήλωναν την πρόσφατη παραμονή του στο μοναστήρι. Μιλούσε γρήγορα και σύντομα, ενώ ο πατέρας Νέστορας αγαπούσε να διεξάγει την ομιλία του με μια μακρά σύνδεση των αναμνήσεων, των σκέψεών του, των παραδειγμάτων άλλων ανθρώπων, ενίοτε εισάγοντας σε αυτήν κατάλληλες λέξεις της Γραφής.

 

- Πες μου, πάτερ Νέστορα, τι σε έκανε να έρθεις στο μοναστήρι; - ρώτησε ο νεαρός αρχάριος καθώς περνούσαν από τον πάγκο.

 

- Ας καθίσουμε λίγο. Πώς ήρθα στο μοναστήρι; - Ο πατέρας Νέστορας επανέλαβε την ερώτηση, καθισμένος στο παγκάκι, - σχεδόν τυχαία. Ωστόσο, τίποτα στον κόσμο δεν είναι τυχαίο, αλλά όλα γίνονται εξ ορισμού από ψηλά. Έζησα μέχρι τα είκοσι σε διάφορες πόλεις, πήγαινα σε εκκλησίες κάθε γιορτή, αλλά δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να βρεθώ σε κανένα από τα μοναστήρια. Τους γνώριζα μόνο από εικόνες, από βιβλία και από ιστορίες, αλλά εγώ ο ίδιος δεν είχα δει ποτέ ούτε την τραπεζαρία των μοναχών ούτε τα κελιά τους, δεν ήξερα ποιος ήταν αυτός ο «κανόνας» που τους έβαζαν κάθε μέρα. Πάντα όμως σκεφτόμουν: αν αρρωστήσω στην ψυχή μου, αν διαφθαρήσω στο μυαλό ή στην καρδιά μου, θα πάω σε ένα μοναστήρι για θεραπεία. Άλλωστε, όσοι είναι σωματικά άρρωστοι πηγαίνουν να δουν έναν γιατρό για συμβουλές, και όσοι είναι πολύ άρρωστοι πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ομοίως, όσοι είναι ψυχικά άρρωστοι καταφεύγουν στην υπηρεσία ενός ιερέα και παραγγέλνουν λειτουργία προσευχής. Κι αν είσαι πολύ άρρωστος, τότε τι μένει από το να πας στο νοσοκομείο της ψυχής - στο μοναστήρι; Έγινα είκοσι τριών χρονών. Πατέρα, μητέρα, ευλόγησέ με! Ναι, με αυτό που φορούσα, πήγα σε ένα από τα πιο κοντινά μοναστήρια. μόνο το Ευαγγέλιο ήταν στην αγκαλιά του. Έτσι κι έτσι, λέω στον πατέρα Ηγούμενο, ήρθα εδώ για να ταπεινώσω τον εαυτό μου ενώπιον του Κυρίου, να διορθώσω την καρδιά μου και να ηρεμήσω τους πόθους που πολεμούν στα μέλη μου. Με πήγαν στο κελί μου και άρχισα να θρηνώ, να κλαίω και να κλαίω, επικαλώντας το όνομα του Κυρίου. Πέρασε ένας χρόνος, αλλά δεν μπορούσα να ξεχάσω τον κόσμο και όλες τις απολαύσεις του. Και το μοναστήρι ήταν σε πολυσύχναστο μέρος. Ήρθε πολύς κόσμος. Δεν μου άρεσε. Ήθελα να πάω σε μια πιο ήσυχη γωνιά και διάλεξα μια αληθινή έρημο, ένα μοναστήρι ελάχιστα επισκέψιμο σε ένα νησί σε μια μεγάλη λίμνη. Εκεί βρήκα την απόλυτη μοναξιά. Και τι θερμές προσευχές ξεχύθηκε η καρδιά μου! Πόσο κοντά ένιωθαν εκεί ο Θεός και οι άγιοι άγγελοί του! Τι φως μου ήρθε από τον άγιο λόγο του Θεού! Σ' αυτή την έρημο σύντομα ξέχασα όλα τα εγκόσμια. Ωστόσο, μετάνιωσα για ένα πράγμα - πόσο λίγη αγάπη έδειξα στον πλησίον μου όσο ζούσα στον κόσμο. Θα θυμάμαι, για παράδειγμα, ένα περιστατικό όπου θα μπορούσα να έχω δείξει αγάπη στον διπλανό μου και δεν το έκανα, και με πονάει η καρδιά μου. Πόσο ήθελα να επανορθώσω το λάθος μου τότε! Έτσι θα  τό είχα σκάσει ξανά από το μοναστήρι στον κόσμο για να βοηθήσω όλους όσους συναντούσα. Αρρώστησα από αγάπη για τους ανθρώπους. Ήθελα τότε να φροντίσω τους αρρώστους, τους γέρους, να υπομείνω με πραότητα όλες τις προσβολές και τα δεινά τους, να τους δώσω όλα τα κέρδη μου, όλη μου τη δύναμη, πνευματική και σωματική. Όπως μια μάνα μερικές φορές αρρωσταίνει από το πολύ γάλα, έτσι κι εγώ υπέφερα από την υπερχείλιση της καρδιάς μου από αγάπη, που δεν υπήρχε κανείς να δώσω στο κελί μου. Ω Θεέ μου! Φώναξα, δεν είναι καιρός να ξαναβγώ στον κόσμο στους ανθρώπους και να τους χύσω την αγάπη μου... Αλήθεια, προσευχήθηκα για πολύ καιρό για όλους τους ανθρώπους, ξεπερνώντας τα ονόματα συγγενών και φίλων , αλλά ήθελα, σύμφωνα με την ανθρωπότητα, φυσικά, να τους δείξω απτά την αγάπη μου, ήθελα να τους ταΐσω και να ποτίσω, να ντύσω και να φορέσω παπούτσια, να τους διδάξω και να τους διδάξω την αλήθεια. Δεν άντεξα αυτή την περίεργη καρδιοπάθεια και μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής στο μοναστήρι το άφησα για τον κόσμο.

 

Παλιά είχα ένα μεγάλο βίτσιο: επιδόμουν στο μεθυσμένο πάθος. Τώρα δεν είχα καμία επιθυμία να πιω. Λοιπόν, νομίζω, δόξα τω Θεώ, είμαι έτοιμος να πάω στη δουλειά, θεραπεύτηκα στο νοσοκομείο του Θεού. Όλοι όσοι με γνώριζαν πριν παρατήρησαν μια αλλαγή σε μένα: έγινα πολύ πιο ήσυχος, πιο ήρεμος. Έχουν περάσει δέκα χρόνια. Ο κόσμος με ξαναπήρε. Η φιλία μαζί του άρχισε ξανά. Και η Γραφή λέει: «Όποιος θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού». Και πάλι ξεσηκώθηκαν οι παλιοί μου πόθοι... Βλέπω μόνος μου ότι τα πράγματα είναι άσχημα. Είναι αδύνατο να πω ότι δεν προσευχήθηκα, αλλά δεν ένιωθα πλέον την εγγύτητα του Θεού που παρατήρησα στο μοναστήρι. Λοιπόν, σκέφτομαι από μέσα μου, όπως ο Θεός άφησε τον ευσεβή βασιλιά Εζεκία να τον δοκιμάσει και να του αποκαλύψει όλα όσα είχε στην καρδιά του, έτσι, ίσως, με άφησε να δοκιμαστώ. Άλλωστε, ο Θεός χρειάζεται συνειδητή πίστη, δοκιμασμένη σαν χρυσός. Μου έγινε δύσκολο, και στράφηκα σε αυτό το μοναστήρι της Βασίλισσας των Ουρανών και τώρα περιμένω τη βοήθειά της.

