Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Ι Μ ΒΗΘΛΕΕΜ ΚΟΡΩΠΙΟΥ. 25-12-13. ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Μητρ Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.


ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ. ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ.






Το 1940 ό π.Έλπίδιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε με ζήλο τα διάφορα διακονήματα πού του ανατέθηκαν. Το 1949 προσελήφθη στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και αναχώρησε από την Αγία Γη, ακολουθώντας μία πορεία πνευματικής διακονίας σε πολλούς τόπους και χώρες. Ό Άγιος Φιλούμενος παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα υπηρετώντας ταπεινά για σαράντα πέντε συνεχή χρόνια μέχρι το μαρτυρικό του τέλος.

Ένα χρόνο μετά την αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο ό Άγιος Φιλούμενος, διορίστηκε εργοδηγός στο Πατριαρχείο. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως διάκονος στην Ιερά Λαύρα τού Άγιου Σάββα τού Ηγιασμένου. Εκεί υπηρέτησε από τον Ιούνιο του 1940 μέχρι και τον Σεπτέμβριο τού 1941 και συνδέθηκε πνευματικά με τούς Άγιοσαββαΐτες πατέρες.
Τον Ιανουάριο του 1942 κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα Επιμελητού των Πατριαρχικών Γραφείων, θέση στην όποια υπηρέτησε μέχρι και τον Ιούλιο τού 1944. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στα Πατριαρχικά Γραφεία, την 1η Νοεμβρίου τού 1943, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος επί τού Φρικτού Γολγοθά από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Πέλλης Μεθόδιο.
Ή επόμενη διακονία του ήταν στο Κεντρικό Μαγειρείο, όπου    υπηρέτησε    ως βοηθός φροντιστής μέχρι τον Φεβρουάριο του 1946. Έπειτα διορίστηκε Ηγούμενος στην' Ιερά Μονή των Άγιων Αποστόλων στην Τιβεριάδα και στις 20 Μαρτίου του 1948 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Τον Μάρτιο του 1953 μετατέθηκε στην’ Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Ίόππη, όπου υπηρέτησε ως Ηγούμενος για έξι περίπου χρόνια, μέχρι τον Νοέμβριο του 1959. Για τα επόμενα δύο χρόνια, από τον Νοέμβριο του 1959 μέχρι τον Μάιο του 1961, ό Άγιος υπηρέτησε ως Διευθυντής του Οικοτροφείου της Πατριαρχικής Σχολής. Τα χρόνια αυτά είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και αρκετά από τα παιδιά του Γυμνασίου του Πατριαρχείου.


«Ως νέος είχα τη μεγάλη ευλογία να ταξιδέψω στους Αγίους Τόπους», αναφέρει ό -Κύπριος στην καταγωγή Αρχιεπίσκοπος Κένυας Μακάριος , «με σκοπό να παραμείνω εκεί και να ενταχθώ στους κόλπους της Άγιοταφικής Αδελφότητας. Λόγοι ειδικοί και ίσως το σχέδιο του Θεού δέ μού επέτρεψαν να παραμείνω εκεί για πολύ χρόνο. Όμως στο διάστημα της εκεί παραμονής μου, ίσως βέβαια αυτό να οφειλόταν και στην καταγωγή μου, δημιούργησα μία στενή φιλία με τον τότε άσημο ιερομόναχο Φιλούμενο [...]. Σ' έμενα προσωπικά, ό π. Φιλούμενος είχε δημιουργήσει βαθιά μέσα μου ένα αίσθημα μεγάλου σεβασμού, το όποιο τελικά με οδήγησε μια μέρα να τον σταματήσω και να του συστηθώ. Ή συνάντηση αυτή δεν ήταν τυπική, αλλά κατά βάθος ουσιαστική, γιατί από τη στιγμή εκείνη αισθάνθηκα ότι δέ συνομιλούσα με ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά με κάποιον πού αυτόματα επιβεβαίωνε την αγιότητα. Αντιλήφθηκα ότι είχα μπροστά μου ένα "φίλο Χριστού", και 
θυμήθηκα το προφητικό του Δαβίδ, "Έμοι δέ λίαν έτιμήθησαν οι φίλοι σου, ό Θεός" {Ψαλμ. 138,17)».


Τον Μάιο του 1961, ό Άγιος Φιλούμενος διορίστηκε Ηγούμενος στην’ Ιερά Μονή των Αρχαγγέλων στα Ιεροσόλυμα και τον Φεβρουάριο τού 1962 τυπικάρης  στον Μοναστηριακό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου υπηρέτησε για τρία περίπου χρόνια (μέχρι τον Αύγουστο τού 1965).
Στο διακόνημα τού τυπικάρη υπηρέτησε με πολύ ζήλο και ήταν πολύ αυστηρός όσον άφορα στην εκκλησιαστική τάξη και την τήρηση της. Ή πνευματική άλλωστε ακρίβεια πού τον χαρακτήριζε, αντικατοπτριζόταν σε κάθε διακόνημα πού αναλάμβανε, πολύ δέ περισσότερο στην τέλεση των εκκλησιαστικών ακολουθιών, οι όποιες αποτελούσαν το καθημερινό του εντρύφημα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης Αρίσταρχος: «Γνώρισα τον π. Φιλούμενο κατά τα έτη 1964-1966. Τότε ήμουν μαθητής της Ε' και Στ' τάξης του Γυμνασίου και ταυτόχρονα υπηρετούσα ως νεωκόρος στον Άγιο Κωνσταντίνο Εκεί ήταν τυπικάρης ό π. Φιλούμενος. Και τον θυμόμαστε Τον ζήσαμε. Ήταν άνθρωπος ευσεβής, άνθρωπος μοναχικός, αφιερωμένος, φιλακόλουθος. Άκουγα μάλιστα από τον φίλο του, τον μακαριστό Μητροπολίτη Βόστρων' Υμέναιο, ότι είχε τα εκκλησιαστικά βιβλία και στο σπίτι και διάβαζε εκεί όσες ακολουθίες δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε στην εκκλησία. Αγαπούσε τις ακολουθίες και, ως τυπικάρης πού ήταν, επέμενε πολύ στην ακριβή τέλεση τους. Και θυμάμαι ακόμα πού, όταν κάποιες φορές εμείς βιαζόμασταν στην ανάγνωση τού Ψαλτηρίου ή παραλείπαμε κάτι, αυτός το αντιλαμβανόταν και ερχόταν και μάς έπέπληττε».
«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν τυπικάρης», συμπληρώνει ό Αρχιεπίσκοπος Μαραθώνος Μελίτων, «εμάς, τα παιδιά πού διακονούσαμε στο αναλόγιο, μάς αγαπούσε πολύ. Πηγαίναμε εκεί πρωί-πρωί, για να κανοναρχήσουμε, και αυτός μάς ετοίμαζε τα βιβλία και μάς εξηγούσε το κάθε τί: "Το μικρό βιβλίο το θέλουμε γι' αυτόν τον σκοπό, το μεγάλο για εκείνο..." Μάς έμαθε να κανοναρχούμε και να αγαπούμε το ψαλτήρι. Ήθελε όμως να διαβάζουμε σωστά και μάς παιδαγωγούσε. Έτσι, όταν κάναμε λάθος στην ανάγνωση των εκκλησιαστικών κειμένων, μάς διέκοπτε και μάς έβαζε να ξαναδιαβάσουμε όλο το κείμενο από την αρχή. Δεν είχε βέβαια πνεύμα τιμωρίας, αλλά μάς παίδευε μορφωτικά, όταν χρειαζόταν.


