Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026
ΌΝΕΙΡΟ ΓΙΑ ΤΉΝ ΕΠΊΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΌ ΠΑΛΆΤΙ.
Ο Θεός ἐπέτρεψε να δοκιμαστεῖ ἡ ἀδελφή Εφραιμία μέ τήν ἀσθένια στα τέλη τῆς ζωῆς της. Υπέμενε καρτερικά, ἔχοντας τήν ἐλπίδα της στον Θεό. Υποβλήθηκε σε τρία χειρουργεῖα τόν τελευταῖο χρόνο, και για λίγους μῆνες ἀποσύρθηκε ἀπό τήν φροντίδα τῆς ἀδελφῆς της.
Έτσι, εἶχε τήν εὐκαιρία νά προσεύχεται καί νά ζεῖ πιό ἡσυχαστικά. Διάβαζε το Ψαλτήρι καί τούς Χαιρετισμούς μόνη της, καθώς καί κάποια βιβλία .Θαύμαζε καί ἔλεγε: «Πόσο ὠφέλιμη εἶναι ἡ ἡσυχία! Τά λογάκια από τους Χαιρετισμούς καί τό Ψαλτήρι μπαίνουν στην καρδιά μου!»
Επίσης, ἐμβάθυνε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ: «Τί θαυμαστό! Μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεός καί ἤρθαμε και κάναμε μοναστήρι ἐδῶ μέσα στήν ἐρημιά καί αξιωνόμαστε νά λειτουργούμαστε σ' αὐτήν τήν ἐκκλησούλα καί κατεβαίνει ὁ Θεός στήν γῆ σε κάθε Λειτουργία!»
2. Όνειρο γιά τήν ἐπίσκεψη στο βασιλικό παλάτι
Ἡ ἀδελφή Εφραιμία κατά τήν δοκιμασία τῆς ἀσθενείας της γεύθηκε τη θεία παρηγορία. Ο Θεός τῆς παραχωρούσε θαυμαστά γεγονότα καί θεῖα νοήματα πού ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγούσε στην ψυχή της.
Μία τέτοια εμπειρία, ἕνα ὄνειρο, μᾶς διηγήθηκε τούς τελευταίους μήνες: Εἶδε ἡ ἀδελφή Εφραιμία, ὡς ἐν ὁράματι, τη Γερόντισσα Μαρία να τῆς λέγει: «Ἐφραιμία μου, έτοιμάσου. Μᾶς ἔστειλαν ἐπιστολή καί μᾶς προσκαλοῦν σ᾽ ἕνα βασιλικό τραπέζι». Εκείνη ήταν ντυμένη μ' ἕνα ὡραῖο φόρεμα με χάντρες και μακριά μανίκια με χάντρες. «Μόλις εἶδα τα φορέματα της Γερόντισσας," λέγει η αδερφή Εφραιμία, "απόρησα τέτοια λαμπρή στολή;"” Μοῦ ἀπαντᾶ: “Ἀφοῦ πήραμε πρόσκληση για βασιλικό παλάτι, αὐτά πρέπει να φορέσω. Και ξεκινήσαμε, ἀλλά χωρίς να πατάμε στη γη σάν νά πατούσαμε σε σύννεφο. Κι ανεβαίνουμε ψηλά ψηλά πλαγίως και πάλι ψηλά όλο ανεβαίνουμε.Οπου σέ μία στιγμή φθάσαμε σέ ένα σημείο και λέει η Γερόντισσα. "Εδώ είναι πού θά μπούμε μέσα " Κοιτάζω όλο σύννεφα και δέν πατούσαμε στη γη. Τής λέω :" Γερόντισσα πού θά πάμε; Και τί θά πω; Δέν ξέρω πώς νά φερθώ.Πιτ είναι τό παλάτι που μας καλέσανε; Εδώ μόνο σύννεφα βλέπω."Κοιτάζω πιό πέρα Βλέπω τήν Γερόντισσα Μακρίνα, τη γιαγιά Θεοφανώ (ἐννοεῖ τήν μητέρα τοῦ Γ. Ἐφραίμ) κι ἄλλες καλογρίτσες, πού δέν τίς θυμᾶμαι, ὅμως, ἦταν ἀπό τους κεκοιμημένους. Πλησιάζω τή Γερόντισσα Μακρίνα:
“Μανούλα μου” τῆς λέω “ποῦ βρεθήκαμε ἐμεῖς ἐδῶ πέρα;
Ἐσεῖς ἐδῶ ψηλά... ἐμεῖς πῶς ἤλθαμε ἐδῶ;” Μοῦ ἀπαντᾶ:
“Σᾶς ἔφερε ἡ Παναγία. Μόλις φτάσαμε, ἀκούσαμε ὅτι εἶχε θεία Λειτουργία. Καί φυσικό ήταν νά πᾶμε να κοινωνήσουμε. Μόλις, ὅμως, προχωρήσαμε, δύο φτεροῦγες ἴσες μέ τόν μισό οὐρανό τραβήξανε τήν ὡραία πύλη κι ἔκλεισε κι ἐμεῖς μείναμε ἐκεῖ. Ἀμέσως μετά ακούγεται μία φωνή να λέει: “Ἐδῶ πού εἴσαστε, ὅπου νά πᾶτε, καί ἡ ἀναπνοή σας ἀκόμη παίρνει θεία Κοινωνία, μή φοβάστε.