 

Ο πατέρας Νέστορας κοίταξε τον ουρανό, σταυρώθηκε και σώπασε.

 

Ο νεαρός αρχάριος Αλεξέι δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε τα λόγια του Νέστορα. Φαντάστηκε τη μακρόχρονη πάλη του με τα πάθη του, με τους πόθους του σώματος, με την ψυχή του σε ένα μοναχικό κελί. Γέμισε ευλάβεια για τον πατέρα Νέστορα και άρχισε σιωπηλά να συλλογίζεται στο σκυμμένο κεφάλι του.

 

Ο ήλιος χάθηκε πίσω από το δάσος. Όχι πολύ μακριά τους, ένα αηδόνι άρχισε να χτυπάει. Μια υπόλευκη ομίχλη άρχισε να εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία πάνω από το ποτάμι. Η μυρωδιά της σημύδας ήταν πιο δυνατή. Όμως όλες αυτές οι εξωτερικές αισθήσεις κατά κάποιο τρόπο πέρασαν ασυνείδητα από τους μοναχούς. Ο Alexey περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας. Ήξερε ότι ο πατέρας Νέστορας δεν θα σταματούσε εκεί. Προηγουμένως, ο ίδιος ήθελε να εκφράσει πολλά, αλλά τώρα κατά κάποιο τρόπο όλα κρύβονταν στην ψυχή του αμέσως. Κατάλαβε ότι για τον συνομιλητή του είχε έρθει εκείνη η σπάνια στιγμή που ένας άνθρωπος δεν μιλάει, αλλά εξομολογείται στον Θεό.

 

Ο Νέστορας σήκωσε το κεφάλι του και κάρφωσε τα στοχαστικά μάτια του κάπου στο κενό.

 

«Δεν ξέρω», είπε πάλι ήσυχα, «πόσο καιρό θα μείνω στο μοναστήρι;» Μου φαίνεται όχι για πολύ. Ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών αγίων πατέρων, θα ήθελα να πάω να κηρύξω το Ευαγγέλιο σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον Χριστό και το σωτήριο κήρυγμα Του. Έχουμε ακόμα πολλούς ειδωλολάτρες και ανθρώπους άλλων θρησκειών στη Ρωσία! Και οι ίδιοι οι Ρώσοι χρειάζεται να κηρύξουν ξανά τον Χριστό. Τώρα παρατηρούμε μεγάλη διαφθορά στον εαυτό μας. Η καρδιά μου καίει να τους πω λόγια αλήθειας. Είναι κρίμα που θα πρέπει να φύγω από το μοναστήρι, αλλά ο ίδιος ο Χριστός στέλνει τους αποστόλους σε όλο τον κόσμο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλη τη δημιουργία. Μόνο μέσω της αγάπης για τον πλησίον μπορεί κανείς να προσκολληθεί στο σώμα Του. Αν θέλω να σώσω την ψυχή μου, τότε πρέπει να ενωθώ με τα μέλη Του, να φροντίσω την ολότητά τους, να μπω ενωμένος από ένα αίμα στη συνέλευσή τους. Δίνοντας όλο τον εαυτό μου σε αυτούς, τότε μόνο θα εργαστώ για τον Χριστό, τότε μόνο η συνείδησή μου θα πει στον Θεό: «Εκπλήρωσα το θέλημά Σου!»

 

Καθώς μιλούσε, η φωνή του γινόταν πιο σταθερή και δυνατή, τα μάτια του φούντωσαν από μια απόκοσμη φωτιά και το σηκωμένο χέρι του φαινόταν να καλεί τους πάντες στον παράδεισο.

 

Ο Αλεξέι κράτησε την ανάσα του και έμεινε σιωπηλός. Δεν καταλάβαινε πολύ καθαρά τον πατέρα Νέστορα, ίσως γιατί κοίταζε περισσότερο το εμπνευσμένο πρόσωπό του παρά άκουγε. Ωστόσο, έπιασε την τελευταία του σκέψη και παρατήρησε:

 

«Αλλά μπορείς να γράφεις διδασκαλίες και να κηρύξεις κηρύγματα σε ένα μοναστήρι, όπως συμβαίνει στις δάφνες».

 

«Ναι, μπορείς...» Ο πατέρας Νέστορας ήθελε να πει κάτι άλλο, αλλά απλώς κοίταξε τον Αλεξέι και σώπασε.

 

Ο νεαρός μοναχός κατάλαβε ότι είχε κάνει κάτι αμήχανο με την παρατήρησή του. Προσβλήθηκε για τον εαυτό του και λυπήθηκε που ο Νέστορας διέκοψε την ομιλία του. Μετά προσπάθησε να μιλήσει στον εαυτό του, για τις ελπίδες του.

 

«Και τώρα έχω μόνο μια επιθυμία - να πάω ξανά στην υπακοή στο θυσιαστήριο στον ιερέα». Άλλωστε, πριν την άφιξή σας ήμουν νεοκορος αλλά ο παπάς θύμωσε μαζί μου και με οδήγησε στην κουζίνα. Από τότε έχουν περάσει δύο μήνες. Νομίζω ότι ο πατέρας μου θα μου δώσει ένα καινούργιο ράσο για τις διακοπές και θα με αναθέσει ξανά στην εκκλησία.

 

Ο π. Νέστορας τον άκουσε αδιάκοπα. Οι ενθουσιασμένες του σκέψεις δεν είχαν ακόμη ηρεμήσει και συνέχισε να σκέφτεται τους δρόμους του Θεού.

 

«Και είναι κρίμα να εμφανίζεσαι μπροστά στους ανθρώπους με αυτό το ράσο», συνέχισε ο Alexey. «Είδες το κομποσχοίνι  στο κελί μου;» Αυτό μου το έφερε από την Ιερουσαλήμ ένας μοναχός της αυλής του Άθω. Άλλωστε, έχω ξαναπάει εκεί...

 

Τότε ακριβώς ο πατέρας Νέστορας έριξε μια ματιά στο χλωμό πρόσωπό του χωρίς μουστάκια, με ένα μικρό ροζ στόμα και μια κανονική λεπτή μύτη.

 

«Ω, πόσο νέος είσαι», σκέφτηκε ο Νέστορας και, κουνώντας στοργικά το χέρι του πάνω από τον αγκώνα, σηκώθηκε και είπε:

 

- Λοιπόν, αδερφέ Alexey, δεν είναι ώρα να επιστρέψουμε σπίτι;

 

- Ναι, ήρθε η ώρα. Ίσως με έψαχναν εδώ και καιρό στην κουζίνα. Λοιπόν, αν θέλει ο Θεός, θα την αποχωριστώ μέχρι τις διακοπές.

 

Ακουμπισμένος σε ένα ραβδί, ο πατέρας Νέστορας έσπευσε στο μοναστήρι με κάπως επιταχυνόμενο ρυθμό και ο Αλεξέι, ακολουθώντας τον με το ελαφρύ, πηδώντας βηματισμό του, συχνά έγερνε προς το χαντάκι του δρόμου και μάζευε λουλούδια για μια ανθοδέσμη.

 

Και οι δύο μοναχοί, προσπαθώντας για τον ίδιο Χριστό, είχαν διαφορετικές σκέψεις. Κάποιος έβλεπε τον κόσμο ως ένα πεδίο θερμής πάλης ανάμεσα στους λίγους πρωταθλητές της αγίας αλήθειας και της ζωντανής αγάπης, όχι μόνο με απίστους ή ειδωλολάτρες, αλλά και με αυτούς τους επικίνδυνους λύκους που περπατούν με ρούχα προβάτου. Η καρδιά του πονάει όχι επειδή η συλλογή ήταν κακή την Κυριακή ή επειδή ο ευεργέτης έστειλε λιθαράκι στο νέο ναό, βασανίζεται από τη συνείδηση ​​του πώς καταστρέφεται ο παγκόσμιος ναός, πώς εξασθενούν οι πνευματικοί δεσμοί αγάπης στην οικογένεια, στην κοινωνία, στις πολιτείες, πόσο δύσκολο είναι να φωνάζεις στη στέγη, που άκουγε στην ιδιωτικότητα του κελιού του. Κι άλλος μοναχός, μη έχοντας βιώσει την εγκόσμια ζωή, την έχει ήδη εγκαταλείψει και αναζητά την ικανοποίηση εντός των τειχών της μονής, σε αυστηρό μοναστηριακό περιβάλλον, σε κομποσκοίνι, σε ράσο και άλλα αξεσουάρ των μοναχών. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα ζοφερό στην ίδια την ψυχή αυτού του νεαρού μοναχού. Κοιτάζει όλο τον κόσμο του Θεού τόσο αθώα όσο εκείνα τα λουλούδια που μαζεύει στην πορεία, τραγουδώντας ήσυχα το βραδινό τραγούδι: «Ήσυχο φως».

 

Όταν πλησίασαν το μοναστήρι, ο νεαρός μοναχός είπε στον πατέρα Νέστορα και, δίνοντάς του λουλούδια, είπε:

 

«Επέλεξα κάτι αρωματικό και πιο όμορφο, αλλά ήταν πολύ αργά: τα λουλούδια άρχισαν να αποκοιμούνται».

 

«Ναι, όλα φτάνουν στο τέλος τους, σε έναν μακρύ ύπνο», σημείωσε ο πατέρας Νέστορας, «και όλος ο κόσμος ήρθε στη δύση του ήλιου».

 

Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Αληθινές ιστορίες Ζόμπερν Βλαντιμίρ Μιχαήλοβιτς 30


 Τρεις μέρες με τους μοναχούς

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, ο Παβλόφ ήρθε στη Μόσχα και έμεινε με τον φίλο του για να εξερευνήσει χαλαρά την πόλη και να προσκυνήσει τα τοπικά ιερά και, παρεμπιπτόντως, να μιλήσει με τους αγίους της Μόσχας. Έχοντας περπατήσει γύρω από το Κρεμλίνο και μερικές διάσημες εκκλησίες της αρχαίας πρωτεύουσας, ο Παβλόφ δεν σταμάτησε σε καμία από αυτές: εδώ, του φαινόταν, υπήρχε πολλή κοσμική ματαιοδοξία, πολύς θόρυβος, πολλά καθημερινά πράγματα.

 

«Θα πάω στη Λαύρα, να δω τον Άγιο Σέργιο», ανακοίνωσε στον φίλο του. «Δεν μπορώ να βρω τη θεϊκή ειρήνη για τον εαυτό μου εδώ, αυτή τη σιωπή της καρδιάς που είναι απαραίτητη για την προσευχή. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το μυαλό μου εδώ για τη σκέψη του Θεού.

 

Το βράδυ της Τρίτης, κατά την εβδομάδα της λατρείας του σταυρού, ο Παβλόφ άφησε τη θορυβώδη εμπορική πόλη και πήγε σιδηροδρομικώς στη Μονή Τριάδας-Σεργίου. Ήταν ελάχιστα εξοικειωμένος με την κατάσταση των ρωσικών μοναστηριών και εξιδανικεύει με τον δικό του τρόπο τη ζωή των μοναχών, παρουσιάζοντάς τους, αν όχι ως αγγέλους κατά σάρκα, τότε ακόμα ως ξεχωριστούς ανθρώπους που στάθηκαν έξω από την αμαρτία και τον πειρασμό. Όταν σκεφτόταν το μοναστήρι, έβλεπε πάντα μια εικόνα της ζωής των αρχαίων μοναχών σε ένα βαθύ δάσος, οι οποίοι εγκατέλειψαν εντελώς την κοσμική φασαρία των πόλεων και αρκούνταν μόνο σε αυτά που τους έδινε η φύση και όσα τους έφερναν οι τυχαίοι προσκυνητές. Αυτοί οι ερημίτες του εμφανίστηκαν με εντελώς διαφορετικό πρίσμα από τους μοναχούς των μοναστηριών της πόλης: εκεί, στα δάση, ένα άτομο είναι απαλλαγμένο από τη ματαιοδοξία των κοστουμιών, από την εξύψωση των τάξεων, των τάξεων και της θέσης στην κοινωνία. Ήξερε ότι ο μοναχός Σέργιος δεν ήθελε ποτέ να δεχτεί τον τιμητικό βαθμό του επισκόπου στη Μόσχα και προτιμούσε να παραμείνει στην άθλια εκκλησία του, φωτισμένη από καπνιστή δάδα.

 

- Στον Σέργιο, στον σεμνό αλλά εμπνευσμένο Σέργιο, γρήγορα! - Ο Παβλόφ ονειρεύτηκε γλυκά, καθισμένος στην άμαξα.

 

Το τρένο έφτασε στο Sergievsky Posad αργά το βράδυ, όταν οι πύλες της Λαύρας ήταν κλειδωμένες, και έπρεπε να πάει κατευθείαν στο ξενοδοχείο.

 

Το επόμενο πρωί ήταν ακόμα σκοτάδι όταν κατευθύνθηκε προς την Ιερά Πύλη της Λαύρας. Παρατηρώντας ότι οι περισσότεροι από τους προσκυνητές κατευθύνονταν προς τη γωνιακή εκκλησία πίσω από το καμπαναριό, μπήκε ο ίδιος για να προσευχηθεί. Υπάρχουν παντού πλήθη κινούμενων ανθρώπων. Αγοράζουν, πουλάνε.

 

Εδώ υπάρχει υπηρεσία προσευχής. σε άλλο μέρος - τελετές κηδειών. Όλα κινούνται και είναι θορυβώδη. δεν υπήρχε τίποτα στο οποίο να εστιάσει την προσοχή του, η ευλάβειά του με την οποία ήρθε εδώ. Πίσω από το κινούμενο πλήθος, τις σκάλες και τα περάσματα, μπήκε σε μια κοντινή εκκλησία. Υπήρχε μια υπηρεσία σε εξέλιξη εδώ. Το πάτωμα είναι βρεγμένο από τα ίχνη εκείνων που προσεύχονται. Υπάρχει ιδρώτας στον αέρα. Στενά. Και μετά η θορυβώδης κίνηση του πλήθους. Αυξήθηκε ακόμη περισσότερο όταν οι άνθρωποι άρχισαν να συμμετέχουν.

 

Με το τέλος της πρώιμης λειτουργίας, ο Pavlov άφησε την εκκλησία στην αυλή. Βλέποντας ένα πλήθος προσκυνητών κοντά στις πόρτες, όχι μακριά από τη γωνιακή εκκλησία, μπήκε μαζί τους σε ένα μικρό μαγαζί. Εκεί πουλούσαν πρόσφορα διαφόρων μεγεθών, και στην επόμενη αίθουσα περασμάτων κάθονταν οι αρχάριοι και, έναντι μικρής αμοιβής, έγραψαν τα ονόματα όσων εορτάζονταν στο κάτω μέρος των προσφορών με φτερά χήνας.

 

Ο Παβλόφ άρχισε να ψάχνει για την εκκλησία όπου βρίσκονται τα λείψανα του Αγίου Σεργίου, για να μπορέσει να τελέσει εκεί προσευχή. Του υπέδειξαν έναν μικρό ναό με χρυσή κορυφή. Είχε κόσμο κι εδώ, αλλά ο κόσμος προσευχόταν πιο ήρεμα. Η γνώση ότι εδώ ήταν το κύριο ιερό της Λαύρας κρατούσε τον Παβλόφ σε ευλαβική διάθεση όλη την ώρα. Υπερασπίστηκε τη λειτουργία της προσευχής, φίλησε με θέρμη τη λάρνακα του αγίου και προσευχήθηκε σε αυτόν να είναι άξιος να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει με αξιοπρέπεια.

 

Φεύγοντας από την εκκλησία, ο Παβλόφ άρχισε να ψάχνει για την τραπεζαρία. Γύρισε σε δύο μοναχούς που περνούσαν, αλλά παρασύρθηκαν τόσο από τη συζήτηση που δεν του έδωσαν σημασία. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τίποτα να ψάξετε, γιατί η τραπεζαρία ήταν δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Δεν είχε ιδέα ότι αυτός ο ζωγραφισμένος θάλαμος ήταν η τραπεζαρία των μοναχών. Το εσωτερικό είναι ακόμη πιο πλούσια διακοσμημένο από το εξωτερικό. Οι οροφές και οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με όμορφα έργα ζωγραφικής και όμορφα στολίδια. Πολλά τραπέζια στρωμένα για μεσημεριανό γεύμα. Οι αρχάριοι ταράζουν αγχωμένοι ανάμεσά τους.

 

«Δεν είναι για τίποτα», σκέφτηκε μέσα του, «που οι προσκυνητές μιλούν με τόση χαρά για την τραπεζαρία της Λαύρας, για το υπέροχο δείπνο, για την ανάγνωση των βίων των αγίων και γενικά για την όλη επίσημη ατμόσφαιρα του γεύματος με τους μοναχούς .Γιατί όμως δεν φαίνονται πουθενά οι προσκυνητές; Ίσως έφτασα πολύ νωρίς εδώ».

 

Και γύρισε προς την πόρτα, όπου συνάντησε έναν αρχάριο.

 

- Ποιον ψάχνεις εδώ; - τον ρώτησε ο αρχάριος.

 

«Άκουσα ότι η Λαύρα δίνει στους προσκυνητές ένα δωρεάν γεύμα...

 

- Δεν είναι εδώ. Κατεβαίνετε και περπατάτε στα κτίρια και εκεί θα σας δείξουν μια τραπεζαρία για προσκυνητές. Και εδώ τρώνε μόνο τα αδέρφια.

 

Ο Παβλόφ ζήτησε συγγνώμη αμήχανα και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες προς την αυλή. Ήρθε στην κουζίνα του μοναστηριού, όπου οι αρχάριοι κουβαλούσαν  διάφορα πιάτα και μπολ με φαγητό. Λίγο πιο πέρα, μια πόρτα οδηγούσε σε ένα μάλλον σκοτεινό, χαμηλό δωμάτιο. Ήταν μια τραπεζαρία για τους προσκυνητές. Είδε δύο αρχάριους να κουβαλούν εκεί μια μεγάλη κατσαρόλα με κβας. Τους ακολούθησε στην τραπεζαρία. Στην αρχή, στο φως, του ήταν δύσκολο να διακρίνει κάτι στο σκοτάδι, αλλά, κοιτάζοντας προσεκτικά, είδε δύο μεγάλα τραπέζια με προσκυνητές να γευματίζουν.

 

Από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, μια ορθάνοιχτη πόρτα οδηγούσε σε μια άλλη, πιο ανοιχτή. Ένα μικρό παράθυρο μέσα σε αυτό φώτιζε αμυδρά την εικόνα των προσκυνητών που γευμάτιζαν. Όλα τα τραπέζια ήταν κατειλημμένα. Τα πρόσωπα όλων είναι χαρούμενα. Προφανώς τρώνε με όρεξη. Γενικά, ήταν αρκετά θορυβώδες από τον κρότο των πιάτων και τις συζητήσεις, οπότε η μονότονη ήσυχη ανάγνωση του αναγνώστη ήταν δυσνόητη. Επιστρέφοντας στο σκοτεινό δωμάτιο, ο Παβλόφ παρατήρησε ένα σωρό ανθρώπους στο πάτωμα που περίμεναν στην ουρά για μεσημεριανό γεύμα, αλλά ο ίδιος δεν έμεινε εδώ και βγήκε στον καθαρό αέρα.

 

Ένας ηλικιωμένος χωρικός με παλτό από δέρμα προβάτου και μπότες από τσόχα περνάει δίπλα του.

 

- Τι ομορφιά! - γυρίζει στον Παβλόφ, δείχνοντας την τραπεζαρία. - Τι χάρη του Θεού! Ευχαριστώ, Σέργιος ο άγιος: τάισε και μου έδωσε να πιω.

 

— Δείπνησες με τους προσκυνητές; - ρώτησε ζωηρά ο Παβλόφ.

 

«Ναι, ο Κύριος μου επέτρεψε να δειπνήσω στην τραπεζαρία του μοναστηριού». Πολύ καλό! Τρώμε, και ένας μοναχός μας διαβάζει τους βίους των αγίων του Θεού.

 

- Μα είναι σκοτεινά και στενά εκεί;

 

- Έχει κόσμο, οπότε περιμένετε άλλη στροφή. Όχι, καλά! Το κύριο πράγμα είναι να είναι ζεστό. Και το μεσημεριανό είναι υπέροχο. Είμαι τόσο γεμάτος, τόσο γεμάτος! Λίγο σκοτεινό λέτε; Αλλά αυτό είναι μόνο το χειμώνα, και το καλοκαίρι δειπνούν εδώ ακριβώς στην αυλή. Πολύ καλό! Και διαβάζουν! Και μετά μιλάνε και κάνουν κηρύγματα ταυτόχρονα. Αυτός, ο άγιος του Θεού, τα δοκιμάζει όλα αυτά για εμάς τους αμαρτωλούς. Σώσε σε, Κύριε!

 

Έχοντας υποκλιθεί, ο χωρικός προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο. Ο Παβλόφ τον ακολούθησε λυπημένος. Κάπως απογοητευμένος, δείπνησε στο ξενοδοχείο σε θλιβερή μοναξιά. Δεν του άρεσε αυτή η θορυβώδης, πολυσύχναστη ζωή του μοναστηριού. Δεν πίστευε ότι θα έβρισκε αυτό όπου ο ταπεινός Σέργιος άφησε τέτοια υψηλά παραδείγματα πραότητας και αγάπης για τον πλησίον. Έψαχνε τη μοναξιά.

 

Ήθελε να κοιτάξει εκείνη τη φύση, στα απόμερα δάση, σε εκείνο το απλό ξύλινο κελί όπου ο μοναχός με ιερή σιωπή συλλογίστηκε τη Μητέρα του Θεού και τους αγίους αγγέλους. Και τώρα όλα εδώ είναι σαν σε μια πόλη: ζωηρό εμπόριο, μετακίνηση ανθρώπων, πέτρινα κτίρια.

 

Όχι, πρέπει να φύγω από εδώ για κάποιο ήσυχο μοναστήρι, αποφάσισε μόνος του ο Παβλόφ και το βράδυ προσέλαβε ένα ταξί για τη Γεθσημανή.

 

Στο δρόμο προς το δάσος, ο Παβλόφ ξεκουράστηκε λίγο από τις αναστατωμένες σκέψεις του. Κάτω από το απαλό χνουδωτό χιόνι, το δάσος ήταν σιωπηλό και έφερε μια μεγαλειώδη σιωπή στην ψυχή.

 

- Τι ωραία που είναι εδώ! - παρατήρησε στον ταξιτζή.

 

- Εσύ, αφέντη, έλα σε μας το καλοκαίρι. Τότε δείτε τι ευλογημένο μέρος είναι αυτό! Τι πνεύμα της άνοιξης! Πόσα πουλιά!..

 

- Ναι, εδώ μπορείτε σύντομα να βελτιώσετε την υγεία σας.

 

- Υγιεινά μέρη! Ζω στο Kokuyevo τόσα χρόνια, αλλά δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποιο είδος επιδημίας εδώ. Η ευλογία του Θεού μέσα από τις προσευχές του αγίου!

 

Ο οδηγός ταξί σταμάτησε στο ξενοδοχείο, έξω από το φράχτη της μονής της Γεθσημανής. Εκεί στέκονταν άδεια έλκηθρα και ένα πλήθος διερχόμενων ανθρώπων. Αφού προσκύνησε μια εικόνα  μπροστά  της Μητέρας του Θεού Chernigov, ο Pavlov πήγε στο μοναστήρι.

 

Μπαίνοντας στην πύλη του πέτρινου φράχτη, ζήτησε από τον θυρωρό να του δείξει την εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αυτή η αρχαία ξύλινη εκκλησία, από την εποχή του Αγίου Διονυσίου και του Αβραάμ Παλίτσιν, μεταφέρθηκε εδώ από το χωριό Podsosenye από τον Μητροπολίτη Φιλάρετο. Είχε ό,τι θύμιζε την αρχαία, άθλια εκκλησία του Αγίου Σεργίου. Τα εκκλησιαστικά σκεύη είναι όλα ξύλινα, τα άμφια είναι χάρτινα, το σάβανο και τα αντιμέτωπα από καμβά. Όλες οι εικόνες της αρχαίας γραφής. Στον απέραντο προθάλαμο του ναού, ο Παβλόφ εξέτασε πολλές διδακτικές εικόνες από τη μοναστική ζωή. Τι γαλήνη τον βρήκε από αυτή την απλότητα και την αρχαιότητα! Μετάνιωσε που δεν έγινε λειτουργία σε αυτήν την εκκλησία σήμερα. Του έδειξαν μια άλλη εκκλησία του Αγίου Σεργίου και του Νίκωνα στον τελευταίο όροφο ενός άλλου κτιρίου, όπου γιορταζόταν η Μεγάλη Συμπλήρωση.

 

Περπατώντας στον κήπο, ο Παβλόφ συνάντησε έναν αξιοσέβαστο μοναχό.

 

«Πες μου», γυρίζει στον μοναχό, «γιατί δεν φαίνεται κανείς εδώ στον κήπο σου;» Γιατί είσαι τόσο ήσυχος;

 

- Όλοι είναι στην εκκλησία τώρα. «Σε εκείνο το πέτρινο κτίριο», έδειξε ο μοναχός ένα μακρύ κτίριο απέναντι από την ξύλινη εκκλησία. «Και ακόμη και τότε πρέπει να ειπωθεί: οι γυναίκες δεν επιτρέπονται εδώ». Γι' αυτό είναι ήσυχο. Απλά αφήστε τους να μπουν και τότε θα υπάρξει η ίδια ταραχή όπως στη Λαύρα.

 

Ο Παβλόφ ανέβηκε στην εκκλησία, πέρασε μπροστά από μια σειρά από σιωπηλούς μοναχούς και σταμάτησε πίσω από όλους όπου είχαν συγκεντρωθεί οι προσκυνητές. Όλοι οι άντρες. Ανάμεσα στους εκπροσώπους του αστικού πληθυσμού υπήρχαν πολλοί περιπλανώμενοι, με σακίδια και πεντάγραμμα. Όλοι όσοι ήταν παρόντες στην εκκλησία ήταν δεμένοι με κάποια ιδιαίτερη ευλάβεια. Κανείς δεν μετακινήθηκε από μέρος σε μέρος. Κάποιοι κυριολεκτικά πάγωσαν στη πόζα τους. Άρχισε να νυχτώνει. Ο αρχάριος περπάτησε σιωπηλά γύρω από τα κηροπήγια και έσβησε όλα τα κεριά εκτός από τα κύρια κοντά στο εικονοστάσι. Η λειτουργία πλησίαζε στο τέλος της. Ο αναγνώστης, με δυνατή φωνή στο στήθος, διάβασε τις τελευταίες προσευχές για όσους έρχονται να κοιμηθούν στη μέση της εκκλησίας. Η αδιατάρακτη σιωπή ανάμεσα στο πλήθος των προσκυνητών, το μυστηριώδες σκοτάδι με πέντε ή έξι φώτα που αναβοσβήνουν στη βαθιά απόσταση, η δυνατή, εγκάρδια ανάγνωση του αναγνώστη - όλα αυτά συντόνισαν πολύ την ψυχή του Pavlov. Η λειτουργία τελείωσε, αλλά κανείς δεν κουνήθηκε. Τα τελευταία φώτα κοντά στο εικονοστάσι έσβησαν. Στο σκοτάδι, ένα μικρό κερί στα χέρια του αναγνώστη λάμπει αχνά, σαν ένα μόνο αστέρι σε μια σκοτεινή νύχτα. Πλήρης σιωπή.

 

«Πρέπει να περιμένουν την ευλογία του ηγουμένου και να φύγουν», αποφάσισε μέσα του ο Παβλόφ, τεντώνοντας το όραμά του να διαπεράσει από μακριά το μυστικό της κρυφής δράσης των μοναχών στο σκοτάδι... Ξαφνικά ακούστηκε ξανά η φωνή του αναγνώστη:

 

- Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν μας! Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν μας!..

 

Ο αναγνώστης επανέλαβε την ίδια φράση προσευχής καθαρά, ηχηρά, εκφραστικά. Όλοι προσευχήθηκαν θερμά. Ο Παβλόφ γονάτισε και σταυρώθηκε ζωηρά.

 

Ξαφνικά ο αναγνώστης σώπασε. Επικράτησε πάλι αδιατάρακτη σιωπή. Όλοι πάγωσαν κυριολεκτικά.

 

«Τι σημαίνει; - σκέφτηκε μέσα του ο Παβλόφ. «Έφυγε ο ηγούμενος από την εκκλησία ή είναι απασχολημένος με την προσευχή στο βωμό;»

 

Πέρασαν αρκετά λεπτά όταν η φωνή του αναγνώστη ακούστηκε ξανά στο σκοτάδι:

 

- Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν μας!..

 

Ξανάρχισαν οι θερμές προσευχές και οι υποκλίσεις των παρευρισκομένων. Κάθε επιφώνημα του αναγνώστη βυθίστηκε βαθιά στην ψυχή του συγκινημένου Pavlov.

 

«Κύριε», προσευχήθηκε, «όπως οι κάποτε τυφλοί στην Ιεριχώ, κι εμείς φωνάζουμε σε Σένα στο σκοτάδι: ελέησέ μας!» Ελέησέ μας όλους και φώτισε τα νοερά μας μάτια!

 

Ο αναγνώστης σιώπησε ξανά. Και πάλι η σιωπή είναι κουραστική, μυστηριώδης. Ο Παβλόφ νιώθει το αίμα να χτυπάει στους κροτάφους του. Ένα ιερό τρόμο έπεσε πάνω του. Του φάνηκε ότι περίμεναν κάποιο θαύμα από τον Θεό.

 

«Εξάλλου, έτσι προσεύχονται», σκέφτηκε, «όταν περιμένουν μια άμεση απάντηση από πάνω».

 

Όλοι στέκονται ακίνητοι. Η σιωπή είναι ανενόχλητη.

 

Ξαφνικά ακούστηκε ξανά η τεταμένη φωνή του αναγνώστη:

 

- Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν μας!

 

«Αυτή είναι η πραγματική Γεθσημανή!» - σκέφτηκε ο Παβλόφ. «Ο Κύριος επίσης διέκοψε την προσευχή του τρεις φορές και έφυγε για να αναζητήσει τους κοιμισμένους μαθητές Του στο σκοτάδι. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν μας! - άρχισε να επαναλαμβάνει ευλαβικά μετά τον αναγνώστη.

 

Αλλά εδώ πάλι επικρατεί σιωπή, και πάλι όλοι στέκονται ήσυχοι, χωρίς να κινούνται. Περνούν αρκετά οδυνηρά λεπτά. Ο Παβλόφ δεν άντεξε και πλησίασε ήσυχα έναν από τους μοναχούς.

 

«Θα τελειώσει τώρα», του απάντησε εντελώς ήρεμα ο γκριζομάλλης γέρος.

 

Πράγματι, ο αναγνώστης κήρυξε και πάλι την Προσευχή του Ιησού πολλές φορές, και αυτό τελείωσε την απογευματινή λειτουργία.

 

Σοκαρισμένος μέχρι το μεδούλι, ο Παβλόφ δεν μπόρεσε να πάει στο ξενοδοχείο τώρα και πήγε στην Εκκλησία της εικόνας του Chernigov της Μητέρας του Θεού. Εδώ τελέστηκε η ολονύχτια αγρυπνία. Ήταν στριμωγμένα, και ζεστά. Οι περισσότεροι από τους πιστούς είναι γυναίκες. Κουρασμένος από όλη τη μέρα, δεν άντεξε όρθιος για πολλή ώρα και βγήκε να ξεκουραστεί στα σκαλιά της σκάλας. Εδώ καθόταν ένα σεμνά ντυμένο δωδεκάχρονο κορίτσι.

 

- Από πού είσαι, γλυκιά μου; - τη ρώτησε ο Παβλόφ με συμπόνια.

 

- Από την επαρχία Βλαντιμίρ, περίπου εκατόν πενήντα βερστ από εδώ.

 

- Μακριά! Ήρθες με αυτοκίνητο;

 

- Όχι, με τα πόδια με τη μητέρα μου. Έχουμε μόνο ένα ρούβλι για τη μεταφορά. Είμαστε πυρόπληκτοι.

 

- Ένα ρούβλι! - Ο Παβλόφ ξαφνιάστηκε και έσφιξε τα χέρια του. Έβγαλε ένα ασημένιο ρούβλι από το πορτοφόλι του και το έδωσε στην κοπέλα.

 

«Ο Θεός σε έφερε εδώ με ένα ρούβλι», της είπε. - Λοιπόν, ορίστε άλλο ένα για εσάς στο δρόμο της επιστροφής.

 

- Ευχαριστώ! «Θα πάω να προσευχηθώ για σένα», είπε απλά το κορίτσι και ανέβηκε γρήγορα στην εκκλησία. Ο Παβλόφ την ακολούθησε και παρακολούθησε για πολλή ώρα καθώς το νεαρό βιβλίο προσευχής για αυτόν υποκλίθηκε επιμελώς στο έδαφος μπροστά στην εικόνα της Μητέρας του Θεού.

 

Το επόμενο πρωί, ο Παβλόφ πήγε να δει τον γέροντα, σεβαστό εδώ. Του είπαν πολλά στη Μόσχα για τη διορατικότητά του και τις χρήσιμες συμβουλές που έδινε σε όσους έρχονταν κοντά του από διάφορα μέρη της Ρωσίας. Βρήκε τον γέροντα στην αυλή, περικυκλωμένος από πλήθος προσκυνητών. Μάλλον τον έχουν ήδη επισκεφτεί και τώρα τους αποχαιρετά λέγοντας:

 

- Πηγαίνετε με τον Θεό, παιδιά, στην εκκλησία, και θα είμαι εκεί τώρα.

 

Ο Παβλόφ πλησίασε τον γέροντα με ευλογία και του έδωσε μια συστατική επιστολή από τον φίλο του.

 

- Από τον θαυμαστή σου, πατέρα.

 

- Λοιπόν, έλα στο κελί, γιε μου.

 

Ο Παβλόφ μπήκε σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι, όπου υπήρχε το διαμέρισμα ενός ηλικιωμένου, αποτελούμενο από δύο μικρά δωμάτια. Ο γκριζομάλλης γέρος, αλλά ακόμα πολύ ευδιάθετος, στράφηκε με στοργή στον Παβλόφ και τον κοίταξε στα μάτια:

 

- Λοιπόν, τι λες γιε μου;

 

Ο Παβλόφ ντράπηκε. Ήθελε να ζητήσει συμβουλές σχετικά με το γάμο, αλλά του φαινόταν κάπως άβολο να το πει αμέσως.

 

- Ήρθα σε σένα για ευλογία, πατέρα.

 

- Ήρθες μόνος, γιε μου;

 

- Ναι, πατέρα.

 

- Δεν είσαι παντρεμένος;

 

- Όχι, είμαι ελεύθερος.

 

- Γιατί λοιπόν δεν παντρεύεσαι;

 

«Γι’ αυτό ήρθα σε σένα».

 

- Παντρευτείτε, παντρευτείτε! Ήρθε η ώρα! Εδώ είναι η ευλογία μου για εσάς.

 

Ο γέροντας πήρε την εικόνα της Ιβήρων της Θεοτόκου από άλλο δωμάτιο και ευλόγησε τον Παβλόφ.

 

- Ψάξε για νύφη.

 

Ο Παβλόφ θαύμασε την προνοητικότητα του γέροντα και υποκλίθηκε στο έδαφος.

 

- Παντρευτείτε, παντρευτείτε! - επανέλαβε πολλές φορές ο γέροντας ευλογώντας τον. - Έλα σε μένα να εξομολογηθεις το βράδυ.

 

Κρατώντας με χαρά τη δωρεά εικόνα στο στήθος του, ο Παβλόφ κατέβηκε στην εκκλησία του σπηλαίου και ευχαρίστησε θερμά τη Μητέρα του Θεού. Πέρασε όλη την ημέρα πριν την εξομολόγηση είτε στην εκκλησία για λειτουργίες, είτε βλέποντας σπήλαια και μοναστηριακές εκκλησίες.

 

Την επομένη, αφού παρέλαβε τα Ιερά Μυστήρια, ο Παβλόφ επισκέφτηκε ξανά τον γέροντα για να τον ευχαριστήσει και να τον αποχαιρετήσει.

 

- Από εδώ και πέρα, όχι άλλος πόνος! - του είπε  ο γέροντας.

 

Ο Παβλόφ δεν ήθελε να αποχωριστεί τα μοναστήρια τόσο σύντομα και προσέλαβε έναν οδηγό ταξί στο κοινόχρηστο ερημητήριο του Αγ. Paraclete. Ο καιρός ήταν ζεστός και ηλιόλουστος. Χάρη στο πρόσφατο χιόνι, ο δρόμος ήταν λίγο δύσκολος για τα άλογα, αλλά απαλός και ήρεμος για τους αναβάτες, που δεν βιάζονταν. Από όλες τις πλευρές υψώθηκαν πεύκα και έλατα καλυμμένα με χιόνι. Όλη την ώρα ο δρόμος περνούσε σε ευθεία γραμμή μέσα στο δάσος, αλλά αφού διέσχιζε τον ποταμό Torgosha, έστριψε απότομα δεξιά σε μια πλαγιά. Σύντομα εμφανίστηκαν τα κτίρια του μοναστηριού. Λίγο ακόμα, και το ταξί σταμάτησε στην πύλη του μοναστηριού. Ο Παβλόφ περπάτησε κατά μήκος του ποδοπατημένου μονοπατιού προς την εκκλησία. Πουθενά ανάμεσα στα διάφορα ξύλινα κτίρια δεν συνάντησε ούτε μια ψυχή. Περπάτησα γύρω από την εκκλησία, αλλά ούτε εκεί ήταν κανείς. Τελικά, κοντά σε μια μικρή καλύβα, παρατήρησε έναν μοναχό.

 

«Πάτερ,  μπορώ να κάνω μια προσευχή στην εκκλησία σου;» - του φώναξε ο Παβλόφ.

 

- Τώρα, τώρα, πατέρα! Θα το πω στον ιερομόναχο.

 

Σύντομα ένας αδύνατος ιερομόναχος με ένα παλιό ράσο πλησίασε τον Παβλόφ και του έδειξε την άνω εκκλησία του Αγίου Πνεύματος του Παρηγορητή, ή Paraclete, και την κάτω - στο όνομα του Ιωάννη του Βαπτιστή. Παράλληλα είπε:

 

- Προσέξτε πόσο έξυπνα σκέφτηκε να συνδυαστούν αυτές οι δύο εκκλησίες σε ένα κτίριο.

 

Πραγματικά αυτή είναι η κατοικία της πνευματικής αναγέννησης. Άλλωστε, λέγεται ότι αν δεν γεννηθεί κανείς από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού. Εδώ προσευχόμαστε στο Άγιο Πνεύμα και σε εκείνη την κάτω εκκλησία προσευχόμαστε στον μάρτυρά Του, που στάλθηκε να βαφτίσει τους ανθρώπους στο νερό.

 

Μετά από μια προσευχή στη Μητέρα του Θεού και στον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ο ιερομόναχος κάλεσε τον Παβλόφ στο κελί του και τον κέρασε με ψωμί και μέλι με ζεστό νερό.

 

«Τι ήσυχα είναι εδώ, πατέρα», παρατήρησε ο Παβλόφ, «πραγματική έρημος!»

 

- Ναι, ο Κύριος μας προστατεύει από τις φήμες της καθημερινότητας. Οι γυναίκες δεν επιτρέπονται καθόλου στο μοναστήρι μας, και οι άνδρες προσκυνητές σπάνια έρχονται εδώ. Μας προστατεύει από τον κόσμο ένας δασικός τοίχος. Σας άρεσαν τα δάση μας;

 

«Λυπάμαι, πατέρα, που δεν ήρθα σε σένα το καλοκαίρι». Αλλά είσαι καλά και τον χειμώνα.

 

Εδώ ο Παβλόφ μίλησε για τη σύντομη παραμονή του στη Λαύρα και στο μοναστήρι της Γεθσημανής, για την επίσκεψή του στον περίφημο γέροντα και για τη διορατικότητά του.

 

«Το είχε προβλέψει και για μένα, κάτι που δεν περίμενα ποτέ», άρχισε να λέει με τη σειρά του ο φλύαρος ιερομόναχος. «Έτυχε να περνω από τα παράθυρά του. Ο γέροντας με φώναξε στο παράθυρο, λέγοντάς με ιερέα. Πατέρα, του λέω, είμαι απλώς ένας ταπεινός αρχάριος. Θα είσαι, θα είσαι παπάς, επαναλάμβανε επίμονα ο γέροντας.

 

Αμφιβάλλω τότε αν εγώ, ένας αγράμματος χωρικός, έπρεπε να φέρω την ιεροσύνη! Και τι θα λέγατε, γρήγορα με έκαναν ιεροδιάκονο, και τώρα εδώ και αρκετά χρόνια ιερομόναχο.

 

Έχοντας αποχαιρετήσει τη σιωπή της ερήμου Paraclete, ο Pavlov αποφάσισε να επισκεφθεί τη Βηθανία για να ολοκληρώσει την επισκόπηση των μοναστηριών. Δύο από τους πιο διάσημους ιεράρχες της Μόσχας άφησαν μια αξέχαστη ανάμνηση σε αυτά τα μέρη: ο Μητροπολίτης Πλάτων ίδρυσε το μοναστήρι της Βηθανίας και ο Μητροπολίτης Φιλάρετος ίδρυσε το μοναστήρι της Γεθσημανής). Ωστόσο, ο ναός της Βηθανίας συνδέεται και με ένα άλλο ευαγγελικό γεγονός - με τη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Η εσωτερική δομή του ναού είναι πολύ μοναδική. Πάνω από το σπήλαιο στο οποίο υπάρχει θρόνος στη μνήμη της Ανάστασης του Λαζάρου, υπάρχει ένα βουνό που απεικονίζει το Θαβώρ. Υπάρχουν δύο σκάλες κατά μήκος του βουνού, και στην κορυφή του υπάρχει ένας θρόνος προς τιμήν της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

 

Αφού εξέτασε τους θαλάμους του Μητροπολίτη Πλάτωνα, ο Παβλόφ έσπευσε να επιστρέψει στη Λαύρα.

 

Το βραδινό λυκόφως, όταν οδηγούσε μέσα σε ένα ήσυχο δάσος, μια βαριά σκέψη τον έπεσε:

 

«Εδώ αφήνουμε τον θορυβώδη αμαρτωλό κόσμο για να περάσουμε μια ή δύο εβδομάδες μακριά από τις καθημερινές ανησυχίες, να σκεφτούμε τα πεπρωμένα της ανθρωπότητας και την αιώνια ζωή, να κατανοήσουμε τη θέση μας στη γενική οικονομία του Θεού. Και πόσο μικρές και ασήμαντες μερικές φορές θα φαίνονται όλες οι γήινες ανησυχίες και όλες οι υποθέσεις για τις οποίες φασαριώνουμε, μαλώνουμε, φασαρίες και καυγάδες! Άλλωστε, όποιος θέλει να ακολουθήσει τον Χριστό πρέπει να αφήσει τον ανήσυχο κόσμο ξαπλωμένος στο κακό, και όλους τους πειρασμούς του και να Τον ακολουθήσει, έτσι το έκαναν οι μοναχοί του μοναστηριού.

 

Εντυπωσιασμένος από τις εικόνες της ζωής του ερημίτη στον Παράκλητο, ο Παβλόφ ξέχασε την πρόσφατη νουθεσία του γέροντα να παντρευτεί το συντομότερο δυνατό, και ξέχασε επίσης τα πράγματα που είχε αφήσει στο σπίτι. Άρχισε πάλι να αγαπά τη μακρόχρονη σκέψη του - να πάει στη μοναξιά των δασών και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στον λόγο του Θεού.

 

Το ίδιο βράδυ συναντήθηκε στο ξενοδοχείο με έναν από τους στενούς του φίλους, ο οποίος ήρθε επίσης εδώ για να μιλήσουμε. Ο Παβλόφ του ζήτησε αμέσως να λύσει το ερώτημα που τον καταπίεζε: να πάει σε ένα από τα μοναστήρια ή να παραμείνει στον κόσμο.

 

- Αυτή είναι η πολλοστή φορά που ακούω αυτήν την ερώτηση από εσάς! - απάντησε ο φίλος του. «Ο Φύλακας Άγγελός σας Ιωάννης ο Βαπτιστής το είπε καλά: ένα άτομο δεν μπορεί να πάρει τίποτα πάνω του αν δεν του δοθεί από τον ουρανό». Πίστεψέ με, αν σου δινόταν από πάνω να πας στο μοναστήρι, δεν θα μου το ζητούσες, αλλά θα το πάρεις και θα φύγεις χωρίς να μιλήσεις. Όχι, προφανώς δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα για εσάς. Και ακόμη και τότε πρέπει να ειπωθεί: όταν το πλοίο στο οποίο έπλεε ο Απόστολος Παύλος μαζί με άλλους αιχμαλώτους κινδύνευε, οι ναυτικοί αποφάσισαν να δραπετεύσουν από το πλοίο με μια βάρκα. αλλά ο Παύλος είπε στον καπετάνιο του ότι αν δεν μείνουν στο πλοίο, δεν μπορείς να ξεφύγεις. Έτσι είναι η σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ο κόσμος, φυσικά, θα χαθεί. αλλά δεν πρέπει να ξεφύγουμε από τις ασχολίες και τις ευθύνες μας. Πρέπει να μείνουμε στη δουλειά μας μέχρι το τέλος, ο καθένας πρέπει να σταθεί στο πόστο του. Έχετε μια υπηρεσία, σας έχει δοθεί ένα ταλέντο, οπότε εργαστείτε με αυτό μέχρι την έλευση του Κυρίου. Τότε θα Του δώσεις λογαριασμό και θα δεχτείς την ανάλογη αμοιβή.

 

Ο Παβλόφ ευχαρίστησε τον φίλο του για τις καλές συμβουλές και, καθησυχασμένος, πήγε αμέσως στη Μόσχα.

 Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Αληθινές ιστορίες Ζόμπερν Βλαντιμίρ Μιχαήλοβιτς 30


Η φωτογραφία είναι από το βίντεο "Ο Άγιος Πορφύριος και η Πολυκλινική Αθηνών"

"Η Πνευματική Ζωή κατά τους Πατέρες" π. Μάξιμος Κυρίτσης

 

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΡΑΝΤΟΝΕΖ!!!

«Ενορία εν δράσει 2024»: Αφιέρωμα στο μακαριστό καθηγητή Χρήστο Γιανναρά (1ο)

 

Είπε ο άγιος Σωφρόνιος σε ηλικία 79 ετών (το 1975).



«Στην ηλικία μου όχι μόνο λειτουργώ ακόμα τη Λειτουργία, αλλά δέχομαι και όχι λίγους ανθρώπους, ζω τα βάσανα τους, τα προβλήματά τους, μοιράζομαι μαζί τους την εμπειρία μιας μακρόχρονης ζωής, ανθρώπινα μιλώντας».  ... είπε ο άγιος Σωφρόνιος  σε ηλικία 79 ετών (το 1975).

 στο "Γράμματα στην οικογένεια του αρχιερέα Μπόρις Σταρκ"