»Μάς έλεγε ακόμα να φροντίζουμε τον Οίκο τού Θεού με επιμέλεια, γιατί αυτή ή φροντίδα είναι μέρος της λατρείας μας προς τον Κύριο. Γι' αυτό και επεδίωκε, ως κανονάρχες πού ήμασταν, να έχουμε υπό την ευθύνη μας την ευπρέπεια τού Μοναστηριακού Ναού των Άγιων Κωνσταντίνου και Ελένης. Δεν έφείδετο κόπου και χρόνου, για να μάς συμβουλεύσει και να μάς καθοδηγήσει στο σωστό. Καταλαβαίναμε ότι μάς αγαπούσε. Ήμασταν τότε μικρά παιδιά και νιώθαμε κοντά του ασφάλεια. Νιώθαμε ότι είχαμε δίπλα μας έναν άνθρωπο πού πάντοτε ήταν έτοιμος να μάς στηρίξει. Πάντοτε είχε κάτι καλό να μάς πει, κάτι καλό να μάς διδάξει. Βέβαια, δεν ήταν μόνο τα λόγια. 
Όλη του ή ζωή ήταν μία συμβουλή για μάς και παράδειγμα προς μίμηση».
Παράλληλα με την ορθή και ακριβή τέλεση των ακολουθιών, ό Άγιος ήθελε να μεταδώσει στα παιδιά την αγάπη για την αρχαία ελληνική γλώσσα, ώστε να μπορούν να κατανοούν τα εκκλησιαστικά κείμενα. 

«Όταν διαβάζαμε την ακολουθία», αναφέρει ό Αρχιεπίσκοπος Γεράσων Θεοφάνης, «και βρίσκαμε κάποια άγνωστη λέξη, για να μας διδάξει, μας ρώταγε: "Ξέρετε τί είναι αυτό;" Και μάς εξηγούσε. Αυτός ήταν και ό καλύτερος τρόπος για να μάθουμε. Πολλές φορές, μάλιστα, μάς έβρισκε κα! μάς ρωτούσε και έκτος της εκκλησίας, γιατί φαίνεται ότι είχε πολλή αγάπη στη γραμματική και το συντακτικό. Ήξερε όλους τούς κανόνες, τις εξαιρέσεις, τα ανώμαλα ρήματα και μάς τα μάθαινε. Είχαμε μαζί του μία απλή και ταπεινή σχέση, ταυτόχρονα όμως τον σεβόμασταν πάρα πολύ».

Μετά την τριετή διακονία του στον Άγιο Κωνσταντίνο, ό Άγιος Φιλούμενος διορίστηκε Ηγούμενος στην’ Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως στη Ραμάλα (Αύγουστος του 1965 - Αύγουστος τού 1967), όπου υπηρέτησε και αργότερα για άλλα τρία χρόνια (Ιανουάριος τού 1976 - Μάιος τού 1979).Έκεΐ είχε ένα ορθόδοξο αραβόφωνο ποίμνιο μερικών χιλιάδων, το όποιο διακόνησε με πατρική αγάπη και πόνο, γι' αυτό και απέκτησε πολύ νωρίς τη φήμη ενός εξαιρετικού ιερομόναχου και πνευματικού. Αν και ή σοβαρότητα και ή σύνεση πού τον χαρακτήριζαν τον έκαναν να φαίνεται κάποτε απρόσιτος, εντούτοις, όσοι τον πλησίαζαν, αμέσως αντιλαμβάνονταν την πηγαία αγάπη, με την όποια περιέβαλλε αδιάκριτα τον κάθε άνθρωπο είτε αυτός άνηκε στο ποίμνιο του είτε όχι. Πολλοί, μάλιστα, τον σέβονταν και τον ευλαβούνταν ως άγιο από τον καιρό πού ήταν ακόμα εν ζωή.

«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν Ηγούμενος στην περιοχή μας, στη Ραμάλα», θυμάται ή Μαριλέν ΟDEH (ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΡΑΜΑΛΑ), «έρχόταν πολύ συχνά στο σπίτι μας, γιατί ή μητέρα μου έψαλλε στην εκκλησία κι έτσι είχαμε καλές σχέσεις με όλους τούς μοναχούς του Πατριαρχείου πού διορίζονταν έδώ. Έχουμε πάρα πολύ καλές αναμνήσεις άπ'αύτόν. 'Ο αδελφός μου, ό Σαμίρ ό όποιος ήταν τότε μικρό παιδάκι -δυόμισι έως τριών ετών-, καθόταν πάντοτε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τού διηγείται βίους άγιων. Γενικά, είχε πολύ καλή επικοινωνία με το ποίμνιο του, αλλά μ' εμάς ήταν σαν να είμαστε μία οικογένεια. 

Όμως, παρόλο πού είχαμε αυτή την άνεση μεταξύ μας, οι επισκέψεις του ήταν πάντοτε «μετρημένες», πνευματικές, ίσως γιατί και ό ίδιος ήταν πάρα πολύ αυστηρός στο πρόγραμμα και τις αρχές του.
»Ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Από τότε φαινόταν ότι είχε κάτι ξεχωριστό. Ξεχώριζε από τούς υπόλοιπους ανθρώπους. Χωρίς να τού μιλάς, ένιωθες κοντά του ειρήνη, σιγουριά, ασφάλεια. Και αυτός καταλάβαινε τί ήθελες, χωρίς να χρειαστεί να τού μιλήσεις, δίνοντας σου μάλιστα πολλές φορές και την απάντηση πού χρειαζόσουν. Όταν μιλούσε, ήταν πάρα πολύ ήρεμος. Και σου μετέδιδε αυτή την ηρεμία. Μιλούσε για τον Χριστό, για την Εκκλησία, για την Ορθοδοξία. 

Από τον καιρό πού ζούσε, νιώθαμε ότι όλα όσα είχαμε διαβάσει για τούς άγιους και τη ζωή τους εκπληρώνονταν σ'αυτόν τον άνθρωπο».
Οι πολλοί πνευματικοί αγώνες τού Αγίου Φιλουμένου, καθώς και ή ανυπόκριτη αγάπη με την όποια περιέβαλλε το ποίμνιο του, προσείλκυαν τούς ανθρώπους, οι όποιοι αισθάνονταν κοντά του παρηγοριά και ανάπαυση. 

Όλοι γνώριζαν ότι στο πρόσωπο του θα βρουν τον καλόν ποιμένα τον αληθινό πνευματικό πατέρα, τον γνήσιο μαθητή του Χριστού. Ή Χάρη του Θεού τον συνόδευε παντού και πλησίον του αντιλαμβάνονταν τις ενέργειες της, ακόμη και με μόνη την απλή παρουσία του.
«Όταν ό Άγιος Φιλούμενος ήταν Ηγούμενος στη Ραμάλα», διηγείται ό π. Ίσσα Χούρη, «εγώ ήμουνα στο Μπίρ Εέιτ και δεν είχα ίερωθεί ακόμα. Επειδή ό πατέρας μου ήταν πρωτοψάλτης, γνώριζε όλους τούς ιερείς πού περνούσαν από την περιοχή μας και έτσι είχαμε γνωρίσει και τον Άγιο. Τον θυμάμαι. Ήταν πράος και πάρα πολύ ήρεμος άνθρωπος. Όταν κουβεντιάζαμε, μιλούσε μόνο για πνευματικά θέματα. Του άρεσε πολύ να μιλά για τον Θεό και τούς άγιους, για τον καθημερινό μας αγώνα ως χριστιανοί. Απ' αυτόν είχα μάθει πάρα πολλά, τα όποια με βοήθησαν ως άνθρωπο και ως ιερέα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι συζητήσεις μας μαζί του. Πολλές φορές ή παρουσία του και μόνο μάς παρηγορούσε και κατεύναζε τις θλίψεις και τα προβλήματα μας. Ή αγιότητα πού είχε πληροφορούσε την καρδία μας, ώστε θέλαμε συνέχεια να τον συναντάμε... Να είμαστε κοντά του».
Έκτος από το ποίμνιο του ό Άγιος αγαπούσε πολύ και τούς Αγιοταφίτες πατέρες -ιδιαίτερα τούς μικρότερους-και, όταν τον επισκέπτονταν στη Ραμάλα, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τούς ενισχύσει και να τούς στηρίξει. «Όταν ήταν ή εορτή της Μεταμορφώσεως και πανηγύριζε ή Μονή στη Ραμάλα», θυμάται ό π. Ευσέβιος, «πήγαινε εκεί πέρα πάρα πολύς κόσμος. Και επειδή οι Ηγούμενοι, όταν γιορτάζει ή εκκλησία τους, πάντα κάνουν τραπέζι, το ίδιο έκανε και ό Άγιος Φιλούμενος. Τον θυμάμαι, λοιπόν, αύτη τη μέρα να τρέχει συνεχώς πάνω-κάτω. Ό ίδιος δεν έτρωγε καθόλου, για να μάς εξυπηρετεί. Εμάς, τούς νεότερους διακόνους, μάς αγαπούσε ιδιαίτερα. Ίσως λόγω ηλικίας, πού ήμασταν νεότεροι ίσως επειδή είχαμε πολλές δυσκολίες στα πνευματικά, στα οικονομικά διότι και οικονομικά πολλές φορές μάς βοηθούσε. Έτρεχε, λοιπόν, πάνω-κάτω και έλεγε: 

Έφαγες π. Ευσέβιε; Έφαγες π. Γρηγόριε; Χόρτασες; Τί σού λείπει; Φρούτο έφαγες; Γλυκό έφαγες; Πάρε, πάρε!"
»Καθόμασταν, λοιπόν, εκεί πέρα και τρώγαμε, τραγουδούσαμε τραγούδια εθνικά, αραβικά και ελληνικά και ψάλλαμε. Μάλιστα, βάζαμε και τον π. Φιλούμενο να ψάλλει, γιατί ήταν γνώστης της μουσικής. Τώρα είναι ή σειρά σου, τού λέγαμε, και κάναμε όλοι απόλυτη ησυχία, επειδή ήταν ισχνή ή φωνή του και έπρεπε να ακούγεται. Αυτός έψαλλε και εμείς ίσοκρατούσαμε». «Πιο πολύ μάλιστα», συμπληρώνει ό Αρχιεπίσκοπος Γεράσων Θεοφάνης, «τού άρεσε να ψάλλει τα Κατανυκτικά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τα τροπάρια δηλαδή πού ψάλλουμε στους Κατανυκτικούς Εσπερινούς. Και το παράξενο ήταν ότι, όταν έψαλλε ό Άγιος, δέ θέλαμε να σταματήσει. Αν και ή φωνή του ήταν αδύνατη, εντούτοις μάς μετέδιδε κάτι πάρα πολύ δυνατό. Είχε βέβαια τη γνώση και μπορούσε να αποδώσει πολύ καλά τα μουσικά, αλλά είχε και πολύ μεγάλη ευλάβεια. Έψαλλε έκ ψυχής. Ζούσε την κάθε λέξη των τροπαρίων και αυτό το βίωμα του το μετέδιδε και σ' εμάς τούς νεότερους».


Ανάμεσα στους δύο διορισμούς του στη Ραμάλα, ό Άγιος Φιλούμενος υπηρέτησε για τρία χρόνια στη Μονή του Αββά Θεοδοσίου (Αύγουστος 1967 - Αύγουστος 1970) και για έξι χρόνια στη Μονή τού Προφήτη Ηλία (Αύγουστος 1970 Ιανουάριος 1976). Στον Προφήτη Ηλία τον γνώρισαν Ηγούμενο πολλοί από τούς μαθητές τού Γυμνασίου, επειδή εκεί πήγαιναν πολύ συχνά εκδρομές.


«Ανάμεσα στις εξόδους πού πηγαίναμε κάθε Κυριακή», θυμάται ό π. Ευσέβιος, «πηγαίναμε και στον Προφήτη Ηλία. Θυμάμαι, λοιπόν, τον Άγιο με το γκρίζο αντερί του -τού άρεσε πολύ το χρώμα αυτό-, με το σκουφάκι του το μοναχικό να ανεβοκατεβαίνει τα πολλά σκαλιά τού Προφήτη Ηλία για να μάς εξυπηρετήσει. Και θυμάμαι πού μάς μάζευε εκεί πέρα στη σκιά ενός δένδρου, μάς έβαζε να καθίσουμε και μάς μιλούσε. Μάς έλεγε για τον Πανάγιο Τάφο και για την αγάπη πού πρέπει να έχουμε για τα προσκυνήματα πού υπηρετούμε. Μάς διηγείτο βίους άγιων ή μάς έλεγε αποσπάσματα από τούς Πατέρες της' Εκκλησίας, για τα όποια μάλιστα, όταν μάς ξανάβλεπε, έκανε ερωτήσεις μάς "εξέταζε", για να δει αν τα θυμόμασταν.
»Άλλοτε πάλι, μάς έλεγε συμβουλές δικές του, στηριγμένες σε βίους άγιων. 


Τον θυμάμαι, για παράδειγμα, πού μάς έλεγε συχνά: "Να κάνετε κάθε μέρα προσευχή και, όταν θα γίνετε αργότερα Αγιοταφίτες μοναχοί, να μάθετε τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας από στήθους. Διότι όλοι οι μοναχοί ξέρουν τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας, όπως και το Απόδειπνο και προσεύχονται το βράδυ. Ένα πράγμα να μην ξεχνάτε και ποτέ να μην το παραβιάζετε: Εάν δεν μπορείτε να λέτε την ακολουθία όρθιοι, αν είστε κουρασμένοι ή άρρωστοι, ποτέ να μην την παραλείπετε. Να τη λέτε έστω καθιστοί, έστω στο κρεβάτι". Κάποτε μάς έψελνε εκεί πού ήμασταν μαζεμένοι, γιατί ήθελε να μεταδώσει αυτό το τάλαντο της μουσικής, όπου μπορούσε. Μάς έλεγε: "Αυτό είναι ήχος τάδε• ακούστε πώς πάει..." Και μάς το έψαλλε. Μάλιστα τού άρεσε και ήθελε να μεταφέρει τον ιεροσολυμίτικο τρόπο ψαλσίματος, τις ιδιαιτερότητες τόσο τις λειτουργικές όσο και τις ψαλτικές τού Πατριαρχείου. 

Έπειτα μάς κερνούσε φρούτο, καραμέλες ή ακόμα κα! σοκολάτες ή παγωτό, όταν ήτανε Κυριακή και δεν ήτανε νηστεία, και μετά φεύγαμε».
Ό Άγιος διακονούσε με αγάπη και τούς προσκυνητές, πού μαζεύονταν στη Μονή για τη γιορτή τού Προφήτη Ηλία. Έφθαναν εκεί άνθρωποι από διάφορες πόλεις τού Ισραήλ -κυρίως Άραβες ορθόδοξοι-, για να προσκυνήσουν και να φέρουν τάματα και λαμπάδες. Όλους έτρεχε να τούς δει, να τούς εξυπηρετήσει, φροντίζοντας μάλιστα πέρα από τη φιλοξενία να τούς προσφέρει και λόγο πνευματικό. Οι κοσμικές συζητήσεις δεν τον ενδιέφεραν. Όταν επρόκειτο να μιλήσει για τον Θεό, τότε γινόταν άλλος άνθρωπος. 

Γινόταν ό ποιμήν ό καλός, ό όποιος ανησυχούσε για τα λογικά πρόβατα της ποίμνης του. Ήθελε με κάθε τρόπο να γνωρίσουν και να μάθουν να αγωνίζονται γι' Αυτόν, στον Όποιον πιστεύουν. Κα! ό λόγος του, όπως μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, αποτυπωνόταν στις καρδιές των ανθρώπων, διότι δεν ήταν απλή παράθεση θεωριών, αλλά αντανακλάς-. τα δικά του πνευματικά βιώματα.


«Ό Άγιος Φιλούμενος, αναφέρει η  μοναχή Ευπραξία «ήταν πάρα πολύ ολιγόλογος. Όταν όμως πηγαίναμε στο προσκύνημα πού διακονούσε,  στο πέρας της Θείας Λειτουργίας, πάντοτε έκανε ένα σύντομο και απλό κήρυγμα. Μάς έλεγε, για παράδειγμα, να έχουμε ταπείνωση, να έχουμε αγάπη, να ήμαστε ελεήμονες... "Να λέτε την Ευχή" μάς έλεγε, "και η ευχή  θα τα κανονίσει όλα. Όταν λέτε την Ευχή, μη φοβείστε τίποτα Αλλά κι ό ίδιος ζούσε την Ευχή, ή όποια δεν έλειπε ο από το στόμα του. 


Περπατούσε κα έβλεπες συνεπώς τα Χείλη του να κινούνται. Εμάς, πού ήμασταν μοναχές, μας έλεγε να διαβάζουμε πολύ και κυρίως πατερικά βιβλία, όπως τον Άγιο Έφραίμ τον Σύρο, τον Άγιο Έφραίμ τον Σύρο, την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναιτου, την Αγία Γραφή... Το Ευαγγέλιο, μάς έλεγε, να μη μας λείπει από το χέρι σας. Την Καινή Διαθήκη να τη διάβαζε τε τακτικά».



Μετά τη διακονία του στο Προφήτη Ηλία και τη Ραμάλα, ό Άγιος Φιλούμενος μετατέθηκε, στις 8 Μαΐου τού 1979, στο Φρέαρ του Ιακώβ, όπου υπηρέτησε μέχρι και τον μαρτυρικό του θάνατο, στις 29 Νοεμβρίου τού ίδιου έτους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ.

Ο ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ.




Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἀκούσαμε στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τό γενεαλογικό δέντρο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Παρήλασαν ἀπό μπροστά μας μία σειρά μεγάλων μορφῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μορφές λαμπρές, ἅγιες, ἀλλά καί ἁμαρτωλές. Ἄνδρες, μά καί γυναῖκες, ὅπως ἡ Μωαβίτισσα Ροῦθ καί ἡ Ραχάβ ἡ πόρνη. Τά ὀνόματα αὐτά μέ κάποιες διαφορές μᾶς τά παρουσιάζουν δύο Εὐαγγελιστές, ὁ Ματθαῖος καί ὁ Λουκᾶς. Ὁ Ματθαῖος ἀρχίζει ἀπό πάνω, ἀπό τόν Ἀβραάμ καί καταλήγει στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα, πού ἦταν ὁ νομικός καί ὄχι ὁ φυσικός πατέρας τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Λουκᾶς ἀρχίζει ἀπό κάτω καί πηγαίνει πρός τά ἄνω. Ἀπό τόν Ἰωσήφ φτάνει στόν Ἀδάμ καί στόν Θεό.


Ὁ Λουκᾶς μᾶς τό σημειώνει καί μᾶς τό ξεκαθαρίζει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐνομίζετο, ἐθεωρῆτο ἀπό τούς ἄλλους, ὅτι ἦταν υἱός τοῦ Ἰωσήφ. Στήν πραγματικότητα ὅμως δέν ἦταν. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσήφ γνώριζε πολύ καλά ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν παιδί του. Γι᾿ αὐτό μόλις φάνηκε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας, τῆς Παναγίας, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. Σκέφθηκε νά τήν χωρίσει, νά τήν ἀποπέμψει, γιατί θεώρησε τό κυοφορούμενο καρπό καί ἀποτέλεσμα ἁμαρτίας. Τήν συνέχεια ἀσφαλῶς τήν γνωρίζουμε ὅλοι μας. Ἐπενέβη ὁ Θεός καί μέ τόν ἄγγελο Του ἐξηγεῖ στόν Ἰωσήφ, πῶς ἔχουν τά πράγματα. Κατόπιν τούτου ὁ Ἰωσήφ ὑπακούει στά λόγια τοῦ ἀγγέλου , δέχεται καί πάλι τήν Μαρία καί ἔτσι στήν Βηθλεέμ γεννᾶται ὁ Χριστός κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ δικαίου Ἰωσήφ.


Δέν ξέρω, ἄν τό πήρατε εἴδηση ὅτι πάντοτε, ἀλλά ἰδιαίτερα τίς ἡμέρες αὐτές, παραμονές Χριστουγέννων, κυκλοφοροῦν δύο εἴδη Χριστοῦ. Ὁ ἀκίνδυνος Χριστός καί ὁ ἐπικίνδυνος. Ὁ ἀκίνδυνος Χριστός κυκλοφορεῖ στίς βιτρίνες τῶν καταστημάτων, στά περιοδικά, στίς εὐχετήριες κάρτες, στίς στῆλες τῶν ἐφημερίδων, στά κρεοπωλεῖα, στά σοῦπερ μάρκετ, στά πλούσια τραπέζια, στά καινούργια ἐνδύματα, ἀκόμη, ἄν θέλετε, καί στούς ἄμβωνες τῶν Ἐκκλησιῶν πού εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τῆς Δύσης καί μᾶς παρουσιάζουν ἕνα Χριστό ἄ-χριστο καί ἄ-χρηστο. Δηλαδή ἕναν Χριστό χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα, γυμνό ἀπό τήν θεότητά Του, ἕνα Χριστό πού τελικά μᾶς εἶναι ἄχρηστος, ἀφοῦ ἐκτός ἀπό ὑλικά ἀγαθά καί καλοπέραση δέν μᾶς προσφέρει τίποτε ἄλλο.


Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος στούς Ἑβραίους, μέ ἀναζητᾶτε καί μέ θέλετε μόνο γιατί σᾶς ἔδωσα φαγητό μέσα στήν ἔρημο. Γιατί ἐνόμισαν πώς μέ τόν Χριστό θά ἔλυναν τό οἰκονομικό τους πρόβλημα. Γι᾿ αὐτό μετά τόν χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων θέλησαν νά Τόν ἁρπάξουν καί μέ τήν βία νά Τόν ἀνακηρύξουν βασιλιά τους. Οἱ Ἑβραῖοι Τόν περίμεναν σάν ἕνα κοσμικό ἄρχοντα, πού θά ἔδιωχνε τούς κατακτητές Ρωμαίους, πού θά ἀνάσταινε καί πάλι τό ἔνδοξο κράτος τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως ἦταν στόν καιρό τοῦ Δαβίδ. Αὐτά ὅμως δέν εἶχαν καμμία σχέση μέ τόν ἀληθινό Χριστό. Αὐτός εἶναι ὁ ἀκίνδυνος Χριστός τῶν σαλονιῶν καί τῆς καλοπέρασης.

Εἴπαμε πώς ὑπάρχει καί ἄλλος Χριστός, ὁ ἀληθινός ἀλλά καί ἐπικίνδυνος. Εἶναι ἐπικίνδυνος, γιατί θίγει τά συμφέροντά μας, τήν τσέπη μας, τό πορτοφόλι μας. Πετάει στήν ἄκρη σάν ἄχρηστα τίς ἀνέσεις καί τήν καλοπέραση, τήν δόξα καί τίς τιμές, ὅ,τι δέν ὑπηρετεῖ τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅ,τι δέν συμβιβάζεται μέ τήν χριστιανική μας ἰδιότητα.

Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός πού δέν ἔχει ποῦ τήν κεφαλήν κλίνει καί ζητάει ἀπό ἐμᾶς νά διαλέξουμε, νά προτιμήσουμε τήν ἑκούσια πτωχεία. Μᾶς λέγει πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καί διάδος πτωχοῖς. Ἔτσι θά ἔχεις θησαυρό στόν οὐρανό καί τότε ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις.

Αὐτός ὁ Χριστός ζητάει νά πολεμήσουμε τά πάθη μας, τόν παλαιόν ἄνθρωπον πού φωλιάζει μέσα μας. Νά τά βάλουμε μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, νά τόν ἀρνηθοῦμε. Νά κόψουμε τό δικό μας θέλημα (πρᾶγμα πού πονάει πολύ). Νά σηκώσουμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας καί ἔτσι νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Εἶναι ὁ Χριστός πού ζητάει μαρτύριο ἀπό ἐμᾶς. Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου, μᾶς λέει. Ἕνας τέτοιος Χριστός δέν εἶναι ἐπικίνδυνος;
Αὐτός ὁ Χριστός θέλει ἀπό ἐμᾶς ταπείνωση, ὄχι ἐγωισμό. Καλωσύνη, ὄχι κακία. 

Ἀγάπη περιμένει νά δείξουμε, πού σημαίνει θυσία καί αὐτό δέν γίνεται τόσο εὔκολα. Περιμένει νά κλάψουμε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί αὐτό δέν εἶναι καθόλου εὔκολο. Αὐτός ὁ Χριστός ζητάει ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων. Ὄχι ἐπειδή εἶσαι ἄνδρας νομίζεις ὅτι μπορεῖ νά εἶσαι ἀνεξέλεγκτος, νά κάνεις ὅ,τι θέλεις καί νά δικαιολογεῖς τόν ἑαυτό σου, τήν γυναίκα ὅμως, ὅταν τό ἴδιο ἁμαρτάνει νά τῆς παίρνεις τό κεφάλι. Αὐτός ὁ Χριστός θέλει εἰρήνη καί δικαιοσύνη, ἀλλά καί πόλεμο. Τό εἶπε ὁ ἴδιος, πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τῆς γῆς καί μάχαιραν. Ἦρθε νά φέρει πόλεμο καί ἀναστάτωση ἀκόμη μέσα καί σ᾿ αὐτήν τήν οἰκογένεια. Ἤρθε νά διχάσει τούς ἀνθρώπους. Νά βάλει τήν νύμφη κατά τῆς πενθερᾶς καί νά ἐπαναστατήσουν τά παιδιά ἐναντίον τῶν γονέων, ἀκόμη καί νά τούς θανατώσουν. Πῶς θά γίνει αὐτό; Ὅταν κάποιοι μέσα σ᾿ ἕνα σπίτι πιστεύσουν στόν Χριστό καί οἱ ἄλλοι οἱ ἄπιστοι θά στραφοῦν ἐναντίον τους καί θά τούς παραδώσουν στά μαρτύρια καί στόν θάνατο.

Αὐτός εἶναι ὁ ἐπικίνδυνος Χριστός, πού εἶναι ὅμως ὁ ἀληθινός Χριστός. Γι᾿ αὐτόν τόν Χριστό γράφει τό Εὐαγγέλιο. Αὐτόν ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι καί θεοφόροι Πατέρες. Αὐτόν ἔζησαν οἱ Ἅγιοι. Αὐτόν κηρύττει μέχρι καί σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτόν τελικά πεινοῦν καί διψοῦν οἱ ἄνθρωποι, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός: Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ.
Ἀγαπητοί μου,


Αὐτόν τόν ἐπικίνδυνο, μά ἀληθινό Χριστό πρέπει νά ἀναζητήσουμε. Αὐτόν πού γεννιέται καί πάλι σέ λίγες ἡμέρες. Αὐτόν νά βροῦμε καί νά Τόν βάλουμε στήν καρδιά μας. Νά Τόν κάνουμε Κύριο στήν ζωή μας, νά Τόν ἀκολουθοῦμε πιστά σέ ὅλη μας τήν ζωή. Αὐτό νά κάνουμε, γιά νά σωθοῦμε. Ἀμήν.-

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.




ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ


Ψαλλόμενα εντή Ωδή ταύτη  Ήχος α'
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν τιμιωτέραν, καί ενδοξοτέραν τών άνω                            στρατευμάτων. (Δίς)
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εκ τής Παρθένου, Θεόν σαρκί τεχθέντα.
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εν τώ Σπηλαίω, τεχθέντα Βασιλέα.
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τών υπό τών Μάγων, Θεόν προσκυνηθέντα.
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν υπό Αστέρος, τοίς Μάγοις μηνυθέντα.
·            Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν αγνήν Παρθένον, τήν γεννησαμένην, Χριστόν                τόν Βασιλέα.
·            Μάγοι καί Ποιμένες, ήλθον προσκυνήσαι, Χριστόν τόν γεννηθέντα, εν Βηθλεέμ τή πόλει.

Έτερα εις τόν Ιαμβικόν Κανόνα
·            Σήμερον η Παρθένος, τίκτει τόν Δεσπότην, ένδον εν τώ Σπηλαίω.
·            Σήμερον ο Δεσπότης, τίκτεται ως βρέφος, υπό Μητρός Παρθένου.
·            Σήμερον οι Ποιμένες, βλέπουσι τόν Σωτήρα, σπαργάνοις ειλημένον, καί                   κείμενον εν Φάτνη.
·            Σήμερον ο Δεσπότης, ράκει σπαργανούται, ο αναφής ως βρέφος.
·            Σήμερον πάσα κτίσις, αγάλλεται καί χαίρει, ότι Χριστός ετέχθη, εκ τής                   Παρθένου Κόρης.
·            Ουράνιαι Δυνάμεις τεχθέντα τόν Σωτήρα, Κύριον καί Δεσπότην,                             μηνύουσι τώ κόσμω.
Δόξα...

Μεγάλυνον ψυχή μου, τής τρισυποστάτου, καί αδιαιρέτου, θεότητος τό κράτος.

Καί νύν...


Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν λυτρωσαμένην, ημάς εκ τής κατάρας.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΑΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΧΡΙΣΤΟ.



Ὃπως μία πόλις, πού πρόκειται νά δεχτεῖ τήν ἐπίσκεψη τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντα, εἰδοποιεῖται νωρίτερα ἀπό τούς ἀξιωματούχους του, ἔτσι προκειμένου νά ἔρθει στόν κόσμο ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων, προειδοποίησε τήν οἰκουμένη ὃλη μέ ὡρισμένα ἐκλεκτά πρόσωπα τῆς ἀρχαιότητας. Αὐτό, σύν τοῖς ἄλλοις, δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅτι ὅλοι οἱ ἂνθρωποι κατάγονται ἀπό τούς πρωτοπλάστους, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὒα.

 Ὅσο οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονταν ἀπό τόν παράδεισο, τόσο περισσότερο ξεχνοῦσαν τόν Θεό καί ἔπεφταν στήν εἰδωλολατρεία. Ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει πρός Ρωμαίους ὃτι οἱ ἄνθρωποι ἄλλαξαν τήν δόξα τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ μέ ὁμοιώματα, μέ εἰκόνες φθαρτοῦ ἀνθρώπου, μέ πετεινά καί τετράποδα καί ἑρπετά. Ὅμως ὅλοι οἱ λαοί κάτι θυμώντουσαν ἀπό τό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο, κάτι ἔμεινε μέσα τους, ἔστω καί ξεθωριαμένο, ὅτι δηλ. κάποιος ἀπόγονος αὐτῆς τῆς γυναίκας θά συντρίψει τήν κεφαλήν τοῦ ὄφεως καί θά ἐλευθερώσει τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν τυρανία του.


Παρατηρεῖ ὁ Βασίλειος Σελευκείας ὃτι παντοῦ ὑπῆρχαν εἴδωλα, ἀλλά πουθενά μεταξύ αὐτῶν δέν εὕρισκες τόν Θεό. Ἕνα κομμάτι μάρμαρο, ἕνας κορμός δέντρου, μία ποσότητα χαλκοῦ ἢ ἄλλου μετάλλου ἀρκοῦσε γιά νά κατασκευασθεῖ ἓνας Θεός, μπροστά στόν ὁποῖο γονάτιζε ἡ ἀνθρωπότης καί τόν λάτρευε. Ἔλεγαν στό ξύλο, ἐσύ εἶσαι πατέρας μου καί στήν πέτρα, ἐσύ μέ γέννησες.
Ὁ Ρωμαῖος Πετρώνιος ἔλεγε, ὃτι στήν ἐποχή του συναντοῦσες περισσότερους θεούς παρά ἀνθρώπους.


Μέσα στό βαθύ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας καί τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως, μέσα στούς λαούς ἀκούγονται κάποιες φωνές, πού ὁμιλοῦν γιά κάποιον, πού θά ἒρθει νά σώσει τήν ἀνθρωπότητα.


Ὁ ἕλληνας φιλόσοφος Πλωτῖνος ἔλεγε: Ἀφοῦ δέν μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά ὑψωθοῦν μέχρι τούς θεούς, ὀφείλουν νά κατεβοῦν οἱ θεοί στούς ἀνθρώπους.
Ὁ ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου μᾶς διηγεῖται ὃτι, ὅταν ὁ Ὀκταβιανός Αὔγουστος πῆγε στούς Δελφούς, ρώτησε τό Μαντεῖο ποιός θά βασιλεύσει μετά ἀπό αὐτόν. Ἡ Πυθία τότε τοῦ εἶπε: Ἕνα παιδί τῶν Ἑβραίων, ὁ ὁποῖος εἶναι βασιλιάς τῶν ἀθανάτων θεῶν μέ διατάζει νά ἐγκαταλείψω αὐτόν τόν ναό καί νά ἐπιστρέψω καί πάλι στόν Ἅδη. Σώπασε λοιπόν καί φύγε ἀπό τό Μαντεῖο. Ἐδῶ βλέπουμε πώς καί τά δαιμόνια ἀναγκάζονται νά ἀποκαλύψουν τήν χρεωκοπία τους, παρά τήν θέλησή τους καί νά ὁμολογήσουν τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ στήν γῆ.

Ὁ Ρωμαῖος Κικέρων ἀναφέρει ὅτι οἱ χρησμοί τῶν Σιβυλλῶν, ἱέρειες τοῦ Ἀπόλλωνα, εἶχαν ἀναγγείλει τήν ἔλευση ἑνός βασιλέως, τόν ὁποῖον ὀφείλουν νά ἀναγνωρίσουν ὅσοι θέλουν νά σωθοῦν.
Οἱ Κινέζοι στά ἱερά βιβλία τους γράφουν γιά κάποιον λυτρωτή, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά ἐξαλείψει τά ἐγκλήματα τῶν ἀνθρώπων καί νά πραγματοποιήσει τήν συνδιαλλαγή τοῦ οὐρανοῦ μέ τήν γῆ, ὑποφέροντας ὁ ἴδιος.
Οἱ Ἰνδοί ὁμιλοῦν γιά τήν ἔλευση ἑνός σωτήρα τοῦ κόσμου, πού θά φέρει τήν λύτρωση καί θά ἐπαναφέρει τήν χρυσῆ ἐποχή. Θά φέρει τήν σωτηρία στόν κόσμο, θά ἐκμηδενίσει κάθε ἐνοχή, θά δημιουργήσει καινούργια γῆ, ὃπου θά κυριαρχίσει ἡ εὐτυχισμένη βασιλεία του.
Οἱ λαοί τοῦ Θιβέτ περιμένουν τήν λύτρωση τῆς ἀνθρωπότητος ἀπό τόν ὑπέρθεο, τόν βασιλέα τῶν θεῶν, διά μέσου ἑνός θεανθρώπου λυτρωτοῦ, πού θά γεννηθεῖ ἀπό παρθένο, θά εἶναι υἱὀς τοῦ ὑπερθέου, θά ἀκτινοβολεῖ θεῖο φῶς σάν παμφωτος ἥλιος. Θά ἐξαφανίσει τό κακό καί θά ἀποκαταστήσει, σάν θεός-λυτρωτής, τήν ἀνθρωπότητα στήν ἀρχέγονη χρυσῆ ἐποχή της.

Οἱ Ἰράνιοι λαοί, ἀρχαῖοι Πέρσες, ἀνέμεναν τόν σωτήρα, στόν ὁποῖο ἔδωσαν τό ὂνομα Μίθρας. Αὐτός θά εἶναι ὁ μεσίτης μεταξύ θεοῦ καί ἀνθρώπων καί θά πολεμοῦσε ὑπέρ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ πονηροῦ πνεύματος, τό ὁποῖο εἶχε φθονήσει τήν εὐδαιμονία τῶν ἀνθρώπων. Τούς πλησίασε μέ μορφή φιδιοῦ, τούς προσέφερε καρπούς καί ἔτσι ἔγινε κύριός τους. Αὐτός ὁ Μίθρας, ὅταν θά ἐρχόταν τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, θά γεννιόταν ἀπό παρθένο. Ἐδῶ σχεδόν ταυτίζεται ἡ ἱστορία αὐτή μέ τήν διήγηση τῆς Π. Διαθήκης.

Ὁ εἰδωλολάτρης μάντις Βαλαάμ ἀπό τήν Μεσοποταμία ἀναγκάζεται θέλοντας καί μή νά ὁμολογήσει: Ἀπό τούς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ θά προέλθει ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θά κυριεύσει ἔθνη πολλά καί ἡ βασιλεία του θά ὑψωθεῖ περισσότερο ἀπό τήν βασιλεία τῶν Ἀμαληκιτῶν. Βλέπω τόν Μεσσία καί τόν ἀναγγέλω. Δέν θά ἔρθει ὅμως τώρα. Τόν μακαρίζω, ἀλλά δέν εἶναι κοντά. Θά ἀντείλει ἄστρο ἀπό τούς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος θά συντρίψει τούς ἀρχηγούς τοῦ Μωάβ.
Αὐτήν τήν προφητεία εἶχαν ὑπ᾿ ὄψη τους οἱ Μάγοι-Περσῶν βασιλεῖς. Ἀγωνιωδῶς περίμεναν πότε θά δοῦν τό ἄστρο πού θά ἀναγγείλει τήν ἔλευση τοῦ λυτρωτοῦ. 

Γι᾿ αὐτό, ὃταν τό εἶδαν νά ἐμφανίζεται μέ ὑπερφυσικό τρόπο καί νά ἔχει κατεύθυνση διαφορετική ἀπό τά ἄλλα, ξεκίνησαν πρός τήν κατεύθυνση πού τούς ὡδηγοῦσε κι᾿ ἔτσι ἔφτασαν στά Ἱεροσόλυμα καί ἀπ᾿ ἐκεῖ στήν Βηθλεέμ.
Οἱ κάτοικοι τοῦ Σιάμ, τῆς Κεϋλάνης, τῆς Ἰαπωνίας ἐπίστευαν ἀκράδαντα ὅτι ἕνας θεός ἐπρόκειτο νά ἔλθει καί νά σώσει τό ἀνθρώπινο γένος, ἱκανοποιῶντας τόν ὕψιστο θεό γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων.


Οἱ Μεξικανοί περίμεναν ὅτι θά συναντοῦσαν ἕνα ἀθῶο ζῶο, στολισμένο μέ περιδέραιο καί κάποια πανοπλία, ἀλλά πληγωμένο μέ ἀκόντιο. Τελικά ὃμως θά νικήσει. Εἶναι θαυμαστή ἀναλογία μέ τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ, τόν αἵροντα τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.


Ἀγαπητοί ἀδελφοί, σᾶς εἶπα σήμερα λίγα ἀπό τά πολλά, γιά νά δείξουμε πώς ὅλοι οἱ λαοί ἀνέμεναν τόν σωτήρα καί λυτρωτή τοῦ κόσμου. Ἐμεῖς τί θά κάνουμε; πῶς θά τόν περιμένουμε; Δέν θά προετοιμασθοῦμε; Δέν θά στολίσουμε μόνο τά σπίτια μας καί τά χριστουγεννιάτικα δέντρα. Δέν θά φωτατωγήσουμε τούς δρόμους μόνο καί τίς πλατεῖες. Θά στολίσουμε κυρίως τίς ψυχές μας μέ ἀρετές. Θά φωταγωγήσουμε πρό πάντων τίς καρδιές μας. Θά καθαρίσουμε ὁπωσδήποτε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά τόν βάλουμε μέσα μας, νά τόν κάνουμε ἐμεῖς Βασιλιά μας, γιά νά μᾶς ὁδηγήσει καί νά μᾶς βάλει Ἐκεῖνος στήν Βασιλεία Του. Ἄμήν.-


Πόσοι από μας τους βαπτισμένους χριστιανούς διατηρούμε στις ψυχές μας τον πόθο μιας τέτοιας θεϊκής προοπτικής ; Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
Προς
Τούς ευσεβείς Χριστιανούς της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως
«Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον! ουρανόν το Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον εν ω ανεκλίθη ο αχώρnτος, Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν»

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Με τα λόγια που μόλις διαβάσαμε, η Αγία μας Εκκλησία διά του θεοφθόγγου στόματος του Υμνογράφου των Χριστουγέννων αντικρύζει το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως και το ομολογεί ως παράξενο μυστήριο, ασύνηθες και μοναδικό.

Καί πράγματι το σπήλαιο της Βηθλεέμ μεταμορφώνεται σε ουρανό, η ταπεινή φάτνη γίνεται τόπος φιλοξενίας του αχώρητου Θεού, η Παναγία Παρθένος αποδεικνύεται θρόνος υποβασταζόμενος υπό των αγγελικών χερουβικών δυνάμεων. Το ταπεινό Βρέφος που προσκυνούμε δεν είναι ένα μικρό παιδάκι που έρχεται στον κόσμο όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο παντέλειος Θεός. Το γεγονός που εορτάζουμε δεν είναι μία απλή συνήθης γέννηση, αλλά η Ενανθρώπηση του Θεού και Λόγου. Με άλλα λόγια, ο Θεός ενδύεται την ανθρώπινη φύση, εισέρχεται στην ιστορία και ζεί ανάμεσά μας• «επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη».

Πραγματικό μυστήριο! Μέγα όντως και παράδοξο! Το ψάλλει η Εκκλησία μας, το ομολογεί η θεολογία μας, το μαρτυρεί η πίστη μας• «ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί; ο εν κόλποις του Πατρός πως εν αγκάλαις της μητρός;» Πως είναι δυνατόν ο άυλος Θεός να λαμβάνει σάρκα, ο αιώνιος Δημιουργός να αποκτά χρονικότητα, ο αχώρητος να χωρεί μέσα στα περιορισμένα όρια της ανθρώπινης φύσεως και της κοσμικής κτίσεως.

Αυτό είναι το πρώτο μυστήριο. Δίπλα σ’ αυτό λάμπει το μυστήριο της Θεοτόκου, το σημείο της εκ Παρθένου Γεννήσεως του Κυρίου. Ο Κύριος γεννάται με θαυμαστό τρόπο από Παρθένο Μητέρα, όχι εκ σπέρματος ανδρός. Είναι «απάτωρ εκ Μητρός και αμήτωρ εκ Πατρός». Δηλαδή, δεν έχει πατέρα ως άνθρωπος, όπως δεν έχει και μητέρα ως Θεός. Γι’ αυτό και ο υμνογράφος ιστάμενος ενώπιον αυτού του μυστηρίου ομολογεί ότι «ράον σιωπή», δηλαδή είναι προτιμότερη η σιωπή, καθώς η γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει το όντως απερίγραπτο μυστήριο.

Η αίσθηση όμως του μυστηρίου και της ευλογημένης απορίας δεν σταματά εδώ. Εκτός από το θεολογικό γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως, εκτός από το σημείο της εκ Παρθένου Γεννήσεως, το μυστήριο εκφράζεται και από τον τρόπο, τον τόπο, τις συνθήκες και τους όρους με τους οποίους ο Κύριος ενδύεται την ανθρώπινη σάρκα. Λέγει πάλι ο εμπνευσμένος υμνoγράφος για τους μάγους ότι αυτό που τους κατέπληξε δεν είναι οι θρόνοι και τα σκήπτρα ενός επιγείου βασιλέως, αλλά η έσχατη πτωχεία του αληθινού Θεού: «Τι γαρ ευτελέστερον σπηλαίου; τι δε ταπεινότερον σπαργάνων;». Καί εδώ γεννάται η νέα απορία: Πως είναι δυνατόν ο Θεός να λανθάνει, να κρύβεται, μέσα σε μια τέτοια υπερβολή κενώσεως; Να γεννάται κάτω από τις πλέον ταπεινές συνθήκες που μπορεί να γεννηθεί άνθρωπος; Γιατί κατά τον ερχομό Του, αντί να φανερώνει, Αυτός να κρύβει τη δόξα Του;

«Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα τον Αδάμ θεόν απεργάσηται», ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να καταστήσει κατά χάριν θεόν τον άνθρωπο. Αυτός είναι και ο λόγος της Θείας Ενανθρωπήσεως• το να γίνει ο κάθε άνθρωπος, ο καθένας μας χριστόμορφος, θεόμορφος, δηλαδή με χαρακτηριστικά του Θεού. Καί αυτό αποτελεί την τέταρτη αιτία του μυστηρίου.

Αγαπητοί μου αδελφοί, προσεγγίζοντας το μέγα μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως αφ’ ενός, και ρίχνοντας μια ματιά στον πεπτωκότα κόσμο και στην αλήθεια της στιγματισμένης από την αμαρτία ανθρώπινης φύσεως αφ’ ετέρου, διερωτάται κανείς τι σχέση μπορεί να έχει η πραγματικότητά μας με την αλήθεια του Θεού; Πόσοι από μας τους βαπτισμένους χριστιανούς, τους πιστούς της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας ζούμε το πνεύμα της εορτής των Χριστουγέννων και διατηρούμε στις ψυχές μας τον πόθο μιάς τέτοιας θεικής προοπτικής η έστω την πίστη σε αυτόν τον προορισμό μας;

Και όμως η εορτή ανακυκλώνεται κατ’ έτος για να μας εμπνεύσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ευχή μου λοιπόν και φέτος είναι να αναβαπτισθούμε στο φρόνημα και το πνεύμα   της προοπτικής μιας ζωής γεμάτης από την ελπίδα της χάριτος του Ενανθρωπήσαντος Θεού και Λόγου, εμπνευσμένης από τον ιερό πόθο της θεϊκής προοπτικής μας και έτσι να προσδοκούμε και την επί γης ειρήνη Του στον κατά τα άλλα αποστατημένο κόσμο μας.

Καιρός να ξεκολλήσει ο νους μας από την απειλή του θανάτου μας και να μετατεθεί προς την αληθινή ζωή μας. Μόνον έτσι η ασφυξία του πτωτικού μας κόσμου και το παραλήρημα της υφισταμένης κρίσεως θα βρουν τη θέση που τους αρμόζει. Μόνον έτσι, αγαπητοί μου αδελφοί, θα καταλάβουμε ποια είναι η ζωή του Χριστού, ποιο το μεγαλείο του ανθρώπου, ποιος ο προορισμός μας, ποια η αληθινή χαρά και ποια η στέρεη ελπίδα.

Σας εύχομαι

«ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΠΑΝΕΥΦΡΟΣΥΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΑ!»

«ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ!»

Μετά πολλής της εν Χριστώ Ενανθρωπήσαντι αγάπης,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


† Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΔΟΞΑ ΤΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ ΣΗΜΕΡΟΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ


ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ.2004








Γέρων Νίκων - Η Μετάνοια- Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Πειραιώς - 8/12/13


ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.


"Ιησούς Χριστός - Η προσδοκία των εθνών" (εκδόσεις Ιερόν Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρι Αγίου Όρους Άγιον Όρος 2000). ΜΕΡΟΣ 1.ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Η ΚΥΡΙΑ ΑΘΗΝΑ ΣΙΔΕΡΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.ΣΠΑΝΙΟ ΗΧΗΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ. 23-12-2013


Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ.



Λεωνίδας Ι. Φιλιππίδης
(Πρ.) Καθηγητής και Πρύτανης Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ

"Ένας εκ των γνωστοτέρων και επιφανεστέρων θρησκειολόγων και ακαδημαϊκών Διδασκάλων του 20ου αιώνος υπήρξεν ο αείμνηστος Καθηγητής μας εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδας Ι. Φιλιππίδης (1898-1973), Πρύτανις του ιδίου Πανεπιστημίου δια το έτος 1965-1966.

Συναρπαστικός διδάσκαλος, άριστος γνώστης και χειριστής της Ελληνικής Γλώσσης και το σπουδαιότερο απαράμιλλος συγγραφέας.

Ένα από τα κλασσικά βιβλία του μακαριστού Διδασκάλου μας, εις το οποίο αφιερώνει πολλές σελίδες στην αναζήτηση και προσδοκία παγκοσμίου Λυτρωτού εις το Πρόσωπον του Θεού Λόγου και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ως Θεανθρώπου, είναι το ογκώδες σύγγραμμά του "Ιστορία της Εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως Παγκοσμίου και Πανθρησκειακής" (Αθήναι 1958, σ.σ. κζ +1055) από τα σημαντικότερα βιβλία, πού έχουν κυκλοφορηθεί ποτέ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στις σελίδες του 764-886 διαλαμβάνει το θέμα: "Παγκόσμιος προσδοκία Θεανθρώπου Λυτρωτού", τεκμηριώνοντας με ακαταμάχητα επιχειρήματα και πληρέστατη βιβλιογραφική κατοχύρωση την ιστορική και θρησκειακή αυτή αλήθεια".

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών


Άδετο, σχ. 14Χ21,(Λεωνίδου Ι. Φιλιππίδου, 'Εκδοση 2003, Σελίδες 139).

http://www.greekorthodoxbooks.com/3D42FCD6.el.aspx

St. Nicholas and the three daughters!



There was a very rich man in the city of Mora who lost all his wealth. He had three daughters who had passed the age of marriage, and could not marry them because of his poverty. Satan caused the man to think that he should make his daughters live in sin so that they might get their food by means of fornication. God revealed to St. Nicholas the thoughts which were in this man's head. St. Nicholas took one hundred dinars of his father's money and tied it up in a sack, and during the night he threw the money into the window of that man's house. When the man found the gold, he was astonished and rejoiced exceeding and was able to give his eldest daughter away in marriage. During another night the saint threw another hundred dinars into the man's house and the man was able to give his second daughter away in marriage. The man wanted to know who this charitable person was. The third time when the saint threw the gold into the house, the man was watching and immediately when he felt the drop of the sack, he went out of his house running to see who was throwing the gold to him. He found the kind bishop St. Nicholas and the man bowed down at his feet and paid him great homage and thanked him because he saved his daughters from poverty and from a life of sin. The saint refused to accept any thanks and asked them to thank the Lord Who put this thought in his heart. St. Nicholas drove out the devil and his angels from people, he healed many sick people, and blessed little bread to satisfy many people.

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ. ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΩΝ. "ΔΙ` ΗΜΑΣ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ . ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΕΙΜΕΘΑ ΕΤΟΙΜΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ"






Ποιμαντική Επιστολή Αγίου Φιλουμένου

Εν Ιερουσαλήμ τη 31/1/73

Αγαπητά! Αδελφοί εν Χριστώ Ελένη και Αγγελική,  Έλαβα το βιβλίο των Προφητειών καθώς και τας εν αύτώ άναγραφομένας εύχάς σας και σας ευχαριστώ πολύ. 

Σάς εύχομαι και εγώ κάθε ποθητόν εν Κυρίω.


Μου είναι βεβαίως χρήσιμον το βιβλίο, άλλα δι' ημάς τούς Χριστιανούς δεν έχει σημασίαν το τί θα γίνη- σημασίαν έχει να είμεθα έτοιμοι διά την παρουσίαν του Κυρίου.
Εύχομαι να μας άξιώση ό Κύριος, όσοι έλάβομεν   Άγιόν Του Όνομα εις το βάπτισμα, να το τηρήσωμεν άσπιλον εις την ήμέραν Αυτού, διά να λάβωμεν τον μισθόν τών φρονίμων Παρθένων.


Δότε τούς εν Κυρίω ασπασμούς και τα σέβη μου εις όλας τας άδελφάς και τα όσια Δαβίδ τα πιστά .
Ταύτα και διατελώ μετ' ευχών και τιμής.

Άρχιμ. Φιλούμενος Ηγούμενος Πρ. Ήλιου Εν Ιερουσαλή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ.

THE GIFTS OF THE MAGI



THE GIFTS OF THE MAGI


By St. Innocent (Borisov), Archbishop of Kherson, translated by Maria Belaeff, from a leaflet published by the Vladimir Mother of God Convent, San Francisco.
And when they had opened their treasures they presented unto Him gifts: gold, and frankincense, and myrrh. [Mt 2:11]

Not without reason, my brethren, were there three gifts at the manger of Christ; three—no more, no less. Was this a sign of the Most Holy Trinity as the essence of the Godhead? Or, did it symbolize the triune nature of Christ's future ministry, i.e., prophetic, royal, priestly? Or was it perhaps an expression of the three parts of the nature of man, spirit, soul, and body? We leave it up to your faith and reasoning to consider this question. Here our attention rests upon the gift-bearing magi.


One could say that these pilgrims of the Orient stood before the manger of Christ for all mankind. Their gifts represent symbolically all that we, followers of the Saviour, bring to Him. The gold signifies material gifts; the frankincense, immaterial gifts, gifts of the spirit; and the myrrh represents those gifts that are at once both spiritual and material.
There are, accordingly, persons who bring the Lord gold; there are those who bring frankincense; still others bring myrrh; lastly, some bring several gifts together. Who are these individuals? In examining this question, we shall see how we too, like the magi, can serve our Lord and Saviour. Who brings the Lord gold?


Gold is brought by those who, for the glory of God and the benefit of their neighbor, offer anything of their labors and possessions. For example, you bring gold to the Lord if you build, renew or adorn God's temple. Your gift pleases Him, for even though He sits now on the throne of glory, for the sake of our salvation He continues at the same time to appear in the manger as well. This manger is present in church upon the table of oblation, where at every Liturgy
He is, as it were, born again so as to offer Himself anew as a sacrifice for our sins. How often He suffers want in this manger. Here, He needs both clothing and shelter, light and warmth. Therefore, if you do anything for the benefit of the church, your offering delights the Lord—as much as did the gift of the magi who brought Him gold.


How much of this gold is brought to the Lord? Oh, if we were to compare what is brought with that which is spent to answer the demands of the passions, for the satisfaction not only of our needs, but of our very whims—or even with that which is patently surrendered for the flesh and the world to consume—then it shall turn out to be the very smallest part... Before us a poor man shakes from bitter cold, hunger, and disease; we either rebuff him harshly or give him a measly pittance, and that same day we are ready to exhaust half our fortune in a senseless game, or to display our munificent squandering at some gaudy spectacle. Such is our gratitude to Him Who, though He was rich, yet for our sakes He became poor, that ye through His poverty might be rich. (II Cor 8:9).
Who brings the Lord frankincense?
These are they who apply their abilities, knowledge, and
talents to the glory of God and the benefit of their neighbors; for these are immaterial gifts of greater value than gold or silver. These are gifts which God gives to men, but they also are—and should be made—men's gifts to God.


This costly frankincense is offered to the Lord by each one who, sparing not himself, serves his neighbor. Frankincense is offered to the Lord by that shepherd of the Church, who faithfully stands alert guarding souls and hearts against the confusions and temptations of the age, who ardently proclaims the ways of the Lord, who guides those who have lost their way, comforts those in despair, instructs all. Frankincense is brought to the Lord by that mother who does not rely upon servants, who does not spend time in idleness and vain amusements, but rather devotes her time and abilities to the rearing of her children in the fear of God, to nurturing in them the habit of self-denial, the spirit of meekness, of prayer, and of love for mankind. Permeating the home, the fragrance of this frankincense is thereafter diffused everywhere by those who received in that home a pious upbringing. Frankincense is brought to the Lord by that artist who does not utilize his talents to pander to human lust in keeping with the spirit of the time, but rather, strives to turn all his creative powers into means of disseminating—with the refined and beautiful—what is true and good. This frankincense envelops many with its M heavenly fragrance. 


And just as there is no-one who does not possess abilities or talents of some kind, neither is there anyone who is unable to bring the Lord frankincense by using his abilities to the glory of God and the true profit of his neighbors.
The third gift to the Lord from the magi was myrrh. This was the last gift and therefore more exalted than gold or even frankincense. What kind of gift is this, and why is it so important? Like frankincense, myrrh exudes a heavenly fragrance, but its distinguishing quality lies in its great bitterness; for this reason it represents our trials and sorrows, our tears and sufferings.


Now it is clear who brings to the Lord the gift of myrrh. They bring it who patiently bear trials in life and suffer blamelessly without giving in to bleak despair, nor fainthearted complaining, nor useless sighing; those who, in enduring their trials, are moved neither to prideful scorn towards others, nor to the desperate stifling in themselves of all human feeling, but to a lively hope in the living God—to the thought that through suffering he or she is cleansed from sins, made perfect in virtue, and, what is even more gladmyrrh. Many of those who possess frankincense-that is, exceptional talents, also cannot do this; they have no heavy trials to bear, no myrrh.


It is all with you, God's bloodless passion-bearers; you, who through no guilty act of your own—whether by the lot of your birth or by the perversity of circumstance, by human malice or by our corruptible physical nature—greet virtually every day, and also end it, with sighs; and who, it may be, this very morning greeted Christ's holy feast day with tears. Those who look upon you disdain your hardship; you yourselves, perhaps, stumble at times beneath the weight of earthly trial. But we, in the name of our Saviour, greet you with the precious likeness of His Cross! Cherish the precious myrrh which you have received as your portion; do not exchange it for frankincense, and even more guard against trading it for mere gold. And do not rob it of its heavenly fragrance by complaint or fainthearted murmuring.
What is the use of complaining? The Lord sees everything without it. Each of your tears counts with Him, each of your sighs knows its weight— and in time you shall receive for all of these a hundredfold. Amen.

Apolytikion of the Precious Gifts


Three boasted Gifts the Magi, rulers from Persia, gave to You. Gold, frankincense, and myrrh, seeing You as a babe O Christ, and faithfully worshipped You and were

Orthodox Heritage


 Vol. 11, Issue 11-18