Παντοῦ Θεός. Ἐδῶ ἀναπνέετε Θεό. (Θεία Κοινωνία σημαίνει να βάζεις μέσα σου τόν Θεό). Βλέπω τη Γερόντισσα Μακρίνα καί τῆς βάζω μετάνοια. Φοροῦσε τό μεγάλο της αγγελικό σχῆμα καί κρατοῦσε τή Γερόντισσα Θεοφανώ στους ώμους της καί ἦταν καί κάτι ἄλλες ἀδελφοῦλες.
«Μανούλα, τῆς λέω ἤλθαμε να κοινωνήσουμε καί δέν προλάβαμε”. Μου λέει: “Εἶδες τί εἶπε ὁ ἄγγελος; Καί ἡ ἀναπνοή μας ἀκόμη ἐδῶ πέρα εἶναι θεία Κοινωνία”. Τῆς βάζω μετάνοια καί τῆς λέω: “Καλά, μανούλα. Να
'ναι εὐλογημένο, ἀφοῦ εἶναι ἔτσι.” Κοιτάζω λίγο παραπάνω, εἶχα περιέργεια νά δῶ τί ἔχει. Ἦταν σύννεφο, δέν ἦταν οὔτε παλάτι οὔτε σπίτι οὔτε τόπος. Ὅλοι ἐκεῖ πάνω πατοῦσαν, μόνο δέν φαινόταν τί ἦταν. Προχωρῶ πιό πέρα, πιό ψηλά στο πλάι βλέπω τή Συγκλητική. Τῆς λέω: “Τί κάνεις ἐδῶ πάνω, Συγκλητικούλα; Γιατί εἶσαι ἐδῶ πέρα;” “Εἶχα περιέργεια να δῶ, μοῦ ἀπαντάει. Φοροῦσε τά μαῦρα καλογερικά της ροῦχα καί δύο ἀγγελικά σχήματα. Τότε ρωτῶ τή Γερόντισσα Μακρίνα: “Γιατί φοράει ἡ ἀδελφή μου δύο σχήματα;” Καί μοῦ ἀπαντάει: “Λόγῳ τῆς ἀσθένειάς της καί πού ἔδειξε μεγάλη υπομονή, ὁ Θεός τήν δόξασε μέ τό δεύτερο ἀγγελικό σχήμα».
Πράγματι, ἡ ἀδελφή Συγκλητική σ' ὅλα τά χρόνια τῆς μοναχικῆς της ζωῆς πέρασε μεγάλες δοκιμασίες μέ τήν υγεία της. Ἀλλά καί στά τελευταία της χρόνια ὑπέμεινε ἀγογγύστως ὅλα ὅσα ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά τή σωτηρία της. Διαβάσαμε προηγουμένως ὅτι ἀπό τόν πολύ πόνο παραπονέθηκε στήν ἁγία Συγκλητική ὅτι δέν τή βοηθᾶ. Καί ἡ Ἁγία τῆς ἀπάντησε, ρίχνοντας ἀπό τόν οὐρανό προκηρύξεις πού ἔγραφαν ὅλες περί ὑπομονῆς. Ἔτσι καί ἡ ἀδελφή Συγκλητική ἀπεδέχθη ἀγόγγυστα ὅ,τι ἐπέτρεπε ὁ Θεός σε όλη της τή ζωή.
Συνεχίζει ἡ ἀδελφή Εφραιμία: «Δεν πάω, σκέφτηκα, λίγο παραπάνω; Μόλις προχώρησα, βλέπω κάτι ἐξαπτέρυγα, μά τί ἐξαπτέρυγα!
Ἦταν ἀσημένια, τα πρόσωπά τους φαίνονταν πρόσωπα ζωντανά, μά τά φτερά ἦσαν ἀσημένια! Γύρισα δίπλα, βλέπω ἀπέναντι τή Γερόντισσα Φ. καί τήν ὑποτακτική της αδελφή Β. (πρόκειται για μοναχές πού ήταν συνασκήτριές της στην Πορταριά) που καθόταν στα πόδια της και φοροῦσε ροῦχα σάν τή στολή του διακόνου. Βρισκόμουν σε μεγάλη χαρά καί ἀναρωτιόμουν ποῦ εἴμαστε, στόν οὐρανό εἴμαστε ἤ στή γῆ; Τί τόπος εἶναι αὐτός; Τέτοια πράγματα, ὡραῖα καί παράδοξα, δέν ξαναεῖδα. Τότε μοῦ λέγει ἡ Γερόντισσα Μαρία: “Πᾶμε πίσω, Εφραιμία. Φτάνει, δέν εἶναι γιά ἐμᾶς τώρα. Σταμάτα ὡς ἐδῶ, μήν προχωρᾶς πιό πέρα”. Ἦλθα τότε στόν ἑαυτό μου καί εἶδα ὅτι ἤμουν στό κρεβατάκι μου. Κι ἀποροῦσα, τί ἦταν αὐτό τό πρᾶγμα; Να 'ναι ὄνειρο; Αλλά τί ὡραῖο ὄνειρο! Οὐράνια εὐφροσύνη! Ὅταν τό θυμᾶμαι, κλαίω ἀσταμάτητα. Αὐτό τό ὅραμα εἶναι ἀπό τίς εὐχές τοῦ Γέροντα. Οἱ εὐχές του πολλά μᾶς δώσανε στή ζωή μας».
Βιβλιογραφία : Παρά τους πόδας τών Αγίων. Ιωσήφ..Δ.
ